Το βιβλίο «Φραντς Κάφκα: ο ανατόμος της εξουσίας » του Κώστα Δεσποινιάδη αναδεικνύει την πολιτική-αναρχική διάσταση των γραπτών του Κάφκα.
Γνώρισα, για πρώτη φορά, τον Κάφκα στα εφηβικά μου χρόνια, όταν έπεσε στα χέρια μου «Ο Πύργος», μια έκδοση του 1964 («ΓΑΛΑΞΙΑΣ»), σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά, που ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Διαβάζοντάς το, δέθηκα, μεμιάς, με τον Κάφκα και ξεκίνησα να αναζητώ και τα άλλα βιβλία του. Τον είδα σαν ένα σύντροφο και στη δική μου, ιδιοσυγκρασιακή, μοναχικότητα, αφού, αμέσως, ένιωσα, αυτό που αναφέρει ο Δεσποινιάδης στο βιβλίο του(σελ. 72) και που, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και για μένα : «Ο Κάφκα, επί της ουσίας, πέρασε μόνος του ολόκληρη τη ζωή του. Δεν ένιωσε ποτέ μέλος καμιάς ομάδας και κανενός κινήματος. Η ζυγαριά των ενδιαφερόντων του έκλεισε οριστικά προς τη μεριά της “φυλακής των χαρτιών του”.».
Όπως αναφέρει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο βιβλίο του (σελ. 74-75), μέχρι σήμερα, οι προσεγγίσεις που γίνονταν στο Κάφκα, ήταν οι εξής: οι αμιγώς λογοτεχνικές, οι βιογραφικές-ψυχολογικές-ψυχαναλυτικές, οι θεολογικές-μεταφυσικές-θρησκευτικές, κάποιες που έδιναν βαρύτητα στην εβραϊκή του καταγωγή, οι μεταμοντέρνες κι οι κοινωνικοπολιτικές, όπου αποτελούσαν το κόκκινο πανί για την κατεστημένη κριτική. Αυτές τις τελευταίες ενστερνίζεται κι ο συγγραφέας του βιβλίου, εστιάζοντας στην πολιτική, ουσιαστικά αναρχική, διάσταση των γραπτών του Κάφκα.
Μέσα από έξι(6) κείμενά του, διαφωνεί με την επικρατούσα περί Κάφκα άποψη και μας εξηγεί: «Τα κείμενα που συγκεντρώνω εδώ δεν είναι ακαδημαϊκές, εξαντλητικές μελέτες ενός ειδικού “καφκολόγου”. Αφήνω αυτόν τον διόλου κολακευτικό τίτλο για άλλους. Πρόθεσή μου ήταν να γράψω μερικά κείμενα “πολεμικής” ενάντια στις ερμηνείες που τακτοποιούν τον Κάφκα σε βολικά, ακίνδυνα “κουτάκια”, που ληξιαρχικά τον κατατάσσουν στεγνό, αποστειρωμένο και ξεδοντιασμένο σε κάποιο κεφάλαιο της ιστορίας της παγκόσμιας λογοτεχνίας.»(σελ. 11).
Οι τίτλοι των ενοτήτων του βιβλίου είναι ενδεικτικοί της πολιτικής προσέγγισης και της διεισδυτικής διερεύνησης του έργου του Κάφκα.
Writing to the Wire,
edited by Dan Disney & Kit Kelen.
UWA PUBLISHING,
$24.99
If Shelley was right that poets are the unacknowledged legislators of the world, and the laws they enunciate are the laws we will be judged by, then Australia should be fearful of their judgment of our treatment of refugees. Dan Disney and Kit Kelen are both Australian poets, and they have put together an anthology about our policy of detention (now mandatory offshore detention) since Kevin Rudd’s infamous formulation (upheld by both sides of politics) no refugee, however legitimate their claims, will ever be granted asylum on Australian soil.
Which is why at the time of Rudd’s furniture-saving resurrection, some people felt obliged to vote once more for the Greens because they couldn’t, in conscience, endorse the persecutors of the wretched of the earth.
Advertisement
How strange it is that, when UKIP’s Nigel Farage was asked about Australia’s policy on border protection, he said it was too harsh. Now, in a Brexit world, with German Chancellor Angela Merkel’s promise to take all the refugees from Syria looking perilous, we seem to have led the world in our fierceness to repel the invader.
Disney and Kelen include poems by people who seek asylum in Australia. This, by N.H. reads like a flattened, modern translation of one of the Psalms: “I am among people who cannot believe / I have been dead for years now… / O God, I was your servant / and I still am your servant / but this is not what your servant deserves. / O God can you pause your world. / My body is willing to stay in this slaughter house.” /
And while we invoke great poetry of affliction in our own tradition, the Hebrew one, Lisa Jacobson reminds us of why we signed that UNHCR convention about the right to asylum that we violate. In her The Jews of Hamburg Speak Out she gives voice to those refugees from Hitler no port would take.
“To all those who seek asylum, do not think / we have forgotten you / … we were thin with hope like you, / sallow with stars… / The doors clanged shut, the inns all full; the same old story / at port after port. / Our ship… / sailing east towards the death camps of home, / whose gates swung open to receive us.
That Voyage of the Damned on S.S. St Louis in 1939 was the ultimate triumph of turning back the boats.
Writing to the Wire contains Australian poets of every artistic alignment saying what they think of our asylum seeker policy. Geoff Page uses traditional form to dramatise national hypocrisy.
“Illegals, would-be saboteurs, / leap-froggers of the queue, / you middle-class and midnight sneaks / with smuggle-boats and crew, / your Tropic Idyll’s wired-and-waiting. / Eternity’s the key. / Our crocodiles cry once a week / When you are Lost at Sea.”
And Fay Zwicky uses one of the most buoyant of boat songs to devastating effect. “Speed, bonnie boat, like a bird on a wing / ‘Onward’, the seekers cry; / Speed, you will not, but sink like a stone /Down on the seabed lie.”
Others invoke Advance Australia Fair with its boundless plains to share and John Tranter sketches a deity of utterly Australian complacency. And then there’s the fierce rhetoric of Mark Tredinnick.
“Each of us comes like this, / and just as far, / across the hungry infernal sea / In a nameless distempered boat, / from somewhere we used to think we belonged …”
The recently shifted shadow minister of the arts, Tony Burke – the man who oversaw Rudd’s non passaran initiative in Papua New Guinea – once told me he was a devoted reader of poetry. This grim, eloquent collection of testaments might also repay the attention of the nephew-in-law of the author of The Fatal Shore.
Of course, this is an anthology that collects the outpourings on this subject of that fraction of the elites who are furthest from the governing class. Poets tend to be poor, dispossessed, insecure and unbalanced: they just happen to be the people by whom, through whom, and in whom, the language lives.
μπορώ να σε δω μπορώ να σε δω
ξερνώντας
παράξενο πλάσμα
άγριο πλάσμα
φως
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
*Από το ποίημα «Το πρώτο φορτηγό» του Pambardu
Αυτά τα μάτια που «φτάνουν τα πάντα» είναι τα μπροστινά φώτα του πρώτου φορτηγού που διασχίζει τις πεδιάδες της βορειοδυτικής Αυστραλίας με κατεύθυνση τη γη των Yindjibarndi. Η παράδοση θέλει τον τυφλό ποιητή και τραγουδιστή Toby Wiliguru Pambardu να συνθέτει αυτό το έντονα εικονοπλαστικό thabi (ένα είδος ποιήματος/τραγουδιού) μέσα σε ένα όνειρο. Ο Pambardu έζησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, σε μία εποχή όπου ο πολιτισμός των Yindjibarndi αντιμετώπισε δραματικές αλλαγές, οι οποίες κλόνισαν τις παραδόσεις τους. Η ποίησή του αποτελεί μια από τις πιο ζωντανές καταγραφές αυτών των αλλαγών. Ανάμεσα στα θέματά του συναντά κανείς τα πρώτα φορτηγά, μηχανές και μηχανήματα, που οι Yindjibarndi έβλεπαν για πρώτη φορά.
Στην άκρη του κρουνού υπάρχει μια γούρνα,
Στην άκρη του κρουνού ένας νεκρός ανασταίνεται,
Νωρίς την αυγή, με μεταλλική κλαγγή,
ο νεκρός περιπλανιέται στη σκιά του ανεμόμυλου.
*Από το ποίημα «Έρημος ζωή» του Pambardu
Για πολλούς αυτόχθονες πολιτισμούς της Αυστραλίας η προφορική ποίηση σε μορφή τραγουδιού αποτελεί συχνά το όχημα ονοματοδοσίας και ως εκ τούτου κατανόησης και οικειοποίησης του περιβάλλοντος. Στους αρχαίους χορικούς κύκλους, όπως τα έπη Djanggawul και Kunapipi -τα οποία ο ποιητής Mudrooroo έχει αποκαλέσει Ιλιάδα και Οδύσσεια των Αβορίγινων, και λαμβάνουν χώρα στη μυθική χώρα του Arnhem- η γλώσσα και η ποίηση συνδέονται άμεσα με τη δημιουργία του κόσμου. Τα τρία αδέρφια Djanguwul πλέουν σε ένα μικρό κανό από τον Κάτω Κόσμο προς την πρωτογενή Αυστραλία και συνθέτουν το τοπίο της ηπείρου μέσω ενός περίπλοκου τελετουργικού ονοματοδοσίας. Ο ποιητής Pambardu, τραγουδώντας για ένα φορτηγό, ένα εντελώς ξένο και αλλόκοτο πλάσμα, το εισάγει στην πραγματικότητα των Yindjibarndi. Το φορτηγό γίνεται κατανοητό μέσα στο πλαίσιο των εννοιών των Yindjibarndi: είναι ένα παράξενο πλάσμα με δύο μάγους μέσα του που το κάνουν να βρυχάται, και καθώς εξαφανίζεται στον ορίζοντα γίνεται «μετεωρίτης» και ύστερα μια δίνη από «πύρινα κλαριά». Η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει ο μεταφραστής του Pambardu είναι να εισάγει την πραγματικότητα των Yindjibarndi -μέσα στην οποία παρουσιάζεται το φορτηγό- στη δική μας, δυτική, πραγματικότητα. 0 μεταφραστής οφείλει να το κάνει χωρίς να θυσιάσει τίποτα από τη δύναμη, την αυθεντικότητα και την ενόραση της ποίησης του Pambardu, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει τα ενδιαφέροντα γλωσσολογικά προβλήματα που παρουσιάζονται στη μετάφραση των Yindjibarndi.
Σύμφωνα με τη μυθολογία των Yindjibarndi, την εποχή της Δημιουργίας, την Ngurranyujunggamu (όταν η γη ήταν μαλακή), τα πνεύματα διαίρεσαν τους Pilbara, οι οποίοι μιλούσαν την αρχαία γλώσσα Ngaardangarli, σε πολλές ξεχωριστές φυλές δίνοντας στην καθεμία δικούς της νόμους, γη και γλώσσα. Αυτές οι γλώσσες σήμερα συσχετίζονται -ορισμένες πιθανώς όσο και τα γερμανικά με τα δανέζικα, άλλες όσο τα γερμανικά με τα αγγλικά. Οι παλιοί ποιητές Yindjibarndi θεωρούσαν ιδιαίτερα καλό να στολίζουν την ποίησή τους με λέξεις από τις γειτονικές τους γλώσσες, όπως η Kurrama, η Ngarluma, και η Martuthunira, ορισμένες από τις οποίες δεν μιλιούνται πλέον. Όπως είπε κάποτε ο Smallpoxer, ποιητής και αφηγητής ιστοριών από τη φυλή των Ngarluma: «Οι Yindjibarndi δεν ισιώνουν ούτε τεντώνουν τη γλώσσα τους· απλά ανακατεύουν λέξεις άλλων φυλών μέσα της». Αυτά τα γλωσσικό δάνεια, μαζί με άλλες ενδιαφέρουσες οικειοποιήσεις γλωσσικών στοιχείων των αυτοχθόνων, κάνουν την ποιητική γλώσσα των Yindjibarndi να μοιάζει τελείως διαφορετική από την καθομιλουμένη.
Όταν τραγουδιούνται, οι γλώσσες των Pilbara υπόκεινται συχνά σε φωνητικές αλλοιώσεις: εάν ο αφηγητής βρίσκει έναν συγκεκριμένο συνδυασμό λέξεων ηχητικά μη ικανοποιητικό τότε συχνά τροποποιεί την εκφορά μιας λέξης απαλείφο-ντας εντελώς ορισμένα σύμφωνα. Ωστόσο, αν και αυτή η διαδικασία συμβάλλει στην καλύτερη ροή των στίχων, συγχρόνως δυσκολεύει τους νέους ομιλητές Yindjibarndi (σε αντίθεση με τους παλαιότερους οι οποίοι έχουν μία βαθύτερη γνώση της γλώσσας), όπως και τους μεταφραστές, να αντιληφθούν την ακριβή λέξη που τραγουδιέται. Η ακρόαση ποίησης είναι πιο πολύπλοκη λόγω της γρήγορης, μη καθαρής εκφοράς του λόγου, η οποία συνηθίζεται στις γλώσσες των Pilbara. Όσο αιχμηρή και εχθρική μοιάζει αυτή η παραφορά του λόγου σε έναν αλλοδαπό ομιλητή, εξίσου εχθρική φαντάζει η καθαρή άρθρωση για τους Pilbara.
Κατά συνέπεια, η αφήγηση συνήθως ρέπει προς το μουρμουρητό.
Οι Αβορίγινες ποιητές περιπλανιούνται όχι μόνο στις διαφορετικές γλώσσες της περιοχής τους αλλά και σε διαφορετικό επίπεδα της δικής τους γλώσσας. Η ίδια έννοια μπορεί να εκφράζεται με διαφορετική λέξη στην καθομιλουμένη και στην τελετουργική γλώσσα και με μια εντελώς άλλη στα Padupadu, τη γλώσσα που χρησιμοποιείται παραδοσιακά όταν κάποιος απευθύνεται σε σεβαστά πρόσωπα. Το «ναι», για παράδειγμα, στα Yindjibarndi είναι nga, αλλά στο παρελθόν, εάν κάποιος απευθυνόταν σε ένα «ιερό» πρόσωπο αντί για nga έπρεπε να πει yuu.
Τα Padupadu δεν χρησιμοποιούνται πια και πολλές λέξεις, που οι σύγχρονοι του ποιητή Pambardu θα καταλάβαιναν, έχουν εκλείψει. «Είναι μια γλώσσα την οποία στην πραγματικότητα δεν έχουμε ξανακούσει», λέει η Lorraine Coppin, Διευθύντρια Αρχείου και Γλώσσας στο ίδρυμα Αβορίγινων στη Juluwarlu. Αναφέρεται σε κάποιες από τις γλώσσες που εντοπίστηκαν σε παραδοσιακά τραγούδια: «Και έπειτα, όταν τα εξηγούμε στους γηραιότερους εκείνοι λένε ‘αυτή είναι η λέξη’». Και εγώ σκέφτομαι: «Όχι, στη δική μας γλώσσα αυτό σημαίνει κάτι άλλο». Τότε εκείνοι λένε: «Όμως αυτή είναι μια διαφορετική γλώσσα για τα τραγούδια».
Ο μεταφραστής της ποίησης των Yindjibarndi πρέπει να ανατρέξει σε όσα περισσότερα λεξικά, γραμματικές και γλωσσικές λίστες μπορεί για να οδηγήσει το φορτηγό από τις μεγάλες πεδιάδες των Pilbara στη δική του γλώσσα.
SHON ARIEH-LERER
Τα Yindjibarndi είναι η γλώσσα που εδώ και εκατοντάδες χρόνια μιλιέται από τους αυτόχθονους της Αυστραλίας στα νοτιοδυτικά της περιοχής Pilbara (δυτική Αυστραλία). Περιλαμβάνονται στη λίστα των γλωσσών που κινδυνεύουν με εξαφάνιση, καθώς πλέον υπάρχουν λιγότεροι από πεντακόσιοι άνθρωποι, κυρίως μεγάλης ηλικίας, που τα μιλάνε ως πρώτη γλώσσα. Υπάρχουν βέβαια και αρκετοί άλλοι που είτε έχουν περιορισμένη γνώση της γλώσσας είτε θεωρούν τους εαυτούς τους κοινωνούς της παράδοσης των Yindjibarndi.
Τα Yindjibarndi ανήκουν γλωσσικά στην οικογένεια των Pama-Nyungan και συνδέονται με αρκετές άλλες γλώσσες των αυτοχθόνων. Αποτελούν προφορική γλώσσα, εξ ου και μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα δεν είχαν αλφάβητο. Από τη δεκαετία του ’50 και ύστερα, Αυστραλοί και Ευρωπαίοι ερευνητές, με προεξέχοντα τον Γερμανό C. G. von Brandenstein, ηχογράφησαν τη γλώσσα και την κατέγραψαν χρησιμοποιώντας το δυτικοευρωπαϊκό αλφάβητο. Τα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ ηχογραφήθηκαν από τον von Brandenstein και τους συνεργάτες του τη δεκαετία του ’60. Όλες οι μεταφράσεις έχουν γίνει από τα Yindjibarndi.
Η προφορική φύση της γλώσσας των Yindjibarndi τής προ-σέδωσε πλαστικά χαρακτηριστικά τα οποία μεταβάλλονταν από εποχή σε εποχή, από τόπο σε τόπο και από στόμα σε στόμα. Οι λέξεις αλλάζουν με τον ίδιο ρυθμό που μεταβάλλονται τα βράχια από τα κύματα. Η έλλειψη καταγραφής της γλώσσας την μεταμορφώνει σε ζωντανό οργανισμό που ζει τη γιορτή της κάθε ημέρας. Η ανάπτυξη αυτής της γλώσσας είναι για τους αυτόχθονος της Αυστραλίας παράλληλη με την εξερεύνηση του κόσμου και του εαυτού. Με άλλα λόγια, η δομική, εννοιολογική και εκφραστική έκτασή της αποτελεί μία δυναμική χαρτογράφηση του φυσικού και ψυχολογικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο οι αυτόχθονες της Αυστραλίας γεννιούνται, κινούνται, ζουν και πεθαίνουν και το οποίο υπόκειται στις αλλοιώσεις που απορρέουν από όλους τους διαφορετικούς εξωτερικούς παράγοντες στους οποίους εκτίθεται, όπως ο χρόνος, η φύση, αλλά και το ανθρώπινο μυαλό: η γλώσσα το ακολουθεί, το μιμείται και το εκφράζει.
Η καταγραφή αυτής της γλώσσας, όπως και η μετάφρασή της, αποτελεί δυτικό φαινόμενο, με την έννοια ότι συνεχίζει, αν και με διαδοχικές ρήξεις, την παράδοση των Αβορίγινων, περιγράφει το αυστραλιανό τοπίο, ερευνά και παρακολουθεί την εντός και εκτός εξορία των αυτοχθόνων, οι οποίοι στην πλειονότητά τους —και από όσους παρέμειναν ζωντανοί— εντάχθηκαν στον δυτικό, αποικιοκρατικό τρόπο ζωής και γλώσσας, συχνά εγκαταλείποντας, εκούσια ή εξαναγκαζόμενοι, τη γη τους. Την ίδια στιγμή, όμως, την ακινητοποιεί για πρώτη φορά μέσα στο χρόνο καθιστώντας τα καταγεγραμμένα στοιχεία της αναλλοίωτα και γι’ αυτό νεκρά. Υπενθυμίζοντας εντέλει με αυτόν τον τρόπο την εξάλειψη μιας ακόμα φυλής, ενός ακόμα πολιτισμού από την αποικιοκρατική μηχανή της Δύσης.
Futures: Poetry of the Greek Crisis, Theodoros Chiotis (editor), (Penned in the Margins, UK 2015)
*Mετάφραση από τα αγγλικά: Ορφέας Απέργης
Ιδού δέκα διακριτά χαρακτηριστικά των νέων συγγραφέων που περιλαμβάνονται στην έξοχη, άρτι αφιχθείσα ανθολογία Futures: Poetry of the Greek Crisis [2015 – Μέλλοντα (ή και Συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης): Ποίηση της ελληνικής κρίσης], σε επιμέλεια και μετάφραση του Θοδωρή Χιώτη:
Μια αγγλόφωνη ποίηση. Ανεξαρτήτως του αν γράφεται στα ελληνικά ή στα αγγλικά, πρόκειται για μια ποίηση που συνομιλεί με (κυρίως) την αγγλόφωνη λογοτεχνία και σκέψη, και άρα μιλάει (κυρίως) αγγλικά. Είναι γραμμένη με τρόπο που την κάνει να ηχεί ήδη υπό μετάφραση.
Μια υπεργλωσσική και διαγλωσσική (translingual) ποίηση. Αντλεί από πολλά ιδιώματα και κώδικες, από το γκράφιτι ώς τη ραπ, από τη διαφήμιση ώς το τουιτάρισμα (tweeting). Αντηχεί ταυτοχρόνως σε πολλά υφολογικά επίπεδα (registers). Τα ελληνικά της είναι παγκόσμια, η μετάδοσή της πολυδιάστατη. Εκπέμπεται, δεν «απαγγέλλεται».
Μια διαμεσολαβητική ή διαμεσολαβούσα (intermedial) ποίηση. Αλληλεπιδρά με όλες τις άλλες τέχνες, ιδίως τις πλαστικές-εικονιστικές, αλλά και με τις ακουστικές, απτικές, αρχιτεκτονικές και εικονικές τέχνες. Διατρέχει και γεφυρώνει έτσι τις πνευματικές περιοχές και κυκλοφορεί ανάμεσα σε διαφορετικά μέσα, θέτοντας υπό αμφισβήτηση κανονιστικές αντιλήψεις περί λογοτεχνικότητας.
Μια επιτελεστική (performative) ποίηση. Σωματοποιείται και θεατροποιείται (acted up), είναι αντικείμενο και υποκείμενο μίμησης, «αποκλίνει» ως προς το φύλο ή, άλλως πώς, παραμορφώνεται και δραματοποιείται. Εμφανίζεται σε συνέχειες ή σειρές, σε φεστιβάλ, εγκαταστάσεις, τοποθεσίες και χάπενινγκ. Αντί να παραθέτει, απο-θέτει (de-cites) και (επ)αναλειτουργεί (refunctions) τις πηγές της.
Μια επισφαλής (precarious) ποίηση. Διακινδυνεύοντας ως προς τη μορφή, εκφεύγει της καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης ή ενοποίησης και της αισθητικής ακεραιότητας. Οι τροχιές των κειμένων της είναι αβέβαιες, η πορεία της ακατάληκτη, ο προορισμός της επισφαλής. Το όποιο αποτέλεσμα εξαρτάται από την ενεργό συνέργεια του κοινού.
Μια λειτουργούσα, δραστική (operative) ποίηση. Πρόκειται για επανενεργοποιητική λειτουργία που επιδιώκει να καταστήσει την τεχνο-λογική (techno-discursive) επικοινωνία ανενεργό, ανθιστάμενη στην αφαίρεση και στην αυτοματοποίηση και αναζωογονώντας την αισθησιακή λειτουργία της γλώσσας εντός του κοινωνικού σώματος.
Μια ανακύπτουσα, επειγόμενη (emergent) ποίηση. Οι στίχοι της ωθούνται από διαδοχικά επείγοντα και παραμένουν μετέωροι σε μια συνεχή κατάσταση εξαίρεσης. Ούτε συστατική-συνθετική ούτε καταστρεπτική-αποσυνθετική, πάλλεται με την απογυμνωτική, αντι-καταστατική (destituent) δύναμη του προσωρινού και του μεταιχμιακού (liminal) «εν φυγή».
Μια μελαγχολική ποίηση. Ραψωδεί τραγουδώντας τη μετα-χειραφετημένη αριστερή μελαγχολία υπό συνθήκες νεο-αποικιοκρατίας. Δεν είναι μια ποίηση ήττας και απελπισίας αλλά απόσχισης (diremption) και αποστέρησης, ποίηση μιας επαναστατικής ενδόρρηξης (implosion) και της εξέγερσης που δεν μπορεί να κατοικηθεί ή να καταληφθεί (un-Occupiable revolt).
Μια μοριακή (molecular) ποίηση. Συναθροίζει και συναρμολογεί λεκτικές αυτότητες (haecceities) σε ριζωματικούς σχηματισμούς (rhizomatic formations)· διεξάγει εξελιγμένη έρευνα· αναλαμβάνει και εμπλέκεται σε συστηματικό κριτικό λόγο· επεκτείνεται και αναπτύσσεται σε αλληλεπικαλυπτόμενους πνευματικούς κύκλους· συντελεί και πραγματοποιεί παραδειγματικά «Παρεμβάσεις», όπως στην ομώνυμη σειρά βιβλίων της ομάδας Semiotext(e).
Μια κοινοτική (communal) ποίηση. Είναι ένα ψαλμωδικό άσμα των κοινών και ένα τραγούδι φίλων. Στη διάρκεια μιας βαριάς και πολλαπλής κρίσης, σε πείσμα όλων των πιθανοτήτων, επιζητεί να χτίσει αγωνιστική αλληλεγγύη και να θεμελιώσει μια κοινή καλή ζωή πάνω στα ερείπια της προέλευσης (εθνική παράδοση) και του πεπρωμένου (μεσσιανική νεωτερικότητα). να θεμελιώσει μια κοινή καλή ζωή πάνω στα ερείπια της προέλευσης (εθνική παράδοση) και του πεπρωμένου (μεσσιανική νεωτερικότητα).
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο poetrypiano.wordpress.com, το προσωπικό blog του Βασίλη Λαμπρόπουλου στις 15 Νοεμβρίου 2015.
*Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος είναι καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Κλασσικών Σπουδών (Comparative Literature and Classical Studies, C. P. Cavafy Professor of Modern Greek) στο Πανεπιστήμιο Μίτσιγκαν
**Αναδημοσίευση από το https://frmk.gr/2016/06/17/valamprop-leftmelanpoetry/
κόλαση
με τόσο φως
δεν το περίμενα
στρίβοντας στη γωνιά
ν’ αντικρίσω
το μαύρο κόκκινο
Μίλτος Σαχτούρης
Ανέκαθεν ο διαφωτισμός, με την ευρύτερη έννοια της προοδεύουσας σκέψης, επεδίωκε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από τον φόβο και να τους κάνει κυρίαρχους. Αλλά η εντελώς φωτισμένη γη ακτινοβολεί από το κακό που θριαμβεύει παντού.
“Η διαλεκτική του Διαφωτισμού” – Αντόρνο – Χόρκχάιμερ
Ο νεωτερικός κόσμος, που ξεπήδησε με το Διαφωτισμό και θεμελιώθηκε πολιτικά με τη Γαλλική Επανάσταση, δείχνει ολοένα και περισσότερο να ζει την επιθανάτια αγωνία του. Μια αγωνία που ξεκίνησε από τη στιγμή που η νέα κοινωνία που επαγγελλόταν ο Διαφωτισμός, μαζί με τα υλικά της “απελευθέρωσής της”, γέννησε τα ίδια τα σπέρματα της νέας υποδούλωσης και της κρίσης της.
Η απο-ιεροποίηση των πάντων ως τίμημα κάθε προόδου, η απομάγευση του κόσμου (κατά Μάξ Βέμπερ) ως προϋπόθεση για την ανάδυση του”ορθολογισμού” και εντέλει της κερδοσκοπικής σύλληψης του καπιταλισμού, πλημμύρισε κάθε απόπειρα “απελευθέρωσης”. Είτε από “δεξιά”, είτε από “αριστερά”. Ο Διαφωτισμός παρεκτρέπεται στην εργαλειακή ορθολογικότητα και το χρησιμοθηρικό πνεύμα της μοντέρνας τεχνικής. Σημασία δεν έχει να καταλάβουμε γιατί λειτουργούν τα πράγματα, αλλά μόνο πως λειτουργούν. Δεν έχει σημασία γιατί δημιουργήθηκε το εργαλείο, αλλά μόνο το πώς λειτουργεί για να φέρει αποτέλεσμα, κέρδος. Ο αριθμός, η ποσότητα, η μεγέθυνση γίνεται κανόνας του Διαφωτισμού. Αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι από τη φύση η “χρησιμότητά” της. Πως να εδραιώσουν την κυριαρχία πάνω της και πάνω στους άλλους ανθρώπους.
“Ο μύθος γίνεται διαφωτισμός και η φύση καθαρή αντικειμενικότητα”. Η πραγμοποίηση των σχέσεων, η κατάργηση κάθε παράδοσης και ρίζας, ο κατακερματισμός των αξιών, η γραφειοκρατία και η τεχνοκρατία ήδη είναι τα “φιλελεύθερα” προτάγματα που περικυκλώνουν τον ανθρωπολογικό τύπο των καιρών. Είναι “συστήματα αξιών” που αποτελούν τη νέα “μυθολογία” του νεωτερικού κόσμου σε κρίση. Ο “μονοδιάστατος άνθρωπος” του Μαρκούζε, είναι τα όρια του νεωτερικού κόσμου, τόσο από μια ατομικιστική δεξιά, όσο και από μια “ελευθεριάζουσα ατομικιστική αριστερά”. Η νεωτερικότητα είναι ήδη και αυτή μια “παράδοση” που σκίζει τον άνθρωπο στις αντιφάσεις του και μάλιστα χωρίς ένα πνευματικό αποκούμπι, εκτός ίσως από τη λατρεία της Τεχνικής και την ειδωλολατρεία του εμπορεύματος.
Τα ελκυστικά χαρακτηριστικά του Διαφωτισμού, οι “φιλελεύθερες” ιδέες, ομογενοποίησαν την κοινωνία και δρομολόγησαν μια ενιαία ανθρωπολογική ερμηνεία του κόσμου που εντέλει κατέληξαν στην αποθέωση του ατομικισμού(αριστερού και δεξιού).
Την ίδια στιγμή της κρίσης, όλοι ζητούν περισσότερο “Διαφωτισμό”, αναπαράγοντας την κρίση που οι
«Ο ίδιος ο μύθος είναι ήδη διαφωτισμός και ο διαφωτισμός μετατρέπεται σε μυθολογία».
Πρόκειται για μια βαθιά αντιδημοκρατική αντίληψη των πραγμάτων, που έχει τις ρίζες της στην Πολιτεία του Πλάτωνα και πρεσβεύει ότι μόνο οι γνωρίζοντες μπορούν να έχουν πολιτική άποψη. Αυτό ήταν και το όραμα του Μαρξ για την κομμουνιστική ουτοπία, όπου τη διακυβέρνηση των ανθρώπων θα αντικαθιστούσε η διαχείριση των πραγμάτων. Καλό θα είναι όμως να είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε τέτοιες απόψεις, αφού καταργούν τον πολιτικό ανταγωνισμό, την ουσία της ίδιας της πολιτικής. Από την άλλη πλευρά, ο απόλυτος λαϊκισμός, μια κοινωνία δηλαδή σε συνεχή κινητοποίηση, χωρίς καμία θεσμική σταθερότητα δεν αποτελεί τίποτε λιγότερο από μία συνταγή χάους».
O Sonata: Rilke Renditions
by Chris Edwards
Vagabond Press, 2016
The Bloomin’ Notions of Other & Beau
by Toby Fitch
Vagabond Press, 2016
Chris Edwards’s O Sonata dwells in the vortex of the underworld, plumbing the depths of the Orpheus and Eurydice myth and resetting the entrails of Rilke’s Sonnette an Orpheus into a crossword puzzle ready for consumption. In the eponymous sequence, Edwards offers up a renewal of the Orpheus (also known as ‘the futile male’) myth to signal his reconsideration of repetition and originality as the basis of a literary revision – releasing a suite of renditions that purposely misinterpret, transliterate and obscure. Set up as an intertext to Rilke’s original sequence, Edwards’ rendition is animated by forces that teeter precariously on the edge of construction and destruction, or as he makes explicit in his opening poem:
a vortex
Turning on the same old Still point – we really tore up
That dungeon.
However, well before his ‘long climb from Hades,’ Edwards provides the context from which his poetic revision takes leave:
rendition | rɛnˈdɪʃ(ə)n |
noun
1. a performance or interpretation, especially of a dramatic role or piece
piece of music: a wonderful rendition of ‘Nessun Dorma’.
• a visual representation or production: a pen-and-ink rendition
• of Mars with his sword drawn.
• a translation or transliteration.
2. (also extraordinary rendition) [mass noun] (especially in the US)
the practice of sending a foreign criminal or terror suspect covertly to be
interrogated in a country with less rigorous regulations for the human
treatment of prisoners.
ORIGIN early 17th cent.: from obsolete French, from render ‘give back, render’.
The combination of this definition with Rilke’s original poetics creates an immersive reading of the fluid relationship between repetition and originality. As Julia Kristeva elucidates, ‘each word is an intersection of other words where at least one word can be read’, and in poem 7, Edwards readily deploys this idea:
Bid[s] verboten and adieu. Your best alternative lingers in this here
remedy for Turning: Do not default. The remainder’s a black
Hole hollering Hey, Frankenstein, halt!
The amalgamatic nature of verboten and adieu are key here. Rather than simply translating the poems – which Edwards, in a podcast for The Red Room Company, argues is ‘not possible’ – he ventriloquises the language of Rilke to the purpose of repetition and ‘malaprop[ism]’; but more on this later. At the same time, the blending of Germanic and French diction does as the antecedent example implores: it does ‘not default’, in fact, the suite of renditions resists traditional translation and semantic form. Throughout these inversions, Edwards has experimented with these terms to the purpose of linguistic innovation and textual challenge. What I mean is, the basis of Edwards’ collection is betwixt and between the impulses that are inherent in Rilke’s myth: a parable not to look back; that which is verboten [forbidden]; and the fragility of mortality which we must remember and to which we must bid adieu [farewell]. Further, Edwards makes it apparent that these terms are rendered meaningless through the implementation of ‘and’, the subject acknowledged fleetingly in verboten before being dismissed in adieu. Such conditions establish Edwards’ consistently disjointed voice within the ‘vortex’ that is O Sonata, rumbling and tearing up expectation, unburdened by narrative curtails and ‘turning on the same old Still point’. In this sense, Edwards’ rendition is a feat of originality, no less original than Rilke’s; the only difference between O Sonata and other texts is that Edwards is acutely aware of his source material, and makes the reader implicitly aware of this.
In poem 2 Edwards acknowledges the futility of translation:
As for that Big Stink we approach – again? – it’s Lies they tell me
to fix myself fast to …We’re here, Madam. My chain …
When compared to the corresponding passage in Rilke (1.2):
enfinden noch, eh sich dein Lied verzehrte? –
Wo sinkt sie hin aus mir? … Ein Mädchen fast …
It becomes increasingly clear how Edwards’s revision is not based in linguistic meaning; rather, his poetry weighs the silhouette and homophonic possibilities of the word, to weave a mistranslation that systematically disrupts consistent meaning and interpretation. In this way, Edwards oscillates between the construction / destruction imperative I outlined earlier, utilising Rilke’s poems only as a measure for himself and as a springboard for his own journey into language.
I find myself lost in the systematically obscure and inconsistent impulses with which Edwards climbs from Hades. The meaning of his text is veiled through intricate language barriers, and like Eurydice, true understanding is always just out of sight. Perhaps this is because, as Kristeva suggests, the literary word ‘is an intersection of textual surfaces rather than a fixed point’ – Eurydice perpetually vague and indistinct because the path to Hades is set on dual plains of ‘what Will be’ and ‘it has-been’. It speaks something of the significance of the fragment – the power to absorb and transform, distinct from context, outside of time and the necessity to respect the autonomy of these threads. Edwards’ quatrain at the beginning of poem 16 seems to be a tribute to this:
Dumb, mean and Fiendish, I bite into my sandwich. Wait …
I could have made the Words and Fingersign gesture one
always makes outflanking the opposition. Instead, I go
Swiss Cheese and veal, gristle and frog’s Tail.
Tuli Kupferberg, right, with his comrade Ed Sanders in 2003. Credit Chris Ramirez
By BEN SISARIO*
Tuli Kupferberg, a poet and singer who went from being a noted Beat to becoming, in his words, “the world’s oldest rock star” when he helped found the Fugs, the bawdy and politically pugnacious rock group, died on Monday in Manhattan. He was 86 and lived in Manhattan.
He had been in poor health since suffering two strokes last year, said Ed Sanders, his friend and fellow Fug.
The Fugs were, in the view of the longtime Village Voice critic Robert Christgau, “the Lower East Side’s first true underground band.” They were also perhaps the most puerile and yet the most literary rock group of the 1960s, with songs suitable for the locker room as well as the graduate seminar (“Ah, Sunflower, Weary of Time,” based on a poem by William Blake); all were played with a ramshackle glee that anticipated punk rock.
With songs like “Kill for Peace,” the Fugs also established themselves as aggressively antiwar, with a touch of absurdist theater. The band became “the U.S.O. of the left,” Mr. Kupferberg once said, and it played innumerable peace rallies, including the “exorcism” of the Pentagon in 1967 that Norman Mailer chronicled in his book “The Armies of the Night.” (The band took its name from a usage in Mailer’s “Naked and the Dead.”)
The Fugs was formed in 1964 in Mr. Sanders’s Peace Eye Bookstore, a former kosher meat store on East 10th Street in Manhattan. By then Mr. Kupferberg, already in his 40s, was something of a Beatnik celebrity. He was an anthologized poet and had published underground literary magazines with titles like Birth and Yeah.
He had also found notoriety as the inspiration for a character in Allen Ginsberg’s poem “Howl.” As Ginsberg and Mr. Kupferberg acknowledged, he was the one who “jumped off the Brooklyn Bridge this actually happened and walked away unknown and forgotten,” a reference to a 1945 suicide attempt (off the Manhattan Bridge, not Brooklyn) that had been precipitated by what he called a nervous breakdown.
The fame that episode earned him caused Mr. Kupferberg a lifetime of chagrin and embarrassment. “Throughout the years,” he later said, “I have been annoyed many times by, ‘Oh, did you really jump off the Brooklyn Bridge?,’ as if it was a great accomplishment.”
The Fugs’ first album, “The Village Fugs Sing Ballads of Contemporary Protest, Points of View and General Dissatisfaction,” was released in 1965. The band became a staple of underground galleries and theaters, as well as antiwar rallies. In concert Mr. Kupferberg was often the group’s mascot or harlequin, acting out satirical pantomimes — an American soldier who turns into a Nazi, for example — or sometimes not singing at all.
On subsequent albums the band changed its lineup many times and acquired a more professional sound, though its scatological themes got it kicked off at least one major record label.
With his bushy beard and wild hair, Mr. Kupferberg embodied the hippie aesthetic. But the term he preferred was bohemian, which to him signified a commitment to art as well as a rejection of restrictive bourgeois values, and as a scholar of the counterculture he traced the term back to an early use by students at the University of Paris. Among his books were “1,001 Ways to Live Without Working” — and for decades he was a frequent sight in Lower Manhattan, selling his cartoons on the street and serving as a grandfather figure for generations of nonconformists.
Beneath Mr. Kupferberg’s antics, however, was a keen poetic and musical intelligence that drew on his Jewish and Eastern European roots. He specialized in what he called “parasongs,” which adapted and sometimes satirized old songs with new words. And some of his Fugs songs, like the gentle “Morning, Morning,” had their origins in Jewish religious melodies.
Naphtali Kupferberg was born in New York on Sept. 28, 1923. He grew up on the Lower East Side and became a jazz fan and leftist activist while still a teenager. He graduated from Brooklyn College in 1944 and got a job as a medical librarian.
“I had intended to be a doctor at one point, like any good Jewish boy,” he recalled to Mr. Sanders in an audio interview in 2003. Instead he began to write topical poems and humor pieces, contributing to The Village Voice and other publications.
After the Fugs broke up, in 1969, Mr. Kupferberg performed with two groups, the Revolting Theater and the Fuxxons, and continued writing. The Fugs reunited periodically, first in 1984. Recently, Mr. Sanders said, Mr. Kupferberg had completed his parts for a new album, “Be Free: The Fugs Final CD (Part Two),” and had also been posting ribald “perverbs” — brief videos punning on well-known aphorisms — on YouTube.
Mr. Kupferberg is survived by his wife, Sylvia Topp; three children, Joseph Sacks, Noah Kupferberg and Samara Kupferberg; and three grandchildren.
Μέσα στη μανία μου να περισώσω ότι είναι να περισωθεί, και περισώνεται μόνο ότι είναι ηλεκτρονικά, σκανάρισα μια αδημοσίευτη εργασία μου για τον Μάριο Χάκκα από δακτυλογραφημένο κείμενο, αλλά επειδή είδα ότι δεν γλίτωσα και σπουδαίο χρόνο ξαναδακτυλογράφησα μια επίσης αδημοσίευτη εργασία μου για τον Φαίδωνα Ταμβακάκη. Είναι περίπου παρουσιάσεις βιβλίων που διαβάστηκαν όμως το ένα αμέσως μετά το άλλο, για να καταλήξω σε κάποια γενικά συμπεράσματα για τους συγγραφείς.
Δεν ήθελα να τις πειράξω. Ένα δοκιμιακό κείμενο, όταν το ξαναγγίζεις μετά από χρόνια το πιο πιθανό είναι να του κάνεις ζημιά αντί να το βελτιώσεις. Εξάλλου ούτε στα λογοτεχνικά μου κείμενα κάνω κάτι τέτοιο, γιατί φοβάμαι ότι θα αλλοιώσω το πνεύμα κάτω από το οποίο γράφηκαν. Οι παρεμβάσεις που έγιναν ήταν ελάχιστες. Και τώρα που ξαναδιαβάζω αυτό το εισαγωγικό κείμενο, θα ήθελα να προσθέσω ένα ακόμη λόγο, που από ντροπή δεν ήθελα να τον αναφέρω αρχικά: από τεμπελιά. Σε συνδυασμό όμως με την έλλειψη χρόνου, γιατί άλλα πράγματα βρίσκονται στο κεφάλι μου αυτή την εποχή. Έτσι καταθέτω τα κείμενα αυτά, περισσότερο αρχειακά, μαζί με μια άλλη αδημοσίευτη μελέτη που γράφηκε λίγο αργότερα, για τον Βασίλη Ζιώγα, όταν πια είχα αποκτήσει κομπιούτερ, το 1993, χρονιά που ξεκίνησα το διδακτορικό μου, γραμμένο με τα ακαδημαϊκά στάνταρ, παραπομπές σε σελίδες και υποσημειώσεις.
Μάριος Χάκκας, ο πρόωρα χαμένος
Φέτος κλείσανε 20 χρόνια (τώρα βέβαια που σκανάρισα το κείμενο έχουν κλείσει 35) από το θάνατο του πρόωρα χαμένου Μάριου Χάκκα.
Ο Μάριος Χάκκας γεννήθηκε στη Μακρακώμη της Φθιώτιδας το 1931. Στη λογοτεχνία κάνει την εμφάνισή του το 1965, με την ποιητική συλλογή «Όμορφο καλοκαίρι». Το 1966 εκδίδεται η πρώτη από τις τρεις συνολικά συλλογές διηγημάτων του με τίτλο «Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού». Η δεύτερη με τίτλο «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» θα εκδοθεί το 1970. Την επόμενη χρονιά θα εκδοθούν τα θεατρικά μονόπρακτα «Ενοχή, Αναζήτηση, Τα κλειδιά». Ο Μάριος Χάκκας πεθαίνει στις 5 Ιουλίου 1972, μετά από πολύχρονη, βασανιστική αρρώστια. Δεν θα προλάβει να δει εκδομένη την τελευταία συλλογή του, «Το κοινόβιο», που θα εκδοθεί λίγο αργότερα.
Για τα 35 χρόνια από το θάνατό του θα παρουσιάσουμε την ανέκδοτη παρουσίαση του έργου του που γράψαμε το 1991, 20 χρόνια από το θάνατό του, χωρίς μεταβολές και προσθήκες.
Η πρώτη συλλογή αποτελείται από 25 διηγήματα χωρισμένα σε πέντε ενότητες. Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο «Του στρατού». Πρωταγωνιστές τους είναι μουλάρια και μουλαράδες. (Μουλαράς είναι η ειδικότητα που αποκτούσαν οι «χαρακτηρισμένοι» στο στρατό). Τα διηγήματα αυτά είναι κατά βάση σατιρικά. Ο «Κολοβός» είναι ένα ατίθασο μουλάρι. Ο διοικητής αναγκάζει έναν από τους στρατιώτες της μονάδας που αποφεύγει να παρακολουθεί τα μαθήματα εθνικής ηθικής διαπαιδαγώγησης, δηλαδή της αντικομουνιστικής προπαγάνδας, να το ιππεύσει, ελπίζοντας ότι το μουλάρι θα τον πετάξει κάτω και θα τον σκοτώσει. Όμως οι δυο απείθαρχοι, ο φαντάρος και το μουλάρι, τα πάνε μια χαρά. Στο τέλος της ιππασίας είναι ανεκδιήγητο.
«Γύρισε τα θεόρατα σφιχτά καπούλια του προς το γραφείο του διοικητή και χωρίς μεγάλο ζόρι τράβηξε μια πορδή (μα μια πορδή!!!) που σείστηκε το τάγμα όλο. Ο καβαλάρης δεν έπαθε αβαρία, γιατί ήταν εκτός βολής. Μόνο που κουφάθηκε λίγο. Όμως τα τζάμια του Διοικητηρίου γίναν θρύψαλα κι οι λαμαρίνες απ’ τα τωλ τρίξανε τόσο δυνατά που πολλοί νομίσανε πως γίνεται σεισμός ή κάποιος αιφνιδιασμός, μπορεί και πόλεμος και τους πιάσανε στον ύπνο…»
Στη «Φυλετική αφύπνιση» ένας γύφτος ανακτά την αξιοπρέπειά του βλέποντας στον κινηματογράφο ένα Ταρζάν πιο μελαχρινό απ’ αυτόν να κάνει χίλια δυο κατορθώματα. Στο τρίτο διήγημα,»ένα μουλάρι αφηγείται» την τρυφερή του σχέση με ένα μουλαρά. Στο «Ένας αγνοημένος φιλέλληνας» σατιρίζονται οι φιλοναζιστές εθνικόφρονες αξιωματικοί. Στη «Μουλαροπεριπέτεια», Τα μουλάρια εκδικούνται την ταπείνωση των αναβατών τους από τους κατοίκους ενός χωριού, γεμίζοντάς το καβαλίνες.
Τα διηγήματα «Της φυλακής» αναφέρονται στους πολιτικούς κρατούμενους. Η «Μπουμπούκα» είναι ένα πουλάκι με το οποίο έχει αναπτύξει τρυφερές σχέσεις ένας από τους κρατούμενος. Κάποτε το χάνει. Άδικα περιμένει τον ερχομό του. Το έχει σκοτώσει ένας από τους φύλακες. Στο «Σινεμά» σατιρίζονται πρακτικές του αριστερού κινήματος σε σχέση με «αποκλίνοντες» συντρόφους. Η κριτική της αριστεράς αποτελεί εξάλλου μια από τις κύριες θεματικές των διηγημάτων του.
Στο «Σπάσιμο» βλέπει με συμπάθεια τον αγωνιστή που είναι έτοιμος να σπάσει σε μια στιγμή αδυναμίας. Η στιγμιαία αυτή αδυναμία, παρόλο που ξεπεράστηκε αμέσως, δεν θα του συγχωρεθεί από τους συντρόφους του.
«Οι άλλοι», οι σύντροφοι, θα γίνουν έξαλλοι από το ροχαλητό του νεοφερμένου συντρόφου, κι ας τους έχει μοιράσει σχεδόν όλα του τα υπάρχοντα, και όχι μόνο το 50% όπως επέβαλλαν οι κανονισμοί των πολιτικών κρατουμένων.
Η «Αποφυλάκιση» είναι μια ελεγεία για τον αγνό αγωνιστή της αριστεράς. Κάνει όνειρα για την αποφυλάκισή του. Κάποτε έρχεται η μέρα. Ενώ όμως δρασκελίζει το κατώφλι της φυλακής, τον σταματάνε και του κάνουν έρευνα. Βρίσκουν πάνω του ένα μήνυμα των φυλακισμένων προς το κόμμα, και τον ξαναρίχνουν μέσα.
«Ένα πόδι μετέωρο…τα ξύλα της κάσας που κόλλησαν πάνω του σε σχήμα φερέτρου, ένα βήμα ανεκπλήρωτο… το χωμάτινο δρόμο τ’ απόβροχου μέσα στ’ απόγευμα. .. ερευνήστε ξανά τη βαλίτσα….»
Δεν είναι στίχοι ποιήματος, είναι αποσπάσματα από την προτελευταία παράγραφο. Οι ανάπαιστοι αυτοί καιριότατοι, παραπέμπουν συνειρμικά στη δόξα που «μελετά τα λαμπρά παλικάρια. «Λαμπρό παληκάρι κι αυτός.
Το «Καταπληκτικό», το πρώτο από τα διηγήματα «Της ζωής», αναφέρεται στον συμβιβασμό που έκανε ένας μουσικός, αναγκαζόμενος να γράψει «μπουζουκομουσική», για να δώσει ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα. Δεν θα παραξενευόμουν αν ο συγγραφέας, γράφοντας αυτό το διήγημα, είχε υπόψη του τον Θεοδωράκη.
«Το μαντήλι, ο έρωτας και το συνάχι», με ένα συμβολισμό αντίστοιχο με τον ποιητικό, δείχνει το τέλος ενός ειδυλλίου με την αρχή του φθινοπώρου.Ο άντρας το αποδίδει στην αποτυχία του τελευταίου τους ραντεβού, γιατί ήταν συναχωμένος. Ήταν μάλιστα τόσο συναχωμένος, που αναγκάστηκε να ζητήσει και το μαντήλι της φίλης του.
Και η φίλη του; Πού απέδωσε αυτή το τέλος της σχέσης τους;
«-Το μαντήλι Πόπη μου, το μαντήλι, είναι πάντα χωρισμός. Αν δεν του είχα δώσει το μαντήλι, δεν θα χωρίζαμε ποτέ.»
«Στη σάλα του σύμπαντος κόσμου» ο ήρωας αντιμετωπίζει όχι μόνο την απογοήτευση ενός χωρισμού που νόμιζε πρόσκαιρο, αλλά και την εξαπάτηση της τουρίστριας φίλης του που του έκλεψε τον παραπάνω τίτλο, προορισμένο για ένα δικό του έργο, για να φτιάξει ένα συναρπαστικό ρεπορτάζ από τη σχέση τους.
Η «επέτειος» ενός γάμου χαλάει όταν η γυναίκα θυμίζει στον φουκαριάρη σύζυγό της τον δοσά. Είναι έτοιμοι να κάνουν έρωτα. Όμως αυτός αδυνατεί. «Σου είπα δεν θέλω πια. Μη με σκαλίζεις. Δε γίνεται. Καταλαβαίνεις, δεν γίνεται. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ. Ο δοσάς αυτή τη στιγμή στο κρεβάτι μου. Ασιχτίρ.»
Το «λεωφορείο ο κόσμος» είναι μια τραγελαφική περιγραφή του επιβατικού κοινού ενός λεωφορείου.
»-Ένα βήμα μπρος, ακούστηκε η φωνή του εισπράχτορα απ’ το μεγάφωνο.
-Το «Ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω» του Λένιν σπουδαίο βιβλίο, είπε ο ένας από τους δυο νεαρούς που δεν νοιάστηκαν καθόλου για όσα συνέβηκαν στο λεωφορείο.
-Και το «Τι να κάνουμε» πρέπει να το ξαναδιαβάσουμε.»
«Τ’ ανάποδα» είναι πέντε διηγήματα, καταπληκτικά σαν σύλληψη, που θα τα ζήλευε και ένας Κάφκα.
Το πρώτο, δισέλιδο, με τον τίτλο «Τηλέφωνο» μοιάζει περισσότερο με άσκηση στη φόρμα. «Το τηλέφωνο κτυπούσε… Ήταν ένας πελάτης. Διαμαρτυρόταν για κάποιο διαμαρτυρημένο γραμμάτιο. «
Στο «Πτώμα» ο ήρωας «βρέθηκε τελικά μπλεγμένος σ’ ένα παρόν όλο χρέη που χρειάστηκε να το ξοφλήσει απ’ το μέλλον».
Πώς; Προπουλώντας το πτώμα του. Ήταν αδύνατο πια να ξεφύγει. Η πράξη πώλησης αναγραφόταν στο διαβατήριο του και έτσι δεν μπορούσε να το σκάσει στο εξωτερικό.
Θέλει να εκδικηθεί. Όχι, δεν θα πάρουν το πτώμα του. Ρίχνεται μέσα σ’ ένα καιγόμενο χτίριο, να καεί. Ακούει τις φωνές ενός παγιδευμένου παιδιού. Να το σώσει;
«Αυτό το παιδί μεγαλώνοντας θα μπλεχτεί σ’ ένα παρόν όλο χρέη, θα πουλήσει το μέλλον του, θα προεισπράξει το πτώμα του. Γιατί η προσπάθεια αυτού του παιδιού στη ζωή, τη δικιά του, αφού το αποτέλεσμα ήταν γνωστό; Για το κέρδος της αγωνίας και μόνο;
Σαν την Φραγκογιαννού, δεν θα το σώσει.
Στην «Τροχαία περίπτωση ο ήρωας, ενώ παίρνει τις πιο εξονυχιστικές προφυλάξεις για να μην τον παρασύρει κανένα αμάξι, θα διαμελιστεί τελικά από ένα φορτηγό στην προσπάθειά του να σώσει ένα γεράκο που πουλούσε μαλλί της γριάς.
Στο «Ζήτημα» γίνεται μια σατιρική αναπαράσταση συνεδρίασης της αριστεράς, με την ξύλινη γλώσσα των τυποποιημένων και επαναλαμβανόμενων φράσεων, κενών ή συγκεχυμένων νοημάτων. Ο ήρωας, όταν αντιδρά, εκπαραθυρώνεται.
«Οι κουφοί» είναι επίσης μια σάτιρα της Αριστεράς. «Ενώ άκουγε εξαίρετα τους καθοδηγητές, τα ανώτερα όργανα, ήταν θεόκουφος στα κατώτερα όργανα, στα πιο κάτω στελέχη.»
«Η σύσκεψη» είναι κι αυτό ένα σατιρικό κείμενο για τις ατέλειωτες «υπνοφόρες» (έτσι τις χαρακτήρισε πετυχημένα ένας σύντροφός μου εκείνα τα χρόνια) συνεδριάσεις της Αριστεράς. Ο ήρωας αναρωτιέται πώς, ενώ είναι ανοιχτή η πόρτα της εισόδου, αδυνατεί να ξεφύγει. Πολλοί αναρωτιόμαστε ακόμη.
Στο «Συμβούλιο» ο σύμβουλος εισηγείται την παραχώρηση «δωρεάν ταφίου εις τον εκλιπόντα συνάδελφον Αθανάσιον Αθανασίου. .. διότι παραχωρούντες τώρα ταφίον εις τον αείμνηστον Αθανάσιον Αθανασίου αι επερχόμεναι γενεαί των συμβούλων θα παραχωρήσουν και εις ημάς δωρεάν ταφίον, διότι άλλως, διατί να εγκαταλείπωμεν τας εργασίας μας και να ασχολούμεθα με το Δημαρχείον, το οστεοφυλάκιο και το νεκροταφείον; Κάλλιστα δεν θα ησχολούμην με τα κοινά, εάν δεν υπήρχε αυτή η τιμητική διάκρισης αποκτήσεως μονίμου τάφου, ταφόπετρας η οποία αιωνίως θα με σκεπάζει και σταυρού ο οποίος θα φέρει χαραγμένο το όνομα μου, την ιδιότητά μου ως συμβούλου και το συγκινητικό ενδιαφέρον μου για το νεκροταφείον της πόλεώς μου, δια να βλέπουν οι επερχόμενοι πόσο μικρόν το παραλάβαμε και πόσον μεγάλο το απεδώσαμεν και να έχουν την φιλοδοξίαν να το επεκτείνουν προς άπασας τας κατευθύνσεις, καλύπτοντες την πόλιν όλην με τάφους οικογενειακούς, ατομικούς, συγγενικούς, μονίμους, προσωρινούς, επ’ ενοικίω, δι αντιπαροχής, δια προπωλήσεων, με δόσεις, τάφους βρεφών οι οποίοι είναι οικονομικότεροι διότι καταλαμβάνουν ολιγότερων χώρον, τάφους τρυφερών κορασιών, διότι λειώνουν γρηγορότερον, τάφους ονείρων, τάφους ελπίδων, τάφους ερώτων, διότι δεν πιάνουν καθόλου χώρον…»
Στις μεταγενέστερες εκδόσεις της συλλογής περιλαμβάνονται και τρία διηγήματα που πρωτοδημοσιεύθηκαν στα «Νέα Κείμενα 2» τον χειμώνα του 72, σύμφωνα με επιθυμία του συγγραφέα. Το «Ένα κορίτσι» «είναι τρελή. Μ’ όλα τα παρακάλια των δικών της είπε πως προτιμάει τη φυλακή παρά να δει τα μούτρα αυτών που γυρίζουν». Αυτοί που γύριζαν ήταν οι συλληφθέντες από τη χούντα, που γύριζαν στα σπίτια τους αφού υπόγραφαν δήλωση.
Στο «Ψαράκι της γυάλας» όπως και στο «Ο Γιάννης το θεριό μυρμήγκι» δεν υπάρχει η αντίθεση ανάμεσα στους σπασμένους και σ’ αυτούς που δεν θέλουν να το βάλουν κάτω, όπως στο προηγούμενο διήγημα. Υπάρχει ο σπασμένος που διατηρεί μέσα του κάποιες σπίθες ηρωισμού. Στο «Ψαράκι της γυάλας» (που ανθολογείται στα κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ Λυκείου) ο ήρωας, συμβιβασμένος από χρόνια, θα ρισκάρει τη σύλληψη (η χούντα εκείνο τον καιρό συνελάμβανε όλους τους φακελωμένους) επιστρέφοντας σπίτι του, για να γλιτώσει το ψαράκι στη γυάλα που το είχε ξεχάσει στη βιάση του να φύγει.
«Ο Γιάννης το θεριό μερμήγκι» ωρύεται μέσα στο κελί του, τύφλα στο μεθύσι, κατά των κομμουνιστών, μπας και τον αφήσουν. Ο αφηγητής, φυλακισμένος μαζί του, στην αρχή τον φοβάται, καθώς τον βλέπει έτσι μπρατσωμένο. Τον στριμώχνει όμως σιγά σιγά, αναγκάζοντας τον να παραδεχθεί με τρόμο το κομμουνιστικό παρελθόν του που δεν ήταν ολότελα παρελθόν, αφού αποδεικνύεται ότι πριν λίγο είχε γεμίσει το Παγκράτι με συνθήματα, μαζί με ένα φίλο του. Ο αφηγητής μάταια θα τον αναζητεί επί μήνες στην ταβέρνα όπου συχνάζει. Εξακολουθεί να είναι μέσα.
»Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα. Εκδομένη το 1970, την χωρίζουν τέσσερα χρόνια από την πρώτη συλλογή.
Παρόλο που ο τίτλος λέει «…και άλλες ιστορίες», οι άλλες ιστορίες, εκτός από τον μπιντέ, είναι λίγες. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα από τα κείμενα αυτά δεν είναι ιστορίες, αλλά «εξομολογήσεις», όπως δηλώνει πολύ χαρακτηριστικά ο υπότιτλος της πρώτης ομάδας κειμένων. Οι εξομολογήσεις αυτές, με τη μορφή του εσωτερικού μονόλογου, έχουν ένα ποιητικό, λυρικό χαρακτήρα, που ώρες ώρες γίνεται ολότελα κρυπτικός.Ο ποιητής, με οξυμένη την ευαισθησία του από την αρρώστια και την απογοήτευση της δικτατορίας, έχοντας ήδη βιώσει την παραίτηση και τον συμβιβασμό των πολλών, την απογοήτευση των («Τυφεκιοφόρος του εχθρού» μόνο με μια τέτοια γλώσσα θα μπορούσε να εκφραστεί. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το «Έτσι, σαν πρόλογος» της συλλογής, και από την άποψη του ύφους και από την άποψη του ιδεολογικού στίγματος της συλλογής.
«Τόσα χρόνια σ’ αυτόν τον μάταιο πόλεμο, κι ακόμα πασχίζω, γαβγίζοντας, έστω κι ας μην μπορώ να δαγκώσω, γράφοντας συνθήματα οργής πίσω από πόρτες δημόσιων καμπινέδων, αφημένος στο επικίνδυνο μπότζι των νεύρων μου να μου χαράζει πορεία, ανοίγοντας κλουβιά καναρινιών στο καταχείμωνο, που θα βρεθούνε σαν τα όνειρα μας κόκαλο στο ρείθρο ή φτερά να ταξιδεύουν πάνω απ’ αυλές, οδούς και στέγες – πούπουλα».
Στην πρώτη εξομολόγηση ο συγγραφέας αναφέρεται στο «τσαλάκωμα» της ζωής του.
«…Όλα αυτά περάσανε μέσα μας, όπως χαπάκια που τα διέλυσαν άλλοι κρυφά στο φαΐ μας και δεν το πήραμε είδηση, ιδέες που μας τις πάσαραν με μια επιδέξια κίνηση, ίσως στον ύπνο, ένεση που μας την έκαναν με υψηλό πυρετό και δεν αισθανθήκαμε μέσα στο λήθαργο ούτε το τσίμπημα».
Στην «Περίπτωση θανάτου» ο συγγραφέας αναλογίζεται με απελπισία την προοπτική του πρόωρου θανάτου του.
«…έζησα, προχωρώντας στην τελική ευθεία, χωρίς να ‘χω τουλάχιστον τρεις πήχες χασέ, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων, κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη».
Οι «Εξαιρετικές στιγμές» είναι η αναπόληση μιας αγάπης που στο «Ένας χωρισμός» αποκαλύπτεται η αναξιότητά της. Η «Αυτοπυρπόληση» είναι οι φαντασιώσεις κάποιου που περιμένοντας τη γνωμάτευση του γιατρού νομίζει ότι πάσχει από ανίατη αρρώστια. Ανακουφίζεται απέραντα όταν, μετά την εξέταση, τον καθησυχάζει ο γιατρός. (Ανάλογο θέμα αναπτύσσει και η Μάρω Βαμβουνάκη στο διήγημά της «Τα γνωστά και τα άγνωστα» από τη συλλογή «Ιστορίες με καλό τέλος». Η ηρωίδα, σίγουρη ότι έχει καρκίνο, θα ξαναγυρίσει απελπισμένη στον πρώην άντρα της για να τον εγκαταλείψει πάλι μόλις οι εξετάσεις που παίρνει δείξουν αρνητικές.)
«Ο φόνος» είναι η αφήγηση ενός τρελού.
«…Ο Μαρξ ήταν μεγάλο κεφάλι… στη ζωή μου με ταλαιπώρησε και έπρεπε κάποτε να απαλλαγώ κι απ’ αυτόν».
Μια γυναίκα με την οποία τα είχε, του έφυγε γιατί της είχε ζαλίσει το κεφάλι με τον Μαρξ. Φαντάζεται να τη διαμελίζει σαν κούκλα.
«…ας γύριζε πίσω για ένα ήσυχο ύπνο. Υπόσχομαι να μην ξαναβγάλω άχνα για Μαρξ. Κι ο νόμος της υπεραξίας του, καλά που τον ξέρουμε για να πιάνουμε τους άλλους κορόιδα. Όχι πια πάλη των τάξεων, μόνο πάλη κορμιών στο κρεβάτι.»
Το ίδιο πράγμα θα πουν αργότερα ο Μίλαν Κούντερα και ο Χρόνης Μίσσιος.
Οι ιστορίες με υπότιτλο « Η διάλυση» δεν είναι κι αυτές παρά εξομολογήσεις. Στην «Κατά Μάικ» εξομολόγηση, ο Χάκκας αναπτύσσει πάλι το δίδυμο του σεξουαλικού κηρύγματος με την κριτικής ενάντια στο κόμμα. «Μόνο ο σεξουαλισμός θα μας σώσει, ο σοσιαλισμός δεν θα έλθει», θα αναφωνήσει αφοριστικά. Καλά που ο Τάκης σκοτώθηκε νωρίς. «Πώς θα γινόταν ο Τάκης αν ζούσε, πώς θα τον σιάχναν οι δικοί του νομίζετε; Ίδιο με τον άλλον τον Τάκη, τον ανορθόδοξο. Εκεί θα καταντούσε. Κι έτσι δεν έχει καμιά σημασία ούτε για κείνον που έζησε, ούτε για κείνον που χάθηκε. Δεν υπάρχει δικαίωση. Κάθε είδους δικαίωση είναι κατασκευή, κι ίσως το μόνο που υπάρχει είναι η στιγμή που περπατάς ή που στέκεσαι κατά ένα τρόπο που ποτέ άλλος άνθρωπος δεν στάθηκε ή δεν περπάτησε».
Το «Κατά των ανθέων» είναι μια σπαρταριστή σατιρική αφήγηση ενάντια στις συμβατικότητες που καταστρέφουν την ερωτική αμεσότητα και τον αυθορμητισμό. Επιδιώκοντας ο ήρωας μια τέτοια αμεσότητα με μια κοπέλα, θα τα κάνει θάλασσα.
Η «Τοιχογραφία» είναι μια ελεγεία για την Καισιαριανή του κατοχικού θρύλου. »Καισαριανή, ιδρώνω, Καισαριανή, ασφυκτιώ, Καισαριανή, αναγουλιάζω. Κάθεσαι με το σούρουπο και δροσίζεσαι στα πεζοδρόμια, ενώ τα κορίτσια σου κατεβαίνουν με τα τσαντάκια στο χέρι για την πιάτσα. Πίνεις τη σουμάδα σου με τα λεφτά της μεσιτείας και ρεύεσαι… Πού η λεβεντιά σου και πού η λευτεριά σου… Τίποτα δεν μένει. Τώρα σοβατίζεις τα τελευταία ίχνη πολυβολισμών στο μέτωπό σου, σαν γέρικο σκυλί που γλύφει τις πληγές του στην επούλωση… «.
Στο «Νερό» επικρατεί η ίδια σαρκαστική διάθεση.
«Λευτεριά της αυλής, του ούζου και του ταβλιού, παρέα με τον μπατζανάκη μου, εσένα προσκυνάω. Λευτεριά της βδομαδιάτικης δουλειάς και της κυριακάτικης εκδρομής, εσένα λατρεύω. Λευτεριά, μ’ ένα οικοπεδάκι σ’ εξαγόρασα κι ένα βιβλιάριο καταθέσεων. Λευτεριά, τ’ αυτοκίνητο μου τρέχει μ’ εκατόν είκοσι την ώρα, μεγάλη η ταχύτητα, ούτε τα δένδρα δεν προλαβαίνω να κοιτάξω, πού να διακρίνω χέρια κι αλυσίδες. Λευτεριά, πώς σου φαίνεται η καινούρια μου γραβάτα και το πουκάμισο με τα μοντέρνα γιακαδάκια; Ποιο κουστούμι να φορέσω όταν έρθεις κι αν έρθεις; Και το πατούμενο; Καλά, έ; Όπου πατάω τρίζει, όχι βέβαια η γη. Κάποτε πατούσα ξυπόλυτος κι έτριζε η γη. Άλλα χρόνια…»
Στον «Γκορπισμό» ο συγγραφέας ταλανίζεται πάλι από το ενδεχόμενο του επερχόμενου θανάτου του.
»…αν θα υπάρξω, είμαι τώρα πια βέβαιος, δε θα οφείλεται στα γραφτά μου, αλλά στις πράξεις μου, στα κορίτσια που χάιδεψα, στους φίλους που φίλεψα παρηγοριά κι εγκαρτέρηση, για όσο καιρό φυσικά θα υπάρχουν κι αυτοί.»
Ο συγγραφέας κάνει σύγκριση του νοσοκομείου όπου βρίσκεται με τη «Φυλακή», στην ομώνυμη ιστορία. Στη φυλακή υπάρχει η ελπίδα της αποφυλάκισης, στο νοσοκομείο δεν υπάρχει καμιά.
Ο επικείμενος θάνατός του δεν είναι όμως η μόνη αιτία της θλίψης του.
«Δεν κρατιέμαι πια από πουθενά. Απ’ όπου κι αν πιάστηκα, σπάσαν ξερά κλαδιά. Η ανθρωπότητα αδιαφορεί για την ύπαρξή μου κι εγώ άλλο τόσο για κείνη. Οι ιδεολογίες δεν είναι πια στρογγυλές, τόσα ρήγματα και τόσα μπαλώματα. «
Στον «Τρίτο νεφρό» ο συγγραφέας θλίβεται για το μισοτελειωμένο έργο του. «Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν άλλοι, την κατέγραψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παρά πέρα. « Στο αφήγημα αυτό υπάρχει ένα από τα ωραιότερα λογοπαίγνιά του, που αποτελούν ένα από τα κύρια υφολογικά χαρακτηρίστηκα του έργου του. Βρίσκει την «ποίηση για την ποίηση» του Mallarme, mal armee (καλά εξοπλισμένη). Ζητά μια ποίηση βιωματική, που να βγαίνει μέσα από τον πόνο, alarmee (τρομαγμένη, αφυπνισμένη) προϋπόθεση για να γίνει bien armee (καλά οπλισμένη).
Στην τρίτη υποενότητα που φέρει και τον τίτλο της συλλογής έχουμε πραγματικές ιστορίες, όπως στην πρώτη συλλογή. Ο «Μπιντές» είναι ένα σατιρικό κείμενο γι αυτούς που σκοτώνονται μια ζωή για να αποκτήσουν ένα σπιτάκι. Οι «Άφαντοι» είναι κάποιοι αγνοούμενοι της Μικρασιατικής καταστροφής που προτίμησαν να μείνουν στην Μικρά Ασία παρά να γυρίσουν στις μέγαιρες συμβίες τους, που δεν θα πάψουν να τους αναζητούν.
«Ο φωτογράφος» είναι μια Καυκική ιστορία. Ο φωτογράφος γερνάει στο φωτογραφείο του προκειμένου να πετύχει τη σωστή μεγέθυνση της φωτογραφίας ενός νεκρού. Η χήρα του δεν τον αναγνώριζει. Και όταν σε μια τελευταία απελπισμένη χειρονομία βάζει τα δικά του χαρακτηριστικά, εκείνη θα αναφωνήσει:
«Εσύ είσαι, και κλαίει μ’ αναφιλητά.» Ποιο το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας;
»Είμαι ένα κάδρο. Φοράω γραβάτα, έχω μαλλιά εκεί που μου λείπουν, κόκκινα χείλη και κέρινα μάτια.»
«Το καμιόνι» αναφέρεται στον Μήτσο, που είναι μόνιμα κυνηγημένος. «Με κυνηγάει ακόμη. Με κυνηγάει για μια κλεμμένη γερμανική κουραμάνα. Με κυνηγάει ένα εγγλέζικο τανκ για μια ροχάλα τάλιρο στο φινιστρίνι του. Με κυνηγάνε όλοι οι μυστικοί της συνοικίας. Με κυνηγάει ο δοσάς της γειτονιάς ζητώντας την τελευταία δόση απ’ το πρώτο μου κουστούμι. Με κυνηγάνε της κρεβατοκάμαρας γραμμάτια.»
Στο τέλος θα σκοτωθεί από καμιόνι. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι έπεσε επίτηδες πάνω του.
Το «Ένα κρανίο γεμάτο λουλούδια» είναι μια σουρεαλιστική αφήγηση.
«Η Νούλα ήταν το μοναδικό κάδρο που φορούσε καπέλο, κάτι λουλούδια σάπια που μπλέκονταν με τα μαλλιά της, κι όλα μαζί στούμπωναν το εσωτερικό του κρανίου». Κάποια στιγμή η Νούλα λέει: «Τώρα βγάζω το καπέλο μου». Προσπαθούν να την αποτρέψουν. Μάταια.
«Όλοι τώρα βλέπαμε το ανοιγμένο κρανίο, τη μαύρη τρύπα να χάσκει. Μερικοί σκύβαν πάνω απ’ την άβυσσο μήπως και διακρίνουν στο σκοτάδι της ποίησης νέα σχήματα, ρίζες για νέα λουλούδια, αν υπήρχε έδαφος και γι άλλη ανθοφορία να κλείσει το χάσμα…»
Οι «Θέσεις» είναι επίσης ένα σουρεαλιστικό, σατιρικό αφήγημα για τους κατέχοντες τις κομματικές θέσεις και οι οποίοι μοιράζουν, μέσω της γνωστής πελατειακής σχέσης, τις θέσεις στο δημόσιο. Ένα εξαγριωμένο πλήθος ορμάει πάνω στον υπάλληλο.
«Πρώτα θα τον ξεχωρίσουμε από την καρέκλα, άλλο αυτός και άλλο η καρέκλα», κι έβγαλε σφυρί και καλέμι. «Μετά θα ξηλώσουμε το νάρθηκα να μείνει το μυαλό του ελεύθερο και θα σπάσουμε την αγκύλωση της σκέψης του. Χωρίς «θέσεις» πια ελπίζω να κινηθεί πιο ανθρώπινα. Τέλος θα τον μπάσουμε σε μια αγωγή σωστού περπατήματος…»
«Το λαχείο» είναι ένα δεύτερο «Ψαράκι της γυάλας». Ο συμβιβασμένος σαραντάρης που ονειρεύεται τον πρώτο λαχνό, θα παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό ενός εικοσάρη, αντικαθρεπτισμό της νιότης του, και σε μια ελάσσονα ηρωική χειρονομία, θα πετάξει το λαχείο, στο οποίο είχε επενδύσει τόσες ελπίδες, στον υπόνομο.
Το «Μη μόναν όψιν» αναφέρεται στην μετά από χρόνια τυχαία συνάντηση ενός επίδοξου εκτελεστή με το θύμα του, επίσης εκτελεστή. Το θύμα θα πει με πίκρα: «Εσύ γνώρισες το πραγματικό πρόσωπο μου. Εγώ πώς θα γνωρίσω του δικού σας, που πια δεν υπάρχει; Χαροπάλεψε μάταια. Πέθανε λίγες μέρες μετά. Έρχεται στα όνειρα πάντα μπρουμουτισμένος στην άσφαλτο… «
Μια ζεστή ανθρώπινη σχέση θα αναπτυχθεί ανάμεσα στους δυο πάλαι ποτέ αντιπάλους.
«Η επιστροφή του αόρατου, ένας κάπως αισιόδοξος επίλογος», είναι ο μονόλογος ενός ανθρώπου που φαντάζεται μια κουδουνίστρα για μεγάλους, που μέσα θα έχει τα σκάγια από άχρηστα πια φυσίγγια.
Η τρίτη συλλογή, «Το κοινόβιο», εκδίδεται όπως είπαμε το 1972, λίγο μετά το θάνατο του συγγραφέα. Στο «Κοινόβιο», το ένα από τα τρία εκτενή αφηγήματα της συλλογής, ο συγγραφέας ονειρεύεται μια κοινοβιακή ζωή με τους φίλους του (τους συναντήσαμε ήδη στην προηγουμένη συλλογή) στο μοναστήρι του άη Γιώργη του Κουταλά, κάπου μεταξύ Καισαριανής και Καρέα. Ο πόνος μπροστά στον επερχόμενο θάνατο και η θλίψη για την επένδυση σε ένα αγώνα χωρίς αντίκρυσμα, που υπονομεύθηκε από τα μέσα, είναι πιο έντονα εδώ.
«Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις, που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο. Έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω. Έτσι και σου ξέφευγε, γινόσουν ύποπτος.)»
«Δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ με τα κοινά, μόνο με τις κοινές», λέει κάνοντας το γνωστό του λογοπαίγνιο. Ο έρωτας είναι το μόνο απτό και συγκεκριμένο. Ονειρεύεται ένα εικοσάρη υπουργό έρωτα, που θα παίρνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να απολαμβάνει καλύτερα καλλίτερα τον έρωτα η νεολαία.
»Για τους μεγάλους κανένα σύστημα και καμιά κοινωνία του μέλλοντος δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αυτοί θ’ αντιμετωπίζουν τον μέγα εξουσιαστή, τον υπουργό του Θανάτου. Εγώ ήδη τον βλέπω κατάματα, νιώθω πολλές φορές να μου χαμογελάει, κι έτσι σιγά σιγά εξοικειώνομαι να μην ελπίζω».
Το κοινόβιο είναι όνειρο. Οι φίλοι του είναι βολεμένοι ή διαλυμένοι. Κάποιοι μάλιστα είναι νεκροί. Η τετάρτη που συναντώνται «κατάντησε γι αυτούς που απομένουν μνήμη και νεκρολόγιο».
Και η θητεία στην Αριστερά ήταν μια συμμετοχή σε ένα είδος κοινοβίου. Όμως, γράφει, «…δεν μπόρεσα να σταθώ σε κανένα κοινόβιο, είμαι ανεπιθύμητος, γκρίνιαζα, γι αυτό και κάθε σελίδα γέμιζαν οι πνεύμονες, η κοιλιά, το συκώτι, κάθε φράση και κάθε παράγραφος κι από ένας καρκίνος. Μόνο ο εγκέφαλος έμεινε απείραχτος, όσο υπάρχει κι αυτός, να κάνω κανένα καλαμπούρι».
Όμως υπάρχει ένα κοινόβιο που τον περιμένει. Αυτό στους ουρανούς.
Το δεύτερο μεγάλο αφήγημα, «Τα τελευταία μου», γράφεται κάτω από τη ζοφερή προοπτική του επικείμενου θανάτου. Αποτελεί μια μοναδική στο είδος της μαρτυρία για το πώς νιώθει κάποιος που η αρρώστια τον έχει καταδικάσει σε ένα αναπόφευκτο, και μάλιστα κοντινό, θάνατο.
Ακόμη παραπέρα: ένα θάνατο όπου δεν υπάρχει καν η προσδοκία μιας μέλλουσας ζωής. Κι ακόμη: Ο θάνατος αυτός δεν είναι από εκείνους τους ηρωικούς θανάτους, στην υπηρεσία ενός μεγάλου σκοπού. Κι ακόμη: Δεν υπάρχει η πίστη σε κανένα σκοπό. Αυτός που υπήρχε έχει ξεφτίσει. Σε μια φαντασιακή εκδραμάτιση, ο Μάριος Χάκκας φαντάζεται την κηδεία του. Όχι σαν μια τελετή σπαρακτικού αποχωρισμού από γνωστούς και φίλους.
»Τώρα άλλοι ρίχνουν με φτυάρια, άλλοι για να μη λερωθούν σπρώχνουν με τα πόδια και βουλώνουν το λάκκο, τρεις μαζί κουβαλούσαν μια τεράστια πέτρα, κάποιος πέταξε κι ένα γεμάτο σκουπιδοτενεκέ.» Αυτή η φοβερή αίσθηση του ετοιμοθάνατου, ότι οι ζωντανοί θέλουν να ξεμπερδεύουν όσο γίνεται πιο γρήγορα μαζί του!
Το αφήγημα τελειώνει με ένα ποιητικό κείμενο, στο ύφος της Ασκητικής του Καζαντζάκη.
«Δεν θέλω έλεος, δε θέλω έλεος θεέ μου (Το ‘θεέ μου’ αναστεναγμός από τα φύλλα της καρδιάς και όχι επίκληση)… Κανέναν, κανένα δεν έβλαψα και τίποτα το πονηρό σε βάρος άλλου δεν έπραξα, έτσι που να δικαιώσω τα λόγια σου και να δεχτώ την κρίση σου.
Ψάχνω και δεν βρίσκω την αλήθεια, τα κρυφά και τα αφανέρωτα μου μένουν πάντα άγνωστα…
Μη βάζεις εμπόδιο το πρόσωπό σου, άφησέ με να δω και πέρα απ’ αυτό. «
Ο «Ένοχος ενοχής» είναι η «Δίκη» του Χάκκα, πιο σύντομη απ’ αυτή του Κάφκα. Σε ένα σουρεαλιστικό περιβάλλον ο ήρωας θα ανακριθεί, θα δικαστεί, θα καταδικασθεί και θα εκτελεσθεί. Σαν φόρμα είναι αρκετά πρωτότυπο κείμενο, με μια εναλλαγή θεατρικής γραφής και πρόζας.
ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ: Είδατε τη διαφορά των προβάτων; Τ’ από κει είναι μαρκαρισμένα, τους έχουνε βάλει με καυτό σίδερο νούμερα επάνω. Τ’ από δω είναι ελεύθερα.
Ο Χ: -Είναι αλήθεια, δεν έχουνε σημάδια επάνω τους, όμως τα φυλάει τσομπάνος.
ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ:Τέλος πάντων, με ποιους είστε, με τους από δω ή με τους από κει;
Ο Χ: Με τα πρόβατα.
Τα «Ρετάλια», άσχετα από τις συνυποδηλώσεις του γενικού τίτλου και παρά το μικρό τους μέγεθος, είναι κείμενα εξαίρετα σε σύλληψη και σε γραφή. Όπως και τα τρία προηγούμενα, παρά τους ανάπαιστους που κυνηγάνε μόνιμα τον συγγραφέα, δεν έχουν τον κρυπτικό-ποιητικό χαρακτήρα των αφηγημάτων της προηγουμένης συλλογής.
Στο «Τσιλιμπίκ ή Τσιλιμπάκι» ο συγγραφέας εκφράζει μια χαρακτηριστική μεταμοντέρνα αντίληψη.
«Και η αρμονία μέσα μας κι έξω μας ούτε που με νοιάζει. Μπούχτισα πια από αρμονίες, κάτι, χέρια-αστέρια και περιστέρια—μαχαίρια με κάνουνε να ξερνάω, ενώ αγάλλομαι στη δυσαρμονία, έστω αστέρια-τσουτσούνες κι ας μην τους ταιριάζει, ας δυοαρμονήσουν και μια φορά, αρκετά μας ταλαιπώρησαν οι εύκολες ρίμες…
Στο «με τη θέλησή μου» ο συγγραφέας αναφέρεται πάλι στη σχέση του με την Αριστερά.
»Μου ερχότανε πολλές φορές να πιάσω τα σίδερα και να φωνάξω ‘Βγάλτε με, βρε, άλλαξε τώρα η θέλησή μου’ αλλά εκείνοι επέμεναν πως πρέπει να επιμείνω στην αρχική, μάλιστα είχανε πράκτορες ανάμεσά μας που έλεγαν ‘δεν είναι σωστό να αλλάζει κανείς’… Την επόμενη που μου είπαν να ξαναμπώ μέσα με τη θέλησή μου τους απάντησα πως δεν θα μπορέσω. ‘Μα γιατί, είσαι δικός του’ επέμεναν οι άλλοι από πάνω, ‘είσαι δικός μας’ έλεγαν οι άλλοι από κάτω. Κανενός. Επιτέλους είμαι δικός μου’. «
Στο «Μπροστά σ’ ένα τάφο» (του Καρλ Μαρξ) ο συγγραφέας εκφράζει για άλλη μια φορά την απογοήτευσή του από την αριστερά και τους γεμάτους έπαρση συντρόφους, τα Τζουγκασβίλια (Τζουγκασβίλι ήταν το πραγματικό όνομα του Στάλιν) που ξεπάστρεψαν τους λίγους εναπομείναντες καλούς. «Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους», καταλήγει ο συγγραφέας.
Το «Ένας θείος» είναι ένα σατιρικό κείμενο για κάποιον που η αστυνομία ενοχλεί κάθε τόσο, θεωρώντας τον φανατικό αριστερό, γιατί του σκότωσαν τον αδελφό «Του σκοτώσαμε τον αδελφό, σκέφτονται, μπορεί να ξεχάσει ποτέ; Με κάτι τέτοια και τέτοια ο Βασίλης τσαντίζεται που δεν τον αφήνουν ήσυχο να ασχοληθεί με τη δουλειά, τα παιδιά και τ’ ανίψια.»
Στο τελευταίο κείμενο, «Σκοπευτήριο Καισαριανής», ο συγγραφέας φοβάται μια επικείμενη εποχή που ο χώρος θα μοιραστεί σε οικόπεδα, και το σκοπευτήριο θα μείνει μια απλή ονομασία, χωρίς να θυμίζει τους εκτελεσμένους.
Και ανάμεσά τους δεν ήσαν μόνο ήρωες της αντίστασης, υπήρχαν και οι απλοί σαλταδόροι.
«Σκέφτομαι αυτά τα σκληρά παιδιά που είχανε σύμβουλο την πείνα και ιδανικό τους τη ρεζέρβα. Έφτασαν κατάμονα μπροστά στην τάφρο χωρίς ελπίδα ότι το κόμμα τους θα κάνει μνημόσυνο, χωρίς κάποια δικαίωση μετά. Και πώς να συμπαρασταθείς στη μοναξιά τους; Οι άλλοι έχουν ανθρώπους να τους κλάψουνε, εκατοντάδες τα στεφάνια, συνθήματα, τραγούδια και ποιήματα».
Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι η θεματική του συγγραφέα είναι οι ταλαιπωρίες του απλού, βασανισμένου ανθρώπου της Αριστεράς, οι εμπειρίες και η απογοήτευσή του απ’ αυτό το κίνημα, και ο επικείμενος θάνατός του. Ο λόγος του συχνά είναι εξομολογητικός και ποιητικός. Ένας συχνός αναπαιστικός κυματισμός της γλώσσας δίνει μια ιδιαίτερη μουσική ποιότητα στο λόγο του, που σε απαγγελία μπορεί να εκτιμηθεί καλύτερα. Κατά περίπτωση ειρωνικός και σατιρικός, κάνει απολαυστικά τα κείμενά του. Τέλος η αγάπη του για τα λογοπαίγνια δίνει μια προσωπική σφραγίδα στο ύφος του.
Κάθε ποίημα είναι μια προσπάθεια συμφιλίωσης της ιστορίας με την ποίηση προς όφελος της δεύτερης. Ο ποιητής προσπαθεί να αποφύγει την τυραννία της ιστορίας ακόμη κι όταν αναγνωρίζει τον εαυτό του στην κοινωνία στην οποία ζει, ακόμη κι όταν συμμετέχει σε ό,τι αποκαλείται «συγχρονικότητα της εποχής» – μια ακραία στάση που γίνεται ολοένα και λιγότερο κατανοητή στον σύγχρονο κόσμο. Όλα τα μεγάλα ποιητικά πειράματα – απ’ τη μαγική φόρμουλα και το επικό ποίημα μέχρι την αυτόματη γραφή – αξιώνουν τη χρήση του ποιήματος ωσάν ένα χωνευτήρι για την ιστορία και την ποίηση, για το γεγονός και τον μύθο, για την καθομιλουμένη (γλώσσα) και τη φαντασία, για τον εορτασμό και την ημερομηνία που δε μπορεί να επαναληφθεί, ημερομηνία που είναι ζωντανή και τροφοδοτείται με μια μυστική γονιμότητα, η οποία με τη σειρά της συνεχίζει εξακολουθητικά να εγκαινιάζει μια νέα περίοδο. Η φύση του ποιήματος είναι ανάλογη μ’ αυτήν της Φιέστας, η οποία εκτός από μια απλή αναφορά στο ημερολόγιο, αποτελεί επίσης ένα ρήγμα στην ακολουθία του χρόνου καθώς και μια εισβολή του Ενεστώτα που επιστρέφει περιοδικά δίχως χθες και δίχως αύριο. Κάθε ποίημα είναι μια Φιέστα, ένα ίζημα γνήσιου χρόνου.
Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και ιστορίας είναι σχέση σκλαβιάς και εξάρτησης. Γιατί, εάν είμαστε οι μόνοι πρωταγωνιστές της ιστορίας, είμαστε επίσης το ακατέργαστό της υλικό αλλά και τα θύματά της: η ιστορία μπορεί να εκπληρωθεί μόνο διαμέσου της δικιάς μας ανάλωσης. Η ποίηση μεταποιεί ριζικά τη σχέση αυτή – μπορεί να βρει την ολοκλήρωσή της μόνο μέσα απ’ την ανάλωση της ιστορίας. Όλα τα προϊόντας της – ο ήρωας, ο δολοφόνος, ο εραστής, η αλληγορία, η αποσπασματική επιγραφή, το ρεφραίν, ο όρκος, ο ακούσιος θαυμασμός στα χείλη του παιδιού που παίζει, ο καταδικασμένος εγκληματίας, το κορίτσι που κάνει έρωτα για πρώτη φορά, η φράση που αντέχει στον άνεμο, το κομματάκι κλάματος – όλα αυτά, μαζί με τον αρχαϊσμό, το νεολογισμό και την αναφορά δεν πρόκειται εξ ορισμού τους να αφεθούν να πεθάνουν ή να στηθούν στον τοίχο. Είναι καμωμένα με τρόπο που αποσκοπούν να φτάσουν μέχρι το τέλος, υπάρχοντας ως τέτοια, στο έπακρον. Απεγκλωβίζουν τον εαυτό τους τόσο απ’ την αιτία όσο κι απ’ το αποτέλεσμα. Περιμένουν το ποίημα να τα γλιτώσει και να τα κάνει ό,τι είναι. Δε μπορεί λοιπόν να υπάρξει ποίηση δίχως ιστορία, αλλά η ποίηση δεν έχει άλλη αποστολή απ’ το να μεταποιήσει την ιστορία. (Και) συνεπώς, η μοναδική πραγματική επαναστατική ποίηση είναι η αποκαλυπτική ποίηση.
2
Η ποίηση είναι καμωμένη απ’ το επουσιώδες που βρίσκεται στα σπλάχνα της ιστορίας και της κοινωνίας – απ’ τη γλώσσα, δηλαδή. Επιδιώκει όμως να την επανα-δημιουργήσει σε συσχέτιση με νόμους πέρα απ’ αυτούς που κυριαρχούν τον διάλογο και τη λογική ομιλία. Αυτή η ποιητική μετάλλαξη εμφανίζεται στις ενδότερες κοιλότητες της γλώσσας. Η φράση – και όχι η απομονωμένη λέξη – είναι το κύτταρο, ο πυρήνας, το απλούστερο στοιχείο της γλώσσας. Η λέξη δε μπορεί να υπάρξει παρά μόνο με την ύπαρξη άλλων λέξεων και η φράση με την ύπαρξη άλλων φράσεων.
Κι αυτό, για να πούμε πως, κάθε πρόταση εμπεριέχει πάντα μια υπονοούμενη αναφορά σε κάποια άλλη και είναι αισθητά επηρεασμένη ως προς την επεξήγησή της από κάποια άλλη. Κάθε φράση είναι μια επιθυμία που θέλει να ειπωθεί, παραπέμποντας ρητά σε κάτι πέρα απ’ αυτήν την ίδια. Η γλώσσα είναι ένας συνδυασμός κινητών και ανταλλάξιμων συμβόλων, το καθένα εκ των οποίων υποδεικνύει το τι συμβαίνει. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, αμφότερα το νόημα και η επικοινωνία βασίζονται στην «πρόθεση» των λέξεων. Κι η ποίηση δεν τ’ αγγίζει παρά μόνο όταν αυτά μεταποιούνται σε ρυθμικές ενότητες ή σε εικόνες, παρά μόνο όταν στέκονται μόνες τους και είναι επαρκείς μες στον εαυτό τους. Ξαφνικά, οι λέξεις χάνουν την κινητικότητά τους. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να πεις ένα πράγμα στην πρόζα, υπάρχει μόνο ένας στην ποίηση. Η ποιητική λέξη, δεν έχει κανένα υποκατάστατο. Η ποιητική λέξη δεν είναι η επιθυμία να πεις κάτι, η ποιητική λέξη είναι κάτι οριστικά ειπωμένο. Ή αλλιώς, η ποιητική λέξη δεν είναι μια «οδός προς κάτι» μήτε κάτι που «λέγεται» για τούτο ή τ’ άλλο. Ο ποιητής δε μιλάει για τη φρίκη ή για τον έρωτα, ο ποιητής τα δείχνει. Οριστικές και αναντικατάστατες, οι λέξεις της ποίησης, πέρα απ’ τους δικούς τους όρους, γίνονται ανεξήγητες. Το νόημά τους δε βρίσκεται πλέον πέρα από αυτές, αλλά μέσα σε αυτές – η εικόνα είναι «μέσα» στο νόημα.
3
Η ορθή λειτουργία της ποιητικής εικόνας είναι να επιλύσει μέσα σε μία ενότητα πραγματικότητες οι οποίες μας παρουσιάζονται ως συγκρουόμενες και αδύνατες προς απλοποίηση. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα δίχως να αφαιρεί ή να θυσιάζει τις συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των οντοτήτων τις οποίες επικαλείται και επανα-δημιουργεί. Να γιατί η ποιητική εικόνα είναι ανεξήγητη με την αυστηρή έννοια του όρου. Τώρα, η ποιητική γλώσσα συμμετέχει στην ασάφεια με την οποία η πραγματικότητα αποκαλύπτει τον εαυτό της σε μας. Μεταστοιχειώνοντας τη γλώσσα, η εικόνα όχι μόνο ανοίγει την πόρτα στην πραγματικότητα, αλλά την αφήνει συνάμα γυμνή δείχνοντας μας την στην τελική της ενότητα. Η φράση γίνεται εικόνα. Το ποίημα είναι μια και μοναδική εικόνα ή ένας αδιάσπαστο κι αδιαίρετο σύνολο εικόνων. Το κενό που μένει με την εξαφάνιση απ’ ό,τι αποκαλούμε πραγματικότητα γεμίζει πλέον μ’ ένα πλήθος ετερογενών ή αντικρουόμενων οραμάτων, επιδιώκοντας αναπόφευκτα να μετατρέψει την ασυμφωνία τους σ’ ένα ηλιακό σύστημα νύξεων κι υπαινιγμών – να μετατρέψει την ασυμφωνία τους σε ποίημα: σ’ ένα σύμπαν από αδιαφάνεια, από φθαρτές λέξεις οι οποίες παρόλα αυτά μπορούν ακόμα να φωτιστούν και να καούν όταν βρεθούν τα χείλη που θα τις αγγίξουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, στα στόματα μερικών ομιλούντων, ο μύλος της φράσης γίνεται πηγή προφανών αληθειών των οποίων δεν απαιτείται η επίδειξη, το φανέρωμα. Έτσι λοιπόν, μεταφερόμαστε μες στην πληρότητα του χρόνου. Κι ο ποιητής, εκμεταλλευόμενος τη γλώσσα στο έπακρον, την ξεπερνάει. Δίνοντας έμφαση στην ιστορία, την αφήνει γυμνή και την παρουσιάζει ως είναι, ως έχει – ως χρόνο.
Όταν η ιστορία μας επιτρέπει να υποπτευόμαστε πως ίσως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αλλόκοτη διαδικασία, δίχως νόημα και δίχως τέλος, η αμφισημία της γλώσσας γίνεται πιο χαρακτηριστική και αποτρέπει κάθε γνήσιο διάλογο. Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και συνεπώς τη δύναμή τους να επικοινωνήσουν. Άλλωστε, η υποβάθμιση της ιστορίας σε μια μόνο ακολουθία γεγονότων σημαίνει επίσης την υποβάθμιση της γλώσσας σε μια απλή συλλογή άψυχων συμβόλων. Όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις. Κι όμως, ο ένας δεν κατανοεί τον άλλον. Κι είναι άχρηστο για τους ανθρώπους να προσπαθούν να φτάσουν ένα επιχείρημα με τα νοήματα των λέξεων. Η γλώσσα δεν είναι μια σύμβαση αλλά μια διάσταση απ’ την οποία ο άνθρωπος δε μπορεί να ξεφύγει. Κάθε λεκτική περιπέτεια είναι καθολική – κι ο άνθρωπος διακυβεύει όλο του τον εαυτό μα και τη ζωή του σε μια λέξη. Ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος που όλο του το είναι γίνεται ένα με τις λέξεις. Κατ’ επέκταση, μόνο ο ποιητής μπορεί να καταστήσει εφικτό ένα καινούργιο διάλογο. Η μοίρα του ποιητή, ειδικά σε μια περίοδο σαν και τη δικιά μας, είναι να «δίνει πιο αγνό, πιο γνήσιο νόημα στις λέξεις της φυλής»*. Αυτό υπονοεί πως οι λέξεις είναι ξεριζωμένες απ’ την κοινή γλώσσα και έρχονται στη ζωή μέσα απ’ το ποίημα. Κι έτσι, ό,τι αποκαλείται ερμητισμός της μοντέρνας ποίησης, ανθεί ακριβώς από τούτο το γεγονός. Μα οι λέξεις είναι αδιάσπαστες απ’ τον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, η ποιητική δραστηριότητα δε μπορεί να λάβει χώρα έξω από τον ποιητή, απλά και μόνο μέσα στο μαγικό αντικείμενο που αναπαρίσταται μέσω αυτού στο ποίημα – αλλά μάλλον θέτει τον άνθρωπο ως το κέντρο της εμπειρίας του (ποιήματος). Τα αντίθετα συγχωνεύονται και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, όχι μόνο μέσα στο ποίημα. Οι δυο τους, ποίημα και άνθρωπος, είναι αδιάσπαστα. Τα ποιήματα του Ρεμπώ, είναι ο ίδιος ο Ρεμπώ, ο έφηβος περιτριγυρισμένος από απαστράπτουσες βλασφημίες, παρ’ όλες τις προσπάθειες μετατροπής του σ’ ένα είδος θηρίου πάνω στο οποίο η λέξη πεθαίνει. Όχι, ο ποιητής κι οι λέξεις του είναι ένα. Τέτοιο ήταν καθ’όλη τη διάρκεια των προηγούμενων εκατό χρόνων το μότο των σπουδαιότερων ποιητών του πολιτισμού μας. Κι ούτε το νόημα του τελευταίου κινήματος του αιώνα – του σουρεαλισμού – διαφέρει απ’ αυτό. Η μεγαλειότητα των προσπαθειών αυτών – στις οποίες κανένας ποιητής που κατέχει τα εύσημα του ονόματός του δεν είναι αδιάφορος – βρίσκεται στην προσπάθεια να καταστραφεί μια για πάντα και μέσα σε απόγνωση ο δυϊσμός που θέλει τους δυο να κρατιούνται χώρια. Η ποίηση πηδάει μες στο άγνωστο, αλλιώς δεν είναι τίποτα.
4
Με τις υπάρχουσες συνθήκες, η όποια αναφορά στα υπερβολικά αξιώματα της ποίησης μπορεί να μοιάζει γελοία. Μα ποτέ πιο πριν η κυριαρχία της ιστορίας δεν ήταν τόσο σπουδαία όσο τώρα. Ποτέ πιο πριν η ποίηση των «γεγονότων» δεν ήταν τόσο αποπνικτική. Σε αναλογία προς την τυραννία του «τι να κάνω μετά» η οποία γίνεται ολοένα και πιο ανυπόφορη – μιας και η συγκατάθεσή μας δε ρωτήθηκε για το ποιείν και μιας και είναι σχεδόν πάντα κατευθυνόμενη προς την καταστροφή του ανθρώπου – έτσι και η ποιητική δραστηριότητα γίνεται ολοένα και πιο μυστική, απομονωμένη και σπάνια. Μόνο χθες, το να γράψει κανείς ένα ποίημα ή το να ερωτευτεί ήταν κάτι ανατρεπτικό που συμβιβαζόταν στους όρους της κοινωνικής τάξης, επιδεικνύοντας ένα διπλό χαρακτήρα. Σήμερα, η σημασία της τάξης έχει εξαφανιστεί και στη θέση της επικρατεί ένας συνδυασμός δυνάμεων, συνόλων και αντιστάσεων. Η πραγματικότητα παραγκώνισε τις μεταμφιέσεις της κι η κοινωνία φαίνεται πια ως έχει: μια ετερογενής συλλογή από «ομογενοποιημένα» πράγματα που επήλθαν είτε δια ροπάλου είτε μέσω της προπαγάνδας, κατευθυνόμενη από ομάδες διακριτές μεταξύ τους μονάχα από το βαθμό της αγριότητάς τους. Μ’ αυτές τις συνθήκες, η ποιητική δημιουργία κρύβεται. Εάν ένα ποίημα είναι μια Φιέστα, είναι ένα που κρατιέται εκτός εποχής, σε ασυνήθη μέρη, μια υπόγεια γιορτή εν τέλει.
Μα η ποιητική δραστηριότητα επανεφευρίσκει όλες τις αρχαίες ανατρεπτικές της δυνάμεις μ’ αυτή τη μυστικότητα, γονιμοποιημένη από ερωτισμό κι αποκρυφισμό, μια δοκιμασία απαγόρευσης όχι λιγότερο καταδικαστική για το να μην είναι ρητά διατυπωμένη. Η ποίηση, που χθες απαιτείτο να αναπνεύσει τον καθαρό αέρα της παγκόσμιας κοινωνίας, συνεχίζει να είναι ένας εξορκισμός για την προστασία μας από τη μαγεία της δύναμης και των αριθμών. Έχει λεχθεί πως η ποίηση είναι ένα από τα μέσα διαμέσου των οποίων ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να πει OXI σε όλες αυτές τις δυνάμεις που όχι μόνο ικανοποιούνται προδιαθέτοντας τις ζωές μας αλλά που θέλουν συνάμα να θέσουν κανόνες στις συνειδήσεις μας. Η άρνηση όμως αυτή, κουβαλάει μέσα της κι ένα ΝAI το οποίο είναι μεγαλύτερο κι απ’ την ίδια.
*Αναφορά σε στίχο του ποιήματος «Ο τάφος του Έντγκαρ Πόε» του Στεφάν Μαλαρμέ (1876).
To «Kιβώτιο» αποτελεί το πλέον γνωστό έργο ενός από τους μεγαλύτερους σύγχρονους λογοτέχνες. Το αφήγημα «Κιβώτιο» παίζεται από την αρχή του έως το τέλος, είτε έμμεσα είτε άμεσα, με συνείδηση της αβεβαιότητας απέναντι στα πράγματα, σε ό,τι ονομάζεται πραγματικότητα, στις ανθρώπινες πράξεις και προθέσεις και στην προφανή αντίφαση της άρνησης της λογικής δια της λογικής. Και όσο αποδεχόμαστε ότι η λογική εκφράζεται δια του λόγου, το Κιβώτιο σχοινοβατεί συνεχώς επάνω στις δυνατότητες του λόγου. Ένα όργανο που «ψεύδεται άμα και αληθεύει». «ένας ρωσοπόντιος ήτανε και αυτός!
Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ (Aγία Πετρούπολη), ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα.
Επιστροφή
Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.
Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυΐα που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ’ εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού.
Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας.
Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός «οργανωμένου», σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε. Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του ΅45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Αγίου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951.
Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.
Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της. Το 1967 έφυγαν μαζί στο Παρίσι από το φόβο μιας νέας σύλληψης από τη δικτατορία. Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου.
Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα «εθελοντών» και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η «επιχείρηση – κιβώτιο» είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται». Αυτή η επιχείρηση – εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου – μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών – και αφηγητής – ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές αρχές να εξηγήσει – και να ερμηνεύσει – το νόημα της παράδοξης αποστολής τους.
Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται: Το Κιβώτιο. Πρόκειται για αντιμυθιστόρημα γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.
Με τι μάτια τώρα πια
Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ΅σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ΅να φύλλο πράσινο
απ‘ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ΅μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ΅χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα-
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ΅ρθεις και να μΆ αγγίξεις μέσΆ
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ΅χω τριγύρω μου τις πέ-
τρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.
[Το ποίημα περιέχεται στη συλλογή Ευθύτης οδών (1959).]
Φρόντισε
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν με τις αρθρώσεις των σκληρών
των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
΅Ετσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Το μαχαίρι
΅Οπως αργεί τα’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό πρόσεχε μην παρασυρθείς μην ξιπαστείς απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων. Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι
Νεκρή Ζώνη
Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια κι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.
Προς το παρόν, νά ΅σαι πολύ προσεκτικός όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.
ΕΙΣΗΓΗΣΗ
a la maniere de Jdanov
και κατά συνέπεια η ποίηση είναι μια υπόθεση αντικοινωνική. Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα και δε βλέπει λόγου χάρη πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του. Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.
Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κι οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές.
Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται
«Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω»
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται
«Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω
απ’ την πόρτα μου»;
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει
«Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
Τα’ ονομάζω
Σφυρί».
Παρουσίαση – Ανθολόγηση: ΑΛΕΞ. ΑΡΓΥΡΙΟΥ
Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα, και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκελμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστοτέλης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. [‘30;]
Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο (πρακτικό τμήμα) το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.) κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς, γι’ αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε, όπως επίσης και στις εξετάσεις του στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πέρασε όμως στις εξετάσεις της ΑΣΟΕΕ και παρακολούθησε τα μαθήματά της για δυο σχεδόν χρόνια. Παράλληλα δούλεψε επαγγελματικά σε διάφορες δουλειές και το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. [‘30;]
Στα μέσα του 1943 ο Άρης Αλεξάνδρου μετέχει στην έκδοση του περιοδικού Καλλιτεχνικά Νέα και δημοσιεύει τα άρθρα «Η έκφραση και το θέμα» (τ.3, της 26 Ιουνίου 1943), «Όνειρο – Υπερρεαλισμός» (τ.5, της 10 Ιουλίου 1943), όπου, στα νεανικά του αυτά γραπτά, φαίνονται καθαρά οι διαφορές του από τις θεωρούμενες ως επίσημες μαρξιστικές αντιλήψεις για τα προβλήματα της λογοτεχνίας, κυρίως της υποτίμησης της μορφής και της υπερτίμησης της «πραγματικότητας», όπως αυτή λογαριαζόταν. Διαφορές που καθόρισαν τελικά το είδος της κατοπινής λογοτεχνικής του προσφοράς.
Το 1946, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη εξορία του, εκδίδεται η πρώτη συλλογή ποιημάτων του «Ακόμη τούτη η άνοιξη», από τον οίκο Γκοβόστη, στον οποίο δουλεύει ως μεταφραστής, συνεργάζεται στο περιοδικό της Αριστεράς «Ελεύθερα Γράμματα» και πιθανώς μεταφράζει άρθρα για την εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα». Ίσως μας λείπουν εδώ και άλλες πληροφορίες.
Ανάμεσα στη δεύτερη εξορία του και τη φυλάκισή του, το 1952, εκδίδει τη συλλογή ποιημάτων Άγονος γραμμή (που πολτοποιήθηκε- πούλησε 6 μόνο αντίτυπα) και μετά την αποφυλάκισή του την τρίτη, Ευθύτης οδών, το 1959. Ενώ όμως η πρώτη συλλογή του βρίσκεται μέσα στο αντιστασιακό πνεύμα της Κατοχής, οι επόμενες είναι επηρεασμένες από τις συγκεκριμένες εμπειρίες του στα στρατόπεδα και στις φυλακές, όταν εκών άκων γνώρισε την κομματική πειθαρχία και νοοτροπία κάποιων στελεχών, που μετά την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα κεφαλαιοποιήθηκαν ως κομμένες κεφαλές. Ήδη όμως ο Αλεξάνδρου, από το 1959 στο άρθρο του «Η σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού», φαίνεται ότι έχει πάρει μια καθαρή απόσταση απέναντι στο φαινόμενο των καταναγκασμών της κάθε εξουσίας και την «ολοκληρωτική» αντίληψη που συνεπάγονται, χωρίς πάντως να έχει αποδεχθεί μια άλλη πρόταση. Στις αντιλήψεις του για τις συνέπειες του «νέου σχολαστικισμού» πρέπει να εντάξομε τις πρακτικές του εφαρμογές, με ένα μυθιστορηματικό πια τρόπο καταγραμμένες, στο Κιβώτιο που αρχίζει να γράφει το 1966 στην Αθήνα και το περατώνει το 1972 στο Παρίσι.
Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου (Απρίλη 1978) από την Colette Lust, υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λυών.
Κατά τα άλλα, ο Άρης Αλεξάνδρου πρώην μονομάχος και τώρα ποιητής («Εν Στρατοπέδω», Ποιήματα (1941-1974), σελ. 112) θα μείνει στην ιστορία των Γραμμάτων μας και με τις δυο του αυτές ιδιότητες.
Εξέδωσε:*
Ποιήματα: Ακόμη τούτη η άνοιξη, 1946. Άγονος γραμμή, 1952. Ευθύτης οδών, 1958. Ποιήματα (1941-1971), 1971, Ποιήματα (1941-1974), 1978.
Πεζά: Η Αντιγόνη (Διαλογικό), 1960. Το Κιβώτιο (μυθιστόρημα), 1975, 1984.
* Για πλήρη εργογραφία, βλ. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία, τόμ. Α΄, σελ. 141.
Θα μπορούσα να παραπέμψω τον αναγνώστη που θέλει να σχηματίσει μια γνώμη για το Κιβώτιο να διαβάσει όλες τις ως τώρα δημοσιευμένες κριτικές ή μελέτες, τμήματα των οποίων βρίσκει και στον παρόντα τόμο. Διότι όλες (χωρίς να είναι και οι μόνες) περιλαμβάνονται στις δυνατότητες του μυθιστορήματος. Στις ελευθερίες που το έργο επιτρέπει να έχει ο αναγνώστης του. Ωστόσο θα ήταν λάθος να νομιστεί ότι πρόκειται για έργο θολό, αόριστο ή χωρίς ραχοκοκαλιά. Απλώς παρουσιάζει την αμφισημία και πολυσημία του γλωσσικού υλικού του.
Για να εκβιάσομε ίσως μια μονοσήμαντη απάντηση, θα έπρεπε να ζητήσομε: ποια ήταν η πρόθεση του Ά. Αλεξάνδρου. Αν πήγαινε ΅κάτι’ συγκεκριμένο ν’ αποδείξει. (Παρακάμπτοντας, έστω και ως υπόθεση εργασίας, το ότι δε μετρά η πρόθεση του συγγραφέα αλλά το αισθητικό – αποτέλεσμα που εξάγεται από το έργο).
Ας ζητήσομε λοιπόν τις προθέσεις του συγγραφέα. Ανάμεσα στο προτελευταίο κεφάλαιο (Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 1949) και το τελευταίο (Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 1949), είχε γραφτεί ένα ενδιάμεσο κεφάλαιο, το: Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 1949, που ένα τμήμα του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηριδανός (τ.1, Αύγ.-Σεπτ. 1975, σσ. 7-72).
Εκεί, αν διαβάζω σωστά, το σύμπτωμα (τα συμβάντα Ιούλιο-Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1949) δεν είναι παρά σύμπτωση – μπορούσαν να είχαν συμβεί και πριν από 700 χρόνια, το 1249, την εποχή των Σταυροφοριών και θα είχαμε τα ίδια φαινόμενα και τις ίδιες αντιδράσεις.* Ωστόσο μέσα στη γραφή του θυσιασμένου τελικά κεφαλαίου, το βιωμένο υλικό, οι παραστάσεις που ανακαλούνται, δεν μπορούν παρά να έχουν συγκεκριμένες παραπομπές. Το αντι-κείμενο ωθείται να ξαναγίνει κείμενο από την ύλη που το έχει εμψυχώσει. Να παραπέμπει στο 1949 και όχι στο 1249. Πιστεύω ότι αυτός ήταν ο κύριος λόγος της παράλειψής του από το σώμα του έργου και όχι αποκλειστικά το ότι βρισκόταν «εκτός τόνου» από το σύνολο του έργου, το φάλτσο του, που ομολογεί ο ίδιος ο Αλεξάνδρου (ό.π. σ.70) – και όπως συνεχίζει εξηγώντας:
Παρέλειψα το προτελευταίο κεφάλαιο, δεν έσκισα όμως το χειρόγραφο. Παρ’ όλο το φάλτσο του, έλεγε πράγματα «σωστά». Σκέφτηκα πως θα μπορούσε ίσως κάποτε να δημοσιευτεί, αλλού, σαν απάντηση σε μια δυο ενδεχόμενες απορίες και κυρίως σαν παράδειγμα προς αποφυγήν. […]
Τελικά το «αίνιγμα» λύνεται: δια του αινίγματος. Πρέπει να αναζητηθούν τα σωστά που λέει το παραλειφθέν κεφάλαιο, και να συμφωνηθούν έτσι ώστε σίγουρα να αποφασίσομε: Ποια ήταν η πρόθεση του συγγραφέα.Με τη διέξοδο όμως που μας προσφέρουν οι νέες γλωσσολογικές σχολές-ερμηνείες, το πρόβλημα μετατοπίζεται στο τι λέει το ίδιο το κείμενο – ούτε καν ο συγγραφέας. Αλλά ας πλησιάσομε με προσιτά μέσα το Κιβώτιο. Πρώτα-πρώτα: τι είναι; Μυθιστόρημα; Δηλαδή ιστορεί «μύθ»; Και ποια είναι η σχέση του μύθου με την πραγματικότητα; Για να συντομεύω, (αλλιώς θα χρειαζόταν διατριβή) η απάντηση είναι απλή και έχει ήδη επισημανθεί.** Εξωτερικά πολύ μικρή σχέση υπάρχει με τις συνθήκες ζωής στις περιοχές του «δημοκρατικού στρατού» και σε όσα περιγράφονται στο Κιβώτιο ότι εκεί γινόντουσαν. Στο έργο μάς παρουσιάζεται ένα κράτος εν κράτει σε κανονική λειτουργία, όπως συνέβαινε όχι στην Ελλάδα, αλλά στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας.
Συνεπώς ο μύθος δεν ταυτίζεται με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο συγγραφέας την τροποποιεί κατά τις ανάγκες του, παραμένοντας μέσα στα όρια του δυνατού. Το αντίθετο δηλαδή από την περίπτωση αίφνης του Σάμσα, στον Κάφκα, που μεταμορφώνεται σε σκαθάρι – πράγμα που λογικά αποκλείεται. Με άλλα λόγια στο Κιβώτιο βρισκόμαστε σε ένα πραγματικό χώρο και οι συμβάσεις του έργου παραμένουν «εντός του δυνατού» δηλαδή θα μπορούσε να είχαν συμβεί τα πράγματα και έτσι.
Πρόκειται άρα για ρεαλιστικό μυθιστόρημα; Εξωτερικά, ναι. Δεν αφορά παρά στην εξιστόρηση μιας πολεμικής επιχείρησης η οποία (υποτίθεται) συνέβη κατά τους τελευταίους μήνες του εμφυλίου μας πολέμου και την διεξήγαγε μια 40μελής ομάδα επιλέκτων και εμπίστων ατόμων στην περιοχή που (υποτίθεται) ήλεγχε, στρατιωτικά και πολιτικά, ο «κομματικός μηχανισμός» ή το «άλλο κράτος».
Ωστόσο αυτή η έστω και μερική αποστασιοποίηση του αφηγητή από τον ανακριτή του, αλλάζει το χαρακτήρα της αφήγησης. Είναι μια εξομολόγηση που ολισθαίνει σε αυτοβιογραφία. Μπαίνοντας όμως σε αυτόν τον εκ βαθέων χώρο, αυτή η συνάντηση με τον εαυτό του (αυτονόητα: τίμια) οδηγεί μοιραία σε ατέρμονες διερευνήσεις του αφηγητή, κατά τις οποίες, στην αναζήτηση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεωρήθηκαν δεδομένα, προκύπτουν πολλές και εύλογες αμφιβολίες για τις άγνωστες προθέσεις και πλευρές τους. Τα δεδομένα, όπως παρουσιάστηκαν, δεν ήταν αναμφισβήτητα, διότι δεν στοιχειοθετούσαν συνεχή και αδιάσπαστη ακολουθία. Στην υποχρέωση και στην ανάγκη να συμπληρωθεί η συνέχεια, ώστε να «μάθομε την αλήθεια» για να μπορέσομε να καταλάβομε, οι «ελλείποντες κρίκοι» συμπληρώθηκαν με πιθανές ή αληθοφανείς υποθέσεις. Σε αυτές όμως τις περιπτώσεις η λογική αποδεικνύεται επισφαλές εργαλείο. Επειδή δουλεύει στο κενό – χωρίς αντικειμενικώς κατοχυρωμένα στοιχεία.
Συνεπώς ό,τι «νομίζομε πως ξέρομε» δεν είναι η πραγματικότητα αλλά η μυθοποίησή της. Τώρα πια τα πράγματα παρουσιάζονται αρκετά πολύπλοκα. Διότι η απομυθοποίηση, αν δεν είναι αδύνατη, είναι ιδιαιτέρως δύσκολη. Το όργανο που θα την επιχειρήσει, η λογική μας, είναι υποχρεωμένη να πιθανολογήσει. Όταν μάλιστα με τη λογική μας, από το χώρο των πράξεων περάσομε αναγκαστικά στην περιοχή των (ανθρώπινων) προθέσεων, βρισκόμαστε, σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων, σε άπειρο (θεωρητικά και πρακτικά) αριθμό περιπτώσεων.
Ο αφηγητής (ή ο συγγραφέας) δολιχοδρομώντας ανάμεσα στις αναρίθμητες απορίες (του ή μας) φτάνει συχνά στην άκρη του γκρεμού. Και επειδή εκεί επικρατεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που ο αφηγητής έχει αποδείξει ότι του είναι ισχυρό, ή της αυτοκαταστροφής που δρα υπόγεια, απομένουν δυο (τουλάχιστον) λύσεις για να διαλέξει: Ή τη σιωπή ή να συνεχίσει το παιχνίδι της αλήθειας – αυτοτραυματιζόμενος – με εμφανή τα στοιχεία της απόγνωσης.Αλλά επειδή πρέπει να τελειώσω. Πιστεύω ότι το αφήγημα Κιβώτιο παίζεται από την αρχή του έως το τέλος, είτε έμμεσα είτε άμεσα, με συνείδηση της αβεβαιότητας απέναντι στα πράγματα, σε ό,τι ονομάζεται πραγματικότητα, στις ανθρώπινες πράξεις και προθέσεις και στην προφανή αντίφαση της άρνησης της λογικής δια της λογικής. Και όσο αποδεχόμαστε ότι η λογική εκφράζεται δια του λόγου, το Κιβώτιο σχοινοβατεί συνεχώς επάνω στις δυνατότητες του λόγου. Ένα όργανο που «ψεύδεται άμα και αληθεύει».
*Ας σκεφτούμε εδώ τη σύμπτωση με τη λύση που επιλέγει αρκετά αργότερα ο Ουμπέρτο Έκο με το Όνομα του Ρόδου.
**Βλέπε κριτικό σημείωμα: Αλέξανδρου Κοτζιά.
Κρίσεις για το έργο του *
«Το θεματικό του πλαίσιο (ο εμφύλιος μετακατοχικός πόλεμος), το πολιτικό του πρόβλημα (η οδυνηρή απορία μπροστά στην υποκειμενική ασυνέχεια των γεγονότων και στην αντικειμενική τους διαλεκτική), η ανθρώπινη παθολογία (η σύγκρουση δηλαδή της βιολογικής με την ιστορική κλίμακα), όλα αυτά και άλλα πολλά πολλά μαζί εδώ δεν προϋπάρχουν – γεννιούνται με τη γλώσσα του κειμένου: Λόγος νεωτερικός, γνήσια πεζογραφικός που συστρέφεται, συμπτύσσεται και αναπτύσσεται γύρω από το χαμένο και το αναζητούμενο κέντρο, το οποίο τελικά προσδιορίζεται και αποδεικνύεται γόνιμος σπόρος. Όταν κλείσεις το μυθιστόρημα, ξέρεις πως η ελληνική γλώσσα πεζοπόρησε πολύ, κι αυτός ο μόχθος την καθάρισε από τα περιττά της λίπη και έδειξε τις αρθρώσεις της – παλιές και καινούργιες. Η ενηλικίωση της πεζογραφίας μας συντελείται με πολλούς τρόπους, καθώς το άδειο «κιβώτιο» προχωρεί στον προορισμό του. Θα αναφέρω μία μόνο ένδειξη για παράδειγμα. Με ευφρόσυνη κατάπληξη διαπιστώνεις ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, δίχως να εκβιάζει τη δομή του δημοτικού λόγου, διαστέλλει και συστέλλει απεριόριστα τα παραδοσιακά του όρια. Στα χέρια του ο περιοδικός λόγος και η τυπογραφική παράγραφος γίνονται όργανα εξαιρετικά ευαίσθητα και προπαντός σύνθετα και πολυεδρικά: κύκλοι μικρής και μεγάλης ακτίνας γυρίζουν άνετα στον ίδιο άξονα, αλλά σε διαφορετικά επίπεδα – τόξα προτάσεων τεντώνονται ως την έσχατη αντοχή της ελαστικότητάς τους – πολύτιμες κουκίδες προφυλάσσονται μέσα σε χαραγμένες παρενθέσεις. Ύστερα από το Κιβώτιο ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δε μοιάζει πια αμετάφραστος…
Δ.Ν. Μαρωνίτης
Μια μαρτυρία για τον άνθρωπο
Για όσους τον γνώρισαν, μαζί με το έργο, παραμένει η ανθρώπινη παρουσία που είχε μια εντελώς ιδιαίτερη μοναδικότητα ως ατομικός χαρακτήρας και ως ακραία αντιπροσωπευτική περίπτωση μιας ολόκληρης γενιάς και μιας κατάστασης που έμεινε εντελώς ξεχωριστή. Η μοναδικότητα εκτός από τα άλλα συνίσταται και στην απόλυτη ταύτιση του ανθρώπου με το έργο του, γιατί όταν γίνεται λόγος για το χαρακτήρα του, γίνεται αναπόφευκτη σαν η καλύτερη δυνατή σκιαγράφηση η παραπομπή σε δικά του κείμενα. Και αντίστροφα, τα κείμενα αυτά είναι στοιχεία της βιογραφίας και της ψυχογραφίας του. Η ταύτιση υπάρχει πλήρης, χωρίς ρωγμές. Η προσωπικότητα αυτή διαμορφώθηκε πολύ νωρίς κι έφτασε σε βαθμό απολυτότητας και συνέπειας. Η αυστηρότερη συνέπεια εκδηλώνεται προς τον εαυτό του. Εσωτερική ζωή, πνευματική λειτουργία, συμπεριφορά και ύφος γραφής γίνονται ένα, τόσο συμπαγές που είναι αδύνατο να ξεχωριστεί το ένα από το άλλο. Ένας ορθολογισμός μαθηματικού τύπου που συχνά μπορούσε να φτάσει στην αυστηρή διατύπωση θεωρήματος, μια ευθύγραμμη και σχεδόν επίπεδη συμπεριφορά χωρίς οξύτητες, μια καλή, συχνά αγαθή, προαίρεση και μια έμφυτη ουσιαστική ευγένεια. Ο καθημερινός φανατισμός του ήταν ότι δε θύμωνε ποτέ. Του ήταν άγνωστος ο υψηλός τόνος, η ρητορία, το εντυπωσιακό, ή οποιαδήποτε επίδειξη. Κάτω από αυτή τη φαινομενική απάθεια, που έφτανε συχνά να φαίνεται αδιαφορία, λειτουργούσε αδιάκοπα με υψηλή ευαισθησία, ζωηρό ενδιαφέρον, πνευματική εγρήγορση, ένας παλλόμενος ψυχισμός. Ο άνθρωπος αυτός που φαινόταν μοναχικός και αποσυρμένος διψούσε για ανθρώπινη επαφή, για ειλικρινείς και χωρίς συμβατικότητες εγκάρδιες σχέσεις, αναζητούσε την πνευματική ακεραιότητα και το βαθύτερο ουσιαστικό ανθρωπισμό.
Αντρέας Φραγκιάς
*Παρουσιάζουμε ενδεικτικά κάποιες από τις κριτικές που περιλαμβάνονται στο λήμμα του συγγραφέως.
Επιλογή Βιβλιογραφίας *
Αλέξανδρος Κοτζιάς, εφημ. Η Καθημερινή 18.5.75. Αλέξ. Αργυρίου,
T.L.S. (Φιλολογικό συμπλήρωμα των «Τάιμς», 14.11.1975, Ν 3844, σελ. 1368. Αλεξ. Αργυρίου, περιοδ. Αντί, τ. 32, 15.11.75. Δημ. Ραυτόπουλος, περιοδ. Ηριδανός, τ. 5-6, Απρ.-Ιούλ. 1976. Νικ. Γρηγοριάδης, Χρονικό ΅75, σ. 99.Με τον τίτλο Hommage a lΆ ecrivain Aris Alexandrou, η υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λυών και μεταφράστρια του Κιβωτίου της έκδοσης Gallimard (Απρίλιος 1978) κυρία Colette Lust μίλησε στο Γ΄ Συνέδριο των γαλλόφωνων νεοελληνιστών στη Λυών, στις 26-28 Απριλίου 1979, όπου έγινε και μια αναμνηστική έκθεση του Αλεξάνδρου με φωτογραφίες, χειρόγραφα και βιβλία του. Στο συνέδριο αυτό μίλησαν και άλλοι σύνεδροι για το έργο του Άρη Αλεξάνδρου. Επίσης ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης κ. Μπερτράν Μπουβιέ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μεταφραστικό έργο του Αλεξάνδρου και ειδικότερα της μετάφρασης του Αγαθούλη του Βολταίρου.
Για πλήρη βιβλιογραφία βλ. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία, τόμ. Α΄, σ. 159.