Λοιπόν, ας διαπραγματευτούμε. Υπάρχει αρκετός χώρος για όλους μας, νομίζω. Έχω την κάθε καλή διάθεση να συμβιώσουμε, ή και να αγαπηθούμε ακόμα. Όχι, ε; Ακούω τότε. Τι προτείνετε εσείς; Μια στιγμή, μια στιγμή, όχι όλοι μαζί, σας παρακαλώ, δεν μπορώ να σας καταλάβω. Μη. Σταματήστε, σας λέω, μη φωνάζετε, τουλάχιστον όχι όλοι μαζί. Θέλετε μήπως να φύγω; Θα μου απαντήσετε; Γιατί μιλάτε ψιθυριστά; Δεν είναι καθόλου ευγενικό εκ μέρους σας αυτό, τυγχάνει να είμαι ο οικοδεσπότης εδώ, έχω το δικαίωμα να… Όχι, όχι, συγγνώμη, συγχωρέστε με, δεν το εννοούσα. Δεν ξέρω πώς τόλμησα να ξεστομίσω κάτι τέτοιο, πιστέψτε με, πραγματικά δεν ξέρω, δεν είχα πρόθεση, ζητώ συγγνώμη.
Ας κάνουμε μια νέα αρχή. Συμφωνείτε; Ας πούμε λοιπόν ότι εγώ ζητάω να μένω μόνος μου δύο ώρες την ημέρα, τι θα λέγατε εσείς; Και ίσως λιγάκι ακόμα το βράδυ. Θυμάστε παλιότερα που ερχόσασταν επίσκεψη μόλις νύχτωνε; Γιατί γελάτε; Δεν υπήρξα καλός οικοδεσπότης; Έκανα κάτι που σας πείραξε; Το αλκοόλ ίσως; Ή μήπως ο καπνός; Τις άλλες μου παρέες πάντα τις απέφευγα, ήξερα πως σας ενοχλούσαν, ακόμα και αν κάποιος απ’ αυτούς με ζητούσε, εγώ δεν απαντούσα, δεν άνοιγα την πόρτα, όσο επίμονα και αν χτυπούσε το κουδούνι. Προσπαθούσα πάντα να έχω τον κατάλληλο φωτισμό, την καλύτερη μουσική μόνο για σας. Όχι, αυτό που λέτε δεν είναι αλήθεια, δεν το έκανα για μένα, για εσάς το έκανα, πιστέψτε με.
Continue reading
Category Archives: Πεζά
Νεκταρία Μαραγιάννη, Χειμώνας
Η δειλία φαντάζει αναπόφευκτη κληρονομιά του φόβου. Οι ακτίνες του ήλιου προχωρούν αργά, ψηλαφώντας με επιφυλακτικότητα την πονεμένη Τσιμεντούπολη. Στους δρόμους αναβρύζουν οι πληγές της ∙ αγκαλιάζονται στοργικά από τον ουράνιο δίσκο, μέχρι που αντικρίζει τη στοργικότητα στα μάτια ενός περιφερόμενου σκύλου… και, τότε, ο δίσκος στρέφεται ολόκληρος προς την επιζούσα ύπαρξη, αναζητώντας, στον αμφιβληστροειδή της χιτώνα, τη ζωγραφιά του κόσμου. Η ρεαλιστικότις γίνεται δύσκολα δεκτή, αν και ανεπιθύμητη. Ο κόσμος θα μπορούσε να ήταν σίγουρα καλύτερος, μα ο τρόπος, όσες φορές κι αν έχει διατυπωθεί, παραμένει αινιγματικός, πιθανόν δεν υπάρχει ∙ απουσιάζει το κλειδί που θα ανοίξει την πύλη.
Βλέποντας αποστασιοποιημένα την πραγματικότητα, δημιουργείται μια ουτοπία στην οποία η κυκλοφορία θα είναι καλύτερη, δίχως προσκόμματα και επίπλαστες δικαιολογίες. Συμβαδίζει με μία δύσκολη και πονεμένη έννοια, την επικοινωνία. Το «τώρα» την έχει απορρίψει, έδωσε «άκυρο» στην ύπαρξή της, ρίχνοντάς την στο βούρκο. Η αρχή έγινε με την ουσιαστική και -πλέον- ανύπαρκτη επικοινωνία, με αυτή, δηλαδή, που το ένα υποκείμενο κατανοούσε το άλλο, δίχως, το δεύτερο, να μπει στη διαδικασία να εξωτερικευθεί. Ακόμη, όμως, κι αν εκφραζόταν, δεν θα ήταν απαραίτητο να ανταποδώσει ο δέκτης, καθώς ο πομπός θα είχε την επίγνωση πως εκείνος θα τον καταλάβαινε. Αυτό και μόνο το ερέθισμα αρκούσε, ώστε να βγάλει στην επιφάνεια τα μύχια της ψυχής του, τις πληγές που ματώνουν και βασανίζουν.
Επόμενη ήταν η τυπική, αν κι αυτή επιβιώνει ακόμη. Το όριο ζωής της, ωστόσο, μειώνεται συνεχώς. Αποχωρεί γοργά καθώς πλησιάζουν τα γκρίζα σύννεφα. Επακολουθεί σιωπή και μετά βροντή. Συνοδεύεται από ένα αναπόδραστο ξέσπασμα ∙ η φύση σπαράζει, κλαίει, ματώνοντας τον εαυτό της και τιμωρώντας την ιερόδουλη ανθρωπότητα για τα καρφιά που της ρίχνει.
Της κάνω συμπαράσταση ∙ επιλογή μου, όπως και οτιδήποτε σε αυτό το μικρό θέατρο που αποκαλείται «ζωή». Γίνεται πιο δραματικό και ασφυκτικό όταν η παγωνιά της ανθρωπότητας αγγίζει τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Τότε κρυσταλλώνει μια ψυχή που ανέπνεε υπερηφάνεια κι ασφάλεια. Η κινητή μάζα αδιαφορεί για την «αναπνοή», νομιμοποιώντας και μονιμοποιώντας την απροσωπία, βαπτίζοντας «επικοινωνία» την εκφραστικότητα. Όπου κι αν διασχίσει κανείς έρχεται αντιμέτωπος με τη «χειμωνιά» του εαυτού του, την κακοκαιρία της ψυχής. Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα επειδή φοβάται ∙ φοβάται πως, αν απλώσει τις ακτίνες του, θα σκαρφαλώσουν οι ζωντανοί νεκροί, με απώτερο σκοπό να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία τους, βλέποντας τον κόσμο από ψηλά.
Ακολουθούν την αγέλη αρνούμενοι τη γύμνια τους, τη γύμνια που πηγάζει από αυτό που κάποτε αποκαλούνταν ψυχή ή προσωπικότητα. Ενδύονται με το καλούπι που προσφέρει απλόχερα η μάζα, επιβάλλοντας ως αντάλλαγμα τη μίμηση, ειδάλλως, την υπακοή των κίβδηλων επιθυμιών. Κάθε κίνηση του σώματος ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη παράλυση του «εγώ» και ερήμωση κάθε ζωτικής ίνας κυκλοφορίας. Σταδιακά αποχωρούν τα χρώματα όλων των ψυχών –νόθων και ζωντανών- το επιβάλει η δυσοσμία της εποχής ∙ το γκρίζο της ασφάλτου αγγίζει τις σόλες των παπουτσιών, έπειτα μεταφέρεται σε όλο το σώμα διεισδύοντας στο εσωτερικό του – σαν τους ιούς που αποκτούν ζωή αφότου εισέλθουν στον οργανισμό μας – δημιουργώντας, με αυτό τον τρόπο, «γκρίζες» ψυχές. Οι δείκτες του ρολογιού χτυπούν μανιωδώς αντίστροφα, ενώ απουσιάζει η πανάκεια που θα εξωραΐσει το μουντό χρωματισμό μας, ώστε να γίνουμε πάλι το υπέροχο ουράνιο τόξο.
Στη χώρα των μεγάλων καθένας αδυνατεί να συνειδητοποιήσει την αλήθεια, την οποία μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί ∙ ένα κομμάτι του ήλιου βρίσκεται μέσα μας, το άλλο μισό βρίσκεται κάπου αλλού κρυμμένο, κάπου κοντά μας ή μακριά μας, μα όντας ψυχικά μύωποι αδυνατούμε να το διαπιστώσουμε. Απαιτείται η εύρεση ενός μικρού κλειδιού, ώστε να ανοίξουμε την πύλη. Έπειτα, θα ανατείλει ο δικός μας ήλιος, αυτός που αγαπάμε σαν πηγή ζωής. Πλέον, δε θα είμαστε καταδικασμένοι στο αιώνιο σκοτάδι του χειμώνα, όμηροι της μελαγχολίας και της παγωνιάς που σκεπάζει την καρδιά μας.
Νέττα
Αλέξανδρος Κυπριώτης, Η επιστροφή
Αν ήταν άλλος στη θέση του, τη μέρα που θα γύριζε θα άρχιζε από το σπίτι των δικών του. Της μάνας του και του πατέρα του το σπίτι. Από κει θα άρχιζε πρώτα.
Κι ύστερα θα περνούσε από τ’ άλλα σπίτια, με τη σειρά. Των στενών φίλων και των κοντινών συγγενών.
Κι ύστερα, όταν θα τους έχει δει και θα τους έχει μιλήσει και θα έχει απαντήσει στις ερωτήσεις τους, πού χάθηκε όλα αυτά τα χρόνια και τι έκανε και πώς ζούσε και άμα παντρεύτηκε και γιατί δεν παντρεύτηκε και γιατί ποτέ δεν πήρε ένα τηλέφωνο ή γιατί ποτέ δεν έγραψε ένα γράμμα πέρα από κείνη την κάρτα, τον τρίτο μήνα που έφυγε, με τις ευχές, τότε μπορεί ν’ αρχίσουνε να του λένε πόσο έχει αλλάξει, κι αυτός δεν θα καταλαβαίνει τι του λένε, και μπορεί να του δείξουνε φωτογραφίες, να δει να θυμηθεί, και τότε θα θυμηθεί, και στις φωτογραφίες που θα του δείχνουνε, να δει να θυμηθεί, μπορεί να του δείχνουνε επίμονα με το δάχτυλο, σαν να ‘ναι μωρό παιδί, κι εκείνους που θα ‘χουνε φύγει πια, όλους τους πεθαμένους, και τότε θ’ ακουστεί ένας αναστεναγμός, κι ύστερα κι άλλος ένας, και θα αρχίσουνε τα κλάματα, και κάποιες λέξεις θα μείνουνε μισές κι άλλες θ’ αργούνε να τελειώσουνε, και μύτες θ’ ακούγονται να ρουφάνε μύξες και χέρια θα σηκώνονται να σκουπίσουνε τα μάτια που θα τρέχουνε ή τις μύτες, κι ένα χέρι θα χτυπήσει μία πλάτη τρεις φορές, κι ένα άλλο θα αγκαλιάσει δύο ώμους, κι ένα σώμα θα πεταχτεί όρθιο να τρέξει στην κουζίνα, να φέρει ένα ποτήρι νερό, μισό, να το δώσει σ’ ένα χέρι που θα τρέμει και που θα σηκώσει το ποτήρι στο στόμα, να πιει, για να το δώσει πάλι πίσω μετά, δύο γουλιές λειψό, στο χέρι που του το έφερε μισό και που θα περιμένει.
Κάπως έτσι θα περνούσαν οι ώρες, και κάποια στιγμή θα νύχτωνε η μέρα που θα γύριζε, αν ήταν άλλος στη θέση του. Κι ύστερα θα ξημέρωνε και θα είχε επιστρέψει.
*Το πεζό αναδημοσιεύεται από το Poema στη διεύθυνση http://www.poema.gr/reader.php?id=124&pid=
logotexnia21@gmail.com
Νεκταρία Μαραγιάννη, Φυγή
Η στιγμή της φυγής ήταν ανεξέλεγκτη, ή καλύτερα, η αναμενόμενη αντίδραση προς τη θέα της φυγής, απρόβλεπτη. Πλήρης αδράνεια σπίλωσε κάθε ίνα του ψυχικού σώματος, έμεινα στο κρεβάτι ξαπλωμένη με το κενό που άφησε η στιγμή της απογείωσης, η στιγμή της απομάκρυνσης από την έρημό μου. Τα μάτια μου εξερευνούσαν ξανά τη γνώριμη όαση της βιβλιοθήκης, προσμένοντας μια λύτρωση που δεν ήρθε ποτέ ∙ η γραφή με απαρνήθηκε, όπως την απαρνήθηκα κι εγώ. Με την πάροδο αιώνιων δευτερολέπτων κατάντησε μια απρόσωπη σχέση εξ’ αποστάσεως που, λεπτό προς λεπτό, στοίχειωνε τα εναπομείναντα ψήγματα ζωτικότητας.
Μια ζωτικότητα ενδυμένη με τις στάχτες της σιωπής μου, συνόδευε -σε νοητό άξονα- το ταξίδι της νέας του περιπέτειας. Ξάφνου, με μια γρήγορη κίνηση, το βλέμμα μου έφυγε από το καταφύγιο και ακολούθησε μια πορεία προς τα ανοιχτά, στράφηκε προς το παράθυρο, αποζητώντας μια νέα φωλιά στο ήρεμο γαλάζιο. Προς βαθιά μου δυστυχία, ένα αεροπλάνο έσχιζε τον ουρανό με την πορεία του, αφήνοντας μια επιδερμική πληγή που σταδιακά επουλωνόταν ∙ μια λευκή αιθέρια γραμμή.
Ίσως να ήταν ένα πουλί που, έπειτα από την αναμονή και τη ρουτίνα, αφήνεται ελεύθερο να πετάξει και να φύγει όσο πιο μακριά μπορεί. Όσο η σχισμή προχωρούσε και συγχρόνως θεραπευόταν, τόσο πιο πολύ βυθιζόμουν στον εαυτό μου, στα μονότονά μου εσώψυχα, αδυνατώντας να κολυμπήσω, κινδυνεύοντας να πνιγώ από τη θλίψη των δακρύων μου. Καθώς αυτή μεγάλωνε, σπιλωνόμουν περισσότερο με τη νάρκη του εαυτού μου, κάθε φλόγα ζωής έσβηνε και συρρικνωνόταν προς τα μέσα, όλο και πιο κοντά στα τοιχώματά μου. Το δέρμα αφυδατωνόταν ώσπου αόρατες κλωστές αναισθησίας με τύλιξαν μεμιάς ∙ μετατράπηκα σε ένα ζωντανό βαμπίρ προσμένοντας το άγγιγμα του αρχαιολόγου, την αποκρυπτογράφηση, ώστε να επανέλθω και να αναπνεύσω ξανά.
Στέφανος Τακτικός: Ἡ οἰκονομία τοῦ λόγου

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΥΣ νὰ μιλᾶνε ὅλο γιὰ λεφτά. Μιλοῦν χωρὶς σταματημό, λὲς καὶ δουλεύουν μὲ κέρματα. Πληρωμένες ἀπαντήσεις, λόγια ποὺ ἀνταλλάσσονται τοῖς μετρητοῖς – εἶν’ ὅλο γιὰ κάποια δοσοληψία· χωρὶς λόγο, τζάμπα καὶ βερεσὲ —δηλαδὴ νά ’χουμε νὰ λέμε— μεταξὺ φίλων ποὺ δὲν χαρίζονται. Τὰ στόματα ἀνοίγουν διάπλατα σὰν νὰ βγάζουν τὴ γλώσσα κοροϊδευτικά· οἱ ἦχοι μοιάζουν ἄναρθροι σὰν ν’ ἄνοιγε τὸ συρτάρι ταμειακῆς μηχανῆς. Κυκλοφορεῖς ἀνάμεσα στὸ πλῆθος λαθραῖα, νιώθοντας σὰν πλαστὸ χαρτονόμισμα κι ἐκεῖ ξεχωρίζεις, σὰν κλέφτης ποὺ καιροφυλακτεῖ ἐνῶ ἐκεῖνοι σὲ ἀγνοοῦν ἀνύποπτοι, προερχόμενες ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, φράσεις νὰ κουδουνίζουν μὲ τὸν ἦχο ποὺ κάνει ἕνα κέρμα ποὺ πέφτει στὸ πλακόστρωτο. Ἀπὸ τὶς φτηνὲς ὑποσχέσεις τῆς πολιτικῆς μέχρι τὸ πεζοδρόμιο, τὰ λόγια πέφτουν στὸ κενό. Στὴν ἀγορὰ ὅλοι μιλοῦν ἀνάμεσα στὰ δόντια σὰν νὰ δαγκώνουν κάλπικο νόμισμα – ἢ καὶ ἐφαρμόζουν πιστὰ τὸ δόγμα: «ἡ σιωπὴ εἶναι χρυσός». Τὰ λόγια τους, ὅταν μιλᾶνε γιὰ λεφτὰ —δηλαδὴ πάντοτε ἀνεξαιρέτως— εἶναι ἡ ἴδια τους ἡ σιωπή – ἐξαργυρωμένη, κελαηδώντας σὰν ζεστὸ συνάλλαγμα.
Τὸ ἀφεντικὸ εἶχε φύγει γιὰ κεῖ ὅπου δὲν περνᾶνε λεφτὰ καί, μέχρι νὰ ἐκδηλωθεῖ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν λουτρῶν, τὸ κοινὸ ἔμπαινε ἐλεύθερα – ἔλειπε ὁ σκύλος πού, τὸ Χειμώνα, φύλαγε σὰν Κέρβερος καί, περνώντας τὴν καγκελόπορτα, ἦταν σάν, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του, νὰ εἰσερχόσουν λαθραῖα στὸν κάτω κόσμο, ὅπου οἱ ψυχές, μ’ αὐτὴν τὴ σιωπὴ τοῦ βυθοῦ, ἔστεκαν ἀμίλητες ἤ, σὰν νὰ ‘ταν τὰ φαντάσματα τῶν ἀλλοτινῶν λουομένων ποὺ ’χαν γίνει ἀφρός, ψιθύριζαν μυστήρια καὶ ἀκατάληπτα μὲ τὴ βοὴ τῶν κυμάτων, σ’ αὐτὸ τὸ διφορούμενό τους πήγαιν’ ἔλα, τὸ αἰώνιο πού, ὅμως, δήλωνε ὅτι ὅλα ἦταν παροδικά, ὅπως ἐκεῖνα ἔρχονταν καὶ παρέρχονταν. Μὲ τὰ κύματα, τὸ ἀφεντικὸ ἔκοψε στὴν εἴσοδο μιὰ ζωὴ εἰσιτήρια κι ἔτσι πλήρωσε γιὰ τὸ τελευταῖο του ταξίδι, ἀπ’ αὐτὰ τὰ φραγκοδίφραγκα, τὰ ναῦλα γιὰ τὴν εἴσοδό του στὸ νερὸ καὶ τὴ μεταφορά του ἀκτοπλοϊκῶς, ἀπὸ τὸ βαρκάρη – σὲ αὐτὴν τὴν τελευταία συναλλαγή, κάπως σὰν ἐπισφράγιση τοῦ ὅτι ὁ νεκρὸς δὲν ἄφηνε ἀνοικτοὺς λογαριασμούς, συγκαταλεγόμενος πιὰ ἀνάμεσα σὲ ὅσους δὲν ταράζονταν ἀπὸ καμία ἀνάγκη ἢ ἐπιθυμία.
Φερνάντο Αρραμπάλ, Από την “Πέτρα της τρέλλας”
Καμιά φορά, στην καρδιά του χειμώνα, το δωμάτιό μου γεμίζει ζεστασιά και μονάχα το πυρωμένο τηγάνι απομένει έξαφνα παγερό κι ο χώρος που το περιβάλλει κρύος.
Πρέπει λοιπόν να ξεμακρύνω απ’ το τηγάνι για να μπορέσω να γράψω. Κι όταν θέλω να γράψω “διάφανο” το χέρι μου χαράζει τη λέξη “αδιαπέραστο”.
*Από το βιβλίο “Η Πέτρα της τρέλλας”, εκδόσεις Αιγόκερως, 1989, σελ. 54.
Georg Trakl, Όνειρο και συσκότιση του νου
[….] Κανείς δεν τον αγαπούσε. Ψέμα και ακολασία φλόγιζαν το κεφάλι του. Το γαλάζιο θρόισμα μιας γυναικείας εσθήτας τον έκανε να μένει στήλη άλατος και στην πόρτα στεκόταν η σκοτεινή μορφή της μάνας. Στο προσκεφάλι του στεκόταν όρθιος ο ίσκιος του κακού. Ω, νύχτες και αστέρια. Το βράδυ πήγαινε στο βουνό με τον σακάτη· στην παγωμένη κορυφή του απλωνόταν το ρόδινο φέγγος του δειλινού και καρδιοχτυπούσε μέσα στο φως του λύκου. Βαριά έπεφταν τα ανεμοδαρμένα έλατα επάνω τους και ο κόκκινος κυνηγός πρόβαλε από το δάσος. Όταν νύχτωνε, η καρδιά του έσπαγε κρυστάλλους και το σκοτάδι σκόνταφτε στο μέτωπό του.
Κάτω από άφυλλες βαλανιδιές έπνιγε με τα παγωμένα χέρια του μια αγριόγατα. Στα δεξιά του εμφανιζόταν παραπονεμένη η λευκή μορφή ενός αγγέλου και μες στο σκοτάδι γινόταν γιγάντια η σκιά του σακάτη. Όμως αυτός σήκωνε μια πέτρα και την πετούσε πάνω του, έτσι ώστε να φύγει ουρλιάζοντας και αναστενάζοντας . Το γαλάζιο πρόσωπο του αγγέλου περνούσε και χανόταν στον ίσκιο του δένδρου. Για πολλή ώρα, ξάπλωνε στο πετρώδες έδαφος και έκπληκτος ατένιζε το χρυσό σκήνωμα των αστεριών. Κυνηγημένος από νυχτερίδες, χιμούσε μέσα στο σκοτάδι για να φύγει. Με κομμένη την ανάσα έμπαινε μέσα στο έρημο σπίτι. Στην αυλή, έπινε σαν ζώο από το γαλάζιο νερό της κρήνης μέχρι να παγώσει. Εμπύρετος καθόταν στην παγωμένη σκάλα, μαινόμενος εναντίον του Θεού που δεν τον άφηνε να πεθάνει. […..]
*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
***Από την “Γαλάζια Ψύχωση”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ 2010
Αργύρης Χιόνης, Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει…
ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΕ ΝΑ ΧΑΣΕΙ, ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΧΑΣΕ
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε πού υπήρχανε ακόμα χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες, όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια, που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο κι η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή, για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, έκτος από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή από εκείνες που τις λεν λίθους, πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.
H δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη-δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο, την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητα της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ’ αυτά το ‘παμε κιόλας: κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να την κλοτσήσει. Εν’ άλλο ήταν ότι κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ’ το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.
Ρομπέρτο Μπολάνιο (Roberto Bolaño), Τὸ μυστικὸ τοῦ κακοῦ (El secreto del mal)
ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΥΤΟ εἶναι πολὺ ἁπλό, παρόλο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πολὺ περίπλοκο. Ἐπίσης: εἶναι ἕνα διήγημα ἀνολοκλήρωτο, γιατί οἱ ἱστορίες αὐτοῦ τοῦ εἴδους δὲν ἔχουν τέλος. Εἶναι νύχτα στὸ Παρίσι καὶ ἕνας ἀμερικανὸς δημοσιογράφος κοιμᾶται. Ξαφνικὰ χτυπάει τὸ τηλέφωνο καὶ κάποιος, μὲ ἀγγλικὰ ποὺ δὲν ἔχουν καμία χαρακτηριστικὴ προφορά, ζητᾶ τὸν Τζόε Κέλσο. Ὁ δημοσιογράφος ἀπαντᾶ ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος καὶ μετὰ κοιτάζει τὸ ρολόι. Εἶναι τέσσερις τὸ πρωί, δὲν ἔχει κοιμηθεῖ πάνω ἀπὸ τρεῖς ὧρες καὶ εἶναι κουρασμένος. Ἡ φωνὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ τηλεφώνου τοῦ λέει ὅτι πρέπει νὰ τὸν δεῖ γιὰ νὰ τοῦ μεταφέρει μιὰ πληροφορία. Ὁ δημοσιογράφος ρωτᾶ περὶ τίνος πρόκειται. Ὅπως συμβαίνει συνήθως σὲ τέτοιου εἴδους τηλεφωνήματα, ἡ φωνὴ δὲν ἀποκαλύπτει τὸ παραμικρό. Ὁ δημοσιογράφος τοῦ ζητᾶ τουλάχιστον κάποιο στοιχεῖο. Ἡ φωνή, σὲ ἄπταιστα ἀγγλικά, πολὺ καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τοῦ Κέλσο, τοῦ λέει ὅτι προτιμάει νὰ τὸν δεῖ προσωπικά. Ἀμέσως, προσθέτει, δὲν ὑπάρχει καιρὸς γιὰ χάσιμο. Ποῦ; ρωτᾶ ὁ Κέλσο. Ἡ φωνὴ ἀναφέρει μιὰ γέφυρα τοῦ Παρισιοῦ. Καὶ προσθέτει: Μπορεῖτε νὰ εἶστε ἐκεῖ σὲ εἴκοσι λεπτὰ μὲ τὰ πόδια. Ὁ δημοσιογράφος, ποὺ ἔχει πραγματοποιήσει ἑκατοντάδες συναντήσεις σὰν κι αὐτή, ἀπαντᾶ ὅτι θὰ εἶναι ἐκεῖ σὲ μισὴ ὥρα. Ὅση ὥρα ντύνεται σκέφτεται ὅτι εἶναι ἕνας ἀρκετὰ ἄχαρος τρόπος γιὰ νὰ καταστρέψει τὸ βράδυ του, ἀλλὰ συγχρόνως ἀντιλαμβάνεται, ἐλαφρῶς ἔκπληκτος, ὅτι δὲν νυστάζει πιά, ὅτι τὸ τηλεφώνημα, ἂν καὶ προβλέψιμο, τὸν ἔκανε νὰ ξαγρυπνήσει. Ὅταν φθάνει στὴ γέφυρα, πέντε λεπτὰ ἀργότερα ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ εἶχαν συμφωνήσει, βλέπει μόνο αὐτοκίνητα. Στέκεται γιὰ λίγο ἀκίνητος στὸ ἕνα ἄκρο της, περιμένοντας. Μετὰ διασχίζει τὴ γέφυρα, ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἔρημη καί, μετὰ ἀπὸ μερικὰ λεπτὰ ἀναμονῆς στὸ ἄλλο ἄκρο, στὸ τέλος τὴ διασχίζει ξανὰ καὶ ἀποφασίζει νὰ θεωρήσει λῆξαν τὸ νυχτερινὸ συμβὰν καὶ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι γιὰ ὕπνο. Καθὼς παίρνει τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς σκέφτεται τὴ φωνή: σίγουρα δὲν ἦταν Ἀμερικανός, οὔτε Ἄγγλος, παρόλο ποὺ αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἔλεγε μὲ σιγουριά. Ἴσως Νοτιοαφρικανὸς ἢ Αὐστραλός, σκέφτεται, ἢ μπορεῖ καὶ Ὀλλανδός, ἢ κάποιος ἀπὸ τὴ βόρεια Εὐρώπη ποὺ ἔμαθε ἀγγλικὰ στὸ σχολεῖο καὶ μετὰ τὰ τελειοποίησε σὲ διάφορες ἀγγλόφωνες χῶρες. Καθὼς διασχίζει ἕνα δρόμο ἀκούει κάποιον νὰ τὸν φωνάζει. Κύριε Κέλσο. Ἀμέσως ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸς ποὺ τὸν φώναξε εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ τοῦ εἶχε κλείσει τὸ ραντεβοὺ στὴ γέφυρα. Ἡ φωνὴ βγαίνει ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ εἴσοδο μιᾶς πολυκατοικίας. Ὁ Κέλσο κάνει νὰ σταματήσει, ὅμως ἡ φωνὴ τὸν προστάζει νὰ συνεχίσει νὰ περπατᾶ.
Athrur Rimbaud, Παραμύθι
Ένας πρίγκηπας είχε θιγεί γιατί δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κάτι έξω από την τελειότητα των χυδαίων γενναιοδωριών. Προέβλεπε εκπληκτικές επαναστάσεις του έρωτα, και υποψιάζονταν τις γυναίκες του ότι μπορούσαν κάτι καλύτερο από την ευπροσηγορία τούτη πλουμισμένη από ουρανό και πολυτέλεια. Ήθελε να δει την αλήθεια, την ώρα της ουσιαστικής λαχτάρας και της ικανοποίησης. Είτε αυτό υπήρξε μια απόκλιση από την ευσέβεια είτε όχι, το θέλησε. Κατείχε τουλάχιστον μιαν αρκετά πλατιά ανθρώπινη εξουσία.
Όλες οι γυναίκες που τον είχαν γνωρίσει δολοφονήθηκαν. Τι λεηλασία στο πάρκο του περιβολιού της ομορφιάς! Κάτω από την σπάθη, τον ευλόγησαν. Δεν παρήγγειλε καθόλου καινούριες. — Οι γυναίκες ξαναφάνηκαν.
Σκότωσε όλους αυτούς που τον ακολουθούσαν, μετά το κυνήγι ή τις οινοποσίες.
— Όλοι τον ακολουθούσαν.
Διασκέδασε σφάζοντας τα ζώα πολυτελείας. Πυρπόλησε τα παλάτια. Εφορμούσε πάνω στους ανθρώπους και τους τεμάχιζε. — Το πλήθος, οι χρυσαφένιες στέγες, τα ωραία ζώα υπήρχαν ακόμη.
Μπορεί κανείς να εκστασιάζεται στο χαλασμό, να ξανανιώνει από την θηριωδία! Ο λαός δεν μουρμούρισε. Κανείς δεν προσέφερε την συνδρομή των βλεμμάτων του.
Κάποιο βράδυ κάλπαζε περήφανα. Ένα Πνεύμα φάνηκε μίας άφατης ομορφιάς, ακόμη και ανομολόγητης. Από την φυσιογνωμία και την στάση του έβγαινε η υπόσχεση ενός έρωτα πολλαπλού και περίπλοκου! μιας ευτυχίας ανείπωτης, σχεδόν ανυπόφορης! Ο Πρίγκιπας και το Πνεύμα εκμηδενίστηκαν πιθανόν μέσα στην ουσιαστική υγεία. Πως θα μπορούσαν να μην πεθάνουν απ’ αυτήν;
Μαζί λοιπόν πέθαναν.
Αλλά ο Πρίγκιπας αυτός απεβίωσε, στο παλάτι του, σε μια συνηθισμένη ηλικία. Ο Πρίγκιπας ήταν το Πνεύμα . Το Πνεύμα ήταν ο Πρίγκιπας.
Η σοφή μουσική παραμελεί την λαχτάρα μας.
*Αρθούρος Ρεμπώ, Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, Ηριδανός, Αθήνα 1981.








