Λησμονημένες γραφές – Το διηγηματικό έργο τού Δημήτρη Χατζόπουλου στη δεκαετία 1890-1900

Ο Δημήτρης Χατζόπουλος (Μποέμ)

Βασίλης Γραμμενάς*

Υπάρχουν κάποια πρόσωπα που σκέφτεσαι πολύ πριν τα κοιτάξεις. Ακόμα πιο δύσκολα α-ποφασίζεις να καταπιαστείς σοβαρά μαζί τους. Πιστεύεις ότι μια τέτοια συστηματική προσπάθεια να τα ανακαλύψεις και να τα αποτιμήσεις, θα ισοδυναμούσε, ενδεχομένως, με κριτική θρασύτητα και κατά συνέπεια με τον κίνδυνο να οδηγηθείς σε λανθασμένα συμπεράσματα. Έτσι λειτούργησε πάνω μου, αρχικά, ο Δημήτρης Χατζόπουλος (Μποέμ): ένας άγνωστος και κατόπιν δύσκολος όγκος, που δεν μπορούσε εύκολα να τον αγκαλιάσει η δική μου ματιά.

Τον έψαξα, τον διάβασα, τον μελέτησα, κάποιες φορές συνομίλησα μαζί του νοερά, αλλά πάντα κάτι μου ξέφευγε από τη βαθύτερη ουσία τής πολύπλευρης ιδιοσυγκρασίας του. Ήταν κι εκείνοι οι εύκολοι και κάπως γραφικοί χαρακτηρισμοί με τους οποίους τον είχε φορτώσει η λογική ή και αφέλεια της γραμματολογίας. Τις περισσότερες φορές, εξάλλου, η λογική τής γραμματολογίας αρέσκεται σε πρόχειρους χαρακτηρισμούς και σε καθησυχαστικές κατατάξεις. Από την άλλη μεριά, ήταν και όσοι μιλούσαν για προχειρογραφία, για χασματικές και ασπόνδυλες αφηγήσεις ή, ακόμη, και για έλλειψη πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου.

Φυσικό ήταν όλα αυτά να θολώνουν την εικόνα και μέσα σε μια τέτοια ρευστότητα, με τις πολλές αντιφάσεις, να επιτείνεται ακόμη πιο πολύ η σύγχυση. Γι’ αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο να αναζητήσει κανείς και να συλλάβει το αληθινό ποιοτικό και αφηγηματικό μέγεθος του Χατζόπουλου. Οι ελάχιστες, άλλωστε, αναφορές στο πρόσωπο και το έργο του, που συχνά περιορίζονταν σε κάποιες γενικόλογες και ρευστές επισημάνσεις, δε βοηθούσαν πάντα στο να πάρουν τα πράγματα ένα πιο διαυγές και καθαρό περίγραμμα.

Όμως, τώρα, στο πλαίσιο της διπλωματικής μου εργασίας με τίτλο «Λησμονημένες γραφές: Το διηγηματικό έργο του Δημήτρη Χατζόπουλου στη δεκαετία 1890-1900», που υποστηρίχτηκε τον περασμένο Φεβρουάριο στο τμήμα Φιλολογίας τού Α.Π.Θ. υπό την εποπτεία τού καθηγητή κ. Λάμπρου Βαρελά–, καθώς μάλιστα συμπληρώνονται και 153 χρόνια από τη γέννηση του Δημήτρη Χατζόπουλου, κατάφερα να νικήσω, κάπως, τους ενδόμυχους δισταγμούς μου και να ασχοληθώ συστηματικά μαζί του.

Από την αρχή με έθελγε το γεγονός ότι μέσα απ’ αυτήν την τριβή και την αναμέτρηση, θα έφερνα στην επιφάνεια ένα πρόσωπο με πλούσιο, όπως αποδείχτηκε, λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό έργο, για το οποίο δε γνωρίζαμε τίποτε άλλο παρά μονάχα κάποιες πτυχές τής πολυάσχολης αυτής ζωής του. Θα είχα την ευκαιρία να κάνω μαζί του ένα ταξίδι στο χρόνο και χέρι-χέρι σαν συνεπιβάτες στο ίδιο βαγόνι να ξετυλίξουμε από κοινού το δικό του μίτο.

Με φόβισε όμως η ιδέα να συνθέσω, μια, ας πούμε, γενική εισαγωγή στο λογοτεχνικό έργο του. Θα εγκλωβιζόμουν στην εύκολη παγίδα μιας γενικόλογης κάπως αοριστολογίας. Περισσότερο με έθελγε η ιδέα μιας πιο «κλειστής» και πιο συγκεκριμένης σπουδής και ενασχόλησης. Μου ταίριαζε πιο πολύ ένα είδος ερμηνευτικής εισαγωγής και αναλυτικού σχολιασμού σε συγκεκριμένες όψεις του αφηγηματικού του έργου. Γι’ αυτό και διάλεξα να περιοριστώ στη δεκαετία 1890-1900 και στους πέντε θεματικούς κύκλους διηγημάτων-αφηγημάτων που ανέκυψαν από την έρευνά μου στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο.

Η επιλογή μου αυτή δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε και αυθαίρετη. Αντίθετα, πειθαρχεί και υπακούει σε συγκεκριμένα κριτήρια. Προσωπικά, θέλω να πιστεύω, ότι οι πέντε αυτοί θεματικοί κύκλοι περιέχουν και αποκαλύπτουν ουσιώδεις πλευρές και όψεις τής αφηγηματικής λογικής και τής ιδεολογίας τού Αγρινιώτη συγγραφέα. Η συσχέτιση της ζωής με το έργο του, ιστορικά-χρονολογικά τοποθετημένο, σε συνάρτηση δηλαδή με τη γενική, κοινωνική και πολιτική διάρθρωση της εποχής του, υπήρξε η ασφαλέστερη μέθοδος για τη διαφώτιση και την ανάδειξη της πνευματικής του δημιουργίας. Και τη μέθοδο αυτή ακολούθησα υποτάσσοντας τη λεπτομέρεια στη γενικότητα της γραμματολογίας ή επιμένοντας στη λεπτομέρεια όταν αυτή με βοηθούσε για να κατανοήσω πληρέστερα αυτή τη γενικότητα.

Πιο αναλυτικά, στο πρώτο κεφάλαιο και στα «Ρουμελιώτικα Διηγήματα» και τη «Ζωή εν Επαρχία» θα μας αποκαλυφθεί η ενασχόληση του Χατζοπούλου το διάστημα 1891-1893 με την ηθογραφία. Τα αφηγήματά του αυτά δείχνουν να πειθαρχούν στον παντοδύναμο νόμο που κυριαρχούσε στη λογοτεχνική πεζογραφία τής εποχής του, όταν οι Έλληνες ηθογράφοι αναζητώντας την καθαρή έκφραση της ελληνικής ζωής –παρακινημένοι σ’ αυτό και από τις λαογραφικές μελέτες τού Νικολάου Πολίτη– δε γοητεύητηκαν από τα μιξοφράγκικα μαϊμουδίσματα της νεοδημιούργητης αστικής ζωής. αντίκρυσαν το χωριό και την αγροτική ζωή στις γραφικές και συγκινησιακές εκδηλώσεις της με τους ανόθευτους τύπους και τα λαγαρά αισθήματα. Διαβάζοντάς τα κανείς θα αντιληφθεί αμέσως πως ο Χατζόπουλος προχώρησε το ρεαλισμό τής περιγραφής τής ηθογραφίας του ως το νατουραλισμό. Η στάση του αυτή φαίνεται πως αποτελούσε μια έμφυτη και ακατανίκητη έφεση της ψυχής του να αγγίξει αμεσότερα την αλήθεια.

Και την άγγιξε. Μα η επαφή του μαζί της, κεντρισμένη από την πείρα που συγκόμισε από τα διάφορα επαρχιακά περιβάλλοντα, που έτυχε να βρεθεί, και ερεθισμένη από τη γνωριμία του με ανθρώπους κάθε τάξης, επαφή που την έκανε φλογερή η άσβεστη δίψα τής ψυχής του να πε- τύχει, πολλές φορές μέσα και από τη σάτιρα, τη λύτρωση του ανθρώπου από τα βασανιστικά δε-σμά τής μίζερης ζωής του, τον έφερε πολύ μακρύτερα. Η προσγείωσή του στην ελληνική πραγματικότητα ήταν ένα κίνητρο όχι μόνο για μια απλή, επιδερμική, εποπτεία τού ψυχικού τοπίου, αλλά για μια ζύμωση εσωτερική, που ενέπνεε την πυρετική διάθεση της ολοένα βαθύτερης εισβολής στην κοινωνική ψυχοσύνθεση.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο Χατζόπουλος το 1896, γεμάτος από τις εμπειρίες που αποκόμισε από τη μέχρι τότε ζωή του και ειδικά από την περίοδο που εκπλήρωνε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις σε κάποιο επαρχιακό στρατόπεδο, θα δημοσιεύσει μια άλλη σειρά αυτοβιογραφικών διηγημάτων αυτή τη φορά με τον τίτλο, «Λησμονημένα Στρατιωτικά”. Στο δεύτερο κεφάλαιο, που αναλύονται τα εν λόγω διηγήματα, θα δούμε πως η βιωμένη λογοτεχνική του έκφραση συγκροτεί συγχρόνως και μια παράλληλη έρευνα στο κοινωνικό σώμα του καιρού του.

Ο Χατζόπουλος εδώ καταφέρνει να ακολουθήσει ένα διαγεγραμμένο σχέδιο με όλα τα χάσματα και τα κενά που επιβάλλει η έλλειψη του συστήματος, για την περαιτέρω διερεύνηση της ελληνικής ζωής στις μάλλον προεξέχουσες εκδηλώσεις της. Ο στρατιώτης-άνθρωπος του χωριού, ο μεσαίος μικροαστικός τύπος, ο ξεπεσμένος αξιωματικός –και η καθημερινή ζωή στο στρατώνα ήταν ένας μικρογραφικός πίνακας– πέρασαν από το οπτικό πεδίο της παρατήρησής του. Κι αυτό γιατί, πέρα απ’ αυτήν την πρώτη ύλη τού βιώματος, υπάρχει η τέχνη τής αφήγησης και τής πλοκής.

Ο Χατζόπουλος δεν περιορίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. Χρησιμοποιεί συνήθως το πρώτο πρόσωπο επειδή, όπως θα έλεγε και ο Απόστολος Σαχίνης, του χρειάζεται «ένας τρόπος εκφραστικής αμεσότητας, ένας τρόπος προσωπικής συναισθηματικής συμμετοχής». Μα σκοπός του δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και να αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα των άλλων στρατιωτών, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του στρατιωτικού-ανθρώπινου βίου, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη ανίκητη δύναμη της ειμαρμένης.

Παρόλο που πολλοί από τους προγενέστερους, αλλά και σύγχρονούς του συγγραφείς, άρχισαν και τελείωσαν με την ηθογραφία, ο Χατζόπουλος δείχνει να μην αρκέστηκε σ’ αυτήν. Την ίδια χρόνια (1896) αξιοποιώντας τη λογοτεχνική του φλέβα και την ιδιότητα με την οποία έγινε ευρέως γνωστός, του δημοσιογράφου, θα δημοσιεύσει την τέταρτη –κατά χρονολογική σειρά– σειρά διηγημάτων του με τον τίτλο, Ιστορίες ενός ρεπόρτερ.

Στο τρίτο κεφάλαιο, που θα σχολιαστούν οι ιστορίες του αυτές, θα αντιληφθούμε πως τα θέματα και η σκοπιά με την οποία τα συλλαμβάνει ο Χατζόπουλος είναι δημοσιογραφική. Τα σώζει όμως από την εφημερότητα η λογοτεχνική τους παρουσίαση και το νευρώδες ύφος τους. Ένα ύφος που διαψεύδει τις συμβατικές προσδοκίες τής εποχής του, συνδυάζοντας σ’ ανοίκειο μείγμα στοιχεία ρεαλιστικά και αισθητιστικά. Δημοσιογραφία και τέχνη συγκεράστηκαν στα κείμενά του αυτά σε μια ιδιότυπη ισορρόπηση, κατορθώνοντας από πλευράς του να ταυτίσει τους εκάστοτε τύπους, που επέλεγε να θίξει, με κοινωνικές καταστάσεις διαμορφωμένες και να ερευνήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπων και αστικού πια περιβάλλοντος.

Η Αθήνα γίνεται πλέον η πόλη εκείνη που επίμονα προσέλκυε το βλέμμα πολλών συγγραφέων τού 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων και του Χατζόπουλου. Στο τέταρτο κεφάλαιο λοιπόν θα αναλυθεί η τελευταία σειρά αφηγημάτων του με τον τίτλο, «Αθηναϊκά Ήθη» (1900). Σ’ αυτά ο Δημήτρης Χατζόπουλος μέσα από μια αποσπασματική γραφή θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη ζωή στην πρωτεύουσα ως ένα μωσαϊκό κειμένων, ένα κολάζ σκηνών, ταξινομημένων από τον στοχαστικό παρατηρητή που σεργιανά στους δρόμους της.

Ο οξυδερκής Αθηναίος πλάνης εκλαμβάνοντας τις κάθε λογής εκφράσεις τού δημοσίου βίου ως σήματα κοινωνικής ψυχολογίας οδηγεί από τη λεπτομερειακή περιγραφή στην ερμηνεία του. έτσι η αφήγησή του φαίνεται να συντονίζεται με την κύρια λειτουργία τής λογοτεχνίας τού flâneur, η οποία αναλαμβάνει να διαλευκάνει τη φυσιογνωμία του άστεως.

Με αυτή τη σειρά κειμένων θα ολοκληρωθεί και η παρούσα εργασία δίνοντας σε καθέναν από εμάς, έπειτα από τη μελέτη των όσων παρεμβάλλονται, τη δυνατότητα να κατανοήσουμε σε μεγάλο βαθμό τη λογοτεχνική πορεία που ο Χατζόπουλος ακολούθησε μέσα στα χρόνια και τα
θέματα που προτίμησε ο ίδιος να καταπιαστεί.

*Δημοσιεύτηκε στο «Λογοτεχνικό Δελτίο», τεύχος 34, Ιούνης 2025.

Περιοδικό «Πάλι» – Ένα τετράδιο αναζητήσεων

Περιοδικό «Πάλι» – Ένα τετράδιο αναζητήσεων

Το περιοδικό «πάλι», ένα καθαρά μοντερνιστικό και υπερρεαλιστικό περιοδικό, κυκλοφόρησε από τις αρχές του 1964  έως τον Δεκέμβριο του 1966. Κύριος εμπνευστής και δημιουργός του ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, με την σημαντική οικονομική και συμβουλευτική βοήθεια του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή όπως ο ίδιος ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, σημειώνει στο ενδιαφέρον βιβλίο του «Μοντερνισμός πρωτοπορία και Πάλι» Με γράμματα των ποιητών γύρω από την έκδοση του «Πάλι»

Εισαγωγή και Σημειώσεις του Νάνου Βαλαωρίτη, εκδόσεις Καστανιώτη 1997.

Το σχήμα του ήταν μικρό, διαστάσεων 14,5Χ20 είχε λευκό εξώφυλλο και οπισθόφυλλο, με μαύρα έντονα γράμματα αναγράφεται ο τίτλος και το νούμερο του τεύχους, στην κώχη του γράφονταν και πάλι ο τίτλος και το νούμερο του. Το τελευταίο τεύχος, το έκτο, έχει λίγο μεγαλύτερο σχήμα τόσο το εξώφυλλο όσο και το οπισθόφυλλο κοσμούνται με σχέδια γνωστών ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Ο χρόνος κυκλοφορίας του είναι ακανόνιστος, χωρίς τακτικά χρονικά διαστήματα έκδοσης, τα ελληνικά κείμενα που δημοσιεύονται είναι στο γνωστό γραμματικό σύστημα της εποχής το πολυτονικό, σε ορισμένες περιπτώσεις οι ποιητές παρουσιάζονται και στην γλώσσα τους (Γαλλικά)-ιδιαίτερα οι Γάλλοι- κάθε τεύχος έχει την δική του αρίθμηση, υπάρχουν κείμενα ελλήνων υπερρεαλιστών που δημοσιεύονται σε συνέχειες.

Τόσο στην μέσα σελίδα του εξωφύλλου όσο και του οπισθόφυλλου δημοσιεύονται στοιχεία που αφορούν το περιοδικό-τα Περιεχόμενα ή Για τους νέους συνεργάτες, ή Οι νέοι συνεργάτες του «πάλι». Ο τίτλος είναι με μικρά μπολντ μαύρα γράμματα το δε νούμερο του τεύχους γράφεται στο κάτω δεξιό μέρος του περιοδικού, στο κάτω επίσης μέρος προς την μέση γράφεται το εξής: «ένα τετράδιο αναζητήσεων».

Τα τεύχη ακολουθούν το καθένα την δική του αρίθμηση.  

Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το 1964 (δεν αναγράφεται ο μήνας), σελίδες 1 έως 96.

Το δεύτερο και το τρίτο τεύχος κυκλοφόρησαν μαζί (διπλό τεύχος) πάλι δεν αναγράφεται ο μήνας κυκλοφορίας, σελίδες 1 έως 144.

Το τέταρτο τεύχος κυκλοφόρησε το Καλοκαίρι του 1965 σελίδες 1 έως 80.

Το πέμπτο τεύχος κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1965 σελίδες 1 έως 96.

Και το τελευταίο, το έκτο τεύχος το Δεκέμβριο του 1966 σελίδες 1 έως 96.

Συνολικά σε ακανόνιστο διάστημα δύο περίπου χρόνων κυκλοφόρησαν έξι τεύχη, το ένα διπλό το νούμερο (2-3), σύνολο σελίδων περίπου 520. Εκδόθηκαν δηλαδή τρία τεύχη το 1964 δύο το 1965 και ένα το τελευταίο το 1966.

Στο εμπόριο παλιότερα βρήκα και αγόρασα τα μονά τεύχη, δεν έχω δει την ανατύπωση του περιοδικού σε έναν τόμο το 1975 από το περιοδικό «Σήμα».

Το περιοδικό κατά την γνώμη μου έχει μια συγγένεια υφολογική και θεματική με δύο άλλα περιοδικά που εκδόθηκαν τον μεσοπόλεμο και αργότερα, που έτυχε να πέσουν στα χέρια μου από ανατύπωση. «Το 3ο  μάτι» (1935-1937) έκδοση ΕΛΙΑ 1982 και το περιοδικό « Το Τετράδιο» (1945/1947) έκδοση ΕΛΙΑ (Ελληνικό Λογοτεχνικό Αρχείο) 1981, ένα άλλο, σε στυλ εφημερίδας, τον «Ιππόκαμπο» (1945) που έτυχε να συναντήσω σε παλαιοπωλεία δεν κατόρθωσα να βρω όλα τα τεύχη και έτσι είναι δύσκολη η παράλληλη συν-εξέταση.

Όλοι οι μελετητές που ασχολήθηκαν με το περιοδικό αλλά και ο ίδιος ο Νάνος Βαλαωρίτης στο παραπάνω  βιβλίο του, αναφέρουν ότι το «πάλι» δημιουργήθηκε για να αντιπαραβληθεί με το περιοδικό «Εποχές» που κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος τον Μάϊο του 1963, ως «Μηνιαία έκδοση πνευματικού προβληματισμού και γενικής παιδείας» με διευθυντή τον γνωστό συγγραφέα Άγγελο Τερζάκη και Συμβούλους: τους Γιώργο Σεφέρη, Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά, Γιώργο Θεοτοκά, Κ. Σκαλιόρα, Λέων Β. Καραπαναγιώτη και Χρήστο Δ. Λαμπράκη. Ένα περιοδικό του δημοσιογραφικού συγκροτήματος του ΔΟΛ στο οποίο κύριος σύμβουλος υπήρξε ο Νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, το περιοδικό κυκλοφόρησε μέχρι τον Απρίλιο του 1967 που το έκλεισε η Δικτατορία. Σύνολο τευχών 48. Το περιοδικό αυτό ήταν το κύριο δημοσιογραφικό βήμα των μοντερνιστών, παραδοσιακών ή συντηρητικών της γενιάς του 1930 όπως τους αποκαλούσαν οι άλλοι, οι νεότεροι, οι πιο ρηξικέλευθοι, οι πιο επαναστάτες αυτοί που μετέφεραν στα λογοτεχνικά καθ’ ημάς τους Ευρωπαίους και Αμερικανούς Σουρεαλιστές και την γενιά των Beat. Επίσης, το «πάλι», ήρθε να συμπληρώσει τα θεματικά και αισθητικά κενά που άφηνε το γνωστό και πρωτοπόρο για την εποχή του φημισμένο περιοδικό της αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης» το οποίο κυκλοφόρησε από τον Γενάρη του 1955 έως τον Φλεβάρη του 1967 σε 146 τεύχη.

Οι συνεργάτες που αναφέρω-αποδελτιώνω παρακάτω Έλληνες και ξένοι ανήκουν στην πρωτοπορία της εποχής τους με ιστορία και παράδοση.

Οι μεταφράσεις μοντέρνων ποιημάτων και πεζού και δοκιμιακού λόγου, το πλήθος των εικαστικών-προκλητικών για την εποχή τους σχεδίων όπως ήσαν τα σχέδια του Μιχάλη Μακρουλάκη, του Γιάννη Μιγάδη μαθητών του Γιάννη Τσαρούχη αλλά και των Αλέξη Ακριθάκη, Μίνωα Αργυράκη, Νίκου Εγγονόπουλου, Χρήστου Καρρά, Αλέκου Φασιανού και πολλών υπερρεαλιστών ξένων ζωγράφων όπως ο Χουάν Μιρό, τα νέα ποιητικά ξένα ρεύματα που παρουσιάζονται, η πρωτοτυπία των θεμάτων, ο νέος μεταμοντέρνος ποιητικός λόγος, η κυριαρχία του Σουρεαλιστικού κινήματος ως πρυτανεύουσα μόνη αναφορά, τα πεζά κείμενα ιδιαίτερα αυτά του Γιώργου Μακρή και του Αλέξανδρου Σχινά, οι ποιητικές συνθέσεις των νέων συνεργατών ανδρών και γυναικών όπως είναι η Εύα Μυλωνά, η Μαντώ Αραβαντινού κ.λ.π., η συμμετοχή ως συνεργατών ελλήνων επαναστατών πρωτοπόρων στον ποιητικό και κοινωνικό χώρο όπως υπήρξε ο ποιητής Νικόλαος Κάλλας αλλά και οι καθοδηγητικές με θετικό πρόσημο πρωτοποριακές για την εποχή τους συμβουλές και επισημάνσεις τόσο του Κώστα Ταχτσή όσο και του Νάνου Βαλαωρίτη, οι συμμετοχές ενός ψυχαναλυτή ποιητή του Ανδρέα Εμπειρίκου-ενός ακραιφνούς και μάλλον ακραίου υπερρεαλιστή και ενός εικαστικού και ποιητή του Νίκου Εγγονόπουλου, ο οποίος κατόρθωσε να συνενώσει στοιχεία της ελληνικής παράδοσης με τον υπερρεαλιστικό οραματισμό, η παρουσία του Γάλλου Ισιδώρου Ντυκάς αλλά και ενός από τους ηγέτες της αμερικάνικης γενιάς των Μπητ του Άλλεν Γκίνσμπεργκ δίπλα στον πάπα του Σουρεαλισμού τον Αντρέ Μπρετόν αλλά και τον επαναστάτη που δεν συνέγραψε μόνο το Μανιφέστο του Σουρεαλισμού (μαζί με τον Μπρετόν) αλλά και οργάνωσε τον Σοβιετικό στρατό, κατέστειλε την εξέγερση της Κροστάνδης και δημιούργησε τα πενταετή αγροτικά προγράμματα της ΕΣΣΔ, τον γνωστό μας θεωρητικό και στρατιωτικό επαναστάτη Λέων Τρότσκι, ο οποίος μας μιλά για το άλλο αντικομφορμιστικό επαναστατικό καλλιτεχνικό κίνημα αυτό του Φουτουρισμού, αλλά και οι απόψεις της Αγγλίδας πεζογράφου Βιρτζίνιας Γουλφ, μας δίνουν την εικόνα ενός περιοδικού το οποίο απείχε πάρα πολύ από τα μέχρι τότε καθιερωμένα και ακαδημαϊκά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του. Μας δίνουν την εικόνα ενός κοσμοπολίτικου εντύπου που ανοίγει τα φτερά του σε κάθε νέα πρωτοποριακή φωνή και σίγουρα αρχινά μια συνομιλία των ελλήνων υπερρεαλιστών με τους ξένους ομοτέχνους τους. Το «πάλι» από το πρώτο του τεύχος μέχρι το τελευταίο δεν είναι μόνο μια διαρκής πρόκληση αλλά και μια έντονη ανατροπή στα μέχρι τότε καθιερωμένα μικροαστικά και αστικά ηθικά και λογοτεχνικά αξιακά πλαίσια. Εντύπωση ευχάριστη προκαλεί τόσο η συγγραφική παρουσία του ηθοποιού-τραγουδιστή Δημήτρη Πουλικάκου με τις συγγραφικές και μεταφραστικές του καταθέσεις όσο και οι μεταφραστικές προτάσεις του Κώστα Ταχτσή και οι διάφορες καλλιτεχνικές επιλογές του που φανερώνουν έναν συγγραφέα πανέξυπνο, πρωτοπόρο, μοντέρνο και ανατροπέα για την εποχή του σε σχέση με άλλους καλλιτέχνες, με ανοιχτές τις αντένες του στα νέα ρεύματα και ιδέες, άτομο καλλιεργημένο και κοινωνικά δραστήριο με τρομερό αισθητήριο όσον φορά τις διάφορες αποχρώσεις της ελληνικής γλώσσας, κάτι που φαίνεται όχι μόνο στο μυθιστόρημά του «το τρίτο στεφάνι» και σε άλλα του πεζά αλλά και στις μεταφράσεις αρχαίων έργων του Αριστοφάνη. Από την άλλη, βλέπουμε τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη να προσπαθεί να συμβιβάσει τις διάφορες απόψεις και θέσεις και να φέρει σε επαφή τους συντηρητικούς έλληνες μοντερνιστές με τα νέα ρεύματα που εκείνος γνώριζε και κατείχε από την θητεία του στο εξωτερικό. Για τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη-όπως και στο βιβλίο του διακρίνεται-το πρόβλημα της ελληνικής ποίησης, πεζογραφίας και δημιουργίας εν γένει, έγκειται ότι έχει αγκυλωθεί σε μια θεματολογία εντελώς στενάχωρη και περιθωριακή και σίγουρα ηθογραφικής υφής κάτι που την κάνει σχεδόν αδιάφορη τόσο στους ευρωπαίους διανοούμενους όσο και στο ευρύ ευρωπαϊκό κοινό.

Τα θέματα τα οποία διαπραγματεύονται οι Έλληνες συγγραφείς,-τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα- κινούνται μέσα στα στενά όρια ενός βαλκανικού περιφερειακού κράτους κάτι που τα αποκλείει από μια ουσιαστική και δημιουργική συνομιλία με τις λογοτεχνίες των πλούσιων ανεπτυγμένων δυτικών κρατών φυσικά και της Αμερικής. Η ποιητική παρουσία των ελλήνων δημιουργών πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες των ξένων φιλελλήνων μεταφραστών στο να γνωστοποιήσουν στο εξωτερικό την ελληνική ποίηση και πεζογραφία, όπως υπήρξαν οι μεταφραστικές προτάσεις του Κίμωνος Φράιερ, του Έντμουντ Κήλυ, του Φιλλίπ Σέρραντ και πολλών άλλων, δεν κατόρθωσε μάλλον να έχει μια ουσιαστική συνομιλία με την ποιητική γλώσσα άλλων ευρωπαίων και αμερικανών συγγραφέων. Τα έργα των ελλήνων δημιουργών έχουν μια έντονη «εθνικιστική» διάθεση μια σταθερή πατριδολατρία και μάλλον πολλά από αυτά, έχουν το στοιχείο του «ναρκισσισμού» αρκετά ισχυρό, τους λείπει αυτό το διεθνές άπλωμα, ο πειραματισμός προς κάτι το καινούργιο, το αχαρτογράφητο, η περιπέτεια μιας άλλης θεματικής πορείας που θα αγγίξει τα ενδιαφέροντα και τις οραματικές προκλήσεις των ξένων αναγνωστών. Ποια δηλαδή ελληνίδα πεζογράφος θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στην μάγισσα της πρόζας Βιρτζίνια Γουλφ, ποια θα μπορούσε να σχεδιάσει ιστορικά μυθιστορήματα με το ύφος και την τεχνική της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ; Ο έντονος ελληνοκεντρισμός, η επανάπαυση στην μακαριότητα της ένδοξης πολιτιστικής μας ιστορίας η καταφυγή σε παλαιές ιστορικές δάφνες, το πρόβλημα της γλώσσας (που δεν μιλιέται παγκοσμίως) είναι μερικά από τα προβλήματα που δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν οι έλληνες συγγραφείς και έτσι, έμειναν καθηλωμένοι σε ένα περιβάλλον ελλαδικό με τα ανάλογα αδιέξοδα. Η Ελληνική λογοτεχνική και ποιητική παραγωγή για πολλά χρόνια έμεινε περίκλειστη στον εαυτό της και επαναπαυόταν στον μικρό και στενάχωρο χώρο της μικρής και πτωχής αποικιοκρατικής ευρωπαϊκής επαρχίας που είναι η χώρα μας. Σίγουρα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, η περίπτωση του κοσμοπολίτη Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ενός ποιητή της περιφέρειας και όχι του κέντρου που κατόρθωσε να απαλλαγεί από τον εθνικιστικό μανδύα και να εμπλουτίσει το έργο του με θέματα και ζητήματα παγκόσμιου και διαχρονικού ενδιαφέροντος μας λέει πολλά, όπως και η περίπτωση του Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη που ορισμένα του μυθιστορήματα καθώς και το έπος του «Οδύσσεια» είναι ελληνικά best seller στον αγγλοσαξονικό κόσμο και όχι μόνο. Τα δύο μας Νόμπελ δεν είχαν τέτοια απήχηση μεγάλη απήχηση και λόγω πολιτικών συγκυριών είχε ο τροβαδούρος του ελληνισμού Γιάννης Ρίτσος, αντίθετα ένας ποιητής που υπήρξε διαρκής συνομιλητής με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του και ουσιαστικός ποιητικός πειραματιστής ο γεραρός Κωστής Παλαμάς ξεχάστηκε γρήγορα, τόσο στο εξωτερικό και ίσως και στο εσωτερικό. Η γυναικεία φωνή της ποιήτριας Κικής Δημουλά είναι μάλλον αμφίβολο αν βρήκε την απήχηση που όλοι μας περιμέναμε αν δεν κάνω λάθος. Ανοικτό ερώτημα παραμένει ίσως η ποιητική και δοκιμιακή περιπέτεια του υπερρεαλιστή Νικόλαου Κάλλα, ενός ποιητή που δεν έχουν χαρτογραφηθεί μάλλον επαρκώς τα ίχνη του.

Στο πρώτο τεύχος όπως είναι αναμενόμενο αναφέρονται στο «Προοίμιο» ο σκοπός και ο στόχος της έκδοσης του περιοδικού καθώς και η φιλοσοφία και το όραμα της επιτροπής της έκδοσης. Διαβάζουμε στις σελίδες 2 και 3 του πρώτου τεύχους:
«Η επιτροπή που αποφάσισε την έκδοση του «ΠΑΛΙ», θάθελε με την εμφάνιση του πρώτου της τεύχους να διευκρινίσει όσα νομίζει συγκροτητικά για τα ίδια της τα κίνητρα. Και πρώτα-πρώτα για τον τίτλο, «Πάλι», δηλώνει βασικά μια επανάληψη: αλλά τι είδους επανάληψη προτίθεται να καλύψει η έκδοσή μας; Η απάντησή μας, θα θέλαμε να μην αφήσει κανένα έδαφος για παρανοήσεις.

Θέλουμε «Πάλι» ν’ ανοίξει ο ορίζοντας της έρευνας, της ανίχνευσης και της έκφρασης καθώς και της επικοινωνίας με τον ντόπιο και παγκόσμιο χώρο, ανεξάρτητα από οποιουδήποτε είδους αναστολές και απωθήσεις.

Θέλουμε να λειτουργήσει «Πάλι» οργανικά η ανακοίνωση, η διαμάχη και οι αντινομικές εκφάνσεις που συνιστούν τον χώρο της συνείδησης και της δημιουργίας, τις αυθόρμητες τάσεις και κατευθύνσεις της σκέψης και της αίσθησης.

Βλέπουμε δηλαδή το «Πάλι», σαν ξανάνοιγμα της αέναης οντότητας που συνιστά την ουσία κάθε αυθεντικής στιγμής στη σκέψη, στην τέχνη, όπως στην ζωή και την ιστορία.

Βέβαια αυτό το ξανάνοιγμα προϋποθέτει 1) την αίσθηση ενός «κλεισίματος» αποτελέσματος ποικίλων προελεύσεων φραγμών και Taboo’sπου η πρόθεσή μας είναι να συμβάλουμε στην άρση τους, στο βαθμό που η διάγνωση και η διαίσθησή μας θα λειτουργήσει σωστά. 2) Την ύπαρξη προηγουμένων «ouvertures», που αφού λειτούργησαν όσο (ή και λιγώτερο απ’ όσο) έπρεπε ή μπορούσαν, θάφτηκαν κάτω από συνθήκες αρτιοσκληρωτικές και συμβατικές, αφήνοντας την θέση τους στα υποπροϊόντα αυτών ακριβώς των συνθηκών, που στον τόπο μας απόκτησαν επί χρόνια μια σαθρή, σχηματική, μα παραδόξως ακλόνητη παντοδυναμία . *

Αυτά τα ανοίγματα του παρελθόντος, το «ΠΑΛΙ» δεν προτίθεται να το επαναλάβει με κλειστό τρόπο, είτε μορφολογικά, είτε ουσιαστικά, αλλά να ξαναπολεμήσει με τα ίδια, κι’ αν το κατορθώσει και με περισσότερο αδιάλλακτο θάρρος, όσα πολέμησαν, αγνοώντας όσα αγνόησαν, κι αυτά, όσες κι’ αν είναι οι επιφανειακές μεταβολές τους, παραμένουν σε (απελπιστικά;)μεγάλο βαθμό απαράλλακτα, ώστε οτιδήποτε  αρνιόμαστε, να μην υπάρχει καν λόγος να κατονομαστεί εξ αρχής, εντοπίζοντας έτσι εκείνο που διάχυτα είναι «εγκατεστημένο».

Το «Πάλι» δεν είναι μια επιθεώρηση κλειστών και εκ των προτέρων καθορισμένων κατευθύνσεων.

Εκείνοι που αποτελούν το πρώτο κλιμάκιο της εκκίνησής του, δεν προτίθενται ν’ αποκρύψουν ούτε τις διαφωνίες τους, ούτε την πιθανή ετερογένεια των καταβολών τους, σχετικά με βαθύτατες, όχι όμως αγεφύρωτες διαφορές αξιολόγησης ως προς τις βασικές τους «θέσεις» απέναντι στο αίνιγμα του είναι, στον οραματισμό τους για την τέχνη και στο πρόβλημα του ιστορικοπολιτικού γίγνεσθαι. Παραμένουν όμως σύμφωνοι σ’ ένα βασικό αίτημα: την από τα ίδια τα κείμενα προβολή και αυτοδιαγραφή των τάσεων, κλίσεων και «αποκλίσεων», όπως και την προσφορά τους στον εντός κι εκτός του χώρου του τετραδίου διάλογο.

Ύστερα από τα παραπάνω, αποσαφηνίζεται:

1ο Ότι το τετράδιο είναι ξένο προς κάθε πνεύμα συντήρησης, αλλά πως αυτό δεν σημαίνει ότι γόνιμες περιοχές του παρελθόντος δηλωτικές της βαθειάς ενότητας της ζωής καθώς και οι αντίστοιχες αναζητήσεις πάνω σε αυτές, δεν είναι ευπρόσδεκτες.

2ο Ότι το τετράδιο παραμένει έξω από κάθε πνευματική ή πολιτική «στράτευση», αλλά σεισμογραφικά ευαίσθητο σε κάθε απελευθερωτικό μήνυμα, προερχόμενο τόσο από το ιστορικό όσο και από το πνευματικό πεδίο.

3ο  Ότι το τετράδιο δεν αποτελεί όργανο ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού κινήματος, (χωρίς ούτε να προετοιμάζεται, ούτε να αποκλείεται η γέννησή του, από τους κόλπους του) αλλά πεδίο ελεύθερων αναζητήσεων και προσεγγίσεων όσων κινημάτων (ατομικών ή συλλογικών) έφεραν σε γονιμότερη πυκνότητα παρουσίας την ανθρώπινη σκέψη και ύπαρξη, την διαύγεια και την ελπίδα (με όλη τη τραγική διάσταση που συχνά χωρίζει τις δύο τελευταίες). Σ’ αυτήν την περιοχή θα θέλαμε οι συμπάθειες και οι θέσεις των συνεργατών μας, να μην ασκούν παρά μίαν αυτοδύναμη επίδραση από τα ίδια τους τα κείμενα καθώς κι από τα κείμενα που θα θελήσουν να μεταφέρουν στη γλώσσα μας σαν αντιπροσωπευτικά. Όσο για το διάλογο, παραμένει ανοιχτός.

Πάντως η επιτροπή του «Πάλι» έχει πλήρη επίγνωση της κρισιμότητας των καιρών, μέσα και έξω από την καλλιτεχνική περιοχή. Γιαυτό και θεωρεί καθήκον της την απόλυτη περιφρόνηση κάθε σχηματικού “esprit de serieux” και κάθε δογματισμού.

4ο Η τέχνη και η σκέψη ήταν, είναι, και θα είναι, ριψοκίνδυνη υπόθεση. Καθένας από τους συνεργάτες μας, είναι περιττό να το πούμε, επωμίζεται τους δικούς του κινδύνους, με τον τρόπο που νομίζει πιο πρόσφορο και μέσα από την διαδρομή απ’ όπου το ανέφικτο και το αναπόδραστο του αποκάλυψαν τα όριά τους.

Από το παιχνίδι ως την εμβρίθεια, κι’ από την πιο αινιγματική εσωτερικότητα ως την πιο εμπράγματη κριτική στάση, κάθε τι μπορεί, (με την έννοια του αρχαίου «δύνασθαι», που περιέχει το ζύγισμα με την οδυνηρή πιθανότητα να μη μπορέσει) ν’ ανοίξει τον δρόμο προς την μη «αποκεκαλυμμένη» (ακόμα;) ολικότητα* του πνεύματος, της ποίησης και του συγκεκριμένου κόσμου. The rest is silence».

*Δεν θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την παράγραφο, χωρίς να υπομνήσουμε (δεν θα τις κατονομάσουμε) ορισμένες ελάχιστες αλλοίμονο, εξαιρέσεις.
*Εδώ, ο συντάκτης αυτών των γραμμών υπαινίσσεται ίσως τον φιλόσοφο Ernest Bloch και το γραφτό του  “ Zur Ontologie des noch nicht Seins».

Το κείμενο, είναι του συγγραφέα και μεταφραστή Γιώργου Μακρή.
Σημειώνει μεταξύ άλλων ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο βιβλίο του «Μοντερνισμός Πρωτοπορία και Πάλι» σελίδα 50,

«Ο σκοπός του περιοδικού δεν ήταν να παίξει ένα συμπαντικό ρόλο, αλλά να προβάλει ορισμένες θέσεις και πρόσωπα που θεωρούσαμε ότι είχαν παραμεριστεί άδικα τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν με το τεύχος 2-3, τούτη τη φορά ανάμεσα σε άλλους πρωτοποριακούς που φιλοδοξούσαν μια θέση στον ήλιο της πρωτοπορίας, και τελικά με τα τεύχη 4,5,6, σταμάτησαν οι εξωτερικές εχθροπραξίες και εμφανίστηκε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους συνεργάτες, που μερικοί δεν μιλιόνταν, όπως είναι συνηθισμένο γενικά στα πρωτοποριακά περιοδικά και κινήματα, και ιδιαίτερα σε μας τους Έλληνες απ’ τον καιρό του Πελοποννησιακού Πολέμου».

Θέσεις ακόμα και σήμερα επίκαιρες θα προσθέταμε εμείς.

Η καθηγήτρια και μελετήτρια Ελισάβετ Αρσενίου στο βιβλίο της «Νοσταλγοί και Πλαστουργοί»-Έντυπα, Κείμενα και Κινήματα στη Μεταπολεμική Λογοτεχνία-εκδόσεις Τυπωθήτω 2003 στο κεφάλαιο «Ο λογοτεχνικός τύπος» αφιερώνει τις σελίδες 104-113 στο περιοδικό «Πάλι», έχοντας ως επικεφαλίδα «ΠΑΛΙ: Οι αναζητήσεις ενός νεουπερρεαλιστικού περιοδικού», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Το περιοδικό Πάλι, που χαρακτηρίζεται στον υπότιτλο ως «ένα τετράδιο αναζητήσεων», είχε χαρακτήρα περιθωριακό και ριζοσπαστικό στην κριτική της σύγχρονης πνευματικής ζωής, διατηρώντας πολλά από τα χαρακτηριστικά του «μικρού περιοδικού». Το Πάλι μόνο περιφερειακά, συχνά χωρίς χρονολόγηση, και ήταν βραχύβιο(1963-1966)…Πάντως, η θεματική και υφολογική ομοιογένειά του οφειλόταν στις κατευθυντήριες παρεμβάσεις του Νάνου Βαλαωρίτη και του Κώστα Ταχτσή, των βασικών εκδοτών του περιοδικού, ενώ τα σχόλια του περιοδικού πρόβαλλαν τις απόψεις των συντελεστών του πάνω σε ζητήματα λογοτεχνικής κυρίως επικαιρότητας. Τους συντελεστές του Πάλι αποτελούσαν συγγραφείς διαφορετικών λογοτεχνικών προτιμήσεων, σταθερά όμως προσανατολισμένοι σε αναζητήσεις…»

Και παρακάτω: «Η θέση του Πάλι στη δεκαετία του 1960 συνδέεται στενά με το πολιτιστικό περιβάλλον που διαμόρφωσε ο καθιερωμένος λογοτεχνικός Τύπος της εποχής, ο οποίος με τη σειρά του καθιέρωσε τα ζητήματα που απασχόλησαν το περιοδικό». Και συνεχίζει:
«Οι αρχές του Πάλι δεν είναι σαφώς προκαθορισμένες».

Η θέση αυτή της Ελισάβετ Αρσενίου έχει μια βάση, όπως φαίνεται και από το κείμενο κατάθεση για το περιοδικό του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, όμως έστω και έτσι, αν διαβάσει ο σημερινός αναγνώστης τα τεύχη του Πάλι θα ανακαλύψει κείμενα και θέσεις που είναι ακόμα επίκαιρες, μπορεί να μην απασχολεί κανέναν ίσως πλέον η διαφορά μοντερνιστών και μεταμοντερνιστών ή πρωτοπόρων και μετα-πρωτοπόρων, μπορεί να έχει χάσει πολύ από την αίγλη του το επαναστατικό κίνημα του Σουρεαλισμού, όμως μέσα στο γενικό ιστορικό διαχρονικό πανόραμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αναζήτησης όλα αυτά έχουν την δική τους σημασία, και σίγουρα προσθέτουν κάτι στην έρευνα και την οικοδόμηση του καθόλου της ελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνικής περιπέτειας.

Να τονίσουμε επίσης ότι η Ελισάβετ Αρσενίου υπογράφει και το λήμμα για το περιοδικό Πάλι στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων Πατάκη 2007.

Αντίθετα ο ιστορικός της λογοτεχνίας και μελετητής Αλέξανδρος Αργυρίου, αφιερώνει μάλλον καταχρηστικά εννέα καθαρά πληροφοριακές γραμμές για το περιοδικό.

«Το περιοδικό Πάλι (1964-1966) που αυτοπροσδιορίστηκε ως «Τετράδιο αναζητήσεων» επανέφερε στο προσκήνιο έναν «αδιάλλακτο» υπερρεαλισμό με γενναίες συνδρομές του Νίκου Εγγονόπουλου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικολάου Κάλα….» σελίδα 96, δες Αλέξανδρος Αργυρίου, «Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της όταν η δημοκρατία δοκιμάζεται, υπονομεύεται και καταλύεται» (1964-1974 και μέχρι τις μέρες μας), τόμος Ζ΄, εκδόσεις Καστανιώτη 2007.                  

  
«Η ποίηση τέχνη αριστοκρατική απομονώθηκε στα χέρια των ιερέων της»
                                                   Virginia Woolf
     

ΕΛΛΗΝΕΣ

–         Μαντώ Αραβαντινού,
     (ποίηση), «Από τη Γραφή Β», σελ. 32-36, τχ. 1/1964
–         Μαντώ Αραβαντινού,
     (μετάφραση), (Claude Simon), σελ. 25-31,  τχ. 2-3/1965 και 78-79,
      τχ. 4/1965.
–         Κείμενα Ελλήνων Αλχημιστών,
      «ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΗΝΠΕΡ ΣΟΛΟΜΩΝ ΕΤΕΚΤΗΝΑΤΟ», μτφ.
       Ν. Βαλαωρίτη  σελ.  54-56, τχ. 1/1964
–         Βασίλης Βασιλικός,
      σελ. 138-140, τχ. 2-3/1964.
–         Νάνος Βαλαωρίτης,
(ποίηση), «Το Θαύμα», σελ. 19-24, (Του Νικόλαου Κάλας),
 τχ. 1/1964
«Δανιήλ Φιλιππίδης»,
  «Το 1801 ο Δανιήλ Φιλιππίδης δημοσιεύει στη Βιέννη μια
    μετάφραση της Λογικής του Κονδιλλιάν…» σελ. 75-84,
     τχ. 2-3/1964
«Η γέννηση του Κόσμου», «Μετουσίωση» σελ. 12-13, τχ. 4/1965
«Προμελέων», σελ.39-44, τχ. 5/1965
 «Το μαρμαρωμένο Βασίλειο ή το άλλο άκρο», σελ. 92-94,
  τχ. 5/1965 
«Πέντε και Τέταρτο ακριβώς», σελ. 62-71, τχ. 6/1966
(για τον «Αντρέ Μπρετόν»), σελ. 74-81, τχ. 6/1966

  • Μάρκος Φίλιππος Δραγούμης,
      «Μουσική και Κριτική», σελ. 89-92, τχ. 6/1966
    –    Στέφανος Δημητριάδης,
          «Ένας άνθρωπος 700 ετών», (Κείμενο παρμένο από την Ανθολογία
            του Βαλέτα), σελ. 92-95, τχ. 1/1964.
    –    Τάσος Δενέγρης,
         «Δύο κείμενα», σελ. 68-69, τχ. 1/1964
         (ποίηση), «Λεωφόρος της Δύσεως ή Η οδός Λουκιανού…»,
          σελ. 33-34, τχ. 2-3/1964.
         (    //     ), «Ο θάνατος στην πλατεία και άλλα», σελ. 47-50, τχ. 6/1965
         (   //      ), “ Sketch”, “ Bossa Nova”, «Επτά», σελ. 27,  τχ. 4/1965
    –     Ανδρέας Εμπειρίκος,
         «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου»…, σελ. 8-18, (αφιερωμένο στην
           Βιβίκα) τχ. 1/1964
         «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου», ΙΙΙ σελ. 7-19, τχ. 2-3/1964
         «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου», ΙV, σελ. 29-37, τχ. 4/1965
         (ποίηση), 6 Ποιήματα, σελ. 2-8, τχ. 5/1965
         «Ο Μεγάλος Ανατολικός», (Εικόνες από το μυθιστόρημα),
           Απόσπασμα εκ του 52ου κεφαλαίου, σελ. 15-21, τχ. 6/1966
    –    Νίκος Εγγονόπουλος,
         «Δύο μορφές ενός πίνακος και τρία ποιήματα για τον θάνατο τριών
           ποιητών», σελ. 2-5, τχ. 2-3/1964
         (ποίηση), «Ποίημα περί Γκέοργκ Τρακλ», σελ. 4-14, τχ. 6/1966
    –   Δημήτρης Ζορμπάς,
        «Ιεριχώ», σελ. 59-60, τχ. 4/1965
    –   Γιώργος Θέμελης,
        «Ποίηση και Ψευδαίσθηση», κρίσεις για τον Γ. Θ. σελ. 90-91,
         τχ. 5/1965
    –   Παναγιώτης Κουτρουμπούσης,
        «Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΜΠΕΝΝΕΤ», (εφεδρικός τίτλος ασφαλείας: Η
          Σφιγξ, Προστατεύει την Μοναξιά), σελ. 46-48, τχ. 1/1964
        «Δεκήρικος ο Βολιώτης», σελ. 49-52, τχ. 4/1965
        (ποίηση), «7 μολυσμένα κομμάτια ύστερα από τη Μεγάλη Βόμβα»,
        σελ. 49-50, τχ. 5/1965
    –  Νικόλαος Κάλας,
       (ποίηση), «Οδός Νικήτα Ράντου», «Μέρος Α΄» σελ. 4-7, τχ. 1/1964
       (ποίηση), «Οδός Νικήτα Ράντου», «Μέρος Β΄» σελ. 21-24,
        τχ.2-3/1964
    –  Γιώργος Μακρής,
       «40 χρόνια Ελληνικού Κινηματογράφου από της «Μοίρας τ’
         αποπαίδι» στον Καραμανλή», σελ. 91-98, τχ. 2-3/1964
    –  Σπύρος Μεϊμάρης,
       «Η πρώτη κρίση», μτφ. Νάνος Βαλαωρίτης-Σπύρος Μεϊμάρης,
       σελ. 55-59, τχ. 6/1966
    –  Εύα Μυλωνά,
       (πεζό), «Ένας Βασιλιάς», σελ. 57-59, τχ. 1/1964
       (ποίηση), «Να βγω απ’ τη θάλασσα», σελ. 56-58, τχ. 4/1965
    –  Δημήτρης Πουλικάκος,
       (μυθιστόρημα), «ΤΟ ΜΙΚΡΟΝ ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ» ή
         αργότερον ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟΝ», (Κεφάλαιο πρώτο
          σελ.25-31, τχ. 1/1964
       (ποίηση), «Τρελλός Χορός», σελ. 61-64, τχ. 4/1965
       «Εθεωρήθη υπό Χ»(Μαϊτούνα), σελ. 31-34, τχ. 5/1965
  • Τάκης Παπατσώνης,
      (ποίηση), «Νύχτες του Αυγούστου», σελ. 2, τχ. 4/1965
  • Γιώργος Παντελίδης,
      (ποίηση), «Υπερλεξιστική Εισαγωγή στην μοντέρνα ποίηση της
      Γραικίας», σελ. 80, τχ. 4/1965
  • Μιχάλης Παπανικολάου,
      (ποίηση), «Η Στοά», σελ. 59-61, τχ. 5/1965
  • Παπαπολίτης Σάββας Σωτήρης,
      (ποίηση), «Τρία Ποιήματα», σελ. 71-72, τχ. 5/1965
  • Λίνος Πολίτης,
      «Ανθολογίες Ελληνικής Ποίησης», σελ. 89-90, τχ. 5/1965
  • Αλέξανδρος Γ. Πωπ,
      (ποίηση), «Το νησί των Τρελλών», σελ. 33-40, τχ. 6/1965
  • Δημήτρης Ρικάκης,
      «Ημερολόγιο αγωνίας», (αφιερώνεται στην Νινέτ) σελ. 35-44,
        τχ. 2-3/1964
      «Η Λίμνη του Ντονέν», σελ. 41-46, τχ. 6/1966
  • Νίκος Στάγκος,
      «Γεγονότα, Μύθοι και προβλέψεις του Ν. Α.», Ι,ΙΙ, σελ.49-53,
        τχ. 2-3/1964
      (ποίηση), «Δύο απ’ τα ποιήματα για το Μάτι», σελ. 14, τχ. 4/1965
      «Η Αερομαχία», σελ. 51-54, τχ. 6/1966
  • Αλέξανδρος Σχινάς,
      «Περί Υπερλεξισμού, Κειμενοκολλήσεως και Αθανασίας»,
        σελ. 112-127, (Αλέξανδρος Παλινισταίς ευ ποιείν),
        τχ. 2-3/1964
  • Γιώργος Σεφέρης,
      «Ιδέες γύρω από την ποίηση VI», μτφ. Ν. Β(αλαωρίτης), σελ. 2-3,
        τχ. 6/1966
  • Γιάννης Τσαρούχης,
      «Δοκιμές για μια αυτοβιογραφία», σελ. 4-10, 79-80, τχ. 4/1965
  • Κώστας Ταχτσής,
      (διήγημα), «ΤΑ ΡΕΣΤΑ», στο Βασίλη Βόγλη, σελ. 37-40, τχ. 1/1964
      «Ζεϊμπέκικο, 1964: ένα Δοκίμιο», σελ. 85-90, τχ. 2-3/1964
      (μετάφραση), σελ. 73-65, τχ. 2-3/1964
      (διήγημα), «Το Άλλοθι», σελ. 15-26, τχ. 4/1965
      «Η πρώτη εικόνα»-Μικρό Αυτοβιογραφικό Δοκίμιο, σελ. 27-32,
       τχ. 6/1966
      «Σκέψεις ύστερ’ απ’ την ανάγνωση ενός Ελληνικού βιβλίου»,
       σελ. 86-88, τχ. 6/1966
    –  Κυριάκος Φραγκούλης,
       (ποίηση), «Σεληνιασμός», σελ. 54, τχ. 2-3/1964
    –  Λεωνίδας Χρηστάκης,
       (ποίηση), «Ποίημα», σελ. 87-88, τχ. 5/1965
    –  Μαίρη Χατζημιχάλη,
       (ποίηση), σελ. 93, τχ. 6/1966
    –  ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
       «Αυτό είναι το αντίτιμο», «Βασιλικές φωτογραφίες», «Οι κριτικοί της
         ποίησης και η ποίηση των κριτικών», «η Μουσική της Ποίησης, Ώ
         Ποίηση!», «Η Ποίηση και το Θέατρο», «Κινηματογράφος»,
        «Δημόσιες απαγγελίες και δίσκοι ποιήσεως», «Η πολιτική της
          Ποίησης» και «Παροράματα», σελ. 137-144 

ΞΕΝΟΙ

–  Aldous Huxley,
   «ΟΙ ΘΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΑΣΕΩΣ»-Απόσπασμα, μτφ. Δημήτρης
     Πουλικάκος, σελ. 49-53, τχ. 1/1964
–  Arrabal,
   (θέατρο), «Η Επίσημη Κοινωνία»,(Μία Πράξη), σελ. 51-58,  
     μτφ. Δημήτρη Πουλικάκου,  τχ. 5/1965
–  Bill Barker,
   (ποίηση), «Σκοτεινό», σελ. 72, τχ. 6/1966
–  Samuel Beckett,
   «Ο Ανονόμαστος», μτφ Νίκος Στάγκος, σελ. 53-55, τχ. 4/1965
–  Jean Louis Bedouin,
   «Εισαγωγή στην Υπερρεαλιστική ποίηση», μτφ. Κώστας Ταχτσής,
     σελ. 65-73, τχ. 2-3/1964
–  Louis J. Borges,
   «Οι δυό που ονειρεύτηκαν», (Ιστορία από τις «Χίλιες και μία νύχτες»,
     που αναφέρεται στην «Ιστορία της Ατιμίας και της Αιωνιότητας»,
     του J. L. Borges),  μτφ. Ν. Β(αλαωρίτη), σελ. 55-56, τχ. 2-3/1964
–  Thomas Dylan,
   (ποίηση), «Έρωτας στο Άσυλο», μτφ. Κώστας Ταχτσής,
     σελ. 61, τχ. 2-3/1964
–  John Esam,
   (ποίηση), «Από το Ορφεύς και Ευρυδίκη», μτφ. Π. Κουτρουμπούσης,
   σελ. 61-, τχ. 6/1966
–  Charles Henri Ford,
   «Ποίημα-Εικόνα», σελ. 20, τχ. 2-3/1964
–  Allen Ginseberg,
   (ποίηση), «Αμερική», μτφ. Δ(ημήτρης) Π(ουλικάκος) σελ. 45-48,
     τχ. 2-3/1964
   (   //      ), «Μαγικός Ψαλμός», μτφ. Σπύρου Μεϊμάρη, σελ. 35-38.
     τχ. 5/1965
–  Ted Joans,
   (ποίηση), «Η Αλήθεια», μτφ. Δ. Πουλικάκου, σελ. 67, τχ. 1/1964
–  Alain Jouffroy,
   (μυθιστόρημα), «Ένα όνειρο πιο μακρύ κι από τη νύχτα», σελ. 58-59,
    (απόσπασμα μυθιστορήματος), μτφ. Ν. Β(αλαωρίτης), τχ. 2-3/1964
–  Μπόργκε Κνος,
   «Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων», σελ. 79, τχ. 4/1965
–  Philip Lamantia,
   (ποίηση), «Η Ομορφιά του Κόσμου τούτου», σελ. 57, τχ. 2-3/1964
–  Comte de Lautreamont(Isidore Ducasse),
    «Τα τραγούδια του Μαλντορόρ»,Τραγούδι ΙΙ, Απόσπασμα, μτφ. Δ.
      Πουλικάκος, σελ. 60-65, τχ. 1/1964
–  Χουάν Μιρό, (Joan Miro),
   «Εργάζομαι σαν ένας Κηπουρός», μτφ. Α. Σ(χινάς), σελ. 63-69,
     τχ. 5/1965
–  Αντρέ Μπρετόν, (Andre Breton),
   σελ. 137-138, τχ. 2-3/1964
    «Ο παράγων άλογο», «Ελεύθερη Ένωση», μτφ. Νάνος
    Βαλαωρίτης, σελ. 74-85, τχ. 6/1966
   «Ο Αστερωμένος Πύργος», (λυρικό πεζογράφημα),
     μτφ. Τάκη Παπατσώνη, σελ. 38-48, τχ. 4/1965,
   «Ο Αστερωμένος Πύργος», σελ. 10-23, τχ. 5/1965
–  Jouce Mansour,
    (ποίηση), «Από τα «Ξεσκίσματα»», μτφ. Νάνου Βαλαωρίτη,
     σελ. 23-25, τχ. 6/1966
–   Harold Norse,
    (ποίηση), «ΤΩΡΑ», μτφ. Νάνου Βαλαωρίτη, σελ. 41-45, τχ. 1/1964
–   Octavio Paz,
    (ποίηση), «Πέτρα του Ήλιου», μτφ. Γιώργου Μακρή, σελ. 75-91,
      τχ. 1/1964
    (ποίηση), «Σαλαμάνδρα», μτφ. Νάνος Βαλαωρίτης, σελ. 25-29,
      τχ. 5/1965
–   Claude Simon,
    «Η Καταγραφή», μτφ. Μαντώ Αραβαντινού, σελ. 25-31, τχ. 2-3/1964
      σελ. 78-79, τχ. 4/1965
–   Jorge  Semprun,
    «Λογοτεχνία και Επανάσταση του Λέων Τρότσκι», σελ. 75-77,
     τχ. 4/1965
–   Jean Tardieu,
    (ποίηση), «Ο θρήνος του Απαιτητικού ανθρώπου», μτφ.
    Ν. Βαλαωρίτης, σελ. 63-64,
     τχ. 2-3/1964
–   Tristan Tzara,
    (DADA), μτφ. Νίκος Στεργίου, σελ. 99-104, τχ. 2-3/1964
–   Λέων Τρότσκι,
    «Ο Φουτουρισμός», μτφ. Κώστας Ταχτσής, σελ. 65-74, 75-77,
      τχ. 4/1965
    «Ο Φουτουρισμός», σελ. 73-85, τχ. 5/1965
–   Aldous Huxley,
    «Οι θύρες της ενοράσεως», σελ. 49-53, τχ. 1/1964
    «Οι θύρες της ενοράσεως», μτφ. Δημήτρης Πουλικάκος,
      σελ. 105-111, τχ. 2-3/1964
–   Virginia Woolf,
    (δοκίμιο), «Το κείμενο αυτό της Βιρτζίνιας Γουλφ (Virginia Woolf) γράφτηκε πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Η συγγραφεύς με εκπληκτική διαίσθηση προφήτευσε την τύχη του μυθιστορήματος. Αναδημοσιεύουμε ένα από τα δοκίμια που κυκλοφόρησαν τότε με τον τίτλο “ For the common reader”, «Για το Μυθιστόρημα», μτφ. Μαντώ Αραβαντινού, σελ. 70-74, τχ. 1/1964

Ας τερματίσουμε την σύντομη αυτή περιδιάβαση και αποδελτίωση του ενδιαφέροντος αυτού περιοδικού, του περιοδικού που δεν είχε μακροζωία, είχε όμως πάθος, τόλμη, διάθεση για ρήξη, επιθυμία για αλλαγή, γενικά μια στάση αντίστασης απέναντι στα καλλιτεχνικά κατεστημένα της εποχής του, που μπορεί να μην ανέδειξε νέες φωνές, έβαλε όμως το λιθαράκι του στην σύγχρονη φωνή της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ας κλείσουμε πάλι με τον λόγο του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη από τις σελίδες «Σημειώματα» και το κείμενο που έχει γενικό τίτλο «Γύρω από την έκδοση του Πάλι», τεύχος 4/ Καλοκαίρι 1965, σελίδες 77-78.

«…. Απ την εποχή αυτή παύει να υπάρχει πνευματική ζωή στην Ελλάδα. Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που είχαν κάτι να πούνε αραιώνουν, ώσπου να διακοπούν οριστικά. Φυλακισμένος ο καθένας αποφεύγει την οδυνηρή συντροφιά των άλλων φυλακισμένων. Τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, πραγματικά και φανταστικά-και τα δεύτερα είναι ίσως πολύ στυγνώτερα-είναι γεμάτα. Όσοι καταφέρνουν να μείνουν απέξω-επειδή είναι λίγο πιο δυνατοί-νοιώθουν να περπατάνε στους διαδρόμους μιας φυλακής. Ο πίθος των Δαναΐδων έχει ανοίξει κάτω από μια ολόκληρη χώρα. Μαζί με το αίμα και τα δάκρυα, κατρακυλάνε και τα έργα των ανθρώπων. Μια ολόκληρη χώρα είναι υπόδικη-με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μεσ’ στην σύγχυση και τις αντιφάσεις, η απάθεια και η πόρωση, κάνουν την εμφάνισή τους και θα μείνουν μόνιμα χαρακτηριστικά ως τις μέρες μας-της επικρατούσης νοοτροπίας, που υποδέχεται τον έκπληκτο επαναπατριζόμενο, σαν να μην είχε φύγει ποτέ του ή και ακόμα συμβουλεύοντάς τον να ξαναφύγει αμέσως. Φεύγει άραγε κανείς ποτέ από αυτό που τον περιμένει στην επιστροφή-απ’ την Κλυταιμνήστρα του πνεύματος με το μαχαίρι σηκωμένο; Η αντίδραση εκείνων που επέστρεφαν, ήταν να γυρίσουν την πλάτη τους στους ανθρώπους που είχαν γίνει ψυχικά αφιλόξενοι, όπως οι Λαιστρυγόνες, και να δουν την Ελλάδα απλώς σαν ένα τόπο αναψυχής, όπως οι άλλοι ξένοι, αυτοί που ήταν ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο όπου μόνη πραγματικότητα απέμενε, ο ήλιος, η θάλασσα, τα βουνά, κι ο λαός με το φολκλόρ των μπουζουκιών και των πανηγυριών, εκφυλισμένα και αυτά σε απλά θεάματα για τους τουρίστες.

Σε μια τέτοια στιγμή, η εμφάνιση του «ΠΑΛΙ» έχει μια σχεδόν συμβολική σημασία. Σε μια Αθήνα, όπου κι ο χαιρετισμός στο δρόμο είναι απ’ τα πιο δύσκολα και πιο οδυνηρά πράγματα-και κατ’ επέκταση η αναγνώριση του άλλου-ακόμα κι’ η εντύπωσή του, πάλι εις πείσμα αντιστάσεων και νευρώσεων, ακόμα κι όσων είναι γύρω του, είναι ένας πραγματικός άθλος. Είναι ένα αίνιγμα του φράκτη, για να κυλήσει ΠΑΛΙ το νερό στ’ αυλάκι. Είναι μια προσπάθεια για να σπάσει η γκίνια, και να ειπωθούν επί τέλους τα λόγια-κλειδιά που θα διαλύσουν την κατάρα της στειρότητας, που βαραίνει το μαγεμένο βασίλειο.».

Νάνος Βαλαωρίτης

Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014, εδώ: http://giorgosbalurdos.blogspot.com/2014/10/blog-post.html

Μετεπαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση στην ελληνική ποίηση

Βασίλης Λαμπρόπουλος*

Στο δοκίμιο αυτό επισημαίνω δύο μείζονα πολιτικά αισθήματα στη νεωτερική ελληνική ποίηση, την ανάταση και την απογοήτευση. Από την Επτανησιακή ποιητική γενιά του 1820 ως σήμερα, διατρέχουν την ποίηση ένα κυρίαρχο ρεύμα εθνικής απελευθέρωσης και ανάτασης και ένα υπόγειο ρεύμα μετεπαναστατικής απογοήτευσης και μελαγχολίας.  Η αρνητική στάση συμπορεύεται χρονικά με πολλές ξένες πρωτοβουλίες στοχαστικής αντίστασης και αποσύνδεσης των τελευταίων εβδομήντα ετών και αξίζει να μελετηθεί παράλληλα με διεθνείς τάσεις κομματικού μηδενισμού, φιλοσοφικού σκεπτικισμού και πολιτικού αναρχισμού.  Εδώ θα σκιαγραφήσω εν συντομία μια ελληνική διαδρομή του υπόγειου ρεύματος στο ευρύτερο πλαίσιο της μετεπαναστατικής διάψευσης στη λογοτεχνία από τη Γαλλική Τρομοκρατία ως τη ματαιωμένη Μετα-αποικιοκρατία.

Το ιστορικό φαινόμενο που αποκαλώ «μετεπαναστατική συντριβή» είναι επακόλουθο μιας συλλογικής αποτυχίας ‒ μιας πολιτικής, πολεμικής, ταξικής, εθνικής, πολιτιστικής και άλλης απόπειρας να ανατραπεί και να αλλάξει ένα κυρίαρχο καθεστώς πραγμάτων. Η σύγχρονη ιστορία των ιδεών ανάγει ιδέες επαναστατικής ήττας και απογοήτευσης στις απαρχές του Ρομαντισμού, όταν το απελευθερωτικό ιδεώδες του Διαφωτισμού άρχισε να διαψεύδεται για διάφορους λόγους ‒ επειδή δεν υλοποιήθηκε ή αυτοκαταργήθηκε, ή έγινε τυραννικό. Είναι αξιοσημείωτο πως ήδη από την αρχή της νεωτερικότητας η ποίηση χαιρέτησε την επανάσταση και θρήνησε τη ματαίωσή της. Ας αναλογιστούμε πως η ποίηση εξέφρασε μετεπαναστατική μελαγχολία για την περιοδική συντριβή τής επανάστασης από την εποχή των Chenier (1762), Wordsworth (1770), Kleist (1777) και Leopardi (1798). Ας αναλογιστούμε επίσης και πολλές κατοπινές εκφάνσεις αριστερής μελαγχολίας στο έργο ποιητών από διάφορες χώρες (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): Alexander Blok (1880-1921), Anna Akhmatova (1889-1966), Osip Mandelstam (1891-1938), Vladimir Mayakovsky (1893-1930), Bertolt Brecht (1898-1956), Pablo Neruda (1904-1973), Léopold Senghor (1906-2001), W. H. Auden (1907-73), Tillie Olsen (1912-2007), Aimé Césaire (1913-2008), Pier Paolo Pasolini (1922-75), Denise Levertov (1923-1997), Christopher Logue (1926-2011), Hans Magnus Enzensberger (1929-2022), Heiner Müller (1929-95), Amiri Baraka (1934-2014), Audre Lord (1934-92), Wolf Biermann (1936) και Ngũgĩ wa Thiong’o (1938-2025).

Ο όρος «αριστερή μελαγχολία» είναι ένας ειδικός όρος πολιτικής και πολιτιστικής κριτικής. Προέρχεται από μια συγκεκριμένη βιβλιογραφία που αρχίζει με τον εβραϊκό γερμανόφωνο μοντερνισμό (Freud, Warbourg, Benjamin, Adorno) και φτάνει ως τη σημερινή πολιτική, κοινωνική και και αισθητική θεωρία.  O όρος έγινε εξαιρετικά επίκαιρος με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου (1989) και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) και αναφέρεται σε μια στοχαστική στάση απογοήτευσης από το επαναστατικό ιδεώδες, η οποία αρνείται ταυτόχρονα να το απαρνηθεί, διότι εξακολουθεί να πιστεύει στην εξέγερση. Η στάση αυτή μπορεί να επέλθει πριν ή ύστερα από ένα επαναστατικό γεγονός, αλλά εκφράζει μια ριζική απογοήτευση από το σχετικό πρόταγμα. Το αριστερό άτομο αισθάνεται προδομένο ή από την επαναστατική πορεία ή από το αποτέλεσμά της. Όμως, παρ’ όλη την οδύνη, αρνείται να πενθήσει το όραμά του και να το ξεπεράσει. Εξακολουθεί να ατενίζει τα ερείπιά του και να πιστεύει στην ακεραιότητά του, πιστεύοντας πως η ιστορία καταρράκωσε την πραγματοποίηση αλλά όχι την αξία του. Το όραμα της εξέγερσης διαρκεί.

Θέτω τις απαρχές της μετεπαναστατικής συντριβής της ελληνικής ποίησης στους επαναστατικούς Αντρέα Κάλβο και Διονύσιο Σολωμό και στους συγχρόνους τους Αδριατικούς λόγιους και διανοούμενους της μεταιχμιακής εποχής μεταξύ της Αυτοκρατορίας και του Έθνους, όπως την περιέγραψε η Κωνσταντίνα Ζάνου στο βιβλίο της Τραυλίζοντας το έθνος: Διεθνικός πατριωτισμός στη Μεσόγειο, 1800-1850 (2019). Θεωρώ πως η αφετηριακή συντριβή της ελληνικής ποίησης είναι το χαμένο μέλλον εκείνης της διεθνικής γραφής που την εποχή των νοτιο-ευρωπαϊκών επαναστάσεων, για 30 περίπου χρόνια στις αρχές του 19ου αιώνα, κυκλοφορούσε ανάμεσα σε διάφορα γλωσσικά ιδιώματα, λογοτεχνικά είδη, πολιτικά καθεστώτα, γεωγραφικά σύνορα και πολιτιστικά πλάτη.

Εδώ και δύο αιώνες, από τον Ρομαντισμό ως τον ύστερο Μεταμοντερνισμό, στα περιθώρια και υπόγεια της ελληνικής ποίησης υποβόσκουν η περιοδική μετεπαναστατική συντριβή και μελαγχολία που κάνουν ποιήτριες και ποιητές κάθε είδους, φύλου, τάξης, γλώσσας και καταγωγής να διαταραχτούν, να οργιστούν, να σαρκάσουν, να καταδικάσουν, να σωπάσουν. Αναφέρω μερικά αντιπροσωπευτικά και πολύ διαφορετικά ονόματα (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): Ανδρέας Kάλβος (1792), Αλέξανδρος Σούτσος (1803), Παναγιώτης Πανάς (1832), Μικέλης Άβλιχος (1844), Κ. Π. Καβάφης (1863), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888), Θεόδωρος Ντόρρος (1895), Κ. Καρυωτάκης (1896), Νικόλαος Κάλας (1907), Μιχάλης Κατσαρός (1919), Γιώργος Μακρής (1923), Βύρων Λεοντάρης (1932), Κατερίνα Γώγου (1940), Κυριάκος Σταμέλος (1951) και Κατερίνα Ζησάκη (1984).  Σπεύδω να τονίσω πως δεν προτείνω έναν εναλλακτικό κανόνα. Ο κατάλογος που παρέθεσα δεν έχει ενότητα, συνέχεια ή εγκυρότητα. Απλώς περιέχει παραδείγματα και ερεθίσματα. Τα άτομα αυτά, και δεκάδες παρόμοια, δεν άφησαν μνημεία, σχολές ή κανόνες. Έθεσαν όμως τα πιο καίρια ζητήματα ποιητικής στον δημόσιο χώρο.

Έχω αποκαλέσει «αποποίηση» τη φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση η οποία αρνείται να αποδεχθεί τίτλους, περιουσίες, δικαιώματα και αρχηγίες, δηλαδή απορρίπτει κάθε νομική, φιλοσοφική και ηθική κυριότητα και κυριαρχία. Όχι μόνο δεν διεκδικεί, αλλά ούτε καν αποδέχεται. Αποδοκιμάζοντας προβλέψιμες στρατηγικές παραχωρήσεις και τακτικούς συμβιβασμούς, διαχωρίζει τη θέση της αρνούμενη να συνεργαστεί, χωρίς όμως να αποκηρύσσει τις αρχές της, πράγμα για το οποίο υφίσταται εξοστρακισμό και από τις δύο εξουσίες: κυβερνητική και αντικυβερνητική. Αποποίηση είναι η στάση ζωής όσων έχασαν, αποσχίσθηκαν και αποχώρησαν, αλλά δεν παραιτήθηκαν από τον καθημερινό αγώνα. Όσοι αρνήθηκαν, χωρίς όμως ποτέ να απελπιστούν και να αποκηρύξουν, είναι εκείνοι που έχασαν την πίστη τους στην ουτοπία, αλλά παραμένουν πιστοί στη μοναδική εξέγερση. Το συμβάν της εξέγερσης είναι μια έκρηξη που αναλώνεται, μια έκλαμψη που σβήνει ‒ μια ρήξη με τη νομιμότητα, όχι με την Ιστορία· μια ρωγμή στην κανονικότητα, όχι μόνο στην κυριαρχία.

Στον αιώνα μας μπορούμε να συλλάβουμε αυτή την περιθωριακή και ασυνεχή διαδρομή καλύτερα από ποτέ, επειδή για πρώτη φορά έχουμε μια ολόκληρη ποιητική γενιά να κινείται σε τέτοια πλαίσια. Η συντριβή της επανάστασης δεν έχει πια την παρηγοριά της εξιλέωσης και της ουτοπίας, καθώς ο μεσσιανισμός χρεοκόπησε. Η απογοήτευσή της έχει μεγαλύτερο πλάτος και βάθος, καθώς η γενιά του 2000 φέρνει δυναμικά στο προσκήνιο ένα περιθωριακό και απωθημένο ποιητικό φαινόμενο με ιδιαίτερη πολιτιστική σημασία, την μετεπαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση, και έχει πλήρη επίγνωση της γενεαλογίας του, όπως φαίνεται στα παρακάτω λόγια:

«Εδώ και διακόσια χρόνια, με ελάχιστα διαλείμματα, αυτός ο τόπος εξουσιάζεται απ’ τους ‘νόμιμους’ ιδιοκτήτες του, τους Μαυρομιχαλαίους, τους κοτζαμπάσηδες και τα αργυρώνητα πολιτικά φερέφωνά τους, κάτι κωλοπαιδαράδες και γελοιωδέστατους Κωλέττηδες, αφιονισμένους απ΄ τη μέθη της Εξουσίας.  Απέναντι σ’ αυτούς και σ’ όσους, με τον έναν ή άλλο τρόπο, τρέφονται απ’ αυτούς βρίσκονταν πάντα, εδώ και διακόσια χρόνια, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πόσες διαδοχικές γενιές, που ονειρεύτηκαν ένα άλλο μέλλον γι’ αυτόν τον τόπο.  Λίγοι, όχι πολλοί.  Σαν τον Σίσυφο ανεβάζουν τον βράχο στην κορυφή κι εκείνος κατρακυλά και πάλι, χαμηλότερα κάθε φορά.  Διαψεύσεις, ήττες, πανωλεθρίες, συντριβές.  Κι όμως.  Αυτόν τον βράχο εξακολουθούν να τον κυλούν και να τον ξανανεβάζουν τόσες γενιές, πιστεύοντας κι ελπίζοντας η καθεμιά στην επόμενη.  Η σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι και θα μείνει διφυής.  Από τη μια μεριά θα στέκονται πάντοτε οι ‘νόμιμοι’ ιδιοκτήτες αυτής της χώρας και από την άλλη όσοι και όσες, σε πείσμα των πάντων, στέκονται και θα στέκονται απέναντί τους.  Όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι κάτι τέτοιο δεν έχει νόημα, ότι πρέπει πια ν’ αποδεχτούμε τη συντριβή μας, να συμφιλιωθούμε με τη διαγενεϊκή μας διάψευση και να κάτσουμε αποκαμωμένοι και φοβισμένοι σε κάποια γωνιά της ανηφόρας, στον ίσκιο ίσως αυτού του τεράστιου βράχου που εμείς οι ίδιοι κουβαλάμε, η Ιστορία επιμένει να τους διαψεύδει.  Καμιά γενιά σ’ αυτόν τον τόπο δεν συμβιβάστηκε μ’ αυτήν τη μοίρα.  Επιμένουμε και θα επιμένουμε ‘να τραβάμε την ανηφόρα’ σπρώχνοντας τον βράχο προς την κορυφή με τις πλάτες μας» («Σημείωμα της Συντακτικής ομάδας»,  Βόρεια Βορειοανατολικά 7, 2023, σελ. 9-10).     

Η αριστερή μελαγχολία της γενιάς του 2000 κατάγεται κατ’ αρχάς από τις πολιτικές και ποιητικές απογοητεύσεις της γενιάς του 1950. Από τον Εμφύλιο και μετά, η ελληνική Αριστερά υπήρξε ή εθνική (ιστορικά συμβιβασμένη) ή διαψευσμένη (ιδεολογικά ηττημένη), δηλαδή ή της εξουσίας ή της απόγνωσης (και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να γίνει της διακυβέρνησης). Η δεύτερη στάση είναι η επαναστατική διάψευση και απογοήτευση. Εδώ και εβδομήντα χρόνια ο ένας μετά τον άλλο οι ανυποχώρητα απογοητευμένοι του ΚΚΕ, του Τροτσκισμού, της ΕΔΑ, του Ρήγα, του Μαοϊσμού, του ΠΑΣΟΚ, του Συνασπισμού, του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων σχημάτων ήταν πάντα οι μελαγχολικοί και ανένταχτοι.  (Δεν αναφέρω τους διάφορους αντι-εξουσιαστές επειδή δεν ανήκαν σε οργάνωση ή κόμμα, ήταν έγκαιρα πληροφορημένοι κι έτσι δεν απογοητεύτηκαν.)  Ήταν αυτοί που δεν ήλπισαν σε μια επόμενη φορά, δεν επένδυσαν σε μια καλύτερη ευκαιρία, δεν κράτησαν τίποτε δικό τους ‒ εκείνοι που διαφοροποιήθηκαν, αλλά δεν παραιτήθηκαν. Αυτή η διαφοροποίηση οδηγεί στη φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση της αντι-εξουσιαστικής σκέψης στην Ελλάδα, τη στάση μιας κάθετης απόρριψης απέναντι σε κάθε κυριαρχία, ακόμη και αριστερή.

Η «αριστερή μελαγχολία» έγινε κοινόχρηστος όρος πολιτικο-κοινωνικής ανάλυσης από Έλληνες και ξένους σχολιαστές ειδικά από το 2015, για να δηλώσει την αυτο-ματαίωση του ΣΥΡΙΖΑ, πρώτα ως κυβέρνησης και ύστερα ως κινήματος.  Το αξιοσημείωτο είναι πως η ποιητική παραγωγή της δεκαετίας του 2000 δείχνει πως, πολύ πριν οι πρώτοι αριστεροί αναλυτές και αγωνιστές αρχίσουν το 2015 να κάνουν κριτική εκ των έσω, πολλοί ποιητές (μεταξύ των οποίων και ράπερς!), οι οποίοι δεν κομματικοποιήθηκαν, έκαναν ποιητικά παρόμοια κριτική στο ίδιο το κίνημα, διαχωρίζοντας τη θέση τους περίπου δέκα χρόνια πριν αυτό έρθει στην εξουσία και προφητεύοντας τη μετεπαναστατική συντριβή του.  Εκείνο που τους έκανε ανυπέρβλητα μελαγχολικούς ήταν η αθεράπευτη και τρυφερή αφοσίωσή τους στο ιδανικό της εξέγερσης, σε έναν αγώνα που η ιστορία ματαιώνει, αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει.

Μετά την πολιτική συντριβή, η μετεπαναστατική αριστερή μελαγχολία σε όλο τον κόσμο δραστηριοποιήθηκε βαθμιαία σε θέματα φύλου, εθνότητας, φυλής, μετανάστευσης, ανεξαρτησίας, κοινών κτλ., καθώς και στη λογοτεχνική ταυτότητα. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα βλέπουμε πως η πιο πρόσφατη ποίηση, εκτός από τη χαμένη επανάσταση, δίνει έμφαση στις διαστάσεις του φύλου, της τάξης και της φύσης, τις οποίες στοχάζεται με όρους αγωνιστικότητας και αλληλεγγύης, επιδιώκοντας να βιώσει και να αρθρώσει ένα εναλλακτικό παρόν.

Καταγράφω λοιπόν εδώ με όρους λογοτεχνικής γενεαλογίας ένα σημερινό και αξιομνημόνευτο φαινόμενο, συγκεκριμένα, ένα εγχείρημα πολιτιστικής αυτονομίας. Δανείζομαι τον όρο «αυτονομία» από την αναρχική παράδοση, για να τονίσω ότι οι ριζοσπάστες ποιητές/τριες και οι συνεργάτες/τριές τους που εμφανίστηκαν στον αιώνα μας κρατούν μια στάση αποποίησης και επιχειρούν να αυτονομηθούν από θεσμούς που επιτηρούν τα ποιητικά πράγματα –από το κόμμα, το πανεπιστήμιο, τον μείζονα εκδοτικό οίκο, το παραδοσιακό περιοδικό, την κυρίαρχη κριτική, το κοινό γούστο, τις καθιερωμένες παρουσιάσεις‒ και να παίξουν έναν εναλλακτικό, αμφισβητησιακό ρόλο στην παραγωγή και την κατανάλωση της ποίησης και των συναφών λόγων.

Ποιο θα είναι το μέλλον αυτής της ασυμβίβαστης ποίησης;  Συγκρίνοντας διαφορετικά είδη επαναστάσεων, ο Karl Marx έγραφε το 1852: «Η κοινωνική επανάσταση του 19ου αιώνα δε μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν, αλλά μόνον από το μέλλον. Δε μπορεί να αρχίσει με τον ίδιο τον εαυτό της, προτού σβήσει όλες τις προλήψεις σχετικά με το παρελθόν. Οι προηγούμενες επαναστάσεις είχαν ανάγκη από κοσμοϊστορικές αναμνήσεις για να κρύψουν από τον εαυτό τους το περιεχόμενό τους. Για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο, η επανάσταση του 19ου αιώνα πρέπει να αφήσει τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους».[1] Παρατηρούσε δηλαδή ο Μαρξ πως, αν οι αστικές επαναστάσεις χρησιμοποίησαν με συμβολικό τρόπο κλασικά ενδύματα, η επόμενη επανάσταση δεν πρέπει να κάνει το ίδιο για να στηριχτεί σε κοσμοϊστορικές αναμνήσεις, αλλά να σχεδιάσει μια διαφορετική πάλη μαθαίνοντας από μια διαφορετική ποίηση. Η παρατήρηση αυτή παραμένει επίκαιρη. Η κοινωνική εξέγερση του 21ου αιώνα πρέπει να σβήσει όλες τις προλήψεις και τις ξεπερασμένες αφηγήσεις, ώστε να αντλήσει την ποίησή της από το μέλλον και όχι από το παρελθόν. Μια τέτοια μελλοντική ποίηση καλλιεργεί η γενιά του 2000.

Το κείμενο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη και αναδομημένη μορφή του φετινού κειμένου μου «Δύο αιώνες επαναστατικής συντριβής και μελαγχολίας στην ελληνική ποίηση» (επιμ. Δημήτρη Τζιόβα:  Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα, Διόπτρα 2025, σελ. 168-80).

[1] Καρλ Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα, Ηριδανός 1977, σ. 14.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://culturebook.gr/logotechnia/diagonios/vasilis-labropoulos-metepanastatiki-syntrivi-melagcholia-kai-apopoiisi-stin-elliniki-poiisi/?fbclid=IwY2xjawNRFotleHRuA2FlbQIxMAABHr6FPI584Y675hCGLT95r0ZDT7QmFV9_0YpOAdCm6adFb91ldcxzgOhDtuU8_aem_Ztlr8t-k0gax-ObmjavSIA

Σούζαν Αμπουλχάουα: Ποίηση της μαχόμενης Παλαιστίνης

Artwork: Suhab Khatib

Παναγιώτης Ελ Γκεντί, Σούζαν Αμπουλχάουα*

«Άλμπι», «κάλμπι» ή «γκάλμπι» είναι η καρδιά στα αραβικά· η λέξη, ενταγμένη στη φράση «για κάλμπι», σημαίνει «καρδιά μου» και απευθύνεται συνήθως στο αγαπημένο πρόσωπο. Οι σημασίες όμως μεταβάλλονται, όταν οι άνθρωποι πονούν, διψούν ή πεθαίνουν· «για κάλμπι» σημαίνει πλέον και «πατρίδα μου» / «χώρα μου» / «σπίτι μου» και η φράση εκφέρεται οδυνηρά από το στόμα των Παλαιστινίων, δηλώνοντας όσα χάνονται, όσα πεθαίνουν ή όσα ελπίζεται πως θα ξαναγίνουν.

«Ραζάα» σημαίνει «επιστροφή» και αυτή η λέξη χρησιμοποιείται σήμερα για να δηλώσει την υπόσχεση των Παλαιστινίων προς τη γη από την οποία εκτοπίζονται. Αυτή η υπόσχεση έχει εν μέρει μόνο χαρακτήρα υπερβατικό· εκφωνείται μαχητικά urbi et orbi, δηλώνοντας την επιμονή στον δίκαιο αγώνα για ελευθερία, ενάντια στο εποικιστικό αποικιοκρατικό σχέδιο του Ισραήλ και του σιωνισμού. Επιστροφή επειδή τα κλειδιά των σπιτιών και της χώρας τους τα έχουν μέσα στην καρδιά τους.

«Σουμούντ» είναι ο πολύσημος εκείνος όρος με τον οποίο δηλώνεται, μεταξύ άλλων, η σταθερή επιμονή, η διαρκής και καθημερινή αντίσταση στις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής, οι πολιτικές πράξεις στο επίπεδο της καθημερινότητας. «Σουμούντ» μπορεί να θεωρηθεί και η διακήρυξη της επιστροφής και η επίκληση στην ιθαγένεια και η με κάθε καλλιτεχνικό μέσο αντίσταση εκ μέρους των Παλαιστινίων σε ό,τι το Ισραήλ συμβολίζει.

Η Σούζαν Αμπουλχάουα, με τον αιχμηρό της λόγο, εξ ονόματος της μαχόμενης Παλαιστίνης, προσπαθεί να πει ότι ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι διαρκής, καθημερινός και επίμονος – όσο διαρκής, καθημερινή και επίμονη είναι η σφαγή που υφίσταται η Παλαιστίνη.

Η Αμπουλχάουα, ποιήτρια της διασποράς, όπως τόσες και τόσοι άλλοι, είναι πρωτίστως πεζογράφος και ακτιβίστρια. Τα τρία αγγλόφωνα μυθιστορήματά της (Πρωινά στη Τζενίν, 2010· Το μπλε ανάμεσα στον ουρανό και το νερό, 2015· Ενάντια στον δίχως αγάπη κόσμο, 2020) απέσπασαν πολλά βραβεία και μεταφράστηκαν σε πληθώρα γλωσσών. Η ίδια σήμερα ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ, όπου έχει ιδρύσει τη ΜΚΟ για παιδιά «Παιδικές χαρές για την Παλαιστίνη». Ως ακτιβίστρια συμμετέχει ενεργά στο κίνημα «Μποϊκοτάζ, Αποεπένδυση και Κυρώσεις» (Boycott, Divestment and Sanctions: BDS) εναντίον του Ισραήλ, ενώ σειρά ομιλιών της προασπίζεται τον αγώνα των Παλαιστινίων. Η αγγλόφωνη ποιητική της συλλογή Η φωνή μου αναζητούσε τον άνεμο εκδόθηκε το 2013, ενώ συμμετείχε και επιμελήθηκε ανθολογήσεις κειμένων και συλλογικών τόμων.
Το δεύτερο από τα εδώ μεταφραζόμενα ποιήματα ανήκει στη συλλογή του 2013, ενώ το πρώτο εκφωνήθηκε στο άνοιγμα του δεύτερου φεστιβάλ λογοτεχνίας «Η Παλαιστίνη γράφει», το οποίο διεξήχθη στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2023. Στη συνανάγνωσή τους παράγουν ένα ενδιαφέρον κοντραπούντο: τα δεινά, που παρουσιάζονται στο δεύτερο ποίημα, είναι μία από τις προϋποθέσεις για τη σταθερή επιμονή στον αγώνα, που παρουσιάζεται στο πρώτο ποίημα.
 
Δεν φύγαμε ποτέ
 
Δεν έχει σημασία τι ζητάτε
Επειδή είμαστε οι άνθρωποι της χώρας
Επειδή είμαστε οι φύλακες των ιστοριών της
που μας κληροδοτήθηκαν από τα ελαιόδεντρα
Επειδή τα ποτάμια της διατρέχουν τα σώματά μας
και οι γιαγιάδες μας κεντούσαν το τοπίο της
στο δέρμα μας εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια
Επειδή σελώσαμε τα πρώτα της άλογα
τραγουδήσαμε τις πρώτες της μπαλάντες και
θερίσαμε το σιτάρι της με αγάπη
άσχετα με το ποιος κρατούσε όπλα εναντίον μας
Επειδή η ποίησή μας πότισε τους κήπους της
από τότε που ήταν ακόμα Χαναάν
Επειδή χορέψαμε όταν παντρεύτηκε τη Μεσόγειο Θάλασσα
και της φτιάξαμε για γαμήλια τούρτα έναν δίσκο
κιουνεφέ από τη Ναμπλούς
Επειδή ήμασταν πάντα εκεί
Είμαστε οι Εβραίοι, οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι
ζήσαμε μετασχηματισμένοι μεταξύ των θρησκειών
κατοικήσαμε τόπους προσκυνήματος που χάθηκαν και επέστρεψαν
αναμιχθήκαμε με τους κατακτητές μας
πεθάναμε από τα σπαθιά τους και
θρέψαμε το χώμα της με τα σώματά μας
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Όταν ο Ερρίκος Η΄ έστειλε την Άννα Μπολέιν στον πύργο
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν η Μαρία Αντουανέτα οδηγήθηκε στη γκιλοτίνα
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν ο Γαλιλαίος κοίταξε τους ουρανούς
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν ο Κολόμβος χάθηκε, λεηλάτησε και βίασε εκεί όπου αποβιβάστηκε
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν η βασίλισσα Νζίνγκα κυβέρνησε τα βασίλεια του Ντόνγκο και της Ματάμπα
Όταν ο Τζένγκις Χαν εκπόρθησε το Σινικό Τείχος
Όταν οι σουφραζέτες έκαναν πορεία
Όταν όλη η ιστορία σας
εμείς ήμασταν εκεί
Όχι στην Ευρώπη ή τη Ρωσία ή την Πολωνία ή
το Μπρούκλιν ή την Υεμένη ή
ή το Ιράν ή το Ιράκ
αλλά στην Παλαιστίνη
συνεχώς, για χιλιετίες
Επειδή εμείς δημιουργήσαμε τους χορούς της
καλλιεργήσαμε όλους τους λόφους της και
φτιάξαμε τα σπίτια μας μέσα στα αυλάκια της
Επειδή κοιμηθήκαμε, φάγαμε, γεννήσαμε
παντρευτήκαμε, αγαπήσαμε, γεράσαμε και πεθάναμε στην αγκαλιά της
από τότε που ο χρόνος ήταν σχεδιασμένος για ημερολόγιο
Επειδή τώρα είναι κάτω από τη μπότα ενός ξένου
Οι καμπύλες της ισοπεδώθηκαν από τους πολεοδόμους
τα δέντρα της κόπηκαν και κάηκαν από το μίσος τους
το σώμα της χαρακωμένο και αποστεγνωμένο
το ρόδι της κυριευμένο και φυλακισμένο
το ζάταρ της θαμμένο στο τσιμέντο και
η άγρια ταραχώδης ιστορία της
βιαίως χωμένη σε ένα πλαστικό κουτί
με ένα νέο όνομα και έναν νέο επικό μύθο
Σκότωσαν τα πουλιά της
πήραν το χούμους και τα φαλάφελ μας ως ομήρους σε ένα μουσείο
που έχτισαν πάνω από τους τάφους των προγόνων μας
Αλλά εμείς ξέρουμε και
μόνο εμείς μπορούμε να πούμε τις ιθαγενείς ιστορίες της
να τραγουδήσουμε τα ντόπια τραγούδια της και
να χορέψουμε γι’ αυτήν μια υπόσχεση από τα παιδιά της
που είναι αποφασισμένα να γυρίσουν πίσω
στην αγκαλιά των ηλιόλουστων λόφων της
στους πορτοκαλεώνες και τους ελαιώνες της
να αναζωογονήσουν τα αποξηραμένα ποτάμια της
για να μπορέσουν και πάλι να βροντοφωνάξουν γεμάτα ζωή
όπως έκαναν όταν η οικογένειά μας
ήταν ολόκληρη στις όχθες της
Εμείς
πάντα θα της γράφουμε τα ερωτικά μας γράμματα
πάντα θα τραγουδάμε και θα ζωγραφίζουμε και θα ράβουμε και
θα μαγειρεύουμε τα αγαπημένα της φαγητά
και θα σκεφτόμαστε και θα μαλώνουμε και θα κλαίμε και θα φυτεύουμε
και θα θερίζουμε και θα γιορτάζουμε γι’ αυτήν
την Παλαιστίνη μας
Στηριζόμαστε ο ένας στον άλλο
Βασιζόμαστε στους φίλους μας και
αποκηρύσσουμε τους κανονικοποιητές της καταπίεσής μας
Επιμένουμε
Υπάρχουμε
Είμαστε ένα έθνος
μία ιστορία
μία κληρονομιά
ένας λαός
αποφασισμένοι και προορισμένοι να επιστρέψουμε στην πατρίδα
 
 
Ουαλά
 
Είναι 3 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Η ουρά είναι μεγάλη
Και πυκνή
Με σώματα
 
Περιμένεις
 
Ένα σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε πλαστική σακούλα
Σφιχτά στο χέρι σου το εξαντλημένο απ’ τη δουλειά
 
Η γυναίκα σου ετοίμασε το πρωινό και το μεσημεριανό σου
Σηκώθηκε πριν από σένα
Και μαζί προσευχηθήκατε πριν την αυγή
 
Σε φίλησε στο πρόσωπο και είπε
Άλλα μαάκ για χαμπίμπι
Ο Αλλάχ μαζί σου, αγάπη μου
 
Φιλάς τα πρόσωπα των παιδιών σου που κοιμούνται
Δεν τα έχεις δει ξύπνια εδώ και μήνες
Και αναρωτιέσαι
Έχει αρχίσει να σπάει η φωνή του Ουαλίντ;
Έχουν αρχίσει να φουσκώνουν οι γοφοί της Ουιζντάντ;
Πόσο μεγάλο ήταν το χαμόγελο της Σοράγια όταν γύρισε σπίτι
με τον έλεγχό της;
 
Είναι 4 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Ακόμα περιμένεις
Η ουρά μπροστά σου είναι τόσο μεγάλη
Και πίσω σου τώρα είναι μεγαλύτερη
 
Λίγοι μιλούν
Είστε τόσο στρυμωγμένοι
που κρατάτε ο ένας τον άλλον όρθιο
 
Βλέπετε τη δική σας κούραση
που αντανακλάται στην κούραση που είναι χαραγμένη
Στα πρόσωπα γύρω σας
 
Κοιτάτε αλλού
Ψάχνετε για ένα τσιγάρο
Αλλά ποιος στο διάολο μπορεί να το αντέξει αυτό;
 
Κοιτάζεις τα γκράφιτι πέρα από τα
Σιδερένια κάγκελα που σε κρατούν μέσα
Γραμμένα μόνο για σένα
Από σιωνιστές εποίκους που σου ρουφάνε την ανάσα από τα πνευμόνια
 
Καταλαβαίνεις το νόημα
των αγγλικών τους λέξεων
«Ψοφήστε αράπηδες της άμμου»
 
Μερικές φορές
το αποζητάς κι εσύ αυτό
 
Είναι 5 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Οι στρατιώτες φτάνουν
Η γραμμή χαλαρώνει
Κάνεις ένα βήμα μπροστά
Κινούμενος από το βάρος των σωμάτων
Πίσω σου
 
Το σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε μια πλαστική σακούλα
είναι συνθλιμμένο.
Δεν επιβιώνει ποτέ
 
Είναι 7 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Τώρα είναι η σειρά σου
Παρουσιάζεις τα χαρτιά σου
Ξεδιπλώνεις και ξαναδιπλώνεις
Τα μάτια κάτω
Η καρδιά κάτω
Χάλι μαύρο
 
Αλλά
Είσαι έξω από τη γραμμή
Δεκαπέντε άντρες πριν από σένα τραβήχτηκαν στην άκρη
Και προσπάθησες να μην κοιτάξεις
Να μην ακούσεις αυτόν που ικετεύει
Μη με χτυπήσεις
 
Είναι 7:30 π.μ.
Στο λεωφορείο με τα βοοειδή
 
Είσαι στον δρόμο
Η χώρα που σου έκλεψαν
διασπείρεται έξω από το παράθυρό σου
Και φαντάζεσαι
Ο άντρας που θα ήσουν
Ο άντρας που θα έπρεπε να είχες γίνει
Εκεί έξω
Ιππεύοντας το άλογο της οικογένειας
Τις καθαρόαιμες φοράδες του παππού σου
που μεγάλωσε κι ανέθρεψε κι αγάπησε
Σε μια Παλαιστίνη
Μη βιασμένη
Μη κλεμμένη
 
Είναι 8 π.μ.
Κατεβαίνεις από το λεωφορείο με τα βοοειδή
Στραπατσαρισμένο το σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε μια πλαστική σακούλα
Στο ένα χέρι
 
Τα μάτια σου κάτω
Η καρδιά κάτω
Βάζεις την εργαλειοθήκη σου κάτω για να χτυπήσεις
στην πίσω πόρτα των σιωνιστών εποίκων
που δίνουν δουλειά
 
Αλλά
 
Το αφεντικό των σιωνιστών εποίκων φωνάζει
Ουαλά
Μις χον ελ γιομ!
Δεν υπάρχει σήμερα
Αγόρι μου!
 
Και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ευχαριστείς τον Αλλάχ που
η γυναίκα σου και τα παιδιά σου δεν είναι εκεί
για να τους ακούσουν να σε φωνάζουν
Ουαλά
 
*Εισαγωγή και απόδοση από το πρωτότυπο: Παναγιώτης Ελ Γκεντί

**Δημοσιεύτηκε στο jacobin.gr

Joseph Bovshover: Η ποίηση Yiddish, ο βρετανικός αναρχισμός και η Ρωσική Επανάσταση

Ο Joseph Bovshover στη Νέα Υόρκη το 1911

Το εξώφυλλο του «The Spur» τον Μάιο του 1920, σε εικονογράφηση του Henry Bernard

Mike Carey, CDA Student*

Έρχομαι σαν ένας φλεγόμενος κομήτης, σαν τον ήλιο όταν ξυπνά η αυγή.
Έρχομαι σαν μια θυελλώδης καταιγίδα, όταν σπάζουν οι κεραυνοί και οι αστραπές.
Έρχομαι σαν τη λάβα που ξεχύνεται από τα ισχυρά ηφαίστεια σε κίνηση.
Έρχομαι σαν την καταιγίδα από το βορρά που ξεσηκώνει και εξοργίζει τον ωκεανό.

Οδήγησα τους καταπιεσμένους και τυραννισμένους λαούς των προηγούμενων γενεών.
Τους βοήθησα να αποτινάξουν τη σκλαβιά και να κερδίσουν την πλήρη απελευθέρωσή τους.
Πορεύτηκα με το πνεύμα της προόδου και βοήθησα κάθε προσπάθειά της.
Και θα πορευτώ μαζί με τους λαούς, μέχρι να τους ελευθερώσω για πάντα.

Εσείς, άγιοι με τα σακίδια γεμάτα χρήματα, εσείς, στεφανωμένοι δολοφόνοι, χρισμένοι με διαμάχες και συγκρούσεις.
Έρχομαι να σας καταστρέψω, τους νόμους σας, τα ψέματά σας και τις ανόητες συμβάσεις σας.
Τις καρδιές σας που διψούν για αίμα, θα τις τρυπήσω μέχρι να σταματήσει η ζωή μέσα τους.
Τα στέμματα και τα σκήπτρα σας, τα μικρά χρυσά παιχνίδια σας, θα τα σπάσω σε κομμάτια.

Κρεμάστε με ή πυροβολήστε με, οι προσπάθειές σας είναι μάταιες – χάσιμο χρόνου,
δεν φοβάμαι ούτε τις φυλακές ούτε τα βασανιστήρια, ούτε τα ικριώματα, ούτε οτιδήποτε άλλο.
Θα ξανασηκωθώ από τη γη και θα καλύψω την επιφάνειά της με όπλα,
μέχρι να βυθιστείτε στους τάφους σας, μέχρι να τελειώσει η δύναμή σας για το κακό.

Αυτό το εκδικητικό ποίημα είναι απόσπασμα από το έργο «Επανάσταση» του Joseph Bovshover, που γράφτηκε πριν από τη Ρωσική Επανάσταση, αλλά μεταφράστηκε και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1919 από το αρχικό του ιδίωμα Yiddish από τον Joseph Leftwich, για το βρετανικό αναρχοκομμουνιστικό περιοδικό The Spur. Είναι ένα ασυμβίβαστο ποίημα, που προειδοποιεί τις άρχουσες τάξεις και όλους τους πυλώνες της αριστοκρατικής και αστικής κοινωνίας.

*Από το “Gezamelṭe shriften: poezye un proza” (New York, 1911) 17104.a.3

Ο Joseph Bovshover (1873-1915) γεννήθηκε στο Lyubavichi («η πόλη της αδελφικής αγάπης») εντός της Ζώνης Διαμονής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, μέρος των περιορισμένων εδαφών στα οποία επιτρεπόταν να ζουν οι Εβραίοι. Αρχικά έδρα του χασιδικού κινήματος Chabad, η εβραϊκή κοινότητα του Lyubavichi έπεσε θύμα της ναζιστικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση και σφαγιάστηκε τον Νοέμβριο του 1941.

Μισό αιώνα νωρίτερα, το 1891, λίγα μόλις χρόνια μετά από μια σειρά βίαιων αντιεβραϊκών πογκρόμ, ο Bovshover είχε μεταναστεύσει από αυτό που αποκαλούσε «τις καταπιεσμένες και μαστιγωμένες από τον Τσάρο χώρες» στη Νέα Υόρκη – και μετάνιωσε πικρά που αποχωρίστηκε τη μητέρα και τον πατέρα του για να ξεκινήσει μια νέα ζωή μακριά από τα πογκρόμ. Εντασσόμενος στο «χωνευτήρι» της εργατικής τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες, έγινε γνωστός αναρχοκομμουνιστής «ποιητής των εργοστασίων της εκμετάλλευσης» και αγκιτάτορας στο εργατικό κίνημα, δημοσιεύοντας σε Yiddish και αγγλικά με το ψευδώνυμο Basil Dahl. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Bovshover νοσηλεύτηκε για ψυχική ασθένεια πριν πεθάνει το 1915.

Μετά το θάνατό του, η συμβολή του Bovshover στην προλεταριακή ποίηση αναγνωρίστηκε ευρέως, και όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά την μπολσεβίκικη επανάσταση του 1917, η Ρωσία τον αναγνώρισε ως δικό της. Ο David Shneer έγραψε ότι «ανακηρύχθηκε άγιος… ως ιδρυτής της λογοτεχνικής ιστορίας των Εβραίων εργατών» από τον αναδυόμενο σοβιετικό Τύπο στα Yiddish. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1918, η ποίησή του εμφανίστηκε σε τρεις από τις δώδεκα εκδόσεις της πρώτης εφημερίδας στα Yiddish στη Σοβιετική Ρωσία, «Varhayt» (Αλήθεια στα Γερμανικά). Ήταν φερέφωνο του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος «Pravda» (που σήμαινε επίσης «Αλήθεια» στα ρωσικά) και τον Αύγουστο του 1918 ιδρύθηκε εκ νέου ως «Der Emes» (και πάλι «Αλήθεια» στα Yiddish). Αν και υποστηριζόταν από τον Λένιν, έκλεισε υπό τον Στάλιν στα τέλη της δεκαετίας του 1930, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης σοβιετικής εκστρατείας κατά της κουλτούρας των ΓίντιςYiddish.

Ο Bovshover σύντομα έγινε γνωστός και στη Βρετανία. Μια σειρά μεταφράσεων της ποίησής του δημοσιεύτηκαν στο The Spur τα χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση, συμπεριλαμβανομένων των παραπάνω αποσπασμάτων. Το The Spur ήταν ένα βρετανικό περιοδικό αναρχοκομμουνιστικής κατεύθυνσης που αντλούσε έμπνευση τόσο από τον Μιχαήλ Μπακούνιν όσο και από τον Καρλ Μαρξ. Σε αντίθεση με πολλές άλλες αναρχικές εκδόσεις, οι συντάκτες του υποστήριζαν το μπολσεβίκικο κόμμα του Λένιν μέχρι την εδραίωση του σοβιετικού κράτους στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Στην παραγωγή του «The Spur» συμμετείχε μια ομάδα… πολύχρωμων προσωπικοτήτων. Επιμελήθηκε από τον Guy Aldred, έναν επαναστάτη με έδρα τη Γλασκόβη, και τη Rose Witcop, μια Εβραία αναρχική και σεξουαλική μεταρρυθμίστρια που είχε μεταναστεύσει στη Βρετανία από το Κίεβο της Ουκρανίας, τότε μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Τα χαρακτηριστικά καρτούν του περιοδικού ήταν του Henry Bernard. Ο Joseph Leftwich μετέφρασε την ποίηση του Bovshover για το «The Spur». Τον προσέλκυσε ο Bovshover ως σοσιαλιστής και παθιασμένος υποστηρικτής της εβραϊκής κουλτούρας. Ο Leftwich έγινε διάσημος ως ένα από τα «Whitechapel Boys», μια ονομασία που επινόησε για μια ομάδα εβραίων συγγραφέων και καλλιτεχνών στο East End του Λονδίνου πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ποίηση του Bovshover συχνά μελοποιούνταν. Αν και το έργο του φαίνεται να έφτασε στον βρετανικό αναρχισμό στα τέλη της δεκαετίας του 1910 και στη δεκαετία του 1920 μέσω του σοβιετικού Τύπου στα Yiddish, πιο πρόσφατα ανακαλύφθηκε εκ νέου χάρη στις συνεισφορές του στο αμερικανικό βιβλίο εργατικών τραγουδιών από τον Σκωτσέζο μουσικό της λαϊκής μουσικής Dick Gaughan, που αναβίωσε ως μέρος της μουσικής επίθεσης του Gaughan στον θατσερισμό και την κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου στη δεκαετία του 1980. Μπορείτε να ακούσετε τον Gaughan και την Judy Sweeney να ερμηνεύουν μια διαφορετική μετάφραση του «Revolution», με όλο το ριζοσπαστικό πάθος που απαιτεί ένα τέτοιο ποίημα, στο YouTube εδώ και υπάρχει μια ζωντανή εκδοχή μόνο από τον Gaughan εδώ.

Αναφορές/περισσότερες πληροφορίες:

«Joseph Bovshover: Poet of the Workers and the Sweatshops» στο http://yiddishkayt.org/view/joseph-bovshover/
«Yoysef (Joseph) Bovshover» στο http://yleksikon.blogspot.co.uk/2014/10/yoysef-joseph-bovshover.html
Joseph Bovshover, «Ένας Ρώσος Εβραίος θυμάται την ημέρα που έφυγε από το σπίτι του, περίπου 1896-1897» στο The Jew in the American World: A Source Book, επιμέλεια Jacob Rader Marcus (Ντιτρόιτ, 1996), σ. 353-4 YA.1998.a.1050.
Encyclopaedia Judaica στη διεύθυνση http://www.bjeindy.org/resources/library/encyclopediajudaica/
Dick Gaughan, «Σημειώσεις για το τραγούδι Different Kind of Love Song (1983)» στη διεύθυνση http://www.dickgaughan.co.uk/discography/dsc-love.html
Mark Shipway, Αντι-κοινοβουλευτικός κομμουνισμός: Το κίνημα για τα εργατικά συμβούλια στη Βρετανία, 1917-45 (Basingstoke, 1988) YC.1988.a.8404.
David Shneer, Το Yiddish και η δημιουργία της σοβιετικής εβραϊκής κουλτούρας: 1918-1930 (Κέιμπριτζ, 2004) YC.2006.a.10674.

*Η αγγλική εκδοχή του κειμένου βρίσκεται εδώ: https://blogs.bl.uk/european/2017/07/joseph-bovshover.html?fbclid=IwAR3H0jssmaESYjsbTZd17IAWv2oUn1gmgNBiuaQTRXT6cgHaJDC1m_kA4m0 Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης

Το εξώφυλλο του «The Spur» τον Νοέμβριο του 1919, σε εικονογράφηση του Henry Bernard

Ελάχιστα για τα ‘Λαϊκά Μανιφέστα’, του Λώρενς Φερλινγκέτι

Λώρενς Φερλινγκέτι.[1] Ένας ποιητής – πιθανόν – πλήρως αγνοημένος από την ελληνική κριτική, όπως αρκετοί από τους αντίστοιχους ομότεχνούς του, που μαζί τους συγκαταλέγεται σ’ αυτό που θα ονομάζαμε Ποίηση και όχι ποίηση. Συγκρουσιακή κατεύθυνση, ανανεωτική απεύθυνση, πειραματική διάθεση, κυκλοθυμική παρατήρηση και κριτική, μετασχηματιστική γραφή όλα αυτά αποτελούν ορισμένα από τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της υβριδικής ποιητικής του μεγάλου beat ποιητή.[2]

Η ποίηση του Φερλινγκέτι διακρίνεται από μια εσωτερικότητα, είναι ένα διάγραμμα αναζήτησης, μια χαραγμένη πορεία ανίχνευσης των είναι που συναντά και στοχάζεται. Ωστόσο, αυτή η εσωτερικότητα συμβαδίζει με την εξωστρέφεια, δεν εγκλωβίζεται στο ατομικό και την εγωπάθεια, αλλά είναι εστιασμένη στο συλλογικό και την εξωτερικότητα του κόσμου: «η μοντέρνα ποίηση είναι πεζή/μα λέει πολλά».

Ο Φερλινγκέτι δεν ήταν απλώς ένας ονειροπόλος γραφιάς, ένας ενορατικός flâneur, ένας ελπιδοφόρος της ρήξης, ένας πολυσύνθετος κόσμος. Απεναντίας, στον Φερλινγκέτι βρίσκει κανείς κάτι πολύ πιο ουσιαστικό (τόσο για την ποιητική τέχνη όσο και για την ίδια τη ζωή). Δεν έδωσε όραμα στην ποίηση, αλλά ποίηση στο όραμα. Κατέδειξε με έναν πολύ εύσχημο και ιδιαίτερο τρόπο το πιο συγκρουσιακό ίσως αίτημα: την ποιητικοποίηση της ζωής (μας). Ο Φερλινγκέτι εργάστηκε για την αποδοχή της αντίληψης ότι η ποίηση δεν είναι μια εργαστηριακή διαδικασία και λειτουργία, μια μυστική και ελιτίστικη τελετουργία – ενδεχομένως ούτε καν τελετουργία. Η σύνδεση της ποίησης με τη ζωή δεν είναι παρά η επανασύσταση της τελευταίας με τρόπο φυσικό, απλό και κατά μία έννοια λογικό:

Δεν είναι ώρα να κρύβεται ο καλλιτέχνης
πάνω, πέρα, πίσω απ’ τις σκηνές,
αδιάφορος, μασουλώντας τα νύχια του,
καθοριζόμενος από το υπαρκτό.
Δεν είναι ώρα για τα μικρά φιλολογικά παιχνίδια μας,
ούτε για παράνοιες και υποχονδρίες,
για φόβους κι απαλλαγές.
Ώρα για αγάπη και φως είναι τώρα.
Έχουμε δει τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς μας
τσακισμένα από τη βαρεμάρα σε ποιητικές εκδηλώσεις.
Η ποίηση δεν είναι μια κρυφή κοινωνία ούτε εκκλησία.
Λέξεις κρυφές και ψαλμοί ας μένουν πια (σελ. 12)

Ποιητής όχι του λαού αλλά λαϊκός ποιητής, ο Φερλινγκέτι μετασχηματίζει την κατεστημένη οπτική για την ποίηση, αρθρώνει έναν αποδομητικό αντίλογο στην παρακμή που μαστίζει την εν λόγω τέχνη – κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει και στις μέρες μας. Για τον Φερλινγκέτι η ποίηση δεν είναι μόνο ό,τι παράγει ο ποιητής, αλλά και ο ίδιος ο ποιητής. Υπό αυτή την έννοια, εντοπίζεται στον Φερλινγκέτι η ανάγκη, η ελπίδα, αλλά και η αδιάκοπη προσπάθεια για τόνωση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ της ζωής και της ποίησης. Η ποίηση δεν είναι κατοχή και εφησυχασμός αλλά ένταση, αλληλεπίδραση και κίνηση, η γραφή δεν είναι στασίδι και ύπνωση αλλά διακίνηση και συνομιλία, ο λόγος δεν είναι ησυχαστήριο και πολύ περισσότερο νεκροταφεία αλλά ανανεωτικός θόρυβος και εξέγερση:

Ποιητές, κατεβείτε
για άλλη μια φορά στο δρόμο του κόσμου
κι ανοίξτε μάτια και μυαλά
με την παλιά οραματική έκλαμψη,
καθαρίστε το λαρύγγι σας και βγάλτε –
η ποίηση είναι νεκρή – μια αχανή, ζωντανή ποίηση
με φοβερά μάτια και βουβαλίσια δύναμη.
Μην περιμένετε την επανάσταση
ή μήπως θα γίνει δίχως εσάς.
Πάψτε να μουρμουρίζετε και μιλήστε
με μια ορθάνοιχτη ποίηση,
μ’ ένα “δημόσιο πρόσωπο”,
σε άλλα υποκειμενικά επίπεδα
ή άλλα ανατρεπτικά επίπεδα
κι έναν χρονομέτρη στο εσωτερικό αυτί
να χτυπά κάτω από το πρόσωπο.
Γι’ αυτόν το γλυκό σας εαυτό μονάχα τραγουδήστε,
αρθρώστε ακόμη το Λαϊκό Κόσμο –
Ποίηση: ο κοινός φορέας
για την προώθηση του λαού
σε τόπους υψηλότερους
απ’ αυτούς που κατορθώνει οποιοδήποτε άλλο μέσο (σελ. 13-14).

Αυτό που ελκύει τον αναγνώστη και αυτό που τον απωθεί στην ποιητική του Λώρενς Φερλινγκέτι είναι κοινό: είναι ο τρόπος που εννοεί την ποίηση. Η  ποίηση όχι ως μαγεία αλλά ως (πρωτοποριακή) δράση, όχι ως ιεραρχικό σύστημα εξουσίας αλλά ως ένα πεδίο ανοικτό, όχι ως ομάδα επίλεκτων και εκλεκτών αλλά ως συνήθειες, ερεθίσματα και αντιπαραθέσεις, όχι ως μηχανή καθολικοποίησης νοημάτων και ομοιογενοποίησης επιτελεστικοτήτων αλλά ως ένα χώρος διαφοράς, ως ένα μείγμα συγκρούσεων το αποτέλεσμα των οποίων δίνει πνοή και – ρεαλιστική – κίνηση στη σκέψη και την πράξη (αν όντως υφίσταται τούτος ο διαχωρισμός).

[1] Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Φερλινγκέτι, Λ. (1988). Λαϊκά Μανιφέστα (Γ. Μπλάνας, Μτφρ.). Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
[2] Αν και ο ίδιος αρνήθηκε κάποτε αυτόν τον χαρακτηρισμό (βλ. Φερλινγκέτι, 1988: 41-46).

Μιχάλης Κατσιγιάννης

*Το κείμενο δημοσιεύεται στο https://artinvivo.gr

Κριτικό σημείωμα για τον Νικανόρ Πάρρα

Μιχάλης Κατσιγιάννης

Ο Νικανόρ Πάρρα, (αντι)ποιητής της αντιποίησης (1), είναι ένας άνθρωπος που μπορεί κανείς να εμπιστευθεί. Αυτή η παρατήρηση είναι μεγάλης σημασίας αν αναλογιστούμε ότι το σύμβολο του ποιητή πάσχει διαχρονικά και έντονα από κάλπικες, μη λογοτεχνικές ανάγκες, που συχνά αντανακλούνται στην εργασία του και μεταβάλλουν αρνητικά το περιβάλλον των χρησιμοποιούμενων λέξεων. Η ποιητική του Πάρρα, μακριά από το να θωρηθεί μέθοδος αλλά μάλλον επιτελεστική πρακτική επιβίωσης, αποτελεί κι αυτή μαζί με άλλες, μία αξιοσημείωτη – όχι με την αστική έννοια της απόδοσης δαφνών – αλλαγή παραδείγματος, τόσο σε ό,τι αφορά την ενασχόληση με την ποίηση όσο και σε ό,τι αφορά τον ποιητή ως είδος. Και αυτή η τελευταία παρατήρηση είναι μεγάλης σημασίας, αφού το ποιητικό παράδειγμα/υπόδειγμα που σύστησε ο Νικανόρ Πάρρα ήταν ανέκαθεν ένα δύσκολο είδος, ένα «νομαδικό» είδος προς εξαφάνιση – από την αστική έννοια που θέλησα πιο πάνω ν’ αποφύγω – που δραστηριοποιείται εντός «ριζωματικών» αντιπλαισίων, εκδοχών και προοπτικών (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022).

Ο Νικανόρ Πάρρα κατάφερε να απεγκλωβιστεί από την κατεστημένη ποιητική νοοτροπία που μέχρι και τις μέρες μας μαστίζει την εν λόγω τέχνη. Η γραφή του ανέδειξε το γεγονός ότι η ποίηση συνδέεται – καταγωγικά – με τη δράση του υποκειμένου μέσα στον κόσμο χωρίς να ξεχωρίζει την εσωτερικότητα από την εξωτερικότητά του. Αυτός είναι ίσως και ο πιο βασικός λόγος για τη συγκρουσιακή λογική που διέπει συνεκτικά αλλά και άτακτα την τέχνη του Πάρρα. Ο ποιητικός του λόγος, έμμεσος αλλά και διαπεραστικός, υπαινικτικός αλλά και ευθύβολος, απαλός αλλά και βαρύς, αποσκοπεί όχι φυσικά σε αυτό που συχνά ονομάζεται ως τέρψη του αναγνώστη, αλλά σε μια πορεία βαθύτερης, μη πλασματικής συνειδητοποίησης, σε μια ανοικτή, ενδεχομενική συνομιλία για τον κόσμο με τον κόσμο:

Ειδοποίηση

Δεν επιτρέπω να μου πει κανείς
Πως δεν καταλαβαίνει τα αντιποιήματα
Όλοι θα ξεραθούν στα γέλια.

Γι’ αυτό εγώ σπαζοκεφαλιάζω
Για ν’ αγγίξω την ψυχή του αναγνώστη.

Αφήστε τις ερωτήσεις.
Σαν είναι ετοιμοθάνατος κανείς
Ξύνεται όπως μπορεί.

Ακόμα τούτο:
Εγώ δε δυσκολεύομαι καθόλου
Να φορέσω μονάχος το ζουρλομανδύα.

(Πάρρα, 2002: 45)

Κάτι μας λέει o ποιητής για το βάρος μας στον κόσμο, για τους συσχετισμούς μας με τους χωροχρόνους του, για το άλογο της καθημερινότητας, για το κλίμα της παρακμής που στέκει ως εμπόδιο για την εύρεση εναλλακτικών πρακτικών και μορφών ύπαρξης. Ο Πάρρα ενδιαφέρεται για τον κατακερματισμό του παζλ που μοιάζουν να είναι οι ζωές μας, για το ιδιότυπο ναρκοπέδιο που είναι η ζωή (μας): «όλα δηλητηριασμένα εκ των προτέρων» (Πάρρα, 2002: 64), γράφει κάποτε, για τη σήψη του τοπίου, ενός τοπίου που όπως στον καιρό του έτσι και τώρα στον δικό μας, σέρνει τους πάντες και τα πάντα στη λήθη, στην αποχαύνωση και το σημαντικότερο απ’ όλα, στην εμπέδωση της αναξιοπρεπούς και ρηχής παρουσίας:

Η κατάσταση γίνεται δύσκολη

Αρκεί να κοιτάξεις τον ήλιο
Πίσω από ένα θαμπό γυαλί
Για να δεις πως τα πράγματα πάνε άσχημα:
Ή μήπως πιστεύετε το αντίθετο;

Εγώ προτείνω να γυρίσουμε
Στις καράμαξες
Στο αεροπλάνο με ατμό
Στις τηλεοράσεις από πέτρα.

Οι παλιοί είχανε δίκιο:
Πρέπει να μαγειρεύουμε με ξύλα.

(Πάρρα, 2002: 52)

Ποίηση αντιδογματική, αντισυμβατική, πρωτοποριακή και πολιτική (χωρίς να είναι στρατευμένη), αποφασίζει να επιτελέσει το έργο, όχι μιας κάποιας ελιτίστικης αφύπνισης του αναγνώστη, αλλά να τον προσκαλέσει σε μια συλλογική εξερευνητική ροή σκέψης και να τον προκαλέσει ν’ αφουγκραστεί τη δυναμική του πολύτιμου λόγου της – όχι επί τούτου – αμφισβήτησης και να επιτελεστικοποιήσει το ζωτικό χάος της παρέκκλισης, τον βαθύ και συνάμα πραγματικό ερωτισμό της αντίστασης, το λυτρωτικό αντιπρόγραμμα της αποδόμησης:

Όταν οι Ισπανοί

Όταν οι Ισπανοί ήρθαν στη Χιλή
Τα’ χασαν στην κυριολεξία γιατί εδώ
Δε βρήκαν ούτε ασήμι ούτε χρυσάφι
Χιόνι και τριμμένη πέτρα, ναι, τριμμένη πέτρα και χιόνι
Τίποτα δηλαδή που ν’ άξιζε τον κόπο
Τα είδη διατροφής ήταν ελάχιστα
Και συνεχίζουν να’ ναι θα μου πείτε
Είναι ακριβώς αυτό που ήθελα να τονίσω
Ο κόσμος στη Χιλή πεινάει
Κι ας ξέρω πως ομολογώντας το
Μπορεί να καταλήξω στην Πισάγουα
Αλλά ο αδιάφθορος Χριστός του Έλκι
Δεν μπορεί παρά να λέει την αλήθεια
Ας μου το συγχωρέσει ο στρατηγός Ιμπάνιεθ
Μα στη Χιλή ούτε έχουν ακουστά για ανθρώπινα δικαιώματα
Ούτε για ελευθερία του τύπου
Εδώ διατάζουν όσοι έχουν τον παρά
Κι η αλεπού φυλάει το κοτέτσι
Αλλά πείτε μου, αλήθεια,
Σε ποια χώρα σέβονται τ’ ανθρώπινα δικαιώματα;

(Πάρρα, 2002: 76)

Καταληκτική σκέψη. Η όποια προσπάθεια ανάγνωσης του έργου του Νικανόρ Πάρρα είναι αφετηριακά απολύτως θετική, και αναγκαία θα πρόσθετα. Ωστόσο, για να είναι και ουσιώδης, δηλαδή όχι απλώς ένας καταναλωμένος όγκος λέξεων και όχι νοημάτων, απαιτείται από τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην αλλαγή παραδείγματος που συνέβαλλε και αναζωογόνησε ο Πάρρα.

  1. “Ο όρος που έγινε ευρύτερα γνωστός υπαγορεύοντας τη ρήξη με την παραδοσιακή ποίηση, έχει τις ρίζες του στη διαμονή του ποιητή στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1949-1952 και την επαφή του με το έργο των Πάουντ, Έλιοτ, Κάφκα, Μπλέηκ, με τη φροϋδιανή θεωρία και τον υπερρεαλισμό”. (Άγγελο, 2025, βλ.επίσης, Τσαλαπάτης, 208, Χρηστάκου, 2022).

Βιβλιογραφία

Αγγελή, Ν. (2024). Nicanor Parra, Οικοποιήματα. Νέο Πλανόδιον. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2025, από: https://neoplanodion.gr/2024/12/22/nicanor-parra-ecopoemas/

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Πάρρα, Ν. (2002). Ποιήματα και αντιποιήματα (Ρ. Καππάτος, Μτφρ.). Εκδόσεις Εκάτη.

Τσαλαπάτης, Θ. (2018). Ο Νικανόρ Πάρα και η αντιποίηση. efsyn.gr. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2025, από: https://www.efsyn.gr/nisides/anohyroti-poli/139098_o-nikanor-para-kai-i-antipoiisi

Χρηστάκου, Β. (2022). Μονόλογος του ατόμου. Χάρτης. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2025, από: https://www.hartismag.gr/hartis-47/metafrash/monologhos-toi-atomoi

Reading Greece: Antonis Tsokos – “Only through poetry can we imagine a world without prejudices and inequalities”

Antonis Tsokos was born in Athens in 1976. His first poetry collection titled Swing with the stars was published in 2013, followed by One more drink, Charles, Hours of plural insomnia, and From Emmanouil Benaki to midnight, all by Gavriilides Books. His poems have been translated into German and have been included in various anthologies. His new poetry collection titled A cooperative of janitors was published in December 2024 by Kichli.

Since 2016 he manages the online magazine Monocle. In autumn 2021, he opened Monocle Bookstore in Feidiou str., in the centre of Athens and in spring 2023 the Monocle Editions.

Your latest poetry collection Συνεταιρισμός θυρωρών [A cooperative of janitors] was recently published by Kichli. Tell us a few things about the book.
Α cooperative of janitors  is my fifth poetry collection, the first to be published by Kichli. The poems included in the book were written from 2019 to early 2022. I don’t remember which is the first poem in the collection, I mean chronologically, but I do remember the last one, that is, “The Cats of Feidiou str.”.  This is the only poem written in a bookstore. I should say that these poems, to a large extent, are also children of the city. Of my beloved Athens and beyond.

Love and death, time that relentlessly passes by and an underlying sorrow for things that are irreversibly lost seem to pervade the poems of the book. Which are the main themes the book touches upon?
Love, an ancient art that is being lost day by day, is one of the main themes of the collection. Another theme is time, which often moves in reverse, from the present to the past, deep into its arrogance, wearing itself away instead of inflicting damage. There are also references to love, death, and wealth unrelated to material possessions. Finally, there are conversations with my favorite poets; poets who have exerted an influence on my daily life.

Since your first poetry collection in 2013 until today, more than ten years later, what has changed and what has remained the same in your poetry? Are there recurrent points of reference in your writings?
My first poetry collection is quite different from my subsequent books. Both in the style and form of the poems. First writing ventures have an innocence that is difficult to repeat. In Swing with the stars I focused on finding the rhythm of my poems. Poetry is a dance that begins on earth and ends in heaven. For this to happen, your knees have to bleed repeatedly.
This condition won’t change no matter how many years pass by. The wounds only differ, some have healed while others are still deepening. If there is a point of reference in my poetry it is the urban lifestyle. The trees that live in my poems do not know what life is like in the forest. They have all grown up on busy avenues.

Critics have commented on the use of surreal elements in your poetry. What purpose does this sense of the unfamiliar, along with a strong ironic and sarcastic element, serve?
Many times poetry goes beyond reality to put things into the right perspective. In one of my poems I write “have you seen birds stop at red lights?”. In societies boundaries are set by people; poetry is governed by other rules. The law of gravity weighs down objects; in human thought there is no predetermined end. Otherwise poetic irony and sarcasm is the only way out.

More generally, what role does language play in your writings?
Language is both the beginning and the end for those of us involved in writing. A dear person of mine used to say that it’s the tools that make the master. Language is the most important tool we have in our hands. If we use it right we can do wonders, if we overdo it we will prove unworthy. There is always the risk of still damaging the tool itself.

How does poetry converse with the surrounding environment? Could poetry be used to imagine what could be radically different realities?
The role of poetry is comforting, subversive and radical. Only through poetry can we imagine a world without prejudices and inequalities. Can a poem change the world? Definitely no. But it can help us reconsider our perceptions.

In recent years there has been a burgeoning of poetry in every form. How is this strong civic presence to be explained?
In recent years, the production of poetry books has been on the rise. This does not mean that the interest of poetry readers has increased as well. However, in order not to be level-headed, some steps have been taken in this direction. Small publishing houses, independent bookstores and some creators have contributed to this end. Important poetry festivals are now held both in Athens and around the country. What is needed is for the poets to put ourselves second. Poetry should always come first.

How do contemporary poets converse with global literary trends? Where does the local/national meets the global and the universal?
The new generation of poets has an important tool in their hands, the internet. Technology has unwittingly benefited the written word. It is important that the poetry written today in every part of the planet reaches the eyes, ears and consciousness of our own creators the moment it is written. From then on, it is up to each creator to decide what to keep and what to leave free in the sky of poetry.

*Interview by Athina Rossoglou

*From https://www.greeknewsagenda.gr

Poetry Commentary: Antigone Kefala — Voice from Another Shore

By James Provencher*

Like her sisters in the art of crystalline complexity, Australian poet and novelist Antigone Kefala persevered through years of isolation, obscurity, and critical neglect.

Commemorative Edition: Fiction/Poetry by Antigone Kefala. Two Volumes: Fiction (375 pages), Poetry (287 pages). Paperback/Boxed Set: $80 (AUD),  available singly for $34.95 (AUD), Giramondo Publishing.

The long-neglected and often marginalized Australian poet and novelist Antigone Kefala died in 2022 in Sydney at the age of 91. Thankfully, her publisher, Giramondo, has recently gathered a life’s work of seventy years into a Boxed Commemorative Set Edition.

It is a gift to have her complete works available in two immaculate, compact volumes: two hundred poems, six novellas, and ten short stories. A somewhat slim oeuvre, some would say, but Kefala’s formidably distilled vision resonates with considerable lyric power. Her prose and the poetry are spare, elliptical, and minimalist. Highly compressed force-fields, Kefala’s creations are primed to detonate, to release what she believed to be deeper nurturing forces and energies. Reading her work, one is put in mind of Sappho, Emily Dickinson, Anna Akhmatova, and Elizabeth Bishop. Like her sisters in the art of crystalline complexity, Kefala persevered through years of isolation, obscurity, and critical neglect.

A newcomer from an old country, a High Modernist European type who was out of step with Australia’s vogue in the ’50s for social realism, Kefala was early on labelled an ‘outsider’ because of her gender and ethnicity, excluded because she was pursuing an immigrant aesthetic. Summing up the early years, Kefala recalled: “I always felt that I was trespassing, that I was left waiting by the wayside, passed by, shunted to the side of the road.”

Recognition would come, but late. In 2005 she finally won Australia’s most esteemed poetry prize, The Judith Wright Calanthe Award. Then, shortly before her death, she won the country’s highest literary honor for her body of work: The Patrick White Award. That must have been ironically gratifying for a monastically modest artist who wryly maintained: “Reputation is something one must avoid at all costs.”

Kefala’s backstory is an archetypal journey to find a new home in a new world. Born in 1931 in Brailia, Romania to a Greek family that originally hailed from near Ithaka, she grew up speaking French at school and Romanian at home. Her father spoke Greek. The Germans invaded at the beginning of World War II. Then, with their retreat, the Russians marched in, forcing the family to live for three years in Greece, first in an abandoned orphanage, then in a displaced persons camp.  Waiting for transit to somewhere, anywhere, Kefala learned Greek, her third language. She called this her refugees-in-waiting period: “Foreign here, there, foreign everywhere.”  It was 1950 and she was sixteen when she finally traveled to another dislocation, another hemisphere, down under in New Zealand.
 
The Promised Land
The roads were of candy
the houses of ice cream
the cattle of liquorice.
Pretty, we said,
drinking the green air,
as in a fairy tale we said,
eating the green water, brackish,
breathing the smoke that rose
from the greenstone hills
and the moon alone
nailed to the bottom of the sky.
 
In the ’50s, when Kefala, as part of the post-war Greek Diaspora, reached New Zealand and then Australia, she found both countries firmly in the cultural grip of Western empire, colonialism’s long hangover: “I found these places to be more English than English, a people merely shifting from a small to a larger island.” “The Dominant Culture,” she observed, “complains there are too many voices while the minority one complains there are too few.”

Working for the Maori Cultural Council in New Zealand, and then for the National Arts Council in Australia, Kefala fought for a number of causes. They included broadening official definitions and categories of aesthetic-creative pursuits by immigrant artists, as well as challenging patronizing expectations of ethnic writing. She had arrived at a propitious time; Australia was beginning to undergo a questioning of its national identity — there were intimations of a great sea-change.

Responding to socio-political pressures as well as political realities, the government embraced diversity as a national program, welcoming a wide range of refugees, encouraging European and Asian-Pacific immigration. The influence exerted by this foreign influx was deep and dramatic: it expanded the confines of the country’s Anglophile arts culture. Australia’s cultural coming of age paralleled Kefala’s own rite of passage as a young female writer trying to find a place to belong.
Understandably, Kefala’s early work — the novellas and short stories — fits into the Bildungsroman genre. In her case, Kefala traces migrant female characters who are navigating the travails of growing up challenged by cultural dislocation, linguistic estrangement, and aesthetic and gendered restrictions. The titles of her early fiction are telling: The First Journey, The Boarding House, The Island (a tri-lingual edition in Romanian/French/Greek), Alexia (Kefala’s child-persona), Intimacy, and Waiting.  

Strangers in a strange land, Kefala’s fictional personae are forced to negotiate a life as they decipher alien mores, maneuvering their way across the minefields of English. This was the writer’s fourth acquired tongue, and she pronounced it to be a rather pragmatic instrument. These fictional transits into female adulthood are unsettling, at times wrenching, but always enlightening.  Kefala’s vulnerable, questing protagonists learn to tread carefully — a misstep can lead to alienation, loneliness, and emptiness. Scenes of serene stability for these characters prove to be false; a sharp tear, a rent, arrives and suddenly the bottom falls out. These are tales of tenuous footholds in a fragile world; their detached, understated tone casts a spell of twilit expectancy.

The heroine of Alexia, for instance, is a young girl caught between two cultures. She arrives in New Zealand with a small suitcase of memory, a few books, and a violin. Kefala called New Zealand, her first home, a place where “the Elders had read the signs and buried the magic.” These Elders, of course, were the Maori, and it was this very ‘magic’ she sought to absorb and display in her fiction and poetry.

Departing New Zealand for Australia in 1959, Kefala sailed through Sydney Harbor, where she was first struck by the light: “numinous, Grecian-bright, a palpable honey-apricot, milky and powdery. The platinum bay aglitter, sandstone cliffs at the Gap, glowing amber.” She felt buoyed, almost at peace. Sydney would be her residence for the next 70 years.  Settled in a home at the edge of the harbor, she primarily wrote poetry. These are the books for which she is the most admired: The Alien, Thirsty Weather. European Notebook, Absence, Journeys, and Fragments.

She had undergone considerable difficulties, but now, on a farther shore, where the First Peoples sang to keep everything alive, her feet were planted on hard but fertile ground. In her verse she embarked on mapping journeys into her interior zones. She called these explorations of consciousness “serious business”: “Everyone forgets that writing arises out of an inner necessity, that each piece has its own measure, determined by itself, which no one can alter without altering its nature.” In other words, one had to bring a tenacious sense of organic form to the task of probing inner landscapes. In his poem “The Next Life,” William Carlos Williams articulated the point compactly: “The sea is not our home—Inland we must go.”

Out on the very edges of South Australia, in a terrain so rough and hostile that the early explorers gave up and turned back, the last small rise was named Mt Hopeless. That is where Kefala’s poems begin, and press further on: tracing primal journeys, leaping from outer to inner landscapes, from the known into the unknown, from the earth into the metaphysical, from charting the space in dreamtime to speculating about existence in the afterlife.

As a child, while searching for shells on the beach with her mother, Kefala listened carefully to the susurrus of the sea within herself. And that inspired questions: “Do you hear the sea inside me? Does your heart open to my voice?” These interrogatives are at the center of Kefala’s elemental questing vision — humanity’s search for a home.
 
Coming Home

What if
getting out of the bus
in these abandoned suburbs
pale under the street lights,
what if, as we stepped down
we forgot who we are
became lost in this absence
emptied of memory
we, the only witness of ourselves
before whom shall the drama be enacted?
 
*James Provencher, a U.S. expat living in Canberra, Australia, is a former teacher/poet in residence at The Frost Place, Robert Frost’s farm and museum in Franconia, NH.

**Published here: https://artsfuse.org/311215/poetry-commentary-antigone-kefala-voice-from-another-shore/?fbclid=IwY2xjawK3srtleHRuA2FlbQIxMQABHqrMZDDqAOUi4MGddBA6p2xFc_vSW9cdVr3FqKTMDmNdaDeXPd6CBn_De6TX_aem_HI0Z52OREn9vb4gzG_LlDA

Viktor Tatishchev, Πενήντα φωτογραφίες του με τον τίτλο “Ιθάκες”

Μέσα στη λαοθάλασσα του διαδικτύου από σύμπτωση θα έλεγε κανείς, αν και πολλοί θα πείτε πως τίποτα δεν είναι τυχαίο, όταν μέσα στο διαδίκτυο συναντώνται δύο άνθρωποι όπως ο Βίκτωρ κι εγώ.

Κάπως έτσι γεννιέται η ιδέα της συνεργασίας ενός φωτογράφου και μιας συγγραφέως. Έτσι όπως η τέχνη συναντά την λογοτεχνία.

Η εφεύρεση της φωτογραφικής μηχανής ήρθε σαν αποτέλεσμα ή μάλλον σαν συνέχεια της τέχνης της ζωγραφικής που στόχο είχε την διαιώνιση του προσωρινού της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η φωτογραφία στις μέρες μας έχει περάσει στην συνείδηση της Ιστορίας στις καλές Τέχνες και δεν θα άφηνε κανέναν μας αδιάφορο η εξέλιξη της μέσα στα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα που με γοργό ρυθμό μέσα από τα γρανάζια της τεχνολογίας πέρασε από την απλή συμβατική στην αναλογική για να εντυπωσιάσει με την υπερσύγχρονη DSLR.

O Viktor Tatishchev, ένας παλιός φωτογράφος όπως ονομάζει τον εαυτό του ασχολήθηκε από τα νεαρά του χρόνια με την φωτογραφία και συγκεκριμένα από τότε που ήταν μαθητής Λυκείου.

Γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας και τελείωσε το Λύκειο θετικής κατεύθυνσης. Ξεκίνησε σαν χομπίστας φωτογράφος και ασχολήθηκε επαγγελματικά για ένα διάστημα. Ως επαγγελματίας πολεμικός φωτογράφος βρέθηκε να καλύπτει φωτογραφικά τον πόλεμο στην Τσετσενία και μετά στην Λιβύη της Βόρειας Αφρικής.

Αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης Επιστήμες και σήμερα ζει και εργάζεται ως διευθυντής σε μια εταιρεία στην Ρωσία.Για την ακρίβεια ως 3D team manager.

Μέσα στις πολλές επαγγελματικές του υποχρεώσεις η φωτογραφία εξακολουθεί και είναι το αγαπημένο του χόμπι.

Παρά την δυσκολία του διαδικτύου σαν μορφή επικοινωνίας συνεργαστήκαμε θαυμάσια και πολύ γενναιόδωρα μου πρόσφερε 4 φωτογραφίες του για το βιβλίο μου “ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη του 2024.

Από αισθητικής άποψης η σονάτα μου απογειώθηκε κι έτσι σκέφτηκα όχι μόνο να συνεχίσω την συνεργασία μαζί του αλλά στα πλαίσια μιας διαπολιτισμικής διάδρασης όπου η τέχνη της φωτογραφίας συναντά την λογοτεχνία να σφραγιστεί με μια έκθεση φωτογραφίας του Βίκτωρ η οποία θα συνέπιπτε με την ζωντανή παρουσίαση του τρίτου μου βιβλίου ΡΟΥΒΙΝΑ Η ΟΡΜΥΛΙΩΤΙΣΣΑ που κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2024.

Δυστυχώς, αντίξοες συνθήκες δεν επιτρέπουν την πραγμάτωση αυτού του στόχου μας.

Παρ’ όλα αυτά το φωτογραφικό υλικό του μου το έχει στείλει και αποτελείται από 50 φωτογραφίες με τον τίτλο “Ιθάκες”.

Τη σειρά αυτή την ονομάσαμε έτσι γιατί οι περισσότερες από τις φωτογραφίες του είναι σε εσωτερικό χώρο δηλαδή στο σπίτι μέσα.Μέσα από την απλότητα και την σιγουριά που σου προσφέρει το σπίτι σου που μάλλον θα πρέπει να αναφερθώ σε μία Αγγλική ρήση για να επιχειρηματολογήσω: .

Δεν θα αναφερθώ σε τίποτα περισσότερο αν και είχα στον νου μου το ποίημα του Κ.Π.Καβάφη “Η Ιθάκη”.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις λέει ο λαός. Θα σας αφήσω λοιπόν να απολαύσετε 50 φωτογραφίες του Viktor Tatishchev και θα ευχαριστήσουμε για άλλη μια φορά την κυρία Γεωργία Κοτσόβολου και το Περιδικό HOMOUNIVERSALIS για την Φιλοξενία της έκθεσης και της παρουσίασης του βιβλίου μου ΡΟΥΒΙΝΑ Η ΟΡΜΥΛΙΩΤΙΣΣΑ

ΜΑΡΙΑ ΜΑΚΜΙΛΑΝ ΖΑΧΑΡΙΑ

Ο Viktor Tatishchev και η Maria Macmillan Zacharia zachariamaria1@gmail.com είναι μέλη της φωτογραφικής ομάδας [YouPic]

REVIEW ON VIKTOR TATISCHEV’S PHOTO WORK

According to Samuel Becket, a great writer, and a poet whose favorite hobby was photography,” a photographer expresses in his images his inner world”. In other words, people tend to immortalize by taking photos, what they see nice or beautiful or what is in their interest.

That’s how I stopped in front of Viktor’s photos, staring at them with admiration. A series of photos he calls ‘table work’.

As he said, he used a technique that wouldn’t be able to explain in the chat box and therefore I had to read the instructions which means, pages and pages.

As I was born in 1961 in Greece, I have been confronted with all the changes of technology of the last 50 years, which means half a century.

Speaking about Viktor’s photos I will make a stop on the ones that a photo camera is depicted and occasionally an old clock. A clock that somebody wouldn’t find in the market easily today because all these device have been replaced by digital contemporary device that indicate the year we live in, The year 2024 ,the first quarter of the 21st century. It also reminds us of past times that we, the older generation keep remembering with nostalgia.

The photo camera used to be in the form of compact and photographers used the traditional film. The combination of these two items are depicted in an image next to books very well arranged, giving me the impression that I had in front of me a whole history through the decades in black and white colors that ring the bells of the past just before the invention of the colored film. I t also tends to occupy our memory and through minimalizing gives the sense of vintage on a photo that probably was taken yesterday.A piece of art that the artist didn’t take much effort, but the result was simply superb.

Being a writer, trying to combine narration in the form of short stories with poetry,I wrote a book with the title For A sonata And A paper moon.

When I bumped into Viktor’s photos depicting an old piano with a porcelain cup of coffee next to it, I thought to myself ‘Yes, that’s it. This is what I really want as a cover of my book
I have never met Viktor in real life, but a real friendship started because we had in common our love to photography.

It took us a bit to cooperate, but we eventually made it and I think a real friendship started since we finally recognized each other.

Trying to combine the four photos I was given very generously by Viktor, I put one photo, the one with the piano and the cup of coffee as a cover because the cup of coffee to me symbolizes hospitality as whenever somebody visits my place, the first question is ‘Will you have some coffee?’

Hospitality is one of the customs of Greece and since Greek mythology to nowadays has passed into our tradition though the contemporary Greeks express a slight fear because of the vast number of refugees that have invaded my country lately.

A Sonata is kind of classical music. Music, art, literature, poetry painting and photography as an art are some of the things that distinguish humans from animals bearing in mind that human brain is divided in the spiritual part and the one that characterizes animals. A human being to survive needs both kind of nutrition. Music is the best to make humans better.

Later on always staring with admiration the rest of Viktor’s work,I stopped at a cup of coffee made of procaine and red roses were drawn on it ,sample of good taste and a hint that characterizes inner quality. At the same time this porcelain reminded me of something similar that my mother used to have and when she was alive I asked her once whether I could have it She refused smiling to me by saying ‘No’, because you will be having your coffee or tea in it whenever you visit me.

So, I realized that this cup with the roses must be as precious to Viktor as the memory of a mother or somebody he truly loved.

I would like to stop here but just before I finish, I must mention a combination I made in my book. I combined a photo I was given by Viktor with an extract by Odysseas Elytis, a Greek   Poet, awarded with the Nobel Prize once.

That’s how I divided the third part of my book.*

*Η αναφορά είναι για το βιβλίο της Μαρίας Μακμίλλαν Ζαχαρία “ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη από τις εκδόσεις “Όστρια” με εξώφυλλο του Viktor Tatishchev.

On page 83

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις και πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το’ τ’ και το ‘ε’
Πάντα εμείς το φως και η σκιά
Πάντα εσύ το αστεράκι και πάντα
Εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι

Οδυσσέας Ελύτης.

So, I will try to translate these lines for the sake of my friend Viktor
The waves have heard of you
How you caress and how how
You kiss.
How you whisper the letters ‘t’ and ‘e’
We will always be the light and the shadow.
You will always be the star and I will always be
The dark boat
You will be the port and I will be the torch.

Translated by Maria Zacharia

My book practically is divided in three parts. On page 17 you can see again the same photo of Viktor’s piano and the cup of coffee but though Viktor gave it to me slightly different in color, a bit reddish it ended up while printing ,black and white.

Moreover, I combined it with an extract of the famous Greek Poet Giannis Ritsos. A poem that is called A Sonata in Moonlight

I will try to translate this poem too.

Αφησέ με νάρθω μαζί σου – Τι φεγγάρι απόψε
Είναι καλό το φεγγάρι – δεν θα φαίνεται που
Άσπρισαν τα μαλλιά μου, το φεγγάρι θα κάνει πάλι
Χρυσά τα μαλλιά μου.
Δεν θα καταλάβεις
Άφησέ με να έρθω μαζί σου, όταν έχει φεγγάρι
Μεγαλώνουν οι σκιές μέσα στο σπίτι
Αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
Ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
Λησμονημένα λόγια-δεν θέλω να τ’ακούω – Σώπα
Άφησέ με νάρθω μαζί σου

Γιάννης Ρίτσος

Let me come with you
-what a moon tonight
The moon is good-it won’t
Be seen that my hair turned
Into grey.You won’t understand
Let me come with you.
When there is this kind
Of moon in the sky
The shadows grow bigger.
In the house
Invisible hands
Withdraw the curtains.
A finger writes on the dust of
The piano forgotten words-I don’t
Want to hear them-Be silent!
Let me come with you!

Translated by Maria Zacharia

On page 29, I divided the second part of my book with Viktor’s photo that shows the old tableclock, the cup of coffee and the photo camera. I also combined it with a small extract of one my favorite Greek poets Tasos Livaditis.

Θα μπορούσα να έχω κάνει σπουδαία πράγματα
Στην ζωή μου ,μα γεννήθηκα πολύ απασχολημένος.

Τάσος Λειβαδίτης

I could have made great things.
In my life ,but I was born very occupied.

Translated by Maria Zacharia

*Το κείμενο και οι φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από εδώ (όπου μπορείτε να δείτε και άλλες φωτογραφίες του Viktor Tatishchev: https://homouniversalisgr.blogspot.com/2024/06/viktor-tatishchev.html?spref=fb&fbclid=IwY2xjawK5upNleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFNSlNieFhqaGhhN0VpY3ViAR7TbHzi2lDh74Nf8FwjZgUXK0eoNmtpuJ0DMmC0T1TL_s3Tuyjq-robE0sKEA_aem_MP5TTaJubhyLAuHMXJVtNA