Francesco Marotta: «Η ποίηση: μια μορφή αντίστασης»

marotta

Συνέντευξη στην Ευαγγελία Πολύμου
`
«να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών
το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του
για να ʼναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου
είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς
μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει»

-Κύριε Μαρότα, σας καλωσορίζω στον ιστοχώρο του «Ποιείν». Τι είναι για εσάς η ποίηση και τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;
-Καταρχάς, ευχαριστώ για την προσοχή σας και την πρόσκληση, είναι αληθινά τιμή και χαρά να φιλοξενούμαι στις σελίδες του «Ποιείν».
Η ποίηση, λοιπόν. Για μένα, δεδομένου ότι έχω ωριμάσει στην πορεία των χρόνων, ενώ συνεχίζω να θεωρώ σχεδόν αδιαχώριστες τη μελέτη και την περίσκεψη με την κειμενική πρακτική, είναι μία από τις υψηλότερες μορφές έκφρασης αντίστασης, κατά κύριο λόγο προς την εξουσία, τα εμβλήματά της, τα είδωλά της, τις μάσκες της και τα τελετουργικά της: εν ολίγοις, αντιπολίτευση σε όλα όσα ανέκαθεν αρνούνται το ανθρώπινο σε κάθε του εκδήλωση και διαφοροποίηση.
Ο ποιητής, σεβόμενος την ιδιότητά του, θα πρέπει να γίνει ενσυνείδητος κομιστής «καταιγίδας» και «ανατροπής», για να παραθέσω τη σκέψη ενός δημιουργού που μου είναι ιδιαίτερα αγαπητός, του Ρενέ Σαρ· θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να ανατρέψει, μαζί με τις προθεσμοθετημένες δομές της πραγματικότητας, ακόμη και την παράδοση της ίδιας της γλώσσας στις λογικές που συμβάλλουν στον καθορισμό εκείνων των δομών κι εκείνης της πραγματικότητας: αλλά, για να γίνει αυτό πράγματι εφικτό, ο ποιητής θα πρέπει να είναι σε θέση να εδραιώσει μια μοναδική και διαχρονική ηθική σχέση με τη λέξη, δίχως την οποία η άσκηση της γραφής γίνεται καθαρή καλλιγραφία, ένα «κεντίδι στο δέρμα του τίποτα».
Η ηθική δεοντολογία, στην περίπτωση αυτή, δεν θέλει να υποβάλλει μόνο μια ανάκληση στο μήνυμα του κειμένου και στις υπονοούμενες ή δηλωμένες αλληλο-συσχετιζόμενες αξίες, όσο μάλλον μια αναγνώριση της ελευθερίας, της αναγκαιότητας ύπαρξης του άλλου, δηλαδή της λέξης ως τέτοιας: όχι πλέον μόνον ένα εργαλείο, αλλά μια οντότητα, που στα έγκατά της καθιζάνουν κι ενοικούν στιγμές ασυμβίβαστες με την καθαρή παρουσίαση του δεδομένου: η μεταμόρφωση και η ακρότητα, ως εκ τούτου, ενάντια στην υπόσταση, δηλαδή την άρνηση όλων όσων, ακατάσχετα, περνούν πέρα από τους στατικούς κλωβούς, αμείλικτα βίαιους και απαγορευτικούς, της κυρίαρχης άποψης.
Ναι, η ποίηση κατέχει βεβαίως έναν εξέχοντα ρόλο στη ζωή μου, αλλά δεν την εξαντλεί, αυτό όχι, έστω κι αν από αυτήν είναι που παίρνει ώθηση και ρέει, ίσως επειδή είναι ακριβώς ο διαλεκτικός ριζοσπαστισμός στις αντιφάσεις της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας μες στην οποία γεννήθηκα, μαζί με την ηθικο-πολιτική ουσία των αξιών μες στις οποίες μεγάλωσα, για να ανατροφοδοτούν, αν και σε μορφές τελείως δικές μου, εκείνη τη διερεύνηση, εκείνο το ακατάπαυστο experimentum mundi (πείραμα του κόσμου) διαμέσου κι εντός της λέξης που τώρα πια δεν θα μπορούσα επ’ ουδενί ν’ απαρνηθώ.

Continue reading

Η ποιητική κιβωτός της κρίσης

kleftiko
 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΚΛΕΦΤΙΚΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΑΚΗ

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου

διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική

υστερικές, γυμνές και χρεωμένες

να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους

την αυγή γυρεύοντας

τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη

τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,

που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας

μπροστά από υπερφυσικές οθόνες

μ’ έναν τρόμο παράλυτο
για τα βιογραφικά τους,

που βρήκαν την κόμισσα Seroxat

να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου

συντροφιά με τον βαρόνο Tavor

και τη μακρινή εξαδέλφη του –

αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού

παροράματος -Xanax,

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά

χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ

και πειραιώτικους δρόμους,

αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,

που πάρκαραν τα Cherokee τους

στα λιθόστρωτα του Ψυρρή

κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική
ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

που τρέκλισαν και σκόνταψαν

στο ανυπόληπτο φιλιατρό

επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα

στη Κατανάγκα,

που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει

«Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές

απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,

που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή

με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ

και το Πρόβλημα της Αναπηρίας

στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν

στην Αθήνα

θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ

το μακρύτερο

μανίκι της μεταμοντερνίλας,

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές

του Φαραώ

μήπως και βρουν τη δική τους,

που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν

τον Στάλιν

με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,

που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς

καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα

το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη

της καρέκλας του Γενικού,

που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο

πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα

και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή

εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν

τ’ αβρόχοις ποσίν

για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα

του νάρκισσου μεταξύ τους,

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας

σημαίες της Κρονστάνδης,

που διπλώθηκαν από τη μοναξιά

μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας

τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης

κι ακούγοντας το διπλανό

σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,

που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν

κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους

στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π.

στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,

που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες,

ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,

κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,

και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου

καφρόκαυλου ΕΠΟΠ

κι έχασαν το πρόσωπό τους > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;

> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…

που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,

που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι

του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art deco,

(από το πρώτο μέρος του «Κλέφτικου», Γιώργος Πρεβεδουράκης,
εκδόσεις Πανοπτικόν, 2013)

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Η κρίση γεννά απελπισία, κόμπους συναισθήματος, τσακισμένους παλμούς και αδιέξοδα. Μαζί με αυτά ή παρόλα αυτά ή εξαιτίας αυτών (η κάθε περίσταση θα επιλέξει τη δική της απάντηση ξεχωριστά) γεννά και σημαντικά βιβλία. Το «Κλέφτικο» του Γιώργου Πρεβεδουράκη κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν και αποτελεί το δεύτερο βιβλίο του ποιητή. Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, αποτελεί μια ελεύθερη μεταγραφή τεσσάρων ποιημάτων του Άλεν Γκίνσμπεργκ στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, δεμένα σε ένα ενιαίο σώμα (πρόκειται για το πρώτο και το τρίτο μέρος του «Ουρλιαχτού» και για τα ποιήματα «Αμερική» και «Θεία Ρόζα»). Τις μεγάλες συνθέσεις χωρίζουν μικρά ποιητικά ιντερμέδια χαμηλής φωνής.


Ο Πρεβεδουράκης δεν μεταφράζει, ούτε μιμείται τον αμερικανό ποιητή. Επιλέγει τους βασικούς του άξονες, τις επαναλαμβανόμενες λέξεις του και τα χαρακτηριστικότερα τοπία του και τα μεταστοιχειώνει, χρησιμοποιώντας τα με παιγνιώδη διάθεση στα όρια της ειρωνείας (συχνά και της αυτοϋπονόμευσης). Έτσι, οι δόσεις της πρέζας της Αμερικής του ’50 θα παραχωρήσουν τη θέση τους στις δόσεις των τραπεζών της Ελλάδας του 2010, η στοιχειωμένη φιγούρα του φίλου του Άλεν Γκίνσμπεργκ, Καρλ Σόλομον θα αντικατασταθεί από τον ποιητή Ανδρέα Παγουλάτο και ο ποιητικός τόπος της Αμερικής θα μεταμορφωθεί στον εθνικά λοξό μη-τόπο της Φευγάδας. Το διακειμενικό παιχνίδι με το πρωτότυπο είναι ορατό σε πολλά σημεία, ενώ σε άλλα υφέρπει διακριτικά, παρόλα αυτά δεν κατέχει κεντρικό ρόλο (χαρακτηριστικά είναι επίσης και τα παιχνίδια με στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ, της Γερτρούδης Στάιν, του Γιώργου Σεφέρη, του Βύρωνα Λεοντάρη, του Γιάννη Βαρβέρη και άλλων). Ο ποιητής γνωρίζει πως ο καλύτερος τρόπος για να μείνεις πιστός στον ενθουσιασμό του αρχικού ερεθίσματος είναι απιστώντας, σε αναζήτηση εκείνης της παλαιάς φόρτισης που υπήρχε πριν την πρώτη ανάγνωση του κειμένου και που τελικά το κείμενο θα την καλύψει. Εκείνης της συγκίνησης που είναι αδύνατον να μεταφραστεί, όχι μόνο από γλώσσα σε γλώσσα αλλά και από εποχή σε εποχή.


Ο Πρεβεδουράκης δανείζεται από τον Γκίνσμπεργκ τους αρμούς πάνω στους οποίους θα απλώσει τον δικό του μακροσκελή παραθετικό λόγο, εικονογραφώντας τα δικά του πορτρέτα, φωτογραφίζοντας τις δικές του εικόνες, ψιθυρίζοντας τις δικές του στροφές. Ανεξάρτητα από την όποια αναφορά, το «Κλέφτικο» δεν προϋποθέτει τη γνώση του αρχικού κειμένου στο οποίο αναφέρεται και παραμένει αυτοτελές.

καλό μου θήραμα,

πες μου, σε παρακαλώ

τι’ ναι προτιμότερο από τα δύο;

να σε κυνηγάνε

ενώ έχει απαγορευτεί το κυνήγι;

ή να σε κυνηγάνε

ενώ επιτρέπεται;

Το «Κλέφτικο» αποτελεί το ημερολόγιο μιας στιγμής, το στιχουργικό άπλωμα γύρω από ένα σημείο που όλο βαθαίνει. Στο κέντρο της σύνθεσης τοποθετείται η απόγνωση, η οργή και ο θυμός για τη σύγχρονη ελληνική κρίση. Γύρω από το σημείο αυτό θα απλωθεί ο λεκτικός στρόβιλος των αναφορών: η Ελλάδα του 2010 που ψιθυρίζει χαμένα όνειρα και αμαρτίες, μιλάει τα κακά αγγλικά των μετοχών στα χρηματιστήρια μιας χαμένης γλώσσας, βιώνει ένα παράλογο βαλκανικής κοπής, στον στρατό, στις υπηρεσίες, στα δελτία ειδήσεων και στα ιδιωτικά οράματα του καθενός. Μια χώρα που θρηνεί τη νέα μεγάλη ιδέα, μια ιδέα ισχύος που γέρασε απότομα ανάμεσα στο άνοιγμα και το κλείσιμο των ματιών και ταυτόχρονα βλέπει εφιάλτες από το παρελθόν της Χούντας, αναρωτιέται για το αμφίβολο παρελθόν της καταγωγής της και τελικά απλά προσπαθεί να ζήσει στο τώρα. Και δίπλα σε όλα αυτά τα προσωπικά βιώματα του ποιητή, οι εμπειρίες και οι παιδικές αναμνήσεις, τα αναγνώσματα και οι ήρωες, οι φίλοι και οι ενσαρκωμένες απογοητεύσεις. Το κείμενο όσο πιο πολύ εισχωρεί στο προσωπικό, αντί να αναδιπλώνεται προς τα μέσα εκτείνεται προς το πέρα και συναντάει τους άλλους. Το «Κλέφτικο» αποτελεί ποιητική σύνοψη μιας γενικότερης διάθεσης μέσα την κρίση, η οποία καταγράφεται και απλώνεται σε έναν μακροσκελή λόγο στα όρια της αναπνοής (της εκπνοής και όχι της εισπνοής).

Φευγάδα με κέρασες Maalox

και σε συμπάθησα

Μα σύντομα αποδείχτηκες

γκιόσα του παρακράτους

Το βιβλίο σκαλισμένο με την αρχιτεκτονική του γραπτού λόγου και την αμεσότητα του προφορικού δεν ειρωνεύεται, αλλά περιγράφει τον κόσμο ως ειρωνεία. Έτσι, τόσο σε επίπεδο αναφοράς όσο και σε επίπεδο μεγέθους του στίχου, το καθημερινό και το τετριμμένο θα συνδιαλεχθεί διαλεκτικά με το ποιητικό και με το μέταλλο του βάθους. Στη διαδικασία αυτή, τα επικαιρικά χαρακτηριστικά δεν παίρνουν την μορφή χρονογραφήματος, αλλά αντίθετα μεταμορφώνονται σε μια δομική παραδοχή ταυτότητας και εαυτού, περιγράφοντας μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ανεξάρτητη από το χρόνο του αναγνώστη.


Ο ποιητής, κυνηγημένος από τις λέξεις μοιάζει συνεχώς να συνδιαλέγεται σε ένα διάλογο χωρίς αποκρίσεις. Ο ίδιος δεν μοιάζει, άλλωστε, να τις περιμένει μια και το βιβλίο μιλά για εκείνους «που άλλαξαν γνώμη και πλευρό την ώρα που ξεπιανόταν το σύμπαν». Αποδεχόμενος τον κατακερματισμό του παρόντος μας, ο ποιητής παραθέτει απέναντι στην αλήθεια της κρίσης τη δική του αλήθεια, χωρίς να περιμένει απαντήσεις, τοποθετώντας μια κακοτράχαλη μαγεία απέναντι σε έναν απομαγεμένο κόσμο και ένα συναίσθημα απέναντι σε μια εποχή αποξηραμένη από τρυφερότητα.
Το «Κλέφτικο» μας υπενθυμίζει γιατί στις εποχές της κρίσης τραγουδάμε τα τραγούδια της κρίσης.

«Φευγάδα όπου και να ελλαδίσω με ταξιδεύει η πληγή»

http://tsalapatis.blogspot.gr/

shortlink: http://wp.me/p1pa1c-iDH

H κριτικογραφία του ποιητή Bύρωνα Λεοντάρη

leodaris

Aπό την «ποίηση της ήττας» στο «Kαβάφης ο έγκλειστος» δύο μικρές συλλογές που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια ως αυτόνομα βιβλία

ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ*

H συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών δοκιμίων του Bύρωνα Λεοντάρη, όσων έχουν γραφτεί από το 1971 κι εντεύθεν (εκτός από τα δύο δοκίμια για τον Kαβάφη που απαρτίζουν τον σχετικό τόμο), μας δίνει την ευκαιρία να επισκοπήσουμε το σύνολο της κριτικογραφίας του, η οποία συνοδεύει, πλαισιώνει και από πολλές πλευρές φωτίζει με ένα ερμηνευτικό φως την καθαυτό ποιητική του παραγωγή. Για λόγους πληρότητας ωστόσο, πριν συζητήσουμε το σώμα των κειμένων που περιέχει τούτη η έκδοση της Nεφέλης με τίτλο «Kείμενα για την ποίηση» (2001), θα ήταν σκόπιμο να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στις δύο μικρές συλλογές που δεν έχουν περιληφθεί και οι οποίες, άλλωστε, κυκλοφορούν εδώ και χρόνια ως αυτόνομα βιβλία από τον «Eρασμο», με τους τίτλους «H ποίηση της ήττας» και «Kαβάφης ο έγκλειστος».

Eχουμε ξαναπεί πως η ουσιαστική ανυπαρξία θεωρητικού στοχασμού στην Eλλάδα είναι αποκαρδιωτικά εμφανής και στον χώρο της λογοτεχνικής κριτικογραφίας. Iδίως εδώ, μάλιστα, είναι που γίνεται οδυνηρό το παράδοξο, σε μια χώρα με πληθωρική πρωτογενή παραγωγή, κυρίως ποίησης και διηγηματογραφίας, να μην μπορεί να αναδειχθεί ένας αντίστοιχα σημαντικός και βαρύνων κριτικός λόγος. Kαι παραμένει διδακτικό επ’ αυτού το πολυπαρατηρημένο άλλωστε, ότι οι σημαντικότεροι κριτικογράφοι ήταν οι ίδιοι μείζονες ποιητές – παραδείγματον χάριν ο Παλαμάς, ο Σεφέρης…

Continue reading

Diane Di Prima’s 80th Birthday


Diane Di Prima in a reading with Michael McClure

The great poet-activist-wise-woman-scholar, Diane Di Prima turned 80 years old yesterday (6 August)!  – 

Happy Birthday Diane!

She, in the past year, has been teaching a course (at the Bay Area Public School) – “The Dream of Pre-History”
From her catalog note: “This class explores the beginnings of what we call “human” – the fall of Neanderthal and the rise of Cro-Magnon culture – the beginnings, dominance, and eclipse of matriarchy – the double invasions of patriarchy and oligarchy – and the persistent dream of a non-hierarchical society”

“The dream of a non-hierarchical society” – a beautiful and pure dream, these past four-score years, (despite the increasing brutality of “patriarchy and oligarchy”), a dream she has unflinchingly and heroically pursued – and continues to pursue.

Her Recollections of My Life As A Woman is required reading

Her Recollections of My Life As A Woman is required reading

Her poetry, for that matter, is (also) required reading

d

We conclude with her elegy for fellow cultural warrior, Amiri Baraka, published in the San Francisco Chronicle, on the occasion of his passing, last February:

For Amiri Baraka

don’ matter was it
yr left foot went bad
or yr right
don’ matter yr lungs
or yr heart
don’ matter if that
mass
on yr liver was
malignant
or what’s been wrong
so long
w/yr kidneys
don’t matter
drugs
or herbs
or acupuncture
or why you didn’t
go
to those appointments
don’t matter how much you drank
or if you drank
don’t matter you did or you didn’t
take drugs
meaning meds
or take drugs
meaning drugs
what matters now
what matters &
what’s gonna matter
a hundred
a thousand years
what matters when
what we wrote
what we thought
is lost
(& don’t kid yourself,
Ginsberg
it’s all of it
gonna be lost)
what matters:
every place
you read
every line
you wrote
every dog-eared book
or pamphlet
on somebody’s shelf
every skinny hopeful kid
you grinned that grin at
while they said
they thought they could write
they thought they could fight
they knew for sure
they could change the world
every human dream
you heard
or inspired
after the book-signing
after the reading
after one more
unspeakable
faculty dinner
after that god-awful flight
& the drive to the school
what matters:
the memory
of the poem
in thousands of minds
that quantum
of energy
passed over
passed
all the way over
to the other
to thousands
of others
what matters
Revolution
what matters
Revelation
what matters
the poem
taking root in
thousands
of minds …

“Revolution/what matters/Revelation/what matters”..

Happy Birthday, Diane!

f

Ασίκηδες: Οι ερωτευμένοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

asikides-27-1

Το άρθρο αυτό του τετ…ραδίου σημειώσεις είναι αφιερωμένο στους Ασίκηδες. Ένα άρθρο για τον πολιτισμό και τις εκλεκτικές συγγένειες της τέχνης που μας ενώνουν με τον πολιτισμό της ανατολής. Αρθρο- απάντηση σε όλα αυτά ακούστηκαν και γράφτηκαν τις τελευταίες μέρες με αφορμή χωριστικά τερτίπια και λόγους. Τετ…ραδίου σημειώσεις λοιπόν σήμερα για τους Ασίκηδες, για τους περιπλανώμενους και μοναχικούς που γυρνούσαν από χωριό σε χωριό και τραγουδούσαν τον πόνο και τον καημό όχι μόνο τον δικό τους αλλά όλου του λαού. Για τους αγράμματους που κατάφεραν να σώζουν έναν ολόκληρο πολιτισμό και μια παράδοση που το επίσημο κράτος εχθρεύονταν, για τους ανθρώπους που με τη μαγεία της τέχνης τους καυτηρίαζαν το άδικο χωρίς περιστροφές. Για τους ανθρώπους που μας κάνουν να συνειδητοποιούμε πως τελικά η παράδοση είναι μία, πως τα αρχέγονα πρότυπα είναι πανανθρώπινα και μας ενώνουν. Όπως έγραψε και ο Ασίκης Νεσιμί Τσιμέν: 



«Για το Νεσιμί ο καθένας είναι αδελφός αληθινός,

αυτή είναι η αρχή κι η αξία του, φίλε και καρντάση,

άλλοι έχουν χότζα, άλλοι αλεβή ντεντέ, άλλοι καλόγερο,

η πίστη μας είναι διαφορετική μα είμαστε από την ίδια ουσία»…




Ασίκηδες: Οι ερωτευμένοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας*



Ασίκηδες ονομάζονταν οι περιπλανώμενοι λαϊκοί καλλιτέχνες της Ανατολής. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το aşik που στα τούρκικα σημαίνει ο εραστής, ο ερωτευμένος, ο παθιασμένος παράφορα με κάτι στη ζωή. Οι Ασίκηδες βέβαια δεν είχαν πάντα αυτή την ονομασία παλαιότερα ονομάζονταν ozan ή halk şairi δηλαδή λαϊκοί ποιητές και ακόμη πιο παλιά baksι.


Τα καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά του Ασίκη και οι συσχετίσεις του με μορφές δημιουργίας σε Ελλάδα και Ευρώπη


Continue reading

Μαρία Παπαδήμα: Ο Πεσόα στην εποχή της υποψίας

images

Συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο

Η Μαρία Παπαδήμα είναι η κατεξοχήν μεταφράστρια του Φερνάντο Πεσόα. 
Τώρα μεταφράζει και επιμελείται από την αρχή τις μεταφράσεις του Πορτογάλου ποιητή και συγγραφέα για τον εκδοτικό οίκο Gutenberg.  
Μια συνομιλία μαζί της ξεκλειδώνει μερικά από τα κλειδιά κατανοήσης του συγγραφέα με τα πολλά προσωπεία.

Ποιο είναι το στίγμα του Πεσόα στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία;
Το έργο του Πεσόα εγκαινιάζει, θα έλεγα,  «την εποχή της υποψίας» (η έκφραση ανήκει στον Σταντάλ) της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Νομίζω ότι αντιπροσωπεύει όσο κανένας ομότεχνός του την κρίση της ευρωπαϊκής κουλτούρας μπρος στο βάρος της κληρονομιάς της και την αναζήτηση ενός νέου τρόπου έκφρασης. Σύντροφοί του, ανεξαρτήτως χρονικής σύμπτωσης, είναι ο Μαλαρμέ, ο Μούζιλ, ο Μπέκετ, ο Μπλανσό, ο Λερίς, ο Σιοράν, ο Μπροχ, ο Έσσε, ο Μισώ, ο Αρτώ, ο Μπρετόν, ο Μπατάιγ. Και στην παγκόσμια λογοτεχνία, ο Πάουντ και ο Μπόρχες.

Πού μοιάζει και πού ξεχωρίζει με τους συγκαιρινούς του;
Αν μοιάζει ως τον κοσμοπολιτισμό, ο οποίος διατρέχει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία πριν τον Πρώτο παγκόσμιο Πόλεμο, με τον κυβισμό, τον φουτουρισμό, τον Σαντράρ, τον Λαρμπώ και τον Μοράν, το κύριο στοιχείο διάκρισης είναι η αποπροσωποποίηση, κεντρικός πυρήνας της ποιητικής του, δηλαδή η αποσύνδεση του δημιουργού από το έργο του, η ρήξη αυτού του αδιάσπαστου, αδιαμφισβήτητου και σχεδόν ιερού δεσμού που στη λογοτεχνική παράδοση συνδέει ένα άτομο με συγκεκριμένη βιογραφία με ένα έργο με συγκεκριμένη ταυτότητα. Πρόκειται για την κατάργηση και ταυτόχρονα τη μυθοποίηση του ίδιου του υποκειμένου, την αποποίηση ή την απώλεια και ταυτόχρονα τον πολλαπλασιασμό του εγώ.

Continue reading

Ο ερωτικός Καβάφης είναι, ταυτόχρονα, ένας εξεγερμένος Καβάφης

Συνέντευξη του Δημήτρη Παπανικολάου στον Θοδωρή Αντωνόπουλο

Πόσο γκέι ήταν ο Αλεξανδρινός ποιητής και πόση σημασία έχει η θαρραλέα εκδηλωμένη σεξουαλικότητά του, που τόσο ταμπού αποδείχθηκε για την επίσημη κουλτούρα μας και για πολλούς εγχώριους μελετητές, στην αποτίμηση του έργου του; Είναι τελικά πιο συνειδητοποιημένος, πιο επαναστάτης, πιο μοντέρνος από όσο εκτιμούσαμε; «Αναμφίβολα!», εκτιμά ο συμπατριώτης αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στο εξαίρετο πόνημά του «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι» – ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης)

Γιατί ο ομοφυλόφιλος, gay, “queer” Καβάφης; 
Γιατί καταρχήν ο ίδιος ο ποιητής δεν σχετιζόταν με την εικόνα του μονήρους, εγκλωβισμένου, ενοχικού Καβάφη που μας κληροδοτήθηκε. Βέβαια, η συζήτηση για την ομοφυλοφιλία στον Καβάφη έχει υποτίθεται ήδη διεξαχθεί, έλα όμως που, τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν είχε την ευθύτητα, την αναλυτική ευκρίνεια και την ειλικρίνεια που άρμοζε. Κι όμως ο ίδιος ο ποιητής όχι μόνο επεδίωξε αυτή την κουβέντα αλλά την ξεκίνησε κιόλας ο ίδιος, την προετοίμασε, έθεσε τους όρους διεξαγωγής της. Διαβάζοντας κανείς τα δημοσιευμένα καθώς και τα αδημοσίευτα γραπτά του, το καταλαβαίνει.  

Ήταν άραγε «σταδιακή» η απελευθέρωση του ποιητή, όπως ισχυρίζονται κάποιοι μελετητές; 
Τι σημαίνει «σταδιακή απελευθέρωση»; Φτάνει ποτέ κανείς στο σημείο να είναι πλήρως απελευθερωμένος; Δεν μπαίνω σ’ αυτή τη λογική, κυρίως γιατί απεχθάνομαι τις βιογραφίστικες, τις παθολογικίστικες ερμηνείες και τα λοιπά κόμπλεξ που πιθανόν κρύβουν πίσω τους τέτοιες αναγνώσεις (υπονοώντας, για παράδειγμα, ότι ο Καβάφης δήθεν περίμενε να πεθάνει η μητέρα του για να απενοχοποιηθεί ή ότι αυτό συνέβη σε μια μεγάλη πλέον ηλικία, όταν πια «όλα ήταν στο παρελθόν»). Τη ζωή του Καβάφη εγώ τη βλέπω σαν μια διαρκή προσπάθεια κατάκτησης της παρρησίας να μιλά κανείς για τις ερωτικές του επιλογές. Θες να το πεις «σταδιακή» απελευθέρωση αυτό, μπορείς. Προσωπικά, θεωρώ ότι ως αναγνώστες του Καβάφη καλούμαστε να παρακολουθήσουμε ένα ποιητικό σχέδιο που αγγίζει ταυτόχρονα τη ζωή και το καλλιτεχνικό έργο. Βλέπουμε μια συνεχή διαδικασία διεκδίκησης ενός λόγου, μια προσπάθεια να κατακτήσει κανείς το δικαίωμά του στην ισότιμη κοινωνική συμμετοχή αλλά και στη δημόσια διατύπωση της διαφοράς. Ας μην ξεχνάμε ότι την ομοφυλόφιλη συνειδητότητα που βλέπουμε να χαρακτηρίζει τους ήρωες ή/και την ποιητική φωνή σε πολλά ποιήματά του, ο Καβάφης την κατέκτησε• ούτε δεδομένη ούτε επιτρεπτή ήταν πιο πριν.   

Continue reading

«Ο Καβάφης δεν είναι ακτιβιστής αλλά σε μαθαίνει να διεκδικείς»

logoskaitexni-kavafis-299x230

Μια καινούργια μελέτη με την υπογραφή ενός νεοελληνιστή της Οξφόρδης ανοίγει πόλεμο με την κυρίαρχη Κριτική υποστηρίζοντας μια πολιτική ανάγνωση των ερωτικών ποιημάτων του Αλεξανδρινού. Της Μικέλας Χαρτουλάρη Τα βάζει με όλα τα ιερά τέρατα της ελληνικής κριτικής για τον Καβάφη: με τον Γ. Π. Σαββίδη, με τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, με τον Μιχάλη Πιερή, με τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, με τους παλιούς, όπως ο Τίμος Μαλάνος, και με τους νεότερους, όπως η Κατερίνα Κωστίου, με τους ξένους νεοελληνιστές, όπως ο Πίτερ Μπίαν, με την «παραδοσιακή» Σχολή αλλά και με την «ψυχαναλυτική». Τα βάζει με όσους καταλαμβάνονται από πανικό όταν αυτός ο ποιητής ή τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από οποιουδήποτε τύπου ομοφυλόφιλη ταυτότητα. Με όσους υποστηρίζουν πως η σύνδεση αυτή είναι «καταχρηστική, κοινωνικά προσβλητική και πολιτισμικά προβληματική» και καταδικάζουν τη συζήτηση που φούντωσε από το 1983, όταν το επετειακό τεύχος του σοβαρού περιοδικού Journal of the Hellenic Diaspora κυκλοφόρησε με τίτλο «Cavafy is gay», «Ο Καβάφης είναι γκέι».

Τριάντα χρόνια αργότερα λοιπόν, ο 40χρονος Δημήτρης Παπανικολάου, τέκνο της μεταμοντέρνας εποχής και της κοινωνικής-ανθρωπολογικής προσέγγισης στα πράγματα, στέκεται απέναντί τους αξιοποιώντας τον σύνθετο προβληματισμό που αναπτύσσεται διεθνώς στις σπουδές κοινωνικού φύλου και στις θεωρίες διαχείρισης της σεξουαλικότητας. Και με τη μελέτη του «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι» Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης), που μόλις κυκλοφόρησε, προτείνει μια ανάγνωση του Αλεξανδρινού από την προοπτική του 21ου αιώνα. Μια ανάγνωση δημιουργική, και γι’ αυτό τολμηρή, που παίρνει την ηθική ευθύνη να μιλήσει για «στρατηγική» του Καβάφη, ως μαχητικού ανατόμου τού πώς συγκροτείται η ομοφυλόφιλη ταυτότητα (και κάθε ταυτότητα) στη νεωτερική εποχή.

Continue reading

Translation Questionnaire: Karen Emmerich

Emmerich-1-300x224

In the United States, the number of books published in translation is famously low. A popular estimate is 3% of all literary fiction and poetry. A translator’s name is usually included in small print on the title page of a printed book — rarely on the cover — and even the most prolific translators often remain in the shadows. Many people can name a favorite author, but how many of us have a favorite translator?

Yet despite having a job that, by nature, goes relatively unseen, translators wield incredible power. They are, in a sense, trusted to write anew the great works of others. Nobel prize winner José Saramago once said, “World literature is created by translators.” And the stakes are high indeed: the 1989 fatwa calling for Salman Rushdie’s death in response to the publication of The Satanic Verses led to the murder of Rushdie’s Japanese translator and the attempted assassinations of his Italian, Norwegian, and Turkish translators.

Even on the page itself, a translation can mean the difference between life and death: Constance Garnett, who was responsible for bringing Tolstoy, Dostoyevsky, and Chekhov to English readers in the early 20th century, worked so quickly that she had a habit of skipping or changing lines that gave her trouble. A 2005 New Yorker article describes Nabokov’s reaction to a Garnett translation: “where a passage in the Garnett of ‘Anna [Karenina]’ reads, ‘Holding his head bent down before him,’ Nabokov triumphantly notes, ‘Mark that Mrs. Garnett has decapitated the man.’ ”

For translators long familiar with the paradoxical work that is literary translation, and for the rest of us to whom such travails are wholly unfamiliar, we sought to ask a wide swath of translators about their work. From those working in Icelandic to those translating from French, from those just beginning their careers to those long-established, we survey the ferrymen and women who battle the tide to bring literature to foreign shores.

* * *

Continue reading

Μ. Αναγνωστάκης: Η απέριττη υπαρξιακή διάσταση της ποίησης

154210-manolis_anagnostakis

Του Δ. Χλωπτσιούδη

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης θεωρείται ως η πλέον εμβληματική φυσιογνωμία της ποιητικής αριστεράς και ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές. Άφησε πίσω του λίγα ποιήματα και λιγοστά κείμενα. Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Αν και η καλλιτεχνική του σιωπή ήρθε εκούσια πολύ νωρίς, πριν ακόμα προλάβει να ακολουθήσει φθίνουσα πορεία, κυριάρχησε στη συνείδηση της γενιάς του και κατάφερε όσο λίγοι να εκφράσουν τον σύγχρονό τους κόσμο.

Η αμεσότητά του, η κοινή εμπειρική διάσταση των στίχων του, η ευστοχία στη διατύπωση και η απέριττη γραφή του βοήθησαν στην εποχή του να αναγνωρίσει το δικό της τέκνο. Ήταν ο ποιητής της μελαγχολίας που εξέφρασε ολόκληρες γενιές. Ποιητής της μοναξιάς, ένα νέο για ένα νέο είδος μοναξιάς, τη συλλογική μοναξιά, τη “φοβερή ερημία του πλήθους”. Είναι η απόσταση από τα κέντρα εξουσίας. Ένα βαθύ -και τόσο επίκαιρο- πολιτικό μήνυμα, που αποδόθηκε τόσο δημιουργικά, με έναν ιδιότυπο λυρισμό χωρίς να υποκύπτει το ποιητικό στο πολιτικό. Η κοινωνική απογοήτευση βρίσκεται ακόμη στη ρομαντική της περίοδο.

Αυτό που διακρίνει τον Αναγνωστάκη από άλλους ποιητές είναι ότι κατάφερε συνθέτοντας -υπό την υψηλή αισθητική του αντίληψη- να εμφιλοχωρήσουν στοιχεία της πολιτικής του συνείδησης χωρίς αυτό να καταλήξει ποιητική ρητορεία. Ο ίδιος, άλλωστε, δήλωνε ότι «ο λογοτέχνης δεν έχει, ή δεν πρέπει να έχει, καμιά δέσμευση ή υποχρέωση ή οφειλή. Καμιά οδηγητική αρχή δεν μπορεί να επηρεάσει γόνιμα τη δημιουργική δουλειά. Αρνούμαστε την ταύτιση ιδεολογίας και έργου τέχνης». Απελευθερωμένος από την ποιητική ρητορεία παραδόθηκε στο λογοτεχνικό ακτιβισμό με οδηγό την κοινωνική του ευαισθησία, αλλά ξεπερνώντας τις δυσλειτουργίες που η σύζευξη αυτή γεννούσε. Αρνήθηκε τον τίτλο του “ποιητή της Αριστεράς” και απέφυγε το έπος και το θρήνο προς όφελος των υπαρξιακών κοινωνικών αγωνιών και του λυρισμού.

Continue reading