Νεκταρία Μαραγιάννη, Χειμώνας

100121-BloodyMoon

Η δειλία φαντάζει αναπόφευκτη κληρονομιά του φόβου. Οι ακτίνες του ήλιου προχωρούν αργά, ψηλαφώντας με επιφυλακτικότητα την πονεμένη Τσιμεντούπολη. Στους δρόμους αναβρύζουν οι πληγές της ∙ αγκαλιάζονται στοργικά από τον ουράνιο δίσκο, μέχρι που αντικρίζει τη στοργικότητα στα μάτια ενός περιφερόμενου σκύλου… και, τότε, ο δίσκος στρέφεται ολόκληρος προς την επιζούσα ύπαρξη, αναζητώντας, στον αμφιβληστροειδή της χιτώνα, τη ζωγραφιά του κόσμου. Η ρεαλιστικότις γίνεται δύσκολα δεκτή, αν και ανεπιθύμητη. Ο κόσμος θα μπορούσε να ήταν σίγουρα καλύτερος, μα ο τρόπος, όσες φορές κι αν έχει διατυπωθεί, παραμένει αινιγματικός, πιθανόν δεν υπάρχει ∙ απουσιάζει το κλειδί που θα ανοίξει την πύλη.

Βλέποντας αποστασιοποιημένα την πραγματικότητα, δημιουργείται μια ουτοπία στην οποία η κυκλοφορία θα είναι καλύτερη, δίχως προσκόμματα και επίπλαστες δικαιολογίες. Συμβαδίζει με μία δύσκολη και πονεμένη έννοια, την επικοινωνία. Το «τώρα» την έχει απορρίψει, έδωσε «άκυρο» στην ύπαρξή της, ρίχνοντάς την στο βούρκο. Η αρχή έγινε με την ουσιαστική και -πλέον- ανύπαρκτη επικοινωνία, με αυτή, δηλαδή, που το ένα υποκείμενο κατανοούσε το άλλο, δίχως, το δεύτερο, να μπει στη διαδικασία να εξωτερικευθεί. Ακόμη, όμως, κι αν εκφραζόταν, δεν θα ήταν απαραίτητο να ανταποδώσει ο δέκτης, καθώς ο πομπός θα είχε την επίγνωση πως εκείνος θα τον καταλάβαινε. Αυτό και μόνο το ερέθισμα αρκούσε, ώστε να βγάλει στην επιφάνεια τα μύχια της ψυχής του, τις πληγές που ματώνουν και βασανίζουν.

Επόμενη ήταν η τυπική, αν κι αυτή επιβιώνει ακόμη. Το όριο ζωής της, ωστόσο, μειώνεται συνεχώς. Αποχωρεί γοργά καθώς πλησιάζουν τα γκρίζα σύννεφα. Επακολουθεί σιωπή και μετά βροντή. Συνοδεύεται από ένα αναπόδραστο ξέσπασμα ∙ η φύση σπαράζει, κλαίει, ματώνοντας τον εαυτό της και τιμωρώντας την ιερόδουλη ανθρωπότητα για τα καρφιά που της ρίχνει.

Της κάνω συμπαράσταση ∙ επιλογή μου, όπως και οτιδήποτε σε αυτό το μικρό θέατρο που αποκαλείται «ζωή». Γίνεται πιο δραματικό και ασφυκτικό όταν η παγωνιά της ανθρωπότητας αγγίζει τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Τότε κρυσταλλώνει μια ψυχή που ανέπνεε υπερηφάνεια κι ασφάλεια. Η κινητή μάζα αδιαφορεί για την «αναπνοή», νομιμοποιώντας και μονιμοποιώντας την απροσωπία, βαπτίζοντας «επικοινωνία» την εκφραστικότητα. Όπου κι αν διασχίσει κανείς έρχεται αντιμέτωπος με τη «χειμωνιά» του εαυτού του, την κακοκαιρία της ψυχής. Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα επειδή φοβάται ∙ φοβάται πως, αν απλώσει τις ακτίνες του, θα σκαρφαλώσουν οι ζωντανοί νεκροί, με απώτερο σκοπό να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία τους, βλέποντας τον κόσμο από ψηλά.

Ακολουθούν την αγέλη αρνούμενοι τη γύμνια τους, τη γύμνια που πηγάζει από αυτό που κάποτε αποκαλούνταν ψυχή ή προσωπικότητα. Ενδύονται με το καλούπι που προσφέρει απλόχερα η μάζα, επιβάλλοντας ως αντάλλαγμα τη μίμηση, ειδάλλως, την υπακοή των κίβδηλων επιθυμιών. Κάθε κίνηση του σώματος ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη παράλυση του «εγώ» και ερήμωση κάθε ζωτικής ίνας κυκλοφορίας. Σταδιακά αποχωρούν τα χρώματα όλων των ψυχών –νόθων και ζωντανών- το επιβάλει η δυσοσμία της εποχής ∙ το γκρίζο της ασφάλτου αγγίζει τις σόλες των παπουτσιών, έπειτα μεταφέρεται σε όλο το σώμα διεισδύοντας στο εσωτερικό του – σαν τους ιούς που αποκτούν ζωή αφότου εισέλθουν στον οργανισμό μας – δημιουργώντας, με αυτό τον τρόπο, «γκρίζες» ψυχές. Οι δείκτες του ρολογιού χτυπούν μανιωδώς αντίστροφα, ενώ απουσιάζει η πανάκεια που θα εξωραΐσει το μουντό χρωματισμό μας, ώστε να γίνουμε πάλι το υπέροχο ουράνιο τόξο.

Στη χώρα των μεγάλων καθένας αδυνατεί να συνειδητοποιήσει την αλήθεια, την οποία μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί ∙ ένα κομμάτι του ήλιου βρίσκεται μέσα μας, το άλλο μισό βρίσκεται κάπου αλλού κρυμμένο, κάπου κοντά μας ή μακριά μας, μα όντας ψυχικά μύωποι αδυνατούμε να το διαπιστώσουμε. Απαιτείται η εύρεση ενός μικρού κλειδιού, ώστε να ανοίξουμε την πύλη. Έπειτα, θα ανατείλει ο δικός μας ήλιος, αυτός που αγαπάμε σαν πηγή ζωής. Πλέον, δε θα είμαστε καταδικασμένοι στο αιώνιο σκοτάδι του χειμώνα, όμηροι της μελαγχολίας και της παγωνιάς που σκεπάζει την καρδιά μας.

Νέττα

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Η επιστροφή

IMG_9576

Αν ήταν άλλος στη θέση του, τη μέρα που θα γύριζε θα άρχιζε από το σπίτι των δικών του. Της μάνας του και του πατέρα του το σπίτι. Από κει θα άρχιζε πρώτα.
Κι ύστερα θα περνούσε από τ’ άλλα σπίτια, με τη σειρά. Των στενών φίλων και των κοντινών συγγενών.
Κι ύστερα, όταν θα τους έχει δει και θα τους έχει μιλήσει και θα έχει απαντήσει στις ερωτήσεις τους, πού χάθηκε όλα αυτά τα χρόνια και τι έκανε και πώς ζούσε και άμα παντρεύτηκε και γιατί δεν παντρεύτηκε και γιατί ποτέ δεν πήρε ένα τηλέφωνο ή γιατί ποτέ δεν έγραψε ένα γράμμα πέρα από κείνη την κάρτα, τον τρίτο μήνα που έφυγε, με τις ευχές, τότε μπορεί ν’ αρχίσουνε να του λένε πόσο έχει αλλάξει, κι αυτός δεν θα καταλαβαίνει τι του λένε, και μπορεί να του δείξουνε φωτογραφίες, να δει να θυμηθεί, και τότε θα θυμηθεί, και στις φωτογραφίες που θα του δείχνουνε, να δει να θυμηθεί, μπορεί να του δείχνουνε επίμονα με το δάχτυλο, σαν να ‘ναι μωρό παιδί, κι εκείνους που θα ‘χουνε φύγει πια, όλους τους πεθαμένους, και τότε θ’ ακουστεί ένας αναστεναγμός, κι ύστερα κι άλλος ένας, και θα αρχίσουνε τα κλάματα, και κάποιες λέξεις θα μείνουνε μισές κι άλλες θ’ αργούνε να τελειώσουνε, και μύτες θ’ ακούγονται να ρουφάνε μύξες και χέρια θα σηκώνονται να σκουπίσουνε τα μάτια που θα τρέχουνε ή τις μύτες, κι ένα χέρι θα χτυπήσει μία πλάτη τρεις φορές, κι ένα άλλο θα αγκαλιάσει δύο ώμους, κι ένα σώμα θα πεταχτεί όρθιο να τρέξει στην κουζίνα, να φέρει ένα ποτήρι νερό, μισό, να το δώσει σ’ ένα χέρι που θα τρέμει και που θα σηκώσει το ποτήρι στο στόμα, να πιει, για να το δώσει πάλι πίσω μετά, δύο γουλιές λειψό, στο χέρι που του το έφερε μισό και που θα περιμένει.
Κάπως έτσι θα περνούσαν οι ώρες, και κάποια στιγμή θα νύχτωνε η μέρα που θα γύριζε, αν ήταν άλλος στη θέση του. Κι ύστερα θα ξημέρωνε και θα είχε επιστρέψει.

*Το πεζό αναδημοσιεύεται από το Poema στη διεύθυνση http://www.poema.gr/reader.php?id=124&pid=

logotexnia21@gmail.com

Νεκταρία Μαραγιάννη, Φυγή

10372356_619871214766428_4207916015577734299_n

Η στιγμή της φυγής ήταν ανεξέλεγκτη, ή καλύτερα, η αναμενόμενη αντίδραση προς τη θέα της φυγής, απρόβλεπτη. Πλήρης αδράνεια σπίλωσε κάθε ίνα του ψυχικού σώματος, έμεινα στο κρεβάτι ξαπλωμένη με το κενό που άφησε η στιγμή της απογείωσης, η στιγμή της απομάκρυνσης από την έρημό μου. Τα μάτια μου εξερευνούσαν ξανά τη γνώριμη όαση της βιβλιοθήκης, προσμένοντας μια λύτρωση που δεν ήρθε ποτέ ∙ η γραφή με απαρνήθηκε, όπως την απαρνήθηκα κι εγώ. Με την πάροδο αιώνιων δευτερολέπτων κατάντησε μια απρόσωπη σχέση εξ’ αποστάσεως που, λεπτό προς λεπτό, στοίχειωνε τα εναπομείναντα ψήγματα ζωτικότητας.

Μια ζωτικότητα ενδυμένη με τις στάχτες της σιωπής μου, συνόδευε -σε νοητό άξονα- το ταξίδι της νέας του περιπέτειας. Ξάφνου, με μια γρήγορη κίνηση, το βλέμμα μου έφυγε από το καταφύγιο και ακολούθησε μια πορεία προς τα ανοιχτά, στράφηκε προς το παράθυρο, αποζητώντας μια νέα φωλιά στο ήρεμο γαλάζιο. Προς βαθιά μου δυστυχία, ένα αεροπλάνο έσχιζε τον ουρανό με την πορεία του, αφήνοντας μια επιδερμική πληγή που σταδιακά επουλωνόταν ∙ μια λευκή αιθέρια γραμμή.

Ίσως να ήταν ένα πουλί που, έπειτα από την αναμονή και τη ρουτίνα, αφήνεται ελεύθερο να πετάξει και να φύγει όσο πιο μακριά μπορεί. Όσο η σχισμή προχωρούσε και συγχρόνως θεραπευόταν, τόσο πιο πολύ βυθιζόμουν στον εαυτό μου, στα μονότονά μου εσώψυχα, αδυνατώντας να κολυμπήσω, κινδυνεύοντας να πνιγώ από τη θλίψη των δακρύων μου. Καθώς αυτή μεγάλωνε, σπιλωνόμουν περισσότερο με τη νάρκη του εαυτού μου, κάθε φλόγα ζωής έσβηνε και συρρικνωνόταν προς τα μέσα, όλο και πιο κοντά στα τοιχώματά μου. Το δέρμα αφυδατωνόταν ώσπου αόρατες κλωστές αναισθησίας με τύλιξαν μεμιάς ∙ μετατράπηκα σε ένα ζωντανό βαμπίρ προσμένοντας το άγγιγμα του αρχαιολόγου, την αποκρυπτογράφηση, ώστε να επανέλθω και να αναπνεύσω ξανά.

Continue reading

Στέφανος Τακτικός: Ἡ οἰκονομία τοῦ λόγου

taktikosstefanos-stisammoudiestouomirou-eikona-02
 
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΥΣ νὰ μι­λᾶ­νε ὅ­λο γιὰ λε­φτά. Μι­λοῦν χω­ρὶς στα­μα­τη­μό, λὲς καὶ δου­λεύ­ουν μὲ κέρ­μα­τα. Πλη­ρω­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις, λό­για ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται τοῖς με­τρη­τοῖς – εἶ­ν’ ὅ­λο γιὰ κά­ποι­α δο­σο­λη­ψί­α· χω­ρὶς λό­γο, τζάμ­πα καὶ βε­ρε­σὲ —δη­λα­δὴ νά ’χου­με νὰ λέ­με— με­τα­ξὺ φί­λων ποὺ δὲν χα­ρί­ζον­ται. Τὰ στό­μα­τα ἀ­νοί­γουν δι­ά­πλα­τα σὰν νὰ βγά­ζουν τὴ γλώσ­σα κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά· οἱ ἦ­χοι μοιά­ζουν ἄ­ναρ­θροι σὰν ν’ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι τα­μεια­κῆς μη­χα­νῆς. Κυ­κλο­φο­ρεῖς ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος λα­θραῖ­α, νι­ώ­θον­τας σὰν πλα­στὸ χαρ­το­νό­μι­σμα κι ἐ­κεῖ ξε­χω­ρί­ζεις, σὰν κλέ­φτης ποὺ και­ρο­φυ­λα­κτεῖ ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι σὲ ἀ­γνο­οῦν ἀ­νύ­πο­πτοι, προ­ερ­χό­με­νες ἀ­πὸ δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά, φρά­σεις νὰ κου­δου­νί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νει ἕ­να κέρ­μα ποὺ πέ­φτει στὸ πλα­κό­στρω­το. Ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς πο­λι­τι­κῆς μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο, τὰ λό­για πέ­φτουν στὸ κε­νό. Στὴν ἀ­γο­ρὰ ὅ­λοι μι­λοῦν ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια σὰν νὰ δαγ­κώ­νουν κάλ­πι­κο νό­μι­σμα – ἢ καὶ ἐ­φαρ­μό­ζουν πι­στὰ τὸ δόγ­μα: «ἡ σι­ω­πὴ εἶ­ναι χρυ­σός». Τὰ λό­για τους, ὅ­ταν μι­λᾶ­νε γιὰ λε­φτὰ —δη­λα­δὴ πάν­το­τε ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως— εἶ­ναι ἡ ἴ­δια τους ἡ σι­ω­πή – ἐ­ξαρ­γυ­ρω­μέ­νη, κε­λα­η­δών­τας σὰν ζε­στὸ συ­νάλ­λαγ­μα.

       Τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ εἶ­χε φύ­γει γιὰ κεῖ ὅ­που δὲν περ­νᾶ­νε λε­φτὰ καί, μέ­χρι νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴν ἐ­κμε­τάλ­λευ­ση τῶν λου­τρῶν, τὸ κοι­νὸ ἔμ­παι­νε ἐ­λεύ­θε­ρα – ἔ­λει­πε ὁ σκύ­λος πού, τὸ Χει­μώ­να, φύ­λα­γε σὰν Κέρ­βε­ρος καί, περ­νών­τας τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα, ἦ­ταν σάν, ἐν τῇ ἀ­που­σί­ᾳ του, νὰ εἰ­σερ­χό­σουν λα­θραῖ­α στὸν κά­τω κό­σμο, ὅ­που οἱ ψυ­χές, μ’ αὐ­τὴν τὴ σι­ω­πὴ τοῦ βυ­θοῦ, ἔ­στε­καν ἀ­μί­λη­τες ἤ, σὰν νὰ ‘ταν τὰ φαν­τά­σμα­τα τῶν ἀλ­λο­τι­νῶν λου­ο­μέ­νων ποὺ ’χαν γί­νει ἀ­φρός, ψι­θύ­ρι­ζαν μυ­στή­ρια καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτα μὲ τὴ βο­ὴ τῶν κυ­μά­των, σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­φο­ρού­με­νό τους πή­γαι­ν’ ἔ­λα, τὸ αἰ­ώ­νιο πού, ὅ­μως, δή­λω­νε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν πα­ρο­δι­κά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ἔρ­χον­ταν καὶ πα­ρέρ­χον­ταν. Μὲ τὰ κύ­μα­τα, τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ ἔ­κο­ψε στὴν εἴ­σο­δο μιὰ ζω­ὴ εἰ­σι­τή­ρια κι ἔ­τσι πλή­ρω­σε γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του τα­ξί­δι, ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ φραγ­κο­δί­φραγ­κα, τὰ ναῦ­λα γιὰ τὴν εἴ­σο­δό του στὸ νε­ρὸ καὶ τὴ με­τα­φο­ρά του ἀ­κτο­πλο­ϊ­κῶς, ἀ­πὸ τὸ βαρ­κά­ρη – σὲ αὐ­τὴν τὴν τε­λευ­ταί­α συ­ναλ­λα­γή, κά­πως σὰν ἐ­πι­σφρά­γι­ση τοῦ ὅ­τι ὁ νε­κρὸς δὲν ἄ­φη­νε ἀ­νοι­κτοὺς λο­γα­ρια­σμούς, συγ­κα­τα­λε­γό­με­νος πιὰ ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ­σους δὲν τα­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κα­μί­α ἀ­νάγ­κη ἢ ἐ­πι­θυ­μί­α.

Continue reading

Φερνάντο Αρραμπάλ, Από την “Πέτρα της τρέλλας”

download-2

Καμιά φορά, στην καρδιά του χειμώνα, το δωμάτιό μου γεμίζει ζεστασιά και μονάχα το πυρωμένο τηγάνι απομένει έξαφνα παγερό κι ο χώρος που το περιβάλλει κρύος.

Πρέπει λοιπόν να ξεμακρύνω απ’ το τηγάνι για να μπορέσω να γράψω. Κι όταν θέλω να γράψω “διάφανο” το χέρι μου χαράζει τη λέξη “αδιαπέραστο”.

*Από το βιβλίο “Η Πέτρα της τρέλλας”, εκδόσεις Αιγόκερως, 1989, σελ. 54.

Georg Trakl, Όνειρο και συσκότιση του νου

b151520

[….] Κανείς δεν τον αγαπούσε. Ψέμα και ακολασία φλόγιζαν το κεφάλι του. Το γαλάζιο θρόισμα μιας γυναικείας εσθήτας τον έκανε να μένει στήλη άλατος και στην πόρτα στεκόταν η σκοτεινή μορφή της μάνας. Στο προσκεφάλι του στεκόταν όρθιος ο ίσκιος του κακού. Ω, νύχτες και αστέρια. Το βράδυ πήγαινε στο βουνό με τον σακάτη· στην παγωμένη κορυφή του απλωνόταν το ρόδινο φέγγος του δειλινού και καρδιοχτυπούσε μέσα στο φως του λύκου. Βαριά έπεφταν τα ανεμοδαρμένα έλατα επάνω τους και ο κόκκινος κυνηγός πρόβαλε από το δάσος. Όταν νύχτωνε, η καρδιά του έσπαγε κρυστάλλους και το σκοτάδι σκόνταφτε στο μέτωπό του.

Κάτω από άφυλλες βαλανιδιές έπνιγε με τα παγωμένα χέρια του μια αγριόγατα. Στα δεξιά του εμφανιζόταν παραπονεμένη η λευκή μορφή ενός αγγέλου και μες στο σκοτάδι γινόταν γιγάντια η σκιά του σακάτη. Όμως αυτός σήκωνε μια πέτρα και την πετούσε πάνω του, έτσι ώστε να φύγει ουρλιάζοντας και αναστενάζοντας . Το γαλάζιο πρόσωπο του αγγέλου περνούσε και χανόταν στον ίσκιο του δένδρου. Για πολλή ώρα, ξάπλωνε στο πετρώδες έδαφος και έκπληκτος ατένιζε το χρυσό σκήνωμα των αστεριών. Κυνηγημένος από νυχτερίδες, χιμούσε μέσα στο σκοτάδι για να φύγει. Με κομμένη την ανάσα έμπαινε μέσα στο έρημο σπίτι. Στην αυλή, έπινε σαν ζώο από το γαλάζιο νερό της κρήνης μέχρι να παγώσει. Εμπύρετος καθόταν στην παγωμένη σκάλα, μαινόμενος εναντίον του Θεού που δεν τον άφηνε να πεθάνει. […..]

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
***Από την “Γαλάζια Ψύχωση”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ 2010

Αργύρης Χιόνης, Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει…

smΑργύρηςΧιόνης

ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΕ ΝΑ ΧΑΣΕΙ, ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΧΑΣΕ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε πού υπήρχανε ακόμα χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες, όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια, που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο κι η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή, για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, έκτος από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή από εκείνες που τις λεν λίθους, πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.

H δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη-δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο, την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητα της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ’ αυτά το ‘παμε κιόλας: κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να την κλοτσήσει. Εν’ άλλο ήταν ότι κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ’ το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.

Continue reading

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño), Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ κα­κοῦ (El secreto del mal)

bolanoroberto-tomystikotoukakou-03

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΥΤΟ εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πλό, πα­ρό­λο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρί­πλο­κο. Ἐ­πί­σης: εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το, για­τί οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους δὲν ἔ­χουν τέ­λος. Εἶ­ναι νύ­χτα στὸ Πα­ρί­σι καὶ ἕ­νας ἀ­με­ρι­κα­νὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος κοι­μᾶ­ται. Ξαφ­νι­κὰ χτυ­πά­ει τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ κά­ποι­ος, μὲ ἀγ­γλι­κὰ ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­μί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ προ­φο­ρά, ζη­τᾶ τὸν Τζό­ε Κέλ­σο. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἀ­παν­τᾶ ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ἴ­διος καὶ με­τὰ κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι. Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις τὸ πρω­ί, δὲν ἔ­χει κοι­μη­θεῖ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς ὧ­ρες καὶ εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νος. Ἡ φω­νὴ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ τη­λε­φώ­νου τοῦ λέ­ει ὅ­τι πρέ­πει νὰ τὸν δεῖ γιὰ νὰ τοῦ με­τα­φέ­ρει μιὰ πλη­ρο­φο­ρί­α. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ρω­τᾶ πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται. Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τη­λε­φω­νή­μα­τα, ἡ φω­νὴ δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος τοῦ ζη­τᾶ του­λά­χι­στον κά­ποι­ο στοι­χεῖ­ο. Ἡ φω­νή, σὲ ἄ­πται­στα ἀγ­γλι­κά, πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τοῦ Κέλ­σο, τοῦ λέ­ει ὅ­τι προ­τι­μά­ει νὰ τὸν δεῖ προ­σω­πι­κά. Ἀ­μέ­σως, προ­σθέ­τει, δὲν ὑ­πάρ­χει και­ρὸς γιὰ χά­σι­μο. Ποῦ; ρω­τᾶ ὁ Κέλ­σο. Ἡ φω­νὴ ἀ­να­φέ­ρει μιὰ γέ­φυ­ρα τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Καὶ προ­σθέ­τει: Μπο­ρεῖ­τε νὰ εἶ­στε ἐ­κεῖ σὲ εἴ­κο­σι λε­πτὰ μὲ τὰ πό­δια. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ποὺ ἔ­χει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­τή­σεις σὰν κι αὐ­τή, ἀ­παν­τᾶ ὅ­τι θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ σὲ μι­σὴ ὥ­ρα. Ὅ­ση ὥ­ρα ντύ­νε­ται σκέ­φτε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ ἄ­χα­ρος τρό­πος γιὰ νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὸ βρά­δυ του, ἀλ­λὰ συγ­χρό­νως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, ἐ­λα­φρῶς ἔκ­πλη­κτος, ὅ­τι δὲν νυ­στά­ζει πιά, ὅ­τι τὸ τη­λε­φώ­νη­μα, ἂν καὶ προ­βλέ­ψι­μο, τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνή­σει. Ὅ­ταν φθά­νει στὴ γέ­φυ­ρα, πέν­τε λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει, βλέ­πει μό­νο αὐ­το­κί­νη­τα. Στέ­κε­ται γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος στὸ ἕ­να ἄ­κρο της, πε­ρι­μέ­νον­τας. Με­τὰ δι­α­σχί­ζει τὴ  γέ­φυ­ρα, ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη καί, με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ λε­πτὰ ἀ­να­μο­νῆς στὸ ἄλ­λο ἄ­κρο, στὸ τέ­λος τὴ δι­α­σχί­ζει ξα­νὰ καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ θε­ω­ρή­σει λῆ­ξαν τὸ νυ­χτε­ρι­νὸ συμ­βὰν καὶ νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι γιὰ ὕ­πνο. Κα­θὼς παίρ­νει τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς σκέ­φτε­ται τὴ φω­νή: σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νός, οὔ­τε Ἄγ­γλος, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὸ δὲν θὰ τὸ ἔ­λε­γε μὲ σι­γου­ριά. Ἴ­σως Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νὸς ἢ Αὐ­στρα­λός, σκέ­φτε­ται, ἢ μπο­ρεῖ καὶ Ὀλ­λαν­δός, ἢ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴ βό­ρεια Εὐ­ρώ­πη ποὺ ἔ­μα­θε ἀγ­γλι­κὰ στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ με­τὰ τὰ τε­λει­ο­ποί­η­σε σὲ δι­ά­φο­ρες ἀγ­γλό­φω­νες χῶ­ρες. Κα­θὼς δι­α­σχί­ζει ἕ­να δρό­μο ἀ­κού­ει κά­ποι­ον νὰ τὸν φω­νά­ζει. Κύ­ρι­ε Κέλ­σο. Ἀ­μέ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ τὸν φώ­να­ξε εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ τοῦ εἶ­χε κλεί­σει τὸ ραν­τε­βοὺ στὴ γέ­φυ­ρα. Ἡ φω­νὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκο­τει­νὴ εἴ­σο­δο μιᾶς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ὁ Κέλ­σο κά­νει νὰ στα­μα­τή­σει, ὅ­μως ἡ φω­νὴ τὸν προ­στά­ζει νὰ συ­νε­χί­σει νὰ περ­πα­τᾶ.

Continue reading

Athrur Rimbaud, Παραμύθι

Ο Ρεμπώ από τον Πικάσο

Ο Ρεμπώ από τον Πικάσο

Ένας πρίγκηπας είχε θιγεί γιατί δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κάτι έξω από την τελειότητα των χυδαίων γενναιοδωριών. Προέβλεπε εκπληκτικές επαναστάσεις του έρωτα, και υποψιάζονταν τις γυναίκες του ότι μπορούσαν κάτι καλύτερο από την ευπροσηγορία τούτη πλουμισμένη από ουρανό και πολυτέλεια. Ήθελε να δει την αλήθεια, την ώρα της ουσιαστικής λαχτάρας και της ικανοποίησης. Είτε αυτό υπήρξε μια απόκλιση από την ευσέβεια είτε όχι, το θέλησε. Κατείχε τουλάχιστον μιαν αρκετά πλατιά ανθρώπινη εξουσία.

Όλες οι γυναίκες που τον είχαν γνωρίσει δολοφονήθηκαν. Τι λεηλασία στο πάρκο του περιβολιού της ομορφιάς! Κάτω από την σπάθη, τον ευλόγησαν. Δεν παρήγγειλε καθόλου καινούριες. — Οι γυναίκες ξαναφάνηκαν.

Σκότωσε όλους αυτούς που τον ακολουθούσαν, μετά το κυνήγι ή τις οινοποσίες.

— Όλοι τον ακολουθούσαν.

Διασκέδασε σφάζοντας τα ζώα πολυτελείας. Πυρπόλησε τα παλάτια. Εφορμούσε πάνω στους ανθρώπους και τους τεμάχιζε. — Το πλήθος, οι χρυσαφένιες στέγες, τα ωραία ζώα υπήρχαν ακόμη.

Μπορεί κανείς να εκστασιάζεται στο χαλασμό, να ξανανιώνει από την θηριωδία! Ο λαός δεν μουρμούρισε. Κανείς δεν προσέφερε την συνδρομή των βλεμμάτων του.

Κάποιο βράδυ κάλπαζε περήφανα. Ένα Πνεύμα φάνηκε μίας άφατης ομορφιάς, ακόμη και ανομολόγητης. Από την φυσιογνωμία και την στάση του έβγαινε η υπόσχεση ενός έρωτα πολλαπλού και περίπλοκου! μιας ευτυχίας ανείπωτης, σχεδόν ανυπόφορης! Ο Πρίγκιπας και το Πνεύμα εκμηδενίστηκαν πιθανόν μέσα στην ουσιαστική υγεία. Πως θα μπορούσαν να μην πεθάνουν απ’ αυτήν;

Μαζί λοιπόν πέθαναν.

Αλλά ο Πρίγκιπας αυτός απεβίωσε, στο παλάτι του, σε μια συνηθισμένη ηλικία. Ο Πρίγκιπας ήταν το Πνεύμα . Το Πνεύμα ήταν ο Πρίγκιπας.

Η σοφή μουσική παραμελεί την λαχτάρα μας.

*Αρθούρος Ρεμπώ, Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, Ηριδανός, Αθήνα 1981.

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Προσωρινά

Schindler

 Οχτώ χρόνια σχεδόν εργάζεται σ’ αυτή την εταιρεία. Προσωρινά. Στην αρχή ήταν ένας χρόνος. Προσωρινά. Και λίγο πριν γίνουν δύο τα χρόνια, πήρε προαγωγή. Μετά έγιναν δύο τα χρόνια. Προσωρινά. Μετά έγιναν τρία τα χρόνια. Προσωρινά. Και λίγο πριν γίνουν τέσσερα τα χρόνια, αυτός με μια κίνηση μελετημένου λεονταρισμού παραιτήθηκε. «Απεταξάμην». Η παραίτησή του δεν έγινε δεκτή. Αντιπρόταση. Και παραιτήθηκε και δεύτερη φορά αυτός. Στη σειρά. «Απεταξάμην». Η παραίτησή του δεν έγινε δεκτή. Δεύτερη αντιπρόταση. Στη σειρά. Και παραιτήθηκε και τρίτη φορά αυτός. Στη σειρά. «Απεταξάμην». Η παραίτησή του δεν έγινε δεκτή. Τρίτη αντιπρόταση. Στη σειρά. Έπρεπε να το ξανασκεφτεί. «Συντάσσομαι». Ήταν πολύτιμος συνεργάτης. «Συντάσσομαι». Πήρε και αύξηση. «Συντάσσομαι». Μετά έγιναν τέσσερα τα χρόνια. Προσωρινά.

Μετά έγιναν πέντε τα χρόνια. Προσωρινά. Μετά έγιναν έξι τα χρόνια. Προσωρινά. Τότε σκέφτηκε να κεράσει τους συναδέλφους του γλυκά. Δεν το έκανε. Μετά έγιναν εφτά τα χρόνια. Προσωρινά. Και τώρα έχουν γίνει σχεδόν οχτώ τα χρόνια. Προσωρινά. Οχτώ χρόνια σχεδόν πέντε ημέρες την εβδομάδα κάθε πρωί, εξαιρουμένων των επισήμων αργιών, των ημερών κανονικής αδείας που δικαιούται και των πανελλαδικών απεργιών, μεταξύ 8.45 και 8.55 καλεί στο ισόγειο το ασανσέρ για ν’ ανέβει στον 5ο όροφο. Οχτώ χρόνια σχεδόν πέντε ημέρες την εβδομάδα κάθε πρωί, εξαιρουμένων των επισήμων αργιών, των ημερών κανονικής αδείας που δικαιούται και των πανελλαδικών απεργιών, μεταξύ 8.45 και 8.55 στοιχηματίζει με τον εαυτό του ποιο από τα δύο ασανσέρ θ’ ανοίξει. Όταν κερδίζει, λέει με ανακούφιση «γαμημένο»  κι ανεβαίνει με το ασανσέρ. Όταν χάνει, λέει με αγανάκτηση «γαμημένο» κι ανεβαίνει από τις σκάλες.

Στον 5ο όροφο εργάζεται οχτώ ώρες. Οχτώ χρόνια σχεδόν πέντε ημέρες την εβδομάδα, εξαιρουμένων των επισήμων αργιών, των ημερών κανονικής αδείας που δικαιούται και των πανελλαδικών απεργιών, μεταξύ 9.00 και 17.00 εργάζεται ευσυνείδητα και υποδειγματικά. Οχτώ χρόνια σχεδόν πέντε ημέρες την εβδομάδα κάθε απόγευμα, εξαιρουμένων των επισήμων αργιών, των ημερών κανονικής αδείας που δικαιούται και των πανελλαδικών απεργιών, μεταξύ 17.10 και 17.20 καλεί στον 5ο όροφο το ασανσέρ για να κατέβει στο ισόγειο. Οχτώ χρόνια σχεδόν πέντε ημέρες την εβδομάδα κάθε απόγευμα, εξαιρουμένων των επισήμων αργιών, των ημερών κανονικής αδείας που δικαιούται και των πανελλαδικών απεργιών, μεταξύ 17.10 και 17.20 στοιχηματίζει με τον εαυτό του ποιο από τα δύο ασανσέρ θ’ ανοίξει. Όταν κερδίζει, λέει με ανακούφιση «γαμημένο» και κατεβαίνει με το ασανσέρ. Όταν χάνει, λέει με αγανάκτηση «γαμημένο» και κατεβαίνει από τις σκάλες. Οχτώ χρόνια σχεδόν όλες εκείνες τις ημέρες που κέρδιζε το πρωί μεταξύ 8.45 και 8.55 κι όλες εκείνες τις ημέρες που κέρδιζε το απόγευμα μεταξύ 17.10 και 17.20 δεν είχε προσέξει αυτό που πρόσεξε σήμερα το πρωί που κέρδισε και περίμενε ν’ ανοίξει η πόρτα του ασανσέρ για να βγει στον 5ο όροφο. Γιατί σήμερα το πρωί, μεταξύ 8.58 και 8.59, που άνοιξε η πόρτα στο σωστό ασανσέρ κι αυτός είπε με ανακούφιση «γαμημένο» και μπήκε στο ασανσέρ ν’ ανέβει στον 5ο όροφο κι έκανε μεταβολή όταν μπήκε στο ασανσέρ και πάτησε το κουμπί του 5ου ορόφου και περίμενε να σταματήσει το ασανσέρ στον 5ο όροφο και ν’ ανοίξει η πόρτα του ασανσέρ για να βγει, εκείνη τη στιγμή ακριβώς, που το ασανσέρ σταμάτησε στον 5ο όροφο κι ακούστηκε ο ήχος που σήμανε ότι θ’ ανοίξει η πόρτα του ασανσέρ κι αυτός θα βγει, εκείνη τη στιγμή ακριβώς, μεταξύ 9.00 και 9.01, αυτός πρόσεξε μια λέξη στο κατώφλι του ασανσέρ, μέσα σ’ ένα μεταλλικό πλαίσιο, ανάγλυφη με μεταλλικά στοιχεία: Schindler. Κι ένα  χαμόγελο έσκασε ασυναίσθητα στα χείλη του όλο απελπισία, γιατί  συνειδητοποίησε ότι είναι εδώ για να σωθεί. Προσωρινά.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς
 
Ανάμεσα στον ξύπνιο και τον ύπνο του έχασε οχτώ χρόνια. Γιατί εκεί που πήγαινε να τον πάρει ο ύπνος σκέφτηκε ξαφνικά ότι το άλλο πρωί ξημέρωνε το 1998. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου συνειδητοποίησε το λάθος του, αλλά τότε ήταν που άρχισε ν’ αναρωτιέται γιατί έκανε αυτό το λάθος. Γιατί ανάμεσα στον ξύπνιο και τον ύπνο του να χάσει οχτώ χρόνια; Και τότε σκέφτηκε ότι μάλλον έπρεπε κάτι να διορθώσει. Γιατί ανάμεσα στον ξύπνιο και τον ύπνο του έχασε οχτώ χρόνια. Και άρχισε να ψάχνει προς τα πίσω αυτά τα οχτώ χρόνια, για να βρει τι έπρεπε να διορθώσει. Και πριν το καταλάβει πέρασαν άλλα οχτώ χρόνια.
 
*Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι μεταφραστής και συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Ίνδικτος κυκλοφορεί το βιβλίο του Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων.

**Αναδημοσίευση από το http://www.oanagnostis.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%AC/