«Λοξές Ματιές», μία νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ


H νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη, «Λοξές Ματιές», σηματοδοτεί μια παρέκκλιση από το μέχρι τώρα έργο του.

Όχι θεματικά, διότι συνεχίζει να τρέφει τις ίδιες πολιτικο-κοινωνικές ευαισθησίες όπως και στις προηγούμενες του συλλογές, αλλά σίγουρα, από άποψης προσεγγίσεως και ποιητικής. Εκεί όπου ο ποιητικός λόγος του πρώιμου Τρωαδίτη αντιμετωπίζει άμεσα, κατάμουτρα, κατακούτελα, τα ερείσματά του, ο πλέον ώριμος Τρωαδίτης γίνεται πιο έμμεσος, πιο υπαινικτικός, πιο πολυσήμαντος. Ανασκοπεί τον κόσμο του όχι μόνο με την πρώτη, αλλά και με τη λοξή ματιά, εκείνη της ύστερης όρασης αλλά και του γνωστικού.

Η αλλαγή του ρυθμού, συνειδητή. Ο στρατευμένος στίχος του Τρωαδίτη, παραδοσιακά χειμαρρώδης, μοιάζει με το βηματισμό του πορεύοντος αγωνιστή. Σ’ αυτή την συλλογή, το βήμα επιβραδύνεται, αντιστρέφεται. Ο ποιητής ανατρέπει την έννοια της πορείας, στρέφοντάς την προς τα ένδον. Είναι πολύ εύκολο να αντικατοπτρίζει κανείς αντιδραστικά και μόνο την επιφάνεια. Χρειάζονται όμως τρομερές δυνάμεις αυτοαντίληψης, ενδοσκόπησης και πνευματικής διορατικότητας ώστε να διεισδύσει κανείς στην ουσία των πραγμάτων – να τα αφομοιώσει στην λεκτική του χοάνη και έπειτα να διαχωρίσει τα συστατικά του στοιχεία, για να τα ανασυναρμολογήσει με το δικό του ποιητικό λόγο. Ο προσεγμένος ποιητής Τρωαδίτης, αυτό κάνει.

Κύριο παράδειγμα αυτής της λεπτολογικής γραφής βρίσκεται στο πώς η ένταση κλιμακώνεται στο πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εδώ στις Νότιες Εσχατιές» όπου με λίγες ελαφριές κινήσεις της πένας, προσθέτοντας το στοιχείο του κρυφού, του φευγαλέου, του κεντρόφυγου, ανατρέπει τη λεκτική και λογική αρμονία της Αντιποδικής μας ύπαρξης:

«Εδώ στις νότιες

εσχατιές

οι άνεμοι κρυφακούν

τις ανάσες μας

εδώ στις απέραντες

εκτάσεις

του λείου

το καλοκαίρι

παίζει κρυφτούλι

με τα σύννεφα

εδώ στις μονότονες

ιαχές του γκρίζου

η τρέλα μας

ανέρχεται
σε ανώτατο στάδιο».

Η Εσχατιά από τη φύση της δεν αφήνει περιθώριο για περαιτέρω πορεία. Σε μία στάσιμη κοινωνία που αδυνατεί να υπερβεί τον εαυτό της, όλοι κρυφακούν, όλοι παίζουν κρυφτούλι και οι ιαχές αποχρωματίζονται.

Σε μία τέτοια κοινωνία, που για τον κάθε αγωνιστή είναι τόπος εκτοπισμού αλλά και δράσης, όπου «εμείς πασχίζουμε να μονιάσουμε με τις νέες τοπολογίες», όπως υποστηρίζει στο ποίημα: «Το Παρελθόν είναι ένα ύφασμα», η ιστορική μνήμη, δηλαδή το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας με μία κίνηση του ψαλιδιού της Ατρόπου, κόβεται και γίνεται αμετάκλητη. Το άτεγκτο και το δογματικό στη ζωή των ανθρώπων, θρυψαλιάζεται και περνά στην αφάνεια.

Μια παρόμοια λήθη περιγράφεται στο ποίημα: «Αφομοίωση», όπου με πρωτότυπο τρόπο, οι παραιτούμενοι από το αγώνα για κοινωνική χειραφέτηση και δικαιοσύνη, παρομοιάζονται με Έλληνες μετανάστες που αφομοιώνονται και αποδέχονται τις αρχές της άρχουσας τάξης:

«Το τυχαίο γεμίζει

τα κενά των σπιτιών

ο ήλιος έχει παραδοθεί

σαν παλιός μετανάστης

με κλαριά αφομοίωσης

στα χέρια

κι οι κουβέντες ξεραίνονται

πάντα στα χείλη».

Κύριο μέλημα του αγωνιστή Τρωαδίτη είναι να εγείρει από το λήθαργό τους, όλους εκείνους τους αγωνιστές που κάποτε μάχονταν για ένα καλύτερο αύριο και τώρα πλέον εφησυχάζουν, συμβιβασμένοι με τα δεδομένα των καιρών.

Στο τρομερό ποίημα, «Δεν υπάρχει φως στα μάτια», αφιερωμένο στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας, οι συνέπειες αυτού του εφησυχασμού φαντάζουν τρομακτικές και επώδυνες:

«ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
»και σε ποια ιδέα να μυηθείς

ποια μορφή να τραγουδήσεις

και ποια φωνή να βγάλεις

σε εκτάσεις αλλόφρονες

που το λιοπύρι στέγνωσε

που τα δάκρυα και οι βρύσες

γίνονται ηφαίστεια

που τα νάματα της ζήσης

στοιχειώνονται».

Το στοιχείο του ξένου τόπου (σε εκτάσεις αλλόφρονες) εντείνει την ανησυχία του ποιητή. Δεν υπάρχει πλέον οικείος τόπος όπου θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί όπως θα ήθελε. Δεν είναι πλέον σε θέση να διαλέξει το πεδίο μάχης. Ο προβληματισμός του οδηγεί φαινομενικά σε αδιέξοδο.
Μ’ αυτή την αδιέξοδο ασχολούνται τα δύο τελευταία ποιήματα της συλλογής που περιέχουν εντονότατα, την αγωνία του ποιητή. Στο ποίημα «Υάκινθοι και Μικροί Ήλιοι», ο ποιητής, με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία, δημιουργεί το οξύμωρο ενός υακίνθου που ξεφεύγοντας από την πορεία του, πάει να ψηλώσει σ’ απροσμέτρητους θριάμβους:

«… υάκινθοι και μικροί ήλιοι
υψικάμινοι χρέους

υψώνονται στις ψυχές μας

αλαβάστρινα αγάλματα ευθύνης».

Είναι στ’ αλήθεια η αυταπάτη του, η ιδιαίτερη του οντοπαθολογία που του δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ψηλώσει πέραν του φυσικού, ή εστιάζεται η ειρωνεία στο γεγονός ότι ο υάκινθος είναι εφήμερος και εποχιακός; Ο αγώνας λοιπόν είναι σισύφειος και κυκλικός. Τα συστατικά στοιχεία της ύπαρξης αλλά και της συντριβής του κρύβονται εντός του ζωοφόρου βολβού. Γνωρίζουμε όμως από τη μυθολογία ότι ούτε ο θεός Απόλλων, ο θεός του Ηλίου, αξίζει να σημειωθεί, αδυνατούσε αναστήσει τον Υάκινθο, τον οποίον ο ίδιος απώλεσε. Ποια οι τύχη των μικρών Ηλίων κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του;

Αλαβάστρινα λοιπόν τα αγάλματα της ευθύνης μας. Αστραφτερά, άσπιλα, πετρωμένα αλλά και εύθραυστα.

Ας σταθούμε για λίγο στο ύστατο ποίημα, ο τελευταίος σταθμός ενός συνειρμικού κειμένου. Εδώ, κάνουμε το γύρω και επιστρέφει ο παλαιός ο ποιητής, μεταλλαγμένος αλλά αναγνωρίσιμος, για να μας δώσει ένα Μαγιακοβσκικό τέλος, παραινετικό, ένα εμβατήριο που σίγουρα θα εγείρει τους καθεύδοντες:

«Να ξαναγεννηθούμε απ’ το χώμα

Να προσπεράσουμε τις μοιραίες συναντήσεις

Να διαλύσουμε ψεύτικες ευχές και διλήμματα

Nα εκμυστηρευτούμε τα μυστικά μας

Ν’ αρχίσουμε τις μεγάλες ανατροπές

Να αποτινάξουμε το ταραγμένο φόντο των ημερών».


Να ξαναγεννηθούμε λοιπόν από το χώμα, σαν τον υάκινθο,

Να δώσουμε τον αγώνα μας, να γίνουμε νέοι άνθρωποι, με τον τελευταίο στίχο του ποιήματος να συντροφεύει τον Μαγιακόβσκυ που είπε: «Να σπάσουμε τον νεφρίτη του παρελθόντος» εκείνου που ο ποιητής Τρωαδίτης, θρηνεί.

Αυτό λοιπόν είναι το καθήκον μας; Ο αναγνώστης δικαίως δύναται να τρέφει κάποιους ενδοιασμούς. Αλλού, στο ποίημα: «Το τίμημα είναι πολυσχιδές», θα γράψει:


«Η αντίσταση πρόδωσε

τον εαυτό της

η απομίμησή της

εξακολουθεί να κάνει τα ίδια λάθη.»

Κοιτάμε λοξά τον ποιητή, ή δεν τον κοιτάμε; Η δική του λοιπόν, είναι μία ποίηση που αν και δεν έχασε τίποτε από το πάθος των πρώιμών του χρόνων, ξέρει πια να διεισδύει. Η λοξή του ματιά, όπως θα πει στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, εντοπίζει:

«…αρώματα φυτών

που ξεστρατίζουν

ρωγμές σε φόντο καταχνιάς

μέσα τους κουρνιάζουν

ερπετά

πτηνά

όνειρα

αχτίδες σεληνόφωτος»…

Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα ερπετά αλλάζουν το δέρμα, αλλά όχι την ιδιότητά τους, τα πτηνά ίπτανται, υπερβαίνοντας τα χθόνια, όπως και τα όνειρα τα οποία δεν έχουν ύπαρξη εκτός της συνείδησης του καθενός, ενώ οι αχτίδες σεληνόφωτος, ούτε καν της σελήνης είναι, αντικατοπτρίζοντας έναν διαφωτισμό που προέρχεται από αλλού. Αυτά όμως αποτελούν τα συστατικά στοιχεία της ελευθερίας.

Στις «Λοξές Ματιές» λοιπόν, ο ποιητικός λόγος του Δημήτρη Τρωαδίτη, αρθρώνεται με πολυσχιδή τρόπο – αυτοαναιρείται, υπαινίσσεται, αντιτίθεται στις εύκολες ερμηνείες και τελικά, κατασπαράζει τον ίδιον τον εαυτόν του.

*Από εδώ: https://neoskosmos.com/el/218651/lokses-maties-mia-nea-poiitiki-syllogi-tou-dimitri-troaditi/

“Ηλεκτρογραφία” του Ζ.Δ.Αϊναλή

Η ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή είναι μια ηλεκτρική εκκένωση που αιωρείται πάνω από τον νυχτερινό ουρανό και φωτίζει για μια στιγμή το αποτύπωμα που άφησαν τα πράγματα και τα γεγονότα στο πέρασμά τους στο χρόνο.

Ο χρόνος κάμπτεται, αποκτά χρώμα, σχήμα, μπορείς να τον λυγίσεις όπως τον συνδετήρα, για να παραβιάσεις μυστικά φυλαγμένα σε κλειδωμένα σεντούκια, μπορείς να τον ανακρίνεις για να μάθεις τα μυστικά του. Ο χρόνος έχει σχήμα/ μπορείς να τον πιάσεις/ να τον λυγίσεις/ συνδετήρας/ να τον ισιώσεις να προσπαθήσεις να ξεκλειδώσεις/ σπίτια ξένα σεντούκια/ ημερολόγια εφηβικά κοριτσιών/ αδημονούσες τα μυστικά τους/… έχει σχήμα/ πότε πυραμίδα πότε παγόδα κάποτε ζιγκουράτ/ πρέπει να τον συλλάβεις/ να ξεράσει τα μυστικά του/…

…πώς πότε ποιος/ ο χρόνος είπε/ ειν’ ο καλύτερος γιατρός/ έχει σχήμα/ νυστέρι βυθίζει άπληστα/ σ΄ όλες τις σάρκες/ αίμα και άλλο αίμα και άλλο αίμα…

Ο ποιητής περιγράφει, μέσα από θραύσματα στιγμών, ένα παρόν χαλκευμένο που μέσα του η ύπαρξη εξεγείρεται και ασφυκτιά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο· τη διαχρονικότητα του πολέμου, την ωμή βία, την κρίση των ανθρώπινων αξιών, τα συρματοπλέγματα μεταξύ των ανθρώπων. Μέσα από το προσωπικό του βίωμα, περιγράφει την υπαρξιακή αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στη μοναξιά και το θάνατο, αλλά και ένα άλλο είδος φθοράς που πηγάζει από την πραγματικότητα, ένα είδος απόσυρσης από τα μεγάλα όνειρα. Την αίσθηση μιας αδράνειας που προκύπτει από την αδυναμία του ανθρώπου να επηρεάσει τη ζωή του μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που παραλύει την πρωτοβουλία και μουδιάζει τη σκέψη. Ό,τι είναι αληθινό και έχει αξία για τον άνθρωπο μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με κάτι ψεύτικο που δίνει την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας.

Σαν κλείσω τα μάτια/ δαιμονισμένα χοροπηδούν κβάντα/ σαν τ’ ανοίξεις/ το κεφάλι μου σ’ ενυδρείο/ περικεφαλαία σκαφάνδρου/ χρυσόψαρα μ’ απορία/ βόσκουν στις ρίζες του/ ψεύτικα φαγιά που τους πετούν οι αφέντες/ γελούν και δείχνουν/ με τα ψόφια τους δάχτυλα/ γυάλινα κι άδεια/ τα νεκρά μου μάτια/ πισ’ απ’ τα ψάρια/ σκοτάδι.

Ο χρόνος λιμνάζει, η επιθυμία και η λαχτάρα για ό,τι αξίζει και δίνει αξία στον άνθρωπο διαχέεται στην ποίηση του Αϊναλή. Ο πόνος της στέρησης από μια ζωή αληθινή αιωρείται σαν ομίχλη πάνω από τις λέξεις, μάταια προσπαθεί να εξηγηθεί από τους νόμους της φυσικής και της χημείας.

Ο θείος έρωτας, εκείνος που τόσο έχουν υμνήσει οι υπερρεαλιστές, η κινητήριος δύναμη για να αλλάξει τον κόσμο, δεν υπάρχει πια, έχει καταντήσει προϊόν συναλλαγής.

Μια γυναικεία μορφή επιπλέει εγκλωβισμένη σε μια γυάλα και μοιάζει να είναι σε κατάσταση προχωρημένης μετάλλαξης, …φύκια φυτρώνουν ανάμεσα στα πόδια της, λικνιζόμενα στο ρυθμό των ρευμάτων, ένα σκυλόψαρο είναι κρεμασμένο με τα δόντια από τα χείλη της, ολόγυρα ψεύτικα βράχια, φυτά. Από πάνω της αργά βυθίζονται αμέτρητ’ αγκίστρια τορπιλισμένα. Όλοι ζητούν από ένα κομμάτι της…

Ο χρόνος γίνεται ένα ατέρμονο παρόν, μέσα του επιπλέουν θραύσματα αναμνήσεων, ερείπια άλλων εποχών. Η πνευματική κληρονομιά του ανθρώπου ψυχορραγεί μέσα στο μετανεωτερικό τοπίο.

Τα ποιήματα γίνονται ηλεκτρογραφίες της κατάστασης του ανθρώπου στη σημερινή εποχή. Ρίχνουν για μια φασματική στιγμή τον προβολέα τους στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, όπου η αγωνία του ανθρώπου μεγεθύνεται από το σκοτάδι της νύχτας: Ξένα τα πιο δικά μας στο σκοτάδι./ Η πράσινη πολυθρόνα με τ’ άσπρα μπράτσα μεταμορφώνεται σε ηλεκτρική καρέκλα/ ο καλόγερος με τα σπασμένα άκρα δήμιος και τοποθετεί ηλεκτρικά καλώδια στο κρανίο σου/….

Στα κατεστραμμένα τοπία μιας βομβαρδισμένης πόλης, που θυμίζει τόσο σε περιγραφή την Γκουέρνικα του Πικάσο … δεν τολμάς να κοιτάξεις σε τρομάζουν τα κομμένα πόδια που/ εξέχουν άνθη σε μακάβριο ανθοδοχείο/ σταχτοδοχείο η πολιτεία απέραντο κατεσπαρμένο με πτώματα/ βίαια σβησμένα διαμελισμένα κεφάλια αλόγων ταύρων μινωταύρων/ –ο μίτος της Αριάδνης απ’ την αρχή μια απάτη,/ ―ποτέ δεν τον πίστεψες―/ μια κίτρινη άρρωστη βροχή ξεπλένει τώρα το αίμα.

H ποίησή του, αν και γραμμένη σε πρώτο ενικό, είναι πολυφωνική, δεν είναι πάντα ο ποιητής που μιλάει… Συχνά ακούς να παίρνει το λόγο η φωνή ενός αγάλματος, που στην ουσία είναι αλληγορία για τον άνθρωπο που αισθάνεται άδειος και ανήμπορος να επέμβει και να επηρεάσει τις καταστάσεις.

…Πού θα σταματήσει σκέφτομαι ετούτος ο θάνατος/ ετούτος ο τρόμος/ τι άλλο απομένει να κάνεις/ άμα ο νεκρός τίποτα πια δεν κοστίζει/ στις διεθνείς χρηματαγορές/ λένε/ έπεσε στα δέκα λεπτά το κεφάλι/ κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ άχρηστο άπρακτος/…

Στο ποίημα «Εγκαλούμενοι», η πορεία των ανθρώπων στην έρημο λειτουργεί όχι μόνο σαν αλληγορία για τον σημερινό άνθρωπο που βιώνει την καθημερινότητά του σαν μια συνεχή έρημο, αλλά και σαν περιγραφή των δεινών των προσφύγων που φεύγουν από τις εμπόλεμες περιοχές της πατρίδας τους και περιπλανώνται, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θυμίζει συνειρμικά την περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο του Σινά.

Το ποίημα «Επικήδειος» αναφέρεται στην άδικη εκτέλεση, εν ψυχρώ από την αστυνομία των Η.Π.Α. ενός νεαρού άνδρα που απλώς πήγαινε στη δουλειά του και βρέθηκε σε λάθος σημείο τη λάθος ώρα, ήταν ο Jean Charles de Menezes. Ο ποιητής σκιαγραφεί το ψυχολογικό προφίλ του εκτελεστή, που παρουσιάζει σαν τη μοντέρνα εκδοχή του δημίου μιας άλλης εποχής, θέλοντας να δείξει ότι έχει ακόμα τη θέση του στα πλαίσια ενός κράτους που δηλώνει δημοκρατικό και ευνομούμενο. …Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει/ το μικρό διάστημα/ στο κενό της αστραπής/ ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία/ δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει/ στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει/ το μάτι με πελώριες πρόκες / ο βασανιστής/ χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα/ παίρνοντας τον ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά/ το αίμα το χυμένο/ τι να το κάνω/ βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκεφάλους/…

Στο σύνολό της, η ποίηση του Ζ. Δ. Αίναλή έχει ένα συνεχές déjà vu, μια διαρκή ανάμειξη του παρόντος με την ιστορία. Αυτό διαφαίνεται και από την ποιητική του γλώσσα, η οποία εντάσσει με άνεση και δεξιοτεχνία τα αρχαία ελληνικά στη γλώσσα της καθημερινότητας. Αντανακλά τη διάθεση και την ικανότητα του ποιητή να συνδιαλέγεται με την ιστορία και να αντλεί από εκεί συνειρμούς και εικόνες που αντικατοπτρίζουν και κάποτε ερμηνεύουν το σήμερα. Ο ποιητής ψάχνει στο παρελθόν να βρει απαντήσεις για τα δεινά του παρόντος και κάθε φορά σκοντάφτει πάνω στη διαχρονική δίψα του ανθρώπου για χρήμα και εξουσία. Στην ποίησή του οι χρόνοι συγχέονται για να αναμοχλεύσουν το παρελθόν που κρύβεται πίσω από τα καθημερινά συμβάντα. Άλλοτε πάλι, αποδομεί τους μύθους. Όπως στο ποίημα «Εν Βηθλεέμ»… Εδώ οι τρεις μάγοι μετατρέπονται στους εκπροσώπους των ιερατείων που προέβλεψαν τη δυναμική της νέας θρησκείας και μετέτρεψαν το δίδαγμα της αγάπης σε σύμβολο για την επιβολή της κυριαρχίας τους ανά τον κόσμο.

Η εξαγορά στάθηκε άμεσως/ τα χρυσία πάντως όσο να’ ναι στραφτάλιζαν/ κάπως παράταιρα πεταμένα έτσι/ στην κοπριά…
«Κούσκο, Περού, 1572 μ.Χ. ή Η Μελαγχολία της Αντίστασης», είναι ο τίτλος του ποιήματος που έγραψε ο ποιητής για να τιμήσει το θάνατο ενός φίλου, θεωρώντας τον σημάδι τέλους μιας εποχής. Η ημερομηνία σηματοδοτεί το τέλος του πολιτισμού των Ίνκας, από τους Ισπανούς κατακτητές, όταν τους απαγόρευσαν το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους θρησκεία και γκρέμισαν τους ναούς τους, κτίζοντας στη θέση τους εκκλησίες.

Ο ποιητής αμφισβητεί τους νόμους της συμβατικής φυσικής, όπως διδάσκεται στις μαθητικές αίθουσες και παλεύει να βρει τη δύναμη αντιστάσεως μιας λυχνίας καμένης. …σπρώχνω το φως/ από πόλο σε πόλο/ μετρώντας τις μικρές κίτρινες δυνατότητες/ άπειρες/ κι όχι κατά πως παπαγάλιζαν καθηγητές ελέφαντες/ σ’αίθουσες μαθητικές διδασκαλίας ειδεχθείς/…

Στην ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή το παρελθόν επηρεάζεται από το παρόν που αλλάζει τις ιστορίες των μύθων. Οι ήρωες τους έρχονται στις ακτές του παρόντος για να πεθάνουν. Όπως ο Οδυσσέας που τον βρίσκουμε μετά από μάταιους αγώνες και την προδοσία των συντρόφων του φυλακισμένο σε κάποια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων/… να κοιτάζει τα αυτοκίνητα/ κόκκινα κίτρινα φώτα περαστικά/ απ΄το παράθυρο/ κρύπτη/ σκοτεινή εσοχή/ πεθαμένα πορτρέτα στη σειρά/ πανάρχαια περικλεών τεκόντων βλοσυρά/… έξω/ ο δρόμος/ κειτόταν ακίνητος/ σκοτωμένος/.

Ο μονόλογος του Τηλέμαχου στο αντίστοιχο ποίημα, δείχνει ότι απέτυχε στην προσπάθειά του να βρει συμμάχους για να βοηθήσει τον Οδυσσέα να επανέλθει στην εξουσία. …Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο/ λαθροκυνηγοί/ ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες/ γι’ αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι με τη γλώσσα να βάφω/ τη σελίδα κατάστικτη/ σταγόνες το αίμα μου…

Ο μονόλογος της Πηνελόπης φανερώνει ότι ο Οδυσσέας ποτέ δεν επέστρεψε στην Ιθάκη.
Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα/ έτσι βρεμένος/ τα μετράς στον καθρέφτη/ υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας/…

Ο ποιητής ταυτίζεται με τον Τηλέμαχο του αρχαίου μύθου, εκείνον που ταξίδεψε προς αναζήτηση συμμάχων για να επαναφέρει τη συμβολική τάξη και τη δικαιοσύνη στην Ιθάκη και να δώσει τέλος στη νύχτα των μνηστήρων.

Ο ποιητής αποδεικνύει όντως ότι ο χρόνος είναι νυστέρι, που βυθίζεται άπληστα σε όλες τις σάρκες προκαλώντας αίμα και άλλο αίμα…, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο ποίημα του, «Ο χρόνος». Ωστόσο ο χρόνος δεν παύει να είναι και ο καλύτερος γιατρός γιατί καθαρίζει την πληγή ώστε να μπορέσει να επουλωθεί, έστω κι αν αφήσει σημάδια.Το ίδιο κάνει και η γραφή του ποιητή, η οποία βυθίζει βαθιά το νυστέρι της και ανατέμνει το χρόνο, για να βρει τις αιτίες της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Παρόλα αυτά η γραφή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συντείνει στην επαναμάγευση του κόσμου, στην επιθυμία για αναζήτηση της αληθινής ζωής και αυθεντικών συναισθημάτων, στην αναζωπύρωση της ελπίδας για δικαιοσύνη στο κόσμο, γιατί όπως γράφει ο ποιητής στο ποίημα του «Εγκαλούμενοι», νιώθουμε …πρώτη φορά να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάστακτα η ευθύνη…
Κατερίνα Τσιτσεκλή 

In terra Pontica

Κι όμως δεν πέθανα
εκτοπίστηκα στο βάθος της πιο μικρής σχισμής
στον πιο απρόσμενο από τους τοίχους του σπιτιού μου
από κει στέλνω στη Ρώμη επιστολές γεμάτες παράπονα
τους Καίσαρες κωλογλείφοντας
τις νύχτες κρυφά
διασχίζοντας χίλιους κινδύνους
η μάνα μου
μουσκεμένη σύγκορμη στον Αχέροντα
μου’ φερνε
ένα χέρι χαρακωμένο απ΄τα συρματοπλέγματα
τα τσιγάρα πακέτα
μολονότι δεν κάπνισα ποτές μου
εγώ
τι να κάνω
τα’παιρνα από συμπόνια
για όλη αυτή την άχρηστη αυτοθυσία
το πρωί τα μοίραζα στους πελεκάνους
σε κείνα τα μεγάλα σα σπηλιές στόματά τους
απόθεσα όλα μου τα υπάρχοντα
τα μεταφέρουν μυστικά
πετώντας άσκοπα
πάνω από ανύπαρκτες θάλασσες
και ήλιους καμένους
όσο για τον υπόλοιπο χρόνο
αποκλεισμένος στο νησί μου
προσμένοντας τη θριαμβευτική τους επάνοδο
σκοτώνω την ώρα μου
εκτοξεύοντας
με συνετήν διαχείρισιν κι οικονομία
κόκκους άμμου
στο περιβάλλον
συρματόπλεγμα
για δυνητικές ελέγχοντας
μελλοντικά
ηλεκτροπληξίες.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λογου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2019/06/blog-post_12.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Περί παροικιακής λογοτεχνίας

Από την έναρξη του Greek Writers Festival στη Μελβούρνη στις 31 Μάη 2019. Από αριστερά, οι Ελληνοαυστραλοί συγγραφείς Maria Katsonis και Dmetri Kakmi, συνομιλούν με τον επικεφαλής του Τομέα Ελληνικών του Πανεπιστημίου Σίδνεϊ, καθηγητή Βρασίδα Καραλή, στη συζήτηση με θέμα «Μεγαλώνοντας ως Έλληνες και ως Αμφισβητίες» (Growing up as Greeks and as Rebels), συζήτηση που άνοιξε τις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ

Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών στη Μελβούρνη, ακούστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις από καταξιωμένους στον ευρύτερο Αυστραλιανό χώρο της γραφής, αγγλόφωνους λογοτέχνες ελληνικής καταγωγής, γύρω από τον ρόλο της παροικίας, ως αρωγού δημιουργίας έργων ή γενικότερα, ως λογοτεχνικού πυρήνα.

Μηδενός εξαιρουμένου, οι αγγλόφωνοι λογοτέχνες που εξέφρασαν γνώμη για το θέμα αυτό, εκτίμησαν αρνητικά την παροικία, δηλώνοντας ότι η παροικία (και εδώ εννοείται το ελληνόφωνο τμήμα της, διότι υπάρχει μία αντίληψη ότι το αγγλόφωνό της τμήμα υπάρχει εκτός αυτής) όσον αφορά τη λογοτεχνία, δεν συνδιαλέγεται με την ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική αφήγηση της Αυστραλίας, ότι η ιδιαίτερή της λογοτεχνική προσέγγιση είναι αρκετά περιορισμένη σε θεματολογία, ενδοσκοπική, και ότι βέβαια, ο όρος «ελληνο-αυστραλιανή λογοτεχνία» είναι πεπερασμένος, δεν ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των καιρών και στην εξέλιξη των ίδιων των Ελληνοαυστραλών. Ορισμένοι, δε, υποστήριξαν ότι η «παροικία» (χωρίς, όμως, να οριοθετήσουν τη εννοούν με τη λέξη αυτή) αντέδρασε βίαια στο έργο τους, εφόσον ασπάζεται, κατά τη δική τους αντίληψη πάντα, από αντιδραστικά, εθνικιστικά και ρατσιστικά ιδεώδη, ωθώντας τους να απομακρυνθούν τελείως από αυτή.

Από αυτές τις επισημάνσεις, φαίνεται να πηγάζουν δύο διαφορετικές κατηγορίες ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας και λογοτεχνών: Η πρώτη, κατ’ εξοχήν ελληνόφωνη, στην οποία συγκαταλέγονται ως επί το πλείστον οι λογοτέχνες της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς και ελάχιστοι της δεύτερης, αρθρώνει έναν λόγο, ο οποίος απευθύνεται στον ελλαδικό χώρο, αλλά και αξιοσημείωτα, στην ίδια την παροικία. Δηλαδή, δημιουργεί και μετέχει σε έναν ιδιαίτερο ενδοπαροικιακό διάλογο, ο οποίος καταπιάνεται με ποικίλα ζητήματα, αλλά, κυρίως, με μία υποτιθέμενη ξεχωριστή κοινή παροικιακή αφήγηση και συνείδηση. Η αφήγηση αυτή βέβαια κατά καιρούς συνδιαλέγεται και με άλλες αφηγήσεις, ταξικές, πολιτικές, ιδεολογικές και θρησκευτικές που δεν περιορίζονται και μόνο στον ελληνοκεντρισμό.

Η δεύτερη κατηγορία, φαίνεται να αποτελείται προπάντων από αγγλόφωνους λογοτέχνες των μεταγενέστερων μεταναστευτικών γενεών, οι οποίοι γράφουν αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, κάνουν χρήση ελληνικών λέξεων (κυρίως ανορθόγραφες ή σε λατινικούς χαρακτήρες) ώστε να προσδώσουν εθνικό «χρώμα» στη γραφή τους. Συνδιαλέγεται με ένα ευρύ θεματολογικό φάσμα που αντλεί τα ερείσματα και τους προβληματισμούς του ιδίως από τις αφηγήσεις της άρχουσας τάξης και των κοινωνικών ομάδων στο περιθώριο αυτής. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι λογοτέχνες της κατηγορίας αυτής, ακόμη και όταν αναφέρονται σε στοιχεία της «παροικίας» δεν συνδιαλέγονται με την «παροικιακή λογοτεχνία» ούτε μπορεί να ανιχνεύσει κανείς από το έργο τους, γνώση αυτής, λόγω του γλωσσικού χάσματος που εμποδίζει μια τέτοια προσέγγιση.

Όμως στο πρόσφατο Φεστιβάλ, υποστηρίχθηκε από ορισμένους της κατηγορίας αυτής ότι η παροικία και η «παροικιακή λογοτεχνία» (δηλ. στην ελληνόφωνη εκδοχή της) είναι άσχετη ως προς την ευρύτερη Αυστραλιανή αφήγηση και, κατά συνέπεια, απορριπτέα, ενώ οι δικές τους, εναλλακτικές, αγγλόφωνες φωνές, αντιπροσωπεύουν την νέα κοινωνική πραγματικότητα των Ελληνοαυστραλών, τουλάχιστον όσον αφορά την λογοτεχνία.

Αναμφίβολα, το αγγλόφωνο έργο των ελληνικής καταγωγής λογοτεχνών στην Αυστραλία είναι βαρυσήμαντο, ιδιαίτερα εφόσον εγείρει το παράδοξο της δυαδικής υπόστασής μας σε μία πολυπολιτισμική χώρα. Επιλέγοντας να αρθρώσουν τον λόγο τους στη γλώσσα της άρχουσας τάξης και του κατεστημένου, όχι μόνον μετέχουν στους διαλόγους του, αλλά βρίσκονται σε ιδανική θέση να παρέμβουν στον διάλογο αυτό, ώστε να προσθέσουν κάποια στοιχεία του ελληνικού «περιθωρίου» (με τη συνοχή συνήθως και καμιά φορά με επέμβαση της ίδιας άρχουσας τάξης, η οποία έτσι υπογραμμίζει τον ρόλο της ως ελέγχουσα ολόκληρη την αφήγηση), κατά έναν τρόπο που οι ελληνόφωνοι λογοτέχνες αδυνατούν να το πετύχουν, λόγω του ότι περιορίζονται γλωσσικά (δηλ. δεν ελέγχονται) από τον προαναφερθέντα διάλογο ή αφήγηση.

Κατά πόσον, όμως, είναι στ’ αλήθεια «εναλλακτικές» οι φωνές αυτές; Εφόσον συνδιαλέγονται στη γλώσσα του κατεστημένου, οποιαδήποτε αναφορά σε στοιχεία που αφορούν την ελληνικότητα, γίνεται αναγκαίως σύμφωνα με τα συμφραζόμενα της άρχουσας τάξης, ανταποκρινόμενες στις επικοινωνιακές ανάγκες της και αντικατοπτρίζοντας ή αντιδρώντας στις κοσμοαντιλήψεις που κωδικοποιούνται στη γλώσσα της. Έτσι, ο αγγλόφωνος ελληνικής καταγωγής λογοτέχνης, για να καταστεί εμπορεύσιμος, αναγκάζεται να συμμορφωθεί ή να ευθυγραμμιστεί με ορισμένες ιδεολογικές ή κοινωνικές προδιαγραφές που προέρχονται εκτός, αλλά συνάμα εντός του χώρου όπου γαλουχήθηκε.

Θέματα όπως η τραυματική εμπειρία της μετανάστευσης, οι αγώνες για την διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας ή οι ιστορίες με καθαρά ενδοπαροικιακό ενδιαφέρον δεν αφορούν την άρχουσα τάξη και, κατά συνέπεια, δεν γράφονται διότι δεν θα δημοσιευτούν. Αυτό που «πουλάει» είναι σενάρια «σύγκρουσης» παραδόσεων, γλωσσών και εθίμων, όπου κατά γενικό κανόνα, ο λογοτέχνης καλείται να παρουσιάσει τον ελληνικό πολιτισμό (ο οποίος αντιλαμβάνεται κατά γενικό κανόνα αποκλειστικά ως η αγροτική παράδοση των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 από το κατεστημένο) ως υποδεέστερο της άρχουσας τάξης, ως τροχοπέδη στην επιθυμητή πλήρη ενσωμάτωση στην ευρύτερη μετα-εθνοτική κοινωνία, και τελικά ως ηττημένο.

Υποσυνείδητα ή ακόμη και με επιβολή από εξωτερικούς παράγοντες, αγγλόφωνοι ελληνικής καταγωγής λογοτέχνες ωθούνται να εκφράσουν την υπόστασή τους με τοκενιστικούς ή στερεότυπους τρόπους. Καθ’ ομολογία της πολυτάλαντης Μαρίας Κατσώνη, για παράδειγμα, πιέστηκε από τον εκδότη της να αλλάξει τον τίτλο του βιβλίου της, που αρχικά ήταν «Ζωή σε μας», σε «Good Little Greek Girl» υφιστάμενη όλες τις εννοιολογικές συνέπειες που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή.

Οπωσδήποτε, η σύγκρουση ταυτοτήτων και αφηγήσεων αποτελούν χαρακτηριστικό της οντοπαθολογίας όλων μας. Όμως, αν είναι φυσικό και αναγκαίο να ανταποκρινόμαστε και να συνδιαλεγόμαστε διακειμενικά και διαπολιτισμικά με όλες τις εθνοτικές, ταξικές, ΛΟΑΤΚΙ και γλωσσικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο, αυτό δεν σημαίνει ότι αδυνατούμε να το επιτύχουμε διαμέσου της ελληνικής γλώσσας, ούτε ότι συνάμα δεν θα πρέπει να σεβαστούμε και να προωθήσουμε την ύπαρξη ενός ενδοπαροικιακού διαλόγου, δηλαδή, να παραδεχθούμε ότι υπάρχει μία εξίσου σημαντική αφήγηση, που ενώ έχει ερείσματα που υπερσκελίζουν γεωγραφικούς ορίζοντες, πηγάζει από εμάς και απευθύνεται (κυρίως) μόνο σε εμάς.

Και αυτό όχι μόνο ώστε να αποφευχθούν ανακρίβειες όπως αυτές που ειπώθηκαν από ορισμένους συμμετέχοντες στο αξιόλογο και ιστορικής σημασίας Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών (ότι, για παράδειγμα, οι Έλληνες της Αυστραλίας γράφουν με ρατσιστικό τρόπο για τους ιθαγενείς, αντικατοπτρίζοντας τις αξίες της άρχουσας τάξης, αγνοώντας τους αγώνες της προοδευτικής μερίδας της παροικίας και του έντυπου αυτού για κοινωνική χειραφέτηση, το λογοτεχνικό έργο του Θύμιου Χαραλαμπόπουλου ή τις κοινωνικές μελέτες του Γιώργου Βασιλακόπουλου και της Τούλας Νικολακοπούλου), αλλά ώστε να επισημανθεί ότι χωρίς την ύπαρξη της παροικίας, η οποιαδήποτε αξίωση σε «ελληνική», έστω σε «ελληνόχρωμη» λογοτεχνία, ώστε να περιγράψει την παρουσία μας ως εθνοτική ομάδα στην Αυστραλία, σε οποιαδήποτε γλώσσα, δεν γίνεται εφικτή.

Η παροικία, όπως την αντιλαμβάνεται κανείς, αποτελεί συνάμα τόπο αφετηρίας και επιστροφής για μια ενδελεχή λογοτεχνική συναναστροφή με το περιθώριο και με το κέντρο, με μια διαδικασία αντίστασης κατά του κατεστημένου σε έναν χώρο και σε μία γλώσσα που δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως από την άρχουσα τάξη, καθώς με όλες τις πτυχές της αντιποδικής μας υπόστασης. Μία φωνή που αξιώνει να ασχοληθεί με την ελληνοαυστραλιανή ιδιότητα, δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι υπάρχει μία αξιοσέβαστη εσωτερική αφήγηση, που συνυπάρχει με τις πολλαπλές άλλες αφηγήσεις και αντικατοπτρίζει ζητήματα και ερεθίσματα, που αφορούν τις δικές μας ιδιαιτερότητες.

Η ιστορική αμνησία που φαίνεται ότι διακατέχει το σύνολο της παροικίας μας, εκδηλώνεται στο ότι έχουμε ως σημείο αρχέγονης αναφοράς μόνο την άφιξή μας εδώ. Τα βιώματα των Ελλήνων που προϋπήρχαν στον ίδιο χώρο δεν έχουν περάσει στη κοινή μας συνείδηση, τόσο μάλλον τα έργα των λογοτεχνών τους. Εντοπίζουμε ένα φαινόμενο παραγωγής λογοτεχνίας που δεν διαβάζεται. Ίσως, λοιπόν, η λωτοφαγική στάση ορισμένων αγγλόφωνων λογοτεχνών ελληνικής καταγωγής να αντικατοπτρίζει εντέλει μια παραδοσιακή αγωγή.

Όμως, ο κίνδυνος που διατρέχουμε όταν οι «εναλλακτικές» φωνές του περιθωρίου αξιώνουν να θεωρηθούν οι πλέον αντιπροσωπευτικές, είναι ότι προμηνύουν το ξεχαρβάλωμα μιας παροικίας που έως τώρα στηρίζεται και διατηρεί τη συνοχή της, πάνω σε μια κοινή συνείδηση, είτε καταγωγής είτε βιωμάτων είτε παραδοχής μύθων. Αν δεν βρούμε τρόπο να πλαισιώσουμε αυτές τις φωνές, να τις συμφιλιώσουμε ή, τουλάχιστον, να τις γνωρίσουμε στο ευρύτερο ενδοπαροικιακό λογοτεχνικό διάλογο, αυτός ο αυθεντικός πυρήνας ελληνικής λογοτεχνίας (και είναι αυθεντικός εφόσον οι αναζητήσεις των ελληνόφωνων λογοτεχνών είναι επικοινωνιακοί και πνευματικοί παρά επαγγελματικοί) μέλλει να χαθεί και να αντικατασταθεί από φωνές που δεν πείθουν ότι έχουν τη δυνατότητα να αναλύσουν, να αξιολογήσουν ή να αφομοιώσουν τον πυρήνα που τους έθρεψε.

Στη συζήτηση που έγινε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών, γύρω από το αν υπάρχει Ελληνοαυστραλιανός λογοτεχνικός κανόνας, ο Δρ Χρήστος Φίφης επικαλέστηκε την αίσθηση της κοινής ελληνικής συνείδησης της διαβίωσής μας στην Αυστραλία ως κριτήριο για την εντόπιση έργων (οποιονδήποτε γλωσσών) που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε έναν τέτοιο κανόνα. Με αυτόν το γνώμονα, ίσως καιρός είναι να αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίον προωθούνται τα έργα των παροικιακών μας λογοτεχνών στην ελληνόφωνη εκπαίδευση των ομογενών, και ευρύτερα ώστε να δημιουργηθεί η απαιτούμενη κοινή συνείδηση η οποία θα εξασφαλίσει το μέλλον.

Τοιουτοτρόπως, ίσως θα δοθεί η ευκαιρία στους αυριανούς λογοτέχνες, αν όχι να εκτιμήσουν, ή να ενστερνιστούν τα έργα αυτά, τουλάχιστον να γνωρίζουν ότι αποτελούν τμήμα της πνευματικής τους ταυτότητας, ώστε να μπορέσουν με αυθεντικότητα και ευαισθησία, να αντιπαραβάλλουν τα στοιχεία αυτά με τις τόσες άλλες πολιτιστικές τους ταυτότητες.

Ανδριάνα Μπιρμπίλη, Κόκκινος ορίζοντας, Εκδόσεις «Αρισταρέτη»

Όταν μελετάμε το έργο ενός ποιητή, ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε την εξέλιξή του, είναι να συγκρίνουμε τις ποιητικές του συλλογές. Να δούμε αν υπάρχουν ποιοτικές διαφορές ανάμεσα σε μια προηγούμενη και μια επόμενη ποιητική συλλογή, καθώς, στο χώρο της ποίησης υπάρχουν ποιητές, που είτε ωρίμαζαν και εξελίσσονταν από συλλογή σε συλλογή, είτε έμεναν στάσιμοι.

Είχαμε, λοιπόν την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρισταρέτη» και έχοντας υπόψη μας και την προηγούμενη ποιητική συλλογή της «Το βιβλίο με το περιτύλιγμα», επίσης από τις ίδιες εκδόσεις – διαπιστώσαμε ότι η ποιήτρια βελτιώνεται και ωριμάζει, τελειοποιεί τα εκφραστικά της μέσα και συντομεύει κάπως τη έκταση των ποιημάτων της, ενώ τα νοήματα παραμένουν ολοκληρωμένα. Η Ανδριάνα Μπιρμπίλη ακολουθεί την νέα ρεαλιστική τάση, που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται στις μέρες μας, δίνοντάς μας πολύ δυνατά παραδείγματα.

Η ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας» είναι γραμμένη κυρίως σε παραδοσιακό στίχο. Οι στίχοι της είναι σωστά μετρημένοι και ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι πολλά από τα ποιήματά της έχουν ήδη μελοποιηθεί από συνθέτες του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Η ρίμα, που χρησιμοποιεί η ποιήτρια είναι χαλαρή, όπως συνηθίζεται από τους νεότερους ποιητές.

Μεγάλο μέρος της ποιητικής συλλογής της Ανδριάνας Μπιρμπίλη καταλαμβάνει κοινωνικά ποιήματα. Η ποιήτρια αναφέρεται στον άστεγο της πλατείας, που πεθαίνει χωρίς να τον κλάψει κανείς, τη μοναξιά που νιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος: «Τόση ερημιά! Σε έναν κόσμο γεμάτο με ζωή!», για τα αλλιώτικα παιδιά, που είδαν από μικρά το σκληρό πρόσωπο της ζωής, για τους ανθρώπους, που λένε «σιγανά λογάκια» και καταντούν ρομπότ, χωρίς λογική, που είναι φτιαγμένα μόνο για να εκτελούν ότι τους λένε.

Όμως, η ποιήτρια δεν μένει σε μια απλή καταγραφή της σύγχρονης σκληρής πραγματικότητας. Σε πολλά ποιήματά της αναφέρεται στους κοινωνικούς αγώνες, που γίνονται και θα γίνονται για τη διεκδίκηση ενός καλύτερου κόσμου απαλλαγμένου από την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο. Το σφυρί και το δρεπάνι, που αναφέρονται στο ποίημα «Κόκκινος ορίζοντας» έχουν αποτελέσει διαχρονικά σύμβολα του αγώνα της εργατικής τάξης για μια πιο δίκαια κοινωνία.

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής της Ανδριάνας Μπιρμπίλη είναι κοινωνικά, όμως σε αρκετά ποιήματα υπάρχει και το ερωτικό στοιχείο. Από τα ερωτικά ποιήματα ξεχωρίσαμε το «θαλασσινό όνειρο», που τελειώνει με τους στίχους: «Τώρα που τα ταξίδια τελείωσαν, / ήθελα να σου πω, πως σε ευχαριστώ, / που με έμαθες, να ταξιδεύω βαθιά μέσα στο όνειρο.»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Ανδριάνας Μπιρμπίλη «Κόκκινος ορίζοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που αξίζει την προσοχή του αναγνώστη.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

“Της μοναξιάς καλή συνέχεια” του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Γνωστός από παλιά ο Ντέμης Κωνσταντινίδης, χάρηκα που τον είδα να εκδίδει μέσω εκδοτικού οίκου και δη του Φαρφουλά. Η ποίησή του δεν έχει αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια, διακρίνεται για το ίδιο μείγμα τρυφερότητας, σαρκασμού και προφορικού λόγου που τη χαρακτήριζε και παλιότερα, καθώς και για την απαράλλακτη σχεδόν αναλογία ρίμας και ελεύθερου στίχου. Η τελευταία πιστεύω ότι κρίνει τη διάθεσή του να δοκιμαστεί και στους δύο τρόπους – μια δοκιμασία που στέφεται με επιτυχία στις περισσότερες των περιπτώσεων και κάνει την επιστροφή στη ρίμα έναν όμορφο περίπατο του αναγνώστη.

Θεματικά, ο Κωνσταντινίδης εστιάζει συνήθως στη στιγμή: αυτή μπαίνει στο μικροσκόπιό του και αυτήν αναλύει. Τα ποιήματά του έχουν καθοριστική κατάληξη, μια κατάληξη δηλαδή που κρίνει το συνολικό ειδικό τους βάρος, καθώς και σταθερή δομή. Όπως είπα, η γλώσσα του είναι απλή και ανεπιτήδευτη και σε μεγάλο βαθμό προφορική (υποκρύπτει αυτό άραγε μια ριζωμένη πεποίθηση ότι η ποίηση κρύβεται στην καθημερινότητα;). Η σαρκαστική του διάθεση αλλού είναι ελαφρύτερη (στο ποίημα “Το ψωμί και το μαχαίρι” για παράδειγμα κάνει ένα ηθικό/κοινωνικό σχόλιο με αφορμή ένα σαλάμι!) και αλλού εντονότερη (π.χ. στο ποίημα “Μη κερδοσκοπικό”), ενώ ορισμένα ποιήματα, όπως το “Ηρωικό”, αποτελούν αιχμές:

Εμπρός μικρέ
για και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά…

Εμπρός μικρέ
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή…
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.

Καινοτομία της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και γενικότερη, αποτελεί η συνάρθρωση χαϊκού (στο κλασικό μέτρο 5-7-5), τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, σε ένα ολοκληρωμένο ποίημα. Υπάρχουν κάμποσα τέτοια παραδείγματα, ξεχώρισα το “Χαϊκού του σκοταδιού”:
Μου το είχες πει
κάποτε θα ερχόταν
νύχτα στην πλώρη.

Μου το είχες πει,
κανείς δε θα φαινόταν
απ’ το πλήρωμα.

Μου το είχες πει
μέσα μου θ’ απλωνόταν
κάποτε. Τώρα.

Δεν λείπει και η νοσταλγική διάθεση, όπως στο ποίημα “Ζαβολιά”: (…Είχες ένα κολιέ/ ψεύτικα μαργαριτάρια./ Θυμάμαι που σκόρπισαν/ και τα μάζευα. […] Βρήκα ένα προχθές/ στο συρτάρι σου./ Και θάμπωνε/ όλο θάμπωνε το βλέμμα) ή η ευαισθησία για τα κοινωνικά θέματα (π.χ. ποίημα “Τρίτη ηλικία”), την οποία είδαμε και νωρίτερα στο “Ηρωικό”. Η ματαιότητα των πραγμάτων υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως, όπως στο ποίημα “Θυσιαστικό”:
Κάπου στο κέντρο εχθές
πίσω από ένα τσούρμο παιδιά
κατάκοπη και ιδρωμένη
πήρε το μάτι μου την Αθηνά.

Τη σημαιοφόρο μας
-που σε όλα αρίστευσε!-
φιλοσοφο. Αποφοιτήσασα
εκ του Αριστοτελείου.

Δεν λείπει επίσης και ο προβληματισμός για τον ρόλο του ποιητή (“Ο ποιητής αντίθετο του νικητής” ή “Ποιητές μπαμπάκια/ ποτισμένα αλκόολη,/ στο σάπιο δόντι/ του συστήματος…”).

Με άξονα τη μοναξιά, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης προσφέρει αξιοσημείωτη ποίηση που αποζημιώνει τον αναγνώστη.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Οι Άγιες μαμάδες

Στον Γιώργο Πρίμπα

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο ταμείο
με το μπαστουνάκι τους,
λίγα ψιλά και
παιδικές φωτογραφίες.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποια ουρά
με την υπομονή τους,
ανάγλυφες τις γαλάζιες
φλέβες στο χεράκι τους.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο τρίστρατο
με τη μορφή τους
τη σεβάσμια κι αυστηρή,
όταν σε μάλωναν.

Οι Άγιες μαμάδες
υποστυλώματα
έργων ανολοκλήρωτων,
που έμειναν να βρέχονται
καταμεσής της ερημιάς.

*Από το Στίγμα Λόγου εδώ: http://bit.ly/2Z9ZpyJ

«Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

Το βράδυ πέφτει
αργά σαν υποδόριος ήχος
ένα νάιλον ύφασμα, που
σκεπάζει το μπαλκόνι μου.

(«Νυχτερινή σκηνή»)

Η καθημερινότητα του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα, του ποιητικού υποκειμένου του Βαγγέλη Αλεξόπουλου σε αυτή την τέταρτη κατά σειρά, εξαιρετική συλλογή του, περιέχει μεγάλες δόσεις σκοταδιού και νύχτας. Μάλιστα, η νύχτα γίνεται συχνά η σκηνή μέσα στην οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα, απλώνονται οι επιλογές και λαμβάνονται οι αποφάσεις. Καθώς η νύχτα ή το σκοτάδι είναι αδιαφανή και οπωσδήποτε αδιάφορα για τα τεκταινόμενα, τα τελευταία λαμβάνουν ακόμη μεγαλύτερη ένταση, σαν να έχουν μπει σε έναν πολλαπλασιαστή. Από αυτή την άποψη, δεν είναι μάλλον καθόλου τυχαίο το όνομα του ποιητικού υποκειμένου: Ντε Λα Βέγα, που σημαίνει «από τον Βέγα» και θυμίζω ότι ο Βέγας είναι ο άλφα αστέρας του αστερισμού της Λύρας και το δεύτερο λαμπερότερο αστέρι στο ουράνιο βόρειο ημισφαίριο.

Μιλούσα όμως για τη νύχτα ως σκηνή και στην ποίηση του Αλεξόπουλου οι σκηνές ή οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο (είτε είναι η νύχτα είτε το σκοτάδι ή οτιδήποτε άλλο) δεν τίθεται έτσι απλά: συνήθως ο τρόπος που παρουσιάζεται δημιουργεί αδιόρατη ανησυχία στον αναγνώστη. Στη συνέχεια, το ποιητικό υποκείμενο προβαίνει σε πράξεις που πέφτουν αδιακρίτως στο κενό. Τότε μπορεί να παρουσιαστεί μια εναλλακτική λύση, η οποία όμως επίσης οδηγεί σε αδιέξοδο κι έτσι το ποίημα τελειώνει με διπλή αποτυχία. Πρόκειται για μια εκφραστική διάταξη που έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενες συλλογές του ο ποιητής, όμως σε αυτή τη συλλογή χρησιμοποιείται εν παραλλήλω προς μια δεύτερη. Η δεύτερη διάταξη είναι ουσιαστικά μια δεύτερη φωνή, που αναπτύσσεται παράλληλα με την πρώτη μέσα στα ποιήματα.

Πρόκειται για μια φωνή που παρουσιάζεται με πλάγια γράμματα και δεξιά στοίχιση, εκεί που δίπλα από τους στίχους του ποιήματος συνήθως υπάρχει κενό. Η κατάργηση του κενού ή η κατοίκησή του από αυτή τη δεύτερη φωνή είναι μια νέα σύμβαση που διαφοροποιεί την ποιητική λειτουργία. Με το κενό στα δεξιά των ποιημάτων τυπικά σηματοδοτείται μια στιγμιαία σιωπή, όπου ο αναγνώστης βρίσκει την ευκαιρία να προετοιμαστεί για τον επόμενο στίχο, την επόμενη σκέψη, την επόμενη ιδέα. Στη συλλογή του Αλεξόπουλου όμως το κενό ή η σιωπή μετατοπίζονται ενίοτε στα αριστερά και έτσι ο συνηθισμένος ποιητικός τρόπος αντιστρέφεται, ενώ ο αναγνώστης αποκομίζει με την πρώτη ματιά την αίσθηση του αντίλογου σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί. Δεν πρόκειται ωστόσο για αντίλογο: η δεύτερη φωνή συνήθως επεξηγεί και συπληρώνει την πρώτη ή τουλάχιστον βρίσκεται σε διάλογο μαζί της, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η μέσα μας φωνή συζητά με τον εαυτό της στην προσπάθειά της να κατανοήσει και να αποσαφηνίσει τα επιμέρους στοιχεία της καθημερινότητας. Γίνεται, με αυτό τον τρόπο η συλλογή βαθιά ανθρώπινη και αποκτά μια διάσταση που, ενώ ξενίζει, την ίδια στιγμή δημιουργεί οικειότητα στον αναγνώστη.

Μία άλλη καινοτομία που απαντάται σε αυτή τη συλλογή είναι η εισαγωγή του ερωτικού στοιχείου, το οποίο στις προηγούμενες συλλογές του Αλεξόπουλου σημείωνε εκκωφαντική απουσία. Εδώ απαντάται περισσότερο σαν αισθησιασμός και μάλιστα καθαγιασμένος, κάτι που ενδεχομένως αντανακλά την υποσυνείδητη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου (ή του ίδιου του ποιητή) να συμβαδίζει με τα καλώς κείμενα και τα καθώς πρέπει:

Η ευλογία
Ηλεκτρικές γροθιές σφυροκοπούν το σπίτι
Στην ασφάλεια του μικρού μας δωματίου
υπό το φως χιλίων κηρίων, δοκιμάζουμε
όλες τις στάσεις του Kama Sutra
[…]
Στους τοίχους οι κρεμασμένοι άγιοι
μας παρακολουθούν και χαμογελάνε
ευχαριστημένοι

Σε αυτό το ποίημα, όπως και σε πολλά άλλα, δημιουργείται στον αναγνώστη απορία για το πώς είναι δυνατό να συμβαίνουν αυτά που εξιστορούνται, αφού κάτι στην όλη σύνθεση δεν είναι αναμενόμενο ή αποτελεί παραδοξότητα. Σε αυτό το αναπάντεχο ή την παραδοξότητα έχει τις ρίζες της και η λεπτή ειρωνεία που διέπει τα περισσότερα ποιήματα, όπως και η αίσθηση της συμπαγούς, αδιαπέραστης μάζας που δημιουργούν πολλά από αυτά και που τα μετατρέπει τελικά σε δυσεπίλυτο γρίφο. Μήπως όμως και η ίδια η καθημερινότητα δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι; Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, ο Αλεξόπουλος δεν την περιγράφει απλώς ούτε την αναπαριστά· τη μιμείται. Μιμείται τους τρόπους με τους οποίους η καθημερινότητα καθορίζει την ύπαρξή μας.

Ο βασικός προβληματισμός του παραμένει και σε αυτή τη συλλογή το μυστήριο της ύπαρξης. Η φαντασία, που παρεισδύει στις επαναλαμβανόμενες καθημερινές δραστηριότητες, κάνει το μυστήριο ακόμη πιο βαθύ, ενώ οι ίδιες οι δραστηριότητες παρουσιάζονται σαν σειρές από προδικασμένες ακολουθίες που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια λυπηρή κατάληξη. Τα στοιχεία είναι ελλιπή κι έτσι είναι τελικά η αμφισημία, και η συνακόλουθη αβεβαιότητα την οποία αυτή προκαλεί, που καθορίζουν την αντίληψή μας για τη ζωή και τον κόσμο:

Στην Αθήνα δε βλέπουν
ακούν μονάχα τους διερχόμενους διαβάτες

Έτσι τους νομίζουν άλλοτε αγγέλους
και άλλοτε τέρατα

(«Πώς γράφονται στην Αθήνα τα ποιήματα»)

Η εν λόγω αντίληψη διαμορφώνεται ενίοτε από μικρές αυταπάτες:

Ο κουμπαράς
Ποτέ δεν χορταίνει την πείνα του
Έχει έναν κουμπαρά
ο κουμπαράς είναι πήλινος
τον αγόρασε πριν από χρόνια
Ρίχνει μέσα μικρά κέρματα
Νομίζει πως έτσι θα εξασφαλίσει
τις επόμενες γενιές

Τα ποιήματα είναι στιγμιότυπα γεγονότων που συμβαίνουν σε μια παρένθεση στο μεταίχμιο των πραγμάτων και σε χρόνο που είναι συχνά μετατοπισμένος: λίγο πριν ή λίγο μετά από το καθαυτό γεγονός. Συχνά αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα κρυφή, πέρα από εκείνη που γίνεται άμεσα αντιληπτή – μια πραγματικότητα σε αναβρασμό, η οποία εκδηλώνεται στην πρώτη ευκαιρία. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο κόσμος παρουσιάζεται σαν ένας τόπος εξορίας «στο καμένο χωράφι του σύμπαντος». Πολλές φορές, οι συνειρμοί είναι εύθραυστοι, το νήμα τους λεπτό και δημιουργείται η εντύπωση πως μπορεί ανά πάσα στιγμή να σπάσει, καθώς τα επιμέρους στοιχεία παρατίθενται σε χαλαρή σύνδεση. Ωστόσο, το ποίημα πατάει πάντα γερά.

Θεματικά, δεν λείπει ο προβληματισμός για την ιδιότητα του ποιητή («οι ποιητές είναι/ οι χειρότερες περιπτώσεις/ κανείς θεραπευτής δεν τις αναλαμβάνει» – από το ποίημα «Οι εξαρτήσεις»), την ίδια στιγμή που διάφορα ζώα (λύκοι, ενυδρίδες), κυρίως όμως γάτες, μπαινοβγαίνουν στα ποιήματα. Η γάτα παρουσιάζεται σαν ένα πονηρούτσικο ον που αντιπροσωπεύει μια ομορφιά αποστασιοποιημένη, ανεξάρτητη και νωχελική. Είναι μια ομορφιά που ίσως «θα έρθει κουρασμένη, να ξαποστάσει στα πόδια» του Αλέξιου Ντε Λα Βέγα και τότε εκείνος θα την τραυματίσει, όπως ακριβώς ο Ρεμπώ που την βρήκε πικρή. Η ομορφιά επομένως δεν αποτελεί έξοδο από την παραδοξότητα της πραγματικότητας, όπως βλέπουμε σε άλλους ποιητές, ο έρωτας όμως, καίτοι συνυφασμένος με τον θάνατο, μπορεί να δώσει τη δύναμη για μια τέτοια έξοδο:

Να παραδοθούμε άνευ όρων
στον ταυτόχρονο οργασμό
Η κάθε μας κορύφωση θα είναι
ένας μικρός χαρούμενος θάνατος

Και έτσι, απόλυτα ευχαριστημένοι
απόλυτα εξαγνισμένοι,

θα επιτεθούμε στο εργοστάσιο
(«Όταν δυο υβριδικές ενυδρίδες παραγωγής 2018, από το εργοστάσιο ΜΠΥΕ Θ & Υιός ΙΚΕ, κάνουν έρωτα»)

Πέραν του ερωτικού στοιχείου, αρκετά ποιήματα λειτουργούν σαν πικρά σχόλια της αντίθεσης ανάμεσα στον μύθο ή την παράδοση και αναδεικνύουν τη φθίνουσα πορεία της σημασίας τους για τον σύγχρονο άνθρωπο και συγχρόνως την απομάγευση που έχει συντελεστεί στο πλαίσιο της σημερινής ζωής:

Η Σαρακοστή
Ήχοι από κλασικά λαϊκά άσματα
εμπλέκονται με αυτούς από πιρούνια
που χτυπάνε πάνω σε πιάτα

[…]
Ο Ιησούς ξεκινάει
την πορεία στην έρημο

Ταυτόχρονα, αποτελούν έναν προβληματισμό για την ισχύ των μύθων πάνω στους οποίους μαθαίνουμε να χτίζουμε τη ζωή μας, όπως στο ποίημα «Λένε πολλά ψέματα για τους λύκους», όπου παρουσιάζεται μια διαφορετική ανάγνωση του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας.

Κι αν η Χάρις δίνεται («Βρέχει αστραφτερό φως/ από τον ουρανό/ Ξεδιψάνε οι μυστικοί κήποι/ τα εσωτερικά τοπία φωτίζονται» από το ποίημα «Φυσικές καταστροφές και άλλες επαναλαμβανόμενες σκηνές»), πέφτει κι αυτή στο κενό, είτε επειδή στο μεταξύ επισυμβαίνει κάποια, φυσική ή άλλη, καταστροφή («τρεις νύχτες τώρα ουρλιάζει ο θάνατος/ στα λιθόστρωτα σοκάκια/ της Πομπηίας/ της Κωνσταντινούπολης/ του Σαν Μιγκέλ Λος Λότες» από το ίδιο ποίημα) είτε επειδή ο άνθρωπος είναι απορροφημένος στον μικρόκοσμό του («Η γυναίκα γυμνή, κοιμάται στο πλευρό της/ αμέριμνη ονειρεύεται/ Του τυφλού υπνοβάτη το παράπονο/ Κατακαλόκαιρο και βλέπει μάλλινα όνειρα» από το ίδιο ποίημα). Το πολύτιμο αντικαθίσταται από το ευτελές και η αντικατάσταση αυτή έχει αλλάξει τον κόσμο. Εντέλει, το υπερφυσικό και το μεταφυσικό εκθρονίζονται και οι ρόλοι θεού και ανθρώπου αντιστρέφονται:

Ο χειμώνας είναι μια άλλη ιστορία
Ο Θεός ζητάει βοήθεια
κάθε απόγευμα, το καλοκαίρι,
κάπου μεταξύ οκτώ με εννέα η ώρα

[…] Ο Θεός κάθε απόγευμα το καλοκαίρι
ζητάει βοήθεια και οι άσπλαχνοι
άνθρωποι του την αρνούνται

Χωρίς θεό, χωρίς κάποια υπερφυσική δύναμη που θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, με μόνη την τυφλή δύναμη της φύσης, ο άνθρωπος στέκεται αβοήθητος μέσα σε σκηνές φρίκης:

Το υπόγειο έχει πλημμυρίσει
αίμα και αλκοόλ
ή αλκοόλ και αίμα
– δεν ξέρω –

Στον κήπο πάντως έχει φυτρώσει
ένας ροδώνας κατακόκκινος

(«Σκοτάδι που στάζει φως»)

Τελικά, ο κόσμος είναι ένα μέρος σκοτεινό, ένα βαρύ φορτίο, μια πέτρα στο στήθος:

Η τζαζ ανήκει στους αγγέλους
που πίνουν πρώτα τον οίνο τον καλό
μετά τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο

[Αυξάνεται η ορμή με την ταχύτητα
θαμπώνει το γυαλί στον καταψύκτη
Σκουραίνει η φωτογραφία]

Το σκοτάδι, ένα βαρύ σακί στους ώμους τους
(«Οι σκοταδο-κουβαλητές»)

Θα ήθελα, για το τέλος, να σημειώσω την αίσθησή μου ότι τελικά ο Αλέξιος ντε λα Βέγα είναι ένα προσωπείο του ίδιου του ποιητή, ο οποίος έχει συμπεριλάβει αυτοβιογραφικά στοιχεία σε πολλά ποιήματά του, κυρίως όμως σε σε τρία: «Τα γενέθλια», “Killing floor” και «Είναι κάποια βαθιά νυχτωμένα απογεύματα γενεθλίων». Σε αυτά μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον ίδιο, μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε και τον εαυτό μας να κάνει τα τυποποιημένα, καθημερινά του βήματα που, σαν αλγόριθμοι, μετατρέπουν τη ζωή σε έναν επαναλαμβανόμενο χορό από τον οποίο είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ξεφύγουμε. Εγκλωβισμένοι σε μια τέτοια καθημερινότητα, με όλες τις μεγάλες αφηγήσεις να έχουν διαψευστεί, ζούμε σε μια πραγματικότητα τεχνητών και όχι φυσικών στοιχείων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή καθενός μας:

Περπατάω στον άσηπτο διάδρομο του σφαγείου που οδηγεί στο killing floor
και ανάβω διαδοχικά τα φωτιστικά σώματα ψευδοροφής με τους λαμπτήρες
φθορισμού κυανού χρώματος. Η αντανάκλαση του ήχου των βημάτων μου
αναμιγνύεται με τον ήχο των starters των φωτιστικών σωμάτων.

(“Killing floor”)

Το σκοτάδι με κάθε λέξη βαθαίνει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο “Στα σκοτάδια της καθημερινότητας”.

Από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/05/blog-post_29.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Μαγδαληνή Τσακάλωφ, Το βλέμμα του χάους, Εκδόσεις «Αρισταρέτη»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχει συμβεί σε αρκετούς ποιητές να έχουν εκλεκτικές συγγένειες. Δηλαδή, η ποίησή τους να παραπέμπει σε άλλους ποιητές ακόμα κι αν δεν υπάρχει άμεσος επηρεασμός. Πέρα από την διακειμενικότητα, που υπάρχει στην ποίηση, υπάρχει και μια τάση ποιητών να γράφουν χρησιμοποιώντας παρόμοιο στυλ με παλιότερους ποιητές, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν την ποίησή τους ή να έχουν επηρεαστεί από αυτή.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Μαγδαληνής Τσακάλωφ «Το βλέμμα του χάους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρισταρέτη». Στην πρώτη ανάγνωση μας φέρνει στο νου την Κατερίνα Γώγου, αλλά και την μπιτ γενιά της Αμερικής. Τα ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο και ορισμένα από αυτά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοποιήματα. Η ποιήτρια δεν ψάχνει ιδιαίτερες τεχνικές και δεν έχει κρυμμένα νοήματα. Τα λέει όλα καθαρά, έξω από τα δόντια, χωρίς φτιασίδια και ωραιοποιημένες εκφράσεις. Αν μέναμε, όμως, μόνο σε αυτά τα στοιχεία, θα βγάζαμε ένα γρήγορο συμπέρασμα, θα τοποθετούσαμε την ποιήτρια κάπου ανάμεσα στους μπιτ και στην Γώγου και θα χάναμε την ουσία.

«Το βλέμμα του χάους» της Μαγδαληνής Τσακάλωφ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια διαμαρτυρία για την σύγχρονη απάνθρωπη κοινωνία, δεν είναι όμως μια διαμαρτυρία. Είναι μια κραυγή. Μια κραυγή για το χάος, που είναι δίπλα μας, αλλά δεν το έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει. Και αυτό είναι το πιο τραγικό. Για το χάος, που έχουμε μέσα μας. «Είμαι το χάος!», γράφει στο «Προοίμιο» προετοιμάζοντάς μας για το τι θα επακολουθήσει. Και αυτό που ακολουθεί είναι η εξάρτηση, όχι πια από τα ναρκωτικά, αλλά από τα ψυχοφάρμακα: «Απαγορεύεται να πεθάνουμε! / Καταργήσανε και την πρέζα. / Τώρα στα τζάνκια σπρώχνουν / κινέζικα ψυχοφάρμακα με πονστάν στο μπλέντερ.» Λίγο παρακάτω θα δούμε στίχους, που θα μας θυμίσουν Street poetry και πιο συγκεκριμένα το σύνθημα: «Είμαστε αυτοί, που οι γονείς μας έλεγαν να μην κάνουμε παρέα», δηλαδή τα κακά παιδιά. Ας δούμε τι γράφει γι’ αυτό η Μαγδαληνή Τσακάλωφ: «Απλά, μου λέγανε: / «Εσύ; Γιατί; Εσύ είσαι καλό παιδί!» / κι έγινα κακό παιδί / μόνο και μόνο για να μην είμαι καλό παιδί.»

Σε αρκετά σημεία του βιβλίου της η Μαγδαληνή Τσακάλωφ είναι απαισιόδοξη και κατηγορηματική: «Η Επανάστασή σας πέθανε.», γράφει, αλλά δεν ξεχνά να προτρέψει, να προειδοποιήσει και να στηλιτεύσει: «Έχετε ευθύνη για τα όνειρά σας! / Κάνουν ζωές εφιάλτες!»

Θα σταθούμε λίγο στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Ζώα». Πρόκειται για τα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μας, ποιήματα της συλλογής. Σε αυτή την ενότητα η ποιήτρια αναπτύσσει ένα δικό της προσωπικό στυλ, που απογειώνει όλη τη συλλογή. Εδώ ξεχωρίσαμε το πεζοποίημα «Κότες», όπου με αφοπλιστική ειρωνεία περιγράφεται ο έρωτας μιας πλούσιας Κολωνακιώτισσας και ενός υδραυλικού. Η Μαγδαληνή Τσακάλωφ γίνεται αποφθεγματική στο ποίημα «Καναρίνι», ενώ στο ποίημα «Κοράκια» τα «μαύρα άμφια» ακκίζονται με τις «χρυσές πιστωτικές». Η οργή είναι μεγάλη και η αντίδραση μια: «Τουφέκι, ρε!!!»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Μαγδαληνής Τσακάλωφ «Το βλέμμα του χάους» είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία, που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώνοντας πως και η σύγχρονη ποίηση έχει τις δυνατές της στιγμές.

Χάσαμε την ψυχή μας στους συνωστισμούς, κύριε Γιώργο Μακρή

Μπαίνοντας με δέος στο οστεοφυλάκιο ενός ακατάτακτου ποιητή και φιλόσοφου

Ειρήνη Καραγιαννίδου

19 Φεβρουαρίου 2019

Ο Γιώργος Μακρής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1923. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο συγγραφέας και φίλος του, Λεωνίδας Χρηστάκης [1], ο Γιώργος Μακρής «…γεννήθηκε από καταπιεστικούς γονείς, μοναχογιός. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός με εξουσιαστικές ροπές, δίκαζε ακόμη και στο σπίτι του».
.
[…] Η μαμά μας δε μας κατάλαβε ποτέ
Κι όταν κλαίγαμε μικροί στα ταξίδια μας
Μας έλεγαν «κοίτα τη θάλασσα, κοίτα τα δέντρα
Και κοίτα το παιδάκι που γελάει».
«Ακατανόητο ετούτο το παιδί» έλεγαν μεταξύ τους.
Ακατανόητοι, ακατανόητοι, ακατανόητοι,
Από πείσμα μείναμε μόνοι.
.
Μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη όταν ήταν έξι ετών, ο Γιώργος Μακρής σε όλη του τη ζωή βάδιζε με δυσκολία. Παρότι γράφτηκε στην Νομική σχολή Αθηνών, δεν φοίτησε ποτέ. Αντιθέτως, μαθαίνει Γαλλικά και Αγγλικά και διαβάζει μετά μανίας όλους τους ξένους συγγραφείς της εποχής εκείνης στην γλώσσα τους.
.
Τον Νοέμβρη του 1944, έγραψε και κυκλοφόρησε μεταξύ των φίλων του, την περιβόητη προκήρυξη του Σ.Α.Σ.Α [2], ένα κείμενο με τίτλο «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», που καλούσε σε ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, κατά κάποιον τρόπο σηματοδοτούσε την επιθυμία για την «απελευθέρωση» ιερών αρχέτυπων που τίθενται στην υπηρεσία διαφόρων πολιτικών στόχων. Η προκήρυξη αυτή υπήρξε ένα ανατρεπτικό καλλιτεχνικό μανιφέστο και ήταν ένα κείμενο που είχε την μορφή των κειμένων των Ντανταϊστών. Βάση του κειμένου αυτού, ως πρώτη καταστροφή δηλαδή, ορίστηκε η ανατίναξη του Παρθενώνα, «μας έχει κυριολεκτικά πνίξει…», – μιας και η Ακρόπολη από τότε, αποτέλεσε μέσα στα λοιπά και το σήμα κατατεθέν της εκμετάλλευσης – είτε στο επίπεδο των κατά καιρούς προγονολατρών, είτε σαν έμβλημα των αντίπαλων παρατάξεων της εποχής, είτε εκ μέρους των επισκεπτών που θαύμαζαν την ακρόπολη με βλέμμα απλώς τουριστικό -.

Έχοντας κοινή αισθητική και κοσμοθεωρητική άποψη, πως η καταστροφή κι η θνητότητα της μορφής των όντων περιλαμβάνονται στο περίγραμμα της ολοκλήρωσης της ζωής.Έχοντας βάλει σκοπό μας την καταστροφή του Παρθενώνος, μ’ απώτερο σκοπό την παράδοσή του στην ουσιαστική αιωνιότητα, που δεν είναι παρά η χωρίς επίγνωση ροή κι η πλούσια σε πιθανότητες αυτόματη μετασκευή της ύλης, που κακώς ονομάζουμε «χαμό». Αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική κατοχύρωση της Ακρόπολης, σαν κάτι ανήκουστο και ξένο προς τη ζωή. Νιώθοντας απαραίτητη την ανάγκη της αιωνιότητας στην τέχνη, μόνο κατά τη διάρκεια της ώρας της δημιουργίας. Καταλαβαίνοντας τον Φειδία, που έδωσε μεν στο έργο χρονοϊστορική υπόσταση, χωρίς όμως να είναι τίποτα παραπάνω στα πλαίσια της υποστασιακής αιωνιότητας, για την οποία δεν υπάρχει χρονική διάρκεια και που γι’ αυτήν ένα δευτερόλεπτο δεν έχει διαφορά από τρία δισεκατομμύρια αιώνες, χάρη στις βουλητικές της ιδιότητες και στη δυναμική της χροιά, που μόνο στ’ άτομα νοούνται και κανέναν δε νοιάζει ο αριθμός των ατόμων αυτών. Μισώντας τον Εθνικό Τουρισμό και τις εφιαλτικές- φολκλόρ αρθρογραφίες γι’ αυτόν. Νομίζοντας πως κάνουμε μια ανώτερη καλλιτεχνικά πράξη, όντας σίγουροι πως όλη η γελοία και ψεύτικη επιβίωση όχι μόνο δε συγκρίνονται, έστω και μειονεκτώντας, μ’ ένα λεπτό ενεργητικής δράσης κι απόλαυσης, αλλά και καλλιτεχνικά είναι βλαβερή, προετοιμάζοντας ερασιτέχνες περιηγητές και ευνούχους.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Να θέσουμε ως σκοπό μας την ανατίναξη αρχαίων μνημείων και την προπαγάνδα κατά αυτών. Πρώτη καταστροφή ορίζεται η ανατίναξη του Παρθενώνα, που μας έχει κυριολεκτικά πνίξει. Η προκήρυξη αυτή δεν αποσκοπεί παρά να δώσει ένα μέτρο απ’ το σκοπό μας. Είναι ένα βλήμα που ξεκινάει με λίγες πιθανότητες για στόχο τους πολλούς, μα δεν που επιζητάει παρά ελάχιστους.

Γιώργος Βασιλείου Μακρής, Γενικός Διοργανωτής της ΣΑΣΑ (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων). Νοέμβριος 1944

Από το 1948 και μετά, ο Μακρής ζούσε σχεδόν μόνος του. Δεν ενδιαφερόταν για τίποτα και περιέφερε το σαρκίο του από καφενείο σε καφενείο και από στέκι σε στέκι, ξοδεύοντας τα χρήματα της μητέρας του και μετά μένοντας απένταρος για καιρό. «Ο Γιώργος Μακρής ήταν εκείνος που δήλωσε: «Η πρώτη γενιά συγκεντρώνει την περιουσία, η δεύτερη την συντηρεί και η τρίτη γενιά την τρώει. Εγώ ανήκω στην τρίτη!», αναφέρει ο Χρηστάκης [3]. Επιπλέον καταθέτει πως «Ήταν λιγομίλητος και με πολύ χιούμορ», γεγονός που καταφαίνεται σε πολλούς από τους στίχους του: […]τι μαλακίες χρειάζεται να πεις/για ν´ ατενίσεις απ´τα βάθη ενός κρεβατιού/ένα σουτιέν σε μια καρέκλα/ένα ζευγάρι κάλτσες στο χαλί.
.
[…] Τότε περνάει η όμορφη η Άννα η φαρμακερή
Φαρμακερά ωραία χείλη, μάτια φαρμακερά
Και μας σκοτώνει θηλάζοντας μας μ´ ένα φαρμακερό
Στήθος
Συνθλιβοντάς μας σαν άπραγα αλογάκια της Παναγίας
Και σβήνει γεμίζοντας ήλιο τα ρουθούνια της,
Πατώντας με φαρμακερό γατίσιο βήμα
Σφίγγοντας τα νύχια στη φούχτα που θέλουμε να φιλήσουμε.
Εξαφανισθείτε πιά για πάντα κι ελάτε πάλι αμέσως.
Τι θα γίνουμε!
Ωραία φαρμακερή Άννα, συνυφασμένη με το κάθε τι.
.
«Πάντα με ένα βιβλίο ή ξένο περιοδικό στο χέρι, αραγμένος στις καρέκλες των ζαχαροπλαστείων ή των καφενείων της πλατείας Κολωνακίου διάβαζε. Υπήρξαν περιπτώσεις που την έστηνε σε μια καρέκλα καφενείου και δεν σηκωνόταν ούτε μετά από εικοσιτέσσερις ώρες». Την μανία του Μακρή με το διάβασμα, «πιστοποιεί» και ο Κώστας Ταχτσής: «…Τι έκανε στα καφενεία μόνος του, ή μάλλον με την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνος; Μα – διάβαζε».
.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.
.
«Το ίδιο γινόταν στο δωμάτιο που έμενε. Έγραφε κείμενα δικά του, μετέφραζε και αλληλογραφούσε με φίλους και γνωστούς. Τα γραπτά του ακουμπούσαν τις υπαρξιακές φιλοσοφίες της μεταπολεμικής εποχής. Τα ποιήματα του αντανακλούσαν τις περισσότερες φορές τις ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Οι μεταφράσεις του όμως πλησίαζαν περισσότερο τις φιλοσοφικές του διαθέσεις. Οι ολοκληρωμένες ήσαν τρεις: Του Άλντους Χάξλεϋ, του Οκτάβιο Παζ και του Ζαν Μιρό» [4].
.
Καθότι η μετεμφυλιακή Αθήνα υπήρξε ανεπαρκής για να καλύψει όλες τις ιδεολογικές ανησυχίες του ακοίμητου Μακρή, μετοίκησε κάποια στιγμή στο Παρίσι, επειδή θεωρούσε πως εκεί η ζωή ίσως να πλησιάζει περισσότερο το όραμά του. Τι μαρτυρική ψυχή ζει το καλοκαίρι!/ Ποιος δεν το ευχήθηκε να γίνει αστραπή./ Φέτο ασχοληθήκαμε με το τι θα πει/ Να χτυπάς γροθιά στο μαχαίρι. Μα και στην Γαλλική πρωτεύουσα τα πράγματα δεν ήρθαν όπως ο ποιητής τα οραματίστηκε. Υπάρχει ένα απόσπασμα και πάλι σε βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη [5], που αναφέρεται στην εμπειρία που είχε ο Μακρής στο Παρίσι: «Δυστυχώς γι’ αυτόν, όμως, προσγειώνεται ανώμαλα, όταν μόνο για την εκστόμιση δημοσίως δύο φράσεων, τρώει εκεί δύο φορές άγριο ξύλο. Τη μία από τους μπάτσους (φλικ) όταν βλέποντας να δέρνουν ένα κοριτσάκι τους κράζει: «Ες Ες»!. Και την άλλη, τον πατάνε κάτω “τακτοποιημένοι πολίτες και νοικοκυραίοι” γιατί βλέποντας μια πορεία διαμαρτυρίας, βροντοφωνάζει: «Ζήτω η Αλγερία”.
>

Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο […]
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.
.
Ο Γιώργος Μακρής άφησε ελάχιστη γραπτή λογοτεχνική παρουσία με τη μορφή δημοσιεύσεων σε περιοδικά κατά τη διάρκεια της ζωής του και δεν επεδίωξε ποτέ του να εκδώσει κανένα έργο του. Δεν εννοούσε να διακινδυνεύσει, ούτε και για τον υψηλότερο σκοπό, την ασφάλεια της απόλυτης ελευθερίας της σκέψης του, που ήταν γι’ αυτόν το υπέρτατο αγαθό [6].
.
Ο ποιητής, έως τον θάνατό του, δημοσίευσε μόνο ένα κείμενο με την υπογραφή του, – την μετάφραση του ποιήματος «Πέτρα του Ήλιου» του Octavio Paz -, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «ΠΑΛΙ», καθώς και το «Προοίμιο» στο ίδιο τεύχος, που όμως είχε αρνηθεί να το υπογράψει. Όταν ο Λεωνίδας Χρηστάκης, -όπως ισχυρίζεται ο ίδιος-, προσπάθησε να τον προτρέψει να συμμετέχει λίγο περισσότερο στα λογοτεχνικά δρώμενα, απάντησε ο ποιητής: «Λεόν, υπάρχει τόση ψευτιά γύρω μας που εμείς θα συντριβούμε μόλις θα ξεκινήσουμε».
.
Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο
και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…
.
Αν ασχοληθείς με την τέχνη, έγραφε το 1941 σε ένα γράμμα του, πρέπει να ‘χεις τη δύναμη ν’ απαλλαχτείς από την άμεση επιρροή της, έτσι ώστε, αργότερα κι αν σε κυριέψει, να μπορείς να έχεις τη σκέψη σου ελεύθερη.
.
Ο Μακρής, αν και γνώριζε την αξία που έχει η λεπτομέρεια όχι μόνο στην ζωή αλλά και στον γραπτό λόγο και εκτιμούσε την σπουδαιότητα του ρυθμού, κυρίως ως έξοχος χρήστης του ελεύθερου στίχου, συχνά πυκνά παραμελούσε τα στοιχεία αυτά, με αποτέλεσμα να ασκεί αυτοκριτική στις εκφραστικές αδυναμίες των στίχων του, σημειώνοντας κάτω από κάποια γραπτά του, «style προς αποφυγήν».
.

Τελικώς, τα γραπτά του Γιώργου Μακρή, κυκλοφόρησαν το 1986 σε επιμέλεια του ποιητή Ε. Χ. Γονατά. Το περισσότερα απ’ αυτά βρέθηκαν και διασώθηκαν από τον ξάδερφο και φίλο του, Άγγελο Καράκαλο, και παραδόθηκαν στον Γονατά μέσα σ’ ένα τσουβάλι. Όπως γράφει ο επίσης φίλος του Μακρή, ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, «[…]Η παρουσίαση των γραπτών του είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να βοηθήσει εκείνους που δεν τον γνώρισαν, κάτι να νιώσουν και να πληροφορηθούν, από πρώτο χέρι, για τον μεγάλης αξίας πνευματικό αυτόν άνθρωπο[…]».
.

Διατρέχοντας κανείς τις σελίδες του βιβλίου που επιμελήθηκε ο Γονατάς, – με τα ποιήματα, τα ημερολογιακά του σημειώματα, τα αφηγήματα, τις φωτογραφίες, την αλληλογραφία, τις μεταφράσεις του Γιώργου Μακρή και τα κείμενα που γράφουν γι’ αυτόν οι φίλοι του, δεν μένει αμφιβολία πως πρόκειται για έναν διανοούμενο που έζησε όχι μόνο μέσα στα δικά του έργα, αλλά και στην ψυχή και στα δημιουργήματα των ανθρώπων που τον αντάμωσαν. Γιατί ο Μακρής, αν και «αστικός ερημίτης», είχε μονίμως τα μάτια του στραμμένα στον άλλον, στον Άνθρωπο. Κατά τα άλλα είμαστε οι ίδιοι/ Φορώντας όλη μέρα ένα ρούχο/ Με κόκκινα κουμπιά/ Με τσέπες φαρδιές/ Με μαλλιά σκονισμένα/ Τρέχοντας να χαϊδέψουμε Σκυλιά.
.
«…Ο Γιώργος Μακρής δεν έγραφε: μιλούσε. Πιστός στην πιο ελκυστική από όλες τις γοητείες του σωκρατισμού, ο Μακρής περνούσε τις μέρες και τις νύχτες του – ιδίως αυτές -, σε ένα από τα τραπεζάκια της πλατείας Κολωνακίου, θρονιασμένος σαν άστεφος βασιλιάς ανάμεσα στον όμιλο των μαθητών του, κάνοντας την καλύτερη δυνατή χρήση που μπορούσε να κάνει άνθρωπος της μεγαλύτερης θεϊκής δωρεάς του: του έναρθρου λόγου! Και τι δεν είχε να πει!», αναφέρει ο Θεόφιλος Δ. Φραγκόπουλος, και συμπληρώνει στο μελέτημα που έγραψε μετά τον θάνατο του Μακρή, πως ήταν «ο πιο πρωτοποριακός διανοούμενος» που είχαν, ενώ ο Αλέξης Ακριθάκης σημειώνει: «Ειδικά για τον Μακρή, ήθελα να πω, ότι έπαιξε τον πιο δυνατό, το πιο καταλυτικό ρόλο επάνω μου…Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος μου. Γιατί σαν φιλόσοφος που ήταν, μου έμαθε ότι η ζωγραφική δεν είναι γνώση αλλά παρατήρηση της ζωής μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι όταν λέμε «ελεύθερο», εννοούμε όλα τα πράγματα της ζωής, όλες τις έννοιες, όλες τις πτυχές. Ήτανε αυτός, που πέρα από τους καλούς ή κακούς επηρεασμούς που μπορεί να είχε σ’ έναν έφηβο της γενιάς του 60, μου έμαθε το πιο βασικό στην ζωή: Ζωγραφική. Να βλέπω και όχι να ζωγραφίζω- κι έτσι ζωγράφισα, έζησα, ζωγραφίζω» [7].
.
[…] Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι,
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
» Εγώ ειμί «, και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύχτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.
.
Ο Ε.Χ. Γονατάς, γράφει στην εισαγωγή του τόμου: «Σε μια σημείωσή μου για τον Γιώργο Μακρή, δημοσιευμένη τον Φεβρουάριο του 1980, βεβαίωνα πως τα γραπτά του έχουν ανεπανόρθωτα χαθεί[…]. Όταν ήρθε στο σπίτι μου ο Α. Καράκαλος και μου παρέδωσε θριαμβευτικά το μαγικό εκείνο τσουβάλι με τα χαρτιά του Μακρή, όσα είχε καταφέρει με μύριους κόπους να περισώσει, και μου ζήτησε ν’ αναλάβω τη φροντίδα της επεξεργασίας, της αποκατάστασης και ταξινόμησής τους για μια μελλοντική δημοσίευση, δέχθηκα με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη την πρότασή του, θεωρώντας ότι θα εκπλήρωνα ένα χρέος στη μνήμη του φίλου μου· από την πρώτη όμως κιόλας στιγμή ένιωσα δισταγμό και αβεβαιότητα για το κατά πόσον όλα αυτά τα χαρτιά που ο Μακρής δεν τα προόριζε παρά μόνον για τον εαυτό του, ήταν επιτρεπτό να έρθουν, δίχως τη συγκατάθεσή του, στο φως της δημοσιότητας[…]. Η σκέψη όμως, πως ο Μακρής τίποτε δεν κατέστρεψε, -ούτε το παραμικρό χαρτάκι από τα γραπτά του-, και ότι όλα του σχεδόν τα κείμενα, -τουλάχιστον της πρώτης του νεότητας-, που γνωρίζαμε και θυμόμαστε, βρέθηκαν φυλαγμένα και συγκεντρωμένα…, αν και δεν προτρέπει βέβαια τους φίλους του ν’ αναλάβουν για λογαριασμό του μια προσπάθεια που ο ίδιος, με πικρή αυτογνωσία, δηλώνει πως δεν μπορεί και δεν θέλει ν’ αποτολμήσει, δεν φαίνεται όμως και να τους την απαγορεύει….».

Ο Άγγελος Καράκαλος, σε συνέντευξη που έδωσε τον Φλεβάρη του 2003 [8], αποκάλυψε ότι το ποίημα «Εμείς οι Λίγοι», είναι της Λένας Τσούχλου. Η μαρτυρία του Καράκαλου, αλλά και άλλες μαρτυρίες, όπως της Ιωάννας Χατζηνικολή και Φώφης Τρέζου, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι το ποίημα ανήκει στην Λένα, και ότι είναι τελικά του 1946 και όχι του 1950, όπως χρονολογείται λανθασμένα τελικώς από τον Γονατά στο βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Μακρή».

Ο Γονατάς, περιγράφει εξάλλου – όχι μόνο την συγγραφική δραστηριότητα του Γιώργου Μακρή -, αλλά και την δυσκολία του εγχειρήματος της επιμέλειας: «[…]Υπάρχουν κείμενά του που έχουν γραφτεί σε κουτιά από τσιγάρα, σε καταλόγους εκθέσεων ζωγραφικής, σ´ επιστολόχαρτα ξενοδοχείων και καφενείων του Saint Germain de pres, σε φακέλους επισκεπτηρίων, σε ακυρωμένα δελτία τροφίμων της κατοχής,…ένα κείμενό του είναι γραμμένο πίσω από μια κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οι διαχωρισμοί των στίχων του σε πολλά ποιήματά του καθορίζονται από το φάρδος του χαρτιού που γράφει[..]. Οι άθλιες συνθήκες συντήρησης των χειρογράφων του, καθιστούν προβληματική την ανάγνωσή τους, που την μεταβάλλουν συχνά σε αποκρυπτογράφηση».
.
Κάθε φορά που ένα νέο ον εκβάλλεται από τον Παράδεισο, του δίνουν κι ένα τετράδιο με το πρόβλημά του, για να το λύσει στη ζωή του. Ε, λοιπόν, εγώ το δικό μου τετράδιο το πέταξα από την αρχή!

.
Στις 31 Γενάρη του 1968, ο ποιητής αυτοκτόνησε πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου έμενε στη γωνία των οδών Μιχαλακοπούλου και Σεμιτέλου. Αναγνωρίστηκε από το διαβατήριο που βρέθηκε στην τσέπη του. Ο πικραμένος αυτός που γεννήθηκε κάμποσα χρόνια/ύστερα από κείνον που βρήκε κι από κείνον που έχασε/ στέρεψε πια αφού βασανίστηκε να βρει μίαν έξοδο./ Τέλος η μόνη έξοδος δεν ήταν παρά η ακινησία του.
.
[…] Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν
Ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα
Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν
Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.
Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν
Η γη μυρίζει.
Οι νέοι άνθρωποι φεύγουν
Τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.
Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
Είναι κι αυτό κάτι […]
.
Τρεις ή τέσσερις φορές είχε αποπειραθεί ο Μακρής να αυτοκτονήσει. Ο Χρηστάκης και πάλι, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από το 1965 άρχισαν οι τάσεις για αυτοκτονία. Εάν προσθέσουμε και μερικές αδικαιολόγητες συγκρούσεις με το αυτοκίνητο του, οι απόπειρες ήταν επτά αλλά ανεπιτυχείς. Στο τέλος του Γενάρη του 1968 ήρθε σπίτι μου μεσημέρι. Ήταν χλωμός και αδυνατισμένος. Φάγαμε και αμέσως μετά μου είπε: «Είναι ντροπή να μην μπορώ να δώσω ένα αποφασιστικό τέλος στη ζωή μου«, κι έφυγε. Του τηλεφωνούσα συνέχεια. Δεν απαντούσε. Αργά στις 31 του ίδιου μήνα μου τηλεφώνησαν ότι έπεσε από την ταράτσα του σπιτιού του».

Κοιμήθηκα βαθιά, ολομόναχος, κι ονειρευόμουν τον παράδεισο όπου δεν καταφέρνουμε να βρεθούμε, από βλακεία μας, έγραφε ο Μακρής. Ξαναβουτάω στη θάλασσα στις έξι το πρωί, ακριβώς την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος. Ξεπλένομαι απ’ όλα μέσα στο ΟΛΟΝ, και υπόσχομαι να είμαι ευτυχής. Ο θάνατός του αντιστοιχεί προφανώς στη ζωή που έζησε, ακραία και ποιητική. Μη σε νοιάζει, θα κατέβω αμέσως, λέγεται κατά μία φήμη ότι απάντησε στον θυρωρό που τον ρώτησε πού πηγαίνει όταν ανέβαινε τα σκαλοπάτια για την ταράτσα.
.
Είμαστε πάντα εκεί
Που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
Ο αγώνας τους και μεις για να παρατηρούμε.
Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
Μιας κινητής σειράς μεταλλικών ράμφων
Όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
.
Τα λόγια του Νάνου Βαλαωρίτη, ας συμπληρώσουν ετούτη την αναψηλάφηση: «Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε στην ζωή του ένας δανδής. Περιφρονούσε τα πεπατημένα. Προκαλούσε την καταστροφή. Είχε μια μεγαλοπρέπεια που λίγοι άνθρωποι την έχουν. Έπαιρνε τη ζωή του στα σοβαρά, ενώ άλλοι την υποτιμάνε επίτηδες για να επιζήσουν[…]. Για τον έναν ήταν ο ξενύχτης που τριγύριζε σε απίθανα μέρη, ο νομαδικός περιπλανώμενος, για άλλον ήταν ο τσίφτης, ο διανοούμενος φιλόσοφος, ο περιπατητικός, για έναν τρίτον ήταν ο σύντροφος πολυδιαβασμένος, γι ´ άλλους η γοητεία, το πνεύμα του». Αλλά ίσως τελικά για το τι ακριβώς ήταν ο Μακρής, ν´ απαντά ο ίδιος ο ποιητής για λογαριασμό του, με τους χαρακτηριστικούς του στίχους : Τα πάθη είναι γνώση, μα και η άρνησή τους / άλλα πεδία γνώσεως προσφέρει. / Ζήσε παράλληλα τις δύο καταστάσεις / αν θέλεις να μη ζήσεις ούτε μια. / Κι αν πάλι δεν μπορείς να αποστρέψεις / το πρόσωπό σου ολοκληρωτικά / εμείς θα σε δεχτούμε με ζεστά τα βλέφαρα / αδύνατοι άνθρωποι, /έχοντας νοσταλγήσει τον Χριστό / μα και την ειδωλολατρία ταυτοχρόνως· ή «οι βάτραχοι και τα τριζόνια, η σκάλα που τρίζει, κάτι γαβγίσματα μακρινά, να δώσαν τη μόνη απάντηση που αξίζει…».
.
Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής

άνοιξε ένα μικρό κατάστημα με ψιλικά
Πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν
Πελάτες του δεν είναι όσοι αυτός βασάνισε-
Δικάστηκε

κι έχει αθωωθεί. [9]

Μίλτος Σαχτούρης

Παραπομπές:

[1]Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991

[2]Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων

[3]Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιώργος Μακρής: Είμαστε προάγγελοι του χάους, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, Σειρά: Οδηγός αναγνώρισης κίτρινων προσώπων, αρ. 1, 1992
.
[4]Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991
.
[5]Λεωνίδας Χρηστάκης «Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων», εκδ. Τυφλόμυγα, 2014
.
[6]Από την εισαγωγή «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986
.
[7]Σημείωση του Αλ. Ακριθάκη με ημερομηνία Κηφισιά 8 Νοεμβρίου 1983

[8]Μανώλης Νταλούκας, Αναδημοσίευση 10/3/2004, Ιστορία της ελληνικής νεολαίας, blog freedomgreece

Βοηθήματα:

-«Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», επιμ. Ε. Χ. Γονατάς, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986

-Λεωνίδας Χρηστάκης, “Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων”, εκδ. Τυφλόμυγα, 2014

-Λεωνίδας Χρηστάκης, Γιώργος Μακρής: Είμαστε προάγγελοι του χάους, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, 1992, Σειρά: Οδηγός αναγνώρισης κίτρινων προσώπων, αρ. 1
.
-Λεωνίδας Χρηστάκης, «Η ιστορία της αλητείας», επανέκδοση εκδ. Στύγα, 1991
.
-Δημήτρης Γιαννακόπουλος, «ο ειδικός της γενικότητας»

-Θανάσης Μουτσόπουλος (επιμ.), «Το Aθηναϊκό Underground (1964-1983)», Athens Voice Books, Αθήνα 2012

-Περιοδικό «Η Λέξη», τχ. 19, Νοέμβρης 1982

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://1-2.gr/2019/02/19/hasame-thn-psyhh-mas-stoys-synostismoys-kyrie-giorgo-makrh/?fbclid=IwAR0hLzfg3N9dgIdPEc2JdIEpDDtwXFoqplaBSOZ3eWY_dzjzFkkYq69TqKk

“Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα” του Οκτάι Ριφάτ

Πίσω απ’ την κλειδωμένη πόρτα του απογεύματος
χαζεύω τις καλαμιές

(«Στην όχθη»)

Ο Οκτάι Ριφάτ (Oktay Rifat Horozcu, 1914-1988) το 1941 εξέδωσε μαζί με τους Ορχάν Βελί Κανίκ και Μελίχ Τζεβντέτ Αντάι το περίφημο βιβλίο Garip (Παράξενο), το οποίο έδωσε το όνομά του στο πρωτοποριακό λογοτεχνικό κίνημα Παράξενη Ποίηση που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια στα τουρκικά γράμματα και συνίστατο στην απόρριψη των παραδοσιακών μορφών ποίησης και στην εισαγωγή της τουρκικής λογοτεχνίας στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Ειδικότερα, όπως γράφει ο καθηγητής τουρκικών σπουδών Αριστοτέλης Μητράρας στον πρόλογο της ανθολογίας, το κίνημα της Παράξενης Ποίησης στην Τουρκία χαρακτηρίστηκε από τον ενστερνισμό του υπερρεαλισμού, του ντανταϊσμού και της αυτόματης γραφής, ενώ απευθυνόταν στον απλό άνθρωπο και ασχολιόταν με τις ευαισθησίες και τα βιώματά του. Ήταν μια ποίηση με έντονα υλιστικά στοιχεία και με την ειρωνεία σε εξέχουσα θέση.

Ο Ριφάτ, ο οποίος δημοσίευσε μαζί με τον Ορχάν Βελί Κανίκ το ποίημα Ağaç (δέντρο), που θεωρήθηκε μανιφέστο του κινήματος, μεταφέρει ενίοτε την ιδεολογία του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού στην ποίησή του, προσδίδοντας σε αρκετά ποιήματά του αγωνιστικό-επαναστατικό χαρακτήρα για να τονίσει την αξία της αντίστασης, αλλά και για να ασκήσει κριτική στο καθεστώς μιας κοινωνίας υπό καταπίεση. Άλλα θέματα στην ποίησή του είναι η απελπισία, η θλίψη, η απογοήτευση και η απαισιοδοξία, πάντα μέσα στο πλαίσιο της καθημερινότητας και των απλών πραγμάτων, χωρίς να λείπουν και ποιήματα όπου ο Ριφάτ φαίνεται αισιόδοξος και εκφράζει την προσδοκία ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες για τον άνθρωπο.

Όντας αντίθετος με την ιδέα της λογοτεχνικής «σχολής» και πιστεύοντας ότι η μονόπλευρη κατεύθυνση ενός κινήματος φθείρει πνευματικά, ο Ριφάτ θα αποχωρήσει τελικά από το κίνημα της Παράξενης Ποίησης, μόλις αποβιώσει ο ηγέτης του, Ορχάν Βελί Κανίκ.

Η συγκεκριμένη ανθολογία είναι χαρακτηριστική της ποιητικής του Ριφάτ. Πολλά ποιήματά του είναι απλώς παράξενα: πιάνονται από μια στιγμή και αφηγούνται ιστορίες που όμως δεν μαθαίνουμε ποτέ πώς συνεχίζονται, πολύ περισσότερο πώς τελειώνουν. Η γραφή του επιστρέφει πάντα στη φύση, η οποία προβάλλει σαν τη μόνη σταθερά σε έναν κόσμο αναπάντεχο και γεμάτο παράδοξα. Ως εκ τούτου η εικονοποιΐα του που συνδέεται με αυτήν είναι εκπληκτική, όπως δείχνουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα:

Έτσι είναι
ο άνεμος της άνοιξης: τα σύννεφα περνούν,
η μπόρα σταματά, το φως
αντανακλάται σε βρεγμένα φύλλα.

(«Μετά τη βροχή»)

Όταν τα σύννεφα κοκκινίζουν
τα πουλιά μοιάζουν πιο λευκά·
[…] με τεράστια βήματα ο ουρανός
πατάει πάνω σε απογεύματα κι ελπίδες.

(«Ουρανός»)

Το βουνό, ο ουρανός, τα πουλιά, τα ψάρια, η θάλασσα, το άλογο είναι στοιχεία που επανέρχονται ολοένα στην ποίησή του και ενίοτε συμβολοποιούνται με έναν ήπιο τρόπο:

Τα ποιήματά μου είναι ψάρια
κι ένας γλάρος τινάζεται,
βουτάει και τα πιάνει –

(«Δες τι κρύβει ο βυθός»)

Η φύση παραπέμπει στην αθωότητα κι έτσι αρκετά ποιήματά του την αναδεικνύουν ως συνθήκη ενός αυθεντικού τρόπου ζωής, όπως φαίνεται π.χ. στα «Ο ποιητής, το κορίτσι και το πτηνό» ή «Κούνια και δρόμος», το οποίο παραθέτω ολόκληρο επειδή είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο ο Ριφάτ διαχειρίζεται τη στιγμή: ως αφετηρία για μία δήλωση ή ένα συμπέρασμα.

ΚΟΥΝΙΑ ΚΑΙ ΔΡΟΜΟΣ

Το κορίτσι κάνει κούνια όρθιο·
πηγαίνει μπρος-πίσω και κοιτάζει
από σύννεφο σε σύννεφο
– δέντρο, τριφύλλι, ουρανός: όλα δικά του

«Παλαβό κορίτσι»,
λέει ο περαστικός,
«νομίζει πως τελειώνει ο δρόμος
εκεί που πέφτει η πέτρα του».

Κουβάρι όλα
– όνειρο ή πραγματικότητα
μόνο παιδιά και ποιητές
μπορούν να λύσουν πολύπλοκα προβλήματα.

Τον αυθεντικό τρόπο ζωής όμως, πρέπει κανείς να παλέψει για να τον κατακτήσει. Έτσι, δεν λείπουν ποιήματα που είναι μαχητικά και εμψυχωτικά, όπως π.χ. το ποίημα «Η ελευθερία έχει χέρια», απ’ όπου και το ακόλουθο απόσπασμα:

Αυτό θα πει ν’ αγαπάς την ελευθερία:
άπαξ και σ’ έπιασε, μην της ξεφύγεις
μην τη συνηθίσεις ποτέ –
από την πραγματικότητα ονειρεύεσαι κάτι πιο πραγματικό.

Ο Ριφάτ παίζει επίσης συχνά με το στοιχείο του αναπάντεχου ή του αιφνιδιασμού, όπως στα ποιήματα «Μια χειμωνιάτικη νύχτα» ή «Μήλο», απ’ όπου και οι ακόλουθοι στίχοι. Συχνά το αναπάντεχο δίνεται με σουρεαλιστική διάθεση:

Ρίχνω το δίχτυ στο παράθυρο
και πιάνω γυναίκες και παιδιά, σακάτηδες ζητιάνους,
καρακάξες και σκυλιά, πιτσιλωτές γάτες,
κάνα δέντρο, λίγο φως και βρύα.

Όπως γράφει στο επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, η γλώσσα του Ριφάτ είναι αποφασισμένη: θα φέρει στο επίπεδο της τέχνης την ανεπιτήδευτη ευαισθησία και τον στοχασμό του καθημερινού ανθρώπου. Για του λόγου το αληθές, παραθέτω το εναρκτήριο ποίημα της ανθολογίας:

ΑΣΤΡΑ

Δίπλα στο βιβλίο το τετράδιο
δίπλα στο τετράδιο το ποτήρι
δίπλα στο ποτήρι το παιδί
στο χέρι του παιδιού μια γάτα.
Και πέρα μακριά: άστρα, αμέτρητα άστρα.

Ο Ριφάτ έχει έναν δικό του τρόπο να μας συστήνει εκ νέου τον κόσμο. Είναι ένας τρόπος παράξενος, όμως τρυφερός και δίκαιος· ταυτόχρονα, είναι αποκαλυπτικός των ανθρώπινων δυνατοτήτων: «είναι μέρα, πιες λίγο φως/ με τη φούχτα σου» («Κάποιες μέρες»).

Χριστίνα Λιναρδάκη
Φιλόλογος, μεταφράστρια

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο “Μιλώντας για τα απλά”. Εμίς το αναδημοιεύουμε από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/03/blog-post_6.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Στη φλέβα της ποίησης

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης*

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.

Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.

Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.

Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική.

*Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι συγγραφέας

**Πρώτη δημοσίευση στο fractal http://fractalart.gr/sti-fleva-tis-petras/