Ένας πλατωνιστής ανάμεσα στους προσωκρατικούς – Γιώργος Βασιλακόπουλος, Συλλογή, Μελβούρνη, 2019

Το εξώφυλλο του βιβλίου

ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ*

Πολλοί γνωρίζουν το φιλοσοφικό έργο του Βασιλακόπουλου. Μαζί με την Τούλα Νικολακοπούλου, συγγράφουν για πολλά χρόνια τώρα μερικά από τα πλέον βαθυστόχαστα, περίπλοκα και ‘ανθρωποκεντρικά’ μελετήματα της σύγχρονης φιλοσοφίας σε συνήθως πολυσέλιδα βιβλία που λίγοι δυστυχώς έχουν τον χρόνο να τα διαβάσουν. Το κοινό υπόβαθρο τόσο των φιλοσοφικών τους δοκιμίων όσο και των πολιτικών μανιφέστων είναι μια οντολογία των σχέσεων, μια διερεύνηση της αλληλοδραστικής ουσίωσης της κοινωνικότητας που διαμορφώνει μια μοναδικής πυκνότητας ανθρωπολογία.

Αυτή η περίπλοκη οντολογική θεώρηση, που ξεκινάει από τον Πλάτωνα, περνάει μέσα από τον Χέγκελ και τον Μαρξ, καταλήγοντας στον Αλαίν Μπαντιού και τον Καστοριάδη, αποτελεί το υπέδαφος μιας άλλης δραστηριότητας του Γιώργου Βασιλακόπουλου, της ποιητικής βίωσης και της μετάφρασης μέσω της ποίησης, αυτών των περίεργων, αδιόρατων και προγλωσσικών «κινημάτων της φαντασίας» (Δ. Σολωμός) όπως τα βρίσκουμε στα ολιγόλογα, επιγραμματικά και πυκνότατα ποιήματα αυτού του βιβλίου.

Ο Βασιλακόπουλος γράφει ποιήματα πολύ πριν φιλοσοφήσει. Τα πρώτα που δίνονται σε αυτή την συναγωγή πάνε πίσω στο 1972, όταν ήταν ακόμα έφηβος δοκίμαζε την ποιητική του φωνή και μπορούν να ειδωθούν σαν δείκτες πορείας γι’ αυτά που επέπρωτο να ακολουθήσουν. Ως νέος της υπερ-πολιτικοποιημένης εκείνης εποχής, ο Βασιλακόπουλος μεγάλωσε με πολιτικά τραγούδια και τον μελοποιημένο Σεφέρη, που συχνά-πυκνά ακούμε στα ποιήματα πολλών ποιητών της εποχής. Επιμένω μάλιστα στον μελοποιημένο Σεφέρη, και φυσικά Ελύτη και Ρίτσο, γιατί πιο πολύ τραγουδιέται εκείνη η ποίηση και λιγότερο διαβάζεται ή επαγγέλλεται — γεγονός που ΄χει αφήσει μέχρι σήμερα μια βαριά σκιά πάνω στην φωνή πολλών ποιητών της Αυστραλίας.

Η αλλαγή των θεμάτων και του ύφους του ωστόσο μπορεί να υποτυπωθεί άμεσα από έναν καλοπροαίρετο αναγνώστη. Παλιά είχα γράψει ένα ολόκληρο μελέτημα για τον Παλαμά διαβάζοντας την ποιητική του συλλογή “Ασάλευτη Ζωή”, από το τέλος προς την αρχή, αναδρομικά δηλαδή, παρακολουθώντας την απώτερη κατάληξη παρά την καταγωγική αρχή. Το πού καταλήγει κάποιος δεν προσδιορίζεται κατ’ ανάγκη από πού αρχίζει. Το ελιοτικό ‘στην αρχή μου είναι το τέλος μου’ πάντα ακουγόταν κάπως σαν αυτομυθολόγηση, ένας ναρκισσισμός της απουσίας, παρά μια δήλωση ενσυνείδητης παρουσίας και ενεργούς παρέμβασης.

Σύντομα η ποιητική φωνή του Βασιλακόπουλου αυτονομείται και χειραφετείται από τους μεγάλους πατέρες και δημιουργεί ένα γλωσσικό σύμπαν γεμάτο ασυνέχειες, εξαρθρώσεις και μετωνυμίες, ένα γλωσσικό σύμπαν που αναδύεται από τον χάοσμο του Πολ Τσελάν και όχι από τον περίκομψο κόσμο του Σεφέρη. Είναι περίεργο επίσης αλλά ήδη από τις επόμενες συλλογές του (“Χρονικό”, τα “Ομοιώματα” και “Η Μνήμη του Επισκέπτη”) στη δεκαετία του ’80, η ποίησή του αποκτά μια αξιοθαύμαστη ωριμότητα και αρτιότητα, αποβάλλοντας το περιττό και το περισσόλογο, επικεντρώνοντας τους στίχους του σε βραχυλογικά σημειώματα, σαν λυρικούς πυρήνες που συγκλίνουν σε επιγραμματικές δηλώσεις γεμάτες αισθησιασμό και αναζήτηση.

Ο κεντρικός πυρήνας του ποιήματος τώρα γίνεται η ποιητική γραφή η ίδια, υποδεικνύοντας τις πολύπλοκες διεργασίες του μυαλού να στοχάζεται πάνω στην ίδια του την δημιουργικότητα: ‘γέμισαν/χαλίκια τα μάτια μου/φυτεύοντας το ίδια ρήματα.’(σ. 41) Μέσα σε αυτά τα ποιήματα αναπτύσσεται τελικά ένα και μοναδικό θέμα, που διαπνέει όλη την ποίηση, η παρουσία της αγάπης και της συγκινησιακής έκστασης που εμπνέει. Αν οι καταραμένοι ποιητές λατρεύουν τον ακραίο ερωτισμό ή τις εκρήξεις των ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων τους, η ποίηση του Βασιλακόπουλου καταδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να επικεντρωθείς σε ένα θέμα και να το πολιορκείς διαρκώς σε όλη σου τη ζωή και με όλες τις δυνάμεις. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να αντιπαραβάλουμε τα ποιήματα του με τους στίχους ενός ποιητή που δυστυχώς πέθανε νωρίς και άφησε πίσω του ένα έργο 700 (!!!) σελίδων, τον Ηλία Λάγιο, που αποτελεί σήμερα τον απεγνωσμένο έρωτα της ποιητικής Αθήνας.

Ο ποιητής και λέκτορας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου La Trobe της Μελβούρνης, Γιώργος Βασιλακόπουλος

Ο επιγραμματικός λόγος του Βασιλακόπουλου αναστοχάζεται και αυτοδικάζεται χωρίς ακκισμούς και περιαυτολογίες. Είναι μια ποίηση ουσιαστικών και όχι επιθέτων, επικεντρωμένη στην απόλυτη mot juste, και όχι σε περιφράσεις και παραφράσεις. Μια ποίηση απόλυτης διαφάνειας και ευκρίνειας, μια ποίηση καθαρή, όπως τη βρίσκουμε στην ποιητική γλώσσα της κινέζικης και γιαπωνέζικης παράδοσης, που αιφνιδιάζει με την απροσδόκητη ευθυβολία της: ‘ούτε η οργή/ούτε ο ενθουσιασμός/μόνο η σφαίρα της κούρασης/και η γλώσσα που άγγιξε τον δημιουργό της/δηλαδη το καινό/που ο κάθε πατέρας και η κάθε μητέρα είναι…’(σ. 86)

Ο Βασιλακόπουλος γνωρίζει ότι, όπως είχε παρατηρήσει ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος που δεν αγαπάει τις λέξεις. Δεν θέλει οι λέξεις να υποτάξουν ή να εξαφανίσουν την απείθαρχη συγκίνηση αλλά να καθηλώσουν τα ίχνη της πάνω στο λευκό χαρτί και μέσα στην γλώσσα. ‘Ποίηση, έγραφε ο Πολ Τσελάν είναι πιθανώς αυτό: μια Atemwende, μια στροφή της αναπνοής μας.’ Η ποίηση του Βασιλακόπουλου είναι μια ποίηση φυσικής αναπνοής. Ο αναγνώστης δεν υποχρεώνεται να πιέσει την φωνή του να διαβάσει ή να συσχετιστεί με τον κόσμο της. Η γλώσσα του με φυσικότητα σε εισάγει σε έναν κόσμο ενεργητικής περισυλλογής: ‘τί ενώνει και τί χωρίζει/τους ανθρώπους;//έπλεξες τον ιστό /με το χώρο και το χρόνο//μες το χώρο και το χρόνο//το πρόσωπό σου είναι ο τόπος της ματαίωσης//έρχεσαι και φεύγεις/έρχεσαι και φεύγεις/(άφωνη μνήμη)//σαν το ποτάμι του Σεφέρη/ή του Ηράκλειτου’(σ. 120).

Πρόκειται για μια ποίηση λεπτών αποχρώσεων και ανεπαίσθητων μετατοπίσεων: ‘Με τη γλώσσα/αφουγκράζομαι το δέρμα ν’ ανασαίνει…’(σ. 200) και μια γλώσσα που γνωρίζει τα όριά της: ‘Στη σύναξη των λέξεων//το ποίημα/ υπόσχεση του αύριο/και αναβολή του σήμερα//το νόημα του κόσμου/ατόφιο’ (σ. 267). Η ποίηση του Βασιλακόπουλου συνομιλεί με τα αποσπάσματα των προσωκρατικών και τους μονολεκτισμούς του Νίκου Καρούζου για να μπορέσει να εγκιβωτίσει στους στίχους της ένα όραμα αγαπητικών μετουσιώσεων, όπως το βλέπουμε στον Τάσο Λειβαδίτη και μερικές φορές στον καλύτερο Γιάννη Ρίτσο, σε ποιήματα λόγου χάρη όπως «Το Νόημα της Απλότητας», συλλογές όπως τα «Μονόχορδα». Ο ποιητής κινείται σε ένα όραμα κόσμου που γίνεται ταυτοχρόνως πιο λαγαρό και πιο περίπλοκο, σαν τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου.

Θεωρώ ότι οι δύο τελευταίες ενότητες του βιβλίου “Τα Χ(ε)ίλια Ερωτικά” και “Το Μερίδιο των Νεκρών” συνιστούν κορυφαίες στιγμές της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που κάποια στιγμή θα αξιολογηθούν και θα αξιοποιηθούν από ευαίσθητες αναγνώσεις και ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ο κεντρικός πυρήνας της σημασιολογίας του έργου, όπως ανέφερα, είναι η αγάπη, μια λέξη που απουσιάζει εντελώς από τον αγαπημένο του Πλάτωνα. Δεν αποτολμώ βέβαια να υποθέσω ότι είναι η χριστιανική αγάπη, αν και το όραμά του πλησιάζει ‘l’ amor che move ’l sole e l’altre stelle” την υπερβατική αγάπη που κινεί τον ήλιο και τα άλλα αστέρια, όπως τελείωνε το μεγάλο του ποίημα ο Δάντης. Ο Βασιλακόπουλος είναι ο ποιητής της ενσώματης παρουσίας, αισθησιακός και αισθησιοκράτης, γεμάτος από συγκινήσεις και πάθη που τα μετουσιώνει σε αποστάγματα καθαρής ποίησης, αναδομώντας αλλά όχι αποδομώντας την γλώσσα. Για ποιο λόγο; Για να δώσει χώρο στην ανάδυση του άλλου μέσα του.

Θα μπορούσαν πολλά να ειπωθούν για την συναγωγή των ποιημάτων του που συνιστούν ταυτόχρονα την διαρκή διανοητική εξερεύνηση τόπου και χρόνου, την υπαρξιακή μετατόπιση, που βρίσκει εκφραστική συμπαραδήλωση σε μετωνυμίες και συνεκδοχές ‘Είμαι//το ενυδρείο// της σιωπής// ψαράκια οι λέξεις// για την περίεργη //ιστορία’ (σ. 359).

Τις τελευταίες δεκαετίες ένα νέο κίνημα ποιητικής έχει διαμορφωθεί στα ελληνικά και στα αγγλικά στην Αυστραλία. Ο Μιχαήλ Μιχαήλ και ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός αναζωογονούν την παράδοση του Δημ. Τσαλουμά, της Ντίνας Αμανατίδου, της Γιώτας Κριλλή και του Σ.Σ. Χαρκιανάκη, ενώ και στα αγγλικά η Angela Costi, η Effi Hatzimanoli, η Tina Giannoukos συνεχίζουν την Antigone Kefala και την Anna Couani, με άλλες ενδιαφέρουσες μορφές σχεδόν στα περιθώριο των παροικιακών τεκταινομένων με τον Νίκο Κυπραίο, τον Δημήτρη Τρωαδίτη, και στα αγγλικά με την μοναδική και ξεχωριστή φωνή του George Mouratidis.

Η “Συλλογή” του Βασιλακόπουλου προσθέτει ένα πολύτιμο κεφάλαιο στον ποιητικό λόγο της ελληνικής παρουσίας στην πολύγλωσσο κόσμο της Αυστραλίας. Πού ανήκει και αν αυτό το φαντασιακό θηρίο της ελληνο-αυστραλιανής λογοτεχνίας συνεχίζει να επιβιώνει είναι κάτι που θα μπορούσαμε να το συζητούσαμε κάτω από άλλες περιστάσεις. Μια ποίηση που στοχάζεται και δεν νοσταλγεί ίσως να υποδεικνύει τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συμβεί στο καλλιτεχνικό και συλλογικό φαντασιακό της ελληνικής παρουσίας και χρειάζεται περισσότερο προσοχή και μελέτη.

*Ο Βρασίδας Καραλής από το 1990 διδάσκει ελληνικά στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ στην Αυστραλία. Είναι επικεφαλής του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σίδνεϋ. Ανάμεσα στα άλλα, έχει εκδώσει μεταφράσεις έργων βυζαντινής ιστοριογραφίας και μελέτες πάνω στο έργο του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Νίκου Καζαντζάκη και του Διονυσίου Σολωμού. Έχει τυπώσει ένα μεγάλο αριθμό άρθρων πάνω σε έργα και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώ έχει μεταφράσει στα ελληνικά μυθιστορήματα του Αυστραλού νομπελίστα συγγραφέα Patrick White.

Νίκος Λέκκας, Όλα είναι ποίηση και δη ποίηση του τώρα | Ποιήματα Ανεμοδαρμένα

Ένα βιβλίο από μόνο του δεν αντικαθιστά το χάδι ενός συντρόφου…

Μάνος Ελευθερίου (“Ο πατέρας του Άμλετ”)

Τοποθέτηση καθαρά δημοσιογραφική που λειτουργεί ως επίμετρο για την ανθολογία «Ανθοφορία Ποίησης»… Γιατί και ο δημοσιογράφος είναι σαν τον ποιητή: αλήτης παντοτινός, καθαρός πάντα…

Ολόγος για την ποίηση, την ελληνική, του σύγχρονου καιρού, που φτάνει ως τις μέρες μας, στην κυριολεξία.
Ιδού το θέμα. Μια ποίηση που στις μέρες μας θεωρείται αντικουλτούρα. Αλλά και τι δεν είναι αντικουλτούρα στις μέρες μας;… Αυτό αναρωτιέμαι και εγώ. Αντικουλτούρα είναι (σχεδόν) τα πάντα, αν εξαιρέσει κανείς τους αρχαίους τραγικούς, τους πάσης φύσεως γραφιάδες της αρχαιότητας εντέλει. Και πώς μερικούς εξ αυτών τους ωραιοποίησαν με το πέρασμα των αιώνων; Γιατί για τους Κυνικούς και για τον Αρχίλοχο, λόγου χάρη, είχαν άλλη άποψη. Οι τελευταίοι ήταν είναι και θα είναι περιθώριο, αλλά οι Ακαδημίες στον σύγχρονο καιρό τούς έδωσαν άλλη διάσταση. (Δεν ξέρω αν είναι η διάσταση του ντεκαντάνς, και πώς στις μέρες μας είναι αποδεκτή, αλλά η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία που πηγάζει από τον Μητσάκη και τον Άννινο, έχει το μπόλιασμα των αρχαίων Κυνικών και του Αρχίλοχου). Δεν την γλίτωσαν και κάποιοι Λατίνοι. Και αναφέρομαι μόνο στη δυτική σκέψη. Αλλά η ποίηση είναι ομογάλακτη με τη σύγχρονη ζωή, με τη ζωή γενικότερα… Άσχετα τι λέει το κάθε δημιούργημα. Ακόμα και οι αναφορές θανάτου ζωή είναι. Από την αρχαιότητα ξεκινά και φτάνει μέχρι το σήμερα, αυτή τη στιγμή, με αναφορές στη ζωή, στην εξελικτική πορεία της, στις αποκλίσεις της και στον θάνατο ή σε ό,τι ισοδυναμεί με θάνατο. Οι αρχαίοι τη γλίτωσαν, από την λήθη.

 Σήμερα δεν θεωρούνται αντικουλτούρα οι αρχαίοι, όπως και πολλοί από τους μεταγενέστερους. Παίζονται στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου. Αλλά αγαπητοί μου αναγνώστες, πιστέψτε με: η αντικουλτούρα είχε, έχει και θα έχει πάντα μεγαλύτερο κοινό από την επίσημη κουλτούρα.
Η αντικουλτούρα απαριθμεί δεκάδες εκατομμύρια συγγραφείς με πίστη στην τέχνη και στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, με φανατικούς οπαδούς και κάποιους πολέμιους. Άλλα την ποίηση τη γράφουν εξευγενισμένοι λαϊκόψυχοι άνθρωποι, με αγάπη για τον άνθρωπο, τα θέλω του και τις βαθύτερες στιγμές τους (de profudis), που ταρακουνούν το γιατί της ύπαρξής τους, συνδιαλέγονται με το καθημερινό και έχουν μιαν άκρως ερωτική ματιά για τον κόσμο, είναι δηλαδή εργάτες της τέχνης. Τέτοιοι είναι και οι ποιητές μας.

Η Σούζαν Σόντανγκ σε ένα εξαιρετικό δοκίμιο με θέμα τον Ρεμπώ, τον θεωρεί και αυτόν αντικουλτούρα. Τίτλος του: Η αισθητική της σιωπής. Ένα βιβλίο, και για την ακρίβεια, ένα κεφάλαιο ενός βιβλίου, που στην Ελλάδα μεταφράστηκε όχι μία, αλλά δύο φορές: μία από τη γνωστή και στην Αμερική Νανά Ησαΐα, και μία από τον σπουδαίο μεταφραστή Άρη Μπερλή…

Και δείτε πώς λειτουργεί το λεγόμενο «αμερικανικό όνειρο» στους πολλούς του κόσμου. Για μια Αμερική έτσι και αλλιώς κατακερματισμένη…

Πώς οι Αμερικανοί έμαθαν να πιστεύουν στην Ελλάδα του «Ζορμπά», μέσα από την ταινία του Κακογιάννη, του Ποτέ την Κυριακή του Ντασέν, και πώς το διεθνές ειδησεογραφικό κανάλι CNN απαθανάτισε την ελληνική ποίηση μέσα από τα σχιζοφωνητικά του Λεωνίδα Χρηστάκη, ποιήματα γραμμένα από έλληνες ποιητές κυρίως κατά την δεκαετία του ’80 και πιο πριν, ποιήματα που απαγγέλθηκαν σε καφενείο με τρόπο σχιζοειδούς έκφρασης, με συνοδεία πιάνου από τον γνωστό μουσικό και συγγραφέα Σάκη Παπαδημητρίου. Αυτό σε ένα αφιέρωμα για την ελληνική ποίηση του γνωστού ανά τον κόσμο τηλεοπτικού καναλιού. (Τα ελληνικά καφενεία έχουν άρρηκτη σχέση με τα café, τα bistrot, κυρίως της Γαλλίας, εκεί που οι ποιητές έγραφαν στο πόδι, με καφέ και τσιγαράκι. Είναι κάτι το θεσπέσιο, σαν τα σκέτα τσιγάρα).

Και αυτό, γιατί στην Αμερική, με τα πολλά κακά και τα επίσης πολλά καλά, υπάρχει κόσμος (άσχετα αν δεν φαίνεται) που ασχολείται σοβαρά με την ευρωπαϊκή ποίηση. Και η Ελλάδα είναι Ευρώπη, έστω και στην άκρη της. Επίσης δείτε το κίνημα των μαύρων, και το φεμινιστικό κίνημα που άνθισε κάποτε.

Την ανθοφορία του και την κατάντια του. Ενώ η ανθοφορία δεν προβάλλεται, η κατάντια υπερπροβάλλεται με τους πιο φανταχτερούς τρόπους. Αν και με εμμονές. Η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται στις μέρες μας καυτό θέμα. Και ο τρόπος να το διαχειριστείς έχει τόσο λεπτές ισορροπίες, που εύκολα μπορεί να βρεθεί κανείς εκτός στάσης. Δείτε τον αγώνα (και για αυτό το θέμα) της Τόνυ Μόρισσον και της Λίντα Κινγκ, δύο σημαντικών γυναικών των γραμμάτων, που η έμφυλη ταυτότητα που φέρουν, τους δυνάμωσε την πίστη για αγώνα, για τα δικαιώματα των «αδυνάτων» με μηδαμινά μέσα προβολής, αλλά με περισσή αξιοπρέπεια, και ύστερα αντιπαραβάλλετέ το με το ανάποδο αυτής της στάσης με τις στάρλετ του κινηματογράφου να περπατάνε στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ με αποκαλυπτικό έως σιθρού ενδυματολογικό κώδικα και με αδιαφανή ρούχα από μέσα, συνήθως κολάν και σορτς, που καλύπτουν ερωτογόνες περιοχές, είτε κανονικές είτε ως φετίχ, για να υποστηρίζουν μια υποτιθέμενη κραυγή, που δεν την πιστεύει σχεδόν κανένας. Μόνο με αγαθά πολιτισμού, με πολιτιστικά τούβλα μπορείς να περάσεις μηνύματα. Και οι ποιητές είναι οι πρώτοι που το έκαναν. Με αλτρουισμό και μαεστρία. Με όπλο τους το μολύβι. Για κάποιους το πιο σίγουρο όπλο. Και πώς αυτά τα γεφύρωσε υπέροχα –για να κάνω τη σύνδεση– ο ελληνοαμερικανός ποιητής και μεταφραστής Νίκος Σπάνιας, χρόνια πριν τα τραγελαφικά, κυρίως με «Τα ποιήματα της τρίτης λεωφόρου» αλλά και ο Μιχάλης Μοίρας (ποιητής και πεζογράφος) σε μικρότερη εμβέλεια. Αυτό ως παράδειγμα. Οι νομπελίστες μας ήταν εισαγόμενο φρούτο για τους αμερικανούς και σπουδή για τους εγχώριους. Η ελληνική ποίηση είναι εδώ, στην άκρη της Ευρώπης, είναι μέρος της παγκόσμιας ποίησης και αφορά εκατομμύρια κόσμο: κόσμο διαφόρων εθνικοτήτων και κοσμοθεωριών, στοιβαγμένο σε ένα μικρό μόνο κομμάτι της γης, που θέλουμε να το λέμε κράτος…

Δείτε τί κακές κριτικές πήραν τα ποιήματα του Τζιμ Μόρισον στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη (χωρίς να εξαιρείται η Ελλάδα), πριν πεθάνει σε νεαρή ηλικία στο Παρίσι, (και μην δεινοπαθείτε με την πρωτεύουσα της Γαλλίας και απλώς την θεωρείτε σφηκοφωλιά διανόησης, διότι ακόμα και ο Λένιν και ο Τρότσκι σύχναζαν στο κοσμικό Παρίσι πριν το 1917). Ο Μόρισον πέθανε με τρόπο που διχάζει, Αμερικανούς και Ευρωπαίους, που πριν τον είχαν στην «απέξω», απέξω από την κουλτούρα του τόπου, και μετά σχεδόν «ως δια μαγείας» έγινε αυτό που έγινε στην Αμερική και στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ουδείς αλάθητος – μια από τις πιο στιβαρές φωνές της αμερικανικής ροκ κουλτούρας. Και της παγκόσμιας! Μιας κουλτούρας που ξεκινά από την Αμερική και φτάνει μέχρι το τελευταίο χωριό του λεγόμενου δυτικού κόσμου, με τους πρωτοδιδάξαντες αμερικανούς μπιτ ποιητές, που επηρέασαν την παγκόσμια ποιητική σκηνή. Βέβαια στην Ελλάδα, έπαιξε ρόλο και η συνοικία που είχαν σε μια μεριά της Ύδρας. Σε καιρούς δύσκολους.

Και οι ποιητές μας, από αυτήν την σκοπιά την βλέπουν την ποίηση. Την δυτική. Άσχετα αν γράφουν στα ελληνικά. Μιας γλώσσας λόγω ιδιομορφίας άκρως περιορισμένης ως προς τη διάδοσή της. Γιατί κάθε σοβαρός άνθρωπος μόνο στη γλώσσα του μπορεί να γράψει, (και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, όπως, λ.χ., ο Άδωνις Κύρου, πολυπράγμων δημιουργός, και ο Νίκος Στάγκος, σημαντικός ποιητής και όχι μόνο. Εκ του γαλλικού και εκ του αγγλικού αμφότεροι). Τα πάντα μόνο στη μητρική γλώσσα μπορούν να γραφτούν. Άσχετα αν η Ελλάδα θεωρείται χώρα γεωγραφικά στο μεταίχμιο και οι δημιουργοί της κάποιες φορές μεταχειρίστηκαν λέξεις αμετάφραστες… Γιατί άλλο πράγμα η Ανατολή. Η Δύση με την Ανατολή έχουν άλλες αξίες. Και η Ελλάδα είναι στη μέση, αν και κλείνει το μάτι στη Δύση.

Αμιγώς ελληνικά μυθιστορήματα, στην Αμερική δεν «τσούλησαν» όπως για παράδειγμα Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, ασφαλώς – λόγω επηρεασμών και ιδιάζουσας (ελληνικής ) νοοτροπίας. Μιας νοοτροπίας άγνωστης στην υφήλιο. Τα ελληνόφωνα χωριά της κάτω Ιταλίας αποτελούν εξαίρεση… Ένας συγγραφέας που σήμερα θεωρείται κλασικός στην Ελλάδα, και η φήμη του που πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να καθιερωθεί «εντός», σήμερα έχει ξεπεράσει τα όρια της χώρας. Μιλάω για την ποιότητα της πένας του και τον αντίκτυπο σε ένα μικρό (ευτυχώς) κοινό με κουτσομπολίστικες προσλαμβάνουσες, για τον τρόπο που επέλεξε να ζήσει: έναν τρόπο που θεωρείται «εκκεντρικός»… Το εν λόγω πόνημα, είναι ένα βιβλίο που ως δομή ξεπεράστηκε, αλλά η ουσία του παραμένει πάντα επίκαιρη. Η πορεία μιας οικογένειας, με φόντο την μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας. (Οι πολιτικάντηδες ανά την υφήλιο, ας το θέσουν σοβαρά). Γιατί ο πόλεμος, και δη ο εμφύλιος, τις περισσότερες φορές είναι εντός. Για να μη πω πάντα. Καμιά φορά και η οικογένεια. «Ραγισματιές που μπαινοβγαίνουμε στον κόσμο» έχει γράψει ο Γιώργος Χειμωνάς, είναι σχεδόν (μετά λόγου γνώσεως το γράφω) λαιμητόμος.

Τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ελλάδα. Αυτή τη «λαιμητόμο» μπόρεσε να την ξεπεράσει μόνο η ποίηση. Κυρίως με τον Καβάφη. Αυτόν τον μέγιστο ποιητή και πολίτη του κόσμου, που έγραψε στα ελληνικά κυρίως και που, όταν ζούσε, μόνο ελάχιστοι στην Ελλάδα πίστεψαν στην αξία του. Οι περισσότεροι είχαν μια τάση σνομπ, όσο ζούσε, για τον ποιητή, που θεωρήθηκε ότι ήταν «Φαναριώτης», αλλά όπως αποδείχτηκε μετά τον θάνατό του είχε γράψει ερωτικά ποιήματα που μόνο μετά το ξόδι του αποκαλύφτηκαν. Έκανε αυτό που του υπαγόρευσε η ψυχή και η συνείδησή του, πράξεις ακριβά πληρωμένες, δεν χαμπάριαζε από «μέτρα και σταθμά», χάραξε μιαν άκρως προσωπική πορεία που μόνο λίγοι ανά τον κόσμο το έχουν κάνει, και έγινε έτσι ο Καβάφης. Σήμερα όλοι υποκλίνονται στο άκουσμα του ονόματός του.

Δείτε τα ποιήματα του Γκίνσμπεργκ (και κυρίως το Ουρλιαχτό) πώς εξέφρασαν τους εφιάλτες των ανθρώπων ανά τον κόσμο, ανθρώπων που θεωρούνται αλήτες, και πώς αυτή η δυναμική έχει ήθος, αλήθεια και μεγαλείο ψυχής, γιατί πάντα οι αλήτες «κρατούσαν ψηλά την αξιοπρέπεια της Τέχνης» μπροστά σε κάτι σαπουνόπερες που πουλήθηκαν στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, όπως Η Δυναστεία, η Τόλμη και Γοητεία, τα Ατίθασα Νιάτα… Και κάποια σημερινά μικρότερης εμβέλειας, με έρωτες στα νοσοκομεία. Πόσο είναι ρηχά και δεν εκφράζουν τίποτα!… Η Αμερική είναι εδώ. (Το σύνολο της Αμερικής). Όπως και η Ελλάδα, (το σύνολο της Ελλάδας). Δέχεται και δίνει τα φώτα. Η Αμερική έχει τόσο βάθος, όσο και η Ελλάδα. Και η Ελλάδα έχει τόσο βάθος όσο και η Αμερική. Ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ. Και οι εθνικισμοί από δήθεν πατριώτες είναι απλά σχιζοφρένεια.

Πανεπιστημιακά τμήματα νεοελληνικών σπουδών λειτουργούν και στην Αμερική. Γιατί η Αμερική και η Ελλάδα δεν είναι αυτό που φημολογείται ότι είναι. Είναι έτη φωτός παραπάνω. Και μπορεί γνήσιοι αμερικανοί να μην υπάρχουν, δεν υπάρχουν όμως και γνήσιοι έλληνες. Η τριβή με την κουλτούρα τούς δίνει ταυτότητα. Και το λέω ευθέως. Ούτε στην Αμερική ούτε στην Ελλάδα είναι όλα για πέταμα. Και δεν είναι για πέταμα κυρίως η ποίηση, ακόμα και αυτή που παράγεται αυτή τη στιγμή. Βέβαια η ποίηση είναι μια σοβαρή παραγωγή και δεν είναι «φασόν» –ας το έχουμε υπόψη μας. Τα ποιήματα στην εν λόγω ανθολογία που κρατάτε στα χέρια σας, τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από την ξένη παραγωγή. Την παραγωγή των πολιτισμένων σύγχρονων χωρών, γιατί θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι μόνο χρήσιμη για ξεσάλωμα των νέων και μόνο χρήσιμη για την ιστορία για τους ώριμους. Γιατί θεωρούμαστε ότι το μόνο που έχουμε είναι μόνο η αρχαιότητα. Λάθος.

Τα ποιήματα της ανθολογίας είναι ποιήματα αγωνίας, και η αγωνία έχει παγκόσμια επίδραση. Είναι χωρίς πατρίδα και θρησκεία. Που μπορεί η τεχνοτροπία να διαφέρει, από γενιά σε γενιά, από σχολή σε σχολή, ακόμα και από το ένα φύλο στο άλλο, αλλά, αν το αναλύσεις σε βάθος, το «κουκούτσι της ψυχής» των ποιημάτων είναι ο άνθρωπος, το μεγαλείο του και η μικρότητά του, τα πάνω του και τα κάτω του, όλα αυτά που συγκροτούν το άνθρωπο. Γιατί η ψυχή των ποιητών είναι η ψυχή των ανθρώπων. Με τα μεγαλεία τους και με τις μικρότητές τους. Και τα δύο ταυτόχρονα, όπως σε κάθε άνθρωπο. Η πάντα εξευγενισμένη ψυχή των ποιητών, παράγει τα ποιήματα, και τα ποιήματα, πάντα υπο-σημειώσεις του άνθρωπου-ποιητή. Δείτε τις Σημειώσεις ενός ανθρώπου, για να καταλάβετε τι λέω – του Γιάννη Χρυσούλη. ( Όχι όμως του θεατρικού συγγραφέα· του εξαδέλφου).

Γιατί όταν μιλάμε για ποίηση μιλάμε για ψυχές, ψυχές ζώντων ή σχεδόν, ψυχές θανόντων ή σχεδόν, είναι πάντα τόσο απαράμιλλα ίδιες, που μόνο ο τρόπος και η έκφραση διαφέρει. (Και δεν χρειάζεται να κάνεις ψυχανάλυση ή να θεολογείς για να καταλάβεις ότι η άνθρωποι είναι όλοι ίδιοι.)

Είναι όλοι ίδιοι μόνο «γυμνοί», γυμνοί από όλες τις μικρότητες και τα κόμπλεξ. Με μικρές διαφορές. Αυτήν του φύλου και αυτήν του χρώματος. Και κάποιες άλλες που δεν τις μετρά κανείς, ή μάλλον τις μετρά μόνο για να ικανοποιήσει την ωραιοπάθειά του και ως τέρψη για μια ενδεχόμενη σεξουαλική επαφή. Αυτή του βάρους και αυτή του ύψους. Και μόνο για τη λίμπιντο αυτή των πλούσιων φυσικών χαρισμάτων. Αλλά οι ποιητές δεν έχουν μόνο σώμα ή μόνο ψυχή. Είναι και τα δύο ένα (αν και οι ποιητές ανά τον κόσμο είναι άκρως ερωτεύσιμα/ερωτικά πλάσματα). Μια ψυχοσωματική μάζα που αισθάνεται στο ζενίθ και όλες οι αισθήσεις λειτουργούν επίσης στο ζενίθ. Αυτό κυρίως…

Και οι ψυχές και τα σώματα, (τα αισθήματα και οι αισθήσεις), στην απαρχή τους είναι όλα ίδια. Άλλο πώς διαμορφώθηκαν. Για αυτό και η εν λόγω ανθολογία αφορά τους πάντες…

Αυτούς που μιλούν ελληνικά, όπως Αλβανούς δεύτερης γενιάς λόγου χάρη, μετανάστες από το τέως ανατολικό μπλοκ, ανθρώπους που έμαθαν να μιλάνε ελληνικά, για να απολαύσουν τα ποιήματα στο πρωτότυπο, καθώς και αγγλομαθείς, πανεπιστημιακής μορφώσεως ή μη. Από ειδικό ενδιαφέρον ή από περιέργεια – και η τέτοιου είδους περιέργεια, ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Αντίθετα πήγε τον άνθρωπο μπροστά και τον έκανε Άνθρωπο…

Η ανθολογία είναι εδώ. Με 51 νεοέλληνες ποιητές, ανθολογημένους από τον Ανδρέα Παναγόπουλο. Και ό,τι το νέο δεν πρέπει να μας ξενίζει, ούτε φυσικά να μας φοβίζει. Γιατί το νέο, η νεοελληνική ποίηση του καιρού μας, είναι εδώ. Δεν ζητά να κριθεί – και αν την κρίνει κανείς, μόνο με πνεύμα ευγενούς άμιλλας μπορεί να το κάνει· αυτή απλώς καταθέτει τον λόγο της ύπαρξής της. Με γενναιότητα και αλτρουισμό. Μιας ύπαρξης που έχει να κάνει με τον φόβο. Με τον φόβο και τον τρόμο. Αυτή είναι η σύγχρονη ποίηση.

Ξεχάστε την παγκόσμια κρίση. Για τον φόβο και τον τρόμο της ψυχής μιλάω. Και όπως (σε παγκόσμια εμβέλεια,) η ποίηση έχει κατηγοριοποιηθεί σε γενιές, (αυτήν την κατηγοριοποίηση την σιχαίνονται πολλοί, όπως για παράδειγμα, ο παγκοσμίου εμβέλειας ερασιτέχνης λαογράφος-ποιητής Ηλίας Πετρόπουλος), υπάρχουν υποκουλτούρες μέσα στην υποκουλτούρα, όπως, π.χ., gay art. Άλλη η τεχνοτροπία της κάθε γενιάς, μιας ομάδας ή ακόμα και μιας μικρότερης υποομάδας. Με μοντέρνα ή κλασικά στοιχεία, χωρίς να την βαραίνει η σφραγίδα του χρόνου, έχουν και αυτές παρουσία. Και είναι αυτές, οι χωρίς χρόνο, αλλά με τόπο υποκουλτούρες που μας αφοράν. Σε κάθε γεωγραφικό στερέωμα.
Μόνο το μοντέρνο μπορεί να ξεπεραστεί. Πολλοί το έχουν πει. Καθώς επίσης μπορούν να ξεπεραστούν φθηνά «φασόν» δήθεν κλασικής δομής/κατεύθυνσης. Αλλά στην ψυχή του «Αναγνώστη» ποτέ. Και δεν μιλάω για ειδικούς αναγνώστες – κριτικούς ποίησης. Μιλάω για τον κάθε έναν από εμάς που στην ποίηση προσπαθεί να βρει αυτό που του στερεί η κοινωνία:το ξέφωτο, το ξέφωτο από τη μικροπρέπεια του καιρού μας, ένα ξέφωτο που μόνο η ποίηση, άρα μαζί και ο έρωτας, μπορούν να δώσουν. Και καμιά σημασία δεν έχουν οι επιπτώσεις…

Όλα ποίηση, και δη ποίηση του τώρα… Ποιητές διαφορετικών γενιών (για τις γενιές δες παραπάνω), με διαφορετικά θέλω, με διαφορετικά θέλω (το ξαναλέω) και εν τέλει με διαφορετικές αγωνίες, αλλά μόνο φαινομενικά. Όλοι οι νέοι ποιητές, φέρνουν και τις αγωνίες των παλαιότερων. Από τα θρυλικά και ακραία: « Ένα γέλιο θα σας θάψει», «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» κ.τ.λ. Γιατί οι αγωνίες γεννήθηκαν από τη στιγμή που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Που, αν τις αναλύσεις βαθιά, είναι πάντα ίδιες (το ξαναλέω), μπορεί σε κάποιους να αυτοκαταργούνται, αλλά δεν καταργούνται, απλώς εμπλουτίζονται. Σε ένα πρώτο επίπεδο είναι το αναπάντητο πάντα ερώτημα του ‘»ποιος είμαι και τι με τραβά», που μας διχάζει όσο διχάζει ο άνθρωπος και η καταγωγή του. Μιλάω για τις φυλές…
Γιατί η ποιητική φλέβα, που υπάρχει στον άνθρωπο, άσχετα αν δεν βγαίνει πάντα, έχει πάντα τις ίδιες καταβολές και το ίδιο «τέλμα». Ένα τέλμα που δεν θα έρθει ποτέ. Γιατί οι άνθρωποι είναι εδώ. Και πάντα θα γράφουν, πάντα θα δημιουργούν. Και θα μιλούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, για τις αγωνίες τους. Σε Δύση και Ανατολή. Που τον Έλληνα τον απασχολεί η Δύση. Γιατί εκεί νιώθει πως εντάσσεται, κι έτσι η Δύση τον αφορά.

 Παίζει και ένα ρόλο το θρησκευτικό γίγνεσθαι της Δύσης… Όσο και αν οι περισσότεροι έντεχνα αποφεύγουν τη θρησκεία. Και οι ποιητές είναι οι πρώτοι διδάξαντες. Αλλά για να αποφεύγεις κάτι, να το δέχεσαι ή να το απορρίπτεις, πρέπει πρώτα να έχεις μπολιαστεί με αυτό.

Πενήντα ένα ποιήματα δυτικής μορφής, δυτικής νοοτροπίας από πενήντα ένα ποιητές του καιρού μας, πάντα Έλληνες, χωρίς να έχουν δεχτεί ποικιλώνυμες φανφάρες και χωρίς να μπορούν (και αυτό ούτε κατά διάνοια) να μπουν στην τάξη των λεγόμενων ευνοημένων ποιητών, άρα και βολεμένων. Από ένα σύστημα που πάντα δίνει βραβεία στο «σινάφι». Και κάποιοι αυτό αυτούς που θεωρούνται σινάφι γύρισαν –προς τιμήν τους– τα βραβεία πίσω. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Σάρτρ για παράδειγμα…

Ποιητές ψυχής που δεν τους αφορά η φήμη, κάποιους από αυτούς ούτε η υστεροφημία, γράφουν για να εκφράσουν το μεράκι και την «κάψα» της ψυχής τους, και είναι αυτό που κάποτε έγραψε ο Νίτσε σε ένα ποίημα του. «Τρελοί μονάχα, ποιητές μονάχα», τρελοί με ποιητικό στόμφο που θυμίζει αυτοέρωτα ή έρωτα, και ποιητές με αυτό που είναι ο έρωτας. Μια βαθιά ερώτηση για την ύπαρξη…

Δεν τους είπαν ποιητές της αμφισβήτησης στο σύνολό τους. Κάποιοι τους θεώρησαν ως «τίποτα», τους πρόσθεσαν τα «χίλια μύρια», οτιδήποτε «κουλό» μπορείτε να φανταστείτε, με ή χωρίς κριτήριο και έννομο συμφέρον. Αλλά αγαπητοί μου αναγνώστες, πιστέψτε με: σε μια χώρα που η απροσδιοριστία του νοήματος επικρατεί, όλα είναι ρευστά. Ακόμα και αυτό το σιχαμένο: ποιητές της κρίσης. Που στην Ελλάδα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πάντα κρίση είχαμε.

Υ.Γ.: Οι αναφορές σε ονόματα δημιουργών που δεν περιέχονται στην εν λόγω ανθολογία (και αυτά προς επεξήγηση του Επιμέτρου) είναι άκρως σκόπιμες και ηθελημένες. Γιατί οι ζωντανοί σε παίρνουν στο κυνήγι… Και οι καιροί είναι πρόστυχοι…

Κορωπί Αττικής, Καλοκαίρι 2018

*Το παρόν κείμενο που αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου που παρουσιάζεται εδώ, αναδημοσιεύεται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2020/04/04/nikos-lekkas-poems-adrift/?fbclid=IwAR0U0DJ_Yr4PLFfXJ0PAPR21_C9Eo0s4Gwl_3jp7Dc80Stye2dT9jD_VZgQ

Εορτάζοντας τα 101α γενέθλια του Lawrence Ferlinghetti

*Αποσπάσματα από το βιβλίο “Τι Είναι Ποίηση;” που ο Χ. Αγγελακόπουλος είχε την τιμή να μεταφράσει πέρσι για τις εκδόσεις “Bibliotheque”

Η ποίηση σαν πρώτη γλώσσα πριν τη γραφή ακόμα τραγουδάει εντός μας, μία βουβή μουσική, μία αδιαμόρφωτη μουσική.
Η ζωή που βιώνεται με ποίηση στον νου τέχνη καθ’ εαυτή.
Ποιήματα σαν πεταλουδίτσες συνωστίζονται στο παράθυρο, προσπαθώντας να αγγίξουνε τη φλόγα.
Ποίηση η κραυγή της καρδιάς που ξυπνάει αγγέλους και σκοτώνει δαιμόνια.
Ποίηση τα λευκά γράμματα στο μαύρο, τα μαύρα γράμματα στο λευκό.
Ποιήματα κρύβονται σε νυχτερινούς ουρανούς, σε ρημαγμένα οικήματα, στα φθινοπωρινά φύλλα που ανεμοσέρνονται, σε χαμένα και ανακαλυμμένα γράμματα, πρόσωπα χαμένα στο πλήθος…
Ποίηση ο πίνακας των πολιτειών του μυαλού και των αναπτυγμένων σε βάθος κατατομών.
Ποίηση μία γυναίκα γυμνή, ένας άνδρας γυμνός και η απόσταση αναμεταξύ τους.
Ποίηση η υπέρτατη μυθοπλασία.
Ποίηση τα νέα από τα όρια που ολοένα διευρύνονται στα μακρινά σύνορα της συνειδητότητας.
Ιδιωτική μοναξιά που γίνεται δημόσια.
Το φως στο τέρμα του τούνελ και το σκοτάδι εντός του.
Το πρωινό περιστέρι που θρηνεί τον έρωτα, και τίποτα δε φτάνει την κραυγή της καρδιάς.
Η ποίηση κρατάει το θάνατο σε απόσταση.
Η ποίηση δεν είναι μόνο άλογα ηρωίνης και Ρεμπώ. Είναι επίσης οι ανίσχυρες προσευχές των επιβατών αεροπλάνων που δένουν τις ζώνες τους για την τελευταία κάθοδο.
Τα ποιήματα εκπληρώνουν πόθους και αποκαθιστούν ζωές.

*Lawrence Ferlinghetti, Τι Είναι Ποίηση;- Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque.

Ξεκλειδώνοντας τον Κλήδονα / Unlocking Klidonas

Το περιοδικό «Κλήδονας» της υπερρεαλιστικής ομάδας Αθηνών αποτελεί τη σαφέστερη μέχρι στιγμής αποτύπωση μιας δραστηριότητας που διαρκεί εδώ και δύο περίπου χρόνια, αλλά που οι ρίζες της βρίσκονται αρκετά βαθύτερα. Η ίδρυση της ομάδας και του περιοδικού οφείλονται κατ’ αρχάς στην ανάγκη κάποιων ατόμων, σε δεδομένο τόπο και χρόνο, να μετατρέψουν τις υποκειμενικές τους επιθυμίες σε συλλογικά βιώματα και διακυβεύματα, αλλά και να κοινοποιήσουν τις καταβολές, εμπειρίες και προοπτικές τους.
Σε μια χώρα βέβαια όπως η Ελλάδα, όπου ο υπερρεαλισμός έχει καταχωρηθεί ως γόνιμη επιρροή σε λογοτεχνικά και (λιγότερο) σε εικαστικά έργα, αλλά όχι ως συστηματική ομαδική δραστηριότητα, αναδεικνύεται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ο κατασταλτικός ρόλος της εξειδικευμένης κριτικής απέναντι στην στοιχειωδώς αυθεντική έκφραση. Έτσι, η πρωτοβουλία ενός συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, μιας συλλογικής ένταξης στο ζωντανό υπερρεαλιστικό κίνημα, όπως συμβαίνει με την ομάδα Αθηνών και λίγο παλαιότερα με τη σουρρεαλιστική ομάδα στα Γιάννενα, προξενεί ταυτοχρόνως την υπεροπτική αναγωγή του υπερρεαλισμού από αυτόκλητους τιμητές σε ένα ένδοξο ή μη μακρινό παρελθόν, και τις σκανδαλισμένες αντιδράσεις των ίδιων τιμητών απέναντι στην αυθάδεια μιας κίνησης που δεν εντάσσεται στο αφηρημένο τους σχήμα. Το υπαρκτό αυτό φαινόμενο δεν θα έχρηζε καμίας προσοχής αν δεν αποτελούσε τμήμα μιας ευρύτερης, διεθνούς πρακτικής.

Αντικείμενο της αδυσώπητης ταξινομητικής μανίας των αισθητικών, φιλολόγων και επαγγελματιών ιστορικών της κουλτούρας, ο υπερρεαλισμός επαινείται ίσως ως μια στιγμή στην πορεία της τέχνης και, όταν υπεισέρχεται στην ακαδημαϊκή θεώρηση το στοιχείο των ιδεών, ως μια χαμένη εξέγερση που άγνωστο γιατί αδυνατεί να συνεχιστεί, μολονότι οι αιτίες της έχουν μάλλον πολλαπλασιαστεί παρά ατονήσει! Από την άλλη πλευρά, ο υπερρεαλισμός κρίνεται ανέξοδα σε μια αυτοανακυκλούμενη και θεσμικά κατοχυρωμένη σχετικοποίηση των πάντων και ένταξη μιας νοθευμένης αμφισβήτησης στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οι προσεγγίσεις αυτές, όσο προωθημένες και αν διατείνονται ότι είναι, αδυνατούν να ξεφορτωθούν το βάρος του υπερρεαλισμού με οποιονδήποτε άλλον τρόπο εκτός από την ένταξή του στα καλούπια άψογα οριοθετημένων ιστορικών περιόδων.

Είναι βέβαια αδιανόητος ο υπερρεαλισμός ως πράξη και ως ανάγκη για τους ακαδημαϊκούς αναλυτές που τείνουν να κατέχουν το μονοπώλιο στην ευπρεπή διάδοση ή δυσφήμισή του, αφού τον έχουν γνωρίσει κατά κανόνα ως διδαχθείσα ύλη, ως τμήμα της κουλτούρας που εκείνος επεδίωξε ανέκαθεν να διαβρώσει για να επανέλθει στο πρωταρχικό ερέθισμα μιας έκφρασης αδιάφορης για πολιτιστικούς θεσμούς. Έτσι, ο υπερρεαλισμός μετατρέπεται ύπουλα σε καταναγκαστική γνώση αντί για ένδειξη προς την κατεύθυνση της επιθυμίας, και διασφαλίζεται η διαιώνιση της παραποίησής του.
Ωστόσο, η επιθυμία αυτή δεν παύει να υπάρχει. Ο υπερρεαλισμός επισημαίνει πάντα τις αρχές που τον ανήγαγαν σε οπτική γωνία, πράξη, ατομική και συλλογική εμπειρία: κατ’ αρχάς, απεριόριστη διαθεσιμότητα απέναντι στους ανεπαίσθητους ερεθισμούς που τείνουν να προσδίδουν στη ζωή, έστω και φευγαλέα, ένα νόημα πέραν αυτού που επιβάλλει η καθημερινή χρηστικότητα. Κατόπιν, συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η κοινωνική συνθήκη που απαγορεύει τις εξαιρετικές αυτές ενδείξεις χωρίς να κατορθώνει να εξαλείψει εντελώς τις ρωγμές που τις φέρνουν ενίοτε στο προσκήνιο δεν αποτελεί μεταφυσική αναγκαιότητα, καθώς και ότι η υποκειμενική επιθυμία δεν νοείται ανεξάρτητα από τη διυποκειμενική επικοινωνία. Τέλος, ανοιχτότητα που επιτρέπει τον εντοπισμό των στοιχείων της υπερρεαλιστικής θέασης και πράξης τα οποία διαστρέφονται από την ενσωμάτωσή τους στην κυρίαρχη κουλτούρα, ή περιπλέκονται από τις ιστορικές συγκυρίες. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς πολλών επαγγελματιών μελετητών του, ο υπερρεαλισμός έχει μια ισχυρότατα ανεπτυγμένη ικανότητα αυτοεξέτασης, κάτι που άλλωστε συμβαδίζει με την ερευνητική του φύση.

Η όποια απόπειρα ενασχόλησης με τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα σε επίπεδο σαφούς προσχώρησης και όχι αμυδρού ενδιαφέροντος που περιορίζεται σε ανασκοπήσεις και θεωρητικές ταριχεύσεις, ή έστω καλόπιστες επικλήσεις, έχει να αντιμετωπίσει δυσκολίες οι οποίες φαίνονται ίσως προφανείς αλλά κατ’ ουσίαν ανάγονται στην πνευματική ραστώνη που ευνοούν τα ιστορικά προηγούμενα. Ανταλλάσσοντας την ποιητική λειτουργία με τις μικρότητες της λογοτεχνικής παραγωγής και της διδασκαλίας της, ο κύριος όγκος των γραπτών που αναφέρονται στις εγχώριες προσλήψεις του υπερρεαλισμού παρουσιάζει την εικόνα μιας κουλτούρας ταυτοχρόνως πολύ υπανάπτυκτης για να συλλάβει τις προοπτικές και διεθνείς λειτουργίες του κινήματος, και φολκλορικά λυρικής, ώστε να αξιοποιεί στοιχεία υπερρεαλιστικής εικονοποιίας προς όφελος ενός εθνικού ιδεολογήματος.

Η αφελής χάρη μιας υποτιθέμενης Ελλάδας του 1930, κλεισμένης στον εαυτό της, που εξέπεμπε ψήγματα ενός νεότευκτου αλλά εμφατικά τοπικού λυρισμού, αγνοώντας τις διεθνείς διεργασίες και βασιζόμενη στο ατομικό έργο κάποιων λίγο-πολύ ιδιότυπων ή χαρισματικών ατόμων προϋποθέτει ασφαλώς και τη σύμφωνη μαρτυρία των νεκρών πλέον προσώπων που εισήγαγαν τον υπερρεαλισμό στη χώρα. Ωστόσο μια πρόχειρη αναδρομή στα κείμενα εκείνης της εποχής, και στις τότε απόπειρες ομαδικής δραστηριότητας, δείχνει ότι ο υπερρεαλισμός έγινε και εδώ εξ αρχής αντιληπτός ως κίνημα, ως ερευνητικό εργαλείο αλλά και διαρκής εμπειρία, που επιζητεί τη συλλογικότητα και αδιαφορεί για τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Ήδη στα 1939 ο Ανδρέας Εμπειρίκος χαρακτήριζε το πρώτο του βιβλίο «πράξη» του κινήματος και όχι λογοτεχνική άσκηση, ενώ προειδοποιούσε για το καθεστώς της κριτικής, η οποία υφαρπάζει τύπους έκφρασης και εμπειρίας που δεν της ανήκουν. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, η αποτυχία των τότε εγχώριων υπερρεαλιστών να συγκροτηθούν σε ομάδα με συστηματικές δημόσιες παρεμβάσεις ανακηρύσσεται άλλοτε αρετή, άλλοτε αναπόφευκτο μειονέκτημα και άλλοτε φόβητρο για οποιαδήποτε νεότερη απόπειρα. Το πλήθος των απελπιστικά δειλών κινήσεων προς αυτήν την κατεύθυνση που σημειώθηκαν κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες δεν δίνει το μέτρο για τη συνέχεια, αλλά μάλλον υποδεικνύει την αναγκαιότητα της ρήξης με μια παράδοση αθεράπευτης αδράνειας.

Η αναγκαιότητα, βέβαια, δεν βρίσκεται ποτέ μακριά από την τυχαιότητα. Η επιθυμία ανάπτυξης υπερρεαλιστικής δράσης στην Ελλάδα απέκτησε έκφραση τα τελευταία χρόνια, χάρη στις κινήσεις ατόμων που κατ’ αρχάς αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Το πλέγμα συμπτωματικών συναντήσεων, κινήσεων με συνέπειες άσχετες των προθέσεων που τις ενέπνευσαν, εσωτερικών αντιστάσεων και συνειδητών δεσμεύσεων που οδήγησαν στην τρέχουσα κατάσταση δεν αποτελεί δείγμα κάποιας μαγικής πανάκειας, αλλά τμήμα μιας ατέλειωτης και διόλου ευθείας πορείας που έχει πάψει από καιρό, για μας, να είναι απλώς ατομική.

Το περιοδικό Κλήδονας έτσι καταγράφει μια στιγμή στην εξέλιξη της ομάδας, στην οποία συμμετέχουν και πρώην μέλη της σουρρεαλιστικής ομάδας στα Γιάννενα που πλέον ζουν στην Αθήνα. Εκτός από κείμενα και συλλογικά παιγνίδια των δύο ομάδων, το εισαγωγικό αυτό τεύχος περιλαμβάνει μεταφρασμένα κείμενα από ομάδες και επιμέρους μέλη του διεθνούς κινήματος, κάτι που θα συνεχιστεί σε επόμενα τεύχη. Για πρώτη φορά, έτσι, παρουσιάζονται από κοινού στην ελληνική γλώσσα κείμενα της σημερινής παρισινής ομάδας, της ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας, της ομάδας του Σικάγου και της ομάδας του Ληντς. Η επιδίωξή μας είναι η συστηματική παρουσίαση των δραστηριοτήτων και κατευθύνσεων που έχουν αναπτυχθεί στα πλαίσια του υπερρεαλισμού από την πρώιμη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Πρόκειται για έναν πλούτο υλικού που παραμένει ως επί το πλείστον άγνωστο, όχι μόνο στην Ελλάδα, στο όνομα μιας προκρούστειας προσέγγισης της διεθνούς κριτικής, που έχει ανάγκη από ημερομηνίες λήξεως και που αφαιρεί από τον υπερρεαλισμό κάθε χαρακτήρα διεθνούς κινήματος, ταυτίζοντάς τον με τη ζωή και το θάνατο του κύριου θεωρητικού του, André Breton.

Η αίσθηση ενός κάποιου χρέους για ενημέρωση δεν πρέπει να εκληφθεί διόλου ως ανάγκη για αντίκρουση ενός υπαινιγμού που εύκολα συνάγεται από τέτοιου είδους πεποιθήσεις: ότι με άλλα λόγια οι εν ενεργεία υπερρεαλιστές θα πρέπει να αποδείξουν, αν όχι την ύπαρξή τους, τουλάχιστον τη συνοχή και αξία του εγχειρήματός τους. Μας είναι παντελώς αδιάφορος ένας διάλογος με όρους καλλιτεχνικού εμπορίου, στους οποίους η επίσημη απόφανση είναι ήδη εγγεγραμμένη στην ερώτηση, ενώ οι εναλλακτικές προτάσεις αποτελούν πάντα μέσο αναγωγής της διακύβευσης στην ασφαλή κατηγοριοποίηση και της εξέγερσης στην απλή εξέλιξη. Η επιδίωξή μας σε αυτόν τον τομέα —όπως φάνηκε άλλωστε και στην πρόσφατη έκθεση της υπερρεαλιστικής ομάδας Τσεχίας-Σλοβακίας που διοργάνωσε η ομάδα Αθηνών τον Οκτώβριο στα πλαίσια του φεστιβάλ του περιοδικού Βαβέλ στο Γκάζι— είναι η προώθηση της γνώσης όσον αφορά στις διεθνείς ομάδες και προοπτικές. Η γνώση ωστόσο είναι αλληλένδετη με την πράξη και την επικοινωνία, και ως προς αυτό είμαστε ανοιχτοί σε κρίσεις και προσκλήσεις σε διάλογο. Όσο για τις προσεχείς εκδόσεις και εκδηλώσεις μας, ελπίζουμε να επανέλθουμε αρκετά σύντομα.

Ιανουάριος 2007

Το παραπάνω κείμενο είναι μια συλλογική αποτίμηση της διαδικασίας συγκρότησης και της μέχρι τώρα δράσης της ομάδας και διαβάστηκε, στις εκδηλώσεις παρουσίασης του πρώτου τεύχους του «Κλήδονα».

***


Unlocking Klidonas

Klidonas, the magazine of the Athens Surrealist Group, provides the clearest, to date, outline of an activity that has so far unfurled for well over two years, yet whose roots lie deeper still. The founding of both the group and the magazine originates in the need felt by certain individuals, at a given point in time and space, to transform their subjective desires into collective adventures and risks, as well as to communicate their formative principles, experiences and perspectives.

In a country like Greece, where surrealism has been departmentalized as a fertile influence on literary and (less so) on plastic artworks, but not as a systematic collective activity, the oppressive function of specialized criticism vis-à-vis all remotely authentic expression is particularly conspicuous. Thus, the initiative of a collective self-description and adhesion to the living surrealist movement, as in the cases of the Athens group and, a few years earlier, of the Surrealist Group of Ioannina, gives rise to the haughty reduction of surrealism, by self-appointed appraisers, to a (glorious or not) distant past, as well as to the shocked reactions of the said persons against the arrogance of a gesture not quite compatible with their abstract concept. This phenomenon would be hardly worthy of attention, were it not part of a wider, indeed international, practice.

As the object of the ruthless categorizing fury of aesthetics experts, philologists and professional cultural historians, surrealism is perhaps praised as a moment in the history of art, and, when the issue of “ideas” enters the (academic) picture, as a lost revolt, which, for reasons unknown, cannot possibly continue even though its causes have multiplied rather than vanished. On the other hand, surrealism is safely judged, within a process of self-recycled, institutional trivialization, and introduction of a facile questioning into the frame of educational syllabuses. Advanced as they may claim to be, these approaches cannot get rid of surrealism’s weight in any way other than positioning it into the moulds of impeccably delineated historical periods.

To be sure, surrealism as act and need is unthinkable for those academic analysts who claim the monopoly of its civil propagation or defamation, given that the concept has been introduced to them in the form of taught material, part of the very culture it has always sought to subvert before being restored to its original urge towards an expression wholly indifferent to cultural institutions. Surrealism is thus slyly transformed into compulsory knowledge rather than being recognized as an index in the direction of desire; hence the perpetuation of its falsification is guaranteed.

Yet the said desire does not for all that cease to exist. Surrealism insists on the principles that have rendered it into a particular viewpoint, a mode of action, an individual and collective experience: firstly, limitless availability vis-à-vis the well-nigh imperceptible motives that tend to invest life, if fleetingly, with a meaning that escapes that imposed by quotidian utility; secondly, the realization of the fact that the social condition working against the flourishing of such exceptional indices without for all that succeeding in effacing once and for all the fissures through which they may become felt is by no means a metaphysical necessity, as well as that subjective desire cannot be considered independently of trans-subjective communication; finally, the openness necessary for the detection of those elements of the surrealist viewpoint and activity which are deformed through their incorporation into institutionalized culture, or complicated by historical occurrences. Contrary to what many of its professional studiers claim, surrealism contains an exceptionally developed capacity for self-examination, fully compatible with its inquisitive nature.

In Greece, any attempt towards involvement with surrealism on the level of unequivocal adhesion rather than of the faint interest proper to retrospective study and theoretical embalming, or at best good-natured evocation, comes up against the kind of difficulties that may seem obvious yet are essentially linked to the intellectual laziness encouraged by past history. By exchanging the poetic function with the pettiness of literary production and education, the vast majority of writings referring to the early indigenous assumptions regarding surrealism reproduces the picture of a culture at once too underdeveloped to comprehend the movement’s perspectives and international dynamics, and invested with a convenient folkloric lyricism via which elements of surrealist imagery could serve the interests of national ideology.

The quaint charm of a supposed 1930s Greece —the construct of a self-contained local culture, transmitting fragments of a novel yet emphatically local lyricism, ignoring international processes and relying on the individual works of some more or less idiosyncratic and/or charismatic individuals— presupposes, of course, the agreement of those (now dead) who actually introduced surrealism in the country. Yet even a rudimentary study of those distant texts, of the first attempts towards group activity, reveals that here, too, surrealism was perceived from the outset as a movement, both as a tool for research and as a perpetual adventure that seeks collectivity and remains indifferent to literary ambition. Already in 1939, Andreas Embirikos labeled his first book an “act” of the movement, rather than a literary exercise, while warning against the critical establishment’s usurpation of modes of expression and experience foreign to it. Almost seventy years later, the failure of early indigenous surrealists to maintain consistent group activity involving systematic collective public interventions is declared either a virtue or an inevitable handicap — or indeed evoked merely to scare away all who might attempt a newer venture along such lines. The many hopelessly lame moves in that direction over the course of the past four decades do not set the standard for what is to follow; rather, they serve to point out the necessity to break with a tradition of grave inertia.

Necessity, however, is never far removed from chance. The desire to develop surrealist activity in Greece attained expression in the past few years due to the acts of individuals or smaller groups who ignored each other’s presence to start with. The network of fortuitous encounters, gestures whose consequences were unrelated to their original motives, internal resistances and conscious engagements that have led to the current situation does not testify to some magic panacea; rather, it constitutes part of an endless and anything but straight route that has long ceased, for each one of us, to be merely individual.

Klidonas thus records a moment in the development of the group, to which by now have come to participate members of the Surrealist Group of Ioannina who live currently in Athens. Apart from texts and collective games by the two groups, the introductory issue of Klidonas contained translations of texts by groups and members of the international movement, something that will continue over the following issues. For the first time in the Greek language there are available in the same publication texts by the contemporary Paris group, the Czech-Slovak group, the Chicago group, as well as by groups operating in England (in Leeds and London). Our objective is the systematic presentation of activities and directions that have developed within the context of surrealism from the early post-war period onwards. This wealth of material remains for the most part unknown, not only in Greece, in the name of a procrustean approach on behalf of international criticism, whose need for sell-by dates urges it to deprive surrealism of its essential character as an international movement, by identifying it with the life and death of its major theoretician, André Breton.

The felt necessity to supply information should not at all be understood as an urge to contradict a suggestion that may easily derive from such convictions as the above: in other words, that the current surrealists should prove, if not their very existence, at least the cohesion and value of their undertaking. We are wholly indifferent to a dialogue rendered in art-market terms, whereby the official decision is already inscribed in the question, while alternative options are always means of reducing risk to safe categorization and revolution to mere evolution. Our goal regarding this sector —as witnessed in the recent Athens exhibition of the Czech-Slovak surrealist group in collaboration with the Athens group at the Babel festival— is the promotion of knowledge regarding international groups and perspectives. Yet knowledge is intertwined with practice and communication, hence our availability for criticism and invitations to dialogue. As for our future publications and manifestations, we hope to be back with more fairly soon.

January 2007

Written for the public presentations of the first issue of Klidonas and printed on issue No 2 (November 2007)

Athens Surrealist Group/Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας

Διακήρυξη της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών / Declaration of the Athens Surrealist Group

Τι είναι ο υπερρεαλισμός; Το ερώτημα αυτό επανέρχεται, ογδόντα και πλέον χρόνια από την αρχική του διατύπωση, για να καταστήσει σαφές εκείνο που θα έπρεπε να είναι ήδη αυτονόητο, προφανές και σε μεγάλο βαθμό κοινό κτήμα της ανθρωπότητας, στην μακρά πορεία της προς την πνευματική απελευθέρωση και την κοινωνική χειραφέτηση.
Κατ’ αρχάς είναι απαραίτητο να τονισθεί ότι ο υπερρεαλισμός δεν είναι απλώς ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα της πρωτοπορίας, με συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης και λήξης όπως τον παρουσιάζουν οι εγκυκλοπαίδειες, τα λεξικά και οι ιστορίες της τέχνης και της λογοτεχνίας. Αποτελεί την συνειδητοποίηση και απόπειρα ολικής έκφρασης ενός προτάγματος που οι πρώιμοι σπινθήρες του διαύγασαν τον νυχτερινό ουρανό του νεότερου κόσμου σχηματίζοντας το μονόγραμμα μιας υπόσχεσης που ακόμη και αν η μοίρα της είναι να παραμείνει ανεκπλήρωτη—αλλά ποιος μπορεί να το πει αυτό, πριν προφερθεί η τελευταία μας λέξη;—δεν είναι λιγότερο αισθητή η επιθυμία προσέγγισης της πηγής της, εναρμονισμού με την προοπτική της.
Ως ανάγκη του ανθρώπου, ο υπερρεαλισμός δεν είναι ούτε περιορισμένος σε στενά χωρικά, κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια, αλλά ούτε και άχρονος. Αν οι ρίζες του φθάνουν πολύ μακριά, αν συστηματοποιεί ένα πλέγμα σημάτων που φαίνονταν να αναπτύσσονται αυτόνομα και τυφλά, χωρίς συνείδηση της βαθιάς τους συνάφειας, και αν οι εκφάνσεις του αγγίζουν ακόμη φευγαλέα όσους εμποδίζονται να τον αναγνωρίσουν και να τον ονομάσουν, δεν υπήρξε λιγότερο υπαρκτή η απόφαση ίδρυσής του, ούτε και άμοιρη επιρροών από τους κραδασμούς που διαπερνούσαν τότε τον πνευματικό και κοινωνικό ορίζοντα. Και αν αναδύθηκε μες από το κλίμα μιας σειράς “σχολών” ή πρωτοποριακών κινήσεων, δεν είχε καμία ψευδαίσθηση για την όποια σύγκλισή του με αυτές. Το ιστορικό πλαίσιο της πρώιμης έκφρασής του παρέσχε τις συνθήκες συνειδητοποίησης ενός δυναμικού που μόνη η διοχέτευσή του στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης ήταν σε θέση να αξιοποιήσει.
Ο υπερρεαλισμός έτσι βρίσκεται εντός της ιστορίας, αλλά όχι με την έννοια μιας στιγμής στην εξέλιξη των τρόπων με τους οποίους εκλαμβάνεται και λειτουργεί η τέχνη. Αυτό σημαίνει ότι το “τέλος” του, ως κινήματος, δεν εγγυάται καμιά επιβίωση της όποιας κληρονομιάς του σε μια συνεχιζόμενη επ’ αόριστον ευρύτερη “πρωτοπορία”, αφού η τελευταία αυτή, όντας μια σύλληψη αδιανόητη έξω από τις συνθήκες που την παρήγαγαν και τους περιορισμούς που συνεπάγονται αυτές, αδυνατεί να εγγυηθεί την αναγκαιότητά της σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να καταπνίγει την επιθυμία που εξακολουθεί να υποδαυλίζει το υπερρεαλιστικό πρόταγμα. Ένα τέτοιο “τέλος” δεν μπορεί εξ άλλου να αντιμετωπισθεί (όπως υποστηρίχθηκε κάποτε) ως αναπόφευκτη ολοκλήρωση ενός κύκλου στην ευρύτερη πορεία ενός “αιώνιου” υπερρεαλισμού, γιατί η μόνη δυνατή μοίρα μιας κίνησης που συγκέντρωσε τις υπάρχουσες δονήσεις σε μια πρωτόγνωρη δέσμη δυνάμεων είναι να τις διασκορπίσει οριστικά με την διακοπή της, αδιάφορη για την όποια αιωνιότητα. Υπάρχουν μόνο δύο επιλογές: ή ο υπερρεαλισμός παραμένει έτοιμος όσο πάντοτε να αναγνωρίσει το τέλος του μόνο σε μια κίνηση πιο ρηξικέλευθη, που υπερβαίνει την δική του εμβέλεια, ή επιλέγεται η απόρριψη των ίδιων του των προοπτικών, ως “ιστορικά παρωχημένων”. Όμως η ολική παραίτηση, η ακινησία των ιδεών και των αισθήσεων που συνεπάγεται μια τέτοια πεποίθηση θα αποτελούσε μια ακατανόητη επιλογή για όποιον έχει βιώσει την ακατάπαυτη μεταλλαγή των επιθυμιών του στο μήκος ενός μίτου που ξετυλίγεται στους πιο δαιδαλώδεις σχηματισμούς, κι ωστόσο ακούει ακόμη στο ίδιο όνομα.
Αντιθέτως από ό,τι θα πιστεύαμε αν δίναμε σημασία σε έναν βολικό για κάποιους κοινό τόπο, ο υπερρεαλισμός δεν αποτελεί μία απόπειρα φυγής από την πραγματικότητα ή απόδρασης από την καθημερινότητα, δεν ανάγει τα πάντα στο παράλογο, ούτε τείνει προς την διάλυση και τον κατακερματισμό κάθε γνωστικού αντικειμένου, αλλά ούτε και είναι μία τάση που επιδιώκει να αναγάγει τα ετερόκλητα γνωρίσματά της σε μια στατική κατάσταση φαινομενικής ομοιομορφίας. Αποτελεί μια συγκροτημένη θεωρία εποπτικότερης θέασης και ερμηνείας του κόσμου. Αντιπροσωπεύει έναν ιδιαίτερο τρόπο σύλληψης, κατανόησης και διαπραγμάτευσης των εκδηλώσεων της ζωής, που δίνει έμφαση σε ένα πλήθος από υποβαθμισμένα ή συκοφαντημένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόησης, σε μια προσπάθεια ανασύνθεσης της διασκορπισμένης και αλλοτριωμένης ανθρώπινης συνείδησης.

Continue reading

Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς…

Μάνος Τασάκος

GREEK POET MAKRIS
Γιώργος Μακρής

Χρόνια πρίν, ὅταν παιδὶ ἀκόμη ἔβλεπα τὰ ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς Ἀθήνας νὰ ἐξαφανίζονται, (μοιάζουν νὰ ἔχουν περάσει αἰῶνες…), ὑπῆρχε ἕνας μεσήλικας στὴ γειτονιὰ ποὺ συνήθιζε νὰ περπατᾷ μὲ τὶς ὧρες τὰ σοκάκια καὶ νὰ μονολογεῖ – φαινόμενο τότε σπάνιο καὶ δεῖγμα διαταραχῆς. Χάθηκε, τὴ μέρα ποὺ κατεδαφίστηκε καὶ ἡ τελευταία μαρμαρόκτιστη κατοικία ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ μαζὶ ὁ κῆπος της ὅπου συνήθιζε νὰ ξαποσταίνει ἀπαγγέλοντας ρίμες. Ἀπὸ σύμπτωση, καιρὸ μετά, ἔμαθα πὼς εἶχε τρία πτυχία, μιλοῦσε τέσσερις γλῶσσες καὶ γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα ἔδειξε ποιητικὴ παρουσία ἔντονη. Ποιὰ θρυαλλίδα τὸν ὁδήγησε νὰ γίνει ἀποσυνάγωγος καὶ ποιὰ νοητικὴ θύελλα τὸν ἔστειλε στὸ περιθώριο, εἶναι ἐρωτήματα ποὺ θὰ μείνουν ἀναπάντητα.

Θυμήθηκα αὐτὴν τὴν underground φιγούρα, ὅταν πῆρα μήνυμα ἀπὸ φίλο παλιὸ στὴν Ἑλλάδα γιὰ κάποια μικρὴ ἐκδήλωση ποὺ ἑτοιμάζουν στὴν Ἀθῆνα γιὰ τὸν Γιῶργο Μακρή, ἕναν ἀκατάτακτο (λογοτεχνικὰ καὶ πολιτικὰ) διανοούμενο, ποὺ γεννήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰῶνα, τὸ 1923 καὶ ἔπεσε στὸ κενό ἀπὸ τὴν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας του τὸν Γενάρη τοῦ 1968. Κι ἐπειδὴ τὰ βιβλία ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἀπέθαντες δᾴδες ὅπου καταφεύγει ἡ μνήμη κάθε ποὺ θέλει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀσχήμια, ἄνοιξα πάλι τὸ βιβλίο “Γραπτὰ Γιώργου Β. Μακρή” , ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Γονατᾶ καὶ μὲ ἕνα δικό του, ὄμορφο καὶ πολὺ κατατοπιστικὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα.

Ἃς ἐλαφρύνω τὸ κλίμα. Πάντα πίστευα πὼς τὸ humor ἀπαιτεῖ ἐκλεπτυσμένη αἰσθητικὴ καὶ καλλιέργεια, ἰδιαίτερα στὴν ὑπαινικτικὴ καὶ δηλητηριώδη μορφή του καὶ πὼς ἔχει ἕνα μεγαλεῖο ὅταν μπορεῖ νὰ διασκεδάσει ἀκόμη καὶ τὴν τραγῳδία ἑνὸς θανάτου. Λέγεται, (μὰ ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι φήμη, τίποτε δὲν χάνει σὲ ἀξία…), πώς τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μακρὴς ἀνέβαινε στὴν ταράτσα γιὰ τὴν τελευταία διαδρομή, τὸν ρώτησε ὁ θυρωρὸς τῆς πολυκατοικίας, ἐκεῖ στὴν γωνία Μιχαλακοπούλου καὶ Σεμιτέλου: ” Θὰ ἀργήσετε κύριε Γιῶργο;” γιὰ νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση: ” Μὴν ἀνησυχεῖς, θὰ κατέβω γρήγορα…”. Κατέβηκε πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅσο μποροῦσε νὰ φανταστεῖ ὁ άνυποψίαστος θυρωρός. Ἦταν 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1968.

Μὰ τὸν βλέπετε καὶ στὴν φωτογραφία, ροῦχα ποὺ τὸν φοροῦν καὶ δὲν τὰ φοράει, μόνιμα χωλὸς ἀπὸ ἕνα παιδικὸ ἀτύχημα, φιγούρα αἱρετικὴ γιὰ τὰ τῆς ἐποχῆς – κι ὅμως σὲ κάποιες ἄλλες φωτογραφίες ἔχει μιὰ ὀμορφιὰ περίεργη καὶ βλέμμα διαπεραστικό, ποτὲ ὅμως χολικό, ποτὲ ἀγενές, ποτὲ προσβλητικὸ ἀκόμη καὶ ὅταν ἀλαζονικὰ φοιτητάρια προσπαθοῦν νὰ διᾳκωμωδήσουν τὰ γραπτά του στὸ Brazilian καὶ σὲ ἄλλα στέκια τοῦ Κολωνακίου. Στὰ ὕστερα τῆς ζωῆς του τὸ μποὲμ τῆς φιγούρας χάνεται, τὸ πρόσωπο γερνάει ἄσκημα, ἀρχίζουν καὶ οἱ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Ὁ Σαχτούρης καὶ πολλοὶ καλοὶ φίλοι καὶ θαυμαστὲς θὰ τοῦ σταθοῦν, μὰ εἶναι ἀργά….

Ὁ Μακρής, (ἀπὸ μεγαλοαστικὴ οἰκογένεια, μὰ μὲ Ἰαβέρειο πατρικὴ φιγούρα…), ἔγραφε ἀσταμάτητα σὲ ὅτι ἔβρισκε, μὰ τὰ γραπτά του δὲν εἶχαν τὴν τύχη τοῦ, ἐπίσης πολυγραφότατου, Βουτυρᾶ καὶ τὰ περισσότερα χάθηκαν ἢ καταστράφηκαν. Ἀκόμη καὶ στὸ βιβλίο ποὺ ἀναφέρω παραπάνω, τὰ διηγήματα κόβονται στὴ μέση, στὰ ποιήματα ὑπάρχουν ἄσχετες λέξεις καὶ φράσεις καὶ κομμάτια ὁλόκληρα εἶναι ἀνερμάτιστα, ἀκατανόητα, παραληρηματικά. Ἔτσι ἀκριβῶς ἦταν καὶ ἡ ζωή του, λένε μάρτυρες καὶ φίλοι του ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Μποροῦσε νὰ κάθεται γιὰ 24ωρα σὲ ἕναν καφενὲ ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ νὰ διαλέγεται μὲ ἀκροατήρια ἑτερόκλητα – ἄλλοτε ἀγαπημένων φίλων, ἄλλοτε φοιτητῶν ποὺ βρίσκουν τὴν αἱρετική του ματιὰ ἑλκυστικὴ κι ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις…

Μὰ νὰ πὼς περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Γονατᾶς τούτη τὴν πυρετικὴ συγγραφικὴ δραστηριότητα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ποτὲ δὲν θεώρησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ συγγραφέα.

” …ὑπάρχουν κείμενά του ποὺ ἔχουν γραφτεῖ σὲ κουτιὰ ἀπὸ τσιγάρα, σὲ καταλόγους ἐκθέσεων ζωγραφικῆς, σ’ ἐπιστολόχαρτα ξενοδοχείων καὶ καφενείων τοῦ Saint Germain des pres, σὲ φακέλους ἐπισκεπτηρίων, σὲ ἀκυρωμένα δελτία τροφίμων τῆς Κατοχῆς… ἕνα κείμενό του εἶναι γραμμένο πίσω ἀπὸ μιὰ κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οἱ διαχωρισμοὶ τῶν στίχων, σὲ πολλὰ ποιήματά του, καθορίζονται ἀπὸ τὸ φάρδος τοῦ χαρτιοῦ ποὺ γράφει…. οἱ ἄθλιες συνθῆκες συντήρησης τῶν χειρογράφων του καθιστοῦν προβληματικὴ τὴν ἀνάγνωσή τους, ποὺ τὴν μεταβάλλουν συχνὰ σὲ ἀποκρυπτογράφηση…”.

Πρὶν δώσω κάνα δυὸ ποιητικὰ δείγματα (ποιήματα σκληρά, ἀδιάφορα γιὰ τὴν φόρμα, τὴν ἁρμονία, τὴν αἰσθητική του δίστιχου…), δυὸ λόγια γιὰ τὰ πεζά του ποὺ καλύπτουν καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ (γνωστοῦ) ἔργου του.

Ἡ ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ Μακρὴ θέλει νεῦρα γερὰ καὶ μυαλὸ ἀνοικτό, μὰ καὶ πάλι ὁ ἀναγνώστης δὲν θ’ ἀργήσει νὰ νοιώσει πὼς πνίγεται σὲ φράσεις φαινομενικὰ ἀσύνδετες, ἄλλοτε ὑψηλοῦ λυρισμοῦ, ἄλλοτε ἀσχέτων παρενθέσεων. Νιώθεις πὼς ἀκολουθεῖς τὸν λαβύρινθο ἑνὸς μυαλοῦ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν δική σου παρουσία, ἀνοίγει χιλιάδες πόρτες καὶ πορτάκια ἄγνωστα, μισοσκότεινα καὶ μόλις νοιώσει τὸ φῶς μιᾶς πυγολαμπίδας τὸ παραλήρημα σταματᾷ, τὸ κείμενο τελειώνει καὶ σ ἀφήνει χωρὶς ἱκανοποίηση, χωρὶς τέλος – τουλάχιστον ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε μάθει νὰ περιμένουμε ἀπὸ ἕνα διήγημα, μιὰ ἐπιστολή, μιὰ νουβέλα. Δεῖτε τώρα τὴν ἀρχὴ σὲ κείμενό του μὲ τὸν τίτλο “Ἀπολογία”..

“Τὸ νὰ μπεῖς νυχτιάτικα στὸ χτῆμα τοῦ Γεροντόκολα μὲ τὸ σκοπὸ νὰ θάψεις ἕνα ἀδειανὸ κουτὶ ἀπὸ τσίγκο, εἶναι μιὰ ὑπόθεση…”.

Ἀχά!, σκέφτεται ὁ ἀναγνώστης, νὰ μιὰ στακάτη καὶ ἐνδιαφέρουσα εἰσαγωγή. Μάλιστα. Μόνο ποὺ ἀκολουθεῖ μιὰ ἀναφορὰ στὴ φύση (ἃς τὴν ποῦμε σχετική…), ἕνα ἐπεισόδιο μὲ τὸν Rousseau, ἕνα ποίημα στὴ μέση τοῦ πουθενά. Καὶ ἰδοὺ πῶς ξεκινᾷ ἡ δεύτερη παράγραφος, πάνω ἐκεῖ ποὺ περιμένεις νὰ δεῖς τί ἔγινε μὲ τὸν ἔρμο τὸν Γεροντόκολα:

” Κάθε σκέψη ποὺ κάνουμε, σκέψη εἶναι, δηλαδὴ τρέχα γύρευε. Φεύγει ὕστερα, καὶ τὴν ἑπομένη ἔρχεται ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητας καὶ σοῦ λέει δέκα τὰ ἑκατὸ φόρο, φορώντας μιὰ πεταλοῦδα κι ἕνα παχὺ μουστάκι. Ἐσὺ πάλι πρέπει νὰ τὸ συζητήσεις τὸ πρᾶγμα…”.

Καὶ τὸ ἀποκορύφωμα, στὸ τέλος, γιὰ ὅποιον ἀντέξει νὰ φτάσει ὡς ἐκεῖ..

“Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ζοῦμε χωρὶς νὰ μᾶς διώχνουν ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο. Καὶ ὁ μόνος τρόπος νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο εἶναι νὰ μὴν τὸ βάζουμε στὸ στόμα. Στὸ χέρι μποροῦμε νὰ τὸ κρατᾶμε ὅσο θέλουμε“.

Φυσικὰ γίνομαι λίγο provocateur, διάλεξα πολὺ χαριτωμένα ἐδάφια, ἡ περιδιάβαση στὰ ἐνδιάμεσα εἶναι κατὰ πολὺ δυσκολοτερη, ὡς καὶ ἐπίπονη. Μὰ γιατί, θὰ ἀναρωτηθοῦν πολλοὶ, νὰ σκύψουμε πάνω ἀπὸ ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπαιτεῖ μόχθο γιὰ τὴν κατανόησή του καὶ ποὺ πιθανῶς δὲν θὰ μᾶς δώσει καμία αἰσθητικὴ ἀπόλαυση; Εἶναι μιὰ δικαιολογημένη ἐρώτηση ποὺ δέχομαι συχνὰ σὲ παρουσιάσεις παρόμοιες, μά, ἃς τὸ πῶ χωρὶς καθυστέρηση, βρίσκω πάντα πὼς ἔχει μιὰ ἀξία νὰ χτυπιέμαι μὲ σχολές, ρεύματα καὶ γραφὲς πολὺ μακρινὲς ἀπὸ τὶς δικές μου ἀντιλήψεις καὶ κυρίως μὲ τρόπους σκέψης καὶ συγγραφῆς ποὺ ἀποδομοῦν τὸν κανόνα, τὸ κυρίαρχο κοινωνικά, τὸ ἀναμενόμενο. Κι ἃς διαφωνῶ. Κι ἃς δυσανασχετῶ στὴν ἀνάγνωση. Μὰ πάντα ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσεις ἐκείνη τὴ σκέψη ποὺ ἐσὺ δὲν θάκαμες ποτέ, νὰ ἀπαγγείλεις ἕνα ποίημα ποὺ ποτὲ δὲν θάγραφες. Στὸν καθρέφτη εἶναι κουραστικὸ νὰ βλέπεις τὸ εἴδωλό σου, καλύτερα μιὰ μορφὴ ἔκπληξη, ἕνα κείμενο ἄγνωστο, μιὰ γραφὴ ποὺ ζητᾷ ἀποκρυπτογράφηση…

Ἃς κλείσω μὲ ποίηση. Ὁ Μακρὴς μοίραζε χαρτάκια δεξιὰ κι ἀριστερὰ μὲ στίχους κι ἀποφθέγματα, νὰ ἕνα ποὺ γράφτηκε σὲ κουτὶ ἀπὸ τσιγάρα τὸ 1965. Ἦταν στὰ γαλλικά, μὰ ἃς κερδίσουμε χρόνο μὲ μιὰ πρόχειρη μετάφραση..

τί μαλακίες χρειάζεται νὰ πεῖς
γιὰ ν ἀτενίσεις ἀπ’ τὰ βάθη ἑνὸς κρεβατιοῦ
ἕνα σουτιὲν σὲ μιὰ καρέκλα
ἕνα ζευγάρι κάλτσες στὸ χαλὶ

Καὶ τὸ πιὸ γνωστό του (θάλεγα καὶ τὸ πιὸ συμβατικό του), ἕνα (οἰονεί) ποιητικὸ μανιφέστο, μὲ τίτλο “Ἐμεῖς οἱ λίγοι”. Ἀπὸ τὸ 1950…

Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀνειροπαρμένοι τρελλοὶ τῆς γῆς
μὲ τὴ φλογισμένη καρδιὰ καὶ τὰ ἔξαλλα μάτια.
Εἴμαστε οἱ ἀλύτρωτοι στοχαστὲς καὶ οἱ τραγικοὶ ἐρωτευμένοι.
Χίλιοι ἥλιοι κυλοῦνε μὲς στὸ αἷμα μας
κι ὁλοῦθε μᾶς κυνηγᾷ τὸ ὅραμα τοῦ ἀπείρου.
Ἡ φόρμα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς δαμάσει.
Ἐμεῖς ἐρωτευθήκαμε τὴν οὐσία τοῦ εἶναι μας
καὶ σ’ ὅλους μας τοὺς ἔρωτες αὐτὴν ἀγαποῦμε.
Εἴμαστε οἱ μεγάλοι ἐνθουσιασμένοι κι οἱ μεγάλοι ἀρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τὸν κόσμο ὅλο καὶ δὲν εἴμαστε τίποτα ἀπ’
αὐτὸν τὸν κόσμο
Οἱ μέρες μας εἶναι μιὰ πυρκαγιὰ κι οἱ νύχτες μας ἕνα πέλαγο
Γύρω μας ἀντηχεῖ τὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων.
Εἴμαστε οἱ προάγγελοι τοῦ χάους.

Δεῖτε κι αὐτό, ξεχασμένο κι ἀπαρατήρητο, μὰ θαρρῶ ἀπὸ τὰ ποιὸ αἰχμηρά του..

Ὂλ’ αὐτὰ τὰ βλέπει ὁ πικραμένος
κάθεται σ ἕναν φτωχικὸ ἀπόπατο μιλάει μὲ τὸν Θεὸ
δείχνει μὲ τὰ μάτια τὰ εἰρηνικὰ ἔντομα
τ ἀπόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα ἀπὸ ἴσκιο
ὁ πικραμένος αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ὕστερα ἀπὸ κεῖνον ποὺ βρῆκε κι ἀπὸ κεῖνον ποὺ ἔχασε
στέρεψε πιὰ ἀφοῦ βασανίστηκε νὰ βρεῖ μίαν ἔξοδο.
Τέλος ἡ μόνη ἔξοδος δὲν ἦταν παρὰ
ἡ ἀκινησία του.

Ἀκόμη αὐτό, ἀπὸ ὅπου καὶ ὁ τίτλος τῆς ἀνάρτησης, ἀπόσπασμα…

Ἐλάχιστος κόσμος, ἐπικρατεῖ νέκρα ποὺ μάταια
προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἡ ἄγονη τούτη μουσικὴ
κι αὐτὸ τὸ λικὲρ κακῆς ποιότητας
γεμίζοντας τὸ δωμάτιο μὲ ψεύτικα γέλια.
Τὰ ἑτοιμοθάνατα τοῦτα γκαρσόνια
φέρνουν στὶς φλέβες τους μιὰ δηλητηριασμένη ἄνοιξη
καὶ στὶς τσέπες τους μικρὰ κατάστιχα
καὶ πένθιμα ρινόμακτρα.
Ἄχ! Ποὺ ναι ἡ μικρὴ ἀνθισμένη λεπτομέρεια
ποὺ θὰ φέρει τὸν ἀέρα μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη ἐντὺπωση
τῆς ποθητῆς ἐπιστροφῆς.
Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς.

Σημαντικὲς λογοτεχνικὲς μορφὲς τοῦ μεταπολέμου θεωροῦν τὸν Μακρὴ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς διανοούμενους τῆς ἐποχῆς – μὰ τὰ ἀκατανόητα γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτια τῆς σκέψης του καὶ κυρίως ἡ ἄρνηση νὰ παίξει μὲ τοὺς κανόνες τοῦ σιναφιοῦ τὸν ἔσπρωξαν ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ στὸ περιθώριο. Χτυπήθηκε καὶ περιφρονήθηκε ἀπὸ πολλοὺς – ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὴν κατοχή, ἀπὸ τὴν χούντα, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἀριστερά, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη διανόηση. Μὰ ἀγαπήθηκε καὶ μὲ πολλὴ τρυφεράδα ἀπὸ ἀνοικτὰ μυαλά. Ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα τμήματα τοῦ βιβλίου εἶναι ἐκεῖνο ποὺ γράφουν γὶ αὐτὸν ὁμότεχνοί του καὶ φίλοι – ὁ Ταχτσής, ὁ Φραγκόπουλος, ὁ Βαλαωρίτης. Ἀπ’ αὐτὸν τὸν τελευταῖο μιὰ συμπύκνωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν διανοούμενο…

« Ὁ Γιῶργος Μακρὴς ὑπῆρξε στὴν ζωὴ του ἕνας δανδής. Περιφρονοῦσε τὰ πεπατημένα. Προκαλοῦσε τὴν καταστροφή. Εἶχε μιὰ μεγαλοπρέπεια ποὺ λίγοι ἄνθρωποι τὴν ἔχουν. Ἔπαιρνε τὴ ζωή του στὰ σοβαρά, ἐνῷ ἄλλοι τὴν ὑποτιμᾶνε ἐπίτηδες γιὰ νὰ ἐπιζήσουν. Μὲ κάποιον τρόπο ὁ καθένας μας, παρόλο ποὺ χανόμαστε σὰν ἄτομα, συνεχιζόμαστε μὲς στοὺς ἄλλους. Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς συνεχίζεται μιὰ πλευρὰ τοῦ Γιώργου Μακρή, διαφορετικὴ γιὰ τὸν καθένα. Γιὰ τὸν ἕναν ἦταν ὁ ξενύχτης ποὺ τριγύριζε σὲ ἀπίθανα μέρη, ὁ νομαδικὸς περιπλανώμενος, γιὰ ἄλλον ἦταν ὁ τσίφτης, ὁ διανοούμενος φιλόσοφος, ὁ περιπατητικός, γιὰ ἕναν τρίτον ἦταν ὁ σύντροφος ὁ πολυδιαβασμένος, γὶ ἄλλους ἡ γοητεία, τὸ πνεῦμα του. Ἡ ἀγάπη μου γὶ αὐτὸν παραμένει ἀμείωτη μὲ τὰ χρόνια…»

Τέλος, νὰ καὶ τὸ ἑξάστιχο στὴν μνήμη τοῦ Μακρῆ ἀπὸ τὸν Μίλτο Σαχτούρη..

Ἔζησα κοντὰ στοὺς ζωντανοὺς ανθρώπους
κι ἀγάπησα τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους
Ὅμως ἡ καρδιά μου ἦταν πιὸ κοντὰ
στοὺς ἄγριους ἄρρωστους μὲ τὰ φτερὰ
στοὺς μεγάλους ἀπεριόριστους τρελλοὺς
κι ἀκόμα στοὺς θαυμάσια πεθαμένους

Ὡς συνήθως, παρέλειψα τυπικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, τὴν περιβόητη πρόταση τοῦ Μακρὴ νὰ γκρεμιστοῦν ὅλα τα ἀρχαῖα μνημεῖα ποὺ ἔκαμε τόσο ντόρο, (ἀκραία κραυγὴ κατὰ τῆς ἀρχαιολατρίας ποὺ σκέπαζε τότε τὰ πάντα), τὴ συμμετοχή του σὲ περιοδικὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὸ διαδίκτυο. Ὁ ἴδιος φίλος ποὺ ὀργάνωσε τὴν ἐκδήλωση στὴ μνήμη του μὲ ἐνημερώνει πὼς τὸ βιβλίο ἀπὸ τὴν Ἑστία κυκλοφορεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα μὲ ἐλάχιστη (ἐκπτωτικὴ) τιμή..

Τόγραψα καὶ παραπάνω, ἡ γραφή του δὲν ἔχει τὴν κοινὴ αἰσθητική, μὰ θάλεγα νὰ μὴν τὸ περιφρονήσετε ἐὰν βρεθεῖ μπροστά σας. Δὲν εἶναι ἀδιάφορο σὲ κάθε βιβλιοθήκη νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ παράδοξο, τὸ ἐναλλακτικό, γραφὴ τόσο διάφορη καὶ μοναδικὴ – ἕνα μονοπάτι δύστροπο ποὺ ἴσως κάποια στιγμή, χορτασμένοι ἀπὸ ὁμοιόμορφες λεωφόρους, σκεφτοῦμε νὰ δοκιμάσουμε τὴ διαδρομή του…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%E1%BD%B4%CE%BD-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%E1%BD%BA%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF/?fbclid=IwAR16pM8OWV8yE6_Ot3teP3TWECtMzr9JN1b6mPc6RQSfKs-axjG9HNR6nB4

Lola Ridge, Αναρχική και ποιήτρια

Η Lola Ridge υπήρξε κοντινή φίλη της Emma Goldman και άλλων γνωστών αναρχικών καθώς και γνωστών συγραφέων και ποιητών όπως των William Carlos Williams, Kenneth Rexroth και Marianne Moore. Σε αντίθεση με αρκετούς ριζοσπάστες συγγραφείς του καιρού της είχε ιδίαν αντίληψη και αυθντική εμπειρία από τη ζωή της εργατικής τάξης, την οποία απέκτησε από νεαρή ηλικία κατά τη διάρκεια της παραμονής της στα χωριά και τις μικρές κωμοπόλεις των ανθρακωρύχων στις δυτικές ακτές της Νέας Ζηλανδίας. Αλλά, πάνω από όλα, αφιερώθηκε στη σύνδεση της avant-garde λογοτεχνίας με την πολιτικήη δράση.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1873, όταν ο πατέρας της ήταν φοιτητής Ιατρικής. Μετά τον πρώιμο θάνατό του, με την μητέρα της εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ζηλανδία, όταν η ίδια ήταν πέντε ετών. Η μητέρα της Emma είχε συγγενείς στη Δυτική Ακτή της χώρας αυτής και το 1880 παντρεύτηκε έναν χρυσοθήρα στην Hokitika.

Η έφεση της Lola Ridge στο γράψιμο εμφανίστηκε νωρίς και το πρώτο ποίημά της δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα του Canterbury όταν ήταν μόλις 19 ετών. Αργότερα άλλα έργα της εμφανίστηκαν σε άλλα περιοδικά της Νέας Ζηλανδίας καθώς και στο Australian Bulletin. Όταν ήταν 22 ετών, η Lola παντρεύτηκε έναν ανθρακωρύχο, τον Peter Webster, που ήταν και συνέταιρος σε ένα χρυσοχοΐο στον μικρό οικισμό του Kaniere, κοντά στο Hokitika. Ο γάμος τους δεν ευδοκίμησε. Ο Webster φαίνεται ότι ήταν αλκοολικός και σε ηλικία 30 ετών η Lola χώρισε και μετακόμισε με τη μητέρα και τον τότε τρίχρονο γιο της στο Σίδνεϊ, όπου σπούδασε Ζωγραφική και συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα αλλά και διηγήματα. Όταν η μητέρα της πέθανε λίγα χρόνια αργότερα, η Lola και ο γιος της μετακόμισαν ξανά, αυτή τη φορά στις ΗΠΑ.

Εγκαταστάθηκαν στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης και η Lola δραστηριοποιήθηκε στο αναρχικό κίνημα. Το 1909 το ποίημά της «The Martyrs of Hell» («Οι μάρτυρες της κόλασης») εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του μηνιαίου αναρχικού περιοδικού «Mother Earth» («Μητέρα Γη») που εξέδιδε η Emma Goldman.

Η Ridge πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στις ΗΠΑ, και αναδείχθηκε σε διάσημη προσωπικότητα της ριζοσπαστικής λογοτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης. Για να υποστηρίξει τη γραφή της, εργάστηκε αρχικά ως εργοστασιακή εργάτρια, αλλά και μοντέλο καλλιτεχνών. Σύντομα έγινε οργανώτρια του αμερικανικού ριζοσπαστικού εκπαιδευτικού κινήματος, μέσα από το Ferrer Association που ιδρύθηκε από τους οπαδούς του ισπανικού αναρχικού Francisco Ferrer (Σύνδεσμος Ferrer). Από τους πρώτους υποστηρικτές της εκπαίδευσης ως απελευθερωτικής δραστηριότητας, ο Ferrer εκτελέστηκε το 1909 κατά τη διάρκεια ενός πογκρόμ εναντίον του αναρχικού κινήματος στην Καταλονία. Μέσω του Ferrer Association, η Ridge συναντήθηκε με τον David Lawson, έναν νεαρό Σκωτσέζο αναρχικό, μηχανικό στο επάγγελμα. Έζησαν μαζί για δέκα σχεδόν χρόνια πριν παντρευτούν.

Το ζευγάρι έγινε το επίκεντρο της επαναστατικής κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το “μεγάλο, ελάχιστα επιπλωμένο και με κρύο νερό πατάρι … στο κέντρο του Μανχάταν” έγινε σημείο συνάντησης της ριζοσπαστικής διανόησης της Νέας Υόρκης… Η Lola κάθε φορά που πoυλούσε ένα ποίημα ή ένα άρθρο οργάνωνε εκεί πάρτι. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων της, «The Ghetto», εμφανίστηκε το 1918 και περιέγραψε τη ζωή των Εβραίων μεταναστών της εργατικής τάξης που έβλεπε γύρω της στην ανατολική πλευρά της Νέας Υόρκης. Δύο χρόνια αργότερα μια άλλη συλλογή ποιημάτων, «Sun-up», ανέδειξε πτυχές της ασυνήθιστης παιδικής της ηλικίας στην Ιρλανδία και της παραμονής της στους Αντίποδες (στμ. Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία). Τα δύο αυτά βιβλία καθιέρωσαν το όνομά της σε σχέση με τον κοινωνικά αφοσιωμένο ελεύθερο στίχο.

Ενώ η γραφή της θαυμαζόταν ευρέως, η εκπληκτικά έντονη προσωπικότητά της και ο επαναστατικός της ζήλος συνέβαλαν στη φήμη της. Το όνομά της ήταν συνεχώς στην επικαιρότητα. Ήταν από τις πρώτες υπέρμαχους των δικαιωμάτων των γυναικών, των ομοφυλοφίλων και των μαύρων, των Εβραίων και άλλων ομάδων μεταναστών, και χρησιμοποίησε την ποίησή της για να υποστηρίξει δημόσια και ανοιχτά τις υποθέσεις τους κάτι που πάντα έκανε με πάθος.

Το «Firehead», που δημοσιεύτηκε το 1929, είναι μια μακρά ποιητική αλληγορία για την εκτέλεση των Ιταλών αναρχικών Sacco και Vanzetti. Οι δύο άνδρες κατηγορήθηκαν για ληστεία τράπεζας στην οποία σκοτώθηκαν δύο φύλακες, δικάστηκαν σε μια γελοία δίκη και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μια παγκόσμια εκστρατεία και μια πλήρης εξομολόγηση από τον πραγματικό ληστή απέτυχαν να αποτρέψουν την εκτέλεσή τους. Τη νύχτα πριν από την εκτέλεση τον Δεκέμβριο του 1927, η Ridge με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων ξενύχτησε έξω από τη φυλακή του Charleston στη Βοστώνη. Η έφιππη αστυνομία τους απώθησε.

Την ίδια εποχή η Ridge, ανάμεσα σε άλλους, συνεργάστηκε με τον, κατά το ήμιση Ινδιάνο, εργατικό αγωνιστή και μέλος των IWW, Frank Little. Και οι δύο συμμετείχαν ή οργάνωσαν πάμπολλέες διαμαρτυρίες και άλλες εκδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο. Τον Ιούνη του 1917, ο Frank Little απήχθη από μια ομάδα μπράβων, βασανίστηκε και λυντσαρίστηκε μέχρι θανάτου. Η Lola Ridge έγραψε γι’ αυτό το ποίημα «Frank Little at Calvary».

Κατά την ίδια περίοδο της υστερικής καταστολής, ένας άλλος εργατικός οργανωτής, ο εργαζόμενος στα ποταμόπλοια του Σαν Φρανσίσκο, Tom Mooney, κατηγορήθηκε για μια βομβιστική επίθεση που σκότωσε δέκα ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρέλασης. Ο Mooney είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι οι διάφοροι πράκτορες και μπράβοι θα μπορούσαν να διαταράξουν την παρέλαση για να κηλιδώσουν το εργατικό κίνημα. Καταδικάστηκε με βάση καταγγελλόμενη ψευδορκία και πλαστά αποδεικτικά στοιχεία και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που στη συνέχεια έγινε ισόβια κάθειρξη. Η μακρά εκστρατεία για την απελευθέρωσή του έκανε τον Mooney ίσως τον πιο διάσημο πολιτικό κρατούμενο στις ΗΠΑ. Ως μέρος της εξαιρετικά δημιουργικής εκστρατείας υπεράσπισής του κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Άντζελες το 1932, έξι νέοι μπήκαν στο στάδιο με σήματα που έλεγαν «Free Tom Mooney» στις αθλητικές τους προθήκες και έτρεξαν γύρω από το κομμάτι φωνάζοντας αυτό το σύνθημα μέχρι να συλληφθούν.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο Mooney βρισκόταν στη φυλακή του San Quentin για πάνω από δέκα χρόνια, η Lola Ridge έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν με τίτλο «Stone Face», το οποίο τυπώθηκε και διανεμήθηκε εν είδει προκήρυξης, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες χώρες. Έγινε αφίσα και επιγραφή που διακόσμησε χώρους εργατικών συνελεύσεων και συνδικάτων κλπ. Τελικά, ο Mooney απελευθερώθηκε επί προεδρίας Ρούσβελτ μετά από 23 χρόνια.

Η Lola Ridge περιγράφηκε από τον φίλο της και εκδότη ως «ο πιο εύθραυστος άνθρωπος από φυσικής πλευράς και ο φτωχότερος από οικονομικής». Σπάνια η υγεία της ήταν καλή και πέθανε από φυματίωση το 1941, σε ηλικία 67 ετών. Σε μια νεκρολογία στην εφημερίδα «New York Times» χαρακτηρίστηκε ως μια από τις «κορυφαίες σύγχρονες ποιήτριες» της Αμερικής. Η φήμη της αναβίωσε τα κατοπικά χρόνια στις ΗΠΑ με πολλά από τα ποιήματά της να επανεκδίδονται, αλλά είναι ελάχιστα γνωστή στις χώρες όπου μεγάλωσε.

*Η σύντομη αυτή βιογραφία είναι παρμένη από το έντυπο «Where the Light of their Glory Leads – the international context of the Blackball strike», που δόθηκε ως ομιλία για την εκατονταετηρίδα της απεργίας του BlackBerry Strike του 1908, στο Blackball, στις 23 Μάρτη 2008 από τον Mark Derby.

**Μετάφραση Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανδρέας Εμπειρίκος και Άγγελος Σικελιανός, μια εισαγωγή

Νάνος Βαλαωρίτης*

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Σεφέρης, έγινε το επίκεντρο της αντίφασης που κατά κάποιο τρόπο σηματοδότησε τον διαχωρισμό των ομάδων που τάσσονταν υπέρ ή κατά της Πειραματικής avant-garde γραφής στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά, μέσω της αντιφατικής ερωτικής του νουβέλας οχτώ τόμων Μέγας Ανατολικός που τοποθετείται στα χρόνια του Ιουλίου Βερν και είναι γραμμένη προς το τέλος της ζωής του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια τέτοια αντίφαση. Στα 1935, η εκπληκτική απάντηση, αρνητική, χλευαστική, με σατιρικές παρωδίες κ.λπ., γύρω στα 300 άρθρα και επιπλέον στιγμιότυπα από κωμικές σκηνές σε δημοφιλείς θεατρικές κριτικές χαιρέτισαν τα πρώτα σουρεαλιστικά «αυτόματα» κείμενα του Εμπειρίκου με τίτλο Υψικάμινος. Η έκρηξη συνεχίστηκε μέχρι το 1939, κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άλλοι σουρεαλιστές ποιητές, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμπεριελήφθησαν στη διαμάχη. Η ποίηση του τελευταίο επαναπαρήχθη στο σύνολό της καθημερινά με χλευαστικά σχόλια στη συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις. Ο Α. Τριβιζάς, στο βιβλίο του Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο συγκέντρωσε όλα αυτά τα άρθρα, τα οποία και προσφέρονται ως ευχάριστο ανάγνωσμα.

Δεν εννοώ πως οι Έλληνες αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν στη δεκαετία του ’30 τη σημασία που η Μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία θα είχαν μακροπροθέσμως. Αλλά είχαν αναπτύξει μια προκατάληψη αναφορικά με το τι ήταν ποιητικό και τι όχι. Αυτήν την περίοδο η Σχολή του Παλαμά, του μεγάλου δημοτικιστή ποιητή, και το παρακλάδι της των Νέο-Συμβολιστών ήταν στο φόρτε τους, και αυτοί ήταν οι ποιητές που διδασκόμασταν στο σχολείο από τους «προοδευτικούς» δασκάλους. Αυτό ήταν ήδη μια επανάσταση, παρά το ότι δεν ήταν ένα αληθινό ξέκομμα από τους δημοτικιστές ποιητές του παρελθόντος, τον Σολωμό και τη Σχολή του, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και ακόμη τον καθαρευουσιάνο Κάλβο. Κι αυτό έλαβε χώρα μεσούσης ακόμα της διαμάχης με την αρχαΐζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούνταν παντού στο δημόσιο βίο και τους σχολαστικούς που κυριαρχούσαν εξ ίσου στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια. Και το να είναι κανείς δημοτικιστής εκείνες τις μέρες ήταν από μόνο του πολύ τολμηρό.

Στην σουρεαλιστική ατμόσφαιρα δύο γλωσσών που αντιμάχονταν η μια την άλλη, η είσοδος των πρώτων σουρεαλιστών ποιητών, που έγραψαν υπό την πρόκληση ή ακόμα ένα είδος δανδισμού σε άκρατη καθαρεύουσα ήταν ένα είδος πραξικοπήματος. Την ίδια χρονιά, το 1935, εμφανίστηκε και η συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, όμως δεν αποτέλεσαν καινοτομία, καθώς τα τευχίδια των ποιημάτων του ήταν ήδη πολύ γνωστά σ’ ένα επιλεγμένο κοινό πολύ νωρίτερα. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, σηματοδότησε την εποχή, όπως είχε κάνει 15 χρόνια νωρίτερα η Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Γ. Σεφέρης, παρά το ότι χτυπήθηκε σκληρά από τους κριτικούς, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο χλευασμού ή οργής, αλλά μάλλον απορίας και εχθρότητας εξαιτίας των σκοτεινών μηνυμάτων του νέου του στυλ, του ελεύθερου στίχου. Η περίφημη πρώιμη καθαρή ποίησή του είχε γίνει καλώς αποδεκτή. Επηρεασμένος από τον Paul Valery υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ανανέωσης που επέφερε στον παραδοσιακό στίχο, παρά το ότι τα μηνύματά της ήταν συχνά σκοτεινά.

Υπήρχε όμως και κάποιος άγνωστος στο προσκήνιο ήδη από το 1909, όταν τυπώθηκε σε μια πολυτελή έκδοση το ποίημα «Αλαφροΐσκιωτος» ο Άγγελος Σικελιανός, του οποίου η ποίηση, παρά το ότι δανείστηκε στοιχεία από το επίσημο κίνημα των δημοτικιστών στο ύφος αλλά και στο λεξιλόγιο, ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ποίηση αυτή, πολύ περισσότερο σκοτεινή και ερμητική, στόχευσε σε κάτι το διαφορετικό: στην ανανέωση της αντίληψης περί παγανιστικών, διονυσιακών και απολλωνιακών αποκαλύψεων στη ζωή και στη φύση του ελληνικού τοπίου και των ανθρώπων. Αυτή την εποχή, ως τη δεκαετία του ’30 ήταν κυρίως γνωστός ως ο προαγωγός του Δελφικού κινήματος, της αναγεννήσεως του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν στο νεωτεριστικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα του 1935, που φιλοξενούσε νέους ποιητές, όπου η ποίησή του εμφανιζόταν ταχτικά και άρχισε να ‘χει μια παρουσία και μια επίδραση, και μέχρι το 1947 όταν οι τρεις τόμοι του Λυρικού Βίου που συγκέντρωναν όλα τα προηγούμενα ποιήματα εκδόθηκαν, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1951 […]

Η ποίηση του Σικελιανού γράφτηκε στη ρωμαλέα μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, της οποίας ήταν μεγάλος τεχνίτης. Η συχνή επίκληση στο έργο του αρχαίων παγανιστικών θεοτήτων, καθώς και χριστιανικών μορφών τον σηματοδοτεί ως συμφιλιωτή θρησκειών και φιλοσοφιών. To χάρισμά του αυτό, συνδυαζόμενο με την ερμητική του φιλοσοφία, συνιστούν ένα μοναδικό αμάλγαμα στάσεων που επίσης δημιούργησαν την αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος στους Δελφούς, γνωστό ως Δελφικό Κίνημα. Η Αμερικανίδα σύζυγός του Εύα Πάλμερ συνέβαλε στην καινοτόμο χορογραφία του χορού και υποστήριξε το όλο εγχείρημα όχι μόνο πνευματικά, αλλά και οικονομικά. Και οι δύο πίστευαν πως οι Δελφοί θα μπορούσαν να γίνουν το Παγκόσμιο Επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης του σύγχρονου κόσμου, όπως το μαντείο είχε υπάρξει για τον αρχαίο κόσμο. Από τότε οι Δελφοί έγιναν το πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε έναν αριθμό συμποσίων επί διαφόρων θεμάτων, περισσότερο στην πραγματική σύγχρονη έννοιά τους παρά στον υψηλά πνευματικό μαντικό ρόλο που ο ίδιος ο ποιητής με τη γυναίκα του είχαν ονειρευτεί. […]

Συγκρινόμενη με την ποιητική, πολύ πλούσια και ρητορική γλώσσα του Σικελιανού, ο Εμπειρίκος χαράσσει ένα πολύ ηπιότερο ποιητικό προφίλ. Η ποίησή του είναι μοντέρνα, δανειζόμενη πολλές εκφράσεις από την καθημερινή γλώσσα, και εστιάζεται κυρίως στον ερωτικό πόθο. Ωστόσο, κάποιοι κριτικοί έχουν συγκρίνει στιγμές έξαρσης στην ποίηση του Εμπειρίκου με διονυσιακά θέματα, υπαινιγμούς και αναφορές από το έργο του Σικελιανού. Επίσης, τα πεζά του Εμπειρίκου Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (Amour Amour στη μετάφραση) και οι συχνές εμφανίσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων και μυθικών μορφών σχετίζονται με τις εμφανίσεις και επικλήσεις θεοτήτων και μυθικών μορφών στην ποίηση του Σικελιανού. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο ποιητές μοιράζονται ένα ξεχείλισμα εκφραστικότητας, κάτι με το οποίο οι Αμερικανοί είναι εξοικειωμένοι από την ποίηση του Walt Whitman. Ειδικά η ύστερη πεζή ποίηση του Εμπειρίκου, συγκεντρωμένη σε έναν τόμο υπό τον τίτλο Οκτάνα είναι καθαρά μεσσιανική σε τόνο και στυλ, φέρνοντας τους δύο ποιητές ακόμη εγγύτερα. Η φιλοσοφία του σουρεαλισμού που στόχευε στην ανανέωση της πνευματικής καλλιτεχνικής και ποιητικής έκφρασης σε όλους τους χώρους και στην καθημερινή ζωή, προσεγγίζει αυτό που ο Σικελιανός ήλπιζε να πετύχει με την ποίησή του και το Δελφικό Κίνημα.

*Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της διάλεξης που έδωσε ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στη Ν. Υόρκη στα αγγλικά στις 22.4.2001. Μετάφραση στα ελληνικά: Δήμητρα Σ. Καλλιγέρη, Master Κλασικής φιλολογίας & Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρο το πρώτο μέρος της διάλεξης πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 54 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2001).

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

“Το μερίδιο των Αγγέλων” της Άννας Νιαράκη

Γράφει η Ευσταθία Δήμου

Σε μια συλλεκτική έκδοση 300 αντιτύπων επανακυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019 η ποιητική συλλογή της Άννας Νιαράκη, Το μερίδιο των αγγέλων από τις εκδόσεις Bibliotheque. Η συλλογή είχε πρωτοεκδοθεί το 2012 και η επανέκδοση της καταδεινύει όχι μόνο την υψηλή ποιότητα του ποιητικού λόγου, αλλά και την αντοχή του στο χρόνο, ιδιαίτερα μέσα σε μία εποχή που οι ποιητικές συλλογές διαδέχονται η μία την άλλη με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Το σύνολο των ποιημάτων χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες που φέρουν διαδοχικά τους τίτλους «Άνοιξη εντός», «Το στοίχημα», «Το μερίδιο των αγγέλων» και «Αντί σημειώματος». Στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνονται δεκατέσσερα ελευθερόστιχα ποιήματα, τα περισσότερα πολύστιχα, η θεματική των οποίων περιστρέφεται γύρω από τα γνωστά θέματα του έρωτα, ιδωμένου την στιγμή του τέλους του, ενός τέλους που, σαν έκρηξη, διαλύει τα πάντα, του χρόνου που μεταφράζεται σε Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο, όπως λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Αποκεφαλισμοί», της ποιητικής δημιουργίας και της ίδιας της ποίησης, η αναμέτρηση με την οποία αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της πάνω στην ψυχή και το σώμα της δημιουργού. Το κλίμα και η διάθεση που επικρατεί στην ενότητα αυτή είναι σαφώς απαισιόδοξο. Νότες θλίψης και απογοήτευσης ακούγονται εδώ κι εκεί στους στίχους και η θλίψη αυτή, που σηματοδοτεί την πτώση, φαίνεται να είναι και η σωτηρία από τη ζάλη του ύψους. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Κατά βάθος»

Η πτώση
Ω! ναι. Αυτή.
Αυτή μας σώζει από τα ύψη.
Από τα βάθη δεν έχει ακόμα
ανακαλυφθεί σωτήρας.

(«Κατά βάθος»)

Άλλα ποιήματα περιστρέφονται γύρω από το θέμα της μοναξιάς, ως αποτέλεσμα της απουσίας του αγαπημένου προσώπου, του θανάτου, της ανίας που γίνεται ιδιαίτερα έντονη και βασανιστική την αργία της Κυριακής, του φόβου μπροστά στο μέλλον, της μνήμης και της λήθης. Έκδηλη είναι η συγγένεια με την ποίηση του Α. Τραϊανού στον οποίο άλλωστε είναι αφιερωμένο και ένα από τα ποιήματα της ενότητας. Εικόνες θανάτου, εικόνες ζοφερές που προξενούν την φρίκη εναλλάσσονται εδώ με σκέψεις που δείχνουν έναν άνθρωπο στα όρια του εαυτού του. Από αυτή την άποψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια παράλληλη ανάγνωση των δύο ποιητών, όχι όμως υπό το πρίσμα της σύγκρισης αλλά της σύγκλισης αφού είναι προφανές ότι η ποίηση της Νιαράκη είναι εμποτισμένη από μια γνήσια γυναικεία ευαισθησία και από έναν ερωτισμό που τη διαφοροποιεί σημαντικά από την ποίηση του Τραϊανού.

Στη δεύτερη ενότητα, «Το στοίχημα», το κλίμα είναι κάπως διαφορετικό. Εδώ υπάρχουν ποιήματα για την ποίηση, για την ουσία και τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, όπως το «ab initio»

Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

(«ab initio»)

Παράλληλα, ο έρωτας προβάλλει εδώ ως το καταλυτικό εκείνο συναίσθημα που καταργεί τη μοναξιά αλλά και τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Άλλοτε πάλι το θέμα αυτό παίρνει την απόχρωση μιας αναζήτησης που εκτείνεται πέρα από το χρόνο και το χώρο. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Σε ψάχνω»

Σε ψάχνω
ντυμένη στα λευκά
σε μια πόλη γεμάτη από
ν
ύ
χ
τ
ε
ς…

(«Σε ψάχνω»)

Ο έρωτας που γίνεται ανάμνηση, ο έρωτας που αποκτά τη διάρκεια του μέσα από τη μετουσίωσή του σε αγάπη, ο έρωτας που αποτυπώνεται μέσα στην ποιητική δημιουργία, η ερωτική απουσία που δίνει την αφορμή για μια φαντασιακή εμπειρία συνεύρεσης και η αίσθηση της εκκρεμότητας που αποπνέει κάθε σχέση πριν την ολοκλήρωσή της είναι μερικές από τις κατευθύνσεις στις οποίες στρέφεται το θέμα αυτό.

Η τρίτη ενότητα που τιτλοφορείται «Το μερίδιο των αγγέλων» αποπνέει έντονη την αίσθηση ενός κενού, μιας απουσίας καίριας και καταλυτικής που ταλανίζει την ποιήτρια και την κάνει να αιωρείται ανάμεσα στο τότε, το τώρα και το μετά. Η αίσθηση του θανάτου είναι και εδώ υπαρκτή ως μια απειλή για κάτι αναπόφευκτο και τελεσίδικο. Στο ποίημα «Κατάδυση» για παράδειγμα αποδίδεται αυτή ακριβώς η αίσθηση

Ό,τι σπείραμε, το ξερίζωσε ο άνεμος.
Ποιος ξέρει τα σπόρια μας ως που ταξίδεψαν
προτού να αγγίξουν ξένα χώματα.
Ποιος ξέρει αν φύτρωσαν ξανά
κουβαλώντας κάτι από το χάδι μας
ή αν βαθιά μέσα στη γη κοιμούνται ακόμη,

ξεγελώντας αθώα έναν βέβαιο θάνατο.
(«Κατάδυση»)

Η συλλογή κλείνει με δύο ποιήματα που λειτουργούν αντιθετικά και συμπληρωματικά ταυτόχρονα. Από τη μία η βαθιά συνείδηση του τέλους, η βεβαιότητα του θανάτου και από την άλλη η ελπίδα, μια ελπίδα που καταλύει το φόβο και εν τέλει τον ίδιο το θάνατο.

Στη ζωή μου δεν θα ’θελα
να χάσω ούτε μια Άνοιξη.
Δεν θα μπορούσα ποτέ
να προδώσω τον Μάη.

Αυτό το φως
είναι ο δικός μου θεός.

Ελευθερία.
(«Ρυ Τουρνεφόρ»)

Το μερίδιο των αγγέλων προσφέρει μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία σε όποιον θελήσει να σταθεί πάνω στους στίχους του. Στίχοι θραυσματικοί, ανολοκλήρωτοι πολλές φορές, αλλά τόσο δυνατοί όσο και το συναίσθημα ή το βίωμα το οποίο τους ενέπνευσε. Η Άννα Νιαράκη έχει αναμετρηθεί με τους προκατόχους της Τραϊανό, Καρυωτάκη, Πολυδούρη, Κακναβάτο, έχει χωνέψει καλά τα ποιητικά τους διδάγματα και έχει κατορθώσει να αποκτήσει τη δική της ποιητική φυσιογνωμία μέσα στο νεοελληνικό ποιητικό τοπίο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.vakxikon.gr/niarakh-review/