Ποίηση χωρίς σύνορα

kolaz_site

Κείμενο του Θανάση Βαβλίδα

«Η ποίηση δεν έχει σύνορα» θα ’χουμε σίγουρα ακούσει να λένε κάποιοι. Είναι, όμως, έτσι; Με ποια οχήματα η ποίηση ταξιδεύει από χώρα σε χώρα; Ασφαλώς με τις λέξεις. Αλλά οι λέξεις δεν είναι παντού οι ίδιες και δε φτάνουν πάντα σώες και αβλαβείς στον προορισμό τους! Συχνά, μάλιστα, υπόκεινται σε αλλαγές ή μεταμορφώσεις, γεννούν καινούργιες ή ρίχνουν στη λήθη τις παλαιές. Εκτός αν τις υιοθετήσει κανείς και τις αγαπήσει σα να ήταν δικές του! Και η αγάπη αυτή έχει τόση και μεγαλύτερη αξία, όσο δοκιμάζεται σε ένα περιβάλλον ξένο ως προς αυτό που τη γέννησε. Γι’ αυτό και θεωρούμε άξιους θαυμασμού εκείνους, και ειδικά τους ποιητές, που παρ’ ότι προέρχονται από κάποια χώρα γειτονική (ανατράφηκαν στην οικογένειά τους με μη ελληνικές παραδόσεις ή δεν έζησαν από την αρχή της ζωής τους  στον ελληνικό χώρο), ήρθαν σε στενή επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό, κατάφεραν να δαμάσουν μέσα τους τον λόγο τον ελληνικό και να του δώσουν μία δυνατή εκφραστική πνοή. Κι αυτό που λέμε δεν έχει να κάνει καθόλου με φυλετικές ή άλλες διακρίσεις, αφού δεχόμαστε εκ προοιμίου, ότι τόσο η ελληνική γλώσσα όσο και η ελληνική ποίηση αποτελούν αποδεδειγμένα πεδία του πνεύματος με βαθιά ελκτική δύναμη και μεγάλη εμβέλεια. Θα περίμενε κανείς, μάλιστα, περισσότερα δείγματα αυτής της εξέλιξης, αλλά οι αναφορές μας θα είναι ενδεικτικές και η κυριαρχία άλλων γλωσσών σήμερα δεν είναι παρά ένα στάδιο της συνεχούς εξέλιξης που διέπει αναμφισβήτητα την παγκόσμια επικοινωνία.

Μιλάμε για τους γειτονικούς μας λαούς γιατί μας συνδέει μαζί τους μία ιστορική πορεία με πολλά κοινά σημεία αλλά και έντονες διαφορές που έθεσαν σε δοκιμασία και εξακολουθούν να δοκιμάζουν αισθήματα μίας βαθύτερης ανάγκης για φιλία. Οι επαφές αυτές είναι συνεχείς και εξελισσόμενες. Ένα από τα πρώτα συναισθήματα που δοκιμάζει, ίσως,  κανείς κατά τα  πρώτα στάδια των  επαφών του είναι ο φόβος. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος τιτλοφορεί το πρώτο του βιβλίο με ποίηση «Ανεκπλήρωτοι φόβοι» (εκδόσεις Πολύτροπον 2012). Ο ποιητής γεννήθηκε στη Χειμάρρα της Αλβανίας το 1988. Σπούδασε στο Ε.Μ.Π. της Αθήνας και αργότερα ασχολήθηκε με την πεζογραφία. Ο φόβος, διάχυτος μες στα ποιήματα, αντιπαλεύει το θάνατο, την απομόνωση, το ψέμα, με στίχους που μιλούν και αναρωτιούνται σε καθομιλουμένη γλώσσα, με αναπάντεχες μεταφορές και αποκαλυπτικά νοήματα. Και μας λέει: «υπάρχει μεγαλύτερη κατάθεση ψυχής απ’ την ανάσα;»

Κάπου εδώ θα πρέπει να αναζητήσουμε και το «ποιητικό αίτιο». Πρόκειται για τον αμφίσημο τίτλο της ποιητικής συλλογής του Ένο Ανγκόλλι (εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015). Ο ποιητής γεννήθηκε στην Αλβανία το 1994 και τρία χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Αρίστευσε στο σχολείο κι από εκεί συνέχισε με υποτροφία σε διάφορα πανεπιστήμια του εξωτερικού καταλήγοντας  στον τομέα σπουδών  Αναλυτικής Φιλοσοφίας. Οι στίχοι του, συχνά με διαλογικό χαρακτήρα και φιλοσοφική ενατένιση, μορφοποιούν ισχυρές εντυπώσεις από την τέχνη, τα ταξίδια και τον έρωτα. Γράφει: «Τι κάνεις όταν δεν μπορείς να έχεις αυτό που αγαπάς; Του μοιάζεις…»

Από την Αλβανία, ας περπατήσουμε ανατολικότερα, προς τη Βουλγαρία. Εδώ θα συναντήσουμε τη Γιάννα Μπούκοβα και τη συλλογή της «Ο ελάχιστος κήπος» (εκδόσεις Ίκαρος 2006). Η ποιήτρια γεννήθηκε στη Σόφια το 1968. Σπούδασε κλασική φιλολογία και από το 1994 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Έκτοτε ασχολείται με τη μετάφραση ελληνικών κειμένων στα βουλγαρικά. Τα ποιήματά της είναι γραμμένα στα βουλγαρικά, αλλά οι επιρροές Ελλήνων ποιητών όπως ο Μ. Σαχτούρης και ο Γ. Ρίτσος είναι μερικές φορές διακριτή. Σκηνές της καθημερινής ζωής με κάποια αφηγηματική ροή, αποκτούν ξαφνικά άλλες διαστάσεις και συναισθηματική οξύτητα. Στις «Οδηγίες για αρπακτικό πουλί», μας συμβουλεύει «να αγαπάτε το βάθος σας,  ένα ταξίδι με τα φτερά του και με τα νύχια του» (μετάφραση από τα βουλγαρικά: Δημήτρης Άλλος).

Πλέοντας νοτιοανατολικά προς τη βασανισμένη Κύπρο, θα συναντήσουμε αρκετούς ποιητές που θεωρούμε φυσικό να γράφουν στα ελληνικά – αν και δεν είναι για όλους η μητρική τους γλώσσα – αλλά  εδώ μας ενδιαφέρουν εκείνοι που μετακινήθηκαν και δραστηριοποιούνται κατά μεγάλο μέρος στον ελληνικό χώρο. Η επαφή τους με το ελληνικό τοπίο, πιστεύουμε ότι είναι καθοριστική στο βαθμό που διασυνδέει τις λέξεις με το ιδιαίτερο άρωμα που εκπέμπει ο χώρος. Η Ευτυχία Παναγιώτου, για παράδειγμα, γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980, αλλά πλέον ζει στην Αθήνα. Οι «Χορευτές» (εκδόσεις Κέδρος 2014) είναι η τρίτη της ποιητική συλλογή και αποτελείται από επιμέρους τμήματα που αποτίουν φόρο τιμής στην ποίηση από όπου και αν προέρχεται, από τον Σοφοκλή και τα δημοτικά άσματα, μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ηλία Λάγιο. Έχοντας στη φαρέτρα της τη λιτότητα, την εύστοχη επανάληψη και το έντονο σκάψιμο στην εύφορη γη των λέξεων, πετυχαίνει να αναγάγει τους στίχους στον τίτλο της συλλογής, που τελειώνει ως εξής: “το μολύβι σέρνει το σώμα μο. Όρθιο στον αέρα – αντιστέκεται. Χορευτικό το ύφος, Σαολίν. Γρονθοκοπώ στον πυρετό της αγάπης».
Προερχόμενος από την Κύπρο, επίσης, ο Αντρέας Πολυκάρπου εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα φαγιούμ» στην Αθήνα (εκδόσεις Άπαρσις 2013). Ο ίδιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1984 και από το 2004 κινείται μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου για εκπαιδευτικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, ασκώντας κατά κύριο λόγο το λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Τα θέματά του στη συλλογή αυτή αντλούν έμπνευση κυρίως από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, από την ελληνική μυθολογία και την ελληνική νησιωτική χώρα. Οι λέξεις του σμιλεύουν τα θέματά του με τέτοιο τρόπο,  ώστε  αναδύονται με νέα μορφή και προάγουν την κατανόηση του σκληρού μας κόσμου. Ο ίδιος μας «αποκαλύπτει»: «στη μαθηματική αναλογία της φύσης είμαι η λέξη».

Συνεχίζοντας τη διάπλευση της Μεσογείου, φτάνουμε λίγο πιο μακριά, στο Ισραήλ. Από εκεί μας έρχεται ο Ράμι Σαάρι. Γεννήθηκε το 1963 στο Ισραήλ, ταξίδευσε στην Αργεντινή, στην Ουγγαρία, στη Φινλανδία και από το 2002 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε σημιτικές και ουραλικές γλώσσες. Η ποιητική του συλλογή «Κάτω από τις πατούσες της βροχής» (εκδόσεις Οξύ 2006) γνώρισε αρκετή απήχηση. Έχει μεταφράσει από τα ελληνικά στα εβραϊκά, μία σειρά σημαντικών ποιητών μας.  Ξεκινώντας από απλά, καθημερινά αντικείμενα ή γεγονότα, ο Σαάρι ανιχνεύει την ποιητική τους ουσία. Διακρίνουμε, επίσης, μια ιδιαίτερη αγάπη για τα ζώα. Επιβεβαιώνει ο ίδιος: «Ανοίγω το παράθυρο του βιβλίου σε μια νέα ποιητική συλλογή και ο καθαρός ορίζοντας ανοίγει διάπλατα με ζώα και χωρίς ανθρώπους» (μετάφραση από τα εβραϊκά στα αγγλικά: Β. Έντεν, από τα αγγλικά στα ελληνικά: Αθ. Βαβλίδας). Τέλος, αν κινηθούμε πιο νότια, ξεφεύγοντας από τα γεωγραφικά όρια της γειτνίασης, αλλά υιοθετώντας τα όρια μίας θρησκευτικής και ιστορικής γειτνίασης, θα ανακαλύψουμε την Αρμενία και μία συστάδα νέων ποιητών που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα και κυρίως στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι κρατούν τις επαφές τους με την πατρίδα και την παράδοση, αντιστέκονται στην παραποίηση της Ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλουν την ισοπέδωση των αξιών. Επειδή με δυσκολία θα ξεχωρίζαμε κάποια ή κάποιον, περιοριζόμαστε εδώ σε μία συλλογική αναφορά, που  πιθανόν αργότερα, να καταλήξει σε μία εκτενέστερη παρουσίαση.

Ούτως ή άλλως, οι αναφορές μας δεν ήταν εξαντλητικές και οι οποιεσδήποτε υποδείξεις σας να γνωρίσουμε και άλλους ποιητές που εμπίπτουν στα πλαίσια που τέθηκαν στην αρχή, θα είναι ευπρόσδεκτες. Η ποίηση δεν έχει σύνορα, το αντίθετο μάλιστα: προσπαθεί, ξεπερνώντας τους περιορισμούς της γλώσσας, να καταδείξει τον πλούτο των ιδεών και το εύρος των αξιών που διατρέχει την ανθρώπινη ύπαρξη σε όλα τα μήκη και πλάτη του …χρόνου!

Ποίηση χωρίς σύνορα – Κείμενο του Θανάση Βαβλίδα

Μήτσος Παπανικολάου – Ένας αξιόλογος «ελάσσων» του Μεσοπολέμου

mitsosPapanikolaou

Ο Μήτσος Παπανικολάου γεννήθηκε το 1900 στην Ύδρα και πέθανε το 1943 στην Αθήνα. Η ζωή του μοιράστηκε, θα μπορούσαμε να πούμε, ανάμεσα στο φως του αισθητισμού και της ποιητικής καθαρότητας από τη μια και από την άλλη στο σκοτάδι των εξαρτήσεων, του «απαγορευμένου» έρωτα και της οικονομικής –προς το τέλος της ζωής του- εξαθλίωσης. Εμφανίζεται στα νεοελληνικά Γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 16 ετών, δημοσιεύοντας μια σειρά ποιημάτων στη Διάπλασιν των παίδων και συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά. Φοιτητής της Νομικής από το 1917, εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και στρέφεται προς τη δημοσιογραφία μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας στη Χωροφυλακή το 1920. Με την ανθολόγηση δύο πρωτότυπων ποιημάτων του στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα, Οι Νέοι, το 1922, «καθιερώνεται σαν ποιητής», ενώ το 1923 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στο περιοδικό Μπουκέτο, ιδιότητα που θα τον καθιερώσει μέχρι το 1939/1940 ως ποιητή, μεταφραστή και κριτικό της νεοελληνικής, αλλά και της ξένης, λογοτεχνίας. Ωστόσο, η αδιέξοδη προσωπική του ζωή, ο κλονισμός της υγείας του και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, αλλά και οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν με τον πόλεμο και την Κατοχή, θα τον οδηγήσουν σε πλήρη εξαθλίωση. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, και παρά τα βραχύβια αποτελέσματα απεξάρτησης στο Τμήμα Τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου, πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών μέσα σε άθλιες συνθήκες.

Γράφοντας στα 1938 την κριτική μελέτη «Ο ποιητής μιας γενιάς», η οποία αναφέρεται στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, ο Παπανικολάου αφήνει να διαφανούν οι βασικές αρχές της ποιητικής του: η νεορομαντική και εξιδανικευμένη αντίληψη περί αγνότητας και λυρικότητας του ποιητικού λόγου από τη μια, αλλά και το νεοσυμβολιστικό αίτημα για μουσική υποβλητικότητα από την άλλη, θα οριοθετήσουν τη μόνιμη προσπάθεια του Παπανικολάου να κατακτηθεί η «καθαρή ποίηση», ώστε να «μεταδώσει την καθαρή αισθητική συγκίνηση από το συναίσθημα, από το δραματικό αίσθημα και την εσωτερική κατάσταση ή από την άμεση αίσθηση και την εξωτερική εντύπωση, ακόμη και με τις παρηχήσεις των φθόγγων».

Η κριτική επεσήμανε την «αδιαφορία» του να εκδώσει ποιητική συλλογή ως ένδειξη υποτίμησης του πρωτότυπου ποιητικού του έργου ή υπογράμμισε την αδυναμία του να δώσει ένα συμπαγές και «μεγάλο» έργο, με αποτέλεσμα να «απομένει, βέβαια, κάπως λίγος». Παρ’ όλα αυτά, ο Παπανικολάου δεν σταμάτησε μέχρι τον θάνατό του να δημοσιεύει ποιητικά κείμενα και, το βασικότερο, να επεξεργάζεται κάποια από τα κείμενά του ενόψει αναδημοσιεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια σειρά κειμένων που από δημοσίευση σε αναδημοσίευση παρουσιάζονται με σημαντικές διαφορές και με συνεχή προσπάθεια να επιτευχθεί η λιτότερη και καθαρότερη ποιητική εκφραστική και να δοθεί η ιδανική – μετρικά, στιχουργικά και γλωσικά – μορφή, ακόμη και όταν ο ποιητής θα αποπειραθεί να γράψει σε ελευθερωμένο ή και ελεύθερο στίχο. Αυτά τα δύο δεδομένα, η αδιάλειπτη δηλαδή ώς τον θάνατό του ποιητική παρουσία και η προσπάθειά του να πλησιάσει την ιδανική ποιητική μορφή, σε κάποια τουλάχιστον ποιήματά του, μπορεί να μην τον καθιστούν σπουδαίο ποιητή, επιβεβαιώνουν όμως την ταυτότητα του αισθητιστή, που «δεν εζήτησε από την Ποίηση, όπως και από την ίδια τη ζωή, την Αλήθεια ή την Ιδέα. Ακόμα και η Ομορφιά του ήταν λίγο. Εζήτησε κάτι πιο τραγικό: την Ηδονή […] και μάλιστα [την] όσο το δυνατόν δουλεμένη». (…)

Μιχάλης Ρέμπας

Σημ.: Αναδημοσίευση της εισαγωγής ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 66, Οκτώβριος 2015. Ο Μιχάλης Ρέμπας είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, είναι υποψήφιος διδάκτωρ και έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και φιλολογικές εργασίες.

Ακολουθούν δύο ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου:

ΜΙΣΟΣ

Τι μένει; Τι μένει;
Μια νύχτα γεμάτη φωνές την πόλη τυλίγει.
Οι δρόμοι είναι τρόμος. Για πάντα έχουν φύγει
οι αγαπημένοι.

Πέθαναν ετούτοι,
εκείνοι χαθήκαν.
Της νιότης τα πλούτη
εσβήσαν, σωθήκαν.

Κι εμείς συντριμμένοι
τραβάμε μοιραία το δρόμο που βγαίνει,
εκεί που κανείς δε γυρίζει.
Μας λύγισε η πείνα… Μας τσάκισε ο πόνος…

Μας έριξε κάτω κι εδώ μας πατάει
ο νόμος… ο νόμος…
Κανείς πια στη νύχτα δεν μας τραγουδάει
κανένας δυο λόγια γλυκά δεν μας λέει
η μάνα μας κλαίει.

Το στήθος μας πού ‘κλεισε τόσην αγάπη,
μας το ‘χει φουσκώσει το μίσος,
το μίσος που ανάβει πυρκαϊές μες στις χώρες
και φέρνει τις μπόρες…

Στυγνοί βρυκολάκοι, μ’ εχθρούς και με μίση
ζητάμε τα θύματα…
Η θάλασσα φτάνει… Ξεσπάνε τα κύματα…
Εμπρός… Να μια λύση.

1933

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Δώσε μου την ανάμνηση του πράσινου δρόμου,
το σπίτι με το κόκκινο φως,
τα παλικάρια που χόρευαν.
Οι αράχνες έφραξαν τα παράθυρα,
γέμισαν σκόνη τα βιβλία.
Τη θύμησή σου δώσε μου
γιατί έμεινε γυμνό το χαίρε.
1938

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/10/blog-post_80.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+ (στίγμαΛόγου)

Humanity in Poetry: Writing Through Fences at Word Travels’ Story Fest

Hani-476x317

BY NYSSA BOOTH

This October, Australia’s largest performing writers program, Word Travels’ Story Fest, is taking on the international conversation surrounding refugees. For most Australians it is impossible to understand what it is like to have to flee your home country, blinded to what the future may hold.

Through the power of creative writing, Story Fest provides a voice to those who have transformed their challenges into influential stories, and is a platform to discuss past experiences with passion, vulnerability and raw authenticity.

The weekend extravaganza will consist of multiple poetry slams, forums, discussions and a special event entitled Writing Through Fences, which will open the Australian Poetry Slam National Final at the Sydney Opera House.
Featuring three refugee poets who sought asylum in Australia, Writing Through Fences is sure to spark heartfelt discussion among the audience and other competing poets. “You will hear from people who have travelled through the darkest places in the human psyche and have found poetry to guide them to sunlight,” said Creative Director of Word Travels, Miles Merrill.

Hani Aden is a Somali writer, who wrote from Christmas Island where she was held for 13 months. During her time in detention, Aden reached to poetry as an outlet to express her emotion and pain. “I thought expressing myself through the power of poetry and storytelling was the only way many of us could walk free in this land,” she explained. Aden is performing alongside Yarrie Bangura, a young refugee, who as a child fled civil war in Sierra Leone; and Kaveh Arya, who fled Iran and became a refugee in Turkey, until he and his family migrated to Australia in 1995.
Continue reading →

Η ποίηση και η θεωρία στο «τέλος» της ιστορίας

10517540_10204413201949786_2419423045332454255_n-copy

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Αλλά προβάλλων απλώς το σύγγραμμα τούτο ως ιστορίαν ή αν αγαπάς κα- λύτερα ως μύθον, εις τον οποίον, μεταξύ τινών αξιών μιμήσεως παραδειγμάτων, θέλουν ευρεθή ίσως και άλλα δικαίως φευκτά, ελπίζω ότι αυτό θέλει ωφελήσει τινάς, χωρίς να βλάψει κανένα, και ότι όλοι θέλουν με ομολογήσει χάριν διά την ειλικρίνειάν μου.
ΡΕΝΕ ΝΤΕΚΑΡΤ

Διαθέτει άραγε η μεταμοντέρνα ή μεταβιομηχανική εποχή μας το προνόμιο που υπαινίσσεται αυτό το άκρως αντιμεταφυσικό «μετα-»; Συνιστά μήπως –για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπως λέγεται– μια εποχή (με τη φιλοσοφική έννοια) εντός της οποίας έχουμε το δικαίωμα να σχολιάζουμε το παρελθόν ως έναν ήδη αρτιωμένο κύκλο ανάπτυξης, ή πρόκειται για μιαν ακόμα έξαρση πνευματικής αλαζονείας, από εκείνες που έχουμε εντοπίσει προ πολλού στον εγκυκλοπαιδισμό του Ακινάτη, στο Υπέρτατο Ον του Ροβεσπιέρου, στο υπερφίαλο Απόλυτο του Χέγκελ; Και αν ισχύει το δεύτερο, είναι μόνο αλαζονεία η βιασύνη να διακηρύττεις το τέλος όλων των θεμελιωδών εννοιών, με τις οποίες η ανθρωπότητα προσπάθησε να συλλάβει τον εαυτό της καθοδόν προς τον εαυτό της, ή ένα ακόμα πρόγραμμα ορθολογικής διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, από αυτά που τόσο συχνά εκπόνησαν τα τελευταία 60 χρόνια οι περίφημες Σχολές Στελεχών της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και τα Τμήματα Στρατηγικού Μάρκετινγκ Μη Κερδοσκοπικών Οργανισμών των ΗΠΑ;

Ας θυμηθούμε πώς ξεκίνησε αυτή η παράδοξη ιδέα για το τέλος της Ιστορίας, η οποία έ-λαβε διαστάσεις κωμικής απομίμησης επιστη- μολογικού μοντέλου. Το 1989, η αμερικανική συντηρητική επιθεώρηση διεθνών υποθέσεων The National Interest δημοσίευσε το δοκίμιο “Το τέλος της Ιστορίας”, του διεθνολόγου Γιοσιχίρο Φράνσις Φουκουγιάμα. Εκεί, ο Φουκουγιάμα, μέλος της ομάδας πανεπιστημιακών οι οποίοι, εμπνεόμενοι από τις πολιτικές απόψεις του νεο καντιανού πολιτικού φιλοσόφου Λ. Στράους, επεξεργάστηκαν θεωρητικά την πολιτική παγκόσμιας ηγεμονίας των Μπους, διακηρύττει το τέλος της Ιστορίας ως αντιπαράθεσης ιδεολογιών και την αρχή μιας περιόδου που θα χαρακτηρίζεται από την επικράτηση του κλασικού φιλελευθερισμού, έχοντας να επιλύσει μόνο τα προβλήματα που προκύπτουν από τις ανθρωπολογικές ορίζουσες του ανθρώπινου είδους. Για να δώσει κύρος στον ισχυρισμ του, επικαλείται τα σχόλια στη Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ, που πραγματοποίησε ο Ρώσος φιλόσοφος Αλεξάντρ Κοζέβ.

Στην πραγματικότητα, οι απόψεις του Φουκουγιάμα δεν ήταν παρά μια χοντροκομμένη αναπαραγωγή των παράδοξων απόψεων του Κοζέβ, ο οποίος –εγκλωβισμένος ανάμεσα στις απάνθρωπες συνέπειες της μαρξιστικής ορθοδοξίας και στις αποτυχημένες προσπάθειες της φαινομενολογίας να θεμελιώσει μια στοχαστική επαφή με την Ιστορία– θεώρησε πως τα προβλήματα που θέτουν τα διαρκώς επανερχόμενα ιστορικά προτάγματα μπορούν να λυθούν στο επίπεδο της ανθρωπολογίας· μιας ανθρωπολογίας, όμως, ήδη μολυσμένης από την ασθένεια του φιλοσοφικού συστήματος, που οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν θέσει στο στόχαστρο της κριτικής από το 1845, με τη Γερμανική ιδεολογία. Με αυτή την κίνηση, ο Φουκουγιάμα προσδοκούσε την σιωπή των Ευρωπαίων πανεπιστημιακών, οι οποίοι –ήδη αμήχανοι από τα αλλεπάλληλα κύματα σχετικισμού που παρήγαγαν οι εργασίες τους– στέκονταν απέναντι στα καταλυτικά ιστορικά γεγονότα του τέλους του 20ού αιώνα, δίχως να μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στο χρέος τους να θέτουν σε αναστολή κάθε βεβαιότητα και την επί δεκαετίες ένοχη οικοδόμηση των σχέσεών τους με την πολιτική. Και η αλήθεια είναι πως τη σιωπή αυτή την εξασφάλισε ο Αμερικανός μάνατζερ του συντηρητισμού, αν εξαιρέσουμε ορισμένους διανοουμένους –που ούτως ή άλλως κινούνταν πάντα στον χώρο της αντιδογματικής Αριστεράς– και, φυσικά, τον πολύχρωμο θίασο των αποδομιστών, οι οποίοι τρέκλιζαν ανάμεσα στον θεωρητικό εξ- τρεμισμό του γνωστικισμού τους και στον νευρωτικό ακαδημαϊσμό. Η ευρωπαϊκή διανόηση δέχθηκε εξαιρετικά εύκολα τις έντεχνα απλου- στευτικές απόψεις ενός Αμερικανού συμβούλου. Τα αποτελέσματα αυτών των απόψεων, που δεν ήταν παρά ένα είδος γκρίζας διαφήμισης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αποτελούν σήμερα το πλαίσιο εντός του οποίου η αποκατεστημένη ιεράρχηση των «σταθερών» αξιών της αστικής κοινωνίας, όπως τη φαντάστηκε ή την επιθύμησε ο Χομπς (ως προστασία της ατομικής ύπαρξης με τη δημιουργία ενός αδέκαστου κράτους, που αντλεί το δικαίωμα της αποκλειστικής βίας από την αδυναμία του ατόμου να ελέγχει τη βιαιότητά του!) προσπαθεί να ανατάξει τις στρεβλώσεις της ανθρώπινης φύσης που δημιούργησαν μερικοί αιώνες αμφισβήτησης.
Continue reading →

Κωστή Τριανταφύλλου, Αποσπάσματα του Κωστή 1967-1973, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1974. Επανέκδοση από τις εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2015

-1

Κ Α Π Ο Ι Ε Σ Σ Κ Ε Ψ Ε Ι Σ……………………………

Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν την περίοδο 1967-1973. Διαβάστηκαν πρώτα πολυγραφημένα από χέρι σε χέρι, μερικά δημοσιεύτηκαν στον παράνομο τύπο της εποχής, μετά μια έκδοση με λάθος εξώφυλλο και μικρότερο σχήμα και αμέσως μετά η πρώτη τους έκδοση. Αθήνα, Φεβρουάριος 1974. Από τον τυπογράφο κι εκδότη της πλατείας Εξαρχείων, Λουκά Γιοβάνη. Και τώρα η επανέκδοσή τους, πιστό αντίγραφο της πρώτης έκδοσης, από τις εκδόσεις Εξάρχεια. Αντιμετωπίζω αυτό το βιβλίο σαν αυτόνομο και συνολικό έργο τέχνης. Μια κατάθεση ψυχής που αποκτά την ιδιαίτερη ταυτότητα παρουσίασης της ποιητικής του. Είναι άποψη να δώσω την εξέλιξη της γραφής μου μέσα σε μια χρονική περίοδο. Πριν από το βιβλίο αυτό είχα τετράδια με δεκαπεντασύλλαβο και ίαμβο, είχα πεζά και ποιήματα που αναφερόντουσαν στα διαβάσματά μου, όπως όλοι όσοι γράφουν – τίποτα το ιδιαίτερο! Το 1964 δημοσιεύω το ποίημα o τόπος μου στη Διάπλαση των Παίδων, δεν ήταν κακό.

Το βιβλίο αυτό, περιέχει αποσπάσματα πέντε ανέκδοτων βιβλίων μου ποίησης, αλλά το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στη συνολική ποιητική επικοινωνία με τον αναγνώστη μέσα από τη συγκρότηση αυτού του ποιητικού βιβλίου. Από τότε που εκδόθηκαν έως σήμερα δεν σταμάτησα τόσο να δημοσιεύω στα περιοδικά ποίησης όσο και να κάνω ποιητικές αναγνώσεις, αλλά και να παίρνω μέρος διεθνώς σε εκθέσεις ποίησης και νέων τεχνολογιών ή σε ανάλογες του κινήματος Οπτικής Ποίησης. Ανάλογο, τέτοιας ποιητικής ταυτότητας, βιβλίο έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις ΚΣΥΜΕ, το 2009, με τον τίτλο ‘ π ‘ .

http://www.ksyme.org

/epsilonkappadelta972sigmaepsiloniotasigmaf.html
Continue reading →

Άλλο ένα υπερρεαλιστικό μανιφέστο: Διακαλλιτεχνικότητα και πρωτοπορίες

Μανιφέστο των υπερρεαλιστών με αφορμή την ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ Χρυσή Εποχή, 1930

Μανιφέστο των υπερρεαλιστών με αφορμή την ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ Χρυσή Εποχή, 1930

Μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια­

Η Χρυσή Εποχή του Λουίς Μπουνιουέλ είναι η πρώτη από τις τρεις υπερρεαλιστικές ταινίες του (οι άλλες δύο είναι ο Ανδαλουσιανός σκύλος και το Γη χωρίς ψωμί), οι οποίες παρέμειναν επί μακρόν στην αφάνεια. Το σενάριο του βωβού Ανδαλουσιανού σκύλου (1929) το έγραψαν σε έξι μέρες ο Μπουνιουέλ μαζί με τον Νταλί, φίλοι από το Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και την περίφημη Φοιτητική Εστία της, αποτυπώνοντας με ελεύθερο συνειρμό τα όνειρα που είδαν ένα βράδυ και διηγήθηκαν ο ένας στον άλλον. Εκείνη την εποχή, ο Μπουνιουέλ δεν γνωριζόταν ακόμη με την υπερρεαλιστική ομάδα, της οποίας παρακολουθούσε ωστόσο τις δραστηριότητες και γνώριζε τις θέσεις. Γνωρίστηκαν με αφορμή τον Ανδαλουσιανό σκύλο, τον οποίο οι υπερρεαλιστές πήγαν να παρακολουθήσουν με δυσπιστία, για να ενθουσιαστούν στη συνέχεια όσο δεν παίρνει και να ανακηρύξουν τον Μπουνιουέλ επίσημο σκηνοθέτη της ομάδας. Εξίσου επιφυλακτικός απέναντί τους, ο Μπουνιουέλ είχε γεμίσει τις τσέπες του με χαλίκια, όπως διηγείται στη συνέχεια, για να τους τα πετάξει αν τον γιούχαραν, έτσι όπως στεκόταν πίσω από τη σκηνή για να φροντίσει τον ήχο.

Μανιφέστο της απόλυτης καλλιτεχνικής ελευθερίας που προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο, ο Ανδαλουσιανός σκύλος περιγράφεται το 1934 από τον Μπουνιουέλ ως πρόσκληση στη βία και το έγκλημα, αλλά δεν περιέχει καμία κοινωνική κριτική, σε αντίθεση με τη Χρυσή Εποχή, όπου κατακρίνεται με δριμύτητα η αστική ηθική, όπως εκφράζεται από τους κοινωνικούς θεσμούς – το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Η ταινία χρηματοδοτήθηκε από τον υποκόμη ντε Νοάιγ, γνωστό μαικήνα των υπερρεαλιστών. Την πρώτη την είχε χρηματοδοτήσει η μητέρα του και την τρίτη θα τη γυρίσει χάρη σε ένα λαχείο που κέρδισε ένας φίλος του. Και σ’ αυτή την ταινία, ο Μπουνιουέλ ξεκινά να γράφει το σενάριο μαζί με τον Νταλί, αλλά η συνεργασία τους είναι δύσκολη, εξ αποστάσεως και με πολλές συγκρούσεις.

Οι υπερρεαλιστές θα χαρακτηρίσουν την ταινία «ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα διεκδικήσεων που έχουν ως σήμερα προταθεί στην ανθρώπινη συνείδηση». Γυρίστηκε από τον Μάρτιο ως τον Μάιο του 1930 και η προβολή της τον Νοέμβριο του 1930 συνοδεύτηκε από μεγάλες αποδοκιμασίες και επεισόδια, μέχρι του σημείου να προβάλλεται με αστυνομική προστασία ως την οριστική απαγόρευση, τον Δεκέμβριο. Το κοινό θα δει την ταινία τελικά το 1981 (www.youtube.com /watch?v=RDbav8hcl5U), διαπιστώνοντας πόσο η συγκεκριμένη ταινία, μαζί με τον Ανδαλουσιανό σκύλο και το Γη χωρίς ψωμί που ακολούθησε, αποτελούν «το θεωρητικό, αισθητικό, πολιτικό πρόγραμμα πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν οι επόμενες, μοναδικές δημιουργίες του μεγάλου Ισπανού», όπως σημείωνε ο Μιχάλης Δημόπουλος στο αφιέρωμα στον Μπουνιουέλ που συνεπιμελήθηκε με τον Μπάμπη Ακτσόγλου το 2000 (Καστανιώτης), όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε το μανιφέστο αυτό των υπερρεαλιστών, μαζί με μια σειρά άλλα σημαντικά κείμενα για την ίδια ταινία και το έργο του Μπουνιουέλ εν γένει. Το μανιφέστο σχολιάζει σε εξηρμένο τόνο την ταινία ως έκφανση του «τρελού έρωτα», ο οποίος μόνος αυτός μπορεί να καταλύσει τη συμβατική ηθική και τους καταναγκασμούς της.

Το δημοσιεύουμε σήμερα εδώ ως συνεισφορά στη συζήτηση για το κατά πόσο ο υπερρεαλισμός αποτελεί παρελθούσα ιστορική εμπειρία ή ζώσα δύναμη, αλλά και για την διακαλλιτεχνικότητα σήμερα – θεωρώντας ότι το κείμενο αυτό δεν είναι πολύ γνωστό στην Ελλάδα, παρά τη δημοσίευσή του στον εν λόγω τόμο, ενώ αντίθετα μπορεί να λειτουργήσει πολύ γόνιμα στις ποιητικές και αισθητικές αναζητήσεις της εποχής.
Τ.Δ.
Continue reading →

Άρης Αλεξάνδρου: Το βαρύ τίμημα του περάσματος
 από την συντροφικότητα της ομάδας στην αποτρόπαιη
ερημιά της προσωπικής-ατομικής μοναξιάς ­

ceb1cf81ceb7cf82-ceb1cebbceb5cebeceb1cebdceb4cf81cebfcf85


Του Γιώργου Μαρκόπουλου

Εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μένει σε μας, κλείνοντας τον τόμο Ποιήματα (1941-1971), που στεγάζει τις τρεις συλλογές (Ακόμα τούτη η άνοιξη, 1946, Άγονος γραμμή, 1952 και Ευθύτης οδών, 1959), που έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου, είναι αυτό το κακό συναίσθημα που μας αφήνει η επίδραση που είχε πάνω του η προσπάθεια στην εξορία, της ψυχικής και ηθικής του εξόντωσης, από εχθρούς μαζί και από «φίλους». Μια προσπάθεια, η οποία, περισσότερο και από την κρίση που πρέπει να δημιούργησαν σ’ αυτόν οι όποιες «ρωγμές» στον ιδεολογικό χώρο της επανάστασης, άφησε στην ποίησή του ανεξίτηλα τα σημάδια της πιο σκληρής απανθρωπιάς, της πιο διαβρωτικής απομόνωσης, του πιο ελεεινού εσωτερικού βασανισμού και της πιο ψυχοφθόρας ερήμωσης.


Αλλά ας προσεγγίσουμε και τις τρεις αυτές συλλογές, καθεμιά χωριστά. Στην πρώτη, ο Αλεξάνδρου, επηρεασμένος οπωσδήποτε από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από την, ανανεωτικών τάσεων, ποίηση της εποχής, ιδιαίτερα από την πληθωρική όσο και έγχρωμη εικονοποιία του Γιάννη Ρίτσου, το έργο του οποίου δείχνει να είχε αφομοιώσει αρκούντως, μας παραδίδει ποιήματα που τα χαρακτηρίζει άλλοτε ένας περίεργος ρομαντισμός και άλλοτε μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία, ενώ το επαναστατικό όραμα παραμένει ακέραιο, αράγιστο, και ο ποιητής μέσα σε αυτό ανυποψίαστος και ευδαίμων.


Τα πράγματα, όμως, δεν ορίζονται από επιφανειακές συγκυρίες αλλά, σίγουρα, από κάποιες βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες αργά και σταθερά, στο τέλος, επεμβαίνουν. Έτσι, αυτή η χυμώδης μακαριότητα της πρώτης συλλογής, έμελλε να διαταραχθεί και να πάρει τραγικές διαστάσεις στην αμέσως επόμενη• οπότε ο Αλεξάνδρου τώρα πια, χωρίς βεβαίως να εγκαταλείψει τελείως τις προηγούμενες επιλογές του, έστω και σαν απόηχους σε κάποιες στροφές, όσον αφορά την ποιητική του φόρμα, επιδίδεται περισσότερο στην καταγραφή (και όχι «περιγραφή») των εσωτερικών εκείνων συνισταμένων που ορίζουν τη συμπεριφορά ενός περίπλοκου και πολύπλοκου πλήθους (κρατούντων και κρατουμένων), το οποίο διαβιεί στο στρατόπεδο. Η γραφή του (αυτή που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιημάτων του και ιδιαίτερα αυτών που σηματοδοτούν τη συλλογή), κοφτή, λαχανιασμένη, διαποτίζεται από την αγωνία του απελπισμένου, πανταχόθεν βαλλόμενου αγριμιού, που άλλοτε ο φόβος του εγκλείστου και άλλοτε η βιασύνη του να προλάβει, μια και διαισθάνεται έντονα το επερχόμενο τέλος, να πει αυτά που θέλει, καθίσταται, πράγματι, τραγική.

Continue reading →

Cornelis Vleeskens

cv1

cv2

cv3

Cornelis Vleeskens was born in Scheveningen, Holland on 23rd July 1948 and arrived as a migrant in Australia at the age of ten. Ater a short stay at Scheyville Camp the family moved to Eastern Creek in Sydney’s outer western suburbs.

He was schooled there and at Blacktown and later at the University of Sydney. From the mid 1960s he spent nearly a decade roaming Australia, South-East Asia, Hong Kong and Japan. Returning to Australia in the mid 1970s he resumed university studies and completed an honours degree in English Literature at the University of Queensland, graduating in 1978.

He was on the editorial board of Makar Press between 1977 and 1980 and was an active participant in the
Queensland poetry scene. His irst collection, Hong Kong Suicide & Other Poems (Makar Press, 1976) was well received and from that moment on he entered complete commitment to a creative life. In 1980 he moved to Sydney where he founded his own imprint, Fling Poetry – a vision and agenda for both a magazine
and publishing programme. The following year he moved to Melbourne. Fling’s early list included Chris Mansell, Michael Sharkey, Michael Witts, Ken Taylor, and Phil Motherwell; and Fling the magazine assumed an important role harvesting much of the best among new writing at the time.

While Vleeskens’ early published work was in English, he took up his mother tongue and experimented with compositions in Dutch between 1979 and 1984; from 1987 onwards he produced a considerable proportion
of his written output in the Dutch language.

His second manifestation as publisher was with the imprint Earthdance, where he produced the works of Patrick Alexander, Catherine Bateson, Janice M. Bostock, Peter Bailey, Tim Gaze, Billy Jones, and Jeltje
Fanoy among others. It was during his years in Melbourne, Eltham, and later at Cape Paterson that signiicant collaborations and associations commenced — notably with the artist Jenni Mitchell, and most notably, with the poet Pete Spence.

While never completely forsaking conventional poetic technique, Vleeskens’ participation in the international network of mail art was of such a scale that his reputation is substantial in that sphere: in fact there would be little contest to the proposition that he is nationally ranked with the most preeminent within that form. The work of his middle and late period was increasingly graphic, either in the form of visual poetry (where he is regarded locally and internationally as a singularly gited practitioner) or painting, where he displayed the inluence of the Cobra school and imparted his own distinctive edge and thematic preoccupations— the best of it evident in the design and content of his publications.

His achievements as a translator are also worthy of notice: he completed the only substantial English translation of the poems of Simon Vinkenoog, and translated texts for the AGNSW exhibition, Intensely Dutch in 2009. The extent of his other work bilingually is listed below and includes his versions of the
Dutch post-war “Fitiers”, and the writing of Australian poets working in the Dutch language. Proliic, and largely self-published, his output was relentless to the last. Vleeskens’ independence of thought and practice was largely given published form by his own imprints or select collaboration until the last weeks of his life.

Nicholas Pounder
21 February 2014

roch22

«Κόρη του ανέμου» – Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ μέσα από τα ημερολόγιά της

pizarnik-1

Του Γιώργου Καρτάκη

«Ξαφνικά εκπλήσσομαι με ό,τι έχω κάνει. Με τα στιχάκια μου. Κάποια μέρα θα εκτίθενται στο μουσείο ενός ψυχιατρικού ινστιτούτου και πλάι τους θα υπάρχει η επιγραφή: Ποιήματα μιας 19χρονης ασθενούς, ανίκανης για λογική σκέψη. Ποτέ δεν έκανε διαλογισμό, ποτέ δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για κάτι. Ούτε μια φορά δεν φάνηκε συλλογισμένη. Προφανώς υπήρξε ευαίσθητη και είχε μια τάση να θεωρεί τον εαυτό της μεγαλοφυϊα. Επιθετική. Γεμάτη συμπλέγματα. Διεφθαρμένη. Ακίνδυνη».   

Μπορεί εξομολογήσεις μιας τέτοιας κλιμακούμενης απελπισίας να είναι συχνά ίδιον πολλών 19χρονων και να βρίσκονται γραμμένες, αν όχι με την ίδια ακρίβεια και ίσως  με λιγότερο αυτοσαρκασμό, ωστόσο, με παρόμοιο τρόπο στα ημερολόγια τους, όμως τα ποιήματα της Αλεχάντα Πισαρνίκ δεν διέτρεχαν ποτέ τον κίνδυνο να καταλήξουν ως τεκμήρια μιας θυμώδους ψυχής στους φακέλους των ασθενών, πόσο μάλλον να πέσουν θύματα λήθης. Αντιθέτως!

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ – η «κόρη του ανέμου», όπως αυτοαποκαλείτο – υπήρξε  κόρη μεταναστών εβραϊκής καταγωγής από την Ουκρανία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε προστατευμένη με μητρικές γλώσσες τα Γίντις – γερμανοεβραϊκή γλώσσα που μιλούσαν οι Εβραίοι Ασκενάζι –  και τα Ισπανικά στο Μπουένος Άιρες. Ξεκίνησε να γράφει σε νεαρή ηλικία, θεωρήθηκε ταλαντούχα καταλαμβάνοντας γρήγορα κεντρική θέση στη λογοτεχνική σκηνή της Αργεντινής. Απέκτησε θερμούς υποστηρικτές μεταξύ των οποίων οι Ίταλο Καλβίνο και Οκτάβιο Παζ. Ο δεύτερος μάλιστα γράφει το 1962 τον πρόλογο στην ποιητική της συλλογή «Το δέντρο της Αρτέμιδος». Στη νεκρολογία που ο Χούλιο Κορτάσαρ γράφει προς τιμήν της, αναφέρει: « Αρκεί να ψιθυρίσει κανείς το όνομα της και ο αέρας ριγεί γεμάτος ποίηση και θρύλους».

Την πρώτη ποιητική της εμφάνιση ακολούθησαν πέντε ακόμα συλλογές, πριν να αυτοκτονήσει τον Σεπτέμβριο 1972 σε ηλικία μόλις 36 ετών με υπερβολική δόση υπνωτικών.

Εκτός από το ποιητικό της έργο, τα ημερολόγιά της – είκοσι τετράδια, έξι δακτυλογραφημένα  χειρόγραφα και πολλά μεμονωμένα φύλλα, στα οποία η ποιήτρια προσπαθεί να καταγράψει «τη δριμύτητα και σύγχυση του εσωτερικού της κόσμου» – διαφωτίζουν σε επαρκή βαθμό την προσωπικότητά της.  
Continue reading →