Γεωργία Τρούλη SANG – Μέχρι τις 20 Μάη 2016 στο Cafe Νίκης 35, Θεσσαλονίκη

6 αντίγραφο

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΕΝΑΝΙΔΟΥ*

Στην ατομική της έκθεση στο χώρο 35, η Γεωργία Τρούλη με το τίτλο « Sang» αποπειράται να μας εισάγει στον εύθραυστο, εικαστικό της κόσμο, έναν ασπρόμαυρο μικρόκοσμο, με υποδόριους δεσμούς τις πνευματικές εσωτερικές διαδρομές που διανοίγουν την υπόστασή του σε μία άλλη διάσταση πέρα από την πρώτη ανάγνωση, πέρα από το εμφανές , το ορατό. Μπορεί στα γαλλικά το « Sang» να σημαίνει «αίμα» αλλά στα Αγγλικά σημαίνει μεταξύ των άλλων «συνθέτω ποίηση». Τίτλος λοιπόν, που από τη μία αφορά άμεσα την καλλιτεχνική πρακτική της σε σχέση με τα υλικά που χρησιμοποιεί από το εργαστήριο αιμοδοσίας στο οποίο καθημερινά εργαζόταν,αλλά από την άλλη αφορά την υπόστασή της ως ποιήτρια.

9

Στην καλλιτεχνική της πρακτική διαπραγματεύεται την επικοινωνία, το φορτίο των λέξεων την οντολογική υπόσταση του κώδικα πάνω σε ακρυλικές πλάκες αιμοδοσίας ή διηθητικό χαρτί εργαστηρίου που σε πρώτη χρήση είχε αίμα . Το αίμα/λέξη με το συμβολικό φορτίο της πρωτογενούς μονάδας ύπαρξής μας, αίμα ως δηλωτικό της σωματικότητας εγγεγραμμένο εκεί που οι λέξεις παίρνουν παλιμψηστικά τη θέση του και γίνεται Λόγος εκείνος ο Λόγος που μπορεί να κυοφορεί ποίηση. Συστήματα γραφής που αποκτούν τη δύναμη του συμβόλου προσωπικά για τον καθένα.

12

Κάθε γράμμα, σύμβολο /μονάδα του ελάχιστου, αποτελεί δομικό στοιχείο της σύνθεσής της, συνθέτει ένα όλο ένα πλήθος που αποκτά νόημα, δυναμική και μεταμορφώνεται σε φορέα νοήματος.Τα αποτυπώνει, τα επαναδιατυπώνει και επαναφέρει μία προσδοκία για το πέρα από το πραγματικό και μέσα στην ενικότητά τους, τη μοναξιά τους, τα μετουσιώνει, υπογραμμίζοντας την εννοιολογική τους υπόσταση. Γράφει στίχους από ποίηματά της σε επανάληψη, ανακόπτοντάς τα από το συμβατικό νόημα έλευσής τους ώστε να επιτελεσθεί η αναγωγή των αφηγημάτων και των επεισοδίων της φόρμας, σε γλώσσα.

10

Ο ρυθμός, η επανάληψη λειτουργούν ως ένας εσωτερικός συνεκτικός δεσμός συμβόλου και μορφής προσδίδοντας την αίσθηση του ταξιδιού μέσα στην ιστορία και το χρόνο. Ενσωματώνει στο έργο της διάφορα είδη γραφής, από σπηλαιογραφίες, γραφές διαφόρων λαών και greeklish, μέχρι μπράιγ και σήματα μορς. Απωθώντας ο,τιδήποτε περιττό, κρατά το ουσιώδες, με μία ιδεαλιστική-ποιητική ερμηνευτική αντιμετώπιση της φόρμας, μία διαλεκτική συλλειτουργία κώδικα/γραφής και σχήματα.

15

Γεννά μοτίβα λιτά και απέριττα, που ενέχουν όλη την ιδιότυπη αισθητική της συνθετικής της γλώσσας, με λιτότητα, απλότητα, αμεσότητα, ουσιώδη στοιχεία τόσο ως προς την ποιότητά τους, όσο και ως προς την συμβολική αναγωγή τους.

1

Ο ελλειπτικός της λόγος με αρχέγονη αμεσότητα, μορφική καθαρότητα, απλότητα στην έκφραση, ποιητική ερμηνευτική αντιμετώπιση, παραπέμπει και διαχέει σε μία ποιητική διάσταση με αφηγήσεις, μέσα από τη σιωπή, την απομόνωση και την μυστική συνθήκη ανάμεσα στο δημιουργό και θεατή. Με έναν χειροποίητο, προσωπικό, υποβλητικό τρόπο, με τρυφερότητα και ευαισθησία και την εσωτερική της ρυθμολογία που αγγίζει την ποιητική διάσταση της φόρμας, δημιουργεί, ένα κοινό μυστικό, ανείπωτο που μόνο ο καλλιτέχνης και ο θεατής ανακαλύπτουν μέσα από τη θέαση του έργου.

*Η Μαρία Κενανίδου Mείναι ιστορικός τέχνης-curator.

sang

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Σκάβοντας τα σοκάκια του κόσμου

air2

Εκτός σχεδίου πάντα η ποίηση

μέσα της
το σχέδιο του σύμπαντος κόσμου.

Μεσσίες και Μεσσίες επαγγέλλονται τον παράδεισο. Η ποίηση τους αποκρούει προχωρώντας στο δικό της δρόμο, σ’ ένα ατέλειωτο ταξίδι εσωτερικής συνομιλίας και καταβύθισης. Γυμνή, θεόγυμνη πάντα, σ’ έναν κόσμο με αρχή και τέλος, χωρίς το χειροφίλημα, το φιλί, τον ασπασμό, χωρίς το ενδιάμεσο κενό που σημαίνει νιώθω και γνωρίζω. Η ποίηση είναι η σωστική μεταμέλεια αυτού του κενού, με όλα τα εμπόδια μπροστά της παράξενα φορτισμένα από την αλήθεια.

Αντίθετα κινούμενη, εκτός σχεδίου, αναζητεί κτερίσματα, θραύσματα. Χτυπάει κουδούνια αξημέρωτα, επισκέπτεται σπίτια που τα στοιχειώνει η απουσία και η μνήμη, συνομιλεί με τις σκιές τους. Ενώνει κρίκους, ηλικίες, γενιές. Αφαιρεί τις μάσκες, τα προσωπεία. Δείχνει τα πράγματα όπως είναι. Ενίοτε καταφεύγει σε χρησμούς. Απλώνει το χέρι στο ανέκφραστο. Ξεσηκώνει τον άγιο αντίλογο, το θεό και το δαίμονα. Ξεσηκώνει το πλήθος με τη δύναμη της ανάγκης, με τη δύναμη της πείνας. Αναπληρώνει την απουσία μόνο και μόνο για να την υπογραμμίσει ακόμα πιο πολύ. Γνωρίζει καλά, πολύ καλά, πως αυτό που λείπει πάντα θα λείπει. Κάθε νύχτα προσφεύγοντας στο θαύμα.

Η φωνή της δεν έχει να κάνει με την ένταση της κραυγής αλλά με τη βαθιά ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, που υπάρχει μόνο στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια, φωνή που δεν μπορούν να την πνίξουν οι ευτελείς και οι διαφθορείς της κάθε είδους εξουσίας. Μέσα στη φαινομική τάξη γίνεται λεπίδα που ανατέμνει τα πράγματα και αποδίδει τα ευρήματά της προσπαθώντας ν’ ανοίξει μονοπάτια, ν’ ανασύρει τους πόθους που ίσως θερμάνουν την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, αναζητώντας με αγωνία την ουσία της δημιουργίας. Δημιουργώντας με τη στάση της όχι οπαδούς ή πιστούς, αλλά αιωνίως αμφισβητίες. Υπερασπίζοντας και δικαιώνοντας φτωχοδιάβολους, ανυπεράσπιστους, ό,τι έμεινε και μένει αδικαίωτο, ανεκπλήρωτο, άστεγο, τάχα αδύνατο, αλλά τελικά εφικτό, δυνατό και όμορφο. Πανανθρώπινο.

Σκάβοντας τα σοκάκια του κόσμου τεμαχίζεται σ’ εργατικές συνοικίες, φάμπρικες και νταμάρια. Αναλώνεται στους κοινόχρηστους χώρους της ορφάνιας κοντά σε ρημαγμένα ένστικτα και συντρίβεται κάθε στιγμή στα φλεγόμενα πεδία βολής. Χαρακωμένη διαρκώς από σημαίες ξυράφια κατρακυλάει με το βράχο στον ώμο της και ξανά ανηφορίζει στη δόξα της ματαιότητας, καθότι είναι προτιμότερος αυτός ο αγώνας από το να ζούμε ματαίως. Αφήνοντας τη ματαιότητα των ματαιοτήτων στους θεοφοβούμενους του άλλου κόσμου.

Ακροβατώντας ασκείται. Αθλούμενη υπαινίσσεται. Με μάτι άγρυπνο και αυτί ασκημένο στους ψιθύρους αφήνει περάσματα εκεί όπου όλα μπορεί να συμβούν και να ειπωθούν. Συντρίβει αλυσσίδες. Στήνει στον τοίχο του αποσπάσματος τους εκτελεστές που τρομάζουν μπροστά στην αψηφισιά των θυμάτων. Καλώντας μας να πιστέψουμε. Να καλλιεργήσουμε την κοινωνική συνείδηση. Φλεγόμενη μας καλεί σε περιστροφικό χορό στα σταυροδρόμια του κόσμου, ανασαίνοντας από τις παύσεις και τα κενά που αφήνουν οι ρυθμοί της για να γεμίσουν οι άνθρωποι που «πάσχουν» από ζωή.

Η ελπίδα μας είναι. Η μόνο ελπίδα μας. Σ’ αυτήν την πανάρχαια ασυγκράτητη πηγή θα πρέπει να επιστρέφει διαρκώς κι αδιαλλείπτως ο άνθρωπος, αν θέλει να σωθεί από την αποκτήνωσή του. Γιατί, πολύ απλά, μια πολιτική ιδέα χωρίς ποίηση δεν είναι πολιτική, ούτε ιδέα. Ένα φιλοσοφικό σύστημα χωρίς ποίηση είναι μονάχα σύστημα. Μια οποιαδήποτε θρησκεία χωρίς ποίηση δεν έχει θεό.

Περιπλανώμενη πάντα, η «τρελή» του θεού και των ανθρώπων, κραδαίνοντας στίχους πότε σαν λουλούδια και πότε σαν άστρα, έρχεται και φεύγει με άδεια χέρια. Τραυματική αλλά και μάχιμη, μ’ έναν ήλιο καρφιτσωμένο στη θέση της πληγής. Για να μας σώσει. Γιατί σώζει η ποίηση. Ακεραιώνει. Ολοκληρώνει. Μας κάνει ατόφιους. Ολόκληρους. Όλους. Χωρίς την παρουσία της ο βίος θεωρείται αβίωτος.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στη διεύθυνση http://stigmalogou.blogspot.com

Λίνα Φούντογλου: “Δε βρίσκω τίποτα δημιουργικότερο του μηδενός”

12651371_10156506162865416_7351924468899731457_n

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΕΛΙΟ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ
http://www.thecolumnist.gr/2016/02/blog-post_10.html

Συνάντησα τη Λίνα Φούντογλου σε ένα μικρό ατμοσφαιρικό μπαρ της Αθήνας, πριν από λίγο καιρό. Αέρινη παρουσία, γοητευτική συνομιλήτρια και παθιασμένη με την τέχνη, αρκούν μόλις λίγα λεπτά συζήτησης μαζί της για να καταλάβει κάποιος πόσο μεγάλο ρόλο παίζει η πολιτική, με την ευρεία έννοια, στη σκέψη της.

Απόφοιτος του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, στο τμήμα που όπως η ίδια είπε οφείλει την πολιτικοποίησή της, στη συνέχεια σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή Αθηνών “Γιώργος Θεοδοσιάδης” από το 2009 ως το 2012, τελειώνοντάς την με άριστα και από τότε έχει αφιερωθεί κυρίως στο θέατρο. Ξεκίνησε την πορεία της με τον μονόλογο “Wordwhore” του Γάλλου συγγραφέα Tam Cy Albert από το Urbn Theatr, συνέχισε συμμετέχοντας σε άλλες παραστάσεις του Urbn Theatr, στο “Τρίτο Κύμα” στο Εθνικό Θέατρο ενώ πρόσφατα έγραψε και σκηνοθέτησε την πρώτη της ταινία μικρού μήκους το “Sweet Society”. Εξίσου σημαντική όμως είναι και η σχέση της με την ποίηση καθώς ποιήματα από την πρώτη συλλογή της με τίτλο “δημιουργικό μηδέν” – 19 ποιήματα της Λίνας Φι & 8 σχέδια της orgbalmaria, θα δημοσιευτούν μεταφρασμένα στο γαλλικό περιοδικό “Riveneuve Continents”. Κι όλα αυτά χωρίς να έχει εγκαταλείψει ούτε στιγμή τα ΜΜΕ όπου, ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα ως ραδιοφωνική παραγωγός από το “Πορτοκαλί”, πλέον προβληματίζει και προβληματίζεται μέσα από τη στήλη “Απεριορίστων (δια)δρομών” στο περιοδικό 3pointmagazine.gr.

Η πολυτάλαντη Λίνα Φούντογλου μίλησε αποκλειστικά στο “The Columnist” για την υποκριτική, την σχέση τέχνης και πολιτικής, το θέατρο στα χρόνια της κρίσης, τα μελλοντικά της σχέδια και άλλα.

– Ηθοποιός, ποιήτρια, δημοσιογράφος. Ποια από τις τρείς αυτές ιδιότητες πιστεύεις ότι σου ταιριάζει καλύτερα;

Λ.Φ.: “Είμαι ηθοποιός. Στο σχολείο ήμουν καλή μαθήτρια και το να εισαχθώ σε μία υψηλόβαθμη σχολή ήταν σχεδόν επιβαλλόμενο στο πλαίσιο της ελληνικής κουλτούρας “μάθε παιδί μου γράμματα”. Επέλεξα ό,τι βρήκα πιο ενδιαφέρον. Τη σχολή μου βέβαια την αγάπησα πολύ καθώς εκεί πολιτικοποιήθηκα. Γράφω από τα οχτώ. Βαρύγδουπη λέξη αλλά θα μπορούσες να πεις ότι είμαι και ποιήτρια.”

– Η υποκριτική ήταν παιδικό όνειρο ή προέκυψε στην πορεία;

Λ.Φ.: “Ήταν ανάγκη από πάντα. Ποτέ όνειρο. Θα έλεγα πως ήταν πάντα μία πραγματικότητα. Το ήξερα απ’ όταν ήμουν στο δημοτικό.”

– Πριν από λίγο καιρό έγραψες και σκηνοθέτησες την πρώτη σου ταινία μικρού μήκους, το Sweet Society, η οποία στηλιτεύει τόσο την ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων όσο και τη σχέση κράτους-πολίτη στις δυτικές κοινωνίες. Μίλησέ μας λίγο για αυτά.

Λ.Φ.: “Νόμος < Κράτος < Σύστημα, υπάρχει μία απαράβατη ιεραρχία όσο και μία απορία, ποιός είναι επιτέλους αυτό το σύστημα. Στην μικρή μου πορεία είδα λίγα κι έμαθα πολλά για αγώνες καταπιεσμένων που εξέλιξαν μεν την ιστορία, κατέληξαν δε στο χωνευτήρι του συστήματος. Το σύστημα, ο καπιταλισμός, δε θα μπορούσε να είναι γυναίκα. Η γυναίκα εξακολουθεί να υφίσταται ρατσισμό, να θεωρείται το αδύναμο φύλο, το αντικείμενο της απόλαυσης κ.λπ. Έπειτα, λόγω της εν δυνάμει μητρότητας έχει πιο έντονο το θυμικό κομμάτι πράγμα που την καθιστά πιο ευάλωτη στο να λυγίσει από το συναίσθημα. Η "σκληρή" καγκελάριος της Γερμανίας με τους ανέκφραστους ήχους που παράγει, δείχνει πως το κράτος σε αντίθεση με το σύστημα θα μπορούσε να είναι γυναίκα. Πρόσεξε όμως, μία γυναίκα άτεκνη, των θετικών επιστημών, από μία τεχνοκρατική κουλτούρα. Και πάλι όμως, δεν είναι το ίδιο το σύστημα! Σημειώνω πως αυτό είναι άποψή μου και πάντα για μια πλειοψηφία. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν πάντα και οι ανατροπές είναι για να γίνονται. Για να κλείσω λίγο πιο ανάλαφρα, θα πω ότι αγαπώ πολύ τους άντρες και είμαι από τις τυχερές που έχουν βιώσει ίση μεταχείριση και σεβασμό. Φυσικά δε μιλάω για τους "άρχοντες", για τους άλλους… που αντιδρούνε."

– Πολλοί υποστηρίζουν ότι η πολιτική είναι τέχνη. Από την άλλη πλευρά όμως η τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή, δεν εμπεριέχει κι αυτή το στοιχείο της πολιτικής;

Λ.Φ.: "Ίσως εδώ φανώ λίγο απόλυτη αλλά για μένα αλίμονο αν η τέχνη δεν είναι πολιτική. Φαντάζομαι δε χρειάζεται να διασαφηνίσουμε τι σημαίνει πολιτική κι ότι δεν έχει σχέση απαραίτητα με τα κόμματα, έτσι; Επίσης για μένα είναι το ίδιο πολιτικό ένα έργο του Τσέχωφ με ένα του Πίντερ, όλα δείχνουν έναν δρόμο για μία καλύτερη ζωή και αυτό είναι η ξεχασμένη σημασία της πολιτικής. Η τέχνη καλλιεργεί συνειδήσεις, ποιεί ήθος, ανοίγει ορίζοντες. Για μένα δε θα πρέπει να είναι ένα ξέσπασμα αλλά μία σπίθα προς την κατεύθυνση της κοινωνικής αφύπνισης, της ανθρωπιάς, της απελευθέρωσης."

– Τι είναι πιο επικίνδυνο για την πορεία μιας κοινωνίας, η απολιτίκ στάση ή η λάθος πολιτική επιλογή;

Λ.Φ.: "Και το "απολιτίκ" είναι μία συνειδητή πολιτική θέση που λέει "αποφασίστε εσείς μωρέ, εγώ είμαι κάτι άλλο". Οι περισσότεροι είναι απλώς οπορτουνιστές. Πολύ εγωιστική θέση, κατά τη γνώμη μου. Η λάθος πολιτική κατεύθυνση, χμ… και ποιά είμαι εγώ για να πω τη σωστή; (γέλιο) Πιστεύω σε μία πολιτική κατεύθυνση, άρα τη θεωρώ σωστή ή καλύτερα δίκαιη, δεν την επιβάλλω, τη μοιράζομαι και… μακάρι μια μέρα η κοινωνία να πάρει τη ζωή της στα χέρια της."

– Η "Ισορροπία του Nash" που ανέβηκε πρόσφατα στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και στη συνέχεια κατέβηκε για να ξανανέβει, προκάλεσε έντονη πόλωση όχι μόνο στον καλλιτεχνικό κόσμο αλλά και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία. Κάποιοι μίλησαν για τεράστια πρόκληση ενώ κάποιοι άλλοι για υστερία. Ποια είναι η δική σου προσέγγιση στην όλη υπόθεση;

Λ.Φ.: "Όταν δημιουργείς κάτι, από μία μπροσούρα έως μία παράσταση, δύο πράγματα είναι σημαντικά, το γιατί το κάνεις -η ανάγκη δηλαδή- και το πού απευθύνεσαι. Προφανώς, η ενόχληση ακούστηκε επειδή ανέβηκε από κρατικό ίδρυμα, που έχει δηλαδή μία συνολική απεύθυνση και συντηρείται από το λαό. Και ναι, ας μην κρυβόμαστε, μπορεί κανείς να πατήσει εκεί. Εγώ προφανώς και είμαι υπέρ της συγκεκριμένης παράστασης, από καλλιτεχνική και πολιτική σκοπιά. Για το μόνο που διατηρώ μία επιφύλαξη, δεν είναι για το αν θα μας κάψουν σαν "μάγισσες" στο Μεσαίωνα αλλά μήπως τελικά δεν είμαστε και τόσοι πολλοί αυτές οι "μάγισσες". Δε θα ήθελα να επεκταθώ ιδιαίτερα."

– Πάμε λίγο στην ποίηση. Το 2014 εξέδωσες την πρώτη σου ποιητική συλλογή με τίτλο "δημιουργικό μηδέν" – 19 ποιήματα της Λίνας Φι & 8 σχέδια της orgbalmaria. "Δημιουργικό" και "μηδέν" δεν είναι αντιφατικά;

Λ.Φ.: "Δε βρίσκω τίποτα δημιουργικότερο του μηδενός. Το μηδέν έχει κίνηση. Κυκλική όπως όλα στη ζωή. Από εκεί ξεκινάς, από εκεί επιλέγεις και αν κουραστείς, νανουρίζεσαι στην εσωτερική του καμπύλη. Όσον αφορά τη συλλογή καθεαυτή, θα ήθελα να μοιραστώ τη χαρά πως έπειτα από πρόταση, κάποια ποιήματά μου θα μεταφραστούν στη γαλλική γλώσσα για το γαλλικό περιοδικό "Riveneuve Continents", στην κατηγορία "Γραπτά και Αγώνες". Πρόκειται για μία πρόταση αυτών των λογοτεχνικών εκδόσεων, να ειδωθεί η ελληνική λογοτεχνία ως ένας από τους αγώνες αντίστασης στις πολιτικές λιτότητας και εξόντωσης και να γίνει κοινωνός όσων περισσοτέρων. Είναι κάτι που μου έδωσε πολλή χαρά καθώς από μικρή αρνιόμουν να κατανοήσω την έννοια των συνόρων, σε οτιδήποτε."

– Από πού αντλείς έμπνευση;

Λ.Φ.: "Από τους ανθρώπους. Από το σώμα. Θαυμάζω ό,τι κινείται σαν να έχω έρθει από άλλον πλανήτη. Από αυτούς που ρισκάρουν. Από το αίμα. Από τη διαφορετικότητα. Από τα μάτια. Από το αρσενικό φύλο. Από τον αναπτήρα μου που έπεσε στον υπόνομο και κάθε βράδυ υποφέρει από μοναξιά."

– Τι συνιστά για σένα ποιότητα;

Λ.Φ.: "Άλλο να ποιείς ήθος και άλλο να καθησυχάζεις το νου. Ξεκάθαρα ποιότητα είναι το πρώτο."

– Πόσο και με ποιο τρόπο επηρέασε το θέατρο και γενικότερα τα πολιτιστικά δρώμενα η κρίση των τελευταίων έξι ετών;

Λ.Φ.: "Για την τέχνη, όποιος ήταν εφησυχασμένος είναι και τώρα. Όσο και να προσπαθεί να απεικονίσει την αλήθεια, ποτέ δε θα έχει το πάθος αυτού που ήδη κολυμπάει μέσα της. Ποτέ δε θα χορέψει μέσα στη φωτιά που έχει αρπάξει στα μέρη μας. Ο αγώνας ήταν πάντα ζωντανός, όσοι τον θυμήθηκαν τώρα, με την ίδια ευκολία θα τον ξεχάσουν. Αυτό χρεώνει περισσότερο τους δημιουργούς παρά τους ηθοποιούς που προσπαθούν να βιοποριστούν. Οι αρνητικές επιρροές αφορούν όλους τους τομείς. Μέχρι και το ψυχολογικό κομμάτι. Για το επάγγελμά μου πάντα ήταν μικρές οι οικονομικές απολαβές και το γνώριζα, οπότε δε θα πω κάτι καινούργιο. Εμείς ζούμε για εκείνη την κυρία που θα πει "σε θυμάμαι από εκείνη την παράσταση, μ' έκανες και δάκρυσα" και για το αγόρι που σου λέει "άρχισα να γράφω". Αυτά τα κάνουμε "ψωμί" και τρώμε."

– Ετοιμάζεις κάτι αυτόν τον καιρό;

Λ.Φ.: "Ναι. Συνεχώς γεννάω ιδέες και ευτυχώς βρήκα άνθρωπο με την ίδια πάθηση. Μαζί με τον σκηνοθέτη Αντώνη Morgan Κωνσταντουδάκη, ιδρύσαμε την ομάδα NAIL και την Hit n' Run Productions. Καλλιτεχνικές παρεμβάσεις στην πόλη με μηνυματικό χαρακτήρα που σύντομα θα μοιραστούμε με όλους. Μετά από μία υπερκόπωση που με ανάγκασε να αρνηθώ ενδιαφέρουσες θεατρικές δουλειές, η NAIL συνδυάζει για εμένα ό,τι θέλω να εκφράσω μέσα από την τέχνη. Στο πλαίσιο αυτών των παρεμβάσεων έρχεται και μία μικρού μήκους ταινία για τον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο. Για αυτήν θα μας γράψει μουσική η αγαπημένη μου και διεθνώς γνωστή μπάντα από τη Μεγάλη Βρετανία, οι Detachments, άξιοι απόγονοι των Joy Division, όπως τους έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος ο Peter Hook. Πρόκειται για μία ταινία που θα βασιστεί αρκετά στη μουσική γι' αυτό ψάχναμε αρκετά. Το ότι δέχτηκε ο Bastien μόνο επειδή βρήκε ενδιαφέρον το project, ήταν αναπάντεχο για εμάς. Και ιδιαίτερη χαρά για εμένα που αγαπώ τόσο το είδος της μουσικής που υπηρετεί. Επίσης εν καιρώ, θα κάνω ένα μικρό βήμα να σπάσω το ταμπού που είχα για την τηλεόραση, λαμβάνοντας συμμετοχή σε κάποια γυρίσματα για μία νέα και πολλά υποσχόμενη σειρά. Τέλος, έχω στα σκαριά τη δεύτερη ποιητική συλλογή μου ενώ θα ήταν παράλειψη να μη σημειώσω ότι διατηρώ τη στήλη "Απεριορίστων (δια)δρομών" στο 3pointmagazine.gr."

Το σώμα ως τόπος εμπειρίας και δράσης μέσω του Θεάτρου Εικόνων

1457430100

Νάγια Μποέμη
9/4/2016

Η τεχνική του Θεάτρου Εικόνων ανήκει στο Θέατρο του Καταπιεσμένου και χρησιμοποιεί το ανθρώπινο σώμα για την αναπαράσταση σκέψεων, ιδεών, συναισθημάτων, συμπεριφορών, προκειμένου να διερευνήσει την εσωτερική ή εξωτερική καταπίεση των ατόμων είτε σχετίζονται με το θέατρο είτε όχι. Οι συμμετέχοντες δημιουργούν εικόνες των εμπειριών τους με τα σώματά τους δίνοντας μια αίσθηση της πραγματικότητας τους, Στο σώμα εγγράφονται οι κοινωνικές σημασίες, και κατά το χτίσιμο των εικόνων ξανά-γράφονται από τους συμμετέχοντες όπως τις έχουν βιώσει. Μέσα από την αναστοχαστική διαδικασία αναδεικνύονται οι πολιτισμικοί λόγοι σε σχέση με το σώμα και οι συμμετέχοντες μπορούν να αποκτήσουν γνώση της κοινωνικής κατασκευής των σωμάτων τους. Αυτή η γνώση δίνει την ώθηση για κοινωνική δράση, όπου η ενσωματωμένη καταπίεση γίνεται ενσωματωμένη αλλαγή. Το άρθρο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: α) θεωρητική εισαγωγή στο Θέατρο του Καταπιεσμένου και στο Θέατρο Εικόνων, β) περιγραφή του βιωματικού εργαστηρίου, γ) θεωρητική ανάλυση, δ) περιγραφή της τεχνικής αξιολόγησης που εφαρμόστηκε στο εργαστήριο. Οι θεωρίες αντλούνται από την κοινωνική ανθρωπολογία και ιστορία, όπου το σώμα προσεγγίζεται ως κοινωνικό και πολιτισμικό προϊόν και δεν έχει καθολικό και ουδέτερο χαρακτήρα.
Η τεχνική του Θεάτρου Εικόνων ανήκει στο Θέατρο του Καταπιεσμένου και χρησιμοποιεί το ανθρώπινο σώμα ως έναν εκφραστικό τόπο για την αναπαράσταση συναισθημάτων, ιδεών και σχέσεων (Άλκηστις, 2008, σ. 59). Οι συμμετέχοντες δημιουργούν ατομικά και συλλογικά εικόνες από προσωπικές ιστορίες κοινωνικής καταπίεσης, από προσωπικές συγκρουσιακές καταστάσεις ώστε να οδηγηθούν σε μια μη συγκρουσιακή κατάσταση. Η διαδικασία αποσκοπεί στην προσωπική και συλλογική εξερεύνηση ενός θέματος, τη διείσδυση στις προσωπικές ιστορίες που έχουμε πλάσει για το κοινωνικό μας περιβάλλον και τους εαυτούς μας και στην αποκάλυψη βαθύτερων προβληματισμών. Η τεχνική επιτρέπει τη δημιουργία μιας ‘θεατρικής κοινότητας’ με ‘κοινή γλώσσα’ (Γκόβας-Ζώνιου, 2011, σ. 14). Όπως υποστηρίζει ο Boal, η κοινωνική καταπίεση είναι ενσωματωμένη, βιώνεται όχι μόνο πνευματικά, αλλά σωματικά και συναισθηματικά (Boal, 2006).

Το άρθρο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: α) θεωρητική εισαγωγή στο Θέατρο του Καταπιεσμένου και στο Θέατρο Εικόνων, β) περιγραφή του βιωματικού εργαστηρίου, γ) θεωρητική ανάλυση, δ) περιγραφή της τεχνικής αξιολόγησης που εφαρμόστηκε στο εργαστήριο. Οι θεωρίες αντλούνται από την κοινωνική ανθρωπολογία και ιστορία, όπου το σώμα προσεγγίζεται ως κοινωνικό και πολιτισμικό προϊόν και δεν έχει καθολικό και ουδέτερο χαρακτήρα.

Α) Θέατρο του Καταπιεσμένου

Αρχές του Θεάτρου του Καταπιεσμένου

Το Θέατρο του Καταπιεσμένου (στο εξής ΘτΚ)[1] αναπτύχθηκε από τον Augusto Boal με σκοπό την ενεργή συμμετοχή του πολίτη στα κοινά, ανεξαρτήτως προέλευσης, μόρφωσης και κοινωνικής θέσης. Βασική αρχή της θεατρικής μεθόδου είναι ότι το θέατρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για αναστοχασμό και αλλαγή σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Το ΘτΚ μετατρέπει το μονόλογο του θεάτρου σε διάλογο, σε μια σχέση αλληλεπίδρασης του κοινού και του ηθοποιού (Ζώνιου, Μποέμη, Παπαδοπούλου, 2012).

Σύμφωνα με τις αρχές του ΘτΚ, το θέατρο, όπως και η γλώσσα, είναι προσιτό σε όλους αρκεί να διδαχτούν τη μέθοδο. Το ρόλο του δάσκαλου αναλαμβάνει το ΘτΚ. με μια σειρά από ασκήσεις και τεχνικές που στοχεύουν πρώτα στη συνειδητοποίηση της κοινωνικής πραγματικότητας και μετά στη δυνατότητα πραγματοποίησης οποιαδήποτε αλλαγής της. Το θέατρο αρχικά λειτουργεί ως μέσο για να γνωρίσουμε καλύτερα την πραγματικότητα που βρίσκεται γύρω μας και μέσα μας και έπειτα ως μέσο για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Έτσι μπορεί να μας βοηθήσει να οικοδομήσουμε ένα μέλλον, αντί να περιμένουμε γι ‘αυτό.

Θέατρο μπορούν να κάνουν όλοι, γιατί είναι ένας τρόπος έκφρασης έμφυτης στον άνθρωπο, είναι αρκετό το να είσαι ανθρώπινη ύπαρξη. «Το ανθρώπινο ζώο είναι το μοναδικό ζώο που είναι ικανό να δρα και να παρατηρεί τον εαυτό του ενώ δρα» (Boal, 1998). Το ΘτΚ ασχολείται με το θέατρο το οποίο είναι κάποιος και όχι με το θέατρο το οποίο κάνει κάποιος. Γι’ αυτό έχει δημιουργηθεί ένα σύστημα ασκήσεων, παιχνιδιών και τεχνικών που βγάζουν από τον καθένα αυτό που ήδη φέρει ως άτομο. «Ο ηθοποιός έχει συνείδηση ότι χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα. Το ΘτΚ μεταφέρει αυτή τη συνείδηση στους ανθρώπους οι οποίοι ήδη μιλούν θέατρο χωρίς να το ξέρουν. Έχει να κάνει με τη γνώση του ότι, θέλεις δεν θέλεις, σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει η γλώσσα που χρησιμοποιείς, είναι θέατρο, αυτή είναι η έκφραση» (ο.π. 1998).

Οι απόψεις αυτές στηρίζονται στο ότι η θεατρικότητα είναι εκείνη η ικανότητα, εκείνη η εγγενής ανθρώπινη ιδιότητα, που επιτρέπει στον άνθρωπο να παρατηρήσει τον εαυτό του εν δράσει, μια δεξιότητα που είναι διαθέσιμη όταν οι συνθήκες την ευνοούν ή την απαιτούν, «εξαρτάται από ένα πεδίο προδιαθέσεων που οικοδομείται σε καίριες για τη ζωή του καθένα περιόδους και που τον εφοδιάζει με μια γνώση όχι απαραίτητα ρητά διατυπωμένη. Σιωπηλή γνώση την ονομάζει ο Bourdieu, γιατί τη μαθαίνει κανείς δρώντας, όχι υπακούοντας σε έκδηλες ρυθμίσεις αλλά προσαρμόζοντας σε κάθε φορά διαφορετικές περιστάσεις σχήματα συμπεριφοράς» (Σταυρίδης, 2002, σ. 243). Ο δρών με αυτόν τον τρόπο θεατής δεν μεταμορφώνεται σε κάποιον άλλον, δεν υποδύεται ένα διαφορετικό κοινωνικό ρόλο, παίζει τον εαυτό του ανακαλύπτοντας τις πιθανές προεκτάσεις του (Μποέμη, 2012). Η αυτοσυνείδηση που αποκτιέται μ’ αυτόν τον τρόπο, δίνει τη δυνατότητα να φαντάζεται παραλλαγές της δράσης του και να μελετά εναλλακτικές δυνατότητες για τη ζωή του.

«Αν είσαι παρατηρητής του εαυτού σου εδώ και τώρα, στο παρόν, μπορείς να αναλύσεις το παρελθόν σου προκειμένου να επινοήσεις το μέλλον σου. Αυτό είναι το ΘτΚ: σήμερα, εδώ, στο παρόν, προσπαθείς να αναλύσεις το παρελθόν, τι έκανες, ποιους δρόμους έχεις πάρει, ποιους στόχους έχεις επιτύχει και προς τα πού θέλεις να βαδίσεις στο μέλλον. Ετσι το ΘτΚ είναι μια αντανάκλαση του παρελθόντος μέσα στο παρόν για το μέλλον» (Boal, 1998).

Ποιος είναι ο καταπιεσμένος-Τι είναι η καταπίεση

Δύο έννοιες είναι βασικές στην ποιητική του ΘτΚ που ορίζουν τον καταπιεσμένο και την καταπίεση. Η πρώτη είναι αυτή του διαλόγου, όπου «οι καταπιεσμένοι είναι τα άτομα ή οι ομάδες που έχουν στερηθεί για κοινωνικούς, πολιτισμικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, φυλετικούς, σεξουαλικούς ή για όποιον άλλο λόγο του δικαιώματος για διάλογο ή που έχουν βρει με άλλο τρόπο εμπόδια στην άσκηση του δικαιώματος αυτού»(Ζώνιου, 2010, σ. 73). Η άλλη σημαντική έννοια είναι η εξουσία, όπου «η καταπίεση δημιουργείται όταν δεν υπάρχει ισορροπία εξουσίας. Αυτή η ανισορροπία προξενεί αδικία. Εκείνοι που έχουν εξουσία, προσπαθούν να κρατήσουν τους υπόλοιπους χωρίς εξουσία» (ο.π. σ. 73).

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι «ο καταπιεσμένος είναι αυτός που έχει συνειδητοποιήσει την καταπίεση που βιώνει. Είναι αυτός που νιώθει τόσο την ανάγκη όσο και την επιθυμία για την αλλαγή» (Ζώνιου, 2010, σ. 73) και δεν είναι το θύμα μιας καταπίεσης. Στο ΘτΚ. συμμετέχουν αυτοί που θέλουν να αλλάξει η κατάστασή τους, άρα να αλλάξει η ταυτότητα που τους έχουν προσδώσει.Το άτομο μπορεί να μεταβάλλει την ταυτότητα του και να εκφραστεί ή να δράσει σαν να είναι κάποιος άλλος. Πίσω από την ταυτότητα βρίσκεται η δύναμη του εαυτού που εκδηλώνει την αντίσταση στα κοινωνικά πρότυπα και διαχειρίζεται τη μεταβολή της ταυτότητας σε διαλεκτική ενότητα με αυτήν. Η ταυτότητα αντανακλά το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και η αλλαγή της ανταποκρίνεται σε αλλαγή των σχέσεων αυτών (Μποέμη, 2010, σ. 69). Πρόκειται λοιπόν για αλλαγή ταυτότητας που προκαλείται με δράση του ίδιου του ατόμου. ‘Έξοδος’ από την ταυτότητα που τους έχουν προσδώσει, προς αναζήτηση του εαυτού που επιθυμούν. Πρόκειται για μετατόπιση (transportation) (Schechner, 1985, σ. 117) που ωστόσο δεν περιλαμβάνει κάποια μορφή προετοιμασίας, γιατί ο εν δυνάμει εαυτός υπάρχει, υφίσταται, αλλά αναζητά τη διαδρομή για να δράσει. Δεν πρόκειται για αλλαγή που γίνεται για την αλλαγή, για μία προσέγγιση αυτού που ουσιαστικά κάποιος δεν είναι.

Ωστόσο, «…ο σκοπός δεν είναι η εξεύρεση ατομικών λύσεων αλλά η εξερεύνηση της κοινωνικής διάστασης του προβλήματος, η κατάδειξη της δομής της καταπίεσης και η κινητοποίηση της συλλογικότητας» (Ζώνιου 2010, σ. 73). Ο πρωταρχικός στόχος είναι η ανάδειξη και η ανάλυση της καταπίεσης, ακόμα και των πιο καλά κρυμμένων μέσα στο μυαλό και το σώμα και απώτερος στόχος είναι η χειραφέτηση του ατόμου για την κοινωνική αλλαγή.

Θέατρο Εικόνων

«Όλη η μέθοδος του ΘτΚ και κυρίως το Θέατρο Εικόνων βασίζονται στον πολλαπλό καθρέφτη από τα βλέμματα των άλλων, ένας αριθμός ανθρώπων κοιτούν την ίδια εικόνα, και καταθέτουν τα αισθήματα τους. Αυτή η πολλαπλή αντανάκλαση θα αποκαλύψει στο άτομο που έφτιαξε την εικόνα τις κρυμμένες πτυχές. Εξαρτάται από τον δημιουργό της εικόνας να καταλάβει και να νιώσει ότι θέλει και ότι είναι ικανός να πάρει από αυτή τη διαδικασία» (Boal, 2002, σ. 175).

Το Θέατρο Εικόνων είναι μία σειρά τεχνικών που επιτρέπει στην ομάδα να επικοινωνήσει μέσω των εικόνων και όχι μόνο με τις λέξεις. Για τη δημιουργία εικόνων όσοι συμμετέχουν αντλούν υλικό από τις προσωπικές τους εμπειρίες, είτε χρησιμοποιώντας ο καθένας το σώμα του είτε μιας ομάδας ανθρώπων, σαν να ήταν γλύπτης και οι άλλοι ένας σωρός από πλαστελίνη. Ο γλύπτης απαγορεύεται να μιλήσει, όμως μπορεί να λειτουργήσει ως ‘καθρέφτης’, και να δείξει μέσω του δικού του προσώπου αυτό που περιμένει από το γλυπτό. «Είναι σημαντικό ο γλύπτης να λειτουργεί γρήγορα, ώστε να μην μπει στον πειρασμό να σκεφτεί με λόγια και να τα μετατρέψει σε εικόνες. Αν δεν γίνει κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι εικόνες είναι γενικά φτωχές» (Boal, 2002, σ. 181). Η δημιουργία εικόνων – που μπορεί να είναι κυριολεκτικές ή αφηρημένες – συχνά αποσαφηνίζει μια κατάσταση και μπορεί να εγείρει σημαντικά ερωτήματα και συζητήσεις. Μόνο αφότου ολοκληρωθούν οι εικόνες η ομάδα κάνει μία αντικειμενική περιγραφή της εικόνας και έπειτα προχωράει στην ερμηνεία.

Όλη η διαδικασία χωρίζεται σε τρείς φάσεις: α) η πραγματική εικόνα (real image), η εικόνα της πραγματικότητας που αναπαριστά την καταπίεση· β) η ιδανική εικόνα (ideal image) που αναπαριστά την αλλαγή της καταπιεστικής πραγματικότητας· γ) η εικόνα της μετάβασης (image of transition), η μετάβαση από την καταπιεστική στη μη-καταπιεστική πραγματικότητα (Boal, 1981, σ. 31-32). Ακολουθεί η δυναμοποίηση (dynamization)[2], η εξέλιξη της εικόνας με την προσθήκη κίνησης, λόγου, ήχου προκειμένου να ενεργοποιηθούν τόσο τα άτομα που συνθέτουν την εικόνα όσο και το κοινό, όπου χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές όπως «η μηχανή του ρυθμού», «ανίχνευση σκέψης», κ.α. η επιλογή των οποίων γίνεται από τον εμψυχωτή ανάλογα την ομάδα[3].

Η εικόνα λειτουργεί ως συμπυκνωτής μέσω της οποίας καταδεικνύεται η πραγματικότητα των συμμετεχόντων. «Οι εικόνες μπορεί να είναι ρεαλιστικές, αλληγορικές, σουρεαλιστικές, συμβολικές ή μεταφορικές. Αυτό που ενδιαφέρει είναι να είναι αληθινές, αληθινές όπως τις ένιωσε ο πρωταγωνιστής-γλύπτης» (Boal, 2002, σ. 175). Η ακίνητη εικόνα δεν είναι στατική, εμπεριέχει μια δυναμική, έχει κίνηση στην ακινησία της και συγκεντρώνει μέσα της το νόημα μιας δράσης. Η τεχνική αυτή δίνει την ευκαιρία σε αυτούς που δημιουργούν την εικόνα να εστιάσουν στο σημαντικό, για να αποδώσουν σε μια εικόνα το νόημα. Από την άλλη δίνει συγχρόνως τη δυνατότητα στους θεατές να ασκηθούν στην ανάγνωση της εικόνας (Αυδή & Χατζηγεωργίου, 2007, σ. 86).

Β) Βιωματικό εργαστήριο

Το εργαστήριο περιλάμβανε παιχνίδια και ασκήσεις, σχεδιασμένα ώστε οι συμμετέχοντες να οδηγηθούν σε μια διαδικασία διερεύνησης της κοινωνικής πραγματικότητας και μετασχηματισμού της σε θεατρική μορφή. Ο Βoal αναφέρεται σε 5 κατηγορίες δραστηριοτήτων: 1.αισθάνομαι αυτό που αγγίζω 2. ακροώμαι αυτό που ακούω 3. δυναμοποίηση των διάφορων αισθήσεων 4. βλέπω αυτό που κοιτάζω 5. η μνήμη των αισθήσεων. (Βoal, 2002).

Τα παιχνίδια και οι ασκήσεις στοχεύουν:

στη γνωριμία μεταξύ των συμμετεχόντων και την κατασκευή της ομάδας
στη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης
στην ευαισθητοποίηση των αισθήσεων
στην προετοιμασία του σώματος ως εκφραστικού μέσου
στην «απο-μηχανοποίηση» (de-mechanization), δηλαδή στη δραστηριοποίηση των κρυφών και ανεξερεύνητων ικανοτήτων των συμμετεχόντων
στην ενεργοποίηση της φαντασίας
στην ανάπτυξη της ενεργητικής ακρόασης και της ενσυναίσθησης
στην καλλιέργεια της οπτικής επικοινωνίας

Κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου έγιναν οι εξής ασκήσεις και παιχνίδια: «Παρουσιάζω τον διπλανό μου», «το όνομά σου τρεις φορές», «μία μύγα πάνω από το κεφάλι μας», «καρέκλες», «τυφλός και οδηγός», «κολομβιανή ύπνωση», «γλύπτης και γλυπτό», «Εικονογραφώντας ένα θέμα με το σώμα μου», «εικονογραφώντας ένα θέμα με τα σώματα των άλλων»[4] (Boal, 2002).

Γ) Θεωρητική προσέγγιση

Η θεωρητική ανάλυση στηρίχθηκε στην τεχνική ‘εικονογραφώντας με τα σώματα των άλλων’. Μέσω του Θεάτρου Εικόνων αναδεικνύονται οι πολιτισμικοί λόγοι σε σχέση με το σώμα και οι συμμετέχοντες διατυπώνουν κοινωνικά ζητήματα που δεν μπορούν να εκφράσουν διαφορετικά. Το ανθρώπινο σώμα προσεγγίζεται όχι ως φυσικό αντικείμενο, αλλά ως μια κοινωνικά και ιστορικά συγκροτημένη οντότητα. Σε αυτήν την ιδέα βασίζονται οι περισσότερες πρόσφατες θεωρήσεις για το σώμα, παρά τις αποκλίσεις τους.

‘Με κοιτάζουν’: το κοινωνικό σώμα

Το σώμα εκφράζει την ύπαρξή μας με αμεσότητα σε πολλαπλά επίπεδα, βλέπει και βλέπεται, ακούει και ακούγεται, αγγίζει και αγγίζεται, σύμφωνα με τη φαινομενολογία. Η στάση του σώματος, η έκφραση του προσώπου, καθώς και η συνοχήαυτών των επιπέδων (ή η έλλειψη αυτής) παρέχουν περισσότερες και εγκυρότερες πληροφορίες από τα λόγια. Τα σώματα εκπέμπουν συνειδητά και ασυνείδητα μη λεκτικά μηνύματα – ενσωματωμένες αξίες, επιθυμίες, ανάγκες, ενδιαφέροντα, υποχρεώσεις, πιέσεις. Τα σωματικά αυτά μηνύματα «διαβάζονται» και ερμηνεύονται με γνώμονα το πλαίσιο του συγκεκριμένου γεγονότος (Cowan, 1990, σ. x).

Η πρώτη εικόνα (αντικειμενική περιγραφή) έδειχνε έναν άνθρωπο σε αριστερό προφίλ, με το δεξί χέρι ψηλά στο ύψος του ώμου. Δίπλα ένα άτομο πλάτη σε αυτόν, που κάτι πάει να πει στον διπλανό του από τα δεξιά. Ακριβώς δίπλα δύο ακόμα άνθρωποι που ο ένας έχει τα χέρια στα γεννητικά του όργανα και ο διπλανός τα χέρια στο στήθος με βλέμμα χαμηλό. Τη δημιουργία της εικόνας ακολούθησε συζήτηση και ερμηνείες. Όποτε κάτι προβλημάτιζε ή δίχαζε το κοινό, ζητήθηκε από την γλύπτρια να κάνει διορθωτικές κινήσεις, προκειμένου να γίνει η εικόνα πιο ξεκάθαρη. Αφού κατέληξε και συμφώνησε το κοινό στο τι παρουσιάζει η εικόνα περάσαμε στη δυναμοποίηση, με την «ανίχνευσης σκέψης»[5].

Η Ιωάννα, που ήταν η γλύπτρια, περιγράφει την καταπίεση που βιώνει σε σχέση με την ‘ηθική που έχει επιβληθεί μέσα από τα χρόνια από την εκκλησία, από την οικογένεια και από την κοινωνία. Άνθρωποι που ντρέπονται να επικοινωνήσουν τρυφερά με τους δίπλα τους, που ντρέπονται για το σώμα και την σεξουαλικότητα τους.’ Η ηθική, όπως την διαμορφώνει η ελληνική κοινωνία είναι το πλαίσιο όπου διαμορφώνεται μια πολιτική καταναγκασμών, που συνίσταται στην επεξεργασία του σώματος, στον υπολογισμένο χειρισμό των στοιχείων του, των κινήσεών του, της συμπεριφοράς του (Synott, 1993, σ. 232). Το σώμα μετατρέπεται σε ιστορικό αντικείμενο η κατανόηση του οποίου νοηματοδοτείται από το πλαίσιο ιδεών και τις συνθήκες που επικρατούν σε μια συγκεκριμένη κοινωνία (Αλεξιάς, 2006).

Το κοινωνικό σώμα περιορίζεται και προσδιορίζεται από το πώς αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε το βιολογικό σώμα[6]. Το σώμα απεικονίζει με συγκεκριμένους τρόπους έναν ορισμένο πολιτισμό και καταλήγει να θεωρείται τόπος που σημασιοδοτούνται οι πρακτικές μιας κοινωνίας. Ο πολιτισμός διαμεσολαβεί στις βιολογικές ιδιότητες του σώματος (Douglas, 1996). Η γλύπτρια με συμβολικό τρόπο – παλάμες που σφραγίζουν το στόμα, παλάμες που κρύβουν τα γεννητικά όργανα και το στήθος –μεταφέρει την κοινωνική πίεση που ασκείται στο σώμα και που το ωθούν να ενεργήσει με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Από την άλλη είναι μία σωματική δήλωση του τρόπου που βιώνουν τα άτομα την πραγματικότητα και του τρόπου που αντιλαμβάνονται τον κόσμο (οπτικά, ακουστικά, κινητικά, συναισθηματικά). Η αντίληψη είναι βασική σωματική εμπειρία, καθώς μέσω του σώματος το άτομο τοποθετείται στον κόσμο, βιώνει, συλλέγει εμπειρίες και γνώσεις, αντιλαμβάνεται και δέχεται πληροφορίες από τον έξω κόσμο και τους προσδίδει σημασίες (Merlau-Ponty, 2004).

‘Ντρέπομαι’, ‘Με κοιτάζουν’, ‘Σιωπή’ είναι φράσεις που ειπώθηκαν κατά τη δυναμοποίηση της εικόνας. Ο αδυσώπητος έλεγχος που ασκεί το ανθρώπινο βλέμμα, αναπόφευκτα ενεργοποιεί διαδικασίες παρατήρησης, καταγραφής, αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης της εξωτερικής επιφάνειας του άλλου. Το βλέμμα δεν είναι ουδέτερο αλλά είναι φορτισμένο με ηθικές κρίσεις και επικρίσεις. Δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το υποκείμενο και τις νοητικές του λειτουργίες, ούτε μπορεί να γίνει κατανοητό εκτός κοινωνικού πλαισίου (Goffman, 2006).

‘Πιο γρήγορα’: Το σώμα ως προϊόν εξουσιαστικών σχέσεων

Η κυρίαρχη για κάθε κοινωνία εικόνα του σώματος κατασκευάζεται από τις τεχνικές εξουσίας οι οποίες οδηγούν σε μια συγκεκριμένη κατανόησή του. Η δεύτερη εικόνα ανέδειξε ότι η εξουσία ξεκινά από την εξουσία πάνω στο σώμα (Φουκώ, 1989). Η δασκάλα, η καλή και η κακή μαθήτρια στο σχολείο ήταν οι χαρακτήρες που συνέθεταν την εικόνα. Η δασκάλα όρθια με τον δείκτη του δεξιού χεριού προτεταμένο. Οι μαθήτριες καθισμένες, κρατούν στο χέρι από ένα στυλό με τον τρόπο που γράφουμε. Η μία μαθήτρια είναι σοβαρή, κάπως μαζεμένη, ενώ η άλλη μαθήτρια χαμογελά και καμαρώνει.

Η Εύη, η γλύπτρια της εικόνας επισημαίνει ότι ‘όση ώρα γινόταν η συζήτηση σε σχέση με την εικόνα, τόσο πιο εκφραστικά γίνονταν τα άτομα που υποδύονταν τους χαρακτήρες. Η κοπέλα που έκανε την καλή μαθήτρια σιγά- σιγά απέκτησε ένα αλαζονικό χαμόγελο, ενώ εγώ αρχικά είχα στο μυαλό μου την ικανοποίηση και την αυτοπεποίθηση που νιώθουν συχνά οι καλοί μαθητές. Αυτό το αλαζονικό χαμόγελο ήταν, πιστεύω, που έκανε κατανοητό το θέμα, και μου άρεσε, γιατί έκανε πιο έντονη την εσωστρέφεια της κακής μαθήτριας, που εγώ προσπάθησα να δώσω με το σοβαρό ύφος’.

Στη δυναμοποίηση της εικόνας χρησιμοποιήθηκε η «μηχανή του ρυθμού». Ξεκινά κάποιο από τα άτομα που συνθέτουν την εικόνα μία κίνηση με ήχο ή λέξεις-κλειδιά και ρυθμό, σαν να είναι εξάρτημα μιας σύνθετης μηχανής. Στη συνέχεια μπαίνει το δεύτερο άτομο προσθέτοντας τη δική του κίνηση και ήχο, και ακολουθεί το τρίτο. Οι λέξεις-κλειδιά που ακούστηκαν είχαν ως εξής: δασκάλα: ‘πιο γρήγορα’· κακή μαθήτρια: ‘δε μπορώ’· καλή μαθήτρια: ‘πιο γρήγορα’. Όπως ειπώθηκε από τους συμμετέχοντες οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις και λόγια έκαναν ‘πολύ άμεσα’ και ‘πολύ ξεκάθαρα’ την καταπίεση.

Ο Mauss ήταν ο πρώτος που τόνισε το πόσο ισχυρά εγγράφεται η κάθε κοινωνία στο σώμα μέσω σωματικών τεχνικών (body techniques), προκειμένου να αποδείξει τον διαφορετικό τρόπο που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το σώμα τους. Οι τεχνικές σώματος είναι ο τρόπος με τον οποίο το σώμα επενδύεται πολιτισμικά με συγκεκριμένες συμπεριφορές οι οποίες μαθαίνονται από τα άτομα – όχι απαραίτητα συνειδητά – τα οποία τις αναπαράγουν διαμέσου διαφόρων εκδηλώσεων του σώματος (Mauss, 2004). Η δασκάλα, η καλή και η κακή μαθήτρια είναι εικόνες οικείες, αν όχι βιωμένες, σε όλους. Τα σώματα των τριών χαρακτήρων αναδεικνύουν τον τρόπο που βιώνουν οι χαρακτήρες την σχολική πραγματικότητα και λειτουργούν ως εργαλεία που συντηρούν τις διακρίσεις της ιεραρχίας. Η κακή μαθήτρια βιώνει την εξουσία τόσο της δασκάλας όσο και της καλής μαθήτριας. Κατά τον Φουκώ υπάρχουν εξουσίες,πολλαπλές, ποικίλες, ιστορικές, με τις οποίες διαμορφώνεται το εξουσιαστικό φαινόμενο. Η εξουσία θεωρείται ως «πλέγμα εξουσιών, πλέγμα το οποίο εν τέλει διαμορφώνει τόσο τους φορείς όσο και τα αντικείμενα της εξουσίας» (Μπέτζελου & Σωτήρη, 2004).

Αμέτοχος στην όλη σκηνή’: η ενσωματωμένη καταπίεση ως κοινωνική πρακτική

«Η καταπίεση είναι ενσωματωμένη. Βιώνεται όχι μόνο πνευματικά αλλά και σωματικά και συναισθηματικά. Έτσι και ο αγώνας για την αντιμετώπιση της καταπίεσης αναγκαστικά είναι ενσώματος» (Boal, 2006). Η θεωρία του Boal βρίσκει αντίκρισμα στη σωματική έξη, όπως αναπτύχθηκε από τον Bourdieu, που προσεγγίζει το σώμα ως τόπο της κοινωνικής πρακτικής. Ως σωματική έξη ορίζονται οι σωματικές τεχνικές ή οι στάσεις του σώματος που μαθαίνονται αυτόματα μέσω της κοινωνικοποίησης. Περιγράφει τη χρήση του σώματος ως διαδικασία ενσωμάτωσης, με την οποία το «κοινωνικά ενημερωμένο σώμα» αποκτά έξεις (hexis) τις οποίες αναγνωρίζει και αναπαραγάγει μέσω της δράσης του (praxis) (Bourdieu, 2006). Αυτές οι ενσωματωμένες πρακτικές βρίσκονται στη ρίζα της αναπαραγωγής των ανισοτήτων σε σχέση με τη φυλή, την τάξη, το φύλο.

Ο Δημήτρης, ο γλύπτης, περιγράφει την εμπειρία του που τον οδήγησε στη δημιουργία της συγκεκριμένης εικόνας

‘Μια ομάδα αποτελούμενη από πέντε άτομα ακροδεξιάς οργάνωσης επιτέθηκαν λεκτικά και με χειρονομίες σε έναν αλλοδαπό Αφρικανό, που περνούσε από μπροστά τους με σκυμμένο το κεφάλι, στον σταθμό του προαστιακού. Ήταν νεαρά άτομα σωματώδη, κοντοκουρεμένα και κάθονταν σε ένα παγκάκι. Ο ένας κρατούσε τσιγάρο στο χέρι και την ώρα που περνούσε από μπροστά τους ο αλλοδαπός με σκυμμένο το κεφάλι, εκείνοι άρχισαν να τον χλευάζουν. ‘Ένας του έδειξε το μπράτσο του με τον αγκυλωτό σταυρό, ο δεύτερος πήγε να σηκωθεί και τον τράβηξε από τη μπλούζα ο παρακαθήμενος, ο οποίος παρακολουθούσε μην δίνοντας σημασία με το τσιγάρο στο χέρι, κι οι άλλοι δύο επίσης χειρονομούσαν κι έκαναν επίδειξη της δύναμης τους. Εγώ στεκόμουν στην άκρη δυστυχώς παρατηρητής, αμέτοχος στην όλη σκηνή, φοβούμενος τον αριθμό των ατόμων’.

Η στάση του αλλοδαπού, η στάση του Δημήτρη και η στάση των ακροδεξιών ατόμων είναι ενσωματωμένες πρακτικές που πρέπει να ειδωθούν μέσα στις ιστορικά και κοινωνικά καθορισμένες συνθήκες παραγωγής τους. Η έξη (habitus), δηλαδή το σύνολο των προδιαθέσεων με βάση τις οποίες τα άτομα ενεργούν και αντιδρούν στις κοινωνικές περιστάσεις δεν ρυθμίζονται συνειδητά και αντανακλούν τις κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες αποκτήθηκαν. Η έξη βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στο σώμα και επηρεάζει κάθε διάσταση της ανθρώπινης σωματοποίησης (Bourdieu, 2006: 92). Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται, βιώνεται και γίνεται αντιληπτό το σώμα αντανακλά αναγκαστικά τις πρακτικές και συμβολικές δομές του εξωτερικού (φυσικού, κοινωνικού, πολιτικού) περιβάλλοντος (ο.π. σ. 120). Τα σώματα των ατόμων που συνέθεταν την εικόνα λειτουργούν ως χαρτογράφηση του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας, των ρατσιστικών επιθέσεων, του περιορισμού της ελευθερίας του λόγου. Με τη δημιουργία εικόνων οι συμμετέχοντες καθιστούν τις έξεις τους αντικείμενο συνειδητής και διαλογικής επεξεργασίας σε βαθμό μεγαλύτερο από το συνηθισμένο. Το θέατρο λειτουργεί ως πεδίο έκφρασης της έξης του κάθε ατόμου. Η έξις είναι η προσωπική μας ιστορία εγγεγραμμένη στο σώμα.

Μέσω του Θεάτρου Εικόνων μια αρνητική πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει. Στην τελευταία εικόνα προχωρήσαμε στη δημιουργία της ιδανικής εικόνας, όπου κάθε καταπίεση παύει να υφίσταται. Η αλλαγή γίνεται χωρίς λόγο, πάλι λειτουργώντας ως γλύπτης, Η πρώτη ιδανική εικόνα που δημιουργήθηκε παρουσίαζε τον αλλοδαπό να κάθεται μαζί με τα άτομα με τις ρατσιστικές διαθέσεις σαν να είναι μία παρέα. Η εμψυχώτρια ζήτησε από την ομάδα να κάνουν παρατηρήσεις. Τρία άτομα, μαζί με τη γλύπτρια, είπαν ότι τα ακροδεξιά άτομα ‘έχουν έρθει με τη διάθεση ν’ ακούσουν τον αλλοδαπό, τα προβλήματά του, τις συνήθειές του’. Κατόπιν συζητήσεως, η λύση αυτή θεωρήθηκε μαγική από την πλειοψηφία και έτσι προχωρήσαμε στη δημιουργία μιας άλλης εικόνας. Η ιδανική εικόνα ήταν μια πιο ενεργητική στάση εκ μέρους του παρατηρητή που συμπαρέσυρε και άλλους παρευρισκομένους στο χώρο του συμβάντος, προκειμένου να υπερασπίσουν όλοι μαζί τον αλλοδαπό άνθρωπο. Η τελευταία εικόνα πρότεινε αλλαγή της έξις του καταπιεσμένου μετά από συνειδητή προσπάθεια και κάτω από διαφορετικές πολιτισμικές συνθήκες. Η έξη ορίζεται και επαναορίζεται διαλεκτικά. Παράγει πληθώρα πρακτικών που είναι προϊόντα συνήθειας αλλά και προϊόντα αλληλεπίδρασης των συνηθειών και προδιαθέσεων με το συγκεκριμένο περιβάλλον (Bourdieu, 2006).

Όπως αναφέρει ο Boal «τα πράγματα δεν είναι όπως θα έπρεπε. Τώρα θα φτιάξω μια εικόνα του κόσμου όπως θέλω εγώ να είναι. Και έτσι φτιάχνουμε μια νέα εικόνα…αλλάξαμε την εικόνα στον υποθετικό χώρο του θεάτρου, αλλά εμείς δεν είμαστε υπόθεση. Εμείς κάναμε μια πρόβα για τον πραγματικό-ρεαλιστικό κόσμο» (Boal, 1996).

Δ) Τεχνική αξιολόγησης: Το Σώμα

Οι συμμετοχικές τεχνικές αξιολόγησης επιτρέπουν την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων (προσδοκώμενων και μη) στα επίπεδα γνώσεων, δεξιοτήτων, στάσεων και συναισθημάτων (Κόκκος, 1999). Σε χαρτί του μέτρου σχεδιάζεται ένα σώμα, το χέρι κρατάει μία βαλίτσα και στο πλάι βρίσκεται ένας κάδος απορριμμάτων, και το τοποθετούμε στον τοίχο σε εμφανές και προσβάσιμο σημείο. Στη βαλίτσα θα βάλουν οι συμμετέχοντες αυτά που θα πάρουν μαζί τους αφότου λήξει το πρόγραμμα και στον κάδο αυτά που θα ήθελαν να πετάξουν. Οι συμμετέχοντες συμπληρώνουν ατομικά σε αυτοκόλλητα χαρτάκια post-it και τα κολλάνε στο χαρτί του μέτρου. Βάσει αυτών γίνεται διάλογος και η ομάδα (εμψυχωτής και συμμετέχοντες) κάνουν προτάσεις για μελλοντική δράση.

Αρχικά να επισημανθεί ότι οι συμμετοχικές τεχνικές αξιολόγησης απαιτούν χρόνο. Ωστόσο επιχείρησα να δω πως λειτουργεί – και αν λειτουργεί – κατά τη διάρκεια ενός σύντομου εργαστηρίου. Στο εργαστήριο που διεξήχθη, μετά το πέρας των πρώτων ασκήσεων και παιχνιδιών και την ανατροφοδότηση που ακολούθησε, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να καταγράψουν σκέψεις και συναισθήματα στα post-it και να τα τοποθετήσουν στο Σώμα[7]. Η σκέψη ήταν ότι η συγκεκριμένη τεχνική επιτρέπει στους συμμετέχοντες να αναστοχαστούν πάνω στην εμπειρία τους. Είναι σημαντικό να μεταφράσουμε σε λέξεις ότι ζήσαμε με την ομάδα, να ανακαλέσουμε τυχόν προβλήματα, να δούμε τι μάθαμε από και τι μάθαμε για τους άλλους. Δυστυχώς ο χρόνος δεν επέτρεψε να εξελιχθεί η τεχνική.

Επίλογος: Σώματα εν δράσει

Για να παρουσιαστεί το σώμα ως τόπος δράσης, πρέπει αρχικά να συνειδητοποιήσουμε ότι κάποιος δεν έχει σώμα, είναι σώμα. Δεν υπάρχει εκδήλωση του εαυτού πέρα από το σώμα. «Αυτό που έχει μάθει το σώμα, δεν το κατέχει κάποιος σαν μια γνώση που μπορεί να την ξαναδεί, αλλά είναι αυτός ο ίδιος» (Bourdieu, 1993, σ. 135). Στο σώμα εγγράφονται οι κοινωνικές σημασίες, και κατά το χτίσιμο των εικόνων (ξανά)γράφονται από τους συμμετέχοντες όπως τις έχουν βιώσει. Μέσα από το Θέατρο Εικόνων αναδεικνύονται οι πολιτισμικοί λόγοι σε σχέση με το σώμα και κατ’ επέκταση οι συμμετέχοντες μέσω του αναστοχασμού που επιτρέπει η συγκεκριμένη τεχνική μπορούν να αποκτήσουν γνώση της κοινωνικής κατασκευής των σωμάτων τους. Αυτή η γνώση δίνει την ώθηση για κοινωνική δράση, όπου η ενσωματωμένη καταπίεση γίνεται ενσωματωμένη αλλαγή.

Οι συμμετέχοντες δημιουργούν εικόνες των εμπειριών τους, των συναισθημάτων τους και δίνουν μια αίσθηση της πραγματικότητά τους. «Οι τρόποι που παρουσιάζουμε τα σώματά μας, (ακόμη και οι πιθανότητες παρουσίασης), δεν είναι ούτε αυθαίρετοι ούτε βιολογικά καθορισμένοι, αλλά είναι πολιτισμικά σχηματισμένοι» (Csordas, 1993, σ. 140). Επεκτείνουν την οπτική τους μέσω ενός “οπτικού διαλόγου”, ενός διαλόγου που διαμορφώνεται από πολλές εικόνες που μοιράζονται μεταξύ τους. Αυτό βοηθάει στο να κατανοήσουν την πραγματικότητα τους και να ξεκαθαρίσουν τις υποκειμενικές έννοιες της κοινής τους καταπίεσης. Η τεχνική αυτή αποτελεί έκφραση της πίστης του Boal στο γεγονός ότι το σώμα αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο που έχει κανείς για να μετατρέψει τον χώρο της καθημερινότητας σε έναν αισθητικό χώρο. Η Εύη, συμμετέχουσα του εργαστηρίου αναφέρει ότι “όταν άρχισα να στήνω την εικόνα, σκεφτόμουν ότι επρόκειτο για κάτι πολύ απλό. Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι από τόσο απλά πράγματα ξεκινάς και μπορείς να φτάσεις πολύ μακριά”. Ο Marx αναγνώρισε ότι μόνο αν ασχοληθούμε με την εμπλοκή του ανθρώπου στην «αισθητή πρακτική δραστηριότητα» μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα κατανοήσουμε τον «πραγματικό, σωματικό άνθρωπο», προτείνοντας και διατυπώνοντας μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο σώμα και τον κοινωνικό και φυσικό κόσμο. Επέμενε ότι το σώμα που επιδρά στον κόσμο υφίσταται με τη σειρά του την επίδραση του κόσμου, στη δημιουργία του οποίου συνέβαλε (Cowan, 1990, σ. 29).

Σημειώσεις
[1] Το Θέατρο του Καταπιεσμένου είναι ένας όρος-ομπρέλα που περιλαμβάνει διάφορες παραστατικές τεχνικές: Theatre Forum (Θέατρο Φόρουμ), Image Theatre (Θέατρο Εικόνων), Invisible Theatre (Αόρατο Θέατρο), The Rainbow of Desire (Το Ουράνιο Τόξο της Επιθυμίας) (www.theatreoftheoppressed.org).

[2] Ο όρος dynamization έχει μεταφραστεί και ως δραστηριοποίηση και ως δυναμιτισμός.

[3]Εμπεριστατωμένη βιβλιογραφία σχετικά με το ΘτΚ και το Θέατρο Εικόνων στο βιβλίο Θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα με τεχνικές Θεάτρου Φόρουμ. Γκόβας, Ν. & Ζώνιου, Χρ. (2011). Αθήνα: Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση και Ώσμωση – Κέντρο Τεχνών & Διαπολιτισμικής Αγωγής:

[4] Τα συγκεκριμένα παιχνίδια και ασκήσεις είναι επιλογή της εμψυχώτριας. Ο εμψυχωτής διαμορφώνει ένα σχέδιο εργαστηρίου με παιχνίδια και ασκήσεις, που μπορεί να το υποστηρίξει και να το εμπλουτίσει ή παραλλάξει αναλόγως την ομάδα, πριν περάσει στις τεχνικές, όπως είναι το Θέατρο Εικόνων ή το Θέατρο Φόρουμ. Επίσης βιβλιογραφία για παιχνίδια και ασκήσεις στο παραπάνω βιβλίο.

[5] Η ανίχνευση σκέψης (thought tracking ήthought tapping) μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: α) ο εμψυχωτής ακουμπάει με τη σειρά τους χαρακτήρες και κάνουν έναν ήχο ή λένε μία μικρή φράση, δηλωτική των σκέψεων ή των συναισθημάτων τους είτε ως χαρακτήρες είτε ως άτομα· β) από το κοινό στέκονται πίσω από κάποιον χαρακτήρα και επίσης κάνουν έναν ήχο ή λένε μία μικρή φράση, δηλωτική των σκέψεων ή των συναισθημάτων τους είτε ως χαρακτήρες είτε ως άτομα.

[6] Η Mary Douglas υποστηρίζει πως υπάρχουν δύο σώματα, το φυσικό και το κοινωνικό, όπου η πρόσληψη του φυσικού σώματος διαμεσολαβείται από το κοινωνικό σώμα (Douglas, 1996).

[7] Αναφέρονται ενδεικτικά κάποια post-it: ‘εμπιστοσύνη’, ‘συνεργασία, συντονισμός’, ‘συντονίζομαι με την ομάδα μου για έναν κοινό στόχο’, ‘πώς να πάρω feedback για το μάθημα’, ‘ανυπομονώ να μπούμε στο θέμα’, ‘περιέργεια’, ‘χαλάρωση’, ‘επικοινωνία’.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξιάς, Γ. (2006). Κοινωνιολογία του σώματος. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Αλεξιάς, Γ. (2003). Το ανθρώπινο σώμα: από τη βιολογία στη δυνητικοποίηση. Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τ. 111-112, σσ. 327-357.

Άλκηστις (2008). Μαύρη αγελάδα-άσπρη αγελάδα: Δραματική τέχνη στην Ελλάδα και διαπολιτισμικότητα. Αθήνα: Τόπος.

Αυδή, Α. & Χατζηγεωργίου, Μ. (2007). Η τέχνη του Δράματος στην εκπαίδευση. 48 προτάσεις για εργαστήρια θεατρικής αγωγής. Αθήνα: Μεταίχμιο

Bourdieu, P. (2006). Η αίσθηση της πρακτικής. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Bourdieu, P. (1993). The Field of Cultural Production: Essays on Art and Literature. New York: Columbia University Press

Γκόβας, Ν. & Ζώνιου, Χρ. (2011). Θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα με τεχνικές Θεάτρου Φόρουμ. Αθήνα: Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση και Ώσμωση – Κέντρο Τεχνών & Διαπολιτισμικής Αγωγής.

Cowan, J. (1998). Η πολιτική του σώματος. Χορός και κοινωνικότητα στη βόρεια Ελλάδα. Αθήνα.: Αλεξάνδρεια.

Csordas, T. (1993). Somatic modes of attention. Cultural Anthropology 82 :135-56.

Douglas, M. (1996). The Two Bodies, Natural Symbols. London and New York: Routledge.

Goffman, E. (2006). Η παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Ζώνιου, Χ., Μποέμη, Ν., Παπαδοπούλου Γ. (2012). Το Θέατρο του Εαυτού, περ. Εκπαίδευση Ενηλίκων, τ. 26, Μάιος – Αύγουστος, σσ. 9-15.

Ζώνιου, Χρ. (2010). Augusto Boal 1931-2009. Εκπαίδευση & Θέατρο, τ. 11.

Boal, Α. (2006). The Aesthetics of the Oppressed. London and New York: Routledge.

Boal, A. (2002). Games for Actors and Non-Actors. London: Routledge.

Boal, A. (1998). Συνέντευξη “Αουγκούστο Μποάλ”. Το Βήμα. Αθήνα.

Boal, A. (1981). Το θέατρο των καταπιεσμένων. Αθήνα: Θεωρία (εξαντλημένο).

Κόκκος, Α. (1999). Εκπαίδευση Ενηλίκων. Πάτρα: Εκδόσεις ΕΑΠ

Mauss, M. (2004). Κοινωνιολογία και ανθρωπολογία. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Merleau-Ponty, M. (2004). Το Σώμα ως αντικείμενο και η μηχανιστική φυσιολογία,

στο Δ. Μακρυνιώτη Τα όρια του σώματος. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Νήσος

Merleau-Ponty, M. (1962). The Phenomenology of Perception. London: Routledge and Kegan Paul.

Μπέτζελου, Τ. & Σωτήρη, Π. (2004). Σώματα, Λόγοι, Εξουσίες: Ξαναγυρνώντας στην «Περίπτωση Φουκώ», περ. Θέσεις, τ.89, Οκτώβριος – Δεκέμβριος

Μποέμη, Ν. (2012). Κοινωνική παρέμβαση των μεταναστών μέσω του θεάτρου: το σώμα ως τόπος εμπειρίας και δράσης. Ανακοίνωση στο Β’ Θεατρολογικό συνέδριο του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων: «Μετανάστες και πρόσφυγες στη σύγχρονη δραματουργία και τη σκηνική πράξη». Αθήνα, 28-31 Μαρτίου.

Μποέμη, Ν. (2010). Ανιχνεύοντας τη θεατρικότητα: περιγραφικές διαστάσεις του θεάτρου του Καταπιεσμένου-το παράδειγμα της Βαρκελώνης. ΕκπαίδευσηκαιΘέατρο, τ.11.

Σταυρίδης 2002

Schechner, R. (1985). Between Theater and Anthropology. Philadelphia:.University of Pennsylvania Press.

Synott, A. (1993). The Body Social. London and New York: Routledge.

Φουκώ, Μ. (1989). Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής. Αθήνα: Ράππας.

40 χρόνια από το θάνατο του Αμερικανού τροβαδούρου της folk protest Phil Ochs

Γνωστός για τη διαυγή κοινωνική και πολιτική του ματιά, τη βαθιά του ανθρωπιά, το κοφτερό και πνευματώδες χιούμορ του, τη συνεπή του στράτευση στον πολιτικό ακτιβισμό και την ξεχωριστή του φωνή, ο Phil Ochs, ο αγαπημένος Αμερικανός τροβαδούρος της folk protest και σύγχρονος του Bob Dylan (αλλά, για μένα, πολύ πιο ειλικρινής και, εν τέλει, ασυμβίβαστος), πεθαίνει σαν σήμερα πριν από 40 χρόνια, κρεμώντας τον εαυτό του στο σπίτι της αδελφής του Sonny.

Ο Phil Ochs γεννιέται στις 9 Δεκεμβρίου του 1940 στο El Paso του Texas από μια μεσοαστική εβραϊκή, αλλά όχι θρησκευόμενη, οικογένεια. Ο πατέρας του, άνθρωπος απόμακρος που υπέφερε από κατάθλιψη και διπολική διαταραχή, πεθαίνει στις 30 Απριλίου του 1963 από εγκεφαλική αιμορραγία.

Ως έφηβος, ο Ochs εξελίσσεται σε διακεκριμένο κλαρινετίστα, αναδεικνυόμενος σε βασικό σολίστα του πανεπιστημιακού ωδείου του Ohio, πριν καλά καλά συμπληρώσει τα 16 του χρόνια! Οι μουσικές του επιρροές σύντομα επεκτείνονται στους Buddy Holly, Elvis Presley, Hank Williams Sr, Johnny Cash και Merle Haggard. Αγαπά τους επαναστατικούς ήρωες του σινεμά, όπως τους ενσαρκώνουν οι Marlon Brando και James Dean.

Ενώ βρίσκεται στο Miami, φυλακίζεται για 2 βδομάδες, επειδή βρέθηκε να κοιμάται σε παγκάκι. Είναι η εποχή που αποφασίζει να γίνει συγγραφέας και δημοσιογράφος.

phil_ochs-805x450

Επιστρέφει, λοιπόν, στο Πανεπιστήμιο του Ohio, προκειμένου να σπουδάσει δημοσιογραφία. Εκεί, αναπτύσσει ενδιαφέρον για την πολιτική και γνωρίζεται με έναν συμφοιτητή του, τον Jim Glover, παθιασμένο λάτρη της folk, ο οποίος τον «μυεί» στη μουσική των Pete Seeger, Woody Guthrie και The Weavers. Του μαθαίνει κιθάρα, και συζητάνε για θέματα πολιτικής φύσης. Ο Ochs αρχίζει να γράφει άρθρα σε φοιτητική εφημερίδα, συχνά ριζοσπαστικής θεματολογίας. Όταν η φοιτητική εφημερίδα αρνείται να δημοσιεύσει ένα από αυτά, εκδίδει τη δική του underground εφημερίδα με τίτλο The Word. Η πολιτική και η συγγραφή συγκλίνουν, και αρχίζει να γράφει πολιτικοποιημένα τραγούδια. Αποκαλεί τον εαυτό του «δημοσιογράφο που τραγουδά». Μαζί με τον Glover σχηματίζουν ένα ντουέτο με τίτλο The Singing Socialists. Το ντουέτο διαλύεται, και ο Ochs μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, για να γίνει τραγουδιστής της folk.

Μεταξύ του 1964 και του 1966, κυκλοφορεί 3 ιστορικούς δίσκους στην Elektra (All the news that’s fit to sing, I ain’t marching anymore, Phil Ochs in concert), συνοδευόμενος μόνο από μια ακουστική κιθάρα.

Θαυμαστής του JFK, παρά τις πολιτικές διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, συντρίβεται από το νέο της δολοφονίας του. Είναι η μόνη φορά που έχει γίνει αντιληπτός να κλαίει.

Ανάμεσα στο 1967 και το 1970 εκδίδει 4 δίσκους σε καινούριο label, την Α&Μ, πειραματιζόμενος με μπαρόκ και κλασικότροπες ενορχηστρώσεις.

Εμπλέκεται στην ίδρυση των Yippies, μαζί με τους Jerry Rubin, Abbie Hoffman, Stew Albert και Paul Krassner.

Οι δολοφονίες των Martin Luther King και JFK, αλλά και η άνοδος του Nixon στην εξουσία, είναι από τα γεγονότα που τον οδηγούν σε κατάθλιψη.

Το 1970 κυκλοφορεί τον τελευταίο του δίσκο, το Gunfight at Carnegie Hall. Απογοητευμένος από την έλλειψη απήχησης της δουλειάς του και βιώνοντας συγγραφικό μπλοκάρισμα, «βυθίζεται» ολοένα και περισσότερο στον αλκοολισμό και την κατάθλιψη, ενώ, κατά διαστήματα, κάνει χρήση ναρκωτικών, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των συναυλιών.

Το 1971 επισκέπτεται τη Χιλή του Allende, όπου γνωρίζεται και γίνεται φίλος με τον εμβληματικό τραγουδιστή Victor Jara, ο οποίος βασανίστηκε και δολοφονήθηκε δημόσια από τη Χούντα του Πινοσέτ.

Τον Ιανουάριο του 1976 μετακομίζει στο σπίτι της αδερφής του Sonny στο Far Rockaway στη Νέα Υόρκη. Στο μεταξύ, έχει διαγνωστεί με διπολική διαταραχή, όπως κι ο πατέρας του.

Στις 9 Απριλίου του 1976, σε ηλικία 36 ετών, αυτοκτονεί στο σπίτι της αδερφής του κρεμώντας τον εαυτό του. Μετά το θάνατό του Ochs, αποκαλύπτεται ότι το FBI διατηρούσε φάκελο σχεδόν 500 σελίδων γι’ αυτόν, και εξακολουθούσε να τον θεωρεί επικίνδυνο. Πολλοί εκτιμούν πως η αυτοκτονία του αποτελεί συνέπεια και της στενής παρακολούθησης που επί χρόνια υφίστατο.

Με την κόρη του Meegan

Με την κόρη του Meegan

Αν ζούσε σήμερα, φαντάζομαι ότι θα ήταν πολέμιος του χριστιανικού φονταμενταλισμού τύπου Trump. Ίσως να υποστήριζε τον Bernie Sanders. Ίσως, πάλι, να κινείτο προς πιο ριζοσπαστικές πολιτικές κατευθύνσεις. Άλλωστε, αν και ποτέ δε δήλωνε «μαρξιστής»- περισσότερο «αριστερός σοσιαλδημοκράτης»-, ήταν πάντοτε πολύ πιο μπροστά από τον μέσο Αμερικανό φιλελεύθερο. Ίσως, πάλι, όλα αυτά να μην έχουν και τόση σημασία. Σε κάθε περίπτωση, τα τραγούδια του είναι εδώ, για να θυμίζουν, να προβληματίζουν, να συγκινούν και να εμπνέουν.

*Το κείμενο, τα τραγούδια και οι φωτογραφίες είναι από εδώ: http://www.hitandrun.gr/40-chronia-apo-to-thanato-tou-agapimenou-amerikanou-trovadourou-tis-folk-protest-phil-ochs/

Τζούλιο Καΐμη – Ο οδοιπόρος, ο ζωγράφος, ο αφηγητής

url

ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Τα έργα και οι ημέρες του Τζούλιο Καίμη (1897-1982) είναι γενικώς άγνωστα. Όχι μόνο στον απλό αναγνώστη ή στον καλλιεργημένο φιλότεχνο. Πόσοι, επί παραδείγματι, γνωρίζουν ότι υπήρξε ο πρώτος συστηματικός μελετητής του Θεάτρου σκιών; Επίμονος μελετητής της Βίβλου και της ελληνικής μυθολογίας; Συγγραφέας βιβλίων που διανοίγονται σ’’ ένα ευρύ γνωστικό πεδίο της ιστορίας της τέχνης; Ευαίσθητος μεταφραστής ανατολικών ή μεσαιωνικών κειμένων; Αξιόλογος ζωγράφος; Συνομιλητής κορυφαίων ονομάτων του Μεσοπολέμου (Χαλεπάς, Πικιώνης, Κόντογλου, Στέρης, Τσαρούχης);

Μάλλον ελάχιστοι. Βέβαια, όταν ήρθα σε επαφή (γύρω στο 1989: χάρη στη μεγαλόθυμη χειρονομία του Μιχάλη Κατσαρού να μου εμπιστευτεί τα απομεινάρια του Καίμη) με την εμβληματική αυτή προσωπικότητα του νεώτερου ελληνοεβραϊσμού, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν από απαθής έως δύσπιστη.
Θα ήταν ωστόσο σοβαρή παράλειψη αν δεν υπογράμμιζα ότι, στα πρώτα μου ερευνητικά βήματα, με συνέδραμαν οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μετά από αρκετούς κύκλους δοκιμιακών, εικαστικών αλλά και μυθοπλαστικών βιβλίων επιστρέφω λοιπόν στον φιλόξενο χώρο της Μαυρομιχάλη μ’ ένα ανέκδοτο έργο του Καίμη – μια εκκρεμότητα που αιωρείται ανάμεσα σε μένα και στον Σάμη από το 1993.
Δώδεκα χρόνια είναι πολλά, είναι και λίγα. Γιατί στο μεταξύ ο Καίμη άρχισε να αναπνέει τον αέρα που του αναλογεί – χωρίς ωστόσο ακόμη να αποφεύγει τις κρίσεις πνευματικής ασφυξίας.

Η παρούσα μελέτη Γύρω στο αίσθημα του ωραίου εκτιμώ ότι γράφτηκε ανάμεσα στα 1944-‘46 και προωθήκε στον συλλέκτη παλαιών βιβλίων Πέτρο Βέργο από τον πρώην εκδότη Σπύρο Νικολόπουλο.

Πρόκειται για εκατό υποκίτρινα φύλλα (17Χ24 εκ.) γραμμένα μόνο από τη μια όψη με μολύβι (αναγνωρίζεται η τρικιμιώδης γραφή του Καίμη), όπου οι σποραδικές προσθαφαιρέσεις γίνονται με μελάνι πρασίνου χρώματος.

Αποσπάσματα αυτού του αφανέρωτου κειμένου προδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Η λέξη (τ. 128, Ιούλιος-Αύγουστος ’95).

Η παρούσα μελέτη ωστόσο είναι και μια καλή αφορμή για να ανακεφαλαιώσω τα δεδουλευμένα μου πάνω στο πρόσωπο και στο έργο. Αν και το ζήτημα προβάλλει επιτακτικά γυμνό: σε ποίο βαθμό μιλάει αυτός ο σοφός παρίας της πνευματικής ιστορίας μας στον άνθρωπο της μεταμοντέρνας εποχής μας. Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έζησε τόσο προκλητικά ανεπίκαιρα (με άλλα λόγια: που αναζήτησε το μέλλον της τέχνης στο παρελθόν της – αυτό δε σημαίνει η πρωτο–τυπία;) να απευθύνεται σ’ ένα κοινό που αποθεώνει οτιδήποτε το καινούργιο;

Μήπως ελλοχεύει ο κίνδυνος – διαδεδομένος αλήθεια τα τελευταία χρόνια – να εμπλακούμε σε μια γοητευτική ιστορία αναδιφησιολογίας; Όπου η ίδια η έρευνα να εκφυλίζεται σε αυτοσκοπό;
Όλα αυτά τα ερωτήματα, όλος αυτός ο σκεπτικισμός είναι και νόμιμος και απαραίτητος. Ας κρίνουμε λοιπόν για να κριθούμε.
Από το 1989 (που άρχισα να αποδελτιώνω το βιός του Καίμη) μέχρι το 2002 (χρονιά που κυκλοφόρησε η μυθοπλαστική εκδοχή του λαογράφου, αισθητικού και ζωγράφου Το μέλι και η στάχτη του Θεού) πείστηκα πως για να φέρω σε πέρας το εγχείρημά μου έπρεπε να συνδυάσω το μόχθο του ερευνητή με το δόλο του ντετέκτιβ (συν το μαράζι του πεζογράφου).

Κι αυτό διότι, εκτός από το ότι έλιωσα παντελόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στο Ελληνικό Λαογραφικό και Ιστορικό Αρχείο και στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος καθώς και σε συλλέκτες παλαιών βιβλίων, αναλώθηκα σε μια προσπάθεια ανεύρεσης των προσώπων που τον είχαν γνωρίσει. Περιττό να υπογραμμίσω ότι συχνά έψαχνα στα τυφλά ή αντιμετώπιζα την καχυποψία.

Και το πρόβλημα βέβαια το έλυσα μιλώντας μέχρι με τα παπούτσια, τα ποντίκια και τα σαρακοφαγωμένα χειρόγραφα που βρήκα στο σπίτι του Ρωμανιώτη καμπαλιστή (πιστό αντίγραφο του μπερντέ του Καραγκιόζη).

Εξυπακούεται ότι ο βασικός καμβάς αυτής της έρευνας υπήρξε το έργο του Καίμη, δηλαδή τα εκδομένα βιβλία του, το διασωθέν αρχείο του, το θησαυρισμένο εικαστικό έργο του. Ωστόσο προκαταβολικά θα ήθελα να πληροφορήσω το σχολαστικό αναγνώστη ότι σε μεγάλο ποσοστό οι πληροφορίες γύρω από τον Καίμη είναι προφορικές. Βέβαια, εκ των υστέρων διασταυρώνονται, στο μέτρο του δυνατού, κάποιες από αυτές. Πρωταρχική πηγή όμως παραμένει η προφορική μαρτυρία. ‘Αρα η ακρίβεια πολλών στοιχείων ελέγχεται. Ταυτόχρονα δίνει το δικαίωμα στο γράφοντα να τις τροποποιήσει ή και να τις αναιρέσει ακόμη, μέσα από νεότερη και επαρκέστερη τεκμηρίωση.

Εργοβιογραφικά στοιχεία

Ο Καίμη είδε το πρώτο φως το 1897 σ’ ένα αρχοντικό δίπλα στην Κερκυραϊκή συναγωγή «Γκρέκα» από Ρωμανιώτες γονείς και είναι ο πρωτότοκος (είχε έναν αδελφό, τον Αιμίλιο, και μια αδελφή, τη Ραχήλ).

Ο πατέρας, Μωϋσής Καίμης (1864-1929), δάσκαλος και επιφανής εβραϊολόγος εξέδιδε τον Ισραηλίτην Χρονογράφον (1899–1901) και όταν μετεγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα την Ισραηλιτικήν Επιθεώρησιν (1912 – 1916). Το ενδιαφέρον αυτών των εντύπων είναι ότι η θεματολογία τους δεν ήταν αποκλειστικώς εβραϊκή ή σιωνιστική.

Ως ένθερμος δημοτικιστής, ο Μωϋσής Καίμης αρθρογραφούσε μαχητικά στον Νουμά ενώ συναναστρεφόταν τους Κωνσταντίνο Θεοτόκη, Λορέντζο Μαβίλη και Αλέξανδρο Πάλλη. Με το που φτάνει στην πρωτεύουσα αναπτύσσει φιλικές σχέσεις με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα και συνδέεται με τον εκδότη της Ακρόπολης, Βλάση Γαβριηλίδη καθώς και με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (που ο μικρός Τζούλιο θυμάται να μπαινοβγαίνει στο σπίτι τους στο Θησείο).

Αντίθετα με τον πολιτικό προσανατολισμό των περισσότερων αστών ομοθρήσκων του, o M. Καίμη συντάσσεται με τον Βενιζέλο με τον οποίο συνδέεται στενά πολιτικά. Αφού υπηρετεί ως διευθυντής του Αθηναϊκού Πρακτορείου, στέλνεται με εντολή του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη με την ιδιότητα του πρώτου αντιπροσώπου του ελληνικού κράτους. Οι προθέσεις του Κρητικού πολιτικού είναι προφανείς: να επηρεάσει υπέρ του, στα ρευστά χρόνια της συμμαχικής παρουσίας, τη βασιλόφρονα ισχυρή εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης.

Κοσμοπολίτης και πολύγλωσσος, ο πατέρας του Τζούλιο συνεργάζεται με πολλές ξένες εφημερίδες και περιοδικά, μεταξύ άλλων: La Tribuna και Epoca της Ρώμης, Il Secolo του Μιλάνου, L’ Ora του Παλέρμο, Il Piccolo και Il Piccolo della Sera της Τεργέστης, L’ Archives Israélites και L’ Universe Israelite του Παρισιού, L’ Aurore της Κωνσταντινούπολης, The Jewish Chronicle του Λονδίνου και La Bouche Egyptienne του Καίρου.

Η μητέρα του Φανή Γιεσουλά (;-1950) προέρχεται από παλιά οικογένεια εμπόρων των Ιωαννίνων και είναι πρώτη ξαδέρφη του Γάλλου συγγραφέα Αλμπέρ Κοέν.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο νεαρός Καίμη δεν αργεί να δείξει την κλίση του για τα αθέατα τούτου του κόσμου. Σπουδάζει στο Σχολείο Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου με παρότρυνση του Σπύρου Βικάτου και καθηγητές τον Γερανιώτη και τον Παρθένη (τον οποίον συναντά και μετά τον αυτοπεριορισμό του στη σιωπή). Ως σπουδαστής συνδέεται με έναν άλλο αποσιωπημένο του χρωστήρα, τον Γεράσιμο Στέρη (μνημονεύεται αλληλογραφία τους μέχρι και την αυτοεξορία του δεύτερου στις ΗΠΑ).

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ταξιδεύει στη Ρώμη και διαδέχεται τον πατέρα του στην εφημερίδα La Tribuna. Εκείνη την εποχή συγχρωτίζεται με τις πρώτες Δελφικές Γιορτές και μάλλον μέσω του ‘Αγγελου Σικελιανού γνωρίζει τον Νίκο Καζαντζάκη (διασώζεται επιστολή όπου ο δημιουργός της Ασκητικής τον προσκαλεί στην Αίγινα για να συζητήσουν κάποιο θρησκειολογικό θέμα).
Συχνάζει στο ‘Ασυλο Τέχνης του Νίκου Βέλμου (από τότε οριοθετείται η γνωριμία του με τον Γιάννη Τσαρούχη) όπου μάλιστα στο μαχητικό περιοδικό που εξέδιδε ο ηθοποιός, ζωγράφος και σατιρικός ποιητής Ν. Βέλμος πρωτοδημοσιεύει αποσπάσματα από το μετάφρασμά του Έξη κανόνες της ζωγραφικής του Αμπανίτρα Ναθ Ταγκόρ (Φραγκέλιο, 12.1.28)

Περίπου την ίδια εποχή ανιχνεύεται και η απαρχή της μακρόχρονης και δυνατής φιλίας του με τον Φώτη Κόντογλου. Μάλιστα είναι αυτός που μ’ ένα συγκινητικό χαιρετισμό ουσιαστικά τον συστήνει στο χώρο των γραμμάτων (Ελληνικά Γράμματα, 15.3.29) αλλά και τον μυεί και στην κοινωνία του ‘Αθω.

Από νεότατος παρουσιάζει προβλήματα ακοής που μεταπολεμικώς εξελίσσονται σε βαριά κώφωση (σε μια ιατρική διάγνωση του 1936 διαβάζουμε ότι υπέφερε από «χρόνια καταρροϊκή ξηρά ωτίτιδα και ωτικό ίλιγγο»). Εξαιτίας της πάθησής του απολύεται από την La Tribuna ενώ απομονώνεται από τον κόσμο. Τότε αρχίζει να μετρά φίλους στα δάχτυλα του μονόχειρα.

Το 1931 συνυπογράφει με την καλλιτεχνική αφρόκρεμα (μεταξύ των οποίων τους: Φώτη Κόντογλου, Δημήτρη Πικιώνη, Τάκη Παπατσώνη, Στρατή Δούκα, κ.ά) μια επιστολή–απάντηση στον τότε διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης Ζαχαρία Παπαντωνίου, σχετικά με την υποδοχή της πρωτοποριακής τέχνης στον τόπο.

To 1932 γνωρίζει (μάλλον μέσω του Στρατή Δούκα) το Γερμανό χαράκτη Hap Grieshaber και το συμπατριώτη του ζωγράφο Klaus Vrieslander. Η σχέση Καίμη–Vrieslander αφήνει τρία χνάρια. Πρώτον την εξ αδιαιρέτου αρχιτεκτονική μελέτη Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα (1934) αλλά και στο αραβικό παραμύθι Ο άτυχος γάμος (1934) που μετέφρασε ο Καίμη (από τα γαλλικά) και εικονογράφησε ο έτερος της συντροφιάς Grieshaber. Βέβαια η κορυφαία στιγμή αυτής της πνευματικής τριάδας είναι η γαλλική έκδοση του Καραγκιόζη (Karaghiozi ou la comédie grecque dans l’ âme du théâtre d’ ombres, 1935) όπου ο Γερμανός ζωγράφος φιλοτέχνησε θαυμάσιες, εξπρεσιονιστικού χαρακτήρα, ξυλογραφίες.

Το 1934 ταξιδεύει στην Παλαιστίνη, στη Συρία και στην Υεμένη. Πεζός διασχίζει απίθανες αποστάσεις γράφοντας τις εντυπώσεις του και ζωγραφίζοντας ίσως τις καλύτερες ακουαρέλες του (κάποια από αυτά τα κείμενα δημοσιεύτηκαν τα επόμενα χρόνια στις εφημερίδες Εθνική και La Tribuna).

Τη μεσοπολεμική περίοδο συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες και διάφορα κείμενά του βρίσκονται διασκορπισμένα σε πολλά περιοδικά.

Πολύγλωσσος, είχε ως δεύτερη μητρική την ιταλική, κατείχε τη γαλλική ενώ διάβαζε ακόμη και σανσκριτικά. Μετέφρασε: Ησίοδο, Benedetto Groce, Tagor, Macciavelli, Michelangelo, Goldoni.

Φημολογείται πως είχε γυρίσει από τη βενετσιάνικη ντοπιολαλιά του Γκολντόνι τα έργα: Υπηρέτης δύο αφεντάδων, Λοκαντιέρα, Χωριάτες και Το καινούργιο σπίτι. Στα κατάλοιπά του πάντως βρέθηκαν μόνο σπαράγματα από τις μεταφραστικές επιδόσεις του.

Η κύρια όμως μέριμνά του, το ανεξάντλητο πάθος ως το τέλος της ζωής του, υπήρξε το Θέατρο σκιών. Θεωρείται αυτός που πρωτομίλησε – με συστηματικότητα και σοβαρότητα–για τον παραμελημένο Καραγκιόζη, καθώς πριν από τη μελέτη του μόνο ο Louis Roussel με το δίτομο έργο του Karageuz ou un théâtre d’ ombres a Athènes (1921) είχε ασχοληθεί με την καταγωγή και την εξέλιξη του χάρτινου ήρωα.

Σημαντική θέση στο έργο του επίσης κατέχει η ενασχόλησή του με την εβραϊκή παράδοση. Πολλοί στενοί του άνθρωποι θυμούνται μια φθαρμένη γαλλική έκδοση της Καββάλα στο προσκέφαλό του. Αν και ο Καίμης στα δικά μου μάτια μετεωριζόταν ανάμεσα στον εβραιοποιημένο και στον αποεβραιοποιημένο Εβραίο+ ένα διαρκές πήγαινε έλα ανάμεσα στον Μπαρούχ Σπινόζα καιι στον Ισαάκ Μπάσεβιτσς Σίνγκερ.

Ο home perdu (όπως περιπαικτικά τον φώναζαν οι φίλοι του από τον Πειραιά) ζωγράφιζε μέχρι το τέλος της ζωής του, χωρίς ποτέ ωστόσο να κατορθώσει να εκθέσει (η πρώτη αναδρομική του έκθεση πραγματοποιήθηκε στο Χώρο Τέχνης «24» στις 7.12.94). Συχνά μάλιστα ξεπλήρωνε (σαν άλλος Θεόφιλος) τα λιτά γεύματά του σε ταβερνάκια της Πλάκας ή του Πειραιά με σχέδιά του, όπου συνήθως ο πιστωτής του ήταν και το μοντέλο του.

Ο Καίμη πέθανε στις 31 Ιανουαρίου του 1982, με την έγκριση για συνταξιοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού στην τσέπη, σε μικρή απόσταση από το σπίτι στη Ριζούπολη. Στην «Αγία Όλγα» της Νέας Ιωνίας διαπιστώθηκε ο θάνατός του από καρδιακό επεισόδιο. Προθανάτιο χαρακτηριστικό: μήνες πριν φτερουγίσει κάποιοι «φιλότεχνοι» διέρρηξαν το σπίτι του παίρνοντας κυρίως πίνακες.
Στο μνημόσυνό του παραβρέθηκε και ο Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος σ’ ένα μεταθανάτιο σημείωμα στην Καθημερινή (8.3.82) σχεδίασε με καθαρότητα το ίχνος του εκλιπόντος: «Ήταν τόσο ανεξάρτητος. Είχε ξεπεράσει τόσο τις ανθρώπινες ανάγκες, που το να τον βοηθήσεις ήταν σαν να τον προσβάλλεις, παραβλέποντας τη δύναμή του. Του οφείλω πολλά. Αυτός μου γνώρισε τη Ρόζα Εσκενάζι και μου ‘μαθε πολλά για τον Καραγκιόζη. Μα ακόμα περισσότερα για την τέχνη και τη ζωή. Θα έπρεπε να συλλέξει κανείς ότι άφησε σε γραπτά τυπωμένα ή χειρόγραφα. Εφτάσαμε στην εποχή που θα κατανοηθούν ευκολότερα οι σκέψεις του. Ήταν στο είδος του ένας προφήτης».

Σκιτσάροντας ένα αποσιωπημένο έργο

Κάποιος που θα επιθυμούσε να αποκομίσει μια επαρκή εικόνα της σκέψης και της γραφής του Καίμη θα του σύστηνα να διαβάσει αντικριστά τα τυπωμένα βιβλία και τα άρθρα του. Και τούτο διότι τα περισσότερα διάσπαρτα άρθρα του αποτελούν δυνάμει βιβλία.

Έτσι, το σύνολο της βιβλιογραφίας του (συνολικά έντεκα τίτλοι: οκτώ πρωτότυπα βιβλία και τρεις μεταφράσεις) και τα θησαυρισμένα άρθρα του (εβδομήντα οκτώ σε περιοδικά και εφημερίδες, που καλύπτουν ένα χρονικό ανάπτυγμα μισού περίπου αιώνα: 1929-1978) αποτελούν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Επίσης αρκετά συχνά σε κάποια άρθρα του παρατηρείται η προώθηση απόψεών του γύρω από θεματικές εμμονές του ή ακόμα και η τροποποίηση παλαιότερων συμπερασμάτων του σύμφωνα με νεότερες προσλαμβάνουσές του.

Αυτή η αντιστικτική ανάγνωση βιβλίων μας φέρνει αντιμέτωπους σε μια ισόβια μέριμνα του Κερκυροεβραίου: πώς θα συγκέντρωνε το αναγκαίο πόσο που θα τον οδηγούσε στο τυπογραφείο και όχι φυσικά οι συνθήκες της εσωτερικής ωρίμανσης ενός έργου.

Κάποιος λοιπόν που θα έχι την υπομονή να μελετήσει τα καταχωρισμένα άρθρα του συγκριτικά με το εκδομένο έργο του δε θα μείνει με άδεια χέρια.

Κείμενά του βρίσκονται διασκορπισμένα στα εξής περιοδικά: Ελληνικά Γράμματα (1918-1929), Νέα Εστία (1931-1956), Το 3ο Μάτι (1931), Τέχνη (1938), Η Νεολαία (1938 –1939), Ηώς (1938 –1939 και 1947), Ο Ήλιος (1941), Νεοελληνική Λογοτεχνία (1940), Μητέρα και Παιδί (1947 – 1948), Φιλολογική Πρωτοχρονιά (1954), Εποχές (1956), Ζυγός (1956), Δελφικά τετράδια (1967), Η Στοά (1971), Γράμματα (1976), Χρονικά (1978).

Και στις εφημερίδες: Η Καθημερινή, Η Εθνική και Ο Δημότης αλλά και στην ιταλική εφημερίδα La Tribuna και στα ιταλικά περιοδικά Cinzia και Olympio.

Από τη διάσπορά των άρθρων καταλήγουμε: πρώτον, ότι η προπολεμική περίοδος είναι πιο ανθηρή για το συγγραφέα και δεύτερον, μην έχοντας τη δυνατότητα επιλογής εντύπου, δημοσίευε αδιακρίτως κριτηρίων – από τη μεταξική Νεολαία ως το ριζοσπαστικό 3ο Μάτι και από την έγκυρη Νέα Εστία ως κάποια εξαιρετικά λαθρόβια περιοδικά.

Στη συνέχεια η ομαδοποίηση αυτών των κειμένων αποτυπώνει αφενός την ευρύτητα των ενδιαφερόντων του συγγραφέα και αφετέρου την υφολογική του διάπλαση στο πέρασμα του χρόνου.Τα άρθρα του θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε εννιά κατηγορίες, ιεραρχημένα σύμφωνα με τη συχνότητα των προς πραγμάτευση θεμάτων:

α) Κείμενα που διερευνούν τα αισθητικά ή ιστορικά συμφραζόμενα του Θεάτρου σκιών.
β) Κείμενα που πραγματεύονται ζητήματα της τέχνης σχετικά με την αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση.
γ) Αισθητικά κείμενα που αφορούν την ευσεβιστική τέχνη.
δ) Τα συγκριτικά του δοκίμια.
ε) Τα ταξιδιωτικά.
στ) Εκλαϊκευτικά περί ζωγραφικής κείμενα.
ζ) Τα παραμύθια.
η) Τα επικαιρικά τεχνοκριτικά του σημειώματα.
θ) Αρχιτεκτονικά άρθρα.

Αυτή η ομαδοποίηση θα μπορούσε κάλλιστα να προεκταθεί και στο πρωτότυπο έργο του. Καθώς το Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα (1934) ανήκει στη θ’ ομάδα+ οι μελέτες του Karaghiozi ou la comedie dans l’ ame du theatre d’ ombres (1935) και Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη (1937) στην α΄ ομάδα+ οι Βασικές θεωρίες γύρω από τις αρχές της τέχνης, εμπνευσμένες από δέκα σονέτα του Μιχαήλ Αγγέλου στη στ΄ομάδα+ οι Βιβλικές ιστορίες (1954) και οι Παραδόσεις (1975) στη γ΄ομάδα+ τα Ελληνικά τοπία (1973) στην ε’ ομάδα και οι Μύθοι (1979) στην ζ’ ομάδα.

Περιττό να προσθέσω ότι μια ψυχοστασία σαν του Καίμη, που συλλάμβανε ολιστικά τον κόσμο, δεν μπορούσε να μιλήσει αποσπασματικά ή από μια «ειδική» σκοπιά για κάποιο θέμα. Κατά συνέπεια αυτή η κατηγοροποίηση αφορά μόνο το θεματικό πυρήνα των επιμέρους άρθρων ή βιβλίων. Εξού και τα Ελληνικά τοπία, αν και σε γενικές γραμμές είναι βιβλίο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας ταυτόχρονα εμπεριέχει στοιχεία αυτοβιογραφίας αλλά και αισθητικού στοχασμού.

Από το βιβλίο αυτό απομονώνω ένα απόσπασμα (από το κεφάλαιο «Το ωραίο από το χρήσιμο»): «Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε ότι η Τέχνη – σαν γέννημα που είναι της μυστικής θέλησης της Φύσης – εκδηλώνεται μέσα από την ψυχή του ανθρώπου, ώστε να συμπληρωθεί η φευγαλέα φαινομενική ομορφιά της με κάτι που είναι πιο μόνιμο».

Οι πλατωνικές καταβολές διαμέσου της εβραιοχριστιανικής παράδοσης ακούγονται πολύ καθαρά στη φωνή του. Πρέπει να αποσαφηνιστεί πάντως ότι ο Καίμη δεν υπήρξε ο συστηματικός αναγνώστης φιλοσοφικών κειμένων. Είχε βέβαια κάποιες προσβάσεις στην αρχαία ελληνική σκέψη, που εν πολλοίς αφορούσαν τις πλαστικές και εφαρμοσμένες τέχνες. Κυρίως όμως εντρύφησε στη Βίβλο, στο Ταλμούδ και στην Καββάλα. Διότι αντιμετώπιζε σύμμετρα τον ελληνισμό και τον ιουδαϊσμό. Αφού απώτερος στόχος του ήταν να δείξει –χωρίς ευκαιριακές δεσμεύσεις– τους κοινούς τόπους των δύο πανάρχαιων συμπληρωματικών εντέλει αυτών κόσμων.

Γράφει, για του λόγου το αληθές, στο ανέκδοτο έργο (βρέθηκε σε σπαραγματική μορφή) του Βασικές ιδέες της Παράδοσης: «Η ιουδαϊκή γραφή σώθηκε παραδόξως από τους Ελληνες και όχι από τους Εβραίους. Καθώς οι Έλληνες βρήκανε στη Πεντάτευχο αυτό που είχανε χάσει: τη γραφή – τον συμβολισμό δηλαδή της σκέψης και των μορφών. Ενώ οι Εβραίοι βλέποντας τους Ελληνες πανθεϊστές να λατρεύουν την Πεντάτευχο, άρχισαν να την ερμηνεύουν και αυτοί στην ελληνική γλώσσα, γι’ αυτό και η εβραϊκή γραφή λησμονήθηκε».

Απόψεις που ενδεχομένως να φάνταζαν αποσυνάγωγες στους κόλπους της εσωστρεφούς εβραϊκής κοινότητας, αλλά που ηχούσαν αλλόκοτα στα αυτιά της κλειστής ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1950, η οποία συντηρούσε τα στεγανά. Και μια φράση του (που τον φέρνει τόσο προδρομικά κοντά στη σκοπιά του μεγάλου θρησκειολόγου-ανθρωπολόγου Ρενέ Ζιράρ) «Ο Χριστός ήταν ο αναμενόμενος απο το Ισραήλ Μεσσίας. Χάρη σε αυτόν διεσώθη το ιερό βιβλίο, που διαφορετικά θα είχε μείνει μια ανάμνηση, αλλά και το εβραϊκό έθνος, που αλλιώς θα είχε ακολουθήσει τη μοίρα των Βαβυλωνίων, Ασσυρίων ή Χετταίων» (κλεμμένη από το ημερολόγιο του προσφιλούς του μαθητή, του Χρήστου Δέδε, ο οποίος κατέγραφε αυτολεξεί όλες τις λεπτομέρειες των συναντήσεών τους).

Πρέπει να κάνουμε σημειωτόν για λίγο στον ιδιότυπο σιωνισμό του Καίμη. Στην ανυπόκριτη εμπιστοσύνη του στους ‘Αραβες αλλά και στο διασπορισμό των Εβραίων απ’ ό,τι στο νεότευκτο κράτος του Ισραήλ. Καθώς επίσης στον αυθόρμητο αναρχισμό του και στην αντισταλινική ιδεολογία του («Δευτέρα Παρουσία θα γίνει όταν δεν θα υπάρχει Εφορία», διαβάζουμε και πάλι στον πολύτιμο αντιγραφέα των λεγομένων του Χ. Δέδε).

Από την άλλη μεριά, αυτός ο λοξός μαθητής του Φίλωνα του Αλεξανδρέα γοητεύτηκε και από τους δασκάλους της Ανατολής. Αυτό μαρτυρεί η μετάφραση του αισθητικού δοκίμιου Σάνταγκα ή έξη κανόνες της ζωγραφικής. Καθώς οι δεκαέξι υποσέλιδες παρεμβάσεις του μεταφραστή στη θεωρία του Αμπανίτρα Ναθ Ταγκόρ επιχειρούν να συνδέσουν τον ινδουϊστικό κανόνα του βλέμματος με την αρχαιοελληνική (αλλά και τη νεοελληνική, μέσα από δυο ρητά του Γιάννη Τσαρούχη), την εβραική, την αραβοπερσική και τη βυζαντινή εικαστική παιδεία.

«Εδώ συμβολίζεται θαυμάσια πως κρίνει τη νέα Ευρώπη η παλαιά Ανατολή. Βλέπουμε πώς ο Ινδός ζωγράφος», υπογραμμίζει στον Φώτη Κόντογλου («Διατηρείται η βυζαντινή παράδοσις ζωντανή», συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στη Καθημερινή, 26.9.38), «που αισθάνεται βαθιά την παράδοση του, ξέρει και μιλάει τη γλώσσα μας, ψυχολογεί και ενθαρρύνει την ατομική προσπάθεια του Ευρωπαίου στην αναζήτηση της αλήθειας της τέχνης. Κατά βάθος η θεωρία του Ταγκόρ προϋποθέτει ότι δεν πρέπει η ατομική ελευθερία να φύγει από τον συμβατικό κανόνα. Το βιβλίο αυτό γαληνεύει την ταραγμένη σημερινή σκέψη, θέτοντας τα πράγματα σε τάξη δίχως το σύστημα της βίας».

Και ως άνθρωπος της ενότητας –τόσο στην έκφραση όσο και στη συναναστροφή– αναζητά εξαντλητικά το άρωμα της χαμένης συλλογικότητας σε ό,τι κι αν ακουμπάει.

Ακούστε τον πώς μιλάει (συντονισμένος με τον Κ. Vrieslander) στο Σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα: «Όλα διατυμπανίζονται σήμερα μέσα στη μόδα και μέσα της πνίγει ο καθένας την ατομικότητά του. Φοβάται μπας και κάνει τα αναπόφευκτα αυτά λάθη που υπάρχουν στη φύση και στη τέχνη+ όλοι γινήκαμε αριθμοί μέσα στους αριθμούς».
Βέβαια, το βαθύ εαυτό του τελικώς τον ανακαλύπτει πίσω από το φωτισμένο πανί. Εκεί στις υπεριπτάμενες φιγούρες, στις τραβεστί φωνές, στις οικείες ιστορίες και στις πρωτόγονες ζωγραφιές. Κάθώς μόνο εκεί μπορεί να υπάρχει (ρυπαρός, θεόκουφος, άφυλος) χωρίς να λογοδοτεί στον πολιτισμό του κέρδους, της ενηλικίωσης, του ανελέητου εδώ και τώρα.

Το γεγονός τώρα ότι στον Καραγκιόζη του έμαθε τη γαλλική μαρτυρεί την αγωνία του να κερδίσει, έστω μέσω της γλώσσας, την εμπιστοσύνη και την προσοχή των καλλιεργημένων του καιρού του, Καθώς ο Καραγκιόζης, στη μέση συνείδηση, ήταν ταυτόσημος με τον υπόκοσμο.

Κατά τα νεοελληνικά ειωθότα αυτή την ακροποδητί προσπάθεια αγχνόησαν ή λεηλάτησαν διάφοροι «φίλοι» ή επιτήδειοι μελετητές. Ένα παράδειγμα. Προκλητικά ο Νίκος Εγγονόπουλος, με τον οποίο γνωριζόντουσαν προσωπικά, στο άρθρο του Ο Καραγκιόζης, ένα ελληνικό θέατρο σκιών παρουσιάζει τη μελέτη του Καίμη ως μετάφρασμα από τη γαλλική (Λωτός, τ. 6/1969).

Στην ωριμότητά του (οκτώ χρόνια πριν σβήσει αγκαλιά με τη θρυλική του τσάντα) γράφει ένα κείμενο με τίτλο «Ο εθνικός χαρακτήρας της τέχνης»: «Με το έργο μου Καραγκιόζης κάνω αυτό που πολλοί το θεωρούνε υπερβολή: ανυψώνω ένα ξεπεσμένο θέατρο. Και όμως με το έργο αυτό δεν κάνω παρά να φανερώσω την ιδιοσυγκρασία μου, δίνοντας αξία σε κάτι ξεπεσμένο, μα βαθύ και ουσιαστικό και επιπλέον σε κάτι που εκφράζει την ψυχή της ελληνικής ψυχής. Αν έμενα στο επίπεδο του θαυμαστού ενός πρωτόγονου θεάτρου, θα έκανα έργο απλά επιστημονικό, δίχως ποιητική σύλληψη, όπως αυτοί που μεταφράζουν τα λαϊκά παραμύθια στην καθομιλουμένη.

Εγώ ανακάλυψα το σκελετό της κάθε κωμωδίας. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Αισχύλος παίρνει το ταπεινό λαϊκό θέατρο, το ανυψώνει με τη μεγάλη του φαντασία και έτσι, χωρίς να το απογυμνώνει από τις μεγάλες ιδέες του, το επιστρέφει ως παραδειγματική τέχνη στο λαό. Οι Έλληνες που στάθηκαν μεγάλοι ερασιτέχνες, θαύμαζαν τη λαϊκή δημιουργία και την ανύψωναν. Ετσι, ο σημιτικός όρος χομχάμ, που σημαίνει σοφία της ζωής στην ελληνική ιδιοσυγκρασία σημαίνει ερασιτεχνία».

Τι μας ψιθυρίζει αυτό το απόσπασμα; Πρώτον, σε επίπεδο πνευματικής σκόπευσης παραμερίζει τα δίπολα λαϊκό – λόγιο, παραδοσιακό – μοντέρνο, τοπικό – διεθνές. Και δεύτερον, σε επίπεδο αφηγηματικής ηθικής, υπογραμμίζει αφενός την ποιητική διάσταση μιας σκέψης και αφετέρου τη «δομική» πρόθεση μιας ερμηνείας.

Κουβεντιάζοντας τα κείμενα

Αν με το σκαρί της σκέψης του Καίμη βρήκαμε την άκρη με το γλωσσικό του φρόνημα τα πράγματα περιπλέκονται.

Είναι γεγονός ότι τα κείμενα του ενίοτε αποπνέουν κάτι παλιομοδίτικο. Σ’ αυτό συνηγορεί, πρώτον, το γεγονός ότι ως ιταλοθρεμμένος μάθαινε την ελληνική επι μακρόν (συχνά μάλιστα η πρώτη γραφή γινόταν στα ιταλικά και κατόπιν ο ίδιος μετέφραζε τα κείμενά του). Δεύτερον, η βαθιά επιρροή που άσκησε πάνω του η λαϊκότροπη τάση της λογοτεχνίας μας με εκφραστές τους Στρατή Δούκα, Φώτη Κόντογλου και Νίκο Βέλμο, οι οποίοι με διαφορετικης ποιότητας αποτελέσματα, προσπάθησαν να απαλλάξουν την πεζογραφία από λόγιες προσμείξεις και περίτεχνες κατασκευές. Μια κουβεντιαστή λογοτεχνία που προσέβλεπε στη λιτότητα και στην οικονομία της ομιλίας. Και, τρίτον, το ότι οι μοναδικοί αφηγηματικοί κώδικες, που ανέκαθεν τον μαγνήτιζαν περιλαμβάνονταν στο αστερισμό του παραμυθιού, του αινίγματος ή της παροιμίας (βλέπε τα βιβλία του: Bιβλικές ιστορίες, Παραδόσεις, Mύθοι), κάτι που ανιχνεύεται, ως θερμοκρασία φωνής, στα περισσότερα βιβλία του.

Έχουμε δηλαδή έναν απευθείας απόγονο της σωκρατικής σχολής, έναν αποκλίνοντα ραββίνο ο οποίος προτιμούσε τη γλυκιά τύρβη της αγοράς από την αυτοσυγκέντρωση της μελέτης: με δυό λόγια: τους φίλους από τους αναγνώστες. Ή, όπως σημειώνει στο παρόν έργο: «Οι Ιουδαίοι διδάσκαλοι είναι ζωντανά παραδείγματα της διδασκαλείας τους. Μεταδίδουν το αίσθημα του ωραίου με τον τρόπο της ομιλίας τους, με τον τρόπο που ντύνονται – η ψυχική τους ηρεμία είναι ζήτημα αισθητικής».

Για όλους αυτούς τους λόγους εικάζω ότι ο Kαίμη δε διεκδίκησε ποτέ την κυριότητα των έργων του, όταν διάφοροι επιτήδειοι τα οικειοποιήθηκαν σκανδαλωδώς. Μπορεί κατά βάθος να μην τα θεωρούσε καν δικά του, αλλά αυτονόητη δωρεά της πνευματικής του σπατάλης στη συντροφιά.

Στο βαθμό που σε αρκετά γραπτά του έχουμε την αίσθηση ότι ο συγγραφέας πιάνει τη γραφίδα με το στανιό. Ότι αυτός θα ήθελε απλώς να συσπειρωθούμε γύρω από την ιδιότυπη φωνή του (λόγω της βαρηκοϊας και του ξενικού ηχοχρώματος η φωνή του είχε κάτι το μυθικό – σκεφτείτε πώς μιλούσε ο Εβραίος στον Καραγκιόζη…) και να μας τα πει όπως τα θυμάται. Να τα χρωματίσει σύμφωνα με τη διάθεση της στιγμής. Να μας ξετυλίξει το παραμύθι της μέσα ζωής+ το θρυμματισμένο παραμύθι του παραγκωνισμένου που υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια τον κόσμο του sum από τον κόσμο του cogito.

Tεχνοτροπικά γνωρίσματα ή βιοθεωρητικές εμμονές;

H πλειονότητα των έργων, των σωσμένων έργων του, είναι τα σχέδια. Tα περισσότερα από αυτά τα έκανε σε καφενεία και ταβέρνες –σε ευτελή υλικά και με οποιοδήποτε μέσο– και σκιαγραφούν τη φθίνουσα ζωγραφική του περίοδο. Προπολεμικά φιλοτέχνησε, όπως συμπέρανα από διασταυρούμενες μαρτυρίες, σωρηδόν ακουαρέλες καταγράφοντας, συνήθως εκ του φυσικού, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από τοπία της Eλλάδας, της Mέσης Aνατολής και της Iταλίας.

Tα λάδια του τα δούλευε για χρόνια και γι’ αυτό μάλλον υπάρχουν λίγα κομμάτια. Σύμφωνα πάντως με ελεγμένη μαρτυρία, κάποιος που του φύλαξε έργα του τα αβέβαια χρόνια της Κατοχής μετά αρνήθηκε να του τα επιστρέψει.

Ο Kαίμη πωλούσε σπανίως (αντί πινακίου φακής), ενώ συνήθως χάριζε έργα του σε φίλους που εκτιμούσε. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι συλλέκτες του υπήρξαν πάνω απ’ όλα φίλοι του ή μαθητές του.

Γενικά προτιμούσε την ελαφρά ύλη (χρωματιστά μολύβια, τέμπερες, σινική ή
μπικ) και κατά κανόνα απέφευγε τους προοπτικούς κανόνες και το κιαροσκούρο που διδάχτηκε ως φοιτητής.

H προσωπική του επαφή αφενός με τη βυζαντινή αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη και αφετέρου με την αρχαία αγγειογραφία, τον έστρεψαν στη σχεδιαστική ακρίβεια και στη λατρεία του στιγμιότυπου.

Kαι αυτό δεν αποτελεί μόνο ζωγραφική εμμονή αλλα και στάση ζωής. Διότι ο Καίμης ενδιαφέρεται προπάντων να μνημειώσει το λεπτό, το εφήμερο της συναναστροφής, το φευγαλέο του βλέμματος, ενώ περιεργάζεται ένα τοπίο ή ένα πρόσωπο. Καθώς για τον Καίμη η ζωγραφική (ειδικότερα τα σχέδια και οι υδατογραφίες) λειτουργούσαν δίκην ημερολογίου.

Xαρτιά ξεθωριασμένα, κιτρινισμένα από το χρόνο, με λεκέδες ή τρύπες που μαρτυρούν το άναρχο του βίου, αποτελούν την εικαστική του κληρονομιά.

Kαι εκεί πάνω με χρώματα αβαρή, σχεδόν ανεπαίσθητα: μαβιά, ανοιχτά πορτοκαλένια, τριανταφυλλένιες αποχρώσεις και πράσινα χλωρά ή σέπιες και όμπρες, κατά τόπους σταχτιά και καστανοκόκκινα, πάνω σε ένα βάθος που δεν έχει καμιά οπτική φυγή.

Oι πινελιές στα τοπία του (συχνά ένα δυναμικό ιμπρεσιονιστικό χρωματικό παιχνίδισμα) υπαγορεύονταν από την ανάγκη του να ανακαλύψει λησμονημένους ρυθμούς και κρυμμένες αρμονίες μέσα στη ρεαλιστική θεματογραφία του. Γι’ αυτό περισκοπεί ή φαντασιώνεται τοπία (αρχαία ερείπια, βυζαντινά κτίσματα, πολύσημη ύπαιθρο) όπου η ιστορία διολισθαίνει στο μύθο. Στα πορτρέτα (φίλοι, συνομιλητές, γνώριμοι των περιπλανήσεών του) τον κεντρίζει η εσωτερική βιογραφία του μοντέλου, εξ ου και η από μνήμης ολοκλήρωση των προσώπων αλλά και η αισθαντικότητα του βλέμματος (το οποίο υποδηλώνεται με γοργές εξπρεσιονιστικές χειρονομίες).

Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ σε δύο αντικρουόμενες απόψεις για ορισμένα ανυπόγραφα έργα που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του. Mια μερίδα συλλεκτών του μου είπε ότι ο ζωγράφος υπέγραφε όσα έργα θεωρούσε αξιοσύστατα. Mιά άλλη μερίδα υποστήριζε πώς γενικά απέφευγε να υπογράφει (ή υπέγραφε μετά από προτροπές των αγοραστών ή των δωρητών των έργων του) με το αιτιολογικό ότι τα έργα του έχουν τόσο έντονα την καλλιτεχνική του σφραγίδα, ώστε θεωρεί περιττή την υπογραφή του ως τεκμήριο γνησιότητας.

Βέβαια μετά τη δεκαετία του 1950 ζωγράφιζε όλο και σπανιότερα, καθώς ένιωθε περισσότερο τεχνοκριτικός ή ιστορικός της τέχνης παρά ζωγράφος.

Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα που φωτίζει την ακρίβεια αλλά και τη λεπτότητα των κριτηρίων του:

«Aυτό είναι το μεγάλο μυστικό του Γκρέκο: Nα μένει στο πνεύμα της εποχής του και να είναι ταυτόχρονα «πρωτόγονος». H ψυχή του δεν αγαπάει τα μνημειώδη όπως ο Mιχαήλ ‘Αγγελος. O φωτισμός του, που δειλά εγγίζει τις μορφές, είναι σαν τα μαργαριταρένια δάκρυα που γλυκαίνουν την τρικυμία του προσώπου.
Δεν προτιμάει τη μεγαλοπρέπεια του μαρμάρου, μα την ταπεινή λάσπη που δουλεύεται με τα δάχτυλα, το πιό απλό μέσο που μπορεί να βρει κανείς για να αποδώσει μιαν υπέρτατη έξαρση. Kάνει προπλάσματα από πηλό, τα φωτίζει και τα αντιγράφει στον μουσαμά.

Nα, γιατί η ζωγραφική του Γκρέκο είναι τέχνη και τέχνασμα μαζί» (συνομιλία με τον Φώτη Κόντογλου, H Kαθημερινή, 26.10.1938).

Και επειδή για τον Καίμη η τέχνη είναι ενιαία και αδιαίρετη, ακούστε πώς κρίνει τη ζωγραφική του Καραγκιόζη («Η ζωγραφική του Καραγκιόζη», Νέα Εστία, 15.6.49): «Μερικοί αναρωτιούνται αν αυτή η ζωγραφική είναι ερασιτεχνική ή όχι. Η αλήθεια στέκεται πέρα από αυτές τις διακρίσεις. Ο Σπαθάρης μοιάζει με τον Θεόφιλο στη σύλληψη, διαφέρει όμως στην εκτέλεση. Οι φιγούρες του Σπαθάρη είναι άμεσα πρωτόγονες, δηλαδή πλάγιες (επί το πλείστον) ενώ του Θεόφιλου είναι ανάφλυφες. Εξάλλου ο Θεόφιλος χαρακτηρίζεται από μυστικισμό ενώ ο Σπαθάρης, το αντίθετο, από δυναμισμό».

Και βέβαια, αν σκεφτούμε ότι αναφερόμαστε σε εποχές χαρακωμάτων και μανιχαϊστικών διαφορών, οι αδέσμευτες απόψεις του αποκτούν προδρομικό χαρακτήρα: «Τον ακαδημαϊσμό η σημερινή κριτική τον καταδικάζει αμείλικτα, ενώ από την άλλη μεριά εκτιμά σε απίστευτο σημείο τον πριμιτιβισμό, κάτι που επιβεβαιώνει ότι δεν κατορθώνει να μπει σε βάθος του δημιουργικού φαινομένου.
Η τέχνη δεν χωρίζεται σε κατηγορίες, που στην ουσία πρόκειται για κατηγορίες αλλά για διάφορες ψυχικές εκδηλώσεις του ρυθμού που τείνουν στο να αποκαλύψουν τη διάρκεια και τη στιγμή ενός λαού». («Τοιχογραφίες της Δημαρχείας του Φ. Κόντογλου», Νεοελληνική Λογοτεχνία, 15.6.40)

Ολοσχερής αποκλεισμός

Aναμφίβολα ο ορίζοντας του –όπως αυτός διαγράφεται τόσο από τις μελέτες του όσο και από τη ζωγραφική του– προσβλέπει κυρίως στα πρότυπα των μεγάλων πολιτισμών της Aνατολής, καθώς τη Δύση, από την Aναγέννηση και μετά, τη δέχεται με προοδευτικό σκεπτικισμό.

Έτσι, αν και συναναστράφηκε κάποιους από τους κορυφαίους ανανεωτές του Μεσοπολέμου (Στέρης, Παπαλουκάς, Πικιώνης, Xατζηκυριάκος-Γκίκας, Διαμαντόπουλος, Tσαρούχης, Eγγονόπουλος), ο ίδιος αναζητά με θαυμαστή επιμονή, ως το τέλος της ζωής του, τη συνέχεια της ελληνικής τέχνης μετά το Bυζάντιο.

Kαι το «σπασμένο νήμα της παραδόσεως» (όπως γράφει στο κατάλοιπο κείμενο της ωριμότητάς του «O εθνικός χαρακτήρας της τέχνης») το βρίσκει – ακολουθώντας το παράδειγμα αρκετών ανθρώπων – της γενιάς του στην ανώνυμη αρχιτεκτονική, στο στιγματισμένο Θέατρο σκιών και στην ταπεινή λαϊκή τέχνη.

Kαι αυτό είναι εύλογο. Στο βαθμό που οι κραδασμοί της νεοτερικότητας κλονίζουν όχι μόνο την πίστη του στη συνοχή που υποσχόταν κάποτε η τέχνη, αλλά και υποσκάπτουν τον κοινωνικό ιδανισμό του.

Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα του ανθρώπου του προσκολλημένου στο παρελθόν σε μεγάλο βαθμό αίρεται από ένα παράδοξο που παρατηρείται στο ίδιο το έργο του.
Eνώ δηλαδή σε ορισμένα κείμενά του δείχνει να προσλαμβάνει τον κόσμο με έναν προφανή τρόπο, σε κάποια άλλα, κυρίως αυτά που αφορούν την ευσεβιστική τέχνη ή τον λαϊκό πολιτισμό φανερώνει μια ιδιότυπη οντολογική ματιά.

Kαι όταν λέω οντολογική ματιά, υπαινίσσομαι κυρίως τη δεσπόζουσα εμμονή του λαογράφου, αισθητικού και ζωγράφου να ερμηνεύει την τέχνη (και επαγωγικά την ανθρώπινη κατάσταση) ως μεταμορφώσεις – ανοδικές ή καθοδικές – του ιερού αισθήματος.
Στο σημείο αυτό καλόν θα ήταν, για να εξορύξουμε το βαθύτερο κοίτασμα της περιθωριοποίησης της παπαδιαμαντικής αυτής φιγούρας, να σκάψουμε λίγο βαθύτερα. Να μην αρκεστούμε δηλαδή στις επιστρώσεις της απομόνωσής του (στη βαρηκοία του, στην οικογενειακή παρακμή, στη ροπή του σε μια ρομαντική πρόσληψη του λάθε βιώσας).

Xωρίς περιστροφές: ο Kαίμης αποσιωπήθηκε διότι ο στοχασμός του δεν εξυπηρετούσε καμμία πολιτισμική σκοπιμότητα – ζούσε, να το πούμε αλλιώς, εναντίον του κοινωνικού προσώπου του.

H δυσφορία του μπροστά στην ξέφρενη νεωτερικότητα μεταφράζεται, στα μάτια των αβασάνιστων εκμοντερνιστών, ως παρωχημένος τοπικισμός. O οικουμενικά λαϊκός τρόπος του να προσλαμβάνει την παράδοση (που κάποιες φορές τον φέρνει τόσο κοντά στη σκέψη του Mιχαήλ Mπαχτίν) τον καθιστούν ανενεργό στις ιδεοληπτικές βλέψεις των ελληνοκεντρικών του μεσοπολέμου. Tέλος, ο καββαλιστικός μυστικισμός και ο αυθόρμητος αναρχισμός του τον περιθωριοποιούν τόσο από τις επιδιώξεις μιας δογματικής αριστεράς όσο και από την εσωστρεφή και ισχνή μεταπολεμικά εβραϊκή κοινότητα.
Mε δυο λόγια: έχουμε έναν ολοσχερή και, δε θα δίσταζα να πω, τραχύ αποκλεισμό. Kι όμως αυτός ο «υπεράνω του ψόγου και του επαίνου» (σύμφωνα με την ευθύβολη διατύπωση του Tσαρούχη) απευθυνόταν εξακολουθητικά σ’ έναν άνθρωπο με ανοιχτή καρδιά. Eπειδή ο Kαΐμης, πάνω απ’ όλα, υπήρξε ένας προσηνής αφηγητής+ ένας παραμυθάς, ο οποίος το μόνο που προσδοκούσε ήταν να γεμίσει το χώρο μιας συνάθροισης με την ανταλλαγή μιας κοινής εμπειρίας (αλήθεια, αυτό τον τύπο αφηγητή δε μας υποδεικνύει ο Bάλτερ Mπένγιαμιν όταν αναφέρεται στις χασιδικές κοινότητες;)
Aυτός ο άνθρωπος λοιπόν με το διδακτικό χιούμορ, που αγαπούσε τους ατέλειωτους περιπάτους και τις δαιδαλώδεις συζητήσεις περί τέχνης, στον απορφανισμό του σύγχρονου ανθρώπου από τα μεγάλα ερείσματα της ζωής, προτείνει, δίκην παραμυθίας, την οικουμενική δύναμη της λαϊκής τέχνης και την ηθική δομή του ωραίου.

Αυτή η βραχεία μελέτη πρωτοδημοσιεύτηκε στο Αντί (τ. 627, 31.1.1997), στην Ίνδικτο (τ. 8, χειμώνας 1997) ενώ αποτέλεσε το εισαγωγικό κείμενο της αναδρομικής έκθεσης Giulio Caimi (Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, Μάιος 2003). Η παρούσα μορφή, εμπλουτισμένη και αναπλασμένη, αποτελεί την οριστική μορφή του κειμένου.

+ άνω στιγμή

url-1

Βιβλία Τζούλιο Καΐμη

Ελληνικά τοπεία (Γαβριηλίδης, 1993), Τζούλιο Καίμη, ένας αποσιωπημένος (Γαβριηλίδης, 1994), Σάνταγκα ή οι έξη κανόνες της ζωγραφικής, Το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, Ο άτυχος γάμος (Ακρίτας, 1997), Giulio Caimi (Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, 2003), Γύρω στο αίσθημα του ωραίου (Γαβριηλίδης, 2005).

*Αυτή η βραχεία μελέτη πρωτοδημοσιεύτηκε στο Αντί (τ. 627, 31.1.1997), στην Ίνδικτο (τ. 8, χειμώνας 1997) ενώ αποτέλεσε το εισαγωγικό κείμενο της αναδρομικής έκθεσης Giulio Caimi (Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, Μάιος 2003). Η παρούσα μορφή, εμπλουτισμένη και αναπλασμένη, αποτελεί την οριστική μορφή του κειμένου.

«Μέτρα λιτότητας»: Η νέα ελληνική ποίηση

cover-rendition-460

Της Ελένης Κεχαγιόγλου*

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Penguin μια ανθολογία της νέας ελληνικής ποίησης, σε επιμέλεια και μετάφραση της Karen Van Dyck. Η επιμελήτρια της έκδοσης —καθηγήτρια των ελληνικών σπουδών στην έδρα Κίμων Α. Δούκας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια— έχει ήδη επιμεληθεί, σε συνεργασία με τους Peter Bien, Peter Constantine and Edmund Keeley έναν τόμο για την ελληνική ποίηση από το 1900 έως το 2000 (A Century of Greek Poetry: 1900-2000, Cosmos, 2004), ενώ έχει επίσης μεταφράσει από τα ελληνικά το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη Τα ψάθινα καπέλα (Three Summers) για λογαριασμό των εκδόσεων Κέδρος το 1995 και, τέλος, ανθολόγησε και μετάφρασε ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (The Scattered Papers of Penelope: New and Selected Poems by Katerina Anghelaki- Rook, Graywolf 2009).

Η νεοελληνίστρια Karen Van Dyck —με σχετικές σπουδές στην Οξφόρδη και με τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα να περιλαμβάνουν την ελληνική λογοτεχνία και την ελληνική λογοτεχνία της διασποράς, τα ζητήματα φύλου και τη μετάφραση— υπογράφει τώρα μια ανθολογία με την ποίηση της νέας χιλιετίας, όπως θα δείτε στο κείμενό της που ακολουθεί (Guardian, 23/3/2016) και το οποίο παρατίθεται ολόκληρο στη συνέχεια.

Το οποίο κείμενο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι δίνει μια εικόνα της σημερινής Ελλάδας όπως την προσλαμβάνει ένας άνθρωπος ξένος (παρ’ ότι η K. V. Dyck έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του 1980) και δημοσιεύεται σε μια μεγάλη εφημερίδα του Λονδίνου. Ο σχολιασμός υπερβαίνει τη σύγχρονη ποιητική παραγωγή και περιγράφει το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή παράγεται, κατά τη γνώμη της επιμελήτριας της συλλογής.

Το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, κατά τη γνώμη μου είναι ότι επιχειρείται μια αντίστροφη ανάγνωση. Η «ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα» όπως την περιγράφει η Κ. V. Dyck (ελλείψεις σε ρεύμα και νερό σε επίπεδα εμπόλεμης κατάστασης, τραγικές δολοφονίες και ληστείες καταλαμβάνουν στα μέσα τον ίδιο χρόνο με τις διαφημίσεις συστημάτων υψηλής ασφαλείας και άλλα παρόμοια, ενώ οι ποιητές διαβάζουν ποιήματα στις αλάνες) δίνουν μεν μια γραφική εικόνα για την πρωτεύουσα μιας χώρας σε κρίση, πλην όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Έχω την εντύπωση ότι, εν προκειμένω, η ανθολόγος-επιμελήτρια της συλλογής ερμηνεύει την πραγματικότητα μέσω της ποίησης και όχι την ποίηση αναφορικά με το πλαίσιο εντός του οποίου έχει παραχθεί. Και με τον τρόπο αυτό, οδηγείται σε μια παρανάγνωση (εσκεμμένη ή όχι) της πραγματικότητας. Για να αποφύγω ωστόσο τα βιαστικά συμπεράσματα, θα επανέλθω, αφότου διαβάσω την Εισαγωγή της ανθολογίας, στην οποία και θα δίνονται, φαντάζομαι, τα κλειδιά της επιλογής των ποιημάτων και του ερμηνευτικού σχήματος της K. V. Dyck, το έργο της οποίας, σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό. Και τότε, θα είμαι σε θέση, ίσως, να πω εάν, και κατά πόσον, στο εξώφυλλο μιας ποιητικής ανθολογίας έχει θέση μια φράση του οικονομολόγου Γιάνη Βαρουφάκη. Η θεωρία της λογοτεχνίας βέβαια, έχει —εδώ και χρόνια, και επί μακρόν— συζητήσει τέτοια θέματα…

Κατά τα άλλα, ανυπομονώ να πάρω στα χέρια μου το βιβλίο για να διαπιστώσω ποιοι νέοι ποιητές μας περιλαμβάνονται στις 496 σελίδες του και την αντιπροσωπευτικότητα της επιλογής αυτής ως προς την «επαναστητημένη μορφή τέχνης», σύμφωνα με τον Guardian. Σε κάθε περίπτωση, αυτό έχει σημασία: αέρα στα πανιά τους να έχουν οι ποιητές και οι πεζογράφοι μας και οι λέξεις της μικρής μας γλώσσας να βρίσκουν τρόπο να συναντούν κοινό εκτός συνόρων. Η ιδεολογική χρήση είναι μια άλλη, μεγάλη (και ίσως σε έναν βαθμό, αναπόφευκτη) ιστορία.

* * *

vandyke-330

—της Karen Van Dyck για τον Guardian | Μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης—

Στην πληττόμενη από τη φτώχεια Ελλάδα, η ποίηση γίνεται πλουσιότερη. Η Karen Van Dyck, επιμελήτρια μιας ανθολογίας για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, με τον τίτλο Austerity Measures: The New Greek Poetry (Μέτρα Λιτότητας: Η Νέα Ελληνική Ποίηση), εξετάζει μια επαναστατημένη μορφή τέχνης.

Όταν τα αγαθά μειώνονται και δεν επαρκούν, οι άνθρωποι παλεύουν, γίνονται αρπακτικοί, σκληραίνουν. Τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με περισσότερες στερήσεις από το μερίδιο που τους αναλογεί. Η πείνα, η ανεργία, οι περικοπές των συντάξεων και οι κατεστραμμένες επιχειρήσεις χαρακτηρίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα. Οι ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό φτάνουν σε επίπεδα που συναντά κανείς σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περισσότεροι από το 27% των Ελλήνων είναι άνεργοι. Το 55% των νέων, ιδιαίτερα εκείνων που (θα έπρεπε να) απασχολούνται στους τομείς της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, έχουν φύγει από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά αλλού. Το 40% των παιδιών ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας το 2014, και το ποσοστό τώρα πλησιάζει το 50%. Το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ, ενώ τα μέτρα λιτότητας κάνουν τη παραμονή στην ευρωζώνη τόσο δύσκολη όσο και το Grexit. Η ανάγκη για γρήγορες απαντήσεις ωθεί τους ψηφοφόρους στα πολιτικά άκρα. Οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και η διαφθορά σε όλο το πολιτικό φάσμα επιφέρουν αβάσιμες καταγγελίες και μοιρολατρία. Σχεδόν κανείς δεν βάζει τα χρήματά του στις τράπεζες πια. Οι ειδήσεις για δολοφονίες και ληστείες μοιράζονται τον ίδιο χρόνο στα μέσα με τις διαφημίσεις για συστήματα ασφαλείας υψηλής τεχνολογίας. Εντωμεταξύ, οι πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ φτάνουν σε νησιά όπως η Λέσβος κατά εκατοντάδες, και ενίοτε κατά χιλιάδες· δεν θέλουν να παραμείνουν στην Ελλάδα, αλλά ούτε και μπορούν να φτάσουν σε χώρες με καλύτερες υπηρεσίες πρόνοιας. Και όπου προσαράζουν οι βάρκες με τους πρόσφυγες, σπεύδουν οι ντόπιοι ψαράδες, παρατάσσονται στην ακτή και τσακώνονται ποιος θα πρωτοπάρει τις εξωλέμβιες μηχανές για να τις πουλήσει αποκομίζοντας ένα κάποιο κέρδος. Περισσότεροι άνθρωποι, λιγότερα τα αγαθά κατά κεφαλή.

Η ποίηση, όμως, αφθονεί. Υπεραφθονεί. Ποιητές γράφουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν δημοσίως σε πλατείες, θέατρα και αλάνες, απαγγέλουν σε φτωχογειτονιές, φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούν σε συλλαλητήρια, μπλογκάρουν και ποστάρουν στο Διαδίκτυο, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν παιδιά και μετανάστες σε εργαστήρια. Μέσα στην όλη δυστυχία και την αταξία, η νέα ποίηση βρίσκεται παντού. Όσα γράφονται είναι τόσο πολλά και ποικίλα που δεν χωρούν βολικά σε μία και μόνη πλευρά οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος. Μολονότι βιβλιοπωλεία συνεχώς κλείνουν και οι εκδότες δεν ξέρουν για πόσο ακόμα θα μπορούν να προμηθεύονται χαρτί, οι ποιητές καταφέρνουν και περνάνε τα ποιήματά τους στον κόσμο. Τα καθιερωμένα λογοτεχνικά περιοδικά ακμάζουν· οι μικροί εκδοτικοί οίκοι και τα νέα περιοδικά αφθονούν. Η παραγωγή ποίησης όχι μόνο αψηφά την οικονομική ύφεση, αλλά επίσης ξεπερνά και τις εθνικές, ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Τέτοια αφθονία νέας ποίησης έχει να σημειωθεί από την εποχή της στρατιωτικής χούντας, γνωστής ως η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη. Πράγματι, η ιστορική συγγένεια δεν σταματά εκεί: είναι και πάλι οι ποιητές που έχουν τη μερίδα του λέοντος στην καθοδήγηση της νέας γενιάς.

Η ανθολογία Austerity Measures (Μέτρα Λιτότητας) παρουσιάζει δείγματα αυτής της ζώσας παράδοσης και, πέρα από το ότι αντανακλά τις δυσκολίες της ζωής στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια σήμερα, κάνει αυτό που μόνο η ποίηση ξέρει να κάνει καλά: προσφέρει νέους τρόπους για να φανταστούμε ριζικά διαφορετικές πραγματικότητες. Από τα λυρικά ονειρικά αποσπάσματα της Άννας Γρίβα στον αποκαλυπτικό νεορεαλισμό του Στάθη Αντωνίου, κι από κει στα καυστικά μεταμοντέρνα πεζά ποιήματα του Θωμά Τσαλαπάτη, τίποτα εδώ δεν είναι όπως θα το περίμενε κανείς έχοντας κατά νου ακόμα και την ελληνική ποίηση του πρόσφατου παρελθόντος. Δεν υπάρχουν πολλά αγάλματα· ούτε και μύθοι, τουλάχιστον με την κλασική έννοια του όρου· ούτε πατριωτισμός· ούτε καν εκείνο το γνωστό έντονο φως ή οι αναφορές στη θάλασσα, όπως τις ξέρουμε από τους νομπελίστες ποιητές Γιώργο Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη.

Αυτό που κυρίως διακρίνει την ποίηση της νέας χιλιετίας απ’ ό,τι έχει προηγηθεί είναι, από τη μία πλευρά, η ποικιλομορφία της –δεν υπάρχουν σαφείς σχολές ή ομάδες– και, από την άλλη, οι πολιτισμικές συνθήκες που παίρνει ως δεδομένες. Χαλαρά συνδεδεμένοι, ζώντας στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε μικρότερες πόλεις όπως η Πάτρα, η Ξάνθη και η Σύρος, καθώς και έξω από την Ελλάδα, πολλοί από τους νέους ποιητές είχαν άμεση πρόσβαση σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και το Διαδίκτυο από την παιδική τους ηλικία. Η πραγματικότητα που επιδιώκουν να αναπαραστήσουν είναι εμποτισμένη από την εικονική πραγματικότητα, την οποία και έχει ενσωματώσει. Έχουν μεγαλώσει με την αντίληψη ότι τεράστια αποθέματα πληροφοριών και ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών γλωσσών δεν βρίσκονται παρά ένα κλικ μακριά τους. Ο αριθμός των γυναικών που γράφουν ποίηση σήμερα δεν έχει τον όμοιό του παρά μονάχα στην εποχή της δικτατορίας, ως εάν οι δύσκολοι καιροί να έχουν εξαλείψει την κατά τα άλλα ανισότητα.

Εντέλει, οι ποιητές αυτοί διερευνούν το τι μπορεί να σημαίνει για την ποίηση να είναι πολιτική, ή να είναι απολιτική, σε περιόδους κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Ζουν εντός των ορίων των κάπιταλ κοντρόλ και των μη αντιπροσωπευτικών δημοψηφισμάτων· αν ζουν στο εξωτερικό, βασίζονται στα νέα που τους μεταφέρουν η οικογένεια και οι φίλοι τους που ζουν εντός του παραπάνω πλαισίου· αλλά, σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου γράφουν. Ακόμη και στο έργο των ποιητών που άρχισαν να δημοσιεύουν πριν από δέκα και πλέον χρόνια, η λιτότητα και το αβέβαιο μέλλον είναι, αναπόφευκτα, παρόντα.

Αλλά ποια είναι η σχέση της ποίησης με τον κόσμο εντός του οποίου δημιουργείται; Αν στην ποίηση, όπως λέει ο William Carlos Williams στους στίχους που έχω βάλει ως μότο στην ανθολογία, «οι άνθρωποι πεθαίνουν άθλια κάθε μέρα / από έλλειψη / αυτού που υπάρχει», τότε τι υπάρχει σε αυτή τη γραφή που θα μπορούσε να κάνει εκείνες τις υπάρξεις λιγότερο άθλιες, ή ακόμα και να τις σώσει; Αν είναι «δύσκολο να μάθεις τις ειδήσεις από ποιήματα», δεν σημαίνει αυτό ότι είναι, παρ’ όλα αυτά, κατά κάποιον τρόπο δυνατόν – ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με ποιήματα «με μικρή απόκλιση από το σύμπαν», όπως περιέγραψε ο E. M. Forster τα ποιήματα του Έλληνα της διασποράς Κ. Π. Καβάφη;

Τα μέτρα λιτότητας απαιτούν ταυτόχρονα και περικοπές και τη μεταστροφή των περιορισμένων πόρων σε νέους και δημιουργικούς σκοπούς. Από ποιητικής άποψης, κάτι τέτοιο συνήθως συνεπάγεται ομοιοκαταληξία και μέτρο. Η Α. Ε. Stallings δραματοποιεί αυτή την επινοητικότητα ανανοηματοδώντας έναν τίτλο είδησης, «Η Ελλάδα υποβαθμίστηκε ακόμα βαθύτερα μες στα σκουπίδια», και χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη ως μία από τις δύο επαναλαμβανόμενες ρίμες μιας βιλανέλας ενσωματωμένης σε ένα πεζό ποίημα. Παρομοίως, ο παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού, ο οποίος διόλου τυχαία ονομάζεται «πολιτικός στίχος», ανιχνεύεται σε πολλά από τα ελληνικά στο πρωτότυπο ποιήματα αυτής της συλλογής, βγαίνοντας στην επιφάνεια στις πιο απρόσμενες στιγμές. Ο στοχασμός του Γιάννη Ευθυμιάδη για τις τελευταίες στιγμές ενός ανθρώπου που πέφτει από το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, στο «9/11 ή Ο άνθρωπος που πέφτει», παίρνει μία ακόμα πιο επινοητική μορφή, στο πνεύμα των 27σύλλαβων στίχων του, επεκτείνοντας τη σύντομη κάθοδο των 10 δευτερολέπτων σε μια σειρά από 27 ποιήματα.

Το ζήτημα αυτό της επινοητικότητας μπορεί επίσης να υποδηλώνει ένα γενικότερο ήθος ανακύκλωσης, που θυμίζει το άδειο καροτσάκι για τα ψώνια σε μια ευφάνταστη σειρά χρήσεων, όπως εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα σε σύγχρονες ελληνικές ταινίες, στην τέχνη, ακόμη και σε μια διαφήμιση της Τράπεζας Πειραιώς. Πολύ συχνά, σε αυτή την ποίηση, οι εικόνες ακριβώς της καθημερινότητας καθιστούν την κρίση απολύτως σαφή: για παράδειγμα, χαρτοκιβώτια του ΙΚΕΑ χρησιμεύουν ως στέγη στις «Λέξεις» του Jazra Khaleed, και μια κάμπια τρώγεται ζωντανή στο κέντρο της Αθήνας στο «Μαύρο χαϊκού» της Γιάννας Μπούκοβα. Εντωμεταξύ, στο «Η μαμά είναι ποιήτρια» η Γλυκερία Μπασδέκη μετατρέπει τις δουλειές του σπιτιού σε μάθημα γραμματικής («όλη τη μέρα μαγειρεύει κόμματα, σκουπίζει χρόνους») και, με τον τρόπο αυτό, καθιστά την ποίηση για την καθημερινότητα πολιτική: «κόμμα», στα ελληνικά, σημαίνει το σημείο στίξης αλλά και το πολιτικό κόμμα. Οι σχέσεις των ποιητών αυτών με την ιστορία και τα τρέχοντα γεγονότα είναι ένα παράδοξα ετερόκλητο συνονθύλευμα, κάποτε προκλητικό, άλλοτε υπαινικτικό, αλλά πάντοτε τραβηγμένο στα όρια της γλώσσας, το οποίο ζητά από τον αναγνώστη να διευρύνει το επίπεδο κατανόησής του, να γίνει πιο δεκτικός. Η εποχή προσφέρεται για να μιλήσει κανείς ενάντια στα δόγματα, στη διαίρεση και στη μονογλωσσία – και, επίσης, συνήθως για κάτι εξίσου σημαντικό: απλώς για να καταγραφεί η βιωμένη εμπειρία των Ελλήνων σήμερα, τα νέα που θα παραμείνουν νέα όταν τα πρωτοσέλιδα προχωρήσουν παρακάτω για να καλύψουν άλλα μέρη του κόσμου.

Η ανθολογία Austerity Measures: The New Greek Poetry, σε επιμέλεια της Karen Van Dyck, κυκλοφόρησε στις 28 Μαρτίου, από τις εκδόσεις Penguin.

*Από το http://dimartblog.com/2016/03/29/austerity-measures/

Μια συνέντευξη με τον Αλέξη Αντωνόπουλο!

12472396_10208613223830542_4763298002106519218_n-550x550

Της Δήμητρας Πραντάλου
21 Μαρτίου 2016

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, μιλήσαμε με τον Αλέξη Αντωνόπουλο, ένα νέο ποιητή,  και μας είπε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για την ζωή του και την μεγάλη του αγάπη: Την ποίηση! Γεννημένος το 1989 στην Αθήνα, φοίτησε στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις) και στο Ινστιτούτο Θεάτρου και Κινηματογράφου Lee Strasberg στη Νέα Υόρκη (Υποκριτική). Αυτή την περίοδο σπουδάζει Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο του Cambridge.
Bιβλία του είναι τα εξής: Σκοτάδι (Ars Poetica, 2013), Καπνίζοντες και Μη Καπνίζοντες (συλλογικό, Vakxikon, 2014), Εδώ (εκτός εμπορίου, Πασιφάη, 2015).

Πότε ξεκίνησες να γράφεις;
Γράφω από μικρό παιδί. Ίσως ν’ ακουστεί λίγο περίεργο, αλλά νομίζω πως τα κεφάλαια στη ζωή ενός ανθρώπου που γράφει οριοθετούνται περισσότερο από τους αναγνώστες του παρά από τον ίδιο. Όταν ήμουν εφτά χρονών, έγραφα για τους γονείς μου. Όταν ήμουν 17, για μένα. Στα 19 ήταν που ξεκίνησα, δειλά-δειλά, να μοιράζομαι τις λέξεις μου με τον κόσμο. Και μάλλον αυτό είναι το σημείο από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή: Η αρχή της επικοινωνίας με ανθρώπους που δεν θα συναντήσεις, και στους οποίους μιλάς με τη γνήσια φωνή σου. Η επιλογή να χαρτογραφείς την ψυχή σου, με συμβολικά τοπία ή πραγματικά (όμως πάντοτε αληθινά) για να πεις όσα πιστεύεις πως πρέπει ν’ ακουστούν.

Με ποιο είδος ποίησης ασχολείσαι;
Προσπαθώ να γράφω ποίηση που επιμένει να βλέπει ανθρώπους.
Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου άπειροι αυτοαποκαλούμενοι εκπρόσωποι πεποιθήσεων (πολιτικών, θρησκευτικών, κοινωνικών, κτλ.) πασχίζουν να μας δείχνουν σύμβολα αντί για πρόσωπα. Η τελευταία σου ψήφος, η οικονομική σου κατάσταση, ο θεός στον οποίον προσεύχεσαι ή η επιλογή σου να μην προσεύχεσαι, η εκπαίδευση σου, ακόμα και το πώς ντύνεσαι ή πού πηγαίνεις για ποτό είναι ορισμένα από τα άπειρα χαρακτηριστικά που αρκούν για να μετατραπείς σε σύμβολο. Αφού μετατραπείς σε σύμβολο, τα υπόλοιπα στοιχεία του χαρακτήρα σου δεν έχουν πλέον σημασία.
Μόλις μας πείσουν ότι ο γείτονάς μας είναι πρώτα εκπρόσωπος μιας πτυχής της κοινωνίας και μετά άνθρωπος, ο τρόπος με τον οποίον βλέπουμε τον συνάνθρωπο μας –ο τρόπος με τον οποίον βλέπουμε την ίδια τη λέξη ‘συνάνθρωπος’- τούς ανήκει. Μας έχουν πείσει να βλέπουμε αλάνθαστους σωτήρες εκεί που θέλουν να βλέπουμε αλάνθαστους σωτήρες, και αντίχριστους εκεί που θέλουν να βλέπουμε αντίχριστους.
Η ποίηση που με αφορά έρχεται και σου μιλάει για τον άνθρωπο, όχι για το σύμβολο. Σου θυμίζει πού κοιτάζει ο γείτονας σου ενώ σκέφτεται, πώς βαδίζει νωρίς το πρωί και πώς βαδίζει αργά το βράδυ, τι χρώμα έχουν τα μάτια του. Είναι εύκολο να γίνει κάποιος σύμβολο αν δεν θυμάσαι το χρώμα των ματιών του.

Από πού πηγάζει η έμπνευσή σου;
Παρατηρώ, όσο μπορώ. Και μέσα μου, και εκεί έξω. Προσπαθώ να διακρίνω τις παρενθέσεις που δίνουν στη ζωή το αληθινό της χρώμα: Εκείνα που συχνά αγνοούμε ως ‘‘λεπτομέρειες’’.
Πολλές φορές, η έμπνευση με βρίσκει και στα όνειρα· ιστορίες με αρχή, μέση, και τέλος. Ανεξαρτήτως πού βρίσκομαι, δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχω το σημειωματάριο δίπλα μου ενώ κοιμάμαι.
Απ’ όπου και να έρχεται κάθε φορά η έμπνευση, όπου και να με βρίσκει, επιχειρώ να γράψω για όσα οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν. Το οποίο φαντάζει μαζοχιστικός στόχος, όμως η ποίηση που με αφορά λέει περισσότερα με το λευκό της σελίδας παρά με το μελάνι. Ένα ποίημα με αγγίζει μέσα από τις λέξεις που του λείπουν· λέξεις που δεν έχουν κατασκευαστεί ακόμα και πιθανόν να μην κατασκευαστούν ποτέ.
Ξέρεις, συχνά ακούω την ατάκα «δεν έχω έμπνευση». Δεν το χάβω. Ίσως να μην έχεις έμπνευση για να κάνεις κάτι συγκεκριμένο – εκεί πάω πάσο. Αλλά δεν γίνεται να μην έχεις έμπνευση γενικά, για τίποτα. Συνέχεια σκέφτεσαι, συνέχεια αισθάνεσαι. Όταν δεν αισθάνεσαι τίποτα, κι αυτό συναίσθημα είναι, και μάλιστα ένα συναίσθημα που έχει γεννήσει μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα στην ιστορία της Τέχνης. Έμπνευση έχουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν πιστεύουμε πως εκείνο που προσέξαμε σήμερα αξίζει να ειπωθεί. Δεν αγωνιζόμαστε να μεταφράσουμε την ψυχή μας σε κάτι.

Ποιος ποιητής σε «επηρέασε» στο να γράψεις ποίηση;
Είναι πάρα πολλοί εκείνοι που με έχουν επηρεάσει και με επηρεάζουν. Ολοένα και πληθαίνουν.
Από ποιητές που γνωρίζω μόνο μέσω των λέξεων τους, θ’ αναφέρω τον Charles Bukowski, τον Τάσο Λειβαδίτη, και τον Edgar Lee Masters. Με ενέπνευσαν να γράφω λέξεις που έχουν την ελπίδα και ν’ απευθυνθούν σε εραστές της ποίησης, και ν’ αλλάξουν γνώμη σε όσους είναι βέβαιοι ότι η ποίηση δεν έχει κάτι να τους πει.
Από ποιητές που έχω την τιμή να γνωρίζω προσωπικά, θ’ αναφέρω τρεις:
Ο Pat Ingoldsby είναι ζωντανό παράδειγμα της δυνατότητας που έχεις να πρεσβεύεις την ποίηση σου με κάθε σπιθαμή του χαρακτήρα σου. Να ζεις και να γράφεις όπως σε εκφράζει. Και με την παραμικρή αφορμή, να δημιουργείς Τέχνη. Δεν είναι απλώς μια ιδιοφυία, αλλά και ο πιο cool τύπος που έχω γνωρίσει μέχρι σήμερα.
Ο Χάρης Βλαβιανός ήταν καθηγητής μου, κι ένας από τους πρώτους ανθρώπους που πίστεψαν στη φωνή μου. Πέρα από εξαιρετικός ποιητής, είναι ένας δάσκαλος που σέβεται τους φοιτητές του, και νοιάζεται. Νοιάζεται όσο ελάχιστοι. Μου έμαθε ότι ο ακαδημαϊσμός πρέπει να λειτουργεί ως καταφύγιο για όσους επιθυμούν να σκέφτονται.
Τον Kevin Crossley-Holland τον γνώρισα πολύ πρόσφατα, αλλά η φιλία μας αναζωπύρωσε μέσα μου την πεποίθηση ότι λέξεις όπως ‘‘θείο’’, ‘‘θνητός’’, ‘‘ήρωας’’, και ‘‘μύθος’’ έχουν σημασία. Λιγοστεύουμε όσοι αγαπάμε τούτες τις λέξεις, και είναι τόσο όμορφο να έχεις συνοδοιπόρους ενώ γράφεις γι’ αυτές.
Προφανώς, η ολοκληρωμένη λίστα των επιρροών μου είναι αρκετά μεγαλύτερη, αλλά τα παραπάνω ονόματα είναι σχετικά πιο εύκολο να τα δεις να καθρεφτίζονται στο πώς προσεγγίζω την ποίηση.

Τι ετοιμάζεις αυτό το διάστημα;
Αυτό το διάστημα επικεντρώνομαι σε δύο έργα:
Το πρώτο είναι μια καινούργια συλλογή ποιημάτων και πεζών που σχολιάζει τις αποστάσεις που βιώνουμε· την απόσταση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, σε δύο ζωντανούς ανθρώπους, σ’ εμάς και σ’ εκείνο που κάποτε ήμασταν, σ’ εμάς και σ’ εκείνο που θα θέλαμε να είμαστε.
Το δεύτερο είναι μια ταινία μικρού μήκους με τον τίτλο ‘God’s Step’, και θέμα της είναι η τραγική ευκολία με την οποία ένας καλός αλλά βασανισμένος άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε τέρας. Έγραψα το σενάριο για τις ανάγκες του μεταπτυχιακού μου, και θέλω να το μοιραστώ με τον κόσμο.

Για να γνωρίσετε τις λέξεις του και να επικοινωνήσετε μαζί του, μπορείτε να επισκεφτείτε το http://www.alexantonopoulos.com

*Από το http://www.thatslife.gr/thats-hot/pagkosmia-imera-piisis-thats-life-milise-ton-alexi-antonopoulo/

«Στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα / είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς…»

αανι

«Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε

να πεθάνουμε»


Ν. Εγγονόπουλος

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Τι είναι ποίηση και γιατί γράφουμε ποίηση; Σύμφωνα με τον Γάλλο ποιητή Πωλ Βαλερύ, «Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, τότε δεν θα τραγούδαγε». Το ίδιο μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει με τον ποιητή και την ποίηση. Δηλαδή, αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, τότε απλούστατα δεν θα έγραφε.

βαλερλι

Ο αείμνηστος, λαμπρός ποιητής μας, Γιώργης Παυλόπουλος, είχε πει σχετικά μ’ αυτό το θέμα σε μια δημόσια ομιλία του:
«Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της. Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της. Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. Όπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους. Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; Ή μήπως πράξη απόγνωσης; Ή μήπως και τα δυο; Πράξη ερωτική και συνάμα πράξη απόγνωσης. Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ίδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σαν να κοίταζαν σ’ έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό. Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μία φράση του Πεσόα: “Ο άνεμος φυσάει / έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος / ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ”».

ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ 1

Γιατί όμως ο περισσότερος κόσμος δεν διαβάζει ποίηση; Πολλοί άνθρωποι προβάλλουν ως αιτιολογία τη δυσκολία κατανόησής της. Αυτό βέβαια αληθεύει ως ένα μεγάλο βαθμό, αλλά όχι απόλυτα. Αυτή η αιτιολογία ισχύει, κατ’ αρχήν, διότι η ποίηση είναι το δυσκολότερο απ’ τα λογοτεχνικά είδη. Μπορεί να δίνει την ψευδαίσθηση – λόγω της σύντομης φόρμας της – ότι είναι εύκολο είδος, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για το πολυπλοκότερο και απαιτητικότερο. Η ποίηση, ωστόσο, δεν είναι κάτι το κυρίως εγκεφαλικό, ούτε και γράφεται για να γίνει κατανοητή, αλλά περισσότερο για να ερεθίσει, να ευαισθητοποιήσει και συγκινήσει. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται ο αναγνώστης να έχει προηγουμένως μυηθεί στην τέχνη και κυρίως στη γλώσσα της ποίησης, μαθαίνοντας τους κωδικούς της. Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι η ποιητική γλώσσα είναι αντίστοιχη της επικοινωνιακής – αυτής δηλαδή που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή για πρακτικούς λόγους. Αυτό βέβαια δεν ισχύει καθόλου. Ο ποιητικός λόγος είναι εντελώς διαφορετικός από τον επικοινωνιακό (προφορικό και γραπτό) και λειτουργεί σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο και με διαφορετικό τρόπο – ασχέτως αν χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα. Θέλω να πω ότι η γλώσσα της ποίησης – σε επικοινωνιακό επίπεδο – λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όπως και η εκμάθηση μιας άγνωστης, ξένης γλώσσας. Για να μάθουμε τη γλώσσα της ποίησης και να εξοικειωθούμε μαζί της χρειάζεται – όπως και για την εκμάθηση οποιασδήποτε άλλης γλώσσας – ιδιαίτερη αγάπη, ζήλος, υπομονή και προπαιδεία. Κάτι που ισχύει για όλες τις τέχνες: τη μουσική, τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο κτλ. Απ’ αυτή την άποψη η ποίηση – η έντεχνη εννοώ, γιατί υπάρχει και η απλούστερη, η λαϊκή, π.χ. τα δημοτικά τραγούδια – πάντα ήταν για τους μυημένους, τους λίγους, που ξέρουν και μπορούν να την αισθανθούν, εκτιμήσουν και απολαύσουν. Το ευτύχημα είναι ότι στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’60 κι εντεύθεν, οι μεγάλοι και δύσκολοι έντεχνοι ποιητές μας κατάφεραν να γίνουν ευκολότερα προσιτοί και να έρθουν πλησιέστερα στο λαό, χάριν κάποιων σημαντικών μουσικοσυνθετών (όπως τους Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Μαρκόπουλο και άλλους) οι οποίοι μελοποίησαν επιτυχώς κάποια αριστουργήματα της ελληνικής ποίησης (όπως το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου και άλλα) κάνοντάς τα κτήμα των μαζών που τ’ αγκάλιασαν και τ’ αγάπησαν.

Η πατρίδα μας ανέκαθεν πρωτοπορούσε στον ποιητικό χώρο, εξαιτίας της μεγάλης παράδοσής της – από την αρχαιότητα έως σήμερα – γι’ αυτό όλο και περισσότεροι άνθρωποι γράφουν και διαβάζουν ποίηση, κι αυτό είναι παρήγορο για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα. Δεν ήταν δε καθόλου τυχαίο που τα δύο Νόμπελ που αξιώθηκε να πάρει η χώρα μας ήταν στην κατηγορία της ποίησης και όχι στην πεζογραφία, αφού η Ελλάδα ποτέ δεν είχε παράδοση στο μυθιστόρημα. Πέραν όμως και απ’ τα Νόμπελ, έχουμε έναν ποιητή-ογκόλιθο – και μάλιστα της διασποράς – ο οποίος θεωρείται απ’ τους κορυφαίους παγκοσμίως, καθώς διαβάζεται και μελετάται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου. Αναφέρομαι φυσικά στον αλεξανδρινό Κ.Π. Καβάφη.

καωαφισ

Πρέπει να προσθέσω ότι η ποίηση ανέκαθεν αποτελούσε πηγή έμπνευσης και επιρροής για τους περισσότερους πεζογράφους, Έλληνες και ξένους, είτε ασχολήθηκαν μαζί της είτε όχι. Αυτό καταδεικνύει πόσο ουσιώδες είναι αυτό το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας γενικότερα. Γι’ αυτό και φρονώ ότι όσο υπάρχει άνθρωπος θα συνεχίσει να υπάρχει και ποίηση, για να επιβεβαιώνει την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης – το γεγονός, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ποτέ ρομπότ.

Τέλος, θεωρώ σκόπιμο να ολοκληρώσω όπως περίπου άρχισα: Δηλαδή, μ’ ένα εμβληματικό ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου, με τίτλο «Τα Αντικλείδια», με το οποίο – μέσω πάντα της ποιητικής τέχνης – επιχειρεί να εξιχνιάσει το αιώνιο μυστήριο της Ποίησης, μ’ ένα εντελώς προσωπικό και γοητευτικό τρόπο: «Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. / Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν / τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί / κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι / και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. / Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς / δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί. / Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη / και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια / γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. / Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. / Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος. / Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης».

pessoa

Υ.Γ 1.: Είναι κρίμα που η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης αμαυρώθηκε, δυστυχώς, από δύο πρόσφατα βάρβαρα περιστατικά: Πρώτον, τη δολοφονία του επιφανούς Σύρου ποιητή Μπασίρ Αλ Αανί, από το ισλαμικό κράτος. (Ο 55χρονος Σύρος ποιητής και ο γιος του Εγιάς είχαν συλληφθεί πριν από επτά μήνες μαζί με 100 ακόμα συμπολίτες τους, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν από την πόλη Ντέιρ Αλ Ζουρ στην ανατολική Συρία, σύμφωνα με το συριακό πρακτορείο ειδήσεων SANA, η οποία παραμένει ακόμα υπό τον έλεγχο του συριακού καθεστώτος και πολιορκείται από τους τζιχαντιστές. Ο Αανί και ο γιος του δολοφονήθηκαν, κατηγορούμενοι για «αποστασία», όπως δήλωσαν συγγενείς τους σε διεθνή δίκτυα, είχαν μάλιστα επιστρέψει στην Ντέιρ Αλ Ζουρ προκειμένου να θάψουν τη σύζυγο του ποιητή, η οποία πέθανε σε νοσομείο της Δαμασκού μετά από ασθένεια. Ο Αανί ήταν γνωστός για την εναντίωσή του στη διακυβέρνηση των Άσαντ, τόσο πριν όσο και μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία). Δεύτερον, την καταδίκη σε θάνατο, από το σαουδαραβικό καθεστώς, του Παλαιστίνιου ποιητή Άσραφ Φαγιάντ. (Ο ποιητής καταδικάστηκε για αποκήρυξη του Ισλάμ, τόσο εξαιτίας στίχων του όσο και γιατί προσπάθησε να ανακοινώσει μέσω Διαδικτύου σχετικά με τις συνθήκες που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα).

Η Εταιρεία Συγγραφέων της Ελλάδας, αναφερόμενη στα παραπάνω περιστατικά, σε επίσημη ανακοίνωσή της επισημαίνει: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, “πνευματικό τέκνο” της ελληνικής Εταιρείας Συγγραφέων, βρίσκει την ποίηση τραυματισμένη και τον κόσμο σκοτεινιασμένο από κρίσεις, πολέμους και θρησκευτικούς φανατισμούς. […] Όταν, το 1998, η Εταιρεία Συγγραφέων πρότεινε τη δημιουργία μιας παγκόσμιας ημέρας ποίησης, πρόταση την οποία αποδέχτηκε αργότερα η UNESCO καθιερώνοντας αυτόν τον ετήσιο εορτασμό, οι Έλληνες συγγραφείς οραματίζονταν ένα μέλλον πιο φωτεινό και πιο ποιητικό». Και η ανακοίνωση καταλήγει: «“Οι νέοι ναζί του ISIS σκότωσαν τον Μπασίρ Αλ Αανί, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ποίηση”» έγραψε ο δημοσιογράφος Γουαέλ Σαγουάχ αποχαιρετώντας τον φίλο του Μπασίρ Αλ Αανί […]». Και η Εταιρεία Συγγραφέων, αφού χρησιμοποιεί ως προμετωπίδα στην ανακοίνωσή της το πεντάστιχο του Νίκου Εγγονόπουλου («μα επί τέλους! πια ο καθένας γνωρίζει πως / από καιρό τώρα / – και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα – / είθισται / να δολοφονούν τους ποιητάς»), ολοκληρώνει το μήνυμά της τονίζοντας: «Είμαστε εδώ για να υπερασπιστούμε την ποίηση: την ποίηση όσο ακόμα μπορεί να αποτελεί έναν επιπλέον ορισμό της ελευθερίας».

Υ.Γ.: Πάντως είναι παρήγορο που, εις πείσμα των πολλαπλών, μεγάλων αδιεξόδων και της ζοφερής ατμόσφαιρας στην Ελλάδα, η Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε φέτος με μεγάλη λαμπρότητα, ενθουσιασμό και πυκνή συμμετοχή λαού που απόλαυσε τη διαχρονική μαγεία της ποιητικής τέχνης, έξω από το εμβληματικό κτίριο της Λυρικής Σκηνής στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου στην Αθήνα.

(Σημ.: Το μεγαλύτερο μέρος του παραπάνω άρθρου παρουσιάστηκε υπό μορφήν συνέντευξης που παραχωρήθηκε στον Δημήτρη Καμετόπουλο του ελληνόφωνου προγράμματος της κρατικής Ραδιοφωνίας SBS, στις 21.3.2016, επ’ ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης).
*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής), θεωρητικός και κριτικός Λογοτεχνίας, και συγγραφέας. Ζει και αεργάζεται στη Μελβούρνη. Αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες και είναι βιβλιοκριτικός σε λογοτεχνικά περιοδικά. Πρόσφατο βιβλίο του είναι η βιογραφία: «Βασίλης Βασιλικός: Τα Αμαρτύρητα» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Χωρίς Κίγκο – Λίγα λόγια για το κοινωνικό χαϊκού

haiku

Τον τελευταίο καιρό, όλο και περισσότεροι Έλληνες ποιητές εκδίδουν ποιητικές συλλογές, που αποτελούνται εξολοκλήρου από χαϊκού[1] και έχουν γίνει αρκετές συζητήσεις για το κατά πόσο τα έργα τους είναι αυθεντικά χαϊκού ή απλά τρίστιχα.

Το χαϊκού είναι παραδοσιακό ποιητικό είδος, που προέρχεται από την Ιαπωνία. «Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Περιγράφει μια εικόνα της φύσης και δίνει στοιχεία για την εποχή του χρόνου μέσα από εποχιακές λέξεις (Κίγκο)»[2].

Ο παραπάνω αρκετά αυστηρός ορισμός ισχύει για το κλασικό χαϊκού και έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό χαϊκού, που θα αναλύσουμε παρακάτω. Όμως, ας δούμε πρώτα γιατί το κλασικό χαϊκού κινείται στα όρια των εποχιακών λέξεων και των φυσιολατρικών περιγραφών: «Αυτό που σήμερα ονομάζεται κλασικό χαϊκού δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα. Οι ιδιαιτερότητες της περιόδου αυτής δημιούργησαν την αίσθηση ενός κλειστού, αμετάβλητου κόσμου, καθώς η κοινωνία καθοριζόταν από ένα φεουδαρχικό ταξικό σύστημα και η Ιαπωνία έκοψε σχεδόν ολοκληρωτικά την επαφή με τον έξω κόσμο. Αυτό το ακριβώς ορισμένο σύστημα αξιών και συμβόλων έδωσε σε ποιητές και ακροατές ένα κοινό και σαφώς οριοθετημένο πλαίσιο κατανόησης»[3]. Δηλαδή, υπήρχε μια κάστα ευγενών γύρω από τον αυτοκράτορα και το μόνο, που τους απασχολούσε ήταν η περιγραφή της φύσης. Σε αυτή την φυσιολατρική προσκόλληση συνηγορούσε και η θρησκεία του βουδισμού Ζεν.

Όμως, η ποίηση εξελίσσεται. Οι φόρμες διαφοροποιούνται. Έτσι και το χαικού περνώντας τα σύνορα της Ιαπωνίας και φτάνοντας στην Ευρώπη απόκτησε έναν πιο κοινωνικό χαρακτήρα. Οι εποχιακές λέξεις (Κίγκο) δεν είναι πλέον απαραίτητες, ενώ τη θέση των εικόνων της φύσης πήρε ένας έντονος κοινωνικός προβληματισμός. Ο πρώτος Έλληνας ποιητής, που έγραψε κοινωνικό χαϊκού στην Ελλάδα ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Ποιος δεν συγκινείται διαβάζοντας το περίφημο:

«Που να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου»
[4].

Όπως παρατηρούμε το παραπάνω χαϊκού του Σεφέρη δεν έχει Κίγκο, ούτε εικόνες της φύσης. Αν μάλιστα του ρίξουμε μια πιο σχολαστική ματιά, θα προσέξουμε πως δεν είναι αυστηρά μετρημένο, καθώς ο τελευταίος στίχος αποτελείται από έξι συλλαβές!

Από τότε, έχουν κυκλοφορήσει πάρα πολλές ποιητικές συλλογές με κοινωνικά χαϊκού. Εδώ, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι έχουν γραφτεί και αρκετά σύγχρονα χαϊκού, που στερούνται νοήματος και το τι θέλει να πει ο ποιητής, το γνωρίζει μόνο ο ίδιος, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μιλάμε για κοινωνικά χαϊκού. Όσον αφορά το μέτρημα των στίχων, υπάρχουν οι ποιητές, που προσπαθούν να το τηρήσουν, αλλά τους ξεφεύγουν συλλαβές και αυτό φαίνεται και ποιητές, που πειραματίζονται με λιγότερες ή περισσότερες συλλαβές. Όμως, θα πρέπει να είμαστε λιγότερο σχολαστικοί, αν λάβουμε υπόψη μας την τεράστια διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στις ιαπωνικές και τις ελληνικές συλλαβές και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας, που περιλαμβάνει πλήθος πολυσύλλαβων λέξεων. Αν τηρηθεί το μέτρημα του στίχου στο ελληνικό χαϊκού, λέξεις, που αποτελούνται από έξι συλλαβές και πάνω αποκλείονται από τον πρώτο και τον τρίτο στίχο.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι το χαϊκού έχει εξελιχθεί τόσο στο νόημά του, όσο και στην ποιητική φόρμα και έχει λάβει δίκαια μια περίοπτη θέση στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Ακολουθούν μερικά δείγματα κοινωνικού χαϊκού:

Κόκκινη κλωστή
Ράβω στο νου μου
μια φορεσιά του κόσμου.
Να τον αλλάξω.

Ζητούνται υπάλληλοι
Ρακοσυλλέκτες
πλήρους απασχόλησης.
Σίγουρο μέλλον.

Ενθύμημα
Το νόημα του
βίου του καθενός, στις
λεπτομέρειες.

Τραγικώς υπάρχειν
Τραγικοί όσοι
άλλον κόσμο μέσα τους
ζουν στη ζωή τους.
[5]

1) Χαϊκού ή χάικου. Το συναντάμε και με τη γραφή χάι-κου. Παλιότερα το συναντούσαμε ως χάι κάι. Επέλεξα τον πρώτο τρόπο γραφής, που χρησιμοποιεί και η Wikipedia.
2) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
3) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
4) Γιώργος Σεφέρης: «Ποιήματα», εκδόσεις «Ίκαρος».
5) Τα χαϊκού «Κόκκινη κλωστή» και «Ζητούνται υπάλληλοι» είναι του Χάρη Μελιτά από την ποιητική συλλογή «Μαύρη Σοκολάτα», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 57. Τα χαϊκού «Ενθύμημα» και «Τραγικώς υπάρχειν» είναι του Σπύρου Α. Γεωργίου από την ποιητική συλλογή «Στην άκρη της γλώσσας», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 31.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/03/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)