Τέσσερα μη μεταφράσιμα σονέτα για τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον φρανκισμό

ΧΑΡΤΗΣ 66 {ΙΟΥΝΙΟΣ 2024}
{Μετάφραση} Κείμενα
του Κλάουδιο Ροντρίγκεθ Φερ

ΕΙ­ΣΑ­ΓΩ­ΓΗ-ΠΑ­ΡΟΥ­ΣΙΑ­ΣΗ-ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΗ
Νί­κος Πρα­τσί­νης

Στις 17 με 18 Ιου­λί­ου του 1936 εκ­δη­λώ­θη­κε το στρα­τιω­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα του στρα­τη­γού Φράν­κο, στην Ισπα­νία, ενα­ντί­ον της νό­μι­μα εκλεγ­μέ­νης κυ­βέρ­νη­σης του Λαϊ­κού Με­τώ­που. Τον Φράν­κο ακο­λού­θη­σε μέ­ρος του στρα­τού και με­γά­λο μέ­ρος του επι­χει­ρη­μα­τι­κού κό­σμου της χώ­ρας. Το γε­γο­νός πυ­ρο­δό­τη­σε τον Ισπα­νι­κό Εμ­φύ­λιο, που άφη­σε πί­σω του 500.000 θύ­μα­τα, και από τις δύο πλευ­ρές. Κα­θώς και μια Κοι­νω­νι­κή Επα­νά­στα­ση, υπο­στη­ρι­ζό­με­νη από τους αναρ­χι­κούς κα­τά βά­ση, στην Κα­τα­λο­νία, το Λε­βά­ντε, την Αρα­γο­νία, την Αν­δα­λου­σία, κα­τά κύ­ριο λό­γο. Ο Φράν­κο, με τη βο­ή­θεια της να­ζι­στι­κής Γερ­μα­νί­ας και της φα­σι­στι­κής Ιτα­λί­ας, κα­θώς και την πο­λι­τι­κή της «μη επέμ­βα­σης» των δη­μο­κρα­τιών της Αγ­γλί­ας και της Γαλ­λί­ας, επε­κρά­τη­σε το 1939. Πολ­λές δε­κά­δες χι­λιά­δων από την πλευ­ρά των ητ­τη­μέ­νων πέ­θα­ναν σε στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης, 500.000 πε­ρί­που ανα­γκά­στη­καν να πά­ρουν το δρό­μο της εξο­ρί­ας. Εί­χε αρ­χί­σει η μα­κρά νύ­χτα της φα­σι­στι­κής δι­κτα­το­ρί­ας του Φράν­κο.

Με τον θά­να­το του Φράν­κο, τον Νο­έμ­βριο του 1975, και βά­σει της φραν­κι­κής νο­μο­θε­σί­ας, η εξου­σία, σχε­τι­κά ομα­λά, με­τα­βι­βά­σθη­κε στον βα­σι­λιά Χουάν Κάρ­λος. Οι δη­μο­κρα­τι­κοί θε­σμοί απο­κα­τα­στά­θη­καν στα­δια­κά και, χά­ρη στον Νό­μο πε­ρί Αμνη­στί­ας του 1977, οι άν­θρω­ποι του Φράν­κο πα­ρέ­μει­ναν στις θέ­σεις τους, δί­χως συ­νέ­πειες, ακό­μη και οι υπεύ­θυ­νοι για εγκλή­μα­τα κα­τά την δια­δι­κα­σία της με­θο­δευ­μέ­νης με­τα­πο­λί­τευ­σης, όπως για τη Σφα­γή της Βι­τό­ρια (1975) από αστυ­νο­μι­κές δυ­νά­μεις και τη Σφα­γή στην Ατό­τσα (1977), από ακρο­δε­ξιούς τρο­μο­κρά­τες.

Πριν κά­ποια χρό­νια ξε­κί­νη­σε στην Ισπα­νία μια κί­νη­ση, η οποία αγκά­λια­σε ση­μα­ντι­κό μέ­ρος του πλη­θυ­σμού, με στό­χο την ανα­ψη­λά­φη­ση του πα­ρελ­θό­ντος, αρ­χής γε­νο­μέ­νης από την ανα­ζή­τη­ση των ομα­δι­κών τά­φων εκτε­λε­σθέ­ντων δη­μο­κρα­τι­κών και την ανα­γνώ­ρι­σή τους, και προ­χω­ρώ­ντας σε μια ανα­σύ­στα­ση και απο­κα­τά­στα­ση της ιστο­ρι­κής μνή­μης με­τά από από­πει­ρες δε­κα­ε­τιών να λη­σμο­νη­θεί. Ο Ρο­ντρί­γκεθ Φερ πρω­το­στα­τεί στην κί­νη­ση αυ­τή.

Ο Claudio Rodríguez Fer γεν­νή­θη­κε το 1956 στο Λού­γο της Γα­λι­κί­ας, στην Ισπα­νία. Εί­ναι εί­ναι ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας και δο­κι­μιο­γρά­φος, γρά­φο­ντας στα γα­λι­κια­νά, κα­θώς και με­λε­τη­τής της ισπα­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας, γρά­φο­ντας στα ισπα­νι­κά. Εί­ναι πρό­ε­δρος της Asociaociόn para la Dignificaciόn de las Víctimas del Fascismo en Galicia (Ένω­ση για την Από­δο­ση Σε­βα­σμού και Αξιο­πρέ­πειας στα Θύ­μα­τα του Φα­σι­σμού στην Γα­λι­κία). Κα­τέ­χει την έδρα Ποί­η­σης και Αι­σθη­τι­κής Valente στο πα­νε­πι­στή­μιο του Σα­ντιά­γο δε Κο­μπο­στέ­λα, διευ­θύ­νει την επι­θε­ώ­ρη­ση Moena και, από κοι­νού με την Carmen Blanco, τα τε­τρά­δια Uniόn Libre (Ελεύ­θε­ρη Ένω­ση). Έχει δι­δά­ξει ακό­μη σε πολ­λά μέ­ρη της Ευ­ρώ­πης, της Αμε­ρι­κής και της Αφρι­κής, έχει με­τα­φρα­στεί σε πολ­λές γλώσ­σες, το δε ποί­η­μά του «A Cabeleira» έχει με­τα­φρα­σθεί και έχει δη­μο­σιευ­θεί, δια­δι­κτυα­κά, σε εβδο­μή­ντα (με­τα­ξύ των οποί­ων και στα ελ­λη­νι­κά): https://​www.​aca​bele​ira.​com/​a_​cab​elei​ra_​mul​tili​nge.​html

Στα ελ­λη­νι­κά επί­σης έχει με­τα­φρα­στεί συλ­λο­γι­κά το δι­ή­γη­μά του Πε­τα­λού­δι­σέ με» https://​kon​stan​tino​s-​pal​eolo​gos.​blo​gspo​t.​com/​2017/​12/​bol​bore​tame-​de-​claudio-​rod​rigu​ez-​fer-​en.​html

Στα έρ­γα του κυ­ριαρ­χεί ο ερω­τι­κός βι­τα­λι­σμός, το «άνοιγ­μα» προς το δια­πο­λι­τι­σμι­κό στοι­χείο, η ελευ­θε­ρια­κή ου­το­πία, η ου­μα­νι­στι­κή ηθι­κή, η στρά­τευ­ση στον αντι­φα­σι­στι­κό αγώ­να, ο διά­λο­γος ανά­με­σα στις τέ­χνες και ο αι­σθη­τι­κός πει­ρα­μα­τι­σμός.

Έχει συ­γκε­ντρώ­σει τα ποι­ή­μα­τά του σε έναν τό­μο με τον τί­τλο Amores e clamores (Έρω­τες και κραυ­γές), τα πε­ζά σε άλ­λον, με τον τί­τλο Contos e descontos (Ιστο­ρί­ες και εκ­πτώ­σεις) και την οπτι­κή του ποί­η­ση στους τό­μους Cinepoemas (Κι­νο­ποι­ή­μα­τα), Cinepoética (Κι­νο­ποι­η­τι­κή) και Criptografías (Κρυ­πτο­γρα­φί­ες).

Με αφορ­μή την επέ­τειο της έναρ­ξης του Ισπα­νι­κού Εμ­φυ­λί­ου, τον επό­με­νο μή­να, και σε σχέ­ση με την κί­νη­ση της απο­κα­τά­στα­σης της ιστο­ρι­κής μνή­μης και του σε­βα­σμού στα θύ­μα­τα του φραν­κι­σμού, μας έστει­λε τέσ­σε­ρα οπτι­κά σο­νέ­τα μα­ζί με ένα ση­μεί­ω­μα σχε­τι­κά με την οπτι­κή ποί­η­ση, κα­τά την οπτι­κή του, κα­θώς και κά­ποια λό­για για τα σο­νέ­τα.

Aς δού­με λοι­πόν τι λέ­ει ο ίδιος για την οπτι­κή ποί­η­ση:

ΟΠΤΙ­ΚΗ ΠΟΙ­Η­ΣΗ ΚΑΙ ΟΙ­ΚΟΥ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΗ ΕΠΑ­ΝΑ­ΣΤΑ­ΣΗ

Η οπτι­κή μου ποί­η­ση γεν­νιέ­ται από την ίδια ανά­γκη για ολο­κλη­ρω­μέ­νη γνώ­ση και εκ­φρα­στι­κό πει­ρα­μα­τι­σμό, από την οποία γεν­νιέ­ται και η λε­κτι­κή, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας όμως μέ­σα που εί­ναι πιο οι­κου­με­νι­κά και λει­τουρ­γούν λι­γό­τε­ρο πε­ριο­ρι­στι­κά στην επι­κοι­νω­νία από ό,τι τα γλωσ­σι­κά.
«Η ποί­η­ση εί­ναι ει­κό­να». Μια ει­κό­να αξί­ζει πιο πο­λύ από χί­λιες λέ­ξεις. «Μια ποι­η­τι­κή ει­κό­να αξί­ζει πιο πο­λύ από χί­λιες οπτι­κές ει­κό­νες. Κλπ κλπ. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι κα­θα­ρό πως μια ει­κό­να έχει αξία πιο πολ­λή, και για πιο πο­λύ, από χί­λιες λέ­ξεις, εάν δε η ποί­η­ση εί­ναι ει­κό­να ή, έστω, αυ­τό επι­ζη­τεί να εί­ναι, για­τί να μην την πραγ­μα­τώ­νου­με άμε­σα και απευ­θεί­ας μέ­σω ει­κό­νων, όπως συμ­βαί­νει με την σου­ρε­α­λι­στι­κή τέ­χνη;

Η οπτι­κή ποί­η­ση, η οποία, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα υπάρ­χει από την αρ­χαιό­τη­τα, αν και, λό­γω των ελευ­θε­ρια­κών δυ­να­το­τή­των που προ­σφέ­ρει, βρί­σκε­ται σχε­δόν πά­ντα εκτός των κα­θο­ρι­σμέ­νων και ανα­γνω­ρι­σμέ­νων λο­γο­τε­χνι­κών κα­νό­νων, υπήρ­ξε πά­ντα ένα μέ­σο εκ των ων ουκ άνευ, στο οποίο κα­τέ­φυ­γαν όλες οι πρω­το­πο­ρί­ες, πα­ρό­τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει και κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο από μια εναλ­λα­κτι­κή επι­λο­γή, από την άπο­ψη της μορ­φής, ακό­μη δε και της ση­μειο­λο­γί­ας, για­τί τρο­πο­ποιεί τον τρό­πο σκέ­ψης αυ­τού που την δη­μιουρ­γεί, κα­θώς και αυ­τού που την βλέ­πει, εγ­γρά­φο­ντάς την σε έναν οι­κου­με­νι­κό κώ­δι­κα που εί­ναι ανοι­χτός στην ου­το­πία, δη­λα­δή στην επα­νά­στα­ση για τη ζωή.

Ας δού­με τώ­ρα τι λέ­ει για τα 4 οπτι­κά σο­νέ­τα που ακο­λου­θούν και τα οποία, όπως κα­τα­λα­βαί­νει κα­νείς, δεν χρειά­ζε­ται/γί­νε­ται να με­τα­φρα­στούν:

Tα τέσ­σε­ρα οπτι­κά σο­νέ­τα αντα­να­κλούν την ιστο­ρι­κή δια­δρο­μή του Εμ­φυ­λί­ου Πο­λέ­μου, της φραν­κι­κής δι­κτα­το­ρί­ας, κα­θώς και της ελ­πί­δας για απε­λευ­θέ­ρω­ση στην Ισπα­νία: το πρώ­το ανα­πα­ρι­στά τις βλέ­ψεις του αγω­νι­ζό­με­νου προ­λε­τα­ριά­του κα­τά την Δεύ­τε­ρη Δη­μο­κρα­τία μέ­σα από το ξύ­λι­νο μέ­τρο που χρη­σι­μο­ποιού­σε στη δου­λειά του ο πα­τέ­ρας μου, το δεύ­τε­ρο ανα­πα­ρι­στά τον πό­λε­μο και την δι­κτα­το­ρία μέ­σα από τα κά­γκε­λα της φυ­λα­κής και εί­ναι, συμ­βο­λι­κά, κόκ­κι­νο και μαύ­ρο, το τρί­το ανα­πα­ρι­στά τη μα­κρά νύ­χτα της τυ­ραν­νί­ας μέ­σα από τους ιστούς της αρά­χνης, το τέ­ταρ­το ανα­πα­ρι­στά την ελ­πί­δα για απε­λευ­θέ­ρω­ση μέ­σα από το πέ­ρα­σμα από το κε­νό στον σπό­ρο, από αυ­τόν στο βλα­στό που ξε­φυ­τρώ­νει, και από αυ­τόν στην αν­θο­φο­ρία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.hartismag.gr/hartis-66/metafrash/tessera-mi-metafrasima-soneta-ghia-ton-ispaniko-emfylio-kai-ton-frankismo?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR1vtrDL8_V715grUGn_223ucc4w84GF3evVMieMEJmVkJ-_-Sa0ddmVEQM_aem_AfQUy3vtrdw3juynVFy3XpJG_a0VsUF5Teb1-4Fj7ECmnkdepP_sSBc6MUEl9fbtOIH4YNrKfxXeatMkQ-k9Khw3

ΑΛ – ΑΓΩΝΙΑ: Έρωτας και Μηδενισμός στην Ποίηση του Ηλία Ν. Μέλιου

«Εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στιχάκι
είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι»

Νίκος Παπάζογλου (σύνθ.-ερμην.), «Εγώ δεν είμαι ποιητής», στίχ.: Λάζαρος Ανδρέου

Παρ’ όλο που, στην ουσία του, ο όρος ποιητική γενιά αποτελεί ένα είδος φιλολογικής σύμβασης ούτως ώστε να ομαδοποιούνται οι ποιητές και το έργο τους βάσει των πολιτισμικών και κοινωνικών καταβολών και επιρροών τους, έχει μια αξία χρήσης, συνήθως ταξινομητική, ιδίως όταν αντιμετωπίζουμε την ποιητική δημιουργία ως της αξίζει, ήτοι ομοούσια και αδιαίρετη. Η περίπτωση του Ηλία Μέλιου θα μπορούσε να ενταχθεί στην αμφιλεγόμενη ποιητική γενιά του 1980· εκείνην την γενιά που έλαβε την σκυτάλη από τις ηχηρές, περίφημες ποιητικές φωνές του 1970, για να στραφεί από την ουτοπία του κοινωνικού οράματος σε εκείνην του ιδιωτικού. Γεννηθείς το 1959 στην Καλαμάτα, μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα, κρατώντας πάντα την ποιητική του φωνή χαμηλή μα αυθεντική, εκεί όπου η ακατέργαστη δημιουργία φύεται, μακριά από την άκρατη ναρκισσιστική εμπορικότητα και τις λογοτεχνικές οχλήσεις. Θιασώτης καθώς είναι της ρήσης του Λωτρεαμόν πως η ποίηση πρέπει να γίνεται από όλους και όχι από έναν, έχει εκδώσει τις περισσότερες ποιητικές του συλλογές εκτός εμπορίου. Από καιρού εις καιρόν, πέρα από την ποίηση, έχει ασχοληθεί ή και ασχολείται με το πεζό, το δοκίμιο, την κριτική, το σχέδιο, το κολλάζ, την mail-art, την δημιουργία μικροβιβλίων τέχνης, την μουσική, την διαδικτυακή ραδιοφωνική παραγωγή, την επιμέλεια και την έκδοση βιβλίων και περιοδικών. Συμμετείχε στην έκδοση των φανζίν «Σε τόνους μινόρε» (1992) και «Δην» (1994-1999) και του υπερρεαλιστικού περιοδικού «Κλήδονας» (2006-2018). Υπήρξε εκδότης του περιοδικού λόγου «Δυτικές Ινδίες» (2000-2003) και μέλος Ελληνικού Κύκλου Χαϊκού. Συμμετέχει στις εργασίες της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών.

«πάλι γυμνός των ήχων που λιποταχτούν
δίχως μέρα εντός μου να γυρνά τη νύχτα
παγιδεύομαι στο ξημέρωμα»
Ηλίας Μέλιος, Εντός Μου, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.12)

Εάν ποίηση εστί πολιορκία του άφατου, τότε η ποίηση του Ηλία Μέλιου αποτελεί μιαν αδιάκοπη ακροβασία ανάμεσα στο άφατο της ύπαρξης (“κύκλος η ζωή/ ηρώον μνήμης και μνήμα συνείδησης”) και στο θνησιγενές του έρωτα (“και οι ουτοπίες δυστοπίες ομοιάζουν πόσω μάλλον οι έρωτες”). Σχοινί του ακροβάτη, ο Χρόνος:

«στο ρολόι συνεχώς αλλάζουν θέση οι ώρες
ανακύκληση αχρήστου υλικού και φορμαλισμός ακραίος
τόσα χρόνια περνούν κι ο μηχανισμός του
τα καταβροχθίζει ανελλιπώς
άλλοτε είναι ζωή κι άλλοτε ανυπαρξία
ή συγχρόνως και τα δύο
ο χρόνος αποτελεί παρελθόν
ενώ τώρα είναι η καλύτερη στιγμή του βίου μας»

Ο χρόνος ως σκευή όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον έσονται εις σάρκαν μίαν και συμπυκνώνονται σε εκείνο το σταθερό σημείο όπου κάθε ταχύτητα εκμηδενίζεται, στο σημείο του μηδενός (“και προηγείται το μηδέν σαν ένα να υπάρξει”). Σε στίχο ελεύθερο και, πολλές φορές, αιρετικό -καθώς δεν λείπουν μήτε οι λεξιπλασίες μήτε οι νεολογισμοί και οι στρεβλώσεις των λέξεων- οι ποιητικές του συνθέσεις βρίθουν υπερρεαλιστικών στοιχείων, ενώ το αδιόρατο νήμα που συνδέει τις περισσότερες εξ αυτών -όσο ετερόκλητες κι εάν είναι μεταξύ τους- βρίσκεται στην δίνη της ύπαρξης του ανθρώπου εν κόσμω.

«κι ας κυλάει σκληρή
σ’ εναγώνιες προσταγές η ζωή μας
κι ας σκληραίνει τη ματιά
στο ξεφύλλισμα των διαβάσεων»
Ηλίας Μέλιος, Γύρω-Γύρω, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.101)

«καρφώνεται η ζωή μας ασάλευτη έξω από τα σύνορα
αναποφάσιστη
να βασανίζεται από τη σιωπή
κι η αγωνία της να μας ανήκει […]
έρχεται η ζωή μας κρυφά με όλη της τη δύναμη στα χείλη
έτοιμη να παρασταίνει τον προφήτη
απελπιστικά να μοιάζει με στεναγμό
και ψεύτικη νοσταλγία
μόνο και που μπορεί η ζωή μας να βυθιστεί ευλαβικά
στις μνήμες των παιδικών μας χρόνων
ολότρελλη να προσπαθεί να λησμονήσει
την επιμονή της πτώσης μας […]
πάντα τέτοιαν ώρα – γύρω στις έξι το απόγευμα
χειμώνα Δυτικά των Αθηνών
προσπαθεί η ζωή μας να καταλάβει
τι ν’ απέγιναν οι φίλοι σύντροφοι και ποιητές
στο τέλος δεν αφήνει παρά να γεννηθεί αυτό που πεθαίνει…»
Ηλίας Μέλιος, Μια Ζωή Ένα Αφήγημα, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.102)

Παρ’ όλο που τα περισσότερα ποιήματά του κινούνται γύρω από τον άξονα του υπαρξισμού και καταπιάνονται με τις προαιώνιες, χαίνουσες πληγές του ανθρώπου: τον θάνατο, τον έρωτα, την φθορά του πανδαμάτορος χρόνου και την ύπαρξη εν κόσμω και λόγω, και, παρ’ όλο που αυτό συμβαίνει με μία εμφανή ροπή προς τον μηδενισμό, πρόκειται για ένα παράδοξο είδος ενεργόφιλου μηδενισμού· ενός μηδενισμού όπου “στις εσχατιές του μηδενός το ένα ξεπροβάλλει” και όπου “καλύτερα ένα αντί για μηδέν/ καλύτερα λίγο παρά καθόλου/ αν δεν υπάρχει το πολύ, υπάρχει έστω λίγο”· με την φωτιά πάντα να σοβεί σε καθετί σβησμένο, ως νόημα που μέλλει να αναζωπυρωθεί ακόμα κι απ’ τις στάχτες (“και τα σβηστά κάρβουνα χτίζουν φωτιές”). Έτσι, φαίνεται πως σε αυτήν την ιδιαίτερη διελκυστίνδα ανάμεσα στο νόημα και την απουσία αυτού (“δεν περιμένω παρά στο περίπου όπου υπομένω”), υπάρχουν φορές που αυτό χάνεται (“διαρκές το παιχνίδι στο μηδέν/ σβήνει μαρτυρίες των ονείρων ιστορίες”), σαν δεν βρίσκεται ή, μάλλον, δεν αναζητείται καν, με τον ποιητή σε λυρική σύμπλευση με τους Madrugada, limitless within his limitations (απεριόριστος εντός των ορίων του) γράφοντας:
“οριστικά εντός ορίων
εκτός οριζόντων
αορίστως
εξ ορισμού
εξόριστος
στα έσω όρια” ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.80)

«αφού είναι όλα κύκλος, επιστρέφω στο μηδέν
νερό στάζω στη χούφτα μου, να κορφιάσει υπομονή»

«Βυθίζεσαι στο μπλε της θάλασσας˙ κάνεις παιχνίδι. Συλλαβίζεις καθαρά: “ΠΕΡΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ!”. Κι έτσι συμπλέει ακαταπαύστως ο πνιγμός με τη φωνή σου. Αναπνέεις βαθιά! Ζωγραφίζεις τα χέρια ΚΑΘΑΡΑ».
Και ποιες είναι άραγε τούτες οι φευγαλέες στιγμές που ανεπαισθήτως ο ποιητής δεν κλείνεται έξω απ’ της ζωής τα τείχη και βρίσκει -έστω για να το χάσει ξανά μετά από λίγο μέσα στην “ΑΔΥΝΑΤΗ ΖΩΗ”- το νόημα της ύπαρξης; Θεραπείες, αντίβαρα -έστω και λειψά- τούτα που η χοϊκή φύση τ’ ανθρώπου γεννά ως αντιστάθμισμα στο αναπόφευκτο πέρας.

«έξω από ψιθύρους χαράς και καημούς
μια ανταύγεια είναι απόκρυφου θανάτου

κόκκινη σκοτεινή κι αμφίβολη
όμοια με την άρρυθμη ανάσα μας
στη δίψα των χειλιών»

Εν αρχή ην ο Έρως (“τα χείλη δεν διψάνε καθώς πίνουν από χείλη”) και ο Λόγος (“εξόχως κι’ εγώ με λόγον πνεύματος/ αντεπιτίθεμαι/ μη τυχόν και αποσοβήσω/ εν τέλει/ τον βέβαιον διαμελισμό μου”). Έννοιες που στην ποίηση του Ηλία Μέλιου, υπάρχουν ως μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα: “επειδή την ποίηση/ που κάνουν δυο/ δεν τη γράφει ο ποιητής” (ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ.71). Η εκστατική στιγμή της αντάμωσης των δύο εραστών φαίνεται να αφοπλίζει και να αχρηστεύει συλλήβδην το οπλοστάσιο της ποιητικής τέχνης, με τις λέξεις να πασχίζουν, έστω, να περιχαρακώσουν το άρρητο του έρωτος και της ηδονής που αυτός γεννά σαν τα δύο υποκείμενά του βρίσκονται ενώπιος ενωπίω.

«αποζητώ την εικοστή εβδόμη σου καμπύλη
της σάρκας σου τη γεωμετρία ανασαίνω
γυμνώνοντας μία-μία τις πλευρές της ζωής
αεί αρχιτέκτων εγώ αγεωμέτρητος»
Ηλίας Μέλιος, Η Εικοστή Εβδόμη Καμπύλη, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.35)

Ο ποιητής καταφέρνει να φθάσει στον πυρήνα της χαϊντεγκεριανής ύπαρξης (Dasein), γυμνώνοντας μία-μία τις πλευρές της ζωής, μέσα από την ενσώματη εμπειρία σε μία άκρως σωματική, ερωτική ποίηση, όπου ο Έρως προσφέρεται σαν άρτος και οίνος σπονδή στον Θάνατο, ως η μόνη υπέρβαση αυτού που διαρκώς μας υπερβαίνει (“κι εμείς οι μελλοθάνατοι μηχανικοί του χάους/ αλλάζοντας ταχύτητα στον θάνατο ξέθωροι”).

«στο δέρμα σου αντηχεί ελπίδα», ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ. 95

«θα τρυπήσω – διαρρήκτης
από της γης σου τον ομφαλό
να φθάσω (σ)το μυαλό σου
τις δικές σου σκέψεις να πιω
μήπως και οίνον ξεδιψάσω
αφού κορμί ψωμί να χορτάσω
δεν έχει

  • δεν έχεις», Όινος-Έρως, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ. 17

«ΟΛΑ ΠΙΑ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΜΑΤΑΙΑ ΚΙ ΑΝΟΗΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΥΝ
ΣΕ ΛΕΞΕΙΣ», Αλεξάντερ Σολζενίτσιν

Και εάν οι λέξεις μοιάζουν ανεπαρκείς να χτυπήσουν το κέντρο της υπάρξεως και του νοήματος, ολάκερη η ποίηση του Ηλία Μέλιου μοιάζει με μια αέναη διαπάλη ανάμεσα στην σιωπή και λόγο (“τα χείλη μου –το ξέρω– θα προσπαθούν για πάντα/ να χαράξουν πολύ πιο πέρα και απ’ τον άνθρωπο/ μιαν οπτασία”). Οι λέξεις μπορεί να είναι μονάχα η απομίμηση της ζωής ή, και, η προσομοίωσή της, ποτέ όμως δεν θα βρίσκονται εκεί όπου πάλλεται η ζωή, βίαιη και ζωογόνος:

«ψεύτικα μάτια οι λέξεις ζωγραφισμένες σε γυαλί
ίσως λησμονημένες
μόλις που πρόλαβαν να φυλακίσουν το χρώμα τους»

«αρκεί ό,τι δεν γράφεται κι ό,τι δεν κάνω είμαι
και μιαν αγάπη θαύμαζα δαιμονική ν’ αστράφτει
χαρτιά μελάνια φόβισε να καταπιεί βιβλία
με όλα τους τα γράμματα κι οι λέξεις μού ξεφύγαν
και μείναν τα σημεία τους της στίξης τα σημάδι»

«ησυχία ενός καθρέφτη που ασφυκτιά στο περίπου του χρόνου – τα γράμματα σαπίζουν κατά τη μορφή τη φωνή και τη σύνταξη – μαζί κι οι ομιλίες μας απόξενες φωτογραφίες»

Και όσο στερείται την δύναμη να ξεβράσει το μάγμα της ζωής ο Λόγος, δεν στερείται του εμβόλου του, σαν τρυπά και τέμνει εγκάρσια και την πιο άτρωτη πανοπλία (“ενίοτε ο πόνος των λέξεων/ είναι πιο πονεμένος/ κι απ’ τον σωματικό τον πόνο τον υλικό”), είτε με την παρουσία του είτε με την απουσία του.

Σε τούτη την πάλη μοιάζει η σιωπή να κερδίζει ως εργαλείο εκφοράς των όσων κείτονται εντός και πάλλονται, με την απουσία των λέξεων να συνιστά μια νέα παρουσία (“δεν υπάρχουν λέξεις/ μόνο η σιωπή τους υπάρχει”) και τον ήχο τους να συνθλίβεται ησύχως μέσα στο άρρητο (“ακόμη που δεν γράφονται διαβάζονται τα λόγια”).

Κι όλα τούτα τα γιοφύρια που χτίζει και γκρεμίζει με την ποίησή του, ανάμεσα στο ρητό και το άρρητο, στην σιωπή και την ομιλία, στις λέξεις ή στην απουσία αυτών, θα μπορούσαν να χωρέσουν στον πίνακα που φτιάχνει ένας μόνος στίχος του:
“τείχη γκρεμίζει η γραφή καράβι γλώσσα χτίζει”.

«στο ψέμμα που ’ναι η ζωή ο χρόνος δραπετεύει
αληθινός και άφοβος στο όνειρο διαφεύγει»
Μα όσο και εάν παλεύει ο ποιητής να αφήσει τις λέξεις κελύφη αδειανά κι αλλού το νόημα να βρει πάντα σε τούτες επιστρέφει σαν άσωτος υιός και καταφύγιο γυρεύει από του Χρόνου τις βροντές:

«απομίμηση της ψευδοζωής ο θάνατος
άρριζο δέντρο
σαν πληγωμένο θηρίο φοβισμένο μουγκρίζει
αδύναμος
λουφάζοντας μπρος στο χαμόγελο
που εκτρέφει την μέλλουσαν αθανασία»

«ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΘΕΝΤΟΣ
ΧΡΟΝΟΥ ΡΕΕΙ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΑΣ»

Σκαπανέας της μνήμης, “αυτής της σπουδαίας διαδρομής προς την εκεχειρία”, ξεθάβει την ζωή του μέσα απ’ την μελάνη και το χαρτί, μέσα από τις -όσο παντοδύναμες, άλλο τόσο και ανίσχυρες- λέξεις (“οι αναμνήσεις/ χαμένες στις τυπωμένες σελίδες/ παλεύουν να μάθουν/ τι διακινδυνεύεις τώρα”), εφάπτοντας το παρελθόν με το παρόν στην δίνη του αναστοχασμού· σε εκείνο το σταθερό σημείο όπου η ζωή είναι πάντα απούσα, σαν κάτι που επίκειται και φωλεύει μονάχα στην φαντασία (“κι εμείς;/ να ’μαστε πάλι/ χαρτί και μολύβι/ με το αύριο φαντασία τού σήμερα”).

«Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας
Κι ο γιος μου τ’ ανταλλακτικό
Θα ‘ναι εντάξει μια ζωή στη δούλεψή σας
Είναι από άριστο υλικό», Κιβωτός, Ελένη Βιτάλη

Το μοτίβο της σοβούσας έντασης, που αντί να ξεσπάσει και να διαχυθεί, συγκεντρώνεται σε ένα σταθερό σημείο αδράνειας, διατρέχει μεγάλο μέρος της ποίησης του Ηλία Μέλιου, καταδεικνύοντας την αλλοτρίωση που έχει υποστεί ο σύγχρονος άνθρωπος στους κόλπους της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Έτσι, όσο φρενήρεις και αν είναι οι ρυθμοί της κοινωνικής επιτάχυνσης δεν καταλήγουν παρά σε μία συστηματική ρουτινοποίηση της ζωής καθιστώντας τον βίο αβίωτο, συγκεντρώνοντας όλες αυτές τις αντίρροπες κινήσεις σε ένα ασάλευτο σημείο αδράνειας· την επανάληψη.

«ημιδιάφανοι
ζούμε τη ζωή μας στα κύματα
στα πλαστικά μπουκάλια στις διαφημίσεις
ζούμε σε όνειρο
συσκευασμένοι προσεκτικά»

«κάτι νούμερα άχρηστα να μαζεύω σπυρί νεκρό σπυρί
νούμερο κι εγώ λογιστικό στα νούμερα τσαλαβουτώντας»

«απέναντι στον τοίχο του λογιστικού γραφείου κρεμασμένος
μικροπίνακας διακοσμητικός θορυβεί ασυστόλως
τρέχουν τα νερά του στο πάτωμα
θα ορμήσω μέσα του με τα ρούχα
κι ας μην είναι καλοκαίρι»

Μόνη διέξοδος ή, λιγότερο βερμπαλιστικά, ένα είδος θεραπείας, έστω και προσωρινής, από την σισύφεια καθημερινότητα του βιοπορισμού και της σύγχρονης πραγματικότητας, που δεν κάνει άλλο από το να αποξενώνει όλο και περισσότερο μέσω της κίβδηλης διασύνδεσης παράλληλων μοναξιών, η Ποίηση. Εκείνος ο μαγικός τρόπος που μπορεί μια λέξη σαν σταθεί σιμά μιας άλλης, να ανάψει φως μες στα σκοτάδια, πόρτες στους τοίχους να ανοίξει:

«όλα τα ποιήματα είναι αποσπάσματα
το ποίημα είναι μια προσπάθεια να θυμηθείς
ακόμη μια νύχτα είναι
– μια προσπάθεια ν’ αρπάξεις μια καινούργια λέξη»

Ή με τους στίχους ενός άλλου αγαπημένου ποιητή:

«Ωωω! … Όχι!. Τις λυχνίες μου -Μάγος στρυφνός- θ’ ανάβω και -λίθο φιλοσοφική- θα βρω άλλον ρυθμό, και μια στιγμή, ανύποπτην ύλη θα σε συλλάβω επ’ αυτοφώρω: Σύνθημα, Σημείο ή Αριθμό …»

Γιάννης Σκαρίμπας, Φιδάκι

Εργογραφία:

«Μπαρόκ Παροιμίες» (ιδιόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου, 1988), «Παραδείγματα» 1987 (ιδιόγρ. έκδ. εκτός εμπορίου, 1989), «Πώς να Ξεχάσεις την Κωνσταντινούπολη;» (ιδιόγρ. έκδ. εκτός εμπορίου, 1991), «Χεράτ» (ένθετο στο τχ. 16 του περιοδικού Ελί-τροχος, 1998), «Πνοές Ερώτων» (χαϊκού, 16σέλιδη αναδιπλούμενη εκτός εμπορίου έκδοση, Δυτικές Ινδίες, 2003), «Αλ-αγωνία» (Δυτικές Ινδίες, 2007), «9 Κολλάζ-1 Μήνυμα-8 Φράσεις» (κολλάζ και μονόστιχα, 2011) και «Φωνές γράφουν ’στορίες» (2023).

Η ποιητική συλλογή του Ηλία Ν. Μέλιου, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δυτικές Ινδίες, το 2007 σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Γρηγόρη Αποστολίδη.

*Από το http://medium.com

Το ζήτημα δεν είναι ο Καραγάτσης


Εικονίζονται από αριστερά: Μ. Καραγάτσης, Νίκη Καραγάτση, Θράσος Καστανάκης, Αντίμπ (Γαλλία), το 1956 [Αρχείο Θράσου Καστανάκη / E.L.I.A. Photographic Archive].

Με αφορμή ένα άρθρο της Ρένας Λούνα στη Lifo (Η πατριαρχία δεν φύτρωσε μόνη της: Η «Μεγάλη Χίμαιρα» και οι έμφυλες ταυτότητες) και μια απάντηση-σεξιστική επίθεση του Χρήστου Χωμενίδη.

Εκεί που έφτυσε ο Μ. Καραγάτσης, εκεί που αμάρτησε ο Νίκος Καζαντζάκης κι έχυσε τα δάκρυα του ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης φύτρωσαν οι σύγχρονοι λογοτέχνες ή/και οι παραλογοτέχνες. Όπως εκεί που έχασαν αίμα κι έσταξαν λίγο κρασί στη μνήμη των νεκρών ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Γιάννης Ρίτσος κι ο Οδυσσέας Ελύτης κάρπισαν οι σύγχρονοι ποιητές αλλά και οι δημιουργοί που κάνουν καριέρα μέσω της διαφήμισης και όχι με τα όπλα της τέχνης τους. Πάνω και πέρα απ’ όλους, βρίσκεται ο Καβάφης, η Αλεξάνδρεια του και οι εξόριστοι της ελληνικής λογοτεχνικής ιστορίας (π.χ. Χρήστος Μπράβος, Φώτης Αγγουλές κ.α).

Αλλά κανένας, οι παραπάνω κι ακόμα περισσότεροι, δεν πρέπει να βρίσκεται σ’ ένα βάθρο απρόσιτο από την κριτική. Ιδιαίτερα από τη σύγχρονη κριτική. Ακόμα και από την κριτική που, στοχευμένα ή άθελά της, προβαίνει σε λανθασμένες ή υπερφιλόδοξες εκτιμήσεις. Το δικαίωμα στην άρνηση, στη διαφορετική θέση και άποψη, από εκείνες τις ομάδες που η κυριάρχη ιδεολογία θέλει στο περιθώριο (γυναίκες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, μετανάστες/τριες), πρέπει να βρει το χώρο της στη λογοτεχνία και να αναπνεύσει ελεύθερα. Η νέα γενιά λογοτεχνών έχει καθήκον να βγει μπροστά και να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο αυτό καθώς και άλλα δικαιώματα. Και το κάνει, να είστε σίγουροι. Όσο κι αν δεν αρέσει σε κάποιους ευπώλητους λογοτέχνες (Χωμενίδης) και στους φίλους τους που αξιοποιούν το υποτιθέμενο κι ανύπαρκτο woke ως εργαλείο για σεξιστικές επιθέσεις σε λογοτεχνίδες που αμφισβητούν και εκφράζονται πέρα από τα καθιερωμένα.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί, ότι ούτε πολιτική ορθότητα και woke υπάρχουν, ούτε δικαιωματισμός, ουτε cancel culture. Και ιδιαίτερα με τον τρόπο που έχουν γίνει γνωστά. Όλα αυτά είναι θεωρητικά σχήματα αλλά και μια έκφραση-πολιτική θέση κοινή στην ακροδεξιά και (νεο)φιλελεύθερη ιδεολογία και στους κάθε λογής εκπροσώπους τους, που στοχοποιούν την Αριστερά και την Αναρχία ως φορείς αντεθνικής δράσης μέσω των αγώνων τους για τα κοινωνικά δικαιώματα. Είναι παράλληλα μια θέση που στοχοποιεί το αντιρατσιστικό και το αντιφασιστικό κίνημα, το αναπηρικό κίνημα, τον αντισεξισμό και τους αγώνες κατά της κουλτούρας του βιασμού, τις εθνικές μειονότητες, τους ψυχικά ασθενείς, τον αντισπισισμό και την ριζοσπαστική οικολογία ως αντιδραστικά στοιχεία που πρέπει να εξαφανιστούν με κάθε τρόπο [1]. Η επίθεση του Χωμενίδη και των ομοϊδεατών του εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο αναδεικνύοντας την πολιτική διάσταση του ζητήματος που δεν έχει καμία σχέση με τη λογοτεχνία και με τον Καραγάτση.

Καραγάτσης

Κατά τη γνώμη μου, ο αστός και κοσμοπολίτης Καραγάτσης είναι ένας σημαντικός, τεχνίτης συγγραφέας. Κι αυτό ισχύει άσχετα με τις ιδέες και τον τρόπο ζωής του. Με λίγα λόγια, αξίζει να του δώσετε την προσοχή σας. Με κριτικό βλέμμα. Χωρίς αγιοποιήσεις, χωρίς ωραιοποιήσεις και άλλα παραπλανητικά σχήματα. Έξω από τα στενά όρια της εθνικής λογοτεχνίας. Για παράδειγμα, πως γίνεται να αγνοήσουμε ότι ο Καραγάτσης όπως κι ο Στράτης Μυριβήλης («Ζωή εν τάφω») άλλαξε τον ιδεολογικό προσανατολισμό του «Συνταγματάρχη Λιάπκιν» σε μεταγενέστερες εκδόσεις; Όπως αναφέρει ο Ηρακλής Κακαβάνης σε άρθρα του για τις ιδεολογικές μεταμορφώσεις του «Συνταγματάρχη Λιάπκιν» [2]:

«Ο «Συνταγματάρχης Λιάπκιν» παρουσιάζει ενδιαφέρον για την εποχή , που αναφέρεται και την εξάπλωση των κομμουνιστικών ιδεών σε μια μεγαλούπολη της χώρας μας δεκαπέντε χρόνια μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση (από τη Σχολή ξεπήδησε η καλύτερη αντιστασιακή ομάδα την περίοδο της γερμανικής Κατοχής στη χώρα μας). Έχει ενδιαφέρον, όμως, και για την ιδεολογική μεταστροφή του ίδιου του συγγραφέα. […]

Ο Λιάπκιν παίρνει την οριστική του μορφή το 1955 (από αυτή την έκδοση και μετά το βιβλίο εκδίδεται από την «Εστία»). Είχαν μεσολαβήσει οι εκδόσεις το 1939 («Πυρσός»), 1944 («Καραβίας»).
Στην πρώτη του έκδοση ο Καραγάτσης με συμπάθεια τοποθετείται απέναντι στη νεαρή Σοβιετική Ένωση. Στις επόμενες εκδόσεις σταδιακά αφαιρούνται τα φιλομπολσεβίκικα χωρία ώσπου στην έκδοση του 1955 το έργο γίνεται αντισοβιετικό, εχθρικό προς την Οχτωβριανή Επανάσταση [3]. Τις πρώτες αλλαγές τις εντοπίσαμε στην έκδοση του 1939 (3η έκδοση – περίοδος δικτατορίας Μεταξά) και συνεχίστηκαν στην τέταρτη έκδοση το 1944»
[…]
Ο Μ. Καραγάτσης, όντας ένας αστός λογοτέχνης, τον οποίο, όμως, ποτέ δεν κέρδισε ολοκληρωτικά η τάξη του. Ως νέος, επηρεασμένος από το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει, δείχνει συμπάθεια στις μαρξιστικές ιδέες και στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Μια συμπάθεια, που μοιάζει με αυτή του καθηγητή της Σχολής κ. Αλευρά. Αυτόν που ο ίδιος ο Καραγάτσης γράφει ότι είναι «ανώδυνα θεωρητικός συμπαθών προς το ρωσικό ‘’πείραμα’’, απγό το οποίο αυτός δεν είχε τίποτα να διακινδυνέψη προσωπικά».

Στην Κατοχή προσεγγίζει για λίγο το ΕΑΜικό κίνημα. Γράφει μάλιστα και στο κατοχικό περιοδικό «Πρωτοπόροι» με το ψευδώνυμο ως Χρήστος Νεζερίτης. Μετά την απελευθέρωση τοποθετείται στο αντιΕΑΜικό – αντικομουνιστικό στρατόπεδο. Χωρίς η δράση – στάση του να ταυτίζεται με κείνη του Μυριβήλη. Στον εμφύλιο ο ήταν πολεμικός ανταποκριτής της κυβερνητικής εφημερίδας «Βραδυνή».
Στη δεκαετία του 1950 πολιτεύεται σε δύο εκλογικές διαδικασίες (1956 και 1958) με το Κόμμα των Προοδευτικών (Σπ. Μαρκεζίνης). Ο αδελφός του είναι συνεχώς βουλευτής, υπουργός και σχεδόν «μόνιμος» πρόεδρος της Βουλής (πρώτα με το Συναγερμό του Παπάγου και σε συνέχεια με την ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή). Σίγουρα αν ήθελε θα μπορούσε να έχει άλλη πολιτική σταδιοδρομία».


Πέρα από όλα τα παραπάνω και επιστρέφοντας στο επίμαχο άρθρο που δημοσίευσε η Lifo έχουμε να παρατηρήσουμε ότι οι ενστάσεις για τη συγγραφική δεινότητα του Καραγάτση δεν είναι καινούργιες. Ίσως θα έπρεπε να το γνωρίζουν αυτό όσοι έκαναν λόγο για «υπόδειγμα χυδαίας κριτικής» και αναφορικά με το κείμενο της Ρένας Λούνα. Για παράδειγμα, ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης σε μια κριτική του για το για το «Σέργιος και Βάκχος» που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό «Κριτική» (1960) αναφέρει ότι:
«Στον «Σέργιο και Βάκχο», όπου πάει πολλά να αποδείξει και κυρίως να επιδείξει ο συγγραφέας, τα κυριότερα χαρακτηριστικά του είναι –όπως και σ’ όλα τα περισσότερο αποτυχημένα βιβλία του Μ. Καραγάτση – η εξεζητημένη βωμολοχία, η υπαγωγή των πάντων στο σεξ – αποκλειστική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας και της ιστορίας –, η μανία των ηθικοπλαστικών διδασκαλιών μέσω της τσουχτερής ανεκδοτολογίας και των «τολμηρών» περιγραφών»[4]
Προνόμιο

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν τη στιγμή που σε Παλαιστίνη και Ουκρανία πεθαίνει κόσμος από τους βομβαρδισμούς, με νέες επιθέσεις στη Ρωσία ενώ την ίδια ώρα ο πόλεμος στο Λίβανο βρίσκεται προ των πυλών. Παράλληλα έχει περάσει ένας χρόνος από το ρατσιστικό έγκλημα της κυβέρνησης, του Λιμενικού και της FRONTEX στην Πύλο κι οι γυναικοκτονίες δεν έχουν σταματημό. Ακόμα, σε χώρες της ηπείρου μας και διεθνώς – με τη στήριξη της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των κατά τόπους κυβερνήσεων – οι φασίστες χρησιμοποιούν το ρατσισμό σαν το παγοθραυστικό για να μετατραπούν σε καθώς πρέπει δυνάμεις του πολιτικού συστήματος, να ξεπλυθούν από τις σβάστικες και τους ύμνους στο Ολοκαύτωμα και να παρουσιαστούν μάλιστα και ως τολμηροί δήθεν «αντισυστημικοί».

Είναι γνωστό σε όλους, όλες και όλ@, άνθρωποι σαν κι αυτούς δεν έχουν γράψει ούτε μια πρόταση για τα συγκεκριμένα ζητήματα. Και πώς να γράψουν όταν είναι υπηρέτες του οικονομικού και πολιτικού συστήματος που συμμετέχει σε γενοκτονίες ολόκληρων λαών; Πώς να γράψουν όταν βρίσκονται στο ίδιο πλευρό με την κυβέρνηση της ΝΔ που στηρίζει με κάθε τρόπο τη γενοκτονία της Παλαιστίνης, σκοτώνει ανθρώπους στα Τέμπη, στην Πύλο, στη Δαδιά και κλιμακώνει τις επιθέσεις κατά των γυναικών; Είναι κι αυτό μέρος του προνομίου όλων όσων κοιτάνε αφ’ υψηλού τα προβλήματα της κοινωνίας και της λογοτεχνίας. «Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται» όπως έγραψε ο Καβάφης (Στα 200 π.Χ.). Αλλά το μακρύ χέρι του σεξισμού θα κόβεται. Με διαδηλώσεις, με κείμενα, με δράσεις. Για να είμαστε ξηγημένοι.

Ειρηναίος Μαράκης


[1] Περισσότερα σε παλιότερο άρθρο μου: Δικαιωματισμός – μια αντιδραστική αντίληψη και ορολογία (κριτική προσέγγιση), Αγώνας της Κρήτης (11/9/2019)

[2] Πρόκειται για μια παρέμβαση δημοσιευμένη σε δύο συνέχειες στο περιοδικό Ατέχνως: Οι ιδεολογικές μεταμορφώσεις του «Συνταγματάρχη Λιάπκιν» (Μέρος 1ο) και «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν» – Οι πρωταγωνιστές «αλλαξοπιστούν» μετά την πρώτη έκδοση (Μέρος 2ο)

[3] Η πρώτη επισήμανση αυτής της ιδεολογικής μεταμόρφωσης του Μ. Καραγάτση, έγινε σε επιφυλλίδα του «Ριζοσπάστη» «Ο Λιάπκιν του Καραγάτση», με την υπογραφή Σ. (2/8/1978). Με το αρχικό αυτό έγραφε κριτικά σημειώματα εκείνη την περίοδο στην εφημερίδα του ΚΚΕ ο Μ.Μ. Παπαιωάννου. (Σημείωση Ηρακλή Κακαβάνη)

[4] Περιλαμβάνεται στον τόμο «Τα Συμπληρωματικά – Σημειώσεις Κριτικής», Εκδόσεις Στιγμή (1985).

Χρήστος Ποζίδης, για το ‘Γλωσσικό Αντάρτικο’ 

Το παρακάτω κείμενο είναι η απομαγνητοφωνημένη εισήγησή μου, με μια μικρή επιμέλεια, στη βιβλιοπαρουσίαση του έργου μου ‘Γλωσσικό Αντάρτικο’ που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Αντιφασιστικής Δράσης Ρεθύμνου (ΑΔΡΕ) στην αυλή της κατάληψης Ρόζα Νέρα, στον Λόφο Καστέλι των Χανίων, στις 13 Ιουλίου 2021.
Η πρόσφατη εκκένωση της κατάληψης έφερε για ακόμα μια φορά στο προσκήνιο την αφήγηση της εξουσίας που θέλει τις καταλήψεις εστίες ανομίας, τρομοκρατίας και πάσης φύσης κοινωνικής μόλυνσης. Όσες προσπάθειες κι αν επιχειρηθούν για να εξωραϊστεί και να δικαιολογηθεί το διπλό σχέδιο αφενός ξεριζώματος των ελεύθερων χώρων από το δημόσιο πεδίο και αφετέρου ανάπλασης, εξευγενισμού και τουριστικής εκμετάλλευσης κάθε σπιθαμής των πόλεων που ζούμε, η αλήθεια για την ομορφιά των καταλήψεων και όλων των ελεύθερων, αυτοδιαχειριζόμενων χώρων δεν θα φθαρθεί ούτε θα ξεχαστεί.
Η Ρόζα Νέρα, αλλά και η γειτονική κατειλημμένη Πρυτανεία που εκκενώθηκαν, όπως και τόσοι άλλοι ελεύθεροι χώροι ήταν και θα είναι χώροι ελεύθερης διακίνησης ιδεών, ισότιμου διαλόγου, κοινωνικού προβληματισμού, στοχασμού και αγώνα για έναν πιο δίκαιο, πιο όμορφο και αξιοπρεπή κόσμο. Η δημοσίευση της ομιλίας μου αποτελεί ένα ελάχιστο τεκμήριο ως προς τι πραγματικά υπήρξε τότε ο κατειλημμένος Λόφος Καστέλι. Ως συγγραφέας που είχα την τιμή να φιλοξενηθώ στη Ρόζα Νέρα, θεωρώ ελάχιστο χρέος μου να εκφράσω την αλληλεγγύη μου, συμβάλλοντας τόσο στην υπεράσπιση της μνήμης αυτού του χώρου όσο και στην εξάπλωση της πραγματικής ομορφιάς των μαύρων ρόδων.


Χρήστος Ποζίδης
Αθήνα 9.4.2024

Παρουσίαση-Ομιλία στη Ρόζα Νέρα (13/7/21)

Ευχαριστώ την ΑΔΡΕ αρχικά, θα ξεκινήσω με αυτό, που μου δίνει την ευκαιρία να είμαι εδώ και να μιλήσω σε αυτόν τον χώρο. Είναι πολύ μεγάλη η χαρά μου που βρίσκομαι εδώ πέρα, ειδικά αυτήν την περίοδο. Νιώθω περήφανος που είμαι εδώ, που είμαστε όλοι κι όλες εδώ πέρα. Να πω και με τη σειρά μου τα χρόνια πολλά στη Ρόζα, να συνεχίζει να μεγαλώνει και να ομορφαίνει την πόλη. Όλο το εγχείρημα στον λόφο είναι πάρα πολύ σημαντικό, νομίζω το καταλαβαίνετε, για όλη την Ελλάδα και για μένα που έχω φύγει από την Κρήτη και το βλέπω και από την Αθήνα που βρίσκομαι. Καλώς ή κακώς οι προβολείς είναι στα Χανιά και ελπίζω να συνεχίζετε να φωτίζετε κι εσείς τον δρόμο πανελλήνια.
Λοιπόν, εγώ θα σας μιλήσω για το βιβλίο, για το ‘Γλωσσικό Αντάρτικο’, το οποίο εκδόθηκε τον Δεκέμβρη του 2020, από τις εκδόσεις Άπαρσις. Είναι μια συλλογή κειμένων που μιλάνε για τη γλώσσα. Ως αφορμή έχουν την επιστήμη της γλωσσολογίας και τη θεωρία της λογοτεχνίας. Είναι μια συλλογή κειμένων που γράφτηκαν επί το πλείστον στο Ρέθυμνο όπου ζούσα τα προηγούμενα χρόνια. Θα σας πω δυο λόγια γι’ αυτά τα κείμενα, για το τι πιστεύω πως είναι το πιο σημαντικό σε αυτά. Μετά θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για κάτι επίκαιρο και από τη σκοπιά του βιβλίου, που ασχολείται με τη γλωσσολογία και τη λογοτεχνία, τι μπορούμε να αντλήσουμε από αυτές και να εντάξουμε στους αγώνες μας. Θα ήθελα αυτό να το αφιερώσω εδώ, σε όλο το εγχείρημα.
Το βιβλίο, λοιπόν, είναι μια συλλογή κειμένων, κάπως ετερόκλιτων, που στον πυρήνα τους βρίσκεται η σχέση της γλώσσας με την κοινωνία, η πολιτική διάσταση της χρήσης της γλώσσας. Όπως είπε και η Μαργαρίτα [στην εισαγωγή], μπορεί η αφορμή τους να έχει κάποιο ακαδημαϊκό υπόβαθρο, ωστόσο υπάρχει έντονα το στοιχείο της εκλαΐκευσης, της απλούστευσης. Υπάρχουν κάποια σύνθετα ή όχι θέματα με αφορμή τη γλωσσολογία, στόχος όμως είναι να παρουσιαστούν με απλό, κατανοητό, καθημερινό, τρόπο, να υπάρχουν καθημερινά παραδείγματα που να βοηθάνε στη συζήτηση. Αντίστοιχα, παρουσιάζουν ουσιαστικά όλο το εύρος της γλωσσολογίας, που σαν επιστήμη έχει πολλούς κλάδους, πολλά πεδία ανάλυσης, πάντα με παρονομαστή την πολιτική διάσταση της χρήσης της γλώσσας, αλλά δεν θέλουν ούτε να εμβαθύνουν, ούτε να καταλήξουν σε ένα πολύ αφηρημένο αποτέλεσμα. Πάντα με απλά παραδείγματα. Οι αφορμές μπορεί να δοθούν από κάποιο τραγούδι, κάποιους στίχους, κάποια τηλεοπτική διαφήμιση, πράγματα που υπάρχουν στην καθημερινότητά μας, που έχουμε έρθει σε επαφή όλοι κι όλες και μπορεί να μην έχουμε συνδέσει.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό, λοιπόν, είναι η ελαφρότητα στα είδη του λόγου, όπως και στις θεματικές. Στα είδη του λόγου γιατί το βιβλίο, όπως είπα, δεν είναι καθαρά ακαδημαϊκό, ήθελα να υπάρχει και ο πολιτικός λόγος μέσα και ο φιλοσοφικός λόγος, ο ποιητικός και κατά κύριο λόγο ο καθημερινός, παρεΐστικος λόγος. Να αναφέρω ένα παράδειγμα, με αφορμή την εξαιρετική αφίσα που έφτιαξε ο Χρήστος για τη γοργόνα και τον Μαρξ με τη βερμούδα, ένα κείμενο μπορεί να ξεκινά από ένα προσωπικό μου βίωμα, από μια περιπετειώδη αγορά βερμούδας – που ξέρετε πως είναι αυτά τα πράγματα, είναι δύσκολα – περνάμε στη λογική της γλωσσολογίας, στον Ρολάν Μπαρτ, ο οποίος έχει κάνει εκκινώντας απ’ τη γλωσσολογία μία ανάλυση της αισθητικής της μόδας, και από εκεί να φτάσουμε στη μαρξιστική φιλοσοφία και να βγάλουμε και κάτι προταγματικό. Η λογική είναι ότι υπάρχει μια ροή ευλύγιστη μέσα στα κείμενα.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι η αίσθηση του διαλόγου στα κείμενα. Μπορεί, όπως είπα, μέσα από όλη αυτήν τη διαδικασία να βγάζουν ένα πολιτικό πρόταγμα, αλλά δεν θέλω να είναι κλειστό, τετελεσμένο. Θέλω να είναι ανοιχτό προς συζήτηση. Θα δείτε κιόλας πως σε όλα τα κείμενα είναι γραμμένη η ημερομηνία που γράφτηκαν, γιατί για μένα είναι πεδία που δεν τελειώνουν, που δεν μπορούν να καταλήξουν κάπου. Όσο εξελίσσεται η γλώσσα, όσο εξελισσόμαστε κι εμείς σαν άνθρωποι, τα πεδία της γλωσσολογίας, από τη φύση της γλώσσας, είναι εξελίξιμα, ανοιχτά. Δύο χαρακτηριστικά θέματα που έχουν να κάνουν άμεσα με τον τρόπο που γράφουμε και τον τρόπο που μιλάμε είναι – όπως εύκολα μπορείτε να φανταστείτε – ο σεξιστικός και ο αντισεξιστικός λόγος, που αναφέρονται τα κείμενα προφανώς σε αυτόν με κάποιες προτάσεις που είναι φυσικά ανοιχτές, ή η χρήση των κεφαλαίων γραμμάτων στα γραπτά μας κείμενα και ούτω καθεξής.
Αυτά λίγο πολύ για το πώς είναι γραμμένα τα κείμενα. Θα ήθελα να μιλήσω τώρα ουσιαστικά για το νόημα των κειμένων, λίγο συμπυκνωμένα, γιατί είναι μια γενίκευση, όπως και να το κάνουμε, η σχέση της γλώσσας με την κοινωνία. Πώς γίνεται αυτό στην πραγματικότητα, πώς επιτελείται αυτή η σχέση; 

Λοιπόν, ένα βασικό θέμα, μια πολύ βασική αρχή σε ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης γλωσσολογίας είναι η αντίληψη για τη γλώσσα ως έναν μηχανισμό ο οποίος έχει υλικότητα. Ο τρόπος που μιλάμε, οι λέξεις μας, δεν είναι κάτι ουδέτερο, κάτι αφηρημένο, κλεισμένο σε λεξικό. Πάντοτε οι λέξεις μας έχουν υλικά χαρακτηριστικά, αντιληπτά απ’ τις αισθήσεις μας. Τώρα, όπως σας μιλάω, με τον όποιο χρωματισμό έχει η φωνή μου ή από την άλλη τα γραπτά μας κείμενα είναι ενταγμένα σε κάποιο σημείο, ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένα, είναι απτά. Η γλώσσα είναι ένας μηχανισμός που παίρνει αυτά τα υλικά στοιχεία και αυτά τα σημεία της γλώσσας φορτίζονται με νόημα, φορτίζονται με ιδεολογία. Όλοι μας και όλες μας διαθέτουμε αυτά τα υλικά, διαθέτουμε τις λέξεις, και τις νοηματοδοτούμε. Αυτός είναι ο μηχανισμός της γλώσσας: απεικονίζουμε τον κόσμο, όπως τον βλέπουμε, τον περιγράφουμε, εκφράζουμε κι εκφραζόμαστε με τα εργαλεία, τις λέξεις, βάζοντάς τους νοήματα.
Όλοι οι χρήστες μιας γλώσσας μπορεί να έχουν μια σχετική συγγένεια επειδή μιλάνε την ίδια γλώσσα, ωστόσο δεν αποτελούν ταυτόχρονα συμπαγή κοινωνικά σύνολα. Την ίδια γλώσσα μιλάνε όλες οι οικονομικές τάξεις, τα φύλα, άνθρωποι από διαφορετικές θρησκείες, άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές, διαφορετικές επιθυμίες, διαφορετικές ανάγκες, συμπεριφορές, ιδεολογίες. Όταν πάμε να περάσουμε την ιδεολογία μας στις λέξεις συμβαίνει μια πάλη με άλλους ανθρώπους με άλλες ιδεολογίες. Τις διαφορετικές επιθυμίες και ανάγκες πάμε να τις περάσουμε στη γλώσσα. Αυτό είναι αναπόφευκτο από τη φύση του μηχανισμού της γλώσσας. Κάτι πάρα πολύ σημαντικό, θα το έχετε σίγουρα σκεφτεί όλες κι όλοι εδώ πέρα, όχι όταν πάμε να νοηματοδοτήσουμε τι σημαίνει ‘μπουκάλι’, τι σημαίνει ‘τάβλι’, τι σημαίνει ‘κινητό τηλέφωνο’, αλλά όταν μιλάμε για τις πιο κρίσιμες λέξεις και έννοιες της ζωής μας, οι οποίες τυχαίνει να είναι και οι πιο αφηρημένες, δηλαδή όταν μιλάμε για ‘δημοκρατία’, όταν μιλάμε για ‘ελευθερία’, για ‘υγεία’, όταν μιλάμε για τον ‘λαό’. Ποιος είναι ο ‘λαός’; Ακούμε πολύ για την ‘πατρίδα’. Τέτοιες λέξεις πώς νοηματοδοτούνται από όλες τις κοινωνικές τάξεις; Ποιος επιβάλει το κυρίαρχο νόημά τους; Αυτόματα, θα ήθελα να κρατήσετε σε αυτό το σημείο, ότι το ίδιο πράγμα δεν ισχύει μόνο για τις λέξεις καθαυτές, αλλά και με μια λογική αναγωγής σε οποιοδήποτε κείμενο. Κρατήστε, για παράδειγμα, τα λογοτεχνικά έργα.
Πέρα από τις λέξεις – δεν μιλάμε με λέξεις, έτσι; Μιλάμε με συνδυασμούς λέξεων, μιλάμε με προτάσεις, με κείμενα, μιλάμε έχοντας σύνταξη – ένα άλλο βασικό θέμα του βιβλίου είναι πώς μπορούμε να συνθέτουμε. Είναι πολύ κρίσιμο, ειδικά σήμερα, πάλι ξεκινώντας από τη γλώσσα κι επεκτείνοντας προς την κοινωνία, τώρα πάμε λίγο ανάποδα, μέχρι τώρα ανέφερα πώς η κοινωνία επηρεάζει τη γλώσσα, αλλά από την ίδια τη γλώσσα και τη λογική της σύνταξης μπορούμε να δούμε την αξία και τη δυναμική της σύνθεσης και της ένωσης στη ζωή μας.
Τα κείμενα του βιβλίου, με τη μορφή τους και το περιεχόμενό τους, υπερασπίζονται όπως είπα νωρίτερα την ελαφρότητα, μια ευλυγισία ανάμεσα στις ιδέες, στις λέξεις μας, μπορούμε να πούμε μια ποιητικότητα στον τρόπο που κινούμαστε στον λόγο, που σκεφτόμαστε, που γράφουμε. Αυτήν την ‘ελαφρότητα’ σαν λέξη πρέπει να την ξεκαθαρίσουμε από την αφαίρεση, από την αοριστία που πολλές φορές μαστίζει τις ανθρώπινες σχέσεις και την επικοινωνία μας. Δεν καταλαβαινόμαστε μιλώντας αόριστα: είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται έντονα στις σημερινές κοινωνίες. Δεν πρέπει να γενικολογούμε τις έννοιές μας, αλλά να ελαφρύνουμε τους δεσμούς τους, τους δεσμούς μας. Ένα παράδειγμα που υπάρχει και στο βιβλίο είναι μια αναλογία – γιατί όλα τα κείμενα ξεφεύγουν από τη γλώσσα – είναι μια αναλογία με αφορμή την πόλη και θέλω να το επισημάνω αυτό το παράδειγμα γιατί το βρίσκω πολύ επίκαιρο εδώ που είμαι τώρα, με τη λογική τον αγώνα που εξελίσσεται εδώ στον λόφο. Υπάρχει μια αναλογία της δομής των πόλεών μας με τη δομή μίας γλώσσας. Το λεξιλόγιο της πόλης είναι τα κτήρια, τα μέρη, οι άνθρωποι, οι συλλογικότητες… Τι είναι αυτό που μας προβληματίζει, μας κάνει να μην χωράμε στις πόλεις; Με μια λογική αναλογίας που επιχειρώ με τη γλώσσα καταλήγω στην ανάγκη για πιο ευλύγιστες σχέσεις ανάμεσα στα σημεία. Η λύση είναι η ευλυγισία, η ελαφρότητα.
Έχοντας όμως φτάσει να μιλάμε για κάτι καθαρά κοινωνικό, ενώ το θέμα μας είναι η γλώσσα, επιστρέφω στο πραγματικό ζήτημα όλων των κειμένων που είναι η γλωσσική επιτέλεση, τα εκφωνήματα που λένε οι γλωσσολόγοι. Πώς τα εκφωνήματα είναι στην ουσία πολιτική πρακτική; Δηλαδή πώς αυτό που πραγματικά λέγεται, που λέω εγώ ή ο καθένας, αυτά που λέμε ως συλλογικότητα, που λέει η εξουσία, οι δημοσιογράφοι, οτιδήποτε, πώς αυτό είναι εντέλει μια πολιτική πράξη. Κι εδώ είναι το όλο νόημα του βιβλίου, του ‘Γλωσσικού Αντάρτικου’. Το γλωσσικό Αντάρτικο, όπως και κάθε κοινωνικό Αντάρτικο έχει δύο βασικά χαρακτηριστικά – θα μου επιτρέψετε τώρα, λόγω του βιβλίου, να βάλω μπροστά το επίθετο ‘γλωσσικό’ μπροστά: το ένα, λοιπόν, είναι η ‘γλωσσική’ κριτική του υπάρχοντος και το άλλο η ‘γλωσσική’ χειραφέτηση. Όλα τα αντάρτικά, όλα τα κινήματα βασίζονται σε αυτά τα δύο, στην αποδόμηση του εχθρού, της εξουσίας, που πρέπει να ξεπεραστεί και στην ταυτόχρονη δημιουργία μιας καινούργιας, επιθυμητής οντότητας.
Ως προς τη γλώσσα. Αρχικά, για τη γλωσσική κριτική, οφείλουμε να είμαστε σε πολύ μεγάλη εγρήγορση για τις αφηγήσεις, τις επίσημες αφηγήσεις, πώς δηλαδή νοηματοδοτούνται, όπως είπαμε νωρίτερα, οι λέξεις. Δηλαδή, όταν οι εξουσίες μιλάνε για τον ‘λαό’, για την ‘ελευθερία’ ή, ένα αγαπημένο παράδειγμα για εμένα που είμαι εκπαιδευτικός, που ακούγεται πολύ έντονα, το ‘αυτόνομο σχολείο’ που λέει η Κεραμέως, το οποίο ως ιδέα, ως πρόταγμα έχει ξεκινήσει από Ισπανούς Αναρχικούς πριν από 120 χρόνια κι έχει καταλήξει να είναι η παντιέρα του νεοφιλελευθερισμού και της Δεξιάς, για όλα αυτά πρέπει να είμαστε σε μια εγρήγορση στα πλαίσια της γλωσσικής κριτικής, ώστε να μπορούμε να τα αναδεικνύουμε συνέχεια. Το ίδιο βέβαια ισχύει για τον γλωσσικό σεξισμό, ο οποίος ξαφνικά γίνεται κομμάτι της κυρίαρχης πολιτικής ορθότητας, μπαίνει στα πανεπιστήμια, στα μέσα ενημέρωσης… Δεν είναι ανακουφιστικό που χειρίζεται το θέμα του γλωσσικού σεξισμού η εξουσία, θα πω εγώ.
Το δεύτερο κομμάτι είναι η γλωσσική χειραφέτηση, η δημιουργία μιας δικιάς μας γλώσσας, η ανάγκη για ένα δικό μας λαϊκό, διεκδικητικό, αγωνιστικό ιδίωμα. Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό το πράγμα; Με τα πολύ βασικά κοινά προτάγματα που έχουμε στους κοινωνικούς μας αγώνες, στη λογική της συνδιαμόρφωσης, τη λογική της αλληλεγγύης, τη λογική της αυτό-οργάνωσης. Πρόκειται για μια γλωσσική αυτό-οργάνωση ουσιαστικά, η οποία θα έχει ως εργαλεία τη διάθεση για πειραματισμούς, μια παιχνιδιάρικη, οικεία, φιλική διάθεση, έναν συνεχή, συλλογικό, συνδιαμορφωτικό αναστοχασμό για το τι λέμε και πώς το λέμε. Και το τι και το πώς αλλά και το λέμε έχει σημασία. Το λέμε είναι πρώτος πληθυντικός, είναι το εμείς. Διαρκώς πρέπει να υπερασπιζόμαστε τα εμείς μας – γλωσσικά και κοινωνικά, απλώς το δικό μου μετερίζι είναι η γλωσσολογία, οπότε σας λέω τουλάχιστον γλωσσικά, γλωσσολογικά, να προσέχουμε τα εμείς μας, τους δεσμούς μας, από δύο άτομα και πάνω φτιάχνουμε εμείς.
Θα ξεφύγω τώρα λίγο, να μου επιτρέψετε, νιώθω ότι τα τελευταία χρόνια, με την ασίγαστη επεκτατικότητα του καπιταλισμού, πόσο μάλλον με την πανδημία, δέχονται μια τεράστια επίθεση οι συλλογικότητες, τα εμείς. Ζούμε σε μια εποχή που η κοινωνία τεμαχίζεται περισσότερο από ποτέ. Εμείς αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να επιμείνουμε στην έννοια της συλλογικότητας, στην έννοια του μαζί, στο εμείς.
Αυτά σχετικά με το κομμάτι της γλώσσας και το πώς η γλώσσα αλληλεπιδρά με την κοινωνία. Θα ήθελα τώρα να μιλήσω για το δεύτερο σκέλος, ας πούμε, του βιβλίου που η αφορμή μπορεί πάλι να είναι η γλωσσολογία, αλλά μιλάμε και για τη θεωρία λογοτεχνίας, για τη λογοτεχνία. Θα το δημιουργήσουμε μαζί. Είναι κάτι που δεν υπάρχει ακριβώς στο βιβλίο, αν και οι αφορμές και τα εργαλεία με τα οποία θα το κουβεντιάσουμε υπάρχουνε, είναι αυτά που σας ανέφερα ήδη.
Υπάρχει ένα εύλογο ερώτημα γιατί να μελετάμε τη λογοτεχνία. Γιατί να υπάρχει λογοτεχνική κριτική; Τι μας δίνει, τι μας προσφέρει ο αναστοχασμός πάνω στη λογοτεχνία; Θα ήθελα να πω δυο λόγια, πολύ συνοπτικά. Η λογοτεχνία ξεκίνησε να μελετάται με συστηματικότητα και μέθοδο, άρχισε να τείνει να γίνεται ‘επιστημονική’ μια περίοδο που συνδυάστηκε με τη βιομηχανική επανάσταση, με την άνοδο του καπιταλισμού και την άνοδο των εθνών-κρατών. Οπότε ‘μπήκε’, δημιουργήθηκε σαν μελέτη, σαν στοχασμός πάνω στη λογοτεχνία, καθαρά από τον καπιταλισμό. Ήταν κάτι πολύ σύγχρονο, πολύ μοντέρνο, για την εποχή κι έγινε καθαρά από τα πάνω. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη από τα κράτη να έχουν εθνικές λογοτεχνίες, να δημιουργούν πολιτιστικά, πολιτισμικά ιδεώδη για να τονώνουν την ταυτότητά τους. Ταυτόχρονα άρχισε να στήνεται μια τεράστια αγορά και με τη μαζικοποίηση της τυπογραφίας και με την επικράτηση του καπιταλισμού, που το κοινό που απευθυνόταν αυτή η αγορά ήταν, πολύ κρίσιμα, η μεσαία τάξη. Οπότε έπρεπε και να πουλάμε πολύ αλλά και να επηρεάσουμε την ιδεολογία στη μεσαία τάξη. Με αυτήν τη λογική, αλλά και με την άνοδο του θετικισμού, εκεί στα τέλη του δέκατου ενάτου, αρχές εικοστού αιώνα, όπου τα πάντα επιστημονικοποιούνται και απολιτικοποιούνται, ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για να φτιαχτεί θεσμικά κάτι που τονώνει τα κράτη, τις πατρίδες, την εθνική συνείδηση των ανθρώπων, πουλώντας ταυτόχρονα. Τώρα αυτό που περιγράφω μπορούμε να πούμε πως ίσως έχει περάσει λίγο ή πολύ σε άλλες μορφές τέχνης, πιο εμπορικές, στον κινηματογράφο για παράδειγμα, αλλά εκείνη ήταν η εποχή της λογοτεχνίας. Η οποία πήγαινε μονόμπαντα.
Ταυτόχρονα, με την άνοδο των κοινωνικών κινημάτων, με την άνοδο και σιγά σιγά την εφαρμογή του μαρξισμού ξεκίνησε να υπάρχει και μια άλλη μπάντα, να μπαίνει μέσα και σε αυτό το πεδίο. Από τη στιγμή που υπάρχει μια θεωρία που σχετίζεται με πολιτισμική σφαίρα, με μια αισθητική, καλλιτεχνική σφαίρα, εμφανίστηκαν στοχαστές πάρα πολύ σημαντικοί στην Ευρώπη, όπως ο Γκράμσι που μίλησε για την ηγεμονία και την ιδεολογική πάλη μέσα σε πολιτισμικές σφαίρες, αντίστοιχα πολλοί Σοβιετικοί γλωσσολόγοι, όπως ο Μπαχτίν και ο Βολόσινοφ, με τους οποίους ξεκίνησε να εμφανίζεται η άλλη όψη του νομίσματος της λογοτεχνίας. Μια κινηματική, κοινωνική όψη που την κατέστησε κι αυτήν εντέλει πεδίο μάχης. Όπως είπα νωρίτερα ότι η γλώσσα είναι από τη φύση της πεδίο αντιπαράθεσης, τώρα, σε άλλο επίπεδο, η θεωρία της λογοτεχνίας, η ίδια η λογοτεχνία, η λογοτεχνική πράξη και η λογοτεχνική ανάλυση, γίνονται πεδίο διαμάχης.
Αλλά και πάλι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι είναι η λογοτεχνία. Γιατί αν δεχόμαστε τη λογοτεχνία ως πεδίο πάλης, γιατί δεν είμαστε όλοι συγγραφείς και ο καθένας να λέει τις απόψεις του μέσα από λογοτεχνικά έργα και να δούμε… ποιοι θα πουλάνε περισσότερο; Ποιοι θα ακούγονται περισσότερο; Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνία, τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα έχουν δύο όψεις. Η πρώτη όψη θέλει ένα έργο να είναι κοινωνικό γεγονός. Εδώ έχει σημασία το ‘νόημα’ του κάθε έργου, δηλαδή είναι σημαντικό σήμερα να γραφτούν έργα που μπορεί να σχετίζονται, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, με την πανδημία, με την οικονομική κρίση, με τη στάση της εξουσίας. Με βάση αυτό, χρειαζόμαστε όντως περισσότερη λογοτεχνία κινηματικά. Από θεωρητικά κείμενα από ακαδημαϊκά, πολιτικά, φιλοσοφικά κείμενα έχουμε πάρα πολλά, χρειαζόμαστε περισσότερα στο αισθητικό κομμάτι της γραφής. Γιατί η δεύτερη όψη της λογοτεχνίας είναι η αισθητική, πάνω στην οποία πρέπει να υπερασπιστούμε συγκεκριμένες αξίες.
Οπότε εγώ θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτήν την παρουσίαση μιλώντας για αισθητικές, λογοτεχνικές αξίες, τις οποίες κάποιος που ασχολείται με τη λογοτεχνία όντως αξίζει να τις αναδεικνύει, αλλά και με πολιτικό κριτήριο. Έχοντας στο μυαλό πως ταιριάζουν στους αγώνες μας, στους κοινωνικούς αγώνες μας, και μπορούν να δώσουν έμπνευση και όραμα για τη συνέχεια.
Μια πολύ βασική λογοτεχνική αξία είναι η ακρίβεια, η σαφήνεια. Χαιρόμαστε, απολαμβάνουμε να διαβάζουμε ένα λογοτεχνικό βιβλίο όταν νιώθουμε ότι καταλαβαίνουμε απόλυτα τι θέλει να πει, όταν φτιάχνουμε καθαρά τις εικόνες στο κεφάλι μας. Αυτή είναι μια λογοτεχνική αξία. Αυτή όμως την ακρίβεια και τη σαφήνεια τη χρειαζόμαστε στους κοινωνικούς μας αγώνες, στα προτάγματά μας. Χρειαζόμαστε να είμαστε ξεκάθαροι στο λεξιλόγιό μας – με βάση και αυτά που είπα για το πώς νοηματοδοτούνται οι λέξεις, από την εξουσία και από εμάς, και το πώς εμείς χτίζουμε το δικό μας ιδίωμα, το αγωνιστικό ιδίωμα – δηλαδή όταν μιλάμε για αυτό-οργάνωση, για αυτοδιαχείριση, όταν αναφερόμαστε στο ‘κίνημα’ πρέπει να είμαστε σαφείς, να έχουμε στο μυαλό μας ακριβώς τι θέλουμε και να το εκφράζουμε. Δύσκολο ή όχι, οφείλουμε να το παλεύουμε συνεχώς.
Το δεύτερο είναι η πολυφωνία, ο πλουραλισμός. Η λογοτεχνία, τα μυθιστορήματα, είναι το κατεξοχήν είδος στο οποίο συνυπάρχουν πολλές διαφορετικές φωνές, πολλοί κι ετερόκλιτοι χαρακτήρες, μια μεγάλη ποικιλία, υπάρχει η προσπάθεια του συγγραφέα να αφαιρέσει όσο μπορεί τον εαυτό του και να αφήσει τους ήρωες να μιλάνε. Ο συγγραφέας, από τη φύση του μυθιστορήματος, έχει εξουσία απέναντι στους χαρακτήρες που δημιουργεί. Αλλά αυτό που πραγματικά απολαμβάνουμε – στο οποίο λένε πως κορυφαίοι ήταν οι Ρώσοι συγγραφείς, παράδειγμα ο Ντοστογιέφσκι – είναι όταν οι συγγραφείς αφήνουν τον εαυτό τους, θυσιάζουν τη φωνή τους για να ακουστούν πολλές φωνές. Στους κοινωνικούς μας αγώνες χρειαζόμαστε πολυφωνία, να αφήνουμε όσο περισσότερες φωνές γίνεται να μιλάνε, να λειτουργούμε προς μια μεγάλη σύνθεση. Κι αυτό όχι μόνο για τις φωνές μας, αλλά για τις ιδέες μας, για τις κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές μας. Χρειαζόμαστε ποικιλία, να μην πηγαίνουμε μονόχνοτα. Χρειαζόμαστε ένα γιορταστικό, ένα πλούσιο στοιχείο στους αγώνες μας. Ως προς αυτό, είμαι πολύ χαρούμενος με όσα συμβαίνουν μέχρι τώρα κι εδώ στον λόφο. Ελπίζω να συνεχίσει έτσι.
Ένα άλλο στοιχείο, πολύ κοντά στην πολυφωνία, είναι η ελαφρότητα που ανέφερα και νωρίτερα: η αυτοσχεδιαστικότητά μας. Πέρα από την πολυφωνία και την πολυμορφία, χρειάζεται μεγάλη αυτοσχεδιαστικότητα, ευλυγισία στις πρακτικές, στους τρόπους, στις μεθόδους μας, στις συνάψεις μας με την πόλη.
Και ένα τελευταίο, η μεθοδικότητα και η συνέπεια. Λογοτεχνικά, οι συγγραφείς μεθοδικά χτίζουν την αφήγησή τους, τον κόσμο τους, τους χαρακτήρες, τις ιδέες, με υπομονή. Το μυθιστόρημα μπορεί να περνάει κρίση σήμερα γιατί βρισκόμαστε σε μια εποχή ταχύτητας. Διαβάζουμε γρήγορα πράγματα, ανοίγουμε συνέχεια καινούργιες καρτέλες στο διαδίκτυο και δεν επιμένουμε, σπάνια εμβαθύνουμε. Αυτό χρειαζόμαστε, όμως. Όπως και στους κοινωνικούς αγώνες χρειαζόμαστε συνέπεια, υπομονή, χρειαζόμαστε μέθοδο.
Θα τα επαναλάβω επιγραμματικά. Η ακρίβεια και η σαφήνειά μας, η πολυφωνία και ο πλουραλισμός μας, η ελαφρότητα και η ευλυγισία μας, η μεθοδικότητα και η συνέπειά μας. Ελπίζω να συνεχίσουμε σε αυτό το μοτίβο. Τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου κατάθεση. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας και η καταγωγή της γλώσσας του ποιητή

Σπύρος Μπρίκος*

Το πρώτο ποιητικό έργο του Μάνθου Λύκαμνου (κατά κόσμον Μάνθου Δέσκα, facebook: Manthos Lykamnos) με τίτλο «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» από τις εκδόσεις «Libris X Machina» κρίνεται από τις αρχικές του αναγνώσεις ως ένα μανιφέστο για την τέχνη, ριζοσπαστικό και εκστατικό μαζί, που εξαπολύει λυσσαλέα επίθεση στον κομφορμισμό και σε κάθε ιερό και όσιο της πολιτικής ορθότητας.


Το πρώτο ποιητικό έργο του Μάνθου Λύκαμνου (κατά κόσμον Μάνθου Δέσκα, facebook: Manthos Lykamnos) με τίτλο «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» από τις εκδόσεις «Libris X Machina» κρίνεται από τις αρχικές του αναγνώσεις ως ένα μανιφέστο για την τέχνη, ριζοσπαστικό και εκστατικό μαζί, που εξαπολύει λυσσαλέα επίθεση στον κομφορμισμό και σε κάθε ιερό και όσιο της πολιτικής ορθότητας. Είναι άμεσο, με γλώσσα οικεία, που καθιστά τον αναγνώστη συνομιλητή, συμμέτοχο, και όχι απλό «θεατή», μέσα από «δερματικούς» πόρους και δρόμους του ποιητικού σώματος εμφανείς και ανοιχτούς. Το έργο αυτό με την ταυτοχρόνως ποιητική αλλά και σαγηνευτικά cult και αργκό διάλεκτο του περιθωρίου, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και ανανοηματοδοτήσεις.

Παρότι «ασπούδαστος και ξεροκέφαλα αυτοδίδακτος σε όλα τα πεδία δημιουργίας» όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει στο βιογραφικό που παρατίθεται μέσα στο βιβλίο, ο Μάνθος Λύκαμνος δομεί και ελέγχει επαρκώς το έργο του μέσα από μία διαλεκτική σύνδεση μορφής και περιεχομένου, κατά τέτοιον τρόπο ώστε το πνεύμα να αναφλέγεται μέσα στο αντίθετό του, την υλικότητα. Έτσι η τέχνη του συμμετέχει στην πραγματική ροή της ιστορίας, και αυτό που κάποτε φάνταζε πραγματικό αποδημεί με την αυτοπερισυλλογή του δημιουργικού πνεύματος στη φαντασία και επιζεί σε αυτή συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι πραγματικό. Η ιστορική τροχιά που ακολουθεί η τέχνη του είναι εκείνη της «εκπνευμάτισης» μέσω της υλικής νοηματοδότησης, σε μία πορεία κριτικής του μύθου, όσο και σε μία διαδικασία διάσωσής του. Έτσι ο Μάνθος Λύκαμνος χωρίς Πανεπιστημιακές σπουδές είναι ένας διανοητής σε εξέλιξη παρόλο που ο όρος και ο ρόλος είναι πέρα για πέρα μία ακόμα αστική επινόηση, και που ο ίδιος δεν θα τον έκανε ποτέ αποδεκτό, και με το δίκιο του φυσικά.

Ο τίτλος του ποιητικού του έργου παραπέμπει εμφανώς στην ταινία του Νίκου Νικολαΐδη «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979), μία ταινία που «διαβάζεται» σαν ένα κεφάλαιο από το μυθιστόρημα μιας γενιάς που κάτω από ιδιαίτερες πολιτικές πιέσεις καταδικάστηκε στη σιωπή γιατί αρνήθηκε να μαζικοποιηθεί, να καταναλώσει κουλτούρα, να περάσει από πολιτικά μονοπάτια, διεκδικώντας το δικαίωμα να διαφωνεί, να φαντάζεται και να ερωτεύεται[1].

Είναι η καταραμένη γενιά του ΄50, των περιθωριακών, των ροκ εν ρόλερς, των επαναστατών, στους οποίος ο Μάνθος Λύκαμνος κλείνει το μάτι και που φυσικά αφιερώνει από καρδιάς τα ποιήματά του. Ενδεικτικά αναφέρω τίτλους ποιημάτων της συλλογής «Μαύρα λάβαρα υπονόμων» και «Αντιπολιτισμικό». Στο γνωστικό οπλοστάσιο του Λύκαμνου βρίσκονται συστηματικές αναγνώσεις και μελέτες στα διάφορα πεδία τέχνης που μεταμοσχεύονται στο ποιητικό του έργο, στις εικαστικές του δημιουργίες, και σε μελοποιημένους (πάντα από τον ίδιο) στίχους του στις «ουτοπικές μπαλάντες» του. Σε όλους τους τομείς καλλιτεχνικής του δράσης, ο καμβάς γίνεται αρένα χωρίς πλαίσιο όπου λαμβάνει χώρα ένα συμβάν, μία τελετουργία με πολιτικά και ιστορικά χαρακτηριστικά. Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ουίλιαμ Μπλέικ, Φρίντριχ Νίτσε, Αλμπέρ Καμύ, Μαρκήσιος ντε Σαντ και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (ειδικά οι δαιμονισμένοι) λυσσομανάνε μέσα στα έργα του Λύκαμνου ως προπάτορες και ως ταραξίες συνείδησης. Ο παράνομος αντιφασίστας ποιητής και αναρχικός Renzo Novatore ως αλητήριος τω πνεύματι και συνεπαρμένος από την ξελογιάστρα γοητεία της ελευθερίας, που καίει την Εκκλησία της Παναγίας των Αγγέλων και που σκοτώνεται σε σύγκρουση με καραμπινιέρι, ο Max Stirner ως πρωτοπόρος στοχαστής στα πεδία του μηδενισμού και του αναρχικού ατομικισμού και ο «ένοπλος προφήτης» της προεπαναστατικής Ρωσίας Sergey Nechayev, παραμένουν στη φαρέτρα των ιδεολογικών αναφορών του Μάνθου Λύκαμνου και υπεισέρχονται υπογείως στα έργα τέχνης του κατά την ιερουργία της περάτωσής τους.

Πυριτιδαποθήκη η τέχνη ως πολιτική πράξη για τον Λύκαμνο, με ένα πλούσιο εικονοστάσι ηρώων-αντιηρώων (ως δίπολα άλλωστε ορίζονται μέσα στη δίνη των αντιθέσεών τους), ανάμεσα στους οποίους κυρίαρχη θέση κατέχει ο Άρης Βελουχιώτης. Στα χειρόγραφα κείμενα αφορισμών του Μάνθου Λύκαμνου[2] διαβάζουμε για τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του ηρωικού πεσιμισμού, κάτι που συναντάμε ως όρο και στο έργο του Αλμπέρ Καμύ, αλλά και στους δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι που σκιαγραφείται ένας από αυτούς: «Ο αντιήρωας με αφετηρία την άρνηση-αντίφαση ως αποτέλεσμα του παραλόγου ή της απάτης της απόλυτης αλήθειας, όποια και αν είναι αυτή, επιδίδεται στη μάχη αδιαφορώντας για την τελική της έκβαση. Δεν υψώνει το κεφάλι αλαζονικά παρά στέκεται στο τέλμα ατενίζοντας το ηφαίστειο. Ρουφάει τους κραδασμούς της σύγκρουσης και σαλτάρει μέσα της σαν στριμωγμένο τσακάλι μπρος στους διώκτες του, σαν ύστατη υπερβατική δράση. Η ιδέα της ήττας ή της συντριβής, ποτέ όμως της παραίτησης, μεγιστοποιεί το πάθος για αγώνα. Είτε έμπρακτα προς το όλον, είτε παθητικά στο εσωτερικό πεδίο, ξεκινώντας πάντα από αυτοακύρωση σαν διονυσιακή θυσία, πραγματοποιεί την έφοδο στον ουρανό και τη βουτιά στη λάβα, παραδομένος εκστατικά και απελπισμένα στην τραγική αναγκαιότητα της εξέγερσης».

Αυτή η «έφοδος στον ουρανό», ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ρωσικής Πρωτοπορίας, του Πύργου της Διεθνούς του αρχιτέκτονα και ζωγράφου του κινήματος του Κονστρουκτιβισμού Βλαντιμίρ Τάτλιν, προσδίδει στην τέχνη μία συνιστώσα προβολής και άμεσης αντανάκλασης γνωρισμάτων της εποχής της, καθώς και των ειδικών ιστορικών συνθηκών που την πλαισιώνουν. Έτσι ο καλλιτέχνης και το έργο του εντάσσονται μέσα στο κοινωνικό process και στα σπλάχνα τους αυτομάτως πάλλονται σαν σφυγμικό κύμα αιματικής ροής οι παραγωγικές σχέσεις και οι παραγωγικές δυνάμεις.

Ο Μάνθος Λύκαμνος παράγει ένα έργο με ανεπτυγμένα ταξικά χαρακτηριστικά που αντιστέκεται σε μικροαστικές ερμηνείες και παρανοήσεις, και μέσα από την αυθυπαρξία του και τη σοκαριστική πρωτοτυπία του γίνεται φορέας μιας ατομικής και ταυτόχρονα συλλογικής αλήθειας. Κάθε ψευδεπίγραφη και εξ΄ αποστάσεως κριτική προσκρούει πάνω στο σκληρό και επικριτικό περίβλημα του έργου του και μοιραία τσακίζεται αδυνατώντας να διεισδύσει στα βαθύτερα στρώματά του. Γνωρίζοντας καλά τις πρωτοπορίες στην τέχνη, γίνεται ο ίδιος, με μία παράδοξη ανεπιτήδευτη αντιστροφή, πρωτοπόρος, κάνοντας πρόζα, αυτοσχεδιάζοντας ναρκισσιστικά μπροστά σε ένα κοινό κλειδαρότρυπας, και από την ψευδαίσθηση περνά στο γεγονός και την κοινωνική δράση.

Μέσα από την οπτική μιας μπρεχτικού τύπου μιμητικής και χειρονομιακής έκφρασης, ομοιάζει με εκείνον τον θεατή-εργάτη που δεν μένει παρατηρητής, αλλά ξεπετάγεται από το πλήθος στο βάθος του θεάτρου, και γίνεται πρωταγωνιστής στο έργο που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια όλων, και μετασχηματίζεται ο ίδιος, και οι γύρω του, σε νέα πρωτοπορία εργατών. Το αποφασιστικό βήμα, ταυτόσημο της ταξικής συνείδησης, είναι ένα process αυτομόρφωσης και ατομικής αφύπνισης. Είναι και μία εσωτερική δύναμη Σαντική (ή Σαδική), μαζί και διονυσιακή. Μία κραυγή της εποχής του που εκκολάπτεται μέσα του και εξέρχεται πολλαπλάσια σε μέγεθος. Ο τροτσκιστής και σουρεαλιστής ποιητής Νικόλας Κάλας, άλλωστε, το βροντοφώναζε: «Να είμαστε Σαδιστές σύντροφοι…». Στα προλεγόμενα ενός τρίτου μανιφέστου για τον σουρεαλισμό ο Αντρέ Μπρετόν είχε κατατάξει τον σπουδαίο Κάλας στα πιο φωτεινά και τολμηρά μυαλά της εποχής.

Οι ήρωες-αντιήρωες είναι από τα αρχέτυπα του Μάνθου Λύκαμνου, που άλλοτε τα αντλεί από τη δεξαμενή του συλλογικού υποσυνειδήτου, άλλοτε τα δομεί ο ίδιος φαντασιακά τοποθετώντας τα και διατάσσοντάς τα στο έργο του, σαν μοτίβα που επαναλαμβάνονται σταθερά. Κάποιες φορές τα αρχέτυπα αυτά των ηρώων-αντιηρώων τα παίρνει έτοιμα, δηλαδή τα «κλέβει» -ο Πικάσο το θεωρούσε μεγάλο προσόν αυτό- μέσα από τα κλασικά κόμικς δημιουργώντας «κολλάζ», υβρίδια σκέψης από ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία που γονιμοποιούνται με ευφυή τρόπο, πρώτα στο μυαλό του, και έπειτα πραγματώνονται στα έργα. Οι αντιήρωες των γουέστερν, «Ο ατρόμητος» (Daredevil) graphic novel του Frank Miller, όπου ο Άνδρας χωρίς φόβο έχει καθαρά ταξική προέλευση, και τέλος το κόμικς της Marvel «Ηλέκτρα», ορίζουν ένα πεδίο έντονης εικονοπλασίας στον Λύκαμνο, που περνά βασανιστικά, φροϋδικά, ταξικά, σαδιστικά, τόσο στα ποιήματα, όσο και στην εικαστική δημιουργία δηλαδή τη ζωγραφική, αλλά και στα τραγούδια του. Αν και κατά βάση σουρεαλιστής σε όλες τις καλλιτεχνικές του εκφάνσεις, και στη ζωή, τα ακούσματα αντάρτικων τραγουδιών φαίνεται να έχουν ορίσει ψυχαναλυτικά έναν εξπρεσιονιστικό χώρο έκφρασης, ένα μαύρο, γκόθικ τοπίο, μέσα από το οποίο αναδύονται διαρκώς γκροτέσκο φιγούρες[3] ανδρικές και γυναικείες (αλλά και ερμαφρόδιτοι ήρωες και θεοί), μαζί με αυτές και ο ποιητής Μαγιακόφσκι μεταμορφωμένος σε σύγχρονη πανκ φιγούρα. Το αντάρτικο τραγούδι «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…» ανοίγει και αυτό έναν μεγάλο ψυχαναλυτικό δρόμο μουσικής εικονοποιίας.

Μέσα από το ατομικό και συλλογικό τραύμα που διαχέεται στη μετεμφυλιακή γενιά αντιφρονούντων μελλοθάνατων κομμουνιστών (υπάρχουν τέτοια τραυματισμένα πρόσωπα στην οικογένειά του), και σε τέτοιες καταστάσεις ψυχικής έντασης αναδύονται από τη μεγάλη δεξαμενή του συλλογικού υποσυνειδήτου υπερατομικές ψυχικές μορφές αρχετύπων που βασανίζουν αλλά ταυτόχρονα ανδρώνουν το ποιητικό υποκείμενο, στο εσωτερικό του οποίου αλυχτά το πραγματικό επαναστατικό υποκείμενο της τέχνης. Μπορεί να φανταστεί κανείς μία δομή σαν τις ρωσικές κούκλες που η μία βρίσκεται μέσα στην άλλη. Ο ηρωικός πεσιμισμός αναφέρθηκε παραπάνω. Το ανδρικό ιδεώδες (πατρική φιγούρα) ως δύναμη και ως φαλλική έκφραση και το θηλυκό (μητρικό) αρχέτυπο[4] με έμφαση στη φαντασία, τη φαντασμαγορία, τη μαγεία και τον εσωτερισμό, δυναμιτίζουν ως μοτίβα, ως σταθερές τους πίνακές του αλλά και την ποιητική γλώσσα και εικονοποιία, όσο και τα μουσικά του οράματα. Ο σαμανισμός και ο μυστικισμός ορίζουν ένα πεδίο που ομοιάζει με μαγεία και μεταφυσική, που όμως γρήγορα μετασχηματίζεται μέσω ψυχικής ανάφλεξης στην υλικότητα των έργων του.

Ένας αναρχοσαμανισμός με έντονα στοιχεία διονυσιασμού και τελετών έκστασης ορίζουν ένα πολιτικό πλαίσιο απόλυτης αναίρεσης, θα μπορούσε να πει κανείς ολομέτωπης επίθεσης και καταστροφής του μεταβιομηχανικού σύγχρονου πολιτισμού που υπόταξε αυταρχικά το φυσικό περιβάλλον και εξημέρωσε τα ζώα, ευνουχίζοντας για πάντα τον ίδιο τον άνθρωπο. Οι γυναίκες πρωταγωνιστούν με τα όπλα τους στο να σκοτώσουν το τέρας του σύγχρονου πολιτισμού, έτσι τις αποτυπώνει ο Λύκαμνος (τόσο ποιητικά όσο και εικαστικά) σε μία προοπτική μιας μητριαρχικής νέας κοινωνίας. Έτσι όλα τα ποιήματά του είναι καταγγελτικά. Έχουν τη μορφή αφορισμών ή μανιφέστων που διαρκώς επαναδιατυπώνονται, θαρρείς πως ξαναγράφονται σε ένα ρευστό περιβάλλον εσωτερικού ψυχικού κόσμου και εξωτερικού άρρωστου και εχθρικού αστικού ή ημιαστικού τοπίου.

Η τέχνη του Μάνθου Λύκαμνου είναι σαμποτάζ στον πολιτισμό και στον μηχανισμό που τον γεννά. Οι άγριες γυναικείες, γκροτέσκο φιγούρες, είναι αντάρτισσες σαμάνες με τριχωτό αιδοίο (αναφορά στη μητέρα-μήτρα), ίσως γιατί μέσω μιας επιστροφής στην μητριαρχική δομή που περιλαμβάνει έστω τη νοητή εκδικητική πατροκτονία, το πρόταγμα του δημιουργού παραπέμπει στο θεωρητικό ουτοπικό πεδίο μιας «Μετα-αναρχίας». Έκσταση και ιερός πόθος, δύναμη και ηρωική ήττα, είναι τα δίπολα που συστρέφονται εμμονικά γύρω από τον άξονά τους και που τα συναντάμε συχνά στα ποιήματα και στους πίνακές του. Αλλά και όλη την underground κουλτούρα, δηλαδή την αντικουλτούρα και την τέχνη του περιθωρίου. Beat generation, punk, hippies, dark wave, gothic, έως την Art Brut δηλαδή την τέχνη του περιθωρίου ή αλλιώς «ωμή τέχνη» που αφορούσε τα έργα των εγκλείστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα.

Ο Μάνθος Λύκαμνος έχει τη δική του γλώσσα στην τέχνη που μέσα της κρύβεται ένα είδος χαμένης αλήθειας. Ανυψώνει μέσω των έργων του μία άλλη γλώσσα, παραληρηματική, ξένη ως προς την περιρρέουσα ασφυκτική ορθολογική πραγματικότητα, αυτή που σχηματικά ονομάζεται γλώσσα των «τρελών». Η «τρέλα» όμως είναι μία μόνιμη επανάσταση στη ζωή ενός ατόμου. Είναι ένα «καθεστώς» απελευθερωτικής δύναμης. Μία αποσύνθεση του εαυτού με τη σιωπηρή υπόσχεση της επιστροφής σε έναν περισσότερο «πραγματοποιημένο» κόσμο. Η γλώσσα στον Λύκαμνο χρησιμοποιείται με τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Η οργασμική όμως γλώσσα των ποιημάτων του, αλλά και ολόκληρης της ενοποιημένης δημιουργίας του, αδρανοποιεί και καταστρέφει τη θεσμική και κομφορμιστική γλώσσα του συστήματος μέσω της οποίας αναπαράγονται όλες οι αντεπαναστατικές, οι μικροαστικές, οι αντικαλλιτεχνικές εκφράσεις και αντιλήψεις, και οι διαμορφωμένες ψευδοσυνειδήσεις. Στο σημείο αυτό εναρμονιζόμαστε με τις απόψεις του ψυχιάτρου και θεωρητικού του αντιψυχιατρικού κινήματος David Cooper στο γνωστό κείμενό του «Η πολιτική του οργασμού»[5].

Συγκεφαλαιώνοντας, ένα έργο τέχνης ερμηνεύεται μέχρι ενός σημείου. Από εκεί και πέρα το ίδιο αντιστέκεται σθεναρά στην ερμηνεία του. Ο Theodor Adorno στο βιβλίο του «Αισθητική Θεωρία» επισημαίνει πως όλα τα έργα τέχνης, η τέχνη στο σύνολό της, είναι αινίγματα. Αυτό εξόργιζε ανέκαθεν τη θεωρία της τέχνης[6]. Η δήλωση ότι τα έργα τέχνης λένε κάτι και την ίδια στιγμή το κρύβουν, περιγράφει τον αινιγματικό χαρακτήρα με γλωσσικούς όρους. Ο αινιγματικός χαρακτήρας κοροϊδεύει σαν γελωτοποιός[7]. Όταν βρίσκεται κανείς μέσα στα έργα και τα παρακολουθεί συναισθανόμενος τη γένεσή τους, ο αινιγματικός χαρακτήρα παύει να είναι ορατός. Μόλις βγει από αυτά, σπάζοντας τη σύμβαση με το εγγενές πλαίσιό τους, η αινιγματικότητα επιστρέφει σαν φάντασμα[8].

Με το κωμικό στοιχείο τύπου γελωτοποιού, συνεχίζει ο Adorno, η τέχνη διατηρεί την παρήγορη ανάμνηση της προϊστορίας της στο απώτατο ζωικό παρελθόν. Ανθρωποειδείς πίθηκοι δίνουν κοινές παραστάσεις στον ζωολογικό κήπο, που μοιάζουν με τις πράξεις των γελωτοποιών. Η σύμπνοια των παιδιών με τους γελωτοποιούς είναι μία συμφωνία με την τέχνη που οι μεγάλοι τούς την κόβουν σαν να ήταν κακή συνήθεια όπως και εκείνη με τα ζώα. Η γλώσσα των μικρών παιδιών και των ζώων φαίνεται να είναι κοινή. Η ομοιότητα του γελωτοποιού με τα ζώα φέρνει αμέσως στον νου την ομοιότητα των πιθήκων με τους ανθρώπους. Ο αστερισμός ζώο-τρελός-γελωτοποιός είναι ένα από τα βασικά στρώματα της τέχνης. Αυτός ο αστερισμός της χαρμολύπης, αυτή η ανεστραμμένη διαλεκτική -χεγκελιανή- ανάλυση του Adorno φαίνεται διαρκώς να επιστρέφει μέσω του παιδιού και του προγονικού πιθήκου στα «ρέκβιεμ της κουρελοποιίας». Η «Αισθητική Θεωρία» του Adorno αναδεικνύει και κάτι ακόμα αν την «χρησιμοποιήσουμε» σαν μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης στο ποιητικό και εικαστικό έργο του Λύκαμνου. Τον ένοχο φετιχισμό κάθε αληθινού έργου τέχνης, κάτι που καθορίζει την πραγμάτωση και την εξέλιξη των έργων του Μάνθου Λύκαμνου. Τα φετίχ παίζουν καθοριστικό, πρωταγωνιστικό για την ακρίβεια ρόλο, μαζί με τα αρχέτυπά του. Με τον ένοχο φετιχισμό τους τα έργα τέχνης δεν είναι τελειωμένα, όπως άλλωστε καμία ενοχή δεν εξουδετερώνει αυτό που ενέχεται, αφού στην οικουμενικά διαμεσολαβημένη κοινωνία τίποτα δεν μένει έξω από το πλέγμα ενοχής της. Όμως ο φετιχιστικός χαρακτήρας των έργων τέχνης είναι προϋπόθεση του περιεχομένου αλήθειας, το οποίο συνιστά και την κοινωνική τους αλήθεια[9].

Η δύναμη της έκφρασης, η εσωτερική διάταξη και δομή, το αίνιγμα και η μαγεία που δεν καταμαρτυρείται, αλλά και ο φετιχισμός, γίνονται η ασυμβίβαστη γλώσσα του Λύκαμνου, που κοντράρει τον επιβεβλημένο ρεαλισμό. Είναι η ίδια γλώσσα που μετατρέπει την οξύτητα της κοινωνικής διαμαρτυρίας σε παρέμβαση καθορισμένης άρνησης, σε πατροκτονία, σε πολιτική και επαναστατική πράξη. Με αυτή την κοφτερή γλώσσα στο «σιδερένιο άτι στην κόψη του χρόνου», πίνακας που συγγενεύει αρκετά στα χρώματα και στα γιουνγκιανά αρχέτυπα με ένα μη αναπαραστατικό έργο του εκπροσώπου του αφηρημένου αμερικάνικου εξπρεσιονισμού Jackson Pollock «The Moon Woman Cuts the Circle», αλλά και στον πίνακα «Νυχτερινές ονειρώξεις του τυράννου», ο Μάνθος Λύκαμνος -κατά κόσμον Μάνθος Δέσκας- γελοιοποιεί και αποδομεί τον φασισμό. Από την άλλη πραγματώνει, με εικαστικούς και ποιητικούς όρους, τη δική του έφοδο στον ουρανό.

Σέρνει με λίγα λόγια, μόνος του, τον Πολιορκητικό Κριό της Τέχνης στον δρόμο, μαζί με άλλα άρματα μάχης, και κάνει ένα κοινωνικό και πολιτικό κάλεσμα. Μία σύζευξη μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, με έναν επαναστατικό σουρεαλιστικό αυτοματισμό και βίαιες ανορθόδοξες αναδύσεις από το συλλογικό υποσυνείδητο, μπροστά στη θύρα του ορθολογισμού που τρίζει, στα τείχη του αδηφάγου πολιτισμού που είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Εκεί και εμείς σύντροφοι, παρόντες και υποκινητές της ανταρσίας, μάρτυρες στο θέαμα, όταν θα γκρεμίζονται τα τείχη των φυλακών από τη βροντερή γλώσσα των τρελών και των φυλακισμένων.

Βιβλιογραφικές παραπομπές, σημειώσεις:

[1] Σχόλιο του σκηνοθέτη και συγγραφέα Νίκου Νικολαΐδη για την ταινία του «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979) στην επίσημη ιστοσελίδα του: https://nikosnikolaidis.com

[2] Από τα χειρόγραφα κείμενα «Μανιφέστα για την Τέχνη» του Μάνθου Λύκαμνου.

[3] Η «Γκροτέσκα προλετάρια» είναι ποίημα (σελ.40) της ποιητικής συλλογής «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» του Μάνθου Λύκαμνου, των εκδόσεων «Libris X Machina», Φλεβάρης 2022.

[4] Μάνθος Λύκαμνος, αναφορά στα «αρχέτυπα», από τις χειρόγραφες σημειώσεις του για την Τέχνη.

[5] Απόσπασμα από το εκτενές κείμενο του ψυχιάτρου David Cooper, που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», το καλοκαίρι του 1981.

[6] Theodor W. Adorno «Αισθητική Θεωρία», μετάφραση, σημειώσεις: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», Νοέμβριος 2000.

[7] Theodor W. Adorno «Αισθητική Θεωρία», σελ.207, «Αινιγματικός χαρακτήρας, περιεχόμενο αλήθειας».

[8] «Το μιμητικό και το βλακώδες» από την «Αισθητική Θεωρία» του Theodor W. Adorno, σελ. 205-209.

[9] «Ο διπλός χαρακτήρας της τέχνης: κοινωνικό γεγονός και αυτονομία. Ο φετιχιστικός χαρακτήρας της τέχνης», σελ. 381-386, από την «Αισθητική Θεωρία» του Theodor W. Adorno.

*Ο Σπύρος Γ. Μπρίκος είναι ιατρός και ασκών την πολεμική της γραφής – Υπ. Διδάκτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Τμήμα Εικαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης).

Σχετικοί σύνδεσμοι: https://tinyurl.com/2fec66wn και
https://librisxmachina943835191.wordpress.com/2022/06/26/01-7/

Δίγλωσση ανθολογία νεοελληνικών ποιημάτων μεταφρασμένων στα γερμανικά

Γράφει η Ευσταθία Δήμου //

“Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες” [Wörter spitz wie Nägel]. Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση – Δίγλωσση ανθολογία [Griechische Lyrik der Gegenwart – zweisprachige Anthologie], Επιλογή & Μετάφραση: Κατερίνα Λιάτζουρα, Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2021.

Η τελευταία λογοτεχνική εμφάνιση της Κατερίνας Λιάτζουρα, με τη δίγλωσση ανθολογία νεοελληνικών ποιημάτων μεταφρασμένων στα γερμανικά που επιμελήθηκε, θέτει με άκρα ευθύτητα δύο θεωρητικά ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με την ποιητική επικοινωνία, την πρόσβαση δηλαδή του αναγνωστικού κοινού στον ποιητικό λόγο και την έκθεσή του στην καταλυτική επενέργεια του στίχου. Το πρώτο από τα δύο αυτά ζητήματα αφορά βέβαια τη μετάφραση του ποιητικού λόγου, τη μεταγραφή του σε μιαν άλλη γλώσσα και, συγκεκριμένα, τη σπανιότερη στην ποιητική πράξη και πρακτική μετάφραση ελληνικών ποιημάτων, προκειμένου αυτά να καταστούν προσιτά σε ένα ξενόγλωσσο αναγνωστικό κοινό, εν προκειμένω το γερμανικό. Πράγματι, ενώ η συνήθης πρακτική προκρίνει την αντίστροφή διαδικασία και μέθοδο, τη γνωριμία δηλαδή του ελληνόγλωσσου αναγνώστη με ποιήματα προερχόμενα από άλλες γλώσσες, κατά κύριο λόγο ευρωπαϊκές, η Λιάτζουρα, ποιήτρια και η ίδια, επιλέγει, αυτή τη φορά, να διευρύνει τον ορίζοντα υποδοχής των Ελλήνων ποιητών και των έργων τους, καθιστώντας τα άμεσα και εύκολα προσλήψιμα από το γερμανόφωνο κοινό. Το όλο εγχείρημα φαίνεται, από πρώτη άποψη, πως υπηρετεί και διευκολύνει τους δύο πόλους, τα δύο γλωσσικά – ποιητικά άκρα, τους Έλληνες ποιητές να εξέλθουν των συνόρων της χώρας τους, να απεγκλωβιστούν από τα δεσμά της γλώσσας που τόσο ισχυρά τόσο στενά συνυφασμένα με την ποιητική δημιουργία είναι, και τους Γερμανούς αναγνώστες να έρθουν σε επαφή με μια ποίηση που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν ίσως ποτέ να γνωρίσουν. Η άποψη, όμως, αυτή είναι μάλλον στενή και μονόπλευρη. Γιατί από το συγκεκριμένο εγχείρημα κερδισμένη βγαίνει η ίδια η ποίηση που προσεγγίζεται υπό το πρίσμα ενός σώματος το οποίο προσλαμβάνει διαφορετικές γλωσσικές αποχρώσεις και όχι σαν ένα σύνολο σωμάτων καθένα από τα οποία φέρει και προασπίζεται τη δική του γλωσσική σφραγίδα.

Μέσα στο ίδιο αυτό πλαίσιο, και με δεδομένη τη δύναμη και τη δυναμική της μετάφρασης να (ανα)διαμορφώνει το ποιητικό πεδίο, να καταλύει και να καταργεί τα σύνορα, να αναπλάθει τους όρους και τα όρια της πρόσληψης, θα πρέπει να ενταχθεί και ένας προβληματισμός σχετικά με την ίδια την μεταφραστική πράξη και πρακτική και, πιο συγκεκριμένα, με το μεταφραστικό υποκείμενο, τον μεταφραστή που, κυριολεκτικά, εκτίθεται και εκθέτει τις δυνατότητές του σε ένα εγχείρημα που και δύσκολο και απαιτητικό είναι. Γιατί, όπως κανείς μπορεί εύκολα να αντιληφθεί, το ζητούμενο και το στοίχημα δεν είναι να μεταφερθεί αυτούσιος ο ποιητικός λόγος, να μεταγραφεί δηλαδή το ποίημα από τη μια γλώσσα στην άλλη, να αλλάξει απλώς και μόνο το γλωσσικό του ένδυμα, αλλά να γίνει μετάγγιση του πνεύματος και του ήθους, της ενέργειας, της ιδιαιτερότητας και της ιδιοτυπίας κάθε ποιητικής φωνής, των ιδιαίτερων τρόπων και τόπων της γραφής. Και για να επιτευχθεί αυτό δεν αρκεί βέβαια η μετά – φράση, η αντιπαραβολή του υπάρχοντος ποιητικού κειμένου με το υπό διαμόρφωση, με όρους πιστότητας και ακριβούς απόδοσης της γλώσσας, των λέξεων, των ήχων. Χρειάζεται κάτι περισσότερο. Χρειάζεται η ποιητική πνοή που θα ζωντανέψει το ποίημα και θα το κάνει να αποτελεί όχι τόσο την αλλό-γλωσση εκδοχή του αρχικού ποιήματος, αλλά ένα νέο ποίημα με τη δική του αυθυπαρξία και αυτοτέλεια, με τη δικό του περίγραμμα και σχέδιο που δεν θα έχει βέβαια κόψει τον ομφάλιο λώρο με το αρχικό – κάθε άλλο μάλιστα – θα διαθέτει όμως τη δική του προοπτική, τις δικές του υποδοχές, τις δικές του προσδοκίες. Και για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο δεν αρκεί βέβαια η καλή, ουσιαστική και ολόπλευρη γνώση, ο έμπειρος και δεξιοτεχνικός χειρισμός της γλώσσας, των δύο γλωσσών που εμπλέκονται στη μεταφραστική διαδικασία, αλλά και η ποιητική εκείνη αίσθηση που μόνο όποιος έχει δοκιμάσει και δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο διαθέτει. Η Λιάτζουρα, εν προκειμένω, διαθέτει και τις δύο αυτές αρετές ή προαπαιτούμενα. Γιατί και τη γερμανική γλώσσα γνωρίζει καλά, δεδομένου ότι έχει γεννηθεί στη Στουτγκάρδη και έχει σπουδάσει Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και στην ποιητική πράξη έχει εντρυφήσει, έτσι ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση που απαιτεί τη συστράτευση της γνώσης και της αίσθησης, της αντίληψης και της αντιληπτικότητας, της μεθόδου και της πρωτοβουλίας ταυτόχρονα.

Με αυτά τα δεδομένα και αυτές τις παρατηρήσεις μπορεί κανείς να περάσει στο δεύτερο ζήτημα που θέτει ο παρόν τόμος, αυτό της ανθολόγησης, της επιλογής, δηλαδή, των ποιητών και των ποιημάτων που θα συστήσουν το αντιπροσωπευτικό δείγμα της ποιητικής παραγωγής μιας χώρας, είτε αυτό προέρχεται από μια παρελθούσα εποχή, είτε από τη νεότερη και σύγχρονη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Λιάτζουρα κινείται μάλλον προς τη νεότερη και σύγχρονη ποιητική παραγωγή, επιλέγοντας είκοσι πέντε εν ζωή ποιητές, δεκατέσσερις γυναίκες και έντεκα άντρες, οι οποίοι έχουν μια ενεργή παρουσία στα Ελληνικά Γράμματα, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις όχι μόνο ως ποιητές. Η πρώτη, λοιπόν, εκτίμηση που θα μπορούσε κανείς να κάνει είναι ότι η ανθολόγος, όπως ίσως και κάθε ανθολόγος κινείται, περισσότερο ή λιγότερο ασυναίσθητα από το προσωπικό της γούστο, τις ποιητικές της προτιμήσεις, τα λογοτεχνικά της αναγνώσματα. Κάτι τέτοιο είναι, άλλωστε, απόλυτα ενδεδειγμένο και λογικό. Όποια κι αν είναι η πρόθεση, η επιλογή των ποιημάτων και η μετάφρασή τους δεν μπορεί να έχει γίνει χωρίς την καταλυτική παρέμβαση της δημιουργικής συνείδησης, του ποιητικού προσανατολισμού και της οικείωσης που ο μεταφραστής νιώθει απέναντι σε έναν ή περισσότερους ποιητές και το έργο τους. Και πάλι όμως, αυτή η θεώρηση θα στερούσε από την αξία του όλου εγχειρήματος, θα το καθήλωνε σε ένα επίπεδο προσωπικό, ατομικό, οριοθετημένο πάνω στη βάση μιας μεμονωμένης θέασης και θέσης. Γιατί παράπλευρα και πέρα από την το κριτήριο του ανθολόγου, δεν είναι δυνατόν να μη λειτουργεί και να μην υπεισέρχεται ένα πιο αντικειμενικό κριτήριο, μια βούληση που εκκινεί και κατευθύνεται στην ίδια την ποίηση ως πυρήνα και περιφέρεια ταυτόχρονα της μέριμνάς του να καταρτίσει με το βιβλίο που επιμελείται μια επιτομή της ποιητικής παραγωγής ή, ακόμη περισσότερο, μιας κατεύθυνσης που έχει προσλάβει και στην οποία κινείται η ποιητική σκέψη και έκφραση μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κατεύθυνση αυτή δίνεται από τον τίτλο που η Λιάτζουρα επιλέγει για την ανθολογία της, Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες, και που κατευθύνει τις προσδοκίες προς την αναζήτηση ενός κοινού παρανομαστή των ποιημάτων.

Γιατί αν θελήσει κανείς να σταθεί λίγο περισσότερο στον τίτλο και να τον αντικρίσει υπό το πρίσμα της νοηματοδότησης της όλης προσπάθειας, θα μπορούσε εύκολα και εύλογα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επιλογές της Λιάτζουρα κινήθηκαν με γνώμονα την ανάδειξη ποιητικών φωνών που χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη τόλμη και τολμηρότητα, από ένα ποιητικό θάρρος που εκβάλλει τόσο στη διάθεση και το κλίμα, όσο και στις ίδιες τις λέξεις που επιλέγονται και που, κάποιες φορές, μπορεί να μοιάζουν αντι-ποιητικές χωρίς όμως, εν τέλει, να είναι. Πρόκειται για ποιήματα που κινούνται ανάμεσα στο αυτοαναφορικό και το κοινωνικό, ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, τα οποία συνυφαίνουν και συμπλέκουν τις δύο αυτές τάσεις καθρεφτίζοντας ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει μέσα στο σύγχρονο γίγνεσθαι, την ταλάντευση δηλαδή του ανθρώπου ανάμεσα στο εγώ και το εμείς, ανάμεσα στο εδώ και το εκεί, ανάμεσα στον εαυτό και στο σύνολο. Αυτό δηλαδή που, κατ’ ουσίαν, φαίνεται πως κινεί τις επιλογές της Λιάτζουρα είναι η πρόθεσή της να καταδείξει πως η σύγχρονη ποιητική παραγωγή είναι ιδιαίτερα ενεργή και ενεργητική τόσο στο επίπεδο της κοινωνικής παρέμβασης, όσο και σε αυτό της καλλιτεχνικής παρέμβασης. Γιατί αυτό που ουσιαστικά προεξάρχει στην ανθολογία αυτή είναι η εξεικόνιση μιας δυναμικής ποιητικής παραγωγής που έρχεται για να επικυρώσει περίτρανα την εξελικτική παρουσία της ελληνικής ποίησης, τη συνέχιση μιας πλούσιας ποιητικής παράδοσης με ένα εξίσου πλούσιο ποιητικό παρόν.

*Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό «Δίοδος 66100», τεύχος 23, Δεκέμβριος 2022
https://www.fractalart.gr/lexeis-aixmires-san-prokes/

Αυθεντικός ποιητής

O Ντίνος Σιώτης γράφει για τον σπουδαίο ποιητή -μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα

Ο Γιώργος Μπλάνας έρχεται από τις πολύ βαθιές ρίζες της ποίησης και καταλήγει στο μεγαλείο της.

Είχε περίσσευμα κριτικής σκέψης, ήταν δεινός μεταφραστής, μείζων και γενναίος ποιητής, αξεπέραστος δοκιμιογράφος, ψαγμένος αναγνώστης, τολμηρός, σεμνός και ωραίος άνθρωπος. Υπήρξε και ανιδιοτελής φίλος.

Δεν έβαζε ποτέ τον εαυτό του μπροστά, μόνο την ποίηση.

Η παρουσία του στα γράμματα βάθυνε λίγο τους ρηχούς μας καιρούς και εκχέρσωσε πολλά λογοτεχνικά χωράφια καθιστώντας τα καλλιεργήσιμα.

Σαν αυθεντικός ποιητής υπήρξε και προφήτης.

Προέβλεψε τα πάντα που ζούμε σήμερα. Ποτέ του δεν φόρεσε μάσκα. Είχε πάντα μπροστά του την οικουμενική εικόνα του κόσμου και όχι τη μικρή, την μικροαστική, την ατομική, την προσωπική, την εθνική.

Δεν βρέθηκε ποτέ με το ρεύμα της πλειοψηφίας ή της εξουσίας, γιατί δεν έχουν θέση εκεί οι καλοί ποιητές. Στάθηκε εκεί που πρέπει να στέκονται οι αληθινοί άνθρωποι, οι γνήσιοι εραστές της αλήθειας: απέναντι στη μικρότητα, στην ψευτιά, στην ματαιοδοξία, στην υποκρισία, στην αδικία.

Είχε έναν τρόπο γραφής και έκφρασης ολότελα δικό του.

Στο τελευταίο σου βιβλίο «Αυτοκρατορία, Κομμόδου Αντωνίου Αυγούστου, τα εις Μάρκον Αυρίλιον» τα είχε προβλέψει όλα, τα είχε μαντέψει. Ακόμη και τον θάνατό του, εκεί που το τρωτό φλερτάρει με το τραγικό.

Γράφει κάπου σε αυτό το βιβλίο: «Αργά ή γρήγορα το πραγματικό θέαμα θ’ αντικαταστήσει την θεαματική πραγματικότητα».

Δεν είναι αυτή μια κατάσταση που την ζει ο κατακερματισμένος και ταραγμένος μας πλανήτης; Και κάπου αλλού: «Πώς να φτιάξεις έναν καινούργιο κόσμο, όταν ο παλιός είναι αδιόρθωτα γραμμένος;»

Και πιο κάτω: «Η αλήθεια είναι ένα ξερόκλαδο στον γκρεμό σου. Το παίρνεις μαζί σου στην πτώση».

Όταν μετέφραζε έσκαβε βαθιά μέσα του στο να βρει την κατάλληλη λέξη, να διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα, να δώσει στον αναγνώστη την τέλεια απόδοση του μεταφραζόμενου έργου. Μπορεί και να έψαχνε ώρες ολόκληρες για να βρει τη λέξη που ήθελε. Το μεταφραστικό του έργο (Έζρα Πάουντ, Έντγκαρ Άλαν Πόου, Καρλ Μαρξ, Ουίλιαμ Μπλέικ, Βασίλι Γκρόσμαν, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Αλεξάντρ Πούσκιν, Ντύλαν Τόμας, Σαλμάν Ρουσντί, Ουίλιαμ Σέξπιρ, Δανιήλ Χαρμς, Τόμας ντε Κουίνσι, Ρίτσαρντ Φλάναγκαν αλλά και αρχαίοι τραγικοί) είναι ανυπέρβλητο, όμως συκοφαντήθηκε και λοιδορήθηκε από μερικούς ζηλόφθονες που δεν τόλμησαν να δουν τι ακριβώς έκανε όταν μετέφραζε.

Ο Μπλάνας ήταν ένας ποιητής με βαθιά την αίσθηση της ευθύνης — πολιτικής, ηθικής, ατομικής, κοινωνικής.

Η ποίησή του είναι πολιτική, έχει πνευματικό βάρος, κοινωνικό εύρος, μετασχηματική αυτάρκεια, εκφραστική δομή, αναγεννησιακό βάθος. Μύθος και πραγματικότητα ζουν μαζί στα ποιήματά του και με τα αισθητικά τους δεδομένα επεξεργάζονται με φίλια πυρά την άλωση του ποιητικού σύμπαντος.

Στη σύντομη ζωή του γνώρισε τι σημαίνει να αγωνίζεσαι, να πάσχεις, να πονάς, να υποφέρεις, να μαθαίνεις από τις δυσκολίες της ζωής, να υπομένεις τις επιθέσεις ατάλαντων πανεπιστημιακών μεταφραστών και λογοκλόπων δήθεν ποιητών, να σκοντάφτεις στις αντιξοότητες, να υφίστασαι πτώσεις, να σέρνεσαι από ήττα σε ήττα αλλά και να σηκώνεσαι πιο δυνατός από πριν και να συνεχίζεις.

Γράφει σε ένα ποίημά του ο ποιητής: «Γεννήθηκα πολύ αργά / κι όλο το μέλλον μου είναι παρελθόν. / Υπάρχω, ωστόσο, / αν και όχι […μετρήσιμος]». Ναι, υπήρξε ο Μπλάνας μετρήσιμος κεκλεισμένων των θυρών. Μετρήσιμος με μια παραγωγικότητα που κάλυπτε πολλά τετραγωνικά λογοτεχνικά χιλιόμετρα. Η ποίησή του ήταν καθαρή και όχι αινιγματική και μεταφυσική και κατέγραφε έναν κόσμο πέρα από τον εαυτό του. Υπηρέτησε με πάθος, ζήλο και ένταση τη λογοτεχνία, ενσαρκώνοντας στο έργο του την καθαγιασμένη ιερότητα της ποίησης, μιας ποίησης που επιδίωκε έναν πιο δίκαιο, πιο ίσο κοινωνικά, πιο αμερόληπτο, πιο ανθρώπινο, πιο συμπονετικό, πιο ειρηνικό κόσμο.

Η απώλειά του δεν ξεπερνιέται εύκολα. Είναι μια ανυπολόγιστη ζημιά για τον κόσμο της ποίησης. Θα μας λείψει. Θα λείψει σε όλους μας αφάνταστα.

[Δημοσιεύτηκε την Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου, στο ΒΗΜΑ ως άρθρο-νεκρολογία για τον φίλο Γιώργο Μπλάνα, έναν εκ των τριών ιδρυτών του Κύκλου Ποιητών]

Αντικαβαφισμός – Ο πρώτος λίβελος κατά του Καβάφη

Κάϊρο 1912

—Τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη, διάβασέ τα, μοὔλεγε κάποιος, χάνεις, πρόσεξε πρὸ πάντων στὴ φιλοσοφία ποὺ κρύβει μέσα του τὸ ποίημα τὰ κεριά.

Κάθε τόσο καὶ μιὰ τέτοια παρότρυνση ἄκουγα ἀπὸ τοὺς διάφορους φίλους μου, ποὺ ποιὸς λίγο ποιὸς πολὺ καταγίνουνται στὴ φιλολογία.

Θεώρησα ἔλλειψη λοιπὸν καὶ γὼ νὰ μὴν ἔχω ἀκόμα διαβάσει τὸ ἔργο τοῦ νέου αὐτοῦ ποιητή, καὶ μὲ κάποια, τ’ ὁμολογῶ, κρυφὴ χαρὰ κατόρθωσα νὰ βρῶ τὰ ποιήματά του.

Τὰ διάβασα, σᾶς βεβαιῶ πὼς τὰ διάβασα ὄχι μόνο μιὰ φορὰ οὔτε δυὸ μὰ τρεῖς τέσσερες μπορεῖ καὶ πέντε! Ἡ ἐντύπωσή μου, ἂν καὶ κανένας δὲ μοῦ τὴ ζητάει, εἶναι μὲ δυὸ λόγια:

Ὁ Κος Καβάφης ἢ εἶναι ποιητὴς κι ἀπὸ λαθασμένο γοῦστο διάλεξε ἕνα ψεύτικο δρόμο ποίησης, ἢ δὲν εἶναι ποιητὴς (αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πιθανότερο) καὶ θέλει νὰ ρίξει στάχτη στὰ μάτια μερικῶν ποὺ ἐπηρεάζουνται ἀπὸ πολύ …… παράξενα ποιητικὰ μέτρα κι ἀπὸ πολύ…… κοινὴ φιλοσοφομανία.

II

Εἴπαμε φυσικὰ ὅλοι μας καὶ τὸ φωνάξαμε καὶ θυμόσαμε γι’ αὐτό, πὼς ἡ σύχρονη ποίηση, καιρὸς ποιὰ ἤτανε ν’ ἄφηνε τὸν παληὸ συχαμένο δρόμο τῆς πολυλογίας τοῦ Παράσχου καὶ Σία καὶ νὰ διαλέξει ἕναν ἄλλο καινούργιο δρόμο.

Εἴπαμε ὅλοι καὶ φωνάξαμε κι ἀποδείξαμε πὼς ἡ ποίηση δὲν εἶναι μιὰ ψεύτικη ρητορεία, δὲν εἶναι τραγοῦδι κοινὸ μαύρων καὶ καστανῶν ματιῶν, ἀλλὰ κάτι ψηλότερο κάτι ἰδανικότερο.

Εἴπαμε πὼς ἡ ποίηση πρέπει νὰ διαπραγματεύεται κάπως τὸν ἐσωτερικὸν ἄνθρωπο, νὰ εἶναι πῶς νὰ τὸ πῶ, κάπως ἀφηρημένη κι ὄχι τόσο πολὺ συγκεκριμένη.

Εἴπαμε πῶς ἡ ποίηση, στὸ μέτρο στὸ ρυθμὸ πρέπει νὰ ἔχει κάποια λευτερία νὰ μὴν ὑποδουλώνεται τόσο πολὺ σὲ μιὰν ὁμοιοκαταληξία ἢ σ’ ἕνα μέτρο, ὥστε νὰ χάνεται ἕνα ὡραῖο νόημα.

Βέβαια ζητήσαμε, ἀφοῦ βρισκούμαστε στὸν αἰῶνα τῆς πρόοδου καὶ στὸν αἰῶνα τῆς ἀλήθειας, ν’ ἀπορίψουμε νὰ πετάξουμε ἐπὶ τέλους μιὰ γιὰ πάντα κάθετὶ ψεύτικο καὶ προσποιητό, ν’ ἀλλάξουμε μερικὰ πράματα ποὺ μόνα τους φωνάζουνε κραυγάζουνε αλλαγή, νὰ θάψουμε ὅσες μποροῦμε περισσότερες πρόληψες ποὺ ξεράνανε τὴν καρδιά μας καὶ μᾶς κάνανε μούμιες χωρὶς ζωὴ καὶ θέληση.

Ναί, ὅλ’ αὐτὰ τὰ ζητήσαμεν ἐμεῖς οἱ νέοι καὶ τὰ ζητήσαμεν ὄχι παρακαλεστικὰ ἀλλὰ μὲ τὴ γροθιὰ ψηλὰ σηκωμένη, γιατὶ εἴχαμε νοιώσει ποιὰ δύναμη κρυβούτανε μέσα μας, ὅλ’ αὐτὰ τὰ ζητήσαμε κι ἂν ὅλα μονομιᾶς δὲν τὰ πετύχαμε τουλάχιστο κατορθώσαμε τὰ μισά, κι αὐτὸ κάτι εἶναι!

III

Ἀλλ’ ἂς ξαναγυρίσουμε στὸ ζήτημα τῆς ποίησης τοῦ Κυρίου Καβάφη.

Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ παρατηρήσω ὅτι ζητήσαμε, πῶς νὰ τὸ πῶ, νά! Σύνταγμα ποίησης κι ὄχι ἀναρχία, ζητήσαμε μιὰ λογικὴ τροποποίηση τῶν νόμων στὴ φιλολογία, δὲ ζητήσαμεν ὅμως, ὅπως ἕνας διαβάζοντας τὰ ποιήματα τοῦ Κου Καβάφη, τὴν κατάργηση τῆς ποίησης.

Γιὰ νἆμαι βραχύλογος, θὰ τὸ πῶ ξάστερα, ἡ ἀλήθια ξάστερα πρέπει νὰ λέγεται, ἡ ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη δὲ μὲ συγκινεῖ πουθενά, σὲ κανένα του μὰ ὅλως διόλου κανένα ποίημα του δὲ βλέπω δὲν αἰστάνουμαι τὴν ἁρμονία τὸ κυριότερο χαραχτηριστικὸ τῆς ποίησης. Ἡ περιγραφὴ ποιός ἀπὸ τοὺς θαμαστές του μπορεῖ νὰ πεῖ νὰ ὑποστηρίξει πὼς ὑπάρχει; Ἡ γλῶσσα του στρυφνὴ χωρὶς καμιὰ τῆς καμιᾶς φιλολογικὴ ἀξία, οὔτε ἕνας στίχος ποὺ νὰ σὲ κάνει νὰ μένεις ἐκστατικός, οὔτε μιὰ ζωντανὴ εἰκόνα ποὺ νὰ τὴ δεῖς μπροστά σου, οὔτε σὲ κάνουν τὰ πεζότατα αὐτὰ ποιήματα νὰ γυρίζεις ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ στὰ περασμένα χρόνια τῆς γλυκιᾶς σου νιότης.

Ὅση καλὴ θέληση νὰ καταβάλω δὲ θὰ μπορέσω νὰ παραδεχτῶ γιὰ ποιήματα τοὺς ἄξεστους στίχους τοῦ Κυρίου Καβάφη. Δὲ μοῦ λὲν τίποτε τὰ ποιήματά του πορπατῶ σὲ μιὰν ἔρημο ὅταν τὰ διαβάζω, καὶ δὲ βλέπω τὴν ὥρα νὰ βγῶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἔρημο γιὰ νὰ δροσιστῶ κομάτι σὲ μιὰ κρυὰ ἑνοῦ Ἀπολώνιου ἄσματος τοῦ Σκίπη ἢ σὲ καμιὰ γλυκιὰ ραψωδία ἑνοῦ Ἀπέθαντου.

IV

Πολλοί, ἔμαθα, ἀπὸ τοὺς θαμαστές του Κυρίου Καβάφη, τόνε θεωροῦνε τρανὸ τῆς ζωῆς φιλόσοφο, λένε πὼς ἡ ἐξωφρενικὴ αὐτὴ ποίηση κρύβει μέσα της κάτι ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ πέσει στὴν ἀντίληψη τοῦ καθενοῦ: Ἄν ὁ Κος Καβάφης εἶναι ἢ δὲν εἶναι φιλόσοφος, αὐτὸ δὲ μὲ μέλει, ὁ Κος Καβάφης, ἔγραψε, ἢ καλήτερα ἀποπειράθηκε νὰ γράψει ποιήματα, γι’ αὐτὸ ἴσα-ἴσα ἔπρεπε νὰ μείνει πρῶτα ποιητὴς κι ἂν τὸ κατόρθωνε, κομάτι δύσκολο μὲ τὴν ἀντίληψη ποὔχει περὶ ποίησης, ἂς τόριχνε κατόπι καὶ στὴ φιλοσοφία.

Παίρνω τὸ θάρρος φίλοι μου, γιατὶ φίλος σας εἶμαι καὶ μὲ ξέρετε καὶ σᾶς ξέρω, νὰ σᾶς πῶ, πὼς τρανὰ λαθεύεστε νὰ νομίζετε πὼς ἡ πολλὴ-πολλὴ φιλοσοφία δηλαδὴ μερικὰ ἀσυνάρτητα φαντασιοπληχτικὰ χοντρὰ λόγια σκεπασμένα μὲ τὸ μαντύα τῆς ψευτοφιλοσοφίας κἄνουν καλὸ στὴν ποίηση! ὄχι τὴν καταστρέφουν, καὶ μὲ δυὸ λόγια νά ὁ λόγος:

V

Ἕνας ποιητὴς ἀληθινός, εἶναι πολὺ δύσκολο, καλήτερα ἀδύνατο νἆναι κι ἀληθινός φιλόσοφος. Ὁ φιλόσοφος ἱδρύει μιὰ σκολὴ κι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του (ὑπάρχουνε κ’ εξαίρεσες) γιὰ μιὰν ἰδέα μάχεται, γιὰ μιὰν ἰδέα πεθαίνει.

Ὁ ποιητὴς ὅμως εἶναι ἄστατος, σήμερα κλαίει γιὰ τὶς ἀθλιότητες τοῦ κόσμου κι αὔριο γελάει γιὰ τὰ παράξενά του. Τὴ μιὰ στιγμὴ ὑμνεῖ τὸν ἔρωτα, τὴ ζωή, καὶ τὴν ἄλλη τὰ βρίζει ὅλ’ αὐτά. Ἡ ἀστασία αὐτὴ τοῦ ποιητὴ ἂς τὴν ὀνομάσουμε ποιητικὴν ἀστασία, μᾶς εὐφραίνει μᾶς κάνει κάπως νὰ ξεχνάμε τὸν πολὺ πραχτικὸ κόσμο μᾶς κάνει ἰδανικὰ ὄντα γιὰ μιὰ στιγμή.

Μὰ ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ποιητὴς χάνει ὅλα τὰ ἰδιώματα τοῦ ποιητὴ καὶ δὲν κρατάει παρὰ τὴν ποιητικὴν ἀστασία παραγεμισμένη μὲ φιλοσοφικὰ δόγματα, παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ποιητὴς χωρὶς καὶ νὰ ὑπῆρξε ποτὲ φιλόσοφος.

Φωνάζω λοιπόν, πὼς ἄλλο φιλόσοφος κι ἄλλο ποιητής. Δυὸ ἄκρα ἀντίθετα ποὺ δὲν ἀνταμώνουνται. Ποιός θὰ τολμήσει νὰ πεῖ π. χ. πὼς ὁ Musset εἶναι φιλόσοφος ἢ κι ἁπλῶς πὼς φιλοσοφεῖ ἐπειδὴ ἔγραψε τὸ Rolla καὶ τὶς νύχτες; θαρρῶ πὼς πολλοὶ θὰ τὸν ἔχουνε θαμάσει τὸ δυστυχισμένο Musset γιὰ φιλόσοφο ὄχι γιὰ ποιητή…… Τί εἴπατε Κύριε Καβάφη;

Ὁ Victor Hugo, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἄρχισε νὰ φιλοσοφεῖ στὰ ποιήματά του ἔπαψε νὰ εἶναι, ὁ ποιητής, κ’ ἔγινε—δυστύχημα γιὰ τὴ γαλλικὴ φιλολογία—ὁ φιλόσοφος ποιητής, δηλαδὴ ὁ οὔτε ποιητὴς κι ὁ οὔτε φιλόσοφος.

Μ’ ὅλ’ αὐτὰ δὲ θέλω νὰ πῶ πῶς ἡ ποίηση πρέπει νἆναι μόνο αἰστηματολογική, ὄχι βέβαια, μὰ οὔτε κι ἀπόπειρα φιλοσοφικῶνε δογμάτων ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος.

VI

Κι ἂς γυρίσουμε στὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη. Παρατηρῶ δυὸ διακριτικὰ σημεῖα:

1ο Ὁ Κύριος Καβάφης μαντεύοντας ἢ καλήτερα βλέποντας, πὼς ἔχει θαμαστὲς ἀκριβῶς γιὰ τὸ—μὰ τὴν ἀλήθια—πολὺ παράξενο μέτρο του στὴν ποίηση, προσπαθεῖ, ἢ καλήτερα χωρὶς καμιὰ προσπάθεια κατορθώνει, νὰ γίνεται πιότερο θαμαστὸς ἀπὸ τὴν κλίκα του, γράφοντας ἐκεῖνα τὰ τρανὰ ἱστορικὰ ποιήματα. Φοβᾶται νὰ γράψει σὰν τοὺς ποιητὲς φαίνεται, γιὰ δυὸ λόγους: ἢ γιατὶ θὰ τοὖναι δύσκολο ἐπειδὴ καὶ ξεσυνήθισε τὸ σωστὸ μέτρο τῆς ποίησης, ἢ γιατὶ θὰ θεωρεῖ πολὺ κοινὸ καὶ προστυχοφιλολογικὸ νὰ εἶναι οἱ σκέψες του κάπως διαφανότερες καὶ καταληφτότερες.

Ὁ Κύριος Καβάφης μὲ δυὸ λόγια θέλει νὰ τόνε θαμάζουν οἱ δυὸ ἢ τρεῖς ποὺ τόνε θαμάζουν, ἀδιάφορο τώρα, ἂν ὁ θαμασμὸς αὐτὸς γιὰ τὸ ἔργο του ἀγοράζεται μὲ τὴ σκληρὴ δολοφονία τῆς ποίησης.

2ο Τὸ δεύτερο διακριτικὸ σημεῖο εἶν’ αὐτό:

Ὁ Κύριος Καβάφης δὲν εἶναι ποιητὴς ἀκριβῶς γιατὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τοὺς θαμαστές του τοὺς ὀλίγους, μὰ δὲν πιστεύω κ’ ἐκλεχτούς, χωρὶς νὰ φροντίσει νὰ μάθει ἐπὶ τέλους, ἐχτὸς ἂν ἡ φιλοσοφία του τοῦ τὸ ἀπαγορεύει, τί εἶναι ποίηση, τί εἶναι μέτρο, τί εἶναι αἰσθητική, τί εἶναι περιγραφή, τί εἶναι ὅλα ἐκεῖνα ἐπὶ τέλους ποὺ κάνουν ἕνα ποιητή, ποιητή ὄχι σἂν τὸν Κύριον Καβάφην.

VII

Ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου Καβάφη διακρίνει, ὄχι μόνον ἡ κουραστικὴ ξεραΐλα ἀπὸ κάθε ἰδέα, ἀλλὰ κ’ ἡ φτώχια τῆς γλώσσας. Καὶ νομίζει κανένας ὅτι ὁ Κος Καβάφης τὸ κάνει ἐπίτηδες νὰ διαλέγει τὶς πιὸ πεζὲς λέξες γιὰ νὰ ἐκφράσει τὶς πιὸ κωμικὲς ἰδέες, καὶ ψώφιες εἰκόνες.

Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του.

*
Ἔτσ’ ἡ ἐπιθυμίες μοιάζουν ποῦ ἐπέρασαν
Χωρὶς νὰ ἐκπληρωθοῦν· χωρὶς ν’ ἀξιωθεῖ.

*
Κρύα κεριά, λυωμένα καὶ κυρτά.

*
Γιὰ νὰ ἐπιστρέψει γρήγορα καὶ νἆν καλοὶ καιροὶ

*
Ἡ σαστισμένες κι’ ἀντιφατικὲς

*
Μὲς στὰ παληά των τὰ πετσιὰ τ’ ἀφανισμένα.

*
Καὶ σπάνιο νὰ σὲ πολιτογραφήσουν.

*
Ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες·
Γενναῖοι ὁσάκις εἶναι πλούσιοι, κ’ ὅταν
Εἶναι πτωχοί, πάλ’ εἰς μικρὸν γενναῖοι,
Πάλι συντρέχοντες ὅσο μποροῦνε·
Πάντοτε τὴν ἀλήθεια ὁμιλοῦντες
Πλὴν χωρὶς μῖσος γιὰ τοὺς ψευδομένους.

*
Ὁ ἀρνηθεὶς δὲν μετανοιώνει
Κι ὅμως τὸν καταβάλλει
Ἐκεῖνο τ’ ὄχι—τὸ σωστὸ—εἰς ὅλην τὴν ζωή του.

*
Βγαίνει, καὶ μὲ φωνὲς μεγάλες μᾶς τρομάζει.

*
………. Πολύτιμα μπαστούνια
Μ’ ἀσήμια καὶ μαλάματα ἔκτακτα σκαλιγμένα,

Εἶν’ ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσω; τὸ τομίδιο εἶναι γιομάτο ἀπὸ τέτοιες λέξες, πεζὲς λέξες, ξερὲς λέξες τῶν ἐφημερίδων καὶ τῆς καθημερνῆς κουβέντας ὄχι ὅμως καὶ τῆς ποίησης.
Τί πάει νὰ πεῖ λ.χ. Σὰν σώματα ὡραῖα.

Ὡραῖα, ἡ λέξη ὡραῖα στὴν ποίηση εἶναι λέξη πεζή. Δηλαδὴ ἕνα ὁλόκληρο ποίημα τοῦ Κου Καβάφη ἀρχίζει μέ:

Σὰν σώματα ὡραῖα
Μὰ κάθε ἄνθρωπος τοῦ γούστου δὲ φαντάζεται τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, ὅπως δὲ φαντάζεται τὸ après-midi τὸ ὡραῖον καὶ ἔκτακτον καὶ θαυμάσιον τῶν ἐφημερίδων.

Αὐτὴ ἡ λέξη, ὅπως κι ὅλες οἱ ἄλλες τοῦ Κυρίου Καβάφη, εἶναι τῆς ρουτίνας, καθιερωμένες γιὰ τὴν κοινή μας χρήση, καθιερωμένες γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὶς περιγραφὲς στὴν ὁμιλία ἀπάνου.

— Πῶς πέρασες στὴ βεγκέρα;

— Ὡραῖα, ὡραῖα.

Δηλαδὴ εὐχαριστήθηκα διασκέδασα κ.τ.λ.

Στὴν ποίηση ὅμως ἔχει καθένας ἀνάγκη νὰ αἰστανθεῖ μέσα του, βαθειά του, τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, νὰ καταλάβει τὴν ὁμορφάδα τους νὰ τὴ δεῖ νὰ πειστεῖ γιὰ δ’ αὔτη, δυστυχῶς, μὲ τὸ ξερὸ ξερὸ: σώματα ὡραῖα δὲ βλέπει κανένας τίποτε.

Γιὰ νὰ ἐξακολουθήσω ἀπάνω σ’ αὐτὸ τὸ ποίημα:

Πολλὰ πάμπολλα πράματα εἶναι ὡραῖα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, δὲν ἀρκεῖ ὅμως νὰ ποῦμε ὡραῖα γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς εἶναι ὡραῖα.

Ἔπειτα πολλὰ πράματα ἀντιλαβαινούμαστε ἀλλιῶς ἐμεῖς κι ἀλλιῶς ἄλλοι. Πῶς καταλαβαίνετε σεῖς π. χ. Κ. Καβάφη τὰ ὡραῖα σώματα;!

Τώρα ἂν ἡ ποιητικὴ ἀφέλεια, ἢ ὁ φόβος (ε;;) γιὰ ἐφεύρεση καταλληλότερης λέξης ἢ φράσης σας βαστάει ἀλλάζει ὁ λόγος.

Κι ἂς μείνω ἀπάνου στὸ ἴδιο ποίημα.

Διαβάζοντας λοιπὸν κανένας αὐτὴ τὴ φράση, ἢ κατὰ τὸν Κον Καβάφη στίχον:

Σὰν σώματα ὡραῖα
Περιμένει τουλάχιστο νὰ δεῖ παρακάτω καμιὰ ποιητικότερη ἀνάλυση τῶν ὡραίων αὐτῶν σωμάτων, μὰ νά, ἀντὶ κάθε ἄλλης περιγραφῆς γρήγωρα, γιατὶ πάντα ὁ Κύριος Καβάφης βιάζεται στὰ ποιήματά του, (ποιητικὴ λυτότη) τὰ ὡραῖα αὐτὰ σώματα, τὰ κλειδώνει σὲ Μαυσωλεῖο: Τί Μαυσωλεῖο; Μεγαλόπρεπο, μαρμάρινο, πέτρινο, χρυσό, ὄχι σὲ Μαυσωλεῖο Λαμπρό!

Κ’ ἔτσι πάει καὶ τὸ Μαυσωλεῖο.

Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσουμε πὼς αὐτὸ ἤτανε μιὰν εἴδηση ἁπλή, μιὰ φημερίδα μποροῦσε νὰ τὸ περιγράψει πεζότερα ἀπὸ τὸν Κύριον Καβάφην;

«Τελευταία ὥρα!
»Χθὲς περὶ τὴν τρίτην ἀπογευματινὴν ἔκλεισαν εἰς Μαυσωλεῖον Λαμπρὸν τὰ ὡραῖα σώματα τῶν νεκρῶν.»

Φαίνεται πὼς ὁ Κύριος Καβάφης θέλει στὴν ποίηση νὰ περάσει καὶ τὶς ἐφημερίδες στὴν ἁπλότητα τοῦ ὕφους.

Μόνο καὶ μόνο γι’ αὐτὸ τὸ λόγο κλειδώνει ὡραῖα σώματα σὲ λαμπρὰ μαυσωλεῖα, πολιτογραφεῖ ποιητὲς στὴν πόλη τῶν ποιητῶν, βρίσκει πὼς τὴ μιὰ μονότονη μέρα ἄλλη ἀπαράλαχτη τὴ διαδέχεται, κι ὅτι καταντάει τὸ αὔριο νὰ μὴ μοιάζει σὰν αὔριο (σπουδαῖο αὐτὸ τὸ φιλολογικὸν εὕρημα) βρίσκει πὼς τὴν αὔριο θὰ ξαναγίνουν τὰ ἴδια πράματα δηλαδὴ θὰ βγεῖ ὁ ἥλιος τὴ μέρα καὶ τὸ βράδυ τἀστέρια, θὰ κάνει ὁ Κύριος Καβάφης τὰ ἴδια ποιήματα καὶ θὰ θαμαστεῖ, κ.τ.λ.π…

Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο χάριν ἁπλότης ὁ Κύριος Καβάφης βρίσκει πὼς ἡ Ἐκάβη κι ὁ Πρίαμος κλαῖνε γιὰ μᾶς καὶ μεῖς γιὰ δ’ αὔτους, Πῶς ταράττεται ἡ ψυχή μας καὶ παθαίνει χρόνια παράλυση.

Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, τρέχει στὴν κάμαρά του καὶ δὲ βρίσκει παράθυρα, ἢ βρίσκει καὶ δὲν τ’ ἀνοίγει ὄχι γιατὶ εἶναι χειμῶνας καὶ φοβᾶται τὸ κρύο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ δεῖ καινούργια πράματα! Βέβαια καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Κύριος Καβάφης σκαλίζοντας τὴν ἱστορία θὰ βρῆκε μὲ κρυφὴ χαρὰ πῶς ὁ Ἐφιάλτης θὰ φανεῖ στὸ τέλος καὶ οἱ Μῆδοι ἐπὶ τέλους θὰ διαβοῦνε!

Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ὁ Πηλεὺς φοβᾶται κ’ ἐπεμβαίνει ὄχι γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ Κου Καβάφη ἀλλὰ γιὰ νὰ σταματήσει τὴ φόρα τῶν θαμαστῶν του.

VIII

Τέλος πάντων τί εἶναι ἡ ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη; Ἔχει ἢ προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσει δικιὰ του σκολή; Ὅπως εἶπα στὴν ἀρχὴ τῆς πραγματείας μου αὐτῆς, ὁ Κύριος Καβάφης παρασύρθηκε ἀπὸ μιὰν ἀκατάσχετη μανία φιλοσοφίας καὶ συβολισμοῦ στὰ ποιήματά του, ποὺ τὰ περισσότερα εἶναι ξερὲς μετάφρασες ἀπὸ ἀρχαῖα συγράμματα, παρμένα ὅπως: ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος.

Ποιός μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ λογικὰ πὼς ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος εἶναι ποίημα; ἢ κι ἂν θέλουμε ποιός μπορεῖ νὰ πεῖ πὼς κρύβει μέσα του τίποτε σπουδαῖο φιλοσοφικὸ ἢ κοινωνικὸ νόημα. Ἴσως νὰ ὑποθέταμε ἕνα τέτοιο πρᾶμα ἂν ὁ Κύριος Καβάφης δὲν ἔβαζε στὴν ἐπικεφαλίδα ὁλόκληρη τὴν περίοδο τοῦ Πλούταρχου.

«Ὥσπερ οὐ βασιλεύς, ἀλλ’ ὑποκριτής, μεταμφιέννυται χλαμύδα φαιὰν ἀντὶ τῆς τραγικῆς ἐκείνης καὶ διαλαθὼν ὑπεχώρησεν».

Ἀλλὰ δυστυχῶς αὐτὴ ἡ πρόταση ἀποδεικνύει ἀκριβῶς ὅτι τὸ ποίημα ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος δὲν εἶναι ποίημα ἀλλὰ ξερὴ ξερή, τὸ πολὺ ἐπιτυχημένη μετάφραση, ὄχι βέβαια καθηγητὴ ἀλλὰ μαθητὴ Γυμνασίου.

IX

Ἕν’ ἄλλο ἀφόρητο γιὰ τὴν ταπεινή μας γνώμη ἐλάτωμα στὴν ποίηση τοῦ Κυρίου Καβάφη, ἡ παρένθεση ποὺ κόβει τὸν ἄγαρμπο στίχο τόσο ἄγαρμπα!

Νά παράδειγμα!

Ὁ Βασιλεὺς Δημήτριος (μεγάλην
εἶχε ψυχὴν) καθόλου — ἔτσι εἶπαν
δὲν φέρθηκε σὰν Βασιλεύς. Ἐπεῖγε
κ. τ. λ.

Δὲ φτάνει ἡ τρομερὴ πεζότη τοῦ ποιήματος μὰ ἔχουμε καὶ τὶς παρένθεσες, ποὺ σὲ ὑποχρεώνουν νὰ κρατᾶς τὴ συνέχεια σἂ στὶς ἐπιφυλλίδες τῶν μυθιστορημάτων τῶν φημερίδων.

Καὶ πάλι ρωτῶ, μποροῦσε πεζότερα νὰ γραφτεῖ ἕνα παρόμοιο πρᾶμα; ποῦ βρίσκουνται κρυμένες ἡ ποιητικὴ ἀλληγορία, ποῦ τὸ μέτρο, ποῦ ἡ ἁρμονία, ποῦ τὸ ψηλὸ νόημα;

Ἢ Παπᾶς παπᾶς ἢ ζευγὰς ζευγάς.

X

Τί λοιπὸν οἱ θαμαστὲς τοῦ Κυρίου Καβάφη θαμάζουν στὰ ποιήματά του; ἀφοῦ οὔτε ἁρμονία οὔτε μέτρο οὔτε γλωσσικὸς πλοῦτος ὑπάρχει, οὔτε τίποτε ἄλλο ποιητικὸν προσόν. Τὴ φιλοσοφία; βέβαια κι αὐτὴ θὰ θαμάζουν, ἀλλὰ κ’ ἡ φιλοσοφία του ἂς τὴν ὀνομάσουμ’ ἔτσι, εἶναι ὄχι μόνο τετριμένη ἀλλὰ κι ἀστεία. δηλαδὴ πράματα ποὺ λέγουνται κάθε μέρα χωρὶς καμιὰ φιλοσοφικὴ ἀξίωση.

Λοιπὸν τί θαμάζουν;

Θαμάζουν τὸ παράξενα τοῦ ὕφους του; ἀλλὰ δὲν εἶναι παράξενο καθόλου! ἀπὸ πότες εἶναι ἢ ἔγινε original ὁ πεζὸς λόγος;

Ἔπειτα αὐτὸ τὸ τρομαχτικὸ τὸ ἀπαίσιο ἀράδιασμα ὅλωνε τῶν ἀρχαίων ἡρώων ἡμιθέων καὶ θεῶν, σκεπασμένων κουκουλωμένων μὲ τὸ μαντύα τῆς ψευτοφιλοσοφίας, τί εἶναι;

Τί ἄλλο εἶναι παρὰ μιὰ κούφια μάταιη ἐπίδειξη πολυμάθειας; Ποιό τέλος εἶναι τὸ ἀγνό του ποίημα; ποιό τὸ βασανισμένο τὸ σκαλισμένο ἀπάνω στοὺς κανόνες ἂν ὄχι τῆς ποίησης τουλάχιστο τοῦ γούστου; λυποῦμαι πολύ νὰ πῶ πὼς κανένα, ἢ μᾶλλον μόνον ἕνα, τὸ ποίημα, Ἕνας γέρος. Μάλιστα αὐτὸ εἶναι ποίημα ἔχει τὴ σειρά του, τοῦ λείπει ἐκείνη ἡ ανακατωσοῦρα τῆς φιλοσοφίας, ἀπουσιάζουν ἐκεῖνα τὰ συβολικὰ παράξενα μέτρα, κατορθώνω νὰ φανταστῶ τὸ φτωχὸ γέρο ποὺ κλαίει τὰ νιάτα του καὶ μέ πόνο νὰ τὸν θεωρῶ στὸ τέλος.

«Ἀπ’ τὸ πολύ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ θυμᾶται
ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε. Κι’ ἀποκοιμᾶται
στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι.»

Κ’ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἁπλότη τοῦ ὕφους ἀλλ’ ἡ σωστὴ ποιητικὴ ἁπλότη τὸ γερὸ νόημα ποὺ κάνει τὸ ἕνας γέρος νὰ εἶν’ ἕνα μικρὸ ἀνεχτίμητο μπιζουδάκι. Μάλιστα εἶναι ποίημα! διαβάζοντάς το αὐτὸ οἱ νέοι μελαγχολικοὶ θὰ σκεφτοῦν πὼς θἄρθουνε γρήγωρα τὰ σκληρὰ χρόνια νὰ μᾶς θυμίσουν τί μπορούσαμε νὰ κατορθώσουμε στὴ νιότη μας. Θἄρθει μέρα ποὺ μὲ δάκρυα, κάπως ἀργά, θὰ δοῦμε τὸν ὁρίζοντα νὰ σκοτεινιάζει, τὰ χίλια δυὸ χρυσά μας ψέφτικα ὄνειρα νὰ διαλύνουνται σἂν καπνός, καί κάτι ἀόριστοι τρόμοι νὰ μᾶς παίρνουν, μιὰ σκιά, ἔ! ἂς τὴν ποῦμε, τοῦ χάρου νὰ μᾶς πλησιάζει!

Τί ἔκαμες στὴ ζωή σου; τίποτε; Ἐνόμισες πὼς εἶχες δικαίωμα ἐμένα τὸ χρόνο νὰ περιφρονήσεις τόσο ποὺ νὰ νομίσεις ὅτι στέκουμαι καὶ δὲν κουνιέμαι; ὄχι, τώρα σὲ παίρνω!

Μὰ γιατὶ ὁ γέρος νὰ σκέφτεται τὰ νιάτα του, γίνεται ἐγωϊστής, κάνει πέτρα τὴν καρδιά, γελᾶ-γελᾶ περιφρονητικά.

Μὰ ἡ ὑπεράνθρωπη προσπάθεια γιὰ τὸ κουρασμένο σῶμα του, ἡ σκέψη αὐτὴ θὰ τὸ σκοτώσει, ἔ! ὄχι λοιπὸν δὲ σκέφτεται, νά θὰ ζήσει ἐγωϊστής.

Καί, «ὁ γέρος ἐζαλίσθηκε, κι’ ἀποκοιμᾶται
στοῦ καφενείου ἀκουμπισμένος τὸ τραπέζι»

Σώνει ἕνα τέτοιο ποίημα γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ παρουσία τοῦ τομίδιου;

Τί τὸν ἐμπόδισεν ἄραγε τὸν Κύριον Καβάφη νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ γράφει στὸ Style του ἕνας γέρος; πολὺ φοβοῦμαι οἱ θαμαστές του ποὺ δὲν πρέπει βέβαια νὰ κολακεύουνται γιὰ φιλολογικὴ μόρφωση.

Πῶς ὅμως νὰ ὀνομάσουμε τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη ἀφοῦ ὁ ποιητής των δὲν τοὺς ἔδωκε τίτλο; πῶς ἀλλιῶς παρὰ φιλοσοφικὰ δόγματα, γιατὶ σὲ πολλὰ δ’ αὔτα ὁ Κύριος Καβάφης δὲν εἶναι ποιητὴς ἀλλὰ διδάσκει!

Ποτὲ ἀπὸ τὸ χρέος μὴ κινοῦντες.
Δίκαιοι κ’ ἴσιοι σ’ ὅλες των τὲς πράξεις
Ἀλλὰ μὲ λύπη κιόλας κ’ εὐσπλαχνία·
Γενναῖοι ὁσάκις εἶναι πλούσιοι κι ὅταν
Εἶναι πτωχοί, πάλ’ εἰς μικρὸν γενναῖοι
Πάλι συντρέχοντες ὅσο μποροῦνε·
Πάντοτε τὴν ἀλήθεια ὁμιλοῦντες
Πλὴν χωρὶς μῖσος γιὰ τοὺς ψευδομένους,

Πιὸ τετριμένες ἀλήθιες γίνουνται ἀπὸ δ’ αὔτες τῶν Θερμοπυλῶν, τουλάχιστο ἂν ἦσαν κάπως πιὸ ρυθμικὰ βαλμένες πιὸ ἀρμονικά.

XI

Κι ὅλ’ αὐτὰ τὰ παθαίνουμε γιατί; γιατὶ πάσχουμε ἀπὸ τὴ γνωστὴ ἀσθένεια «Snobisme». Ἔχουμε καταντήσει, καὶ τὸ ἀστεῖο δὲ θέλουμε νὰ παραδεχτοῦμε, ἢ ἂν προτιμᾶτε δὲ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε. Snobs, μὲ ἄλλα λόγια, δοῦλοι τῆς γνώμης δυὸ τριῶν ἐξεχόντων. Τρανὸ καὶ ζωντανὸ παράδειγμα τὰ ποιήματα τοῦ Κυρίου Καβάφη, τὰ θαμάζουμε γιατὶ κάποιος βρέθηκε νὰ τὰ παινέσει, κάποιος πολὺ γνωστὸς λογογράφος τῶν Ἀθηνῶν, ἐμεῖς λοιπὸν ἐπιπόλαια ἐπιπόλαια χωρὶς καλὰ καλὰ νὰ ξέρουμε γιατὶ ἀσπαζούμαστε τὶς γνῶμες του καὶ πρῶτοι πρῶτοι καὶ καλοὶ βροντοφωνοῦμε: Νά φιλόσοφος, νά ποιητής, τὸ δὲ ἀστεῖο, τὸ λέμε μὲ τόση πεποίθηση ποὺ στὸ τέλος τὸ πιστεύουμε καὶ τὸν ἐχτιμᾶμε, (παράδειγμα ὁ Κος Καβάφης) γιὰ ποιητὴ γιὰ λογογράφο γιὰ φιλόσοφο κ.τ.λ. ὑπνοτιζούμαστε τόσο ποὺ εὐτὺς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δόσουμε κάποια σπουδαία κρυμένη ἔννοια σ’ ἕνα κούφιο λόγο ἢ σ’ ἕν’ ἀστεῖο πεζὸ ποίημα, ποὺ θεωροῦμε chef d’ oeuvre!

Αὐτὰ φίλοι μου εἶν’ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες ποὺ ἀπὸ ἐγωϊσμὸ δὲν παραδεχούμαστε, θαμάζουμεν ἐκεῖνο ποὺ θαμάζουν δυὸ τρεῖς σπουδαῖοι. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο εἴμαστε τοῦ Nietche ὁπαδοί, λατρεύουμε τὴ μουσικὴ τοῦ Wagner ἐνῶ στὰ κρυφὰ τρελαινούμαστε γιὰ τὸ Matchiche. εἴμαστε συβολιστὲς ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν καταλαβαίνουμε τὶ γράφουμε.

Καὶ μὲ μιὰ διαφορὰ γιὰ νὰ ἐξηγούμαστε καλήτερα ὁ Wagner ὁ Nietche ἔχουν καὶ τοὺς θαμαστές τους τοὺς εἰλικρινεῖς, τοὺς θαμαστές ποὺ ξέρουν γιατὶ τοὺς θαμάζουν ἐνῶ ὁ Κος Καβάφης ἔχει τοὺς θαμαστὲς ποὺ ἀποχτᾶ κάθε εὐτυχὴς συγραφέας παράξενος σὲ μέτρα ποιητικὰ μόνο ὄχι καὶ σὲ ἰδέες τουλάχιστο.

XII
Μὰ δὲ βλέπουμεν ἐμεῖς οἱ θαμαστὲς τὸ κακὸ ποὺ κάνει ὁ θαμασμός μας ὁ ἐπιπόλαιος σ’ ἕνα συγραφέα ποὺ ἴσως μπορεῖ νὰ γράψει καλά. Τὸ κακὸ δὲν τὸ βλέπουμε λέγω! δὲν ἐννοοῦμε πῶς τὸν καταστρέφουμε κολακεύοντας βλακωδέστατα τὸ κακό του γοῦστο.

Αὐτὸ ποὺ λείπει ἀπὸ μας ξέρετε τὶ εἶναι; ἡ σύχρονη φιλολογικὴ ἐκπαίδεψη καὶ τὸ φιλολογικὸ γοῦστο. Ἔχουμε κατορθώσει νὰ παραγνωρίσουμεν ἐκείνους ποὺ κάτι ἀξίζουν καὶ νὰ θαμάζουμεν ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι ἄξιοι θαμασμοῦ. Καὶ νἄτανε μόνον αὐτό, κιντυνεύουμε δυστυχῶς νὰ πάθουμεν ἐκεῖνο ποὺ ἔπαθεν ὁ 18ος αἰῶνας στὴ Γαλλία, μὲ τὴ μανία στὴ φιλοσοφία, δηλαδὴ νὰ καταστραφεῖ ἡ ποίηση ἀπὸ τὴν πολλὴ φιλοσοφία καὶ λογικὴ καὶ νὰ μὴν ἀναδειχτεῖ παρὰ ἕνας ἀληθινὸς ποιητής, ὁ André Chénier! Κι αὐτὸς ἀκόμα ὁ πολὺς Βολταῖρος ἔπεσε θῦμα τῆς φιλοσοφίας του στὴν ποίηση.

Τί λέγω κιντυνεύουμε; ἔχουμεν ἤδη καταστρέψει τὴν ἀγνὴ ποίηση, καὶ γιὰ νὰ μὴ βγαίνω ἀπὸ τὸ θέμα μου, νά ὁ Κύριος Καβάφης τὸ πιὸ τρανὸ παράδειγμα.

Στὴν ποίηση του δὲν ὑπάρχει:

οὔτε αἴστημα!

οὔτε περιγραφή Ἐχτὸς ἄν ὀνομάζει ὁ Κος Καβάφης περιγραφή τὴν καταγωγὴ διάφορων ἀντικειμένων λὲς κ’ εἶν’ ἐχτιμητὴς ὅπως στὴν κηδεία τοῦ Σαρπηδόνος.

οὔτε χάρη. Ἐχτὸς ἄν εἶναι ἡ χάρη στὸ ποιηματάκι ἡ δέησις ὅπου ἡ μητέρα στήνει τ’ αὐτί, λὲς κ’ εἶναι φοράδα, περιμένοντας τὸ γυιό της.

οὔτε ἁρμονία

οὔτε τίποτε ἄλλο!

Θὰ ξανάρθουμε σὲ μιὰ τελειότερη ἀνάλυση τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου Καβάφη, ἄν τὸ θέλουν οἱ θαμαστές του, καὶ θ’ ἀποδείξουμε πλατύτερα τὴ μηδαμινότητα τῆς ποίησης του.

*Συγγραφέας της κριτικής είναι ο Ροβέρτος Κάμπος, ψευδώνυμο που μάλλον χρησιμοποίησε ο Πέτρος Μάγνης που ωστόσο δεν παραδέχτηκε ότι το συνέγραψε.

**Το πήραμε από εδώ: https://perithorio.com/2024/01/15/αντικαβαφισμός-ο-πρώτος-λίβελος-κατ/

Πέθανε στα 82 ο ποιητής και μεταφραστής Σπύρος Μεϊμάρης

Ο Σπύρος Μεϊμάρης, ένας εκ των κορυφαίων εκπροσώπων της γενιάς των beat ποιητών, βρισκόταν στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό την τελευταία εβδομάδα και τελικά εξέπνευσε.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Το 1959-60 βρέθηκε στο Σαν Φρανσκίσκο και παρευρέθηκε στο ξεκίνημα της Βeat Generation. Γνωρίστηκε με τον ποιητή Lawrence Ferlinghetti, εκδότη των City Lights Books και αρχίζει να γράφει ποίηση στα Αγγλικά.

Όταν ο Allen Ginsberg (1926-1997), η πιο επιφανής φιγούρα της beat generation (και της beat poetry), θα ερχόταν στην Ελλάδα από την Ταγγέρη με το θρυλικό υπερωκεάνιο S.S. Vulcania, στις 29 Αυγούστου 1961, ο Σπύρος Μεϊμάρης, μαζί με τους Νάνο Βαλαωρίτη, Πάνο Κουτρουμπούση, Μίνω Αργυράκη, Γιώργο Κατσίμπαλη και Amy Mims, θα ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που θα τον συναναστρέφονταν και που θα τον συνόδευαν στις περιπλανήσεις του στα κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά.

Ο Σ. Μεϊμάρης ήδη από το 1959 είχε βρεθεί με υποτροφία στην Καλιφόρνια, συχνάζοντας στην North Beach του Σαν Φρανσίσκο, την εποχή της ακμής των beats, ενώ το 1961 στο Beat Hotel, στην οδό Gît-le-Cœur του Παρισιού, θα συναντούσε τους William S. Burroughs, Sinclair Beiles και Kay Johnson ανάμεσα σε άλλους και λίγο αργότερα, στην Ταγγέρη, τους Harold Norse, Paul Bowles και Jane Bowles.

Βασικά, μαζεμένα ποιήματα του Σπύρου Μεϊμάρη συναντάμε για πρώτη φορά στο τεύχος #22 του «Κούρου» (1974) κάτω από τον τίτλο «Αρνάκι άσπρο και παχύ…», όπως και σ’ ένα τεύχος του περιοδικού “Panderma”, την επόμενη χρονιά, το «Όνειρα Πραγματικότητας» (1975). Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονται βεβαίως και στο περιώνυμο ένατο τεύχος του περιοδικού «Σήμα / Αφιέρωμα Η Σκηνή» (Σεπτέμβρης 1975) και πολλά χρόνια αργότερα στην «Τυφλόμυγα» [Μάιος-Ιούνιος, 2016]. Ίσως να υπάρχουν και αλλού…

Από ’κει και πέρα τα βιβλία του Σ. Μεϊμάρη, με ποιήματά του και μεταφράσεις, με τη σειρά έκδοσής τους είναι τα: «Εξορκισμοί» [Καστανιώτης, 1983], «Αλμπέρ Κοσερί / Ξεχασμένοι απ’ το Θεό» Απόπειρα, 1991, «Τζακ Κέρουακ / Τα Όνειρά μου» Αίολος, 1992, «Άλλεν Γκίνσμπεργκ / Ημερολόγια» Εστία, 1993, «Τζακ Κέρουακ / Μάγκι Κάσιντι» Αίολος, 1997, «Γραφτά» [Απόπειρα, 1998], «Δηλώσεις της Σιγαλιάς, 1997-2009» [Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, 2011] και «Η Μεταμόρφωση του Τοπίου / Ποιήματα 1961-2014» [Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, 2016].

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Σπύρου Μεϊμάρη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις OPPORtUNA, έχοντας τίτλο «Επίλεκτα ποιήματα και άλλα κείμενα (2012-2022)».

*Πηγή: https://www.lifo.gr/now/entertainment/pethane-o-poititis-kai-metafrastis-spyros-meimaris

Μια γνωριμία με τον Νίκο Βέλμο

Μια έκθεση στο Radio Athenes μας φέρνει σε επαφή με το ζωγραφικό έργο μιας σύνθετης δημιουργικής προσωπικότητας

Yπήρξε ηθοποιός, λογοτέχνης, ζωγράφος.

Η συμβολή όμως του Nίκου Βέλμου (1890-1930) ή κατά κόσμον Νίκου Βογιατζάκη στην τέχνη της εποχής του ήταν μεγαλύτερη απ’ όσο μπορούν να αποκαλύψουν σήμερα αυτές οι ιδιότητες. Υπήρξε ένας καλλιτέχνης του περιθωρίου ο οποίος εξέδιδε μόνος του και ένα περιοδικό ονόματι «Φραγκέλιο» από το 1926 έως το 1929, μέσα από το οποίο κατέκρινε την υποκρισία και το κατεστημένο της εποχής του –με κείμενα δικά του αλλά και άλλων λογοτεχνών. Παράλληλα μέσα από τα Φύλλα Τέχνης του συγκεκριμένου περιοδικού εξέδιδε μονογραφίες καλλιτεχνών όπως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ή ο Μπετόβεν.

Ο Νίκος Βέλμος υπήρξε και ζωγράφος o οποίος θέλησε να δώσει βήμα και σε άλλους καλλιτέχνες της εποχής του μέσα από το «Ασυλον Τέχνης» το οποίο δημιούργησε το 1928 στο ισόγειο του σπιτιού του στην οδό Νικοδήμου 21 στην Πλάκα. Εκεί έδειχνε δουλειά του ο 16χρονος Γιάννης Τσαρούχης, αλλά διοργανώνονταν και εκθέσεις καλλιτεχνών όπως ο Γιαννούλης Χαλεπάς ή ο Δημήτρης Γαλάνης, αλλά και ορισμένων αυτοδίδακτων δημιουργών όπως ήταν και ο ίδιος ο Βέλμος, «ασπούδαστων» και «ανέστιων». Εκεί διοργανώνονταν και συζητήσεις για καλλιτεχνικά και κοινωνικοπολιτικά θέματα παρουσία προσωπικοτήτων της πρωτοπορίας της εποχής όπως ο Στρατής Δούκας, ο Φώτης Κόντογλου, ο Σπύρος Παπαλουκάς, ο Δημήτρης Πικιώνης, οι οποίοι προετοίμαζαν το έδαφος για την επερχόμενη γενιά του ’30.

Αφορμή για να τα μάθουμε όλα αυτά είναι η έκθεση «Νίκος Βέλμος (1890-1930)» στο Ινστιτούτο Radio Athenes της οδού Πετράκη, τον ανεξάρτητο χώρο τέχνης της Ελενας Παπαδοπούλου για την προώθηση της σύγχρονης εικαστικής τέχνης που βρίσκεται κιόλας κοντά στην πάλαι ποτέ έδρα του Ασύλου Τέχνης και παρουσιάζεται και σε συνεργασία με τη Σχολή Καλών και Παραστατικών Τεχνών Frances Rich του Deree – The American College of Greece. «Ο Βέλμος ήταν outsider, μια μεγάλη φυσιογνωμία εναντίον του κατεστημένου ο οποίος δεν μπήκε ποτέ στο σύστημα της εποχής του, γι αυτό και δεν έχουμε ακούσει περισσότερα για αυτόν» θα πει στο Βήμα η Ελενα Παπαδοπούλου. «Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μια σημαντική εκδοτική δουλειά και έρευνα πάνω στο έργο του. ‘Εχουν επανεκδοθεί από το περιοδικό Φαρφουλάς τα τεύχη του ‘Φραγκέλιου‘ συνοδευόμενα από κείμενα μελετητών του Βέλμου όπως ο Δημήτρης Παυλόπουλος, η Βένια Παστάκα, ο Σωκράτης Λούπας, ο Διαμαντής Καράβολας καθώς επίσης και το τεύχος των ‘Φύλλων Τέχνης’ που ήταν αφιερωμένο στον Χαλεπά. Παράλληλα, οι εκδόσεις Φαρφουλάς έχουν κυκλοφορήσει τη μελέτη του Νίκου Λογοθέτη, ενός από τους πρώτους μελετητές του Βέλμου, με τίτλο ‘Νίκος Βέλμος. Ο Γυιός της Απώλειας‘ η οποία συμπυκνώνει τη μακροχρόνια και ενδελεχή του έρευνα πάνω στη ζωή και το έργο του Βέλμου καθώς και τη μελέτη του Κίμωνα Θεοδώρου για το ‘Άσυλον Τέχνης’ και την σκέψη του Βέλμου για την τέχνη. Επίσης από τις εκδόσεις Εκάτη και Πρόσπερος κυκλοφορούν τα έργα του Βέλμου, ‘Δυο Αγάπες’ και ‘Στ’αγιονόρος΄ αντίστοιχα. Επίσης ο Ιστορικός τέχνης Σωκράτης Λούπας ολοκληρώνει τη διδακτορική του διατριβή πάνω στο Νίκο Βέλμο» θα συμπληρώσει η Γαλήνη Νόττι, επιμελήτρια της έκθεσης.

Νίκος Βέλμος, «Δημοσθένης Βουτυράς», περ. 1927, Συλλογή Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, δωρεά Τάκη Ευσταθίου

Η τέχνη και η εμπειρία της ζωής

Στην έκθεση αναδεικνύονται τα ζωγραφικά έργα του Βέλμου, μια μικρή επιλογή από σχέδια ζωγραφισμένα με μολύβι ή κάρβουνο ή μελάνι σε χαρτί, τα περισσότερα σε μέγεθος 15Χ20 εκ. «Ο Βέλμος ζωγράφιζε τους κοντινούς του, φίλους του ηθοποιούς ή διανοούμενους αλλά και ανθρώπους που συναντούσε τυχαία όπως και τοπία, αγίους, διακοσμητικά μοτίβα με μια λιτότητα που βρίσκω πολύ εκφραστική κι ας μην υπάρχει τεχνική κατάρτιση που την ορίζει. Ο ίδιος δεν διαχώριζε τις τέχνες, έγραφε και ποιήματα, πεζά, όλα ήταν ένα για εκείνον, ακριβώς όπως και η τέχνη του ήταν αλληλένδετη με τη ζωή του. ‘Η τέχνη βγαίνει από την εμπειρία της ζωής΄ έγραφε σε κείμενό του για τον ηθοποιό, σκηνοθέτη και δάσκαλό του,Θωμά Οικονόμου» θα πει η Νόττι. Με οδηγό τον Οικονόμου, ο Βέλμος είχε εμφανιστεί στο Βασιλικό Θέατρο αν και το βάπτισμα του πυρός το είχε πάρει από την Μαρίκα Κοτοπούλη.

Μέσα σε μια προθήκη θα παρουσιαστεί μια σειρά έργων του που είναι σκηνές από τον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ καθότι ο Βέλμος αγαπούσε πολύ τον Αγγλο ποιητή και θεατρικό συγγραφέα. Μάλιστα στα «Φύλλα Τέχνης» του Φραγκέλιου είχε δημοσιεύσει μια δική του απόδοση του «Αντώνιος και Κλεοπάτρα», εικονογραφημένη από τον Σπύρο Παπαλουκά.

Τα περισσότερα από τα σχέδια που θα παρουσιαστούν στην έκθεση ήταν εικονογραφήσεις για το «Φραγκέλιο» και προέρχονται από τη συλλογή του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδας. Εκεί ανήκουν 438 έργα του Βέλμου έπειτα από δωρεά του συλλέκτη Τάκη Ευσταθίου, ενός από τους μεγαλύτερους δωρητές της συγκεκριμένης συλλογής. Η Νόττι ήρθε σε επαφή με αυτό το αρχείο όταν εργάστηκε ως υπεύθυνη της συλλογής του αμερικανικού κολλεγίου και εκεί ανακάλυψε τον Βέλμο, μάλιστα έδειξε τρία έργα του στην έκθεση «Overseas» το 2016 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Τεχνών της σχολής Frances Rich School of Fine and Performing Arts του Deree. «Τα σχέδια του Νίκου Βέλμου αποτυπώνουν την εποχή τους, την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή,όμως είναι τόσο ιστορικά, όσο και σύγχρονα. Προσωπικά βλέπω το έργο του Βέλμου ως μια σύγχρονη δουλειά, βρίσκω ότι όλη η πρακτική του συνομιλεί με προβληματισμούς του μοντέρνου κινήματος. Η ‘σύγχρονη’ παράμετρος στην οποία αναφέρομαι έχει να κάνει και με το γεγονός ότι έπαιρνε τα πράγματα στα χέρια τουκαι δημιουργούσε ένα πλαίσιο κι ένα δίκτυο για την ανάδειξη ανθρώπων και έργων που εκείνος έβρισκεαξιόλογα αλλά ήταν παραγκωνισμένα και δεν αναδεικνύονταν. Επίσης ο ίδιος δεν αναζήτησε να αναγνωριστείμέσα από τη δράση του αλλά ενδιαφερόταν για την υπεράσπιση των ιδεών του που συντάσσονταν με τουςφτωχούς και αδύναμους ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. Όλη του η ζωή, η δράση και η τέχνη ήταν μια μάχη,με διαφορετικά μέσα, για έναν πιο δίκαιο κόσμο».

*«Νίκος Βέλμος (1890-1930). Σχέδια» στο Radio Athenes, Πετράκη 15, από τις 29/1-12/3.

** Tης Μαριλένας Αστραπέλλου («Το Βήμα»).