Αντονέν Αρτώ – Αποκάλυψη και Υπερβατικότητα

10645135_382693415219333_7574995085992639520_n

Συντάκτης: Γιώργος Κατσαντώνης
       
“5 ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΗΣ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑΣ

1. Ακραιος οραματιστής και μυστικιστής με προσωπικού χαρακτήρα μεταφυσικούς προβληματισμούς.
 
2. Επιζητουσε την λυτρωτική δύναμη του αρχέγονου θεάτρου η οποία στηριζετο στην χειρονομία και όπου πραγματικός συγγραφέας της, θα ήταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
 
3. Ο Αρτώ έκρινε ότι σε κοινωνίες κορεσμένες από την επανάληψη και την αυτοματοποίηση η τέχνη έπρεπε να ειναι βίαιη και να σοκάρει. Το θέατρο ειναι ”μια πράξη καταλύτης ως επιδημία πανούκλας” που απελευθερώνει τον άνθρωπο από τους περιορισμούς της λογικής και της ηθικής και επιτρέπει την επιστροφή σε πρωτόγονες δυνάμεις και καταστάσεις. Η πανούκλα ειναι μεταδοτική και λειτουργεί κατά ταυτόσημο τρόπο με το θέατρο: Επενέργεια και αναστάτωση στα σύνολα , εξωτερίκευση λανθάνουσας σκληρότητας , αναγκαστική αποκάλυψη της πραγματικής φύσης του καθενός, ανάληψη μιας ηρωικής και ανώτερης ηθικά στάσης απέναντι στην μοίρα και τον θάνατο.
 
4. Πιστη σε ένα θέατρο το ”καθαρό σημείο”. Απέναντι στο δυτικό θέατρο με τις ψυχολογικές τάσεις που δίνει έμφαση στο κείμενο και τον διάλογο, αντιτάσσει τους μυστηριακούς φόβους και το διονυσιασμό της Ανατολής. Υποστηρίζοντας ένα επί σκηνής έργο που γράφεται από τον συγγραφέα και εκφέρεται από τους ηθοποιούς. Το ”Αλχημικό θέατρο” του Αρτώ χαρακτηρίζεται από υπερβατικότητα , αναρχία και μια αίσθηση πληρότητας. Οι επιρροές του από το Ανατολίτικο θέατρο εντοπίζονται στα εξής:θεάματα και τελετές, παντομίμα και οπτικό θέατρο χειρονομιών και μιμικής, μυσταγωγική χρήση κωδίκων και σημάτων επικοινωνίας ,έμφαση στη γεωμετρικοτητα και στις μαθηματικές αναλογίες.
 
5. Το ”θέατρο της σκληρότητας ” δεν εντοπίζεται στην βίαιη σωματική δράση αλλά στο συναισθηματικό σοκ ,ο που ο εκφερόμενος λόγος και τα αντικείμενα δεν συνιστούν ένα σημασιολογικό σύστημα αλλά έχουν ανάλογη άξια με τα ιερογλυφικά και τα κινεζικά ιδεογράμματα. Πρόκειται για μα σκηνική γλώσσα γεμάτη υπαινιγμούς και συμβολισμούς για ένα θέατρο της τελετουργίας και της εικόνας που χαρακτηρίζεται από ενάργεια, ανατρεπτική σκέψη , γόνιμη αμφιβολία και υπερβατική στάση απέναντι στα πράγματα.
 
Η παράνοια στο βίο του υπήρξε τόσο μοίρα όσο και προσωπική επιλογή. Από τις παραστάσεις των έργων του ξεχωρίζουν το Ονειρόδραμα του Στριντμπεργκ και Τσέντσι του Σέλλεϋ .
“Εκεί όπου οι άλλοι υποκρίνονται ότι παρουσιάζουν έργα και ποιήματα εγώ δεν προτίθεμαι παρά να εκθέσω το πνεύμα μου γυμνό”.
Αρτώ
 
*Πηγή: http://www.artmag.gr

Hugo Mujica, Ποίηση σημαίνει να κάνεις τη σιωπή να ακούγεται

mujica680

Της Ελένης Γαλάνη

Φωτογραφίες: Ελένη Γαλάνη

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015. Στο Μπουένος Άιρες γιορτάζουν τα διακόσια πέντε χρόνια ανεξαρτησίας της Αργεντινής από την Ισπανία με τριήμερο εκδηλώσεων και οι προετοιμασίες για την ομιλία της προέδρου Christina de Kirchner την επόμενη μέρα στην ιστορική Plaza de Mayo κορυφώνονται. Η Λεωφόρος της 9ης Ιουλίου που οδηγεί στην μεγάλη πλατεία είναι γεμάτη πούλμαν και ανθρώπους – κάποιοι κρατούν σημαίες. 

Το ραντεβού με τον Hugo Mujica είναι στο σπίτι του στην οδό Libertad, που όπως μου έγραψε στο μέιλ «είναι κοντά στο ξενοδοχείο σας, μόνο δέκα τετράγωνα μακριά». Οι δρόμοι είναι μεγάλοι και ευθείς στο Μπουένος Άιρες (τόσο μεγάλοι που τα νούμερα των σπιτιών είναι τετραψήφια) και τέμνονται σε απόλυτη συμμετρία. Οι αποστάσεις μετριούνται σε τετράγωνα, η ρυμοτομία θυμίζει το Μανχάταν.

Με περιμένει στο γραφείο ενός ψηλοτάβανου δωματίου που είναι γεμάτο βιβλία. Η βιβλιοθήκη καλύπτει ολόκληρη τη μεγάλη πλευρά του τοίχου μέχρι ψηλά στο ταβάνι – χρειάζεται σκάλα για να φτάσει κανείς στα ψηλότερα ράφια. Παρατηρώ τις ράχες των βιβλίων, υπάρχουν πολλές δερματόδετες εκδόσεις. Όλα είναι τακτοποιημένα στην εντέλεια, ο φωτισμός είναι χαμηλός, δεν υπάρχει κεντρικό φως, μόνο κάποια φωτιστικά δαπέδου, το δωμάτιο είναι σχεδόν σκοτεινό.

Στεκόμουν θυμάμαι, μπροστά σε ένα παράθυρο και ξεκίνησα να γράφω σε ένα χαρτί αυτό που έβλεπα. Δεν είχα γράψει ποτέ τίποτα μέχρι τότε. Ένιωσα ότι δημιουργήθηκε κάτι εκείνη τη στιγμή, κάτι που ήταν ποίηση.

Continue reading

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.

Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.

Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.

Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.

Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.

Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.

Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».

Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

*Το άρθρο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τον Ποιητικό Πυρήνα στον συνδεσμο http://ppirinas.blogspot.com.au/2014/11/blog-post_30.html

Αντρέι Ταρκόφσκι, Θυσία

1zbxhyp-1

σπαράγματα από ένα κείμενο που (μπορεί και να) γράφτηκε

“…γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται”

Το δεντράκι ανθοβολεί, για όσους θέλουν να το δουν να ανθοβολεί…
Γιατί, μπαμπα;
Γιατί, στη Θυσία, το γυμνό κορίτσι κυνηγά τις πάπιες,
περπατώντας μέσ’ απ’ τους διαδρόμους,
ακριβώς όπως περνά μια σκέψη απ’ το μυαλό μας.
Γιατί κανένας ποιητής του λόγου δεν συνέλαβε ποτέ το Φευγαλέο.
Γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει ούτε μ’ ένα βρόντο, ούτε με ένα λυγμό,
αλλά με μια κανάτα γάλα που συντρίβεται στο πάτωμα.
Γιατί η Θυσία είναι μια ταινία Ζεν.
Γιατί ο βυζαντινός Ταρκόφσκι, φεύγοντας δυτικά, προς τον θάνατο,
ανακαλύπτει την Ανατολή – σαν τους παλιούς θαλασσοπόρους.
Γιατί το έργο του Λεονάρντο έμεινε ημιτελές,
ενώ ο Ταρκόφσκι, λίγο πριν πεθάνει, προχωρά στην ύστατη Βλασθημία του,
ως τα έσχατα: το Θαύμα.
Γιατί το αγοράκι επανεμφανίζεται στο τέλος της ταινίας
(ή μάλλον στην αρχή της ταινίας που έχει κάνει τον κύκλο της),
όπως ο Ναζωραίος στα τριάντα του, έλλογος και θαυματοφόρος.
Γιατί στη Θυσία, η ιστορία της ανταλλαγής είναι αβάσταχτη:
ο Αλέξανδρος ανταλλάσσει την Πίστη του με τη Λογική του.
Και τέλος (ή εν αρχή), γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται:
όπως το αγοράκι, το δέντρο, ο καπνός…
Με τρομάζει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

*Από το https://uncensoredstories.wordpress.com

Roberto Bolano, Βιβλιοπώλες

bolac3b1o_archivo

 
Τα βιβλία που θυμάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι όσα έκλεψα ανάμεσα στα δεκαέξι και τα δεκαεννιά μου χρόνια στην πόλη του Μεξικού και εκείνα που αγόρασα στη Χιλή όταν ήμουν εικοσάχρονος, τους πρώτους λίγους μήνες του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Στο Μεξικό υπήρχε ένα απίστευτο βιβλιοπωλείο. Ονομαζόταν Το Γυάλινο  και βρισκόταν πάνω στην Αλαμέδα[1]. Οι τοίχοι του, ακόμη και η οροφή, ήταν από γυαλί. Γυαλί και μεταλλικές δοκοί. Βλέποντάς το απ’ έξω,  φαινόταν αδιανόητη και μόνη η σκέψη να κλέψεις. Ωστόσο ο πειρασμός υπερνίκησε την σύνεση και μετά από λίγο έκανα την πρώτη προσπάθεια.

Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν ένας μικρός τόμος του Πιερ Λουίς, με σελίδες λεπτές σαν το χαρτί της Βίβλου. Δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ αν ήταν η Αφροδίτη ή τα Τραγούδια της Βιλιτώς. Ξέρω ότι ήμουν δεκαέξι ετών και ότι για ένα διάστημα ο Λουίς έγινε ο οδηγός μου. Αργότερα, έκλεψα βιβλία του Μαξ Μπίρμπομ (Ο χαρούμενος υποκριτής), του Σαμφλερί, του Σάμιουελ Πέπις, των Αδελφών Γκονκούρ, του Αλφόνς Ντωντέ, του Ρούλφο και του Αρέολα, μεξικανών συγγραφέων που εκείνη την εποχή ήταν λίγο ως πολύ διάσημοι, και τους οποίους ίσως να συνάντησα κάποιο πρωινό στην Αβενίδα Νίνιο Περντίδο, μια πολυσύχναστη λεωφόρο που σήμερα δεν υπάρχει στους χάρτες της πόλης του Μεξικού, λες και η Νίνιο Περντίδο υπήρξε μόνο στη φαντασία μου, ή λες και η λεωφόρος, με τα υπόγεια καταστήματά της και τους πλανόδιους ηθοποιούς της, έχει χαθεί πραγματικά, όπως χάθηκα κι εγώ στα δεκαέξι μου χρόνια.

Από την θολή εικόνα εκείνης της εποχής, από εκείνες τις ληστρικές επιδρομές, θυμάμαι πολλά βιβλία ποίησης. Βιβλία του Αμάντο Νέρβο, του Αλφόνσο Ρέγιες, του Ρενάτο Λεντύκ, του Ζιλμπέρτο Όουεν και συλλογές Αμερικανών ποιητών, όπως την συλλογή Ο Στρατηγός Γουίλιαμ Μπουθ εισέρχεται στον Παράδεισο, του μεγάλου Βέιτσελ Λίντσεϊ. Όμως εκείνο που με έσωσε από την κόλαση και με έκανε να ξαναγυρίσω στον κόσμο ήταν ένα μυθιστόρημα,  Η Πτώση του Καμύ. Θυμάμαι τα πάντα σχετικά μ’ αυτό το βιβλίο σαν σκηνές ασάλευτες μέσα σ’ ένα φασματικό σύθαμπο, μέσα στο στάσιμο υποκίτρινο φως της νύχτας, μολονότι το διάβασα, το καταβρόχθισα, κάτω από το φως εκείνων των ξεχωριστών μεξικάνικων πρωινών που ακτινοβολούν – ή ακτινοβολούσαν – με μια κοκκινοπράσινη λάμψη, πρωινών πνιγμένων στο θόρυβο, σ’ ένα παγκάκι στην Αλαμέδα, χωρίς μια δεκάρα στην τσέπη, αλλά με ολόκληρη τη μέρα μπροστά μου, για την ακρίβεια ολόκληρη τη ζωή μπροστά μου. Μετά τον Καμύ, όλα άλλαξαν.

Ακόμη θυμάμαι την έκδοση: ήταν ένα βιβλίο με πολύ μεγάλα γράμματα, σαν αλφαβητάρι του δημοτικού, λεπτό, δεμένο με ύφασμα, με ένα αποτρόπαιο σκίτσο στο εξώφυλλο, ένα βιβλίο που δυσκολεύτηκα να κλέψω επειδή δεν ήξερα πού να το κρύψω – κάτω από τη μασχάλη μου, ή μέσα στη ζώνη μου; – αφού φαινόταν κάτω από το σακάκι του κοπανατζή μαθητή που ήμουν τότε. Στο τέλος το βούτηξα κάτω από το βλέμμα όλων των υπαλλήλων του Γυάλινου Βιβλιοπωλείου. Ήταν ένας από τους καλύτερους τρόπους να κλέβεις, μου τον είχε διδάξει μια ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Ύστερα απ’ αυτό, αφού έκλεψα το βιβλίο και το διάβασα, έγινε η μετάβαση: από συνετός αναγνώστης έγινα άπληστος αναγνώστης και από κλέφτης βιβλίων έγινα βιβλιοπειρατής. Ήθελα να διαβάσω τα πάντα, πράγμα που μέσα στην αθωότητά μου ισοδυναμούσε με το να θέλω να αποκαλύψω ή να προσπαθήσω να αποκαλύψω τις κρυφές μηχανορραφίες της τύχης που είχαν παρασύρει τον ήρωα του Καμύ στην αποδοχή της φρικτής του μοίρας. Παρά τα επιφαινόμενα, η σταδιοδρομία μου ως βιβλιοπειρατή ήταν μακρά και γόνιμη. Όμως μια μέρα με έπιασαν. Ευτυχώς, δεν ήταν στο Γυάλινο Βιβλιοπωλείο, αλλά στο Βιβλιοπωλείο το Κελάρι που βρίσκεται – ή βρισκόταν – απέναντι από την Αλαμέδα, στην Αβενίδα Χουαρές, και το οποίο, όπως δηλώνει το όνομά του, ήταν ένα μεγάλο υπόγειο, όπου οι πιο πρόσφατες εκδόσεις από το Μπουένος Άιρες και την Βαρκελώνη ήταν στοιβαγμένες σε αστραφτερούς σωρούς. Η σύλληψή μου ήταν ατιμωτική, επονείδιστη. Ένιωσα σαν να με είχαν επικηρύξει οι σαμουράι του βιβλιοπωλείου. Με απείλησαν ότι θα με πετούσαν έξω από τη χώρα, ότι θα μου έριχναν ένα γερό χέρι ξύλο στο κελάρι του Βιβλιοπωλείου “Το Κελάρι”, κάτι που στα αυτιά μου ήχησε σαν μια συζήτηση μεταξύ νεο-φιλοσόφων περί της καταστροφής της καταστροφής και στο τέλος, μετά από μακροσκελείς διαπραγματεύσεις, με άφησαν να φύγω, όχι όμως πριν κατάσχουν όλα τα βιβλία που είχα πάνω μου, ανάμεσά τους και την Πτώση. Κανένα από τα βιβλία που μου υπεξαίρεσαν δεν το είχα κλέψει από εκεί.

Λίγο αργότερα, έφυγα για την Χιλή. Αν στο Μεξικό μπορούσα να σκοντάψω πάνω στον Ρούλφο ή τον Αρέολα, στην Χιλή ίσως να συναπαντιόμουν με τον Νικανόρ Πάρα και τον Ενρίκε Λιν, ωστόσο νομίζω ότι ο μόνος συγγραφέας με τον οποίο διασταυρώθηκα ήταν ο Ροντρίγκο Λίρα, ενώ βάδιζε γοργά μέσα στη νύχτα που βρομούσε δακρυγόνα. Ύστερα ήρθε το πραξικόπημα και μετά απ’ αυτό άρχισα να περνάω τον καιρό μου στα βιβλιοπωλεία του Σαντιάγο – φτηνός τρόπος να διώξω την πλήξη και να αποτρέψω την τρέλα. Αντίθετα από τα βιβλιοπωλεία του Μεξικού, εκείνα του Σαντιάγο δεν είχαν υπαλλήλους. Τα κρατούσε ένα μόνο άτομο, που σχεδόν πάντα ήταν ο ιδιοκτήτης. Εκεί αγόρασα τα Ombra Gruesa [τα Άπαντα] και τα Artefactos του Νικάνορ Πάρα, όπως και βιβλία του Ενρίκε Λιν και του Χόρχε Τεϊγιέ που σύντομα θα τα έχανα, αλλά που αποτέλεσαν θεμελιώδη αναγνώσματα για μένα – αν και ‘θεμελιώδη’ δεν είναι η σωστή λέξη: εκείνα τα βιβλία με βοήθησαν να αναπνεύσω. Ούτε όμως το ‘αναπνεύσω’ είναι η σωστή λέξη.

Ό, τι θυμάμαι καλύτερα από εκείνες τις επισκέψεις μου σ’ εκείνα τα βιβλιοπωλεία, ήταν τα μάτια των βιβλιοπωλών, που άλλοτε έμοιαζαν με μάτια κρεμασμένου και άλλοτε ήταν σκιασμένα από κάτι σαν ληθαργικό πέπλο, που τώρα ξέρω ότι ήταν κάτι άλλο. Δεν θυμάμαι να έχω δει πιο μοναχικά βιβλιοπωλεία. Δεν έκλεψα βιβλία στο Σαντιάγο. Ήταν φτηνά και τα αγόραζα. Στο τελευταίο βιβλιοπωλείο που επισκέφθηκα, καθώς περνούσα δίπλα από μια σειρά παλιών γαλλικών μυθιστορημάτων, ο βιβλιοπώλης, ένας ψηλός, αδύνατος άνδρας γύρω στα σαράντα, με ρώτησε ξαφνικά αν μου φαινόταν σωστό ένας συγγραφέας να συστήνει τα δικά του έργα σ’ έναν άνθρωπο που είχε καταδικαστεί σε θάνατο.

Ο βιβλιοπώλης στεκόταν στη γωνία, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο με τα μανίκια γυρισμένα ώς τους αγκώνες. Στο λαιμό του, το μήλο του Αδάμ προεξείχε και έτρεμε καθώς μιλούσε. Είπα ότι δεν φαινόταν σωστό. Για ποιο πράγμα συζητούν οι καταδικασμένοι σε θάνατο; ρώτησα. Ο βιβλιοπώλης με κοίταξε και είπε ότι ήξερε σίγουρα περισσότερους από έναν συγγραφείς ικανούς να συστήσουν τα βιβλία τους σε έναν άνθρωπο στο χείλος του θανάτου. Ύστερα είπε ότι μιλούσαμε για απελπισμένους αναγνώστες. Δεν έχω το δικαίωμα να κρίνω, είπε, όμως αν δεν το κάνω εγώ, τότε κανείς δεν θα το κάνει.

Τι βιβλίο θα έδινες σ’ έναν καταδικασμένο; με ρώτησε. Δεν ξέρω, απάντησα. Ούτε εγώ ξέρω, είπε ο βιβλιοπώλης και νομίζω πως αυτό είναι τρομερό. Τι βιβλία διαβάζουν οι απελπισμένοι άνθρωποι; Τι βιβλία αγαπούν; Πώς φαντάζεσαι τη βιβλιοθήκη ενός καταδικασμένου ανθρώπου; ρώτησε. Δεν έχω ιδέα, είπα. Είσαι νέος, δεν εκπλήσσομαι, είπε. Και ύστερα: είναι σαν την Ανταρκτική. Όχι σαν τον Βόρειο Πόλο, σαν την Ανταρκτική. Μου ήρθαν στο νου οι τελευταίες μέρες του Άρθρουρ Γκόρντον Πιμ, αλλά αποφάσισα να μην πω τίποτα. Για να δούμε, είπε ο βιβλιοπώλης, ποιος γενναίος θα έβαζε τούτο το μυθιστόρημα στα χέρια ενός ανθρώπου καταδικασμένου σε θάνατο; Πήρε ένα βιβλίο που είχε πάει αρκετά καλά και το πέταξε στο σωρό. Τον πλήρωσα και πήγα να φύγω. Καθώς γυρνούσα την πλάτη μου, ο βιβλιοπώλης έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, μπορεί γέλιο, μπορεί κλάμα. Ανοίγοντας την πόρτα, τον άκουσα να λέει: Ποιος υπερφίαλος μπάσταρδος θα τολμούσε να κάνει τέτοιο πράγμα; Κι ύστερα είπε κάτι ακόμα, αλλά δεν μπόρεσα ν’ ακούσω τι ήταν.
 
*Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά. Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο Ανάμεσα σε παρενθέσεις: Δοκίμια, άρθρα και ομιλίες (1998-2003) που κυκλοφόρησε το 2011 σε μετάφραση Natasha Wimmer από τον αμερικανικό εκδοτικό οίκο New Directions. Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά έγινε από τα αγγλικά. Εμείς τοπήραμε από το http://www.oanagnostis.gr/vivliopoles

Φώτης Τερζάης, Αντίδρομα στον ήλιο – Ασιατικές ιχνογραφίες (απόσπασμα)

antidroma

ΑΡΑΒΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ, τόπος παραμυθιών και θαυμάτων. Μεθυσμένων οπτασιών, επικίνδυνων αντικατοπτρισμών και κακόβουλων τζινν. Μια μοναχική πλάκα γης που ξεκόλλησε από το σώμα τής Αφρικής κι ολοένα απομακρύνεται, με ένα αυλάκι που μεγαλώνει στα δυτικά της, την Ερυθρά, ένα που συρρικνώνεται ανατολικά, τον Περσικό Κόλπο, και μία από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του κόσμου στον νότο. Τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις που κανένας ποταμός δεν δροσίζει, μονάχα ξερές κοίτες χειμάρρων ––ουάντι–– που πλημμυρίζουν αιφνίδια από τις εποχιακές βροχές αφανίζοντας ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους, τρώγοντας προϊστορικά πετρώματα, κι ύστερα ξεραίνονται αφήνοντας βαθιές χαρακιές στο έδαφος και απόκρημνα φαράγγια. Και όμως, τούτη η πεισμωμένη γη ήξερε ανέκαθεν να κρατά υγρασία σε καλά φυλαγμένες πτυχές της, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να φυτεύουν χουρμαδιές και να μισοχορταίνουν τα ζώα τους με το λιγοστό εποχιακό χορτάρι. Τον υπόλοιπο χρόνο περιπλανιόντουσαν: σκοτώνονταν για τις λιγοστές πηγές κι ένα είδος μακρόσυρτων, τελετουργικών επιδρομών τής μίας φυλής εναντίον τής άλλης ήταν ο μόνος σχεδόν τρόπος επιβίωσης, που στο αμόνι του σμιλεύτηκαν οι μεγάλες αρετές τού αραβικού γένους – τόλμη, καρτερία και αντοχή, πάθος για ελευθερία, φιλοξενία, διπλωματική πονηριά και ποιητική ευγλωττία.

H Αραβική κατοικείται αδιάκοπα τουλάχιστον από τους νεολιθικούς χρόνους. Τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης, κοντά στην περιοχή τού Κόλπου, ανάγονται στο 5000 π.Χ. Την τρίτη χιλιετία π.Χ. ένας ισχυρός πολιτισμός, γνωστός ως Ντιλμούν, αναδύθηκε με επίκεντρο το νησιωτικό σύμπλεγμα του Μπαχρέιν. Την πρώτη χιλιετία π.Χ. οι Σαβαίοι δημιούργησαν μια ναυτική αυτοκρατορία στα νοτιοδυτικά, στη θέση τής σημερινής Υεμένης, όπου φτάνει η ακτίνα των μουσώνων δωρίζοντας τη μοναδική ζώνη βλάστησης στη Χερσόνησο (ευδαίμονα Αραβία την αποκαλούσε ο Ηρόδοτος). Έχτισαν το μεγάλο φράγμα της Μα’ρίμπ, επιβλητικούς ναούς σεληνιακών και ηλιακών θεοτήτων, και επεκτάθηκαν στο Κέρας τής Αφρικής μεταφέροντας τη γλώσσα και τη γραφή τους στα αιθιοπικά υψίπεδα. Ο βιβλικός θρύλος τής βασίλισσας του Σαβά αποτυπώνει την αίγλη αυτού τού αρχαίου βασιλείου, που το μυστικό του ήταν ο έλεγχος του θαλάσσιου εμπορίου των αρωμάτων και των μπαχαρικών από και προς την Ινδία και την Κεϋλάνη. Στα βορειοδυτικά τής Χερσονήσου, στη θέση τής σημερινής Ιορδανίας (που οι Ρωμαίοι ονόμασαν Πετραία Αραβία), τους τελευταίους αιώνες π.Χ. γεννήθηκε ένα ισχυρό βορειοαραβικό βασίλειο που, ελέγχοντας τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους προς τη Μεσόγειο, έδωσε μία ακόμη θαυμαστή πολιτισμική ποικιλία από κείνες που τόσο απλόχερα έθρεψε η γη τής Συροπαλαιστίνης: οι μυστηριώδεις Ναβαταίοι, που έσβησαν γύρω στον τέταρτο αιώνα μ.Χ. και μας άφησαν το πολύτιμο μαργαριτάρι τής Πέτρας. Κάπου 60 χιλιόμετρα ανατολικά τής Άκαμπα, του κυριότερου λιμανιού στον μυχό τής Ερυθράς κάτω από τη Χερσόνησο του Σινά, είναι το Ουάντι Ραμ, η λεγόμενη «Κοιλάδα τού Φεγγαριού». Ανάμεσα στα σημάδια που άφησαν διάφοροι πληθυσμοί εδώ, σε ύψος 1800 μέτρων από τη στάθμη τής θάλασσας, είναι και τα ερείπια ενός ναβαταϊκού ναού, από την εποχή προφανώς που ξεκινούσαν την έφοδό τους στο ιστορικό προσκήνιο. Έχουν επίσης βρεθεί μια σειρά από πετρόγλυφες κομψές φιγούρες, σαφώς αρχαιότερες, που παριστάνουν ανθρώπους και αντιλόπες. Ποιοι τις έφτιαξαν; Παρά τις τεράστιες διαφορές στη χρονολόγηση θυμίζουν τις περίφημες βραχογραφίες τής Σαχάρα, στο φυσικό πάρκο Αΐρ και Τενερέ, σήμερα στη Δημοκρατία τού Νίγηρα – και με κάνουν ακόμα μία φορά να σκέφτομαι τη συνέχεια ανάμεσα στην Αραβική Χερσόνησο και την Αφρική: η μεγάλη Αραβική έρημος ένα σκισμένο κομμάτι τής Σαχάρα – γιατί όχι;
Continue reading

Τάσος Σαγρής, Ποίηση και εξέγερση

image001

Η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Σκοπός της είναι να αλλάξει την συνείδηση των υποκειμένων που 9α γίνουν φορείς αυτής της αλλαγής. Αυτός ο κόσμος παράγει δυστυχία, ανισότητα, απολυταρχία και μαζική αποβλάκωση. Αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Ο ρόλος κάδε μορφής τέχνης και δημιουργικής έκφρασης, ο ρόλος της ποίησης, της ζωγραφικής, του κινηματογράφου και του βίντεο art, της μουσικής, του θεάτρου και της performance, ο ρόλος της εικόνας, του λόγου, του ήχου και κάδε μορφής μαγικής τελετουργίας των αισθήσεων είναι να αναζητήσουν εικόνες, λόγο και τελετουργίες που να προεικονίζουν και να πραγματώνουν, στα όρια του εφικτού και πέρα από αυτά, τις εικόνες, τον λόγο και τις τελετουργίες των αισθήσεων ενός κόσμου χωρίς δυστυχία, χωρίς ανισότητα, χωρίς εξουσία, χωρίς μάζες υποδουλωμένων και αποβλακωμένων ανθρώπων.

Άρα, όποια και αν είναι η μορφή, όποια και αν είναι η ειδική αισθητική τάση ή οι δημιουργικές καταβολές, προβολές και επιλογές του καλλιτέχνη η τέχνη του είναι πολιτική.

Με αυτό τον τρόπο δηλώνεται σαφώς ότι δεν μας απασχολεί το ύφος, η μορφή και οι αισθητικές επιλογές του καλλιτέχνη. Το Θέαμα, η μετατροπή δηλαδή όλων των σχέσεων, όλων των αναγκών και όλων των επιθυμιών μας σε εμπόρευμα έχει πλέον απορροφήσει και αφομοιώσει όλες τις μορφές, όλα τα στυλ, όλες τις αισθητικές επαναστάσεις. Η επανάσταση του μέλλοντος δεν δα έχει μια αισθητική, δα είναι το τέλος της κυρίαρχης αισθητικής και η πλήρης απελευθέρωση των δημιουργικών και εκφραστικών δυνατοτήτων του ανθρώπου με όλους τους πι-δανούς και απίθανους, γνωστούς και άγνωστους τρόπους. Πάνω από όλα λοιπόν στην εποχή μας δεν μας απασχολεί το στυλ και η φόρμα που επιλέγει ο καλλιτέχνης να εκφραστεί αλλά μας απασχολούν οι προθέσεις του και η δέση που ο ίδιος θέλει να πάρει στη συλλογική προσπάθεια απελευθέρωσης της ανθρωπότητας.

Στις αρχές του 21ου αιώνα δηλώνουμε ανενδοίαστα ότι δεν υπάρχει ένα στυλ ή ένα ύφος στην Τέχνη που μπορεί να φέρει την επανάσταση. Αυτό είναι το συμπέρασμά μας σχετικά με τις πρωτοπορίες των αρχών του 20ού αιώνα που πίστεψαν ότι μπορούσαν να δώσουν μορφή και στυλ στην επανάσταση μετατρέποντας τους εαυτούς τους τελικά σε διακοσμητές και υμνωδούς, σαλτιμπάγκους αυλοκόλακες μικρών και μεγάλων δικτατόρων.
Continue reading

Έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Ουρουγουανός συγγραφέας, Εδουάρδο Γκαλεάνο

Eduardo_Galeano

Έφυγε σε ηλικία 74 ετών ο Ουρουγουανός, συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο
Μέγας ανατροπέας και βαθιά ουμανιστής, με ρίζες εμποτισμένες στην μεγάλη παράδοση του μαγικού ρεαλισμού της πατρίδας του, με πιστούς και φανατικούς αναγνώστες, ο Γκαλεάνο βαθιά πολιτικοποιημένος, είχε χαρακτηριστεί η “φωνή αφύπνισης” της Λατινικής Αμερικής και σίγουρα ο πιο πολιτικός συγγραφέας της.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο πολιτικοποιημένος και συνειδητοποιημένος από μικρός ξεκίνησε μόλις στα 14 του να δημοσιεύει πολιτικά σκίτσα σε εφημερίδες του Μοντεβιδέο. Στα 20 του χρόνια έγινε αρχισυντάκτης στη “La Marcha” και αμέσως μετά διευθυντής στην εφημερίδα “Epoca”. 

Το 1971, σε ηλικία 31 ετών, έγραψε τις «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής», το οποίο έμελλε να αναγνωριστεί ως βιβλίο αναφοράς για τη Λατινική Αμερική, καθώς αποτελεί μια πλήρη καταγραφή και έναν αναλυτικό σχολιασμό για την τραυματική ιστορία της ηπείρου.

Από το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ουρουγουάη της 27ης Ιουνίου 1973, ο Γκαλεάνο φυλακίστηκε και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αργεντινή και στη συνέχεια στην Ισπανία όπου έζησε εξόριστος για πάνω από δέκα χρόνια. 
Continue reading

Ο Ορισμός της Ποίησης

giorgpavlo

ΤΟΥ ΘΩΜΑ Γ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ*

Υπάρχουν πολλές αμφιβολίες στο εάν πράγματι υπάρχει ένας κοινός ορισμός της Ποίησης. Η Ποίηση (έτσι με κεφαλαίο Π), είναι κάτι που αγγίζει σε μεγάλο βάθος την προσωπική μας ζωή και αυτό τις περισσότερες φορές δεν μπορεί να οριστεί ικανοποιητικά, γιατί είναι κάτι πολύ προσωπικό και δεν μπορεί να μπει σε ένα μόνο καλούπι. Η Ποίηση δεν γράφεται μόνο από τους ποιητές και για τους ποιητές. Είναι σαν τους τρυγητές, ή σαν αυτούς που μαζεύουν τις ελιές, που δεν το κάνουν μόνο για το εαυτό τους, αλλά και για όλους αυτούς που τους διαβάζουν και απολαμβάνουν την ποίησή τους. Και εδώ ο καθένας μας αποτιμάει την εργασία, αλλά και τη διεισδυτική τους δημιουργική πράξη στην τέχνη τους να βρούνε με δυσκολία τη στιγμή της αλήθειας και τη φευγαλέα στιγμή της ευτυχίας. Στο ποιητικό τους διάβα όμως φαίνεται η αγωνία τους που όσο πιο μεγάλη είναι τόσο πιο ποιοτικό παρουσιάζεται το ποίημά τους. Αυτοί που διαβάζουν τα ποιήματά τους απολαμβάνουν αυτή την πάλη που είναι πάντοτε στο μεταίχμιο της ζωής και στην αναζήτηση της αλήθειας.

Διαβάζοντας τελευταία τον ποιητή μας Γιώργη Παυλόπουλο -έναν πολύ σημαντικό ποιητή μας- βλέπεις έναν πολυδιάστατο ποιητικό προσωπικό κόσμο. Ο Ποιητής μάς ανοίγει τις πόρτες αυτού κόσμου του, αλλά δεν τις κρατάει πάντα ανοιχτές. Μας δίνει τα αντικλείδια για να μπούμε μέσα του, να τον γνωρίσουμε, να δούμε πως οι πόρτες του είναι άπειρες, και να βγούμε στο δικό μας κόσμο πολύ πιο πλούσιοι από πριν και να βρούμε την αλήθεια, αλλά και τον προσωπικό μας ορισμό της Ποίησης. Απολαύστε «Τα αντικλείδια» του.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Continue reading

Θωμάς Γκόρπας: Αφιέρωμα

229179_142018885871657_3116051_n

Την 1η Απριλίου 2003 πέθανε ο Θωμάς Γκόρπας στο σπίτι του της οδού Αχαρνών. “Ήρεμα”, γράφει χαρακτηριστικά η σύζυγός του, Άρτεμις Θεοδωρίδου, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία, στο εξαίρετο “Χρονολόγιο Θωμά Γκόρπα σε τρίτο και σε πρώτο πρόσωπο”, που κατήρτισε με αποσπάσματα από δικά του γραπτά και τη βοήθεια του αρχείου του, παρεμβάλλοντας περιγραφές και εκμυστηρεύσεις από τα γράμματα που κάποτε της έστελνε. Ένα χρονολόγιο, που μοιάζει με προσκλητήριο ζώντων και νεκρών, όπου απογράφονται συντροφιές και στέκια, εκδοτικοί οίκοι και έντυπα, γειτονιές της Αθήνας και τα συμβαίνοντα στην ποίηση.

Τέλος του ’54, ο Γκόρπας κάνει τους τρεις πρώτους φίλους της Αθήνας: τον Φάνη Παπαδάκο, ποιητή, τον Γιάννη Μαντά, “μανιακό με την προκλασική μουσική αλλά και το ρεμπέτικο”, και τον Παναγή Στούπα, ποιητή. Συχνάζει στο καφενείο “Ακρόπολις”, στην πλατεία Καρύτση, όπου συναντάει τον ποιητή Καπετάν Μοντεσάντο…

Ο Τάσος Παππάς τον μπάζει στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας του Μάριου Βαγιάνου, τότε στην Ακομινάτου. Εκεί συναντιέται με τους Ορέστη Λάσκο, Πέτρο Κυριακό, Ζωή Καρέλλη, Βασίλη Λιάσκα, Γιωργή Κότσιρα, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Γιώργο Ιωάννου, Μανόλη Γιαλουράκη, Λέοντα Κουκούλα, Ναπολέοντα Παπαγιωργίου, Γιώργο Γουναρόπουλο, Πάνο Παναγιωτούνη, Απόστολο Μαγγανάρη, Ζέφη Δαράκη, Νίκο Βόκοβιτς, Αθηνά Κασαβέτη, Βύρωνα Λεοντάρη, Λίλλη Μπίτα… Ο ποιητής Γιάννης Κουφός τον φέρνει σ’ επαφή με τους λογοτέχνες του Πειραιά Κώστα Γαρίδη, Στέλιο Γεράνη, Γιώργο Περιστέρη, Νίκο Βελιώτη, Κώστα Θεοφάνους, Γρηγόρη Θεοχάρη, Νίκο Παΐζη, Αργύρη Κωστέα…
Continue reading