Λώρενς Φερλινγκέτι.[1] Ένας ποιητής – πιθανόν – πλήρως αγνοημένος από την ελληνική κριτική, όπως αρκετοί από τους αντίστοιχους ομότεχνούς του, που μαζί τους συγκαταλέγεται σ’ αυτό που θα ονομάζαμε Ποίηση και όχι ποίηση. Συγκρουσιακή κατεύθυνση, ανανεωτική απεύθυνση, πειραματική διάθεση, κυκλοθυμική παρατήρηση και κριτική, μετασχηματιστική γραφή όλα αυτά αποτελούν ορισμένα από τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της υβριδικής ποιητικής του μεγάλου beat ποιητή.[2]
Η ποίηση του Φερλινγκέτι διακρίνεται από μια εσωτερικότητα, είναι ένα διάγραμμα αναζήτησης, μια χαραγμένη πορεία ανίχνευσης των είναι που συναντά και στοχάζεται. Ωστόσο, αυτή η εσωτερικότητα συμβαδίζει με την εξωστρέφεια, δεν εγκλωβίζεται στο ατομικό και την εγωπάθεια, αλλά είναι εστιασμένη στο συλλογικό και την εξωτερικότητα του κόσμου: «η μοντέρνα ποίηση είναι πεζή/μα λέει πολλά».
Ο Φερλινγκέτι δεν ήταν απλώς ένας ονειροπόλος γραφιάς, ένας ενορατικός flâneur, ένας ελπιδοφόρος της ρήξης, ένας πολυσύνθετος κόσμος. Απεναντίας, στον Φερλινγκέτι βρίσκει κανείς κάτι πολύ πιο ουσιαστικό (τόσο για την ποιητική τέχνη όσο και για την ίδια τη ζωή). Δεν έδωσε όραμα στην ποίηση, αλλά ποίηση στο όραμα. Κατέδειξε με έναν πολύ εύσχημο και ιδιαίτερο τρόπο το πιο συγκρουσιακό ίσως αίτημα: την ποιητικοποίηση της ζωής (μας). Ο Φερλινγκέτι εργάστηκε για την αποδοχή της αντίληψης ότι η ποίηση δεν είναι μια εργαστηριακή διαδικασία και λειτουργία, μια μυστική και ελιτίστικη τελετουργία – ενδεχομένως ούτε καν τελετουργία. Η σύνδεση της ποίησης με τη ζωή δεν είναι παρά η επανασύσταση της τελευταίας με τρόπο φυσικό, απλό και κατά μία έννοια λογικό:
Δεν είναι ώρα να κρύβεται ο καλλιτέχνης πάνω, πέρα, πίσω απ’ τις σκηνές, αδιάφορος, μασουλώντας τα νύχια του, καθοριζόμενος από το υπαρκτό. Δεν είναι ώρα για τα μικρά φιλολογικά παιχνίδια μας, ούτε για παράνοιες και υποχονδρίες, για φόβους κι απαλλαγές. Ώρα για αγάπη και φως είναι τώρα. Έχουμε δει τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς μας τσακισμένα από τη βαρεμάρα σε ποιητικές εκδηλώσεις. Η ποίηση δεν είναι μια κρυφή κοινωνία ούτε εκκλησία. Λέξεις κρυφές και ψαλμοί ας μένουν πια (σελ. 12)
Ποιητής όχι του λαού αλλά λαϊκός ποιητής, ο Φερλινγκέτι μετασχηματίζει την κατεστημένη οπτική για την ποίηση, αρθρώνει έναν αποδομητικό αντίλογο στην παρακμή που μαστίζει την εν λόγω τέχνη – κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει και στις μέρες μας. Για τον Φερλινγκέτι η ποίηση δεν είναι μόνο ό,τι παράγει ο ποιητής, αλλά και ο ίδιος ο ποιητής. Υπό αυτή την έννοια, εντοπίζεται στον Φερλινγκέτι η ανάγκη, η ελπίδα, αλλά και η αδιάκοπη προσπάθεια για τόνωση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ της ζωής και της ποίησης. Η ποίηση δεν είναι κατοχή και εφησυχασμός αλλά ένταση, αλληλεπίδραση και κίνηση, η γραφή δεν είναι στασίδι και ύπνωση αλλά διακίνηση και συνομιλία, ο λόγος δεν είναι ησυχαστήριο και πολύ περισσότερο νεκροταφεία αλλά ανανεωτικός θόρυβος και εξέγερση:
Ποιητές, κατεβείτε για άλλη μια φορά στο δρόμο του κόσμου κι ανοίξτε μάτια και μυαλά με την παλιά οραματική έκλαμψη, καθαρίστε το λαρύγγι σας και βγάλτε – η ποίηση είναι νεκρή – μια αχανή, ζωντανή ποίηση με φοβερά μάτια και βουβαλίσια δύναμη. Μην περιμένετε την επανάσταση ή μήπως θα γίνει δίχως εσάς. Πάψτε να μουρμουρίζετε και μιλήστε με μια ορθάνοιχτη ποίηση, μ’ ένα “δημόσιο πρόσωπο”, σε άλλα υποκειμενικά επίπεδα ή άλλα ανατρεπτικά επίπεδα κι έναν χρονομέτρη στο εσωτερικό αυτί να χτυπά κάτω από το πρόσωπο. Γι’ αυτόν το γλυκό σας εαυτό μονάχα τραγουδήστε, αρθρώστε ακόμη το Λαϊκό Κόσμο – Ποίηση: ο κοινός φορέας για την προώθηση του λαού σε τόπους υψηλότερους απ’ αυτούς που κατορθώνει οποιοδήποτε άλλο μέσο (σελ. 13-14).
Αυτό που ελκύει τον αναγνώστη και αυτό που τον απωθεί στην ποιητική του Λώρενς Φερλινγκέτι είναι κοινό: είναι ο τρόπος που εννοεί την ποίηση. Η ποίηση όχι ως μαγεία αλλά ως (πρωτοποριακή) δράση, όχι ως ιεραρχικό σύστημα εξουσίας αλλά ως ένα πεδίο ανοικτό, όχι ως ομάδα επίλεκτων και εκλεκτών αλλά ως συνήθειες, ερεθίσματα και αντιπαραθέσεις, όχι ως μηχανή καθολικοποίησης νοημάτων και ομοιογενοποίησης επιτελεστικοτήτων αλλά ως ένα χώρος διαφοράς, ως ένα μείγμα συγκρούσεων το αποτέλεσμα των οποίων δίνει πνοή και – ρεαλιστική – κίνηση στη σκέψη και την πράξη (αν όντως υφίσταται τούτος ο διαχωρισμός).
[1] Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Φερλινγκέτι, Λ. (1988). Λαϊκά Μανιφέστα (Γ. Μπλάνας, Μτφρ.). Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος. [2] Αν και ο ίδιος αρνήθηκε κάποτε αυτόν τον χαρακτηρισμό (βλ. Φερλινγκέτι, 1988: 41-46).
Ο Νικανόρ Πάρρα, (αντι)ποιητής της αντιποίησης (1), είναι ένας άνθρωπος που μπορεί κανείς να εμπιστευθεί. Αυτή η παρατήρηση είναι μεγάλης σημασίας αν αναλογιστούμε ότι το σύμβολο του ποιητή πάσχει διαχρονικά και έντονα από κάλπικες, μη λογοτεχνικές ανάγκες, που συχνά αντανακλούνται στην εργασία του και μεταβάλλουν αρνητικά το περιβάλλον των χρησιμοποιούμενων λέξεων. Η ποιητική του Πάρρα, μακριά από το να θωρηθεί μέθοδος αλλά μάλλον επιτελεστική πρακτική επιβίωσης, αποτελεί κι αυτή μαζί με άλλες, μία αξιοσημείωτη – όχι με την αστική έννοια της απόδοσης δαφνών – αλλαγή παραδείγματος, τόσο σε ό,τι αφορά την ενασχόληση με την ποίηση όσο και σε ό,τι αφορά τον ποιητή ως είδος. Και αυτή η τελευταία παρατήρηση είναι μεγάλης σημασίας, αφού το ποιητικό παράδειγμα/υπόδειγμα που σύστησε ο Νικανόρ Πάρρα ήταν ανέκαθεν ένα δύσκολο είδος, ένα «νομαδικό» είδος προς εξαφάνιση – από την αστική έννοια που θέλησα πιο πάνω ν’ αποφύγω – που δραστηριοποιείται εντός «ριζωματικών» αντιπλαισίων, εκδοχών και προοπτικών (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022).
Ο Νικανόρ Πάρρα κατάφερε να απεγκλωβιστεί από την κατεστημένη ποιητική νοοτροπία που μέχρι και τις μέρες μας μαστίζει την εν λόγω τέχνη. Η γραφή του ανέδειξε το γεγονός ότι η ποίηση συνδέεται – καταγωγικά – με τη δράση του υποκειμένου μέσα στον κόσμο χωρίς να ξεχωρίζει την εσωτερικότητα από την εξωτερικότητά του. Αυτός είναι ίσως και ο πιο βασικός λόγος για τη συγκρουσιακή λογική που διέπει συνεκτικά αλλά και άτακτα την τέχνη του Πάρρα. Ο ποιητικός του λόγος, έμμεσος αλλά και διαπεραστικός, υπαινικτικός αλλά και ευθύβολος, απαλός αλλά και βαρύς, αποσκοπεί όχι φυσικά σε αυτό που συχνά ονομάζεται ως τέρψη του αναγνώστη, αλλά σε μια πορεία βαθύτερης, μη πλασματικής συνειδητοποίησης, σε μια ανοικτή, ενδεχομενική συνομιλία για τον κόσμο με τον κόσμο:
Ειδοποίηση
Δεν επιτρέπω να μου πει κανείς Πως δεν καταλαβαίνει τα αντιποιήματα Όλοι θα ξεραθούν στα γέλια.
Γι’ αυτό εγώ σπαζοκεφαλιάζω Για ν’ αγγίξω την ψυχή του αναγνώστη.
Αφήστε τις ερωτήσεις. Σαν είναι ετοιμοθάνατος κανείς Ξύνεται όπως μπορεί.
Ακόμα τούτο: Εγώ δε δυσκολεύομαι καθόλου Να φορέσω μονάχος το ζουρλομανδύα.
(Πάρρα, 2002: 45)
Κάτι μας λέει o ποιητής για το βάρος μας στον κόσμο, για τους συσχετισμούς μας με τους χωροχρόνους του, για το άλογο της καθημερινότητας, για το κλίμα της παρακμής που στέκει ως εμπόδιο για την εύρεση εναλλακτικών πρακτικών και μορφών ύπαρξης. Ο Πάρρα ενδιαφέρεται για τον κατακερματισμό του παζλ που μοιάζουν να είναι οι ζωές μας, για το ιδιότυπο ναρκοπέδιο που είναι η ζωή (μας): «όλα δηλητηριασμένα εκ των προτέρων» (Πάρρα, 2002: 64), γράφει κάποτε, για τη σήψη του τοπίου, ενός τοπίου που όπως στον καιρό του έτσι και τώρα στον δικό μας, σέρνει τους πάντες και τα πάντα στη λήθη, στην αποχαύνωση και το σημαντικότερο απ’ όλα, στην εμπέδωση της αναξιοπρεπούς και ρηχής παρουσίας:
Η κατάσταση γίνεται δύσκολη
Αρκεί να κοιτάξεις τον ήλιο Πίσω από ένα θαμπό γυαλί Για να δεις πως τα πράγματα πάνε άσχημα: Ή μήπως πιστεύετε το αντίθετο;
Εγώ προτείνω να γυρίσουμε Στις καράμαξες Στο αεροπλάνο με ατμό Στις τηλεοράσεις από πέτρα.
Οι παλιοί είχανε δίκιο: Πρέπει να μαγειρεύουμε με ξύλα.
(Πάρρα, 2002: 52)
Ποίηση αντιδογματική, αντισυμβατική, πρωτοποριακή και πολιτική (χωρίς να είναι στρατευμένη), αποφασίζει να επιτελέσει το έργο, όχι μιας κάποιας ελιτίστικης αφύπνισης του αναγνώστη, αλλά να τον προσκαλέσει σε μια συλλογική εξερευνητική ροή σκέψης και να τον προκαλέσει ν’ αφουγκραστεί τη δυναμική του πολύτιμου λόγου της – όχι επί τούτου – αμφισβήτησης και να επιτελεστικοποιήσει το ζωτικό χάος της παρέκκλισης, τον βαθύ και συνάμα πραγματικό ερωτισμό της αντίστασης, το λυτρωτικό αντιπρόγραμμα της αποδόμησης:
Όταν οι Ισπανοί
Όταν οι Ισπανοί ήρθαν στη Χιλή Τα’ χασαν στην κυριολεξία γιατί εδώ Δε βρήκαν ούτε ασήμι ούτε χρυσάφι Χιόνι και τριμμένη πέτρα, ναι, τριμμένη πέτρα και χιόνι Τίποτα δηλαδή που ν’ άξιζε τον κόπο Τα είδη διατροφής ήταν ελάχιστα Και συνεχίζουν να’ ναι θα μου πείτε Είναι ακριβώς αυτό που ήθελα να τονίσω Ο κόσμος στη Χιλή πεινάει Κι ας ξέρω πως ομολογώντας το Μπορεί να καταλήξω στην Πισάγουα Αλλά ο αδιάφθορος Χριστός του Έλκι Δεν μπορεί παρά να λέει την αλήθεια Ας μου το συγχωρέσει ο στρατηγός Ιμπάνιεθ Μα στη Χιλή ούτε έχουν ακουστά για ανθρώπινα δικαιώματα Ούτε για ελευθερία του τύπου Εδώ διατάζουν όσοι έχουν τον παρά Κι η αλεπού φυλάει το κοτέτσι Αλλά πείτε μου, αλήθεια, Σε ποια χώρα σέβονται τ’ ανθρώπινα δικαιώματα;
(Πάρρα, 2002: 76)
Καταληκτική σκέψη. Η όποια προσπάθεια ανάγνωσης του έργου του Νικανόρ Πάρρα είναι αφετηριακά απολύτως θετική, και αναγκαία θα πρόσθετα. Ωστόσο, για να είναι και ουσιώδης, δηλαδή όχι απλώς ένας καταναλωμένος όγκος λέξεων και όχι νοημάτων, απαιτείται από τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην αλλαγή παραδείγματος που συνέβαλλε και αναζωογόνησε ο Πάρρα.
“Ο όρος που έγινε ευρύτερα γνωστός υπαγορεύοντας τη ρήξη με την παραδοσιακή ποίηση, έχει τις ρίζες του στη διαμονή του ποιητή στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1949-1952 και την επαφή του με το έργο των Πάουντ, Έλιοτ, Κάφκα, Μπλέηκ, με τη φροϋδιανή θεωρία και τον υπερρεαλισμό”. (Άγγελο, 2025, βλ.επίσης, Τσαλαπάτης, 208, Χρηστάκου, 2022).
Antonis Tsokos was born in Athens in 1976. His first poetry collection titled Swing with the stars was published in 2013, followed by One more drink, Charles, Hours of plural insomnia, and From Emmanouil Benaki to midnight, all by Gavriilides Books. His poems have been translated into German and have been included in various anthologies. His new poetry collection titled A cooperative of janitors was published in December 2024 by Kichli.
Since 2016 he manages the online magazine Monocle. In autumn 2021, he opened Monocle Bookstore in Feidiou str., in the centre of Athens and in spring 2023 the Monocle Editions.
Your latest poetry collection Συνεταιρισμός θυρωρών [A cooperative of janitors] was recently published by Kichli. Tell us a few things about the book. Α cooperative of janitors is my fifth poetry collection, the first to be published by Kichli. The poems included in the book were written from 2019 to early 2022. I don’t remember which is the first poem in the collection, I mean chronologically, but I do remember the last one, that is, “The Cats of Feidiou str.”. This is the only poem written in a bookstore. I should say that these poems, to a large extent, are also children of the city. Of my beloved Athens and beyond.
Love and death, time that relentlessly passes by and an underlying sorrow for things that are irreversibly lost seem to pervade the poems of the book. Which are the main themes the book touches upon? Love, an ancient art that is being lost day by day, is one of the main themes of the collection. Another theme is time, which often moves in reverse, from the present to the past, deep into its arrogance, wearing itself away instead of inflicting damage. There are also references to love, death, and wealth unrelated to material possessions. Finally, there are conversations with my favorite poets; poets who have exerted an influence on my daily life.
Since your first poetry collection in 2013 until today, more than ten years later, what has changed and what has remained the same in your poetry? Are there recurrent points of reference in your writings? My first poetry collection is quite different from my subsequent books. Both in the style and form of the poems. First writing ventures have an innocence that is difficult to repeat. In Swing with the stars I focused on finding the rhythm of my poems. Poetry is a dance that begins on earth and ends in heaven. For this to happen, your knees have to bleed repeatedly. This condition won’t change no matter how many years pass by. The wounds only differ, some have healed while others are still deepening. If there is a point of reference in my poetry it is the urban lifestyle. The trees that live in my poems do not know what life is like in the forest. They have all grown up on busy avenues.
Critics have commented on the use of surreal elements in your poetry. What purpose does this sense of the unfamiliar, along with a strong ironic and sarcastic element, serve? Many times poetry goes beyond reality to put things into the right perspective. In one of my poems I write “have you seen birds stop at red lights?”. In societies boundaries are set by people; poetry is governed by other rules. The law of gravity weighs down objects; in human thought there is no predetermined end. Otherwise poetic irony and sarcasm is the only way out.
More generally, what role does language play in your writings? Language is both the beginning and the end for those of us involved in writing. A dear person of mine used to say that it’s the tools that make the master. Language is the most important tool we have in our hands. If we use it right we can do wonders, if we overdo it we will prove unworthy. There is always the risk of still damaging the tool itself.
How does poetry converse with the surrounding environment? Could poetry be used to imagine what could be radically different realities? The role of poetry is comforting, subversive and radical. Only through poetry can we imagine a world without prejudices and inequalities. Can a poem change the world? Definitely no. But it can help us reconsider our perceptions.
In recent years there has been a burgeoning of poetry in every form. How is this strong civic presence to be explained? In recent years, the production of poetry books has been on the rise. This does not mean that the interest of poetry readers has increased as well. However, in order not to be level-headed, some steps have been taken in this direction. Small publishing houses, independent bookstores and some creators have contributed to this end. Important poetry festivals are now held both in Athens and around the country. What is needed is for the poets to put ourselves second. Poetry should always come first.
How do contemporary poets converse with global literary trends? Where does the local/national meets the global and the universal? The new generation of poets has an important tool in their hands, the internet. Technology has unwittingly benefited the written word. It is important that the poetry written today in every part of the planet reaches the eyes, ears and consciousness of our own creators the moment it is written. From then on, it is up to each creator to decide what to keep and what to leave free in the sky of poetry.
Like her sisters in the art of crystalline complexity, Australian poet and novelist Antigone Kefala persevered through years of isolation, obscurity, and critical neglect.
Commemorative Edition: Fiction/Poetry by Antigone Kefala. Two Volumes: Fiction (375 pages), Poetry (287 pages). Paperback/Boxed Set: $80 (AUD), available singly for $34.95 (AUD), Giramondo Publishing.
The long-neglected and often marginalized Australian poet and novelist Antigone Kefala died in 2022 in Sydney at the age of 91. Thankfully, her publisher, Giramondo, has recently gathered a life’s work of seventy years into a Boxed Commemorative Set Edition.
It is a gift to have her complete works available in two immaculate, compact volumes: two hundred poems, six novellas, and ten short stories. A somewhat slim oeuvre, some would say, but Kefala’s formidably distilled vision resonates with considerable lyric power. Her prose and the poetry are spare, elliptical, and minimalist. Highly compressed force-fields, Kefala’s creations are primed to detonate, to release what she believed to be deeper nurturing forces and energies. Reading her work, one is put in mind of Sappho, Emily Dickinson, Anna Akhmatova, and Elizabeth Bishop. Like her sisters in the art of crystalline complexity, Kefala persevered through years of isolation, obscurity, and critical neglect.
A newcomer from an old country, a High Modernist European type who was out of step with Australia’s vogue in the ’50s for social realism, Kefala was early on labelled an ‘outsider’ because of her gender and ethnicity, excluded because she was pursuing an immigrant aesthetic. Summing up the early years, Kefala recalled: “I always felt that I was trespassing, that I was left waiting by the wayside, passed by, shunted to the side of the road.”
Recognition would come, but late. In 2005 she finally won Australia’s most esteemed poetry prize, The Judith Wright Calanthe Award. Then, shortly before her death, she won the country’s highest literary honor for her body of work: The Patrick White Award. That must have been ironically gratifying for a monastically modest artist who wryly maintained: “Reputation is something one must avoid at all costs.”
Kefala’s backstory is an archetypal journey to find a new home in a new world. Born in 1931 in Brailia, Romania to a Greek family that originally hailed from near Ithaka, she grew up speaking French at school and Romanian at home. Her father spoke Greek. The Germans invaded at the beginning of World War II. Then, with their retreat, the Russians marched in, forcing the family to live for three years in Greece, first in an abandoned orphanage, then in a displaced persons camp. Waiting for transit to somewhere, anywhere, Kefala learned Greek, her third language. She called this her refugees-in-waiting period: “Foreign here, there, foreign everywhere.” It was 1950 and she was sixteen when she finally traveled to another dislocation, another hemisphere, down under in New Zealand.
The Promised Land The roads were of candy the houses of ice cream the cattle of liquorice. Pretty, we said, drinking the green air, as in a fairy tale we said, eating the green water, brackish, breathing the smoke that rose from the greenstone hills and the moon alone nailed to the bottom of the sky.
In the ’50s, when Kefala, as part of the post-war Greek Diaspora, reached New Zealand and then Australia, she found both countries firmly in the cultural grip of Western empire, colonialism’s long hangover: “I found these places to be more English than English, a people merely shifting from a small to a larger island.” “The Dominant Culture,” she observed, “complains there are too many voices while the minority one complains there are too few.”
Working for the Maori Cultural Council in New Zealand, and then for the National Arts Council in Australia, Kefala fought for a number of causes. They included broadening official definitions and categories of aesthetic-creative pursuits by immigrant artists, as well as challenging patronizing expectations of ethnic writing. She had arrived at a propitious time; Australia was beginning to undergo a questioning of its national identity — there were intimations of a great sea-change.
Responding to socio-political pressures as well as political realities, the government embraced diversity as a national program, welcoming a wide range of refugees, encouraging European and Asian-Pacific immigration. The influence exerted by this foreign influx was deep and dramatic: it expanded the confines of the country’s Anglophile arts culture. Australia’s cultural coming of age paralleled Kefala’s own rite of passage as a young female writer trying to find a place to belong. Understandably, Kefala’s early work — the novellas and short stories — fits into the Bildungsroman genre. In her case, Kefala traces migrant female characters who are navigating the travails of growing up challenged by cultural dislocation, linguistic estrangement, and aesthetic and gendered restrictions. The titles of her early fiction are telling: The First Journey, The Boarding House, The Island (a tri-lingual edition in Romanian/French/Greek), Alexia (Kefala’s child-persona), Intimacy, and Waiting.
Strangers in a strange land, Kefala’s fictional personae are forced to negotiate a life as they decipher alien mores, maneuvering their way across the minefields of English. This was the writer’s fourth acquired tongue, and she pronounced it to be a rather pragmatic instrument. These fictional transits into female adulthood are unsettling, at times wrenching, but always enlightening. Kefala’s vulnerable, questing protagonists learn to tread carefully — a misstep can lead to alienation, loneliness, and emptiness. Scenes of serene stability for these characters prove to be false; a sharp tear, a rent, arrives and suddenly the bottom falls out. These are tales of tenuous footholds in a fragile world; their detached, understated tone casts a spell of twilit expectancy.
The heroine of Alexia, for instance, is a young girl caught between two cultures. She arrives in New Zealand with a small suitcase of memory, a few books, and a violin. Kefala called New Zealand, her first home, a place where “the Elders had read the signs and buried the magic.” These Elders, of course, were the Maori, and it was this very ‘magic’ she sought to absorb and display in her fiction and poetry.
Departing New Zealand for Australia in 1959, Kefala sailed through Sydney Harbor, where she was first struck by the light: “numinous, Grecian-bright, a palpable honey-apricot, milky and powdery. The platinum bay aglitter, sandstone cliffs at the Gap, glowing amber.” She felt buoyed, almost at peace. Sydney would be her residence for the next 70 years. Settled in a home at the edge of the harbor, she primarily wrote poetry. These are the books for which she is the most admired: The Alien, Thirsty Weather. European Notebook, Absence, Journeys, and Fragments.
She had undergone considerable difficulties, but now, on a farther shore, where the First Peoples sang to keep everything alive, her feet were planted on hard but fertile ground. In her verse she embarked on mapping journeys into her interior zones. She called these explorations of consciousness “serious business”: “Everyone forgets that writing arises out of an inner necessity, that each piece has its own measure, determined by itself, which no one can alter without altering its nature.” In other words, one had to bring a tenacious sense of organic form to the task of probing inner landscapes. In his poem “The Next Life,” William Carlos Williams articulated the point compactly: “The sea is not our home—Inland we must go.”
Out on the very edges of South Australia, in a terrain so rough and hostile that the early explorers gave up and turned back, the last small rise was named Mt Hopeless. That is where Kefala’s poems begin, and press further on: tracing primal journeys, leaping from outer to inner landscapes, from the known into the unknown, from the earth into the metaphysical, from charting the space in dreamtime to speculating about existence in the afterlife.
As a child, while searching for shells on the beach with her mother, Kefala listened carefully to the susurrus of the sea within herself. And that inspired questions: “Do you hear the sea inside me? Does your heart open to my voice?” These interrogatives are at the center of Kefala’s elemental questing vision — humanity’s search for a home.
Coming Home
What if getting out of the bus in these abandoned suburbs pale under the street lights, what if, as we stepped down we forgot who we are became lost in this absence emptied of memory we, the only witness of ourselves before whom shall the drama be enacted?
*James Provencher, a U.S. expat living in Canberra, Australia, is a former teacher/poet in residence at The Frost Place, Robert Frost’s farm and museum in Franconia, NH.
Μέσα στη λαοθάλασσα του διαδικτύου από σύμπτωση θα έλεγε κανείς, αν και πολλοί θα πείτε πως τίποτα δεν είναι τυχαίο, όταν μέσα στο διαδίκτυο συναντώνται δύο άνθρωποι όπως ο Βίκτωρ κι εγώ.
Κάπως έτσι γεννιέται η ιδέα της συνεργασίας ενός φωτογράφου και μιας συγγραφέως. Έτσι όπως η τέχνη συναντά την λογοτεχνία.
Η εφεύρεση της φωτογραφικής μηχανής ήρθε σαν αποτέλεσμα ή μάλλον σαν συνέχεια της τέχνης της ζωγραφικής που στόχο είχε την διαιώνιση του προσωρινού της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η φωτογραφία στις μέρες μας έχει περάσει στην συνείδηση της Ιστορίας στις καλές Τέχνες και δεν θα άφηνε κανέναν μας αδιάφορο η εξέλιξη της μέσα στα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα που με γοργό ρυθμό μέσα από τα γρανάζια της τεχνολογίας πέρασε από την απλή συμβατική στην αναλογική για να εντυπωσιάσει με την υπερσύγχρονη DSLR.
O Viktor Tatishchev, ένας παλιός φωτογράφος όπως ονομάζει τον εαυτό του ασχολήθηκε από τα νεαρά του χρόνια με την φωτογραφία και συγκεκριμένα από τότε που ήταν μαθητής Λυκείου.
Γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας και τελείωσε το Λύκειο θετικής κατεύθυνσης. Ξεκίνησε σαν χομπίστας φωτογράφος και ασχολήθηκε επαγγελματικά για ένα διάστημα. Ως επαγγελματίας πολεμικός φωτογράφος βρέθηκε να καλύπτει φωτογραφικά τον πόλεμο στην Τσετσενία και μετά στην Λιβύη της Βόρειας Αφρικής.
Αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης Επιστήμες και σήμερα ζει και εργάζεται ως διευθυντής σε μια εταιρεία στην Ρωσία.Για την ακρίβεια ως 3D team manager.
Μέσα στις πολλές επαγγελματικές του υποχρεώσεις η φωτογραφία εξακολουθεί και είναι το αγαπημένο του χόμπι.
Παρά την δυσκολία του διαδικτύου σαν μορφή επικοινωνίας συνεργαστήκαμε θαυμάσια και πολύ γενναιόδωρα μου πρόσφερε 4 φωτογραφίες του για το βιβλίο μου “ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη του 2024.
Από αισθητικής άποψης η σονάτα μου απογειώθηκε κι έτσι σκέφτηκα όχι μόνο να συνεχίσω την συνεργασία μαζί του αλλά στα πλαίσια μιας διαπολιτισμικής διάδρασης όπου η τέχνη της φωτογραφίας συναντά την λογοτεχνία να σφραγιστεί με μια έκθεση φωτογραφίας του Βίκτωρ η οποία θα συνέπιπτε με την ζωντανή παρουσίαση του τρίτου μου βιβλίου ΡΟΥΒΙΝΑ Η ΟΡΜΥΛΙΩΤΙΣΣΑ που κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2024.
Δυστυχώς, αντίξοες συνθήκες δεν επιτρέπουν την πραγμάτωση αυτού του στόχου μας.
Παρ’ όλα αυτά το φωτογραφικό υλικό του μου το έχει στείλει και αποτελείται από 50 φωτογραφίες με τον τίτλο “Ιθάκες”.
Τη σειρά αυτή την ονομάσαμε έτσι γιατί οι περισσότερες από τις φωτογραφίες του είναι σε εσωτερικό χώρο δηλαδή στο σπίτι μέσα.Μέσα από την απλότητα και την σιγουριά που σου προσφέρει το σπίτι σου που μάλλον θα πρέπει να αναφερθώ σε μία Αγγλική ρήση για να επιχειρηματολογήσω: .
Δεν θα αναφερθώ σε τίποτα περισσότερο αν και είχα στον νου μου το ποίημα του Κ.Π.Καβάφη “Η Ιθάκη”.
Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις λέει ο λαός. Θα σας αφήσω λοιπόν να απολαύσετε 50 φωτογραφίες του Viktor Tatishchev και θα ευχαριστήσουμε για άλλη μια φορά την κυρία Γεωργία Κοτσόβολου και το Περιδικό HOMOUNIVERSALIS για την Φιλοξενία της έκθεσης και της παρουσίασης του βιβλίου μου ΡΟΥΒΙΝΑ Η ΟΡΜΥΛΙΩΤΙΣΣΑ
ΜΑΡΙΑ ΜΑΚΜΙΛΑΝ ΖΑΧΑΡΙΑ
Ο Viktor Tatishchev και η Maria Macmillan Zacharia zachariamaria1@gmail.com είναι μέλη της φωτογραφικής ομάδας [YouPic]
REVIEW ON VIKTOR TATISCHEV’S PHOTO WORK
According to Samuel Becket, a great writer, and a poet whose favorite hobby was photography,” a photographer expresses in his images his inner world”. In other words, people tend to immortalize by taking photos, what they see nice or beautiful or what is in their interest.
That’s how I stopped in front of Viktor’s photos, staring at them with admiration. A series of photos he calls ‘table work’.
As he said, he used a technique that wouldn’t be able to explain in the chat box and therefore I had to read the instructions which means, pages and pages.
As I was born in 1961 in Greece, I have been confronted with all the changes of technology of the last 50 years, which means half a century.
Speaking about Viktor’s photos I will make a stop on the ones that a photo camera is depicted and occasionally an old clock. A clock that somebody wouldn’t find in the market easily today because all these device have been replaced by digital contemporary device that indicate the year we live in, The year 2024 ,the first quarter of the 21st century. It also reminds us of past times that we, the older generation keep remembering with nostalgia.
The photo camera used to be in the form of compact and photographers used the traditional film. The combination of these two items are depicted in an image next to books very well arranged, giving me the impression that I had in front of me a whole history through the decades in black and white colors that ring the bells of the past just before the invention of the colored film. I t also tends to occupy our memory and through minimalizing gives the sense of vintage on a photo that probably was taken yesterday.A piece of art that the artist didn’t take much effort, but the result was simply superb.
Being a writer, trying to combine narration in the form of short stories with poetry,I wrote a book with the title For A sonata And A paper moon.
When I bumped into Viktor’s photos depicting an old piano with a porcelain cup of coffee next to it, I thought to myself ‘Yes, that’s it. This is what I really want as a cover of my book I have never met Viktor in real life, but a real friendship started because we had in common our love to photography.
It took us a bit to cooperate, but we eventually made it and I think a real friendship started since we finally recognized each other.
Trying to combine the four photos I was given very generously by Viktor, I put one photo, the one with the piano and the cup of coffee as a cover because the cup of coffee to me symbolizes hospitality as whenever somebody visits my place, the first question is ‘Will you have some coffee?’
Hospitality is one of the customs of Greece and since Greek mythology to nowadays has passed into our tradition though the contemporary Greeks express a slight fear because of the vast number of refugees that have invaded my country lately.
A Sonata is kind of classical music. Music, art, literature, poetry painting and photography as an art are some of the things that distinguish humans from animals bearing in mind that human brain is divided in the spiritual part and the one that characterizes animals. A human being to survive needs both kind of nutrition. Music is the best to make humans better.
Later on always staring with admiration the rest of Viktor’s work,I stopped at a cup of coffee made of procaine and red roses were drawn on it ,sample of good taste and a hint that characterizes inner quality. At the same time this porcelain reminded me of something similar that my mother used to have and when she was alive I asked her once whether I could have it She refused smiling to me by saying ‘No’, because you will be having your coffee or tea in it whenever you visit me.
So, I realized that this cup with the roses must be as precious to Viktor as the memory of a mother or somebody he truly loved.
I would like to stop here but just before I finish, I must mention a combination I made in my book. I combined a photo I was given by Viktor with an extract by Odysseas Elytis, a Greek Poet, awarded with the Nobel Prize once.
That’s how I divided the third part of my book.*
*Η αναφορά είναι για το βιβλίο της Μαρίας Μακμίλλαν Ζαχαρία “ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη από τις εκδόσεις “Όστρια” με εξώφυλλο του Viktor Tatishchev.
On page 83
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα Πώς χαϊδεύεις και πώς φιλάς Πώς λες ψιθυριστά το’ τ’ και το ‘ε’ Πάντα εμείς το φως και η σκιά Πάντα εσύ το αστεράκι και πάντα Εγώ το σκοτεινό πλεούμενο Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι
Οδυσσέας Ελύτης.
So, I will try to translate these lines for the sake of my friend Viktor The waves have heard of you How you caress and how how You kiss. How you whisper the letters ‘t’ and ‘e’ We will always be the light and the shadow. You will always be the star and I will always be The dark boat You will be the port and I will be the torch.
Translated by Maria Zacharia
My book practically is divided in three parts. On page 17 you can see again the same photo of Viktor’s piano and the cup of coffee but though Viktor gave it to me slightly different in color, a bit reddish it ended up while printing ,black and white.
Moreover, I combined it with an extract of the famous Greek Poet Giannis Ritsos. A poem that is called A Sonata in Moonlight
I will try to translate this poem too.
Αφησέ με νάρθω μαζί σου – Τι φεγγάρι απόψε Είναι καλό το φεγγάρι – δεν θα φαίνεται που Άσπρισαν τα μαλλιά μου, το φεγγάρι θα κάνει πάλι Χρυσά τα μαλλιά μου. Δεν θα καταλάβεις Άφησέ με να έρθω μαζί σου, όταν έχει φεγγάρι Μεγαλώνουν οι σκιές μέσα στο σπίτι Αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, Ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου Λησμονημένα λόγια-δεν θέλω να τ’ακούω – Σώπα Άφησέ με νάρθω μαζί σου
Γιάννης Ρίτσος
Let me come with you -what a moon tonight The moon is good-it won’t Be seen that my hair turned Into grey.You won’t understand Let me come with you. When there is this kind Of moon in the sky The shadows grow bigger. In the house Invisible hands Withdraw the curtains. A finger writes on the dust of The piano forgotten words-I don’t Want to hear them-Be silent! Let me come with you!
Translated by Maria Zacharia
On page 29, I divided the second part of my book with Viktor’s photo that shows the old tableclock, the cup of coffee and the photo camera. I also combined it with a small extract of one my favorite Greek poets Tasos Livaditis.
Θα μπορούσα να έχω κάνει σπουδαία πράγματα Στην ζωή μου ,μα γεννήθηκα πολύ απασχολημένος.
Τάσος Λειβαδίτης
I could have made great things. In my life ,but I was born very occupied.
Η έλξη σκίρτησε. Στο σημείο ακριβώς που παιχνίδισαν δυο γλώσσες. «Ο παλιός έρωτας με νεράιδες…», άρχισε την ιστορία. Την είχε ακούσει από τον μετανάστη παππού του. Τελετουργική αφήγηση καλοκαιρινή. Η κάθε επιστροφή στον προγονικό τόπο. Οι σταθεροί της παρέας δεν έπαυαν να την εκτιμούν σαν κάτι που ακόμα μάγευε. Τα νέα μέλη σαν να αποκόμιζαν κάποιο ηθικό μήνυμα. Αυτή όμως εστίασε αλλού. Επέλεξε άλλη ερμηνεία. Περίμενε μέχρι να καταλαγιάσουν τα σχόλια. «Αχ αυτός ο φιλαράκος ο ιός!» πρόσθεσε ανέκφραστη.
Ο παλιός ιός, «ο pal ιός», ο φίλος μας, η αρρώστια του έρωτα, κατέγραψε ο αυτόματος μεταφραστής μέσα του. Χαλί αναγνώρισης, κοινός χώρος, παιχνίδι διγλωσσίας. Τόπος διασποράς. Η έλξη των λέξεων ρίγησε σαν συνεύρεση, τους εκτόξευσε. Ήταν μια απόδραση από την κοινή θέα της συμμόρφωσης. Τους δύο ερωτευμένους λογοτέχνες ασφαλώς και δεν έπρεπε να τους δούνε παρέα. Μακριά από το νησί λοιπόν, μακριά από εκεί όπου ακόμα και τα πεύκα έχουν όραση και οι αμμουδιές ακοή.
Στην αρμύρα του δέρματος ψηλάφησε τη γενέτειρά της. Στο Bondi, στα κύματά του, εκεί που το σώμα ελάφραινε, εκεί θεράπευε τις ρωγμές της εσωτερικής εξορίας· «ρευστότητα διέλυε ό,τι υπήρχε ανάμεσα στην πατριαρχία του πατέρα και την αλαζονεία των λευκών που λαχταρούσε και απωθούσε συνάμα· τα καταργούσε. Διάχυτη την πλημμύριζε η πολλαπλότητα του εαυτού, ελευθερία από όρια και ιεραρχίες, η θάλασσα ο τόπος που λάτρευε να κατοικεί, her true home, το βαθύ ανήκω». Έτσι το έθεσε πολύ αργότερα. Η αέναη επανάληψη της ρευστότητας. Διψούσε. Μια ανεξάντλητη πηγή για γραφή. Και αν η τυραννία της απόστασης από την Ελλάδα ήταν ένα ρήγμα αγεφύρωτο, το Αιγαίο στο χωριό προσέφερε διαρκώς νέα καλοκαίρια. Και μαζί τα φαντάσματα της καταγωγής αποκτούσαν διαρκώς νέα ονόματα.
«Κι εσύ, από πού ακριβώς είσαι;» Η αναπόφευκτη ερώτηση ήρθε κάπως αργά, το εκρηκτικό φλερτ δεν χωρούσε το μπανάλ. Δίστασε να ονομάσει την επαρχία. Οκλαχόμα. «Από το όλα χώμα» ήρθε ένα λογοπαίγνιο από το πουθενά, μια αστραπή αστοχίας. Σφίχτηκε. Μα η αφροδισιακή θεά καραδοκούσε, μουλιάζοντας με καταιγίδα τα λόγια του. «Ακόμα και οι λέξεις υγραίνονται όταν αγγιζόμαστε», έσωσε την στιγμή. «Θα μας πότιζε ακόμα και μια Οκλαχόμα από χαλκό», τον αγκάλιασε η ευχέρειά της στα γλωσσικά παιχνίδια. Fan της φαντασίαs, η φαντασία είναι fun, ο Έρως και ο Παν φαν ζωτικής δροσιάς. Τον φίλησε, ανέμισε υγρούς κόκκους άμμου η ηδονή.
Λάμποντας σε νερό ιερό ανίερες ενώσεις. Οι ωκεανοί του Bondi, καθόλου μα καθόλου ειρηνικοί, ξεβράζοντας στρώματα εδάφους τυρφώδους, μίξεις με πηλώδη χώματα, φιλόξενα στις βυσσινιές. Καταρράκτες βοστρύχων κορμιά, ποτάμια πλοήγησης με παράξενα πορθμεία, χείμαρροι απουσίας την άνοιξη, δύο τρία καλοκαίρια αργότερα όπως συχνά συνηθίζεται, αργόσυρτοι παραπόταμοι, λίμνη λιμνάζουσα, το έλος, σχεδόν τέλος.
Συμφώνησαν να κλείσει ο κύκλος. Εκεί ακριβώς που είχε ανοίξει. Εκεί που τα ελαιόδεντρα ανεμοδαρμένοι κατάσκοποι και εκεί που οι άνεμοι μεταφορείς κωδικών. Για τους ντόπιους to go & sip news. Εκεί που η ακολουθία των εφτασφράγιστων μυστικών συντάσσει ένα αναγκαίο καμουφλάζ. Δεν αγγίχθηκαν. Και να προέκυπτε δεν θα αντιστοιχούσε στα περασμένα. Του ζήτησε όμως να μπει στον χορό της παρέας, κάτι που τον ξάφνιασε, αφού γνώριζε καλά πως δεν χόρευε. Σαν ομίχλη θυμάται τα υγρά μάτια να τον προσκαλούν, το πρώτο τρέμισμα μιας θύελλας εκεί. Και αυτός της χάρισε το χορό, μια τελευταία υπόκλιση -τόσο μα τόσο αδέξια- στην ισχύ της γοητείας της.
Χορτασμένη πλέον η Αφροδίτη. Επιλέγοντας την ειρωνεία για επιδόρπιο. Το κονιάκ της τελετής λήξης να ποτίζει μια δεύτερη ζωή στην ηλεκτρισμένη στιγμή. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτήν την αλχημεία ο Ιταλός φίλος. Διακριτικός μάρτυρας της ιστορίας, φωτογράφος. Αναγνώρισε την κατάσταση, αφουγκράστηκε την στιγμή, εστίασε στη μορφή της και μόνο (θαυμάζοντας ίσως κρυφά), το μυστικό οπωσδήποτε να προφυλαχθεί. Το μοιραίο κλικ: Το ξαναμμένο της πρόσωπο, το τόξο των φρυδιών, το τελευταίο βέλος που εκτοξεύεται προς άγνωστο αποδέκτη τώρα. Όταν την πρωτοείδε τον διαπέρασε το φως. Σκίσιμο στην μνήμη διαμπερές από φως.
Στοιχειωμένη και η ανάγνωση του βιβλίου της. Με τις λέξεις να σαλεύουνε σαν φαντάσματα. «Η καταιγίδα έπνιξε την φράση στο στόμα της, αποζήτησε τα χείλη του. Υγράνθηκε το σώμα με κάτι σαν συμπύκνωση και διάχυση μαζί, μια αιώρηση πάνω από όλα όσα χωρίζουν την πραγματικότητα από την φαντασία. Την ρευστότητα της θάλασσας αλλά όχι πια μόνη σου, άκουσε μια φωνή να της απαιτεί. Η συνέχεια θα έρθει στην γραφή: ‘Μην εκπλαγείς αν μας συναντήσεις στο μυθιστόρημά μου,’ τον προετοίμασε».
Πράγματι, έτσι είχε ειπωθεί. Κάτι είχε προαισθανθεί από νωρίς μα ο πυρετός του για εκείνη έσβησε τις υποψίες πριν καν τολμήσουν να ξεμυτήσουν. Άραγε εκείνη -γνώστης καλοκαιρινών θαυμάτων- προανήγγειλε το τέλος του έρωτα ως αρχή της φαντασιακής του απόδοσης; Άγνωστο. Η μόνη βεβαιότητα καταστάλαξε ως κοινοτυπία και ο στρόβιλος της συνεύρεσης τροφοδοτούσε το σώμα με μελλοντικές γραφές.
Επιλεκτικά, βέβαια. Ίσως να είχε λόγους, ίσως όχι, το στοιχείο της νεράιδας δεν χώρεσε στην λογοτεχνική απόδοση. Τον είχε ρωτήσει για την ιστορία του παλιού έρωτα. Για ποιο λόγο η αφήγησή της κάθε καλοκαίρι, «μήπως για να γητεύεις με φολκλόρ τις τουρίστριες;», του είπε σαν πείραγμα. Ωραία άνοιξε θέμα συζήτησης, ξωτικά, νύμφες, λαογραφία, family lore, χρηστικά παρελθόντα, ήταν διαβασμένη. «Αλληγορία για το πως διαμορφώνω τον εαυτό μου στα φάσματά του. Τα πολλαπλά του φάσματα, πως λειτουργώ με τα πολλά μου φαντάσματα, τους διπλούς και τριπλούς εαυτούς μου», τόνισε με μια συνειδητή επανάληψη λέξεων. «Την πολυμορφία της νεράιδάς μου, την υβριδικότητά της, την ηλεκτρίζει ένα ήθος, ένας βαθύς τρόπος πλοήγησης. Ένας ηθικός προσανατολισμός -ας τολμήσω τη φράση- με κέντρα βάρους, αυτό επιθυμώ να τίθεται ως ερώτημα στο πάρτι της πολλαπλότητας». «Αχ ο μοντερνιστής μου στον ωκεανό της μεταμοντερνικότητας…» ανέβασε τον πήχη θεωρητικά.
Εξουθενωμένος επιστρέφει στην φωτογραφία, φορτίζεται, φανερώνεται η αφετηρία για τoν δικό του επίλογο. «Πλησιάζω σε απόσταση αναπνοής τα μεγεθυμένα μάτια, τριπλάσια στον τελετουργικό αποχαιρετισμό που ποιεί η γητεύτρα μάγισσα. Επιθυμώ για τελευταία φορά να με κατοικήσει ο λατρευτικός της πόθος. Μήπως η έκθαμβη λαμπρότητά της είναι το τελευταίο δώρο της μνήμης; Μια ύστατη δοκιμή δύναμης που με μεταμορφώνει σε χορευτή που με μεταλλάσσει για χάρη της; Χωρίς δυϊσμούς (έτσι θα το έθετε αυτή), σπονδή ταυτόχρονα στο μεγαλείο του έρωτα και στον βωμό της εξουσίας του.
Η απόπειρα αναπαράστασης ήτανε μάταιη, η στιγμή έχει δραπετεύσει. Δεν υπάρχω πλέον ως αντικείμενο της ματιάς της, έχω εκτοπιστεί. Σεβαστή η παρέμβαση του φωτογράφου φίλου, απόλυτα κατανοητό το πώς και το γιατί της απουσίας. Το θέμα έγκειται αλλού, στην απόφασή της. Στις μετατοπίσεις που επέφερε. Η στιγμή έχει μεταφερθεί στον μαγνητισμό ενός άλλου οπτικού πεδίου, σε έναν χώρο που το βλέμμα της απλόχερα απλώνεται. Την δύναμη της σαγήνης επιλέγει πια να εκθέτει σε κοινή θέα. Στέρεη, συμπαγής απόφαση. Εκρηκτικά μόνη πλέον στο φβ να θέλγει, επιθυμίες ρευστές.
Σε υγρό τοπίο επιθυμώ να την αποχαιρετήσω, καταδύομαι. I see a salty seabed in her ocean, θαυμάζω τα κοράλλια, αναπνέω τα σκοτεινά οξυγόνα που αρμονικά μας ανέστησαν. Αφήνομαι σε υπόγειες ροές, απλώνομαι σε χορογραφίες πολυπόδων, διαθλάσεις χρωμάτων. Διαχέεται η οσμή της, μνήμη γεύσης από τον βυθό. Μα να και η ωκεάνια νεράιδα της ιστορίας εμφανίζεται, σε μια τόσο δα γωνιά παραμελημένη, πλησιάζω να την αγκαλιάσω μα σαν να ασφυκτιεί, ‘αφήνεσαι και σε παρασύρει πάλι η ομορφιά, το ρευστό και το εύγεστο, αρκετά πια με την αισθητική’, με μαλώνει, ‘άλλα σ’ έχω ακούσει να θαυμάζεις σε μένα, κέντρα ήθους, τους τόπους και τους τρόπους τους’. Με απομακρύνει από την τρυφερότητά της, ψυχρά ρεύματα με ανατρέπουν, συνέρχομαι. Ο λόγος του αφόρητου πόνου με βουλιάζει. Ανελέητα, οδυνηρά. Από τον πολύτιμο δεσμό στην αγορά γοητείας. Από το ειδικό βάρος της σχέσης στην κοινωνία του θεάματος. Παγώνω. Πριν τα κέντρα της μεταφερθούν αλλού -δεν θέλω να γνωρίζω πια προς τα που-, συμπυκνωμένη, η εκστατική της ρευστότητα εκεί κάποια στιγμή παγιώθηκε». * *Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα 1960) ζει και εργάζεται στην Αμερική. Έχει δημοσιεύσει το βιβλίο Χαρτογραφήσεις της λευκής εθνοτικότητας: Λαϊκή εθνογραφία και δημιουργία χρηστικών παρελθόντων στον ελληνοαμερικανικό κόσμο (Νήσος 2021), καθώς και τις ποιητικές συλλογές, Διασπορικές Διαδρομές (Απόπειρα 2012), (https://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html) και Λόγοι Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής (Ενδυμίων 2016). (https://endymionpublic.blogspot.com/2016/07/blog-post.html) Διατηρεί το μπλογκ, Διασπορική Σκοπιά: Ποιητικές Εν-τάσεις Στιχοπλοκές. (https://diasporic-skopia.blogspot.com/)
Παραδοσιακά, η ποίηση είναι ένα οχυρό της ελευθερίας. Πιο συγκεκριμένα έχει χρησιμοποιηθεί ως όχημα για κάθε είδους ιδέες, συμπεριλαμβανομένων και των περιοριστικών. Εφόσον όμως, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, η εξουσία θεωρείται ότι περιορίζει τις ζωές και τις σκέψεις των ανθρώπων με τρόπους που προηγουμένως ήταν αδιανόητοι- και εφόσον έχουμε το πλεονέκτημα μιας πάντα πιο ξεκάθαρης άποψης της ιστορίας και των ανθρώπινων δυνατοτήτων: τότε είναι φυσικό να περιμένουμε να βρούμε τη σύγχρονη ποίηση να έρχεται όλο και περισσότερο σε αντιπαράθεση με το κράτος ή τα εξωτερικά του σημάδια. Αν, ωστόσο, κάποιος ρωτούσε τους σημερινούς διαφωνούντες πού να βρει αυτό το σώμα ποίησης, είναι πιθανό ότι κάθε ομάδα θα του πρότεινε πρώτα εκείνους τους ποιητές που συνδέθηκαν μαζί της, σε κάποια στιγμή, με ενεργό συμμετοχή ή προφανή ευθυγράμμιση. Οι σοσιαλιστές θα μπορούσαν να του προτείνουν να ψάξει το έργο της κουστωδίας του Ώντεν, όπως ήταν πριν από τον πόλεμο. Οι αναρχικοί μπορεί να τον συμβούλευαν να δοκιμάσει τον Herbert Read ή τον Alex Comfort. Ένα μέρος της αταξινόμητης αντίστασης θα μπορούσε να τον παραπέμψει στον Christopher Logue, στον Alan Sillitoe ή στους συγγραφείς της Δυτικής Ακτής. Δυστυχώς, ένας απαιτητικός αναγνώστης θα έβλεπε γρήγορα ότι, εκτός ίσως από τον Ώντεν, οι πιο προικισμένοι από αυτούς τους ποιητές φάνηκαν κατά κάποιο τρόπο ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν το ταλέντο τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε αυτά τα θέματα. Και, στην πραγματικότητα, φαίνεται αδύνατο να συγκεντρωθεί από αυτές τις πηγές μια λογικού μεγέθους συλλογή που να είναι ταυτόχρονα καλή ποίηση και έντονη κριτική.
Από την άλλη πλευρά, αν ξεκινήσετε από την κυρίαρχη τάση της πρόσφατης αγγλικής ποίησης -συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων Αμερικανών που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε- θα βρείτε επιθέσεις κατά του κράτους και σχόλια για την πολιτική και τις κοινωνικές υποθέσεις στα πιο απροσδόκητα σημεία. Η παρούσα έρευνα σημειώνει ορισμένα από αυτά, χωρίς να υποδηλώνει ότι υπήρξε κάποιου είδους κίνηση. Οι προσπάθειες συσχέτισης “τάσεων” και στυλ είναι συχνά αβάσιμες και ακόμη και ο Όργουελ μπορεί να φανεί σε αβεβαιότητα για το θέμα αυτό στο μάλλον άδικο δοκίμιό του για τον Γέιτς. Αυτό αποτελεί ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης.
Ο Γέιτς πέθανε το 1939, αλλά τα τελευταία του ποιήματα είναι τουλάχιστον εξίσου εντυπωσιακά με οτιδήποτε άλλο έγραψε και δεδομένου ότι γενικά θεωρείται ο μεγαλύτερος ποιητής αυτού του αιώνα, φαίνεται σκόπιμο να ξεκινήσουμε με μια λέξη προς υπεράσπισή του. Είναι αλήθεια ότι θαύμαζε υπερβολικά τις αριστοκρατίες του παρελθόντος- ότι ασχολήθηκε με την πολιτική και έκανε αντιδημοκρατικές παρατηρήσεις. Ο Όργουελ, ωστόσο, μπόρεσε να βρει στοιχεία για φασιστικές τάσεις, ενώ παραδέχεται ότι είναι δύσκολο να πούμε πόσο σοβαρός ήταν πραγματικά ο Γέιτς σε πολλούς από τους ισχυρισμούς του. Το παλιό ζήτημα της αναστολής της δυσπιστίας τίθεται εδώ σε σχέση με την ποίηση τουλάχιστον. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται δίκαιο να επιστήσω την προσοχή σε ορισμένα ποιήματα που υποδηλώνουν μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στα πολιτικά πράγματα. Η πολιτική, για παράδειγμα, είναι η δήλωση ενός ανθρώπου με μικρό ενδιαφέρον για την εξουσία, ενός ανθρώπου που βαριέται τις ιστορίες ίντριγκας και κρίσης. Μερικές φορές ανακοινώνει μια ευθεία περιφρόνηση για την ψευτιά του σύγχρονου κόσμου και υποστηρίζει το είδος του ησυχασμού που ο Όργουελ καταδίκαζε τόσο πολύ στον Henry Miller – όπως στο The Old Stone Cross.
Ένας πολιτικός είναι ένας εύκολος άνθρωπος Λέει τα ψέματά του από μνήμης, Ένας δημοσιογράφος επινοεί τα ψέματά του Και σε πιάνει από το λαιμό, Γι’ αυτό μείνε σπίτι και πιες την μπύρα σου. Και άσε τους γείτονες να ψηφίσουν…
Μπορεί κανείς επίσης να θαυμάσει την κοφτή άρνησή του να συμβιβαστεί στο On Being Asked For A War Poem- ή να επισημάνει τα επιγράμματα The Great Day και Parnell ως απόδειξη ενός ευφυούς κυνισμού για τις επαναστάσεις και τις κυβερνήσεις.
Ο Πάρνελ κατέβηκε στο δρόμο, είπε σε έναν άνθρωπο που ζητωκραύγαζε: “Η Ιρλανδία θα αποκτήσει την ελευθερία της κι εσείς ακόμα θα σπάτε πέτρες”.
Με μία εξαίρεση, τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών της ζωής του.
Από τη μικρή ομάδα ποιητών που γράφουν ακόμη και σήμερα και που τράβηξαν την προσοχή ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, ο πιο αιχμηρός είναι ο Αμερικανός E. E. Cummings- κατά προτίμηση, e. e. cummings. Αρχικά είχε τη φήμη της αφάνειας, αλλά αυτό οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη εμπιστοσύνης των αναγνωστών που ερχόταν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με τα τυπογραφικά του τεχνάσματα. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο και αν και δεν είναι ευρύ σε έκταση, συχνά έχει έναν τρυφερό ή εκστατικό λυρισμό που δεν έχει όμοιό του στη σύγχρονη ποίηση. Σε αυτό προστίθεται ότι δεν φοβάται να πει αυτό που σκέφτεται για την επικαιρότητα και το λέει δυναμικά με ευστροφία, ειρωνεία και πάθος. Για να δώσει τον τόνο υπάρχει ο ορισμός του: “ένας πολιτικός είναι ένας κώλος πάνω στον οποίο έχουν καθίσει όλοι εκτός από έναν άνδρα”. Ορισμένα από τα κομμάτια του είναι απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική σκηνή. Κανένας σοβινιστής ή μιλιταριστής δεν έχει ξεφουσκώσει ποτέ τόσο επιδέξια όσο εκείνος στο ποίημα που αρχίζει “δίπλα βέβαια στον θεό Αμερική εγώ/σας αγαπώ”. Το ποίημα που γράφτηκε στη μνήμη ενός αντιρρησία συνείδησης – i sing of Olaf glad and big – είναι μια θαυμάσια σάτιρα, επείγουσα με θυμό και συμπόνια. Ο Cummings μαστιγώνει εκείνους που νομίζουν ότι “το να διαφέρεις μια ασθένεια κάποιου/ να συμμορφώνεσαι με την κορυφή του είμαι”. Και η απέχθειά του για τον κομμουνισμό δεν αντανακλάται σε μια ικανοποίηση για τις αμερικανικές υποθέσεις –
έτσι ρα-ρα-ρα-ρα δημοκρατία ας είμαστε όλοι ευγνώμονες σαν την κόλαση και να θάψουμε το άγαλμα της ελευθερίας (γιατί αρχίζει να μυρίζει)
Έχει συχνά παρατηρηθεί ότι ο τελευταίος πόλεμος δεν παρήγαγε κανένα σώμα ποίησης σαν αυτό των ποιητών των χαρακωμάτων. Σίγουρα, υπάρχει μια διαφορά στον γενικό τόνο, μερικές φορές μια πραγματική παραίτηση που χαρακτηρίζεται ίσως από τον Keith Douglas: “Remember me when I am dead/and simplify me when I’m dead”. Ή η απελπισία ή η αηδία καλύπτονται από μια λεπτή ειρωνεία, όπως στο Naming Of Parts του Henry Reed. Αλλά ένα σύντομο ποίημα αξίζει προσοχής καθώς στέκεται σε σύγκριση με οτιδήποτε έγραψε ο Όργουελ ή ο Sassoon: Το The Death Of The Ball Turret Gunner του Randall Jarrell.
Από τον ύπνο της μητέρας μου έπεσα στο Κράτος, Και έσκυψα στην κοιλιά του μέχρι που πάγωσε η υγρή μου γούνα. Έξι μίλια από τη γη, λυτρωμένος από το όνειρο της ζωής του, Ξύπνησα από τα μαύρα αντιαεροπορικά και τα εφιαλτικά μαχητικά. Όταν πέθανα με ξέπλυναν από τον πύργο με ένα λάστιχο.
Ο Jarrell, όπως βλέπετε, είναι απαισιόδοξος για τις πιθανότητες του ατόμου σήμερα. Κλείνει ένα ενδιαφέρον δοκίμιο για τον Alex Comfort συμφωνώντας ότι το Κράτος είναι ο κύριος εχθρός, αλλά τελειώνει –
Ωστόσο, αν σκεφτεί κανείς τους μηχανισμούς των σύγχρονων κρατών -από τις διαφημιστικές εταιρείες που βγάζουν τις αρχές τους μέχρι τα εργοστάσια αεροσκαφών, που βγάζουν την πρακτική τους- είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι ο θρίαμβος οποιουδήποτε προλεταριάτου είναι κάτι περισσότερο από ένα νοσταλγικό, αντισταθμιστικό όνειρο: εμείς είμαστε αυτοί που μαραίνονται, όχι το κράτος.
Αν αληθεύει, ωστόσο, ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν παρήγαγε το είδος της ποίησης που θα μπορούσε να αναμένεται, ορισμένοι ποιητές έχουν, εν πάση περιπτώσει, ήδη στρέψει την προσοχή τους στον επόμενο: σαν να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο ότι μετά την πυρηνική Ημέρα της Κρίσης μπορεί να μην έχει μείνει κανείς να γράψει ή να διαβάσει. Ο Edwin Muir, ο οποίος ξεχωρίζει ανάμεσά τους, έγινε αρχικά γνωστός για τις μεταφράσεις του στα αγγλικά των εφιαλτικών κόσμων της εξουσίας και του ατόμου του Κάφκα- και η ποίηση του διαπνέεται από μια παρόμοια εμμονική αίσθηση ανησυχίας. Η ποίησή του, η οποία έτυχε πλήρους αναγνώρισης μόνο προς το τέλος της ζωής του, δεν παρουσιάζεται εύκολα με μια σύντομη παράθεση. Δεν έχει σαφή συγγένεια με κανένα άλλο σύγχρονο έργο. Η φαινομενική ισοπεδωτικότητά της εξαφανίζεται στο άκουσμα μιας συμπαθητικής ανάγνωσης. Στα τελευταία του χρόνια ο Muir προφανώς άρχισε να ασχολείται με τον φόβο ενός τελικού ολοκαυτώματος και τρία ποιήματα χρησιμοποιούν τις τρεις πιθανές συνέπειες ενός τέτοιου πολέμου. Στο The Day Before The Last Day, που γράφτηκε λίγο πριν από το θάνατό του το 1959, οραματίζεται την εξόντωση της ζωής – “μηχανική παρωδία της Ημέρας της Κρίσης/που δεν κρίνει αλλά μόνο μοιράζει καταδίκη”- αποκαλύπτει τη “φανταστική εικόνα ενός στάσιμου φόβου”. Τα άλογα αφηγούνται μια αγροτική κοινότητα που επέζησε “από τον επταήμερο πόλεμο που κοιμίζει τον κόσμο” και η οποία ανακαλύπτει ότι η ζωή χωρίς τρακτέρ και ραδιόφωνα είναι τελικά δυνατή- οι άνθρωποι συμφιλιώνονται με την αλλόκοτη σιωπή και την ηρεμία. Το Μετά από έναν υποθετικό πόλεμο υποθέτει, αντιθέτως, το ναυάγιο των πολιτισμένων αξιών, μια γη του εκφυλισμού και της σπατάλης. Ο Muir πραγματεύεται και άλλες πτυχές της σύγχρονης πολιτικής: στο Nightmare Of Peace βρισκόμαστε με τα Ηνωμένα Έθνη.
Ακόμα και σε ένα όνειρο πώς ήμασταν εκεί Ανάμεσα στους κομισάριους της ειρήνης Και αυτό το πράο βουητό στον αέρα Από τους συναινούντες θιασώτες; Αστυνομία μεταμφιεσμένη σε κάθε καρέκλα Πάνω στην εξέδρα. Η ειρήνη ήταν εκεί στα χέρια όπου δεν θα μπορούσε ποτέ να κινηθεί. Ψηλά ένα περιστέρι με πολεμική πλάκα… θρονιάστηκε πάνω απ’ όλους με απειλητική αγάπη.
Αρκετά καλά ποιήματα που είναι άμεσα ή έμμεσα “αντιβομβαρδιστικά” έχουν εμφανιστεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Ένα από αυτά μπήκε σε μια δημοφιλή σχολική ανθολογία: The Birds του Clive Sansom – ο οποίος είχε και ένα άλλο ποίημα, το Loyalties, το οποίο καταγράφει τη λατρεία του κράτους ως προδοσία της ατομικότητας. Ο Robert Conquest και ο I. A. Richards έχουν ωραίες μικρές επιθέσεις κατά των πυρηνικών όπλων. Από τον John Wain υπάρχει το A Song About Major Eatherly. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι η Edith Sitwell στα Three Poems Of The Atomic Age απλώς ενσωματώνει στα ποιήματά της μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων για τις εκρήξεις προς υποστήριξη της δικής της πυροτεχνίας: “Τότε στον δολοφονημένο Ήλιο ένας τοτέμ πόλος σκόνης αναδύθηκε στη μνήμη του Ανθρώπου. Λες και η εμπειρία ήταν πολύ άμεση, οι αναφορές των επιζώντων πολύ αγωνιώδεις, για να δικαιολογούν παρεμβάσεις ή εξωραϊσμούς. Πράγματι, ο αναγνώστης έργων όπως η “Χιροσίμα” του John Hersey και το “Φωτεινότερο από χίλιους ήλιους” του Robert Jungsk μπορεί να γνωρίζει με δυσάρεστο τρόπο ότι οι περιγραφές των πραγματικών εκρήξεων τον διεκδικούν πρώτα με τον γενικευμένο τρόπο της ποίησης και μπορεί ακόμη και να τείνουν να αναστείλουν κάπως την αντίδραση που πρέπει να προκαλέσει το περιεχόμενό τους. Αυτή η αποπλάνηση από το μέγεθος ή την αίσθηση είναι κάτι που ο προπαγανδιστής πρέπει να ζυγίσει προσεκτικά.
Από όλους τους Άγγλους ποιητές που έχουν αποκτήσει φήμη μετά τον πόλεμο, μόνο για έναν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το έργο του είναι πολύ συχνά η άμεση έκφραση της κοινωνικής του συνείδησης. Πρόκειται για τον D. J. Enright. Η ποίησή του φαίνεται εκ πρώτης όψεως μάλλον πολυμαθής και μανιερίστικη λόγω των περιστασιακών και αντηχητικών ποιητικών φράσεων. Όμως ένας καλός αναγνώστης θα νιώσει γρήγορα τη δύναμη του έργου του Enright και θα βρει σε αυτό μια αίσθηση συμπόνιας και μια ακεραιότητα που σπάνια επιδεικνύεται σήμερα σε κοινωνικά πλαίσια. Ο Enright, ο οποίος έχει ταξιδέψει ευρέως στις χτυπημένες από τον πόλεμο χώρες της Ευρώπης και της Άπω Ανατολής, θα μπορούσε σχεδόν να αποκληθεί ποιητής της πείνας. Γράφει για τη φτώχεια, την εξορία, την πείνα, την πορνεία, τα αδικήματα του κράτους κατά του ατόμου, τον καιροσκοπισμό των πολιτικών.
Το μόνο αίνιγμα που είδα ήταν τα παχιά λόγια των πολιτικών απέναντι στα αδύνατα πρόσωπα των φτωχών.
Το Monuments Of Hiroshima ίσως είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για την πόλη αυτή. Η διάθεση αυτού του ποιήματος σε κάνει να σκέφτεσαι κομμάτια όπως το At The New Menin Gate του Sassoon. Ο Enright διαθέτει μια αμεσότητα και μια ειρωνική ευφυΐα που τον σώζουν από τον συναισθηματισμό. Καταλήγει –
Λίγη ειρήνη για να αναπαυθούν, λιγότεροι από αυτούς… για να αναπαυθούν εν ειρήνη: Σκόνη σε σκόνη μια γρήγορη μετάβαση, στάχτη σε στάχτη… με τρομερή ευκολία. Το μόνο τους μνημείο θα είναι το χτύπημα των άλλων… Ένας Πύργος Ειρήνης, μια Αίθουσα Ειρήνης, μια Γέφυρα Ειρήνης.
που θα μπορούσαν να ευχηθούν για κάτι μόνιμο, σαν ένα ξύλινο κουτί.
Γράφοντας για την πείνα, στα βιβλία Where Charity Begins και The Short Life of Kazuo Yamamoto, αντιπαραβάλλει τον λεκτικό κόσμο των πολιτικών με τον πραγματικό κόσμο των θυμάτων.
Αλλού οι μεγάλοι έχουν κι αυτοί τους πονοκεφάλους τους, Καθώς παλεύουν με αυτούς τους αξιοσημείωτους γλωσσοδέτες… όπως η Απελευθέρωση και η Καταπίεση. Αλλά δεν μιλούσαν για σένα, Καζούο, που βρήκες το ποντικοφάρμακο πιο φτηνό από την ασπιρίνη.
Η συμπάθειά του επεκτείνεται και στα πεινασμένα ζώα, όπως στο αιχμηρό μικρό επίγραμμα Asiatic Premises, όπου γίνεται κατηγορητήριο.
Αυτό το μεγάλο, λευκό, καινούργιο κτίριο είναι αφιερωμένο… στη μελέτη των Φιλελεύθερων και Ανθρωπιστικών Τεχνών. Κάτω από τους γύρω φράχτες βρίσκονται τα μικροσκοπικά και φουσκωμένα κορμιά πεινασμένων γατιών. Ματαιοδοξία των ματαιοδοξιών.
Τα ποιήματα αυτά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση περιστασιακή παρατήρηση ή σχόλιο, αλλά αρχίζουν και τελειώνουν με μια επίπεδη και ενίοτε προφητική απόρριψη της πολιτικής της εξουσίας.
Αλλά οι πολιτικοί ζουν στο δικό τους κλίμα, Στις κρύες καρέκλες όπου επωάζονται Μια μελλοντική άνοιξη από δαμάσκηνο και ροδάκινο και κεράσι, σε υπέροχες μεταλλάξεις. που ανθίζει σε όλα τα τυφλά και κατεστραμμένα έθνη.
Συμπληρωματικά με αυτό είναι το συναίσθημά του για τον μεμονωμένο πάσχοντα, ιδιαίτερα τον πολιτικό πρόσφυγα- το καλύτερο παράδειγμα είναι το όμορφο Meeting An Egyptian At A Cocktail Party. Φυσικά, ο Enright αφιερώνεται και σε άλλα, εντελώς διαφορετικά θέματα: κυρίως στις τέχνες, στην κριτική και στις εντυπώσεις του τόπου. Από κοινωνική άποψη, το “Bread Rather Than Blossoms” είναι το πιο ενδιαφέρον από τα βιβλία στίχων του.
Εν κατακλείδι, τι μπορεί να ειπωθεί για την κατάσταση της ποίησης σήμερα; Την τελευταία δεκαετία εμφανίστηκαν μια χούφτα εξαιρετικοί ποιητές. Ο Enright θα μπορούσε να συμπεριληφθεί σε αυτούς, αλλά τι γίνεται με τους άλλους; – Ted Hughes, Philip Larkin, Thom Gunn, Burns Singer, Elizabeth Jennings, C. A. Trypanis, Donald Davie. Ο κριτικός δεν μπορεί να αγνοήσει την εκπληκτική απουσία κοινωνικών σχολίων στο έργο τους. Πράγματι, θα μπορούσε να επιστήσει την προσοχή σε ένα ποίημα όπως το Too Late For Satire του Davie. Ο Davie έχει την κομψότητα, τη σαφήνεια και την αιχμή του τέλειου σατιρικού- και το γνωρίζει αυτό, αλλά μέσα από μια θλιβερή μοιρολατρία αρνείται το έργο –
Θα μπορούσα να ήμουν τόσο ανελέητος όσο ο Πάπας Αλλά μάταια, σε μια τραγική εποχή… Μοιραζόμαστε το μίσος, αλλά μας λείπει η ελπίδα. με το να καρφώσουμε τις τρέλες για να μεταρρυθμίσουμε την εποχή. Το να κατηγορούμε είναι κουτσό και οι σατιρικοί αργούν. Κανένα μαχαίρι δεν μπορεί να καρφωθεί στην ιστορία ή στο είδωλο, Κανένα μαχαίρι δεν μπορεί να μας βγάλει από τον ασβέστη της μοίρας.
Για να προχωρήσει περαιτέρω, ο κριτικός θα μπορούσε να εξετάσει το A Woman Unconscious, ένα εντυπωσιακό έργο του Ted Hughes. Ο Χιουζ οραματίζεται έναν ατομικό πόλεμο που θα μπορούσε να εξαφανίσει όλα τα έμβια όντα – “ο κόπος όλων των αιώνων μας μια απώλεια με φύλλα και έντομα”- στη συνέχεια απορρίπτει τη φαντασία του ως μελοδραματική και (με αμφίβολη προέκταση) μη σύμφωνη με το μοτίβο της ιστορίας- ώσπου, επιστρέφοντας στην αρχική ιδέα, συγκρίνει την εξαφάνιση όλης της ζωής με την απώλεια της συνείδησης, ή το θάνατο, μιας και μόνο γυναίκας –
Κι αν η βόμβα συγκριθεί με τη βόμβα, Αν και όλη η ανθρωπότητα αναδιπλωθεί και τίποτα δεν αντέξει… Η Γη εξαφανίζεται σε μια στιγμιαία φωτοβολίδα… Ήρθε ένας μικρότερος θάνατος… στο λευκό κρεβάτι του νοσοκομείου όπου μια, μουδιασμένη πέρα από την τελευταία της αίσθηση, έκλεισε τα μάτια της στις αποδείξεις του κόσμου και βύθισε το κεφάλι της στα μαξιλάρια.
Αυτού του είδους ο σολιψισμός πρέπει να φαίνεται σε πολλούς τρελά διεστραμμένος. Πράγματι, θα ήταν διασκεδαστικό, αν δεν υπήρχε η αίσθηση της κρίσης, το γεγονός ότι οι αναγνώστες που πάντα επέμεναν ότι η ποίηση μπορεί να αγνοεί την ηθική μπορεί τώρα να βρεθούν – καταπιεσμένοι από την επείγουσα τελική απειλή ενός πυρηνικού πολέμου – να αναγκάζονται να προδιαγράψουν στάσεις και θέματα για τον ποιητή. Αν, ωστόσο, αυτό το αίσθημα του επείγοντος μπορεί να παραμεριστεί, μπορεί να γίνει μια εντελώς διαφορετική αποτίμηση της τάσης της σύγχρονης ποίησης. Αρνητικά, μπορεί να ειπωθεί ότι από αυτή την κοινωνική σκοπιά οι καλύτεροι από τους νεότερους ποιητές δεν αμαρτάνουν σχεδόν ποτέ κατά παραγγελία. Ενώ θετικά, είναι σαφές ότι το μόνο χαρακτηριστικό που τους ενώνει είναι το γεγονός ότι κανένας από αυτούς δεν έχει πολλά κοινά: είναι προσηλωμένοι σε αρκετά προσωπικές εξερευνήσεις. Αν αυτό είναι απόδραση, είναι και κατάφαση.
Ενδεικτική βιβλιογραφία -Collected Poems by W. B. Yeats. (Macmillan, 1958, 18/-.) -Ε. E. Cummings: Selected Poems 1923-1958. (Faber and Faber, 1958, 18/-.) -Randall Jarrell: Selected Poems. (Faber and Faber, 1958, 15/-.) -Edwin Muir: Collected Poems 1921-1958. (Faber and Faber, 1960, 25/-.) -D. J. Enright: Bread Rather Than Blossoms. (Seeker and Warburg, 1956, 10/6.) -Ted Hughes: Lupercal. (Faber and Faber, 1960, 12/6d.) -Donald Davie’s ‘Too Late For Satire’ is in the anthology New Lines edited by Robert Conquest. (Macmillan, 1956, 12/6d.)
The Australian writer’s 1984 novel, The Island, is a hypnotic work of fiction about the border between life and art.
MADELEINE WATTS*
This essay originally appeared as the introduction to The Island (Transit Books).
The first time I heard about Antigone Kefala was when I was in my second year of university. She was described to me by an older writer as “a preeminent poet from Sydney.” At the time, I was majoring in English at the University of Sydney, but Kefala’s work had never been assigned, and most of the writers I associated with Sydney were long dead. I remember going to the bookstore just off campus that afternoon and browsing the shelves, but I couldn’t find anything by Antigone Kefala, and quickly gave up the search.
This is not an uncommon story. Antigone Kefala was a writer who spent much of her literary career flying under the radar. In 2010, the same year that I first heard about her, Kefala wrote in her journal about being left out of the Macquarie PEN Anthology of Australian Literature. She was, understandably, upset that certain writers—she among them—had been “totally effaced.” The anthology included work by early British settlers, excerpts of 19th-century drudgery, and Kefala’s contemporaries, like David Malouf, Shirley Hazzard, and Gerald Murnane. In an interview with the literary journal HEAT around the same time, Kefala said, “I have been so far out of any critical line in Australia in terms of writing. Apart from one or two people, no one has approached the work as a serious intellectual activity.” For a long time, it seemed like the only story to tell about Antigone Kefala was a ghost story: her persistent absence from any mainstream literary recognition, in Australia, and elsewhere.
Antigone Kefala was born in the Romanian city of Brăila in 1931, a city on the Danube close to the modern-day Moldovan border. Kefala’s parents were Greek by heritage, but her family had lived in Romania for three generations by the time their daughter was born. After World War II, as a wave of political unrest swept through Romania, the family fled. Kefala arrived in 1947, at age 16, in Greece, a country that was on the brink of civil war. The family lived in refugee camps set up by the International Refugee Organization, and set about applying to emigrate. Rejected by Australia because of an X-ray that showed a small shadow on her mother’s lung, the family instead left for New Zealand in 1951. Later, Kefala described the shock of the green dampness of New Zealand, the difficulty of communicating in English, and the feeling of first being unwanted, “made to feel that our faces, our gestures, belonged to this outside category with which the locals did not want to become involved.”
In 1960 Kefala moved, for the last time, to Sydney. The Sydney she arrived in that year was very different from the city I grew up in. This was the era of the White Australia policy, which had only just been relaxed to allow migration from continental Europe but continued to bar nearly everybody else. Women were still not allowed to drink in pubs. The tramways were being pulled up and expressways being built, ushering in a future of traffic jams and dodgy buses that made getting around when I was a teenager a misery. Indigenous Australians remained unrecognized in the constitution and unable to vote, and Indigenous children were still being forcibly and routinely removed from their families, a group of children known now as the Stolen Generations.
It was also the first hint of an aperture opening between Australia and the rest of the world. Kefala sailed into Sydney Harbor on a summer morning, full of light and heat and movement, its most seductive time of year. She described those first days in Sydney as something like a homecoming. “My past in Romania, in Greece, came back as a meaningful experience in a landscape that had similar resonances,” she wrote. “The landscape was already feeling familiar, allowing me to survive.” Survival, in many ways, equaled writing. It was only once she arrived in Sydney that Kefala became a writer.
After spending long days teaching English to other migrants, Kefala would go to the Mitchell Library and spend her evenings writing before catching the bus home. Her first language was Romanian; she learned French at school, and she became fluent in Greek as a teenager. Only in her 20s, in New Zealand, did she learn English, her fourth language. But when she began to write seriously, Kefala wrote in English. “I feel you have to live in a language to be able to write in it,” Kefala said in a 1994 interview. “I couldn’t write in Romanian or Greek or French because they were languages that I had somehow passed through. English was the language I was actually living in.” But it was many years before Kefala made headway with publishers. She gradually began to suspect, from the editorial comments that did come back, that there was something about the issues that preoccupied her, and something about her language, which didn’t quite “fit.”
The Alien, Kefala’s first volume of poetry, was released in 1973 by Makar Press, a small publisher that had sprung out of a student magazine at the University of Queensland. Although it was her first big break, her style was so different from what amounted to the (admittedly tiny) poetry mainstream in 1970s Australia that there were internal debates among the editors about whether it should be published at all.
To an outsider, it might seem peculiar the way that Australia’s literary establishment expends time arbitrating how “Australian” or “un-Australian” a work of art is deemed to be. The US and the UK are united as the Anglophone centers of the world—around which all the other Englishes orbit, and against which the rest of us attempt to stake our territory.
Kefala’s work was always fighting to find critical recognition within the boundaries of that small territory, and frequently wound up on its edges. So many contemporaneous reviews and interviews belabored questions of identity, migration, and “multiculturalism,” and questioned where Kefala “fit” in the Australian literary landscape, without really ever talking about Kefala and her work itself.
When I did finally track down an Antigone Kefala book, it was many years after I’d left Sydney and moved to New York. In America, I found that being Australian had become a part of my identity in a way it hadn’t been at home, simply because it was now the adjective I heard most frequently used to describe myself. I was beginning to write seriously, and trying to figure out where I might fit in a national tradition. I read more Australian literature in my first years in America than I ever had before.
By signing up, you confirm that you are over the age of 16 and agree to receive occasional promotional offers for programs that support The Nation’s journalism. You may unsubscribe or adjust your preferences at any time. You can read our Privacy Policy here.
That was the quest I was on when I found The Island, on an infrequent trip home in 2018—out of print, in the Australian section of Sappho Books on Glebe Point Road, siloed off from the other fiction. I read it quickly, in the unsettling and familiar humidity of the guest room that had once been my childhood bedroom. After that, I made my way through everything I could get—Kefala’s poetry, her Sydney Journals and Late Journals, and the novellas collected in Summer Visit.
The Island, originally published in 1984, was one of Kefala’s first works of prose. A review in The Sydney Morning Herald used what would become familiar adjectives to describe Kefala’s work: haunting, cool, dense, impressionistic. Another review, in Outrider, described The Island as having a “European sensibility.” All of these descriptors were true, and yet none of it got at the complexity that made The Island so resonant and so beautiful.
The Island isn’t confessional, but its autobiographical underpinnings are clear. Its protagonist, Melina, is a young university student living sometime in the mid-20th century, a migrant by way of Romania and Greece, and coming now into her independence. The plot is light, not really the point; the writing is most interested in the process of “becoming,” trying to find a new kind of form in which the experience of being alive will crystallize. Kefala’s writing is always processing the present through the past, her protagonist’s experience of the present necessarily strung through and in reference to Greece, Romania, New Zealand, because how could it not be? This movement between an intensely imagined nostalgic past and the hyperreality of the present is what constitutes the hypnotic quality of The Island.
When The Island was published, Australian literature was dominated by the big, blustery novels of mostly male writers like Peter Carey and Tim Winton. Writers were beginning to reckon with the genocidal reality of Australia’s colonial history, and the books that got the most attention were the ones that lent themselves best to being included on high school curricula. Something like The Island was radically different. On that humid afternoon when I first read The Island I was struck by the self-contained language, the intensely visual quality of the prose, the fluidity with which Kefala moves between memories and Melina’s present day, as if the border between the two were indistinct. It reminded me of other novels I had taken to calling “thin works of 20th-century womanhood” that I was reading around that same time, books by Marina Tsvetaeva, Clarice Lispector, Marguerite Duras, Nathalie Sarraute, Christa Wolf. Each of these books struck me with the sense that I had discovered a long-lost great aunt I closely resembled.
When I reread Kefala now, it’s precisely that quality of transnationality I find most poignant. I too have become somebody whose experience of the present tense is colored by my relationship to the many places I have lived in: I bicycle through Berlin behind a girl in Doc Martens and she merges with my sister in Melbourne; I drive across the Central Tablelands of New South Wales babbling to my husband about how everything reminds me of Southern California; the claustrophobia I feel in New York after an August storm reminds me that my body still expects the “cool change” of a Sydney February. This is what it is like to live along the edges, in the in-between spaces, of different countries, cultures, languages.
During the 2000s Kefala’s work began to be published by Sydney’s Giramondo Publishing, the champion of Australian authors who have experienced late-career revivals in America, including Gerald Murnane and Alexis Wright. When Kefala died in 2022, I learned of her passing from a eulogy sent out by Giramondo. Only a few weeks earlier, she had received the Patrick White Literary Award, given to a writer whose life’s work has made a significant contribution to Australian literature without being adequately recognized. Now, three years later, The Island gets a new lease on life. I only wish it had come sooner. There are still far too few of us who whisper Kefala’s name among ourselves, as a “preeminent poet from Sydney.”
The copy of The Island sitting beside me as I write is the same one that I bought in 2018. A sticker inside attests that it was originally bought at the Feminist Bookshop in Lilyfield in 1984. It smells like Sydney. By which I mean it smells like my mother’s makeup-stained sewing box in the mildewy cupboard, like the yellow photo albums lined up in my grandparents’ bookshelves below the VHS tapes; it smells like the humidity of that childhood bedroom. It smells as though the elements of Sydney—saltwater, southerly winds, rotting fig and jacaranda blossoms, eucalyptus leaves baking on sandstone soil, roast lamb, Vegemite toast, passion fruit vines, magpies and cockatoos and lorikeets—all of it—had been absorbed by the glue and ink and paper. Because at the end of the day, it was Sydney that defined Antigone Kefala’s work, and it was there she came to rest after decades of wandering. My copy has traveled three different continents, and two of the world’s oceans, to sit here on my desk. But when I fan the pages from right to left, this book is the closest to home I could possibly be.
*Madeleine Watts is a writer of novels, stories, and essays. She is most recently the author of Elegy, Southwest.
Μια μείζονα τάση της ποίησης της κρίσης σύμφωνα με τον Βασίλη Λαμπρόπουλο (2018) είναι η ποίηση της αριστερής μελαγχολίας. Η αριστερή μελαγχολία πηγάζει από μια εσωτερική σύγκρουση που δημιουργείται από το να μελαγχολεί κανείς για την ήττα της εξέγερσης και από την άλλη να επιμένει στο πρόταγμά της (Τραβέρσο, 2017).
Θεωρώ ότι η αριστερή μελαγχολία αποτέλεσε και εν μέρει συνεχίζει να αποτελεί μια σημαντική τάση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ωστόσο, πιστεύω ότι η αριστερή μελαγχολία εκφράστηκε κυρίως όχι μέσα από πλήθος δημοσιεύσεων και ποιητικών παρεμβάσεων, αλλά μέσα από τη σιωπή, την αφωνία, την παθητικότητα και την απόσυρση ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά το 2000, όταν η νέα ποίηση βρισκόταν ακόμη σε στάδιο προσανατολισμού και δεν είχε διαφοροποιηθεί πλήρως και συνειδητά από την γενιά του ιδιωτικού οράματος. Η κυριαρχία της αριστερής μελαγχολίας αποτέλεσε τη σκοτεινή ύλη της γενιάς της κρίσης, μένοντας για αρκετό καιρό αόρατη και δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι κυριαρχούν οι φιλελεύθερες ή απολιτικές προσεγγίσεις στη νέα ποίηση. Μάλιστα, δεν έλειψαν οι φωνές κριτικών που θεώρησαν ότι η νέα ποίηση αποτελεί συνέχεια της γενιάς του ιδιωτικού οράματος, αποτελώντας μια ποίηση δωματίου, εστιασμένη αποκλειστικά στο άτομο.
Στο παρόν κείμενο διατυπώνω την άποψη ότι η ποίηση της κρίσης επιτελεί τα τελευταία χρόνια μια σταδιακή έξοδο από την αριστερή μελαγχολία τερματίζοντας μια μακρά περίοδο αμηχανίας, παθητικότητας και πολιτικής απαισιοδοξίας. Η διεκδίκηση, η μαχητικότητα, η εξωστρέφεια και η συγκρατημένη πολιτική αισιοδοξία αποτελούν σαφή ένδειξη της ολοκλήρωσης της διεργασίας ενός πένθους που για μεγάλη χρονική περίοδο κάτω από το καθεστώς της αριστερής μελαγχολίας παρέμενε περιπλεγμένο και ανεπίλυτο.
Ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη
Στο νέο στάδιο η σύγχρονη ελληνική ποίηση γίνεται όχημα διεκδίκησης κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας και κοινωνικής αλλαγής και για αυτό την αποκαλώ, Ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη. Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη διαφέρει από την ποίηση του ιδιωτικού οράματος, καθώς δεν εκφράζει προσωπικές ανησυχίες, φόβους ή ελπίδες αλλά θέτει κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα μέσα από μια λογική αλληλεγγύης και συμπερίληψης. Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη είναι μια ποίηση που εστιάζει σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα φύλου, φυλής, τάξης, σωματικής ικανότητας, νευροδιαφορετικότητας και οικολογίας. Διακρίνεται από μια στάση κοινωνικής διεκδίκησης και πολιτικού αγώνα εκφράζοντας την αισθητική της ανατροπής, δηλαδή την μαχητική στάση εναντίον των παγιωμένων σχέσεων εξουσίας και την ανοιχτή αμφισβήτηση των υπαρχουσών καταπιεστικών μηχανισμών και θεσμών. Είναι μια ποίηση προσανατολισμένη στο ιστορικό παρόν και το μέλλον. Είναι μια ποίηση πολύμορφη, με ισχυρά πολιτικά χαρακτηριστικά και μεγάλη δυναμική που θα φανεί στο εγγύς μέλλον.
Θεωρητική προσέγγιση Στο παρόν άρθρο εστιάζω στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, η οποία συνδέεται με μια μακρά φιλοσοφική παράδοση αλλά και με την πολιτική πράξη (Lu&Woodson, 2024). Η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης χρησιμοποιείται ως ενοποιητικό στοιχείο ενός μεγάλου εύρους κοινωνικών ζητημάτων που διαπραγματεύεται η σύγχρονη λογοτεχνία, όπως το φύλο, η φυλή, η εντοπιότητα, η εργασία και η περιβαλλοντική δικαιοσύνη (Raja&Lu, 2024). Σημαντική πτυχή της προσέγγισής μου είναι η ανάδειξη της διαθεματικότητας (intersectionality) μεταξύ των διάφορων πεδίων καθώς συχνά η ατζέντα για την κοινωνική δικαιοσύνη είναι επικεντρωμένη σε συγκεκριμένη κάθε φορά ομάδα χωρίς να τονίζεται η ανάγκη οικοδόμησης αλληλεγγύης μεταξύ των ομάδων αλλά και οι συγκλίνοντες στόχοι τους. Η διαθεματικότητα (intersectionality), η οριακή σκέψη (borderthinking) και η συσχετιστική σκέψη (relationalthinking) μας επιτρέπουν να αποδεσμευτούμε από την ουσιοκρατική σκέψη που διακρίνει την καπιταλιστική νεωτερικότητα (Raja&Lu, 2024). Τέλος, πρέπει να τονίσω ότι η προσέγγιση που προτείνω για τη μελέτη της σύγχρονης ποίησης στοχεύει στην αξιοποίηση πολλαπλών θεωρητικών παραδόσεων για την κοινωνική δικαιοσύνη ταυτόχρονα: ο μαρξισμός, ο φεμινισμός, η queer θεωρία, οι σπουδές αναπηρίας, η κριτική φυλετική θεωρία, η μετα-αποικιακή θεωρία, η οικοκριτική και ο μετα-ανθρωπισμός είναι μερικές από αυτές χωρίς η λίστα να είναι εξαντλητική. Η πληθυντική αυτή θεωρητική παράδοση αποσκοπτεί στην ανάδειξη της διαθεματικότητας και της εγγύτητα των αγώνων (Raja&Lu, 2024).
Το κοινωνικό πλαίσιο ανάδυσης της νέας ποιητικής
Η ανάδυση της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη δεν έγινε σε κοινωνικό και πολιτικό κενό αλλά συνδέθηκε με συγκεκριμένα γεγονότα που οδήγησαν στην ριζοσπαστικοποίηση των νέων, την εμφάνιση νέων κοινωνικών κινημάτων και την ανάπτυξη κριτικής πολιτικής συνείδησης. Θεωρώ ότι η κρίση που οδήγησε στην ανάδυση της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη δεν συνδέεται με τα γεγονότα του 1989. Η κρίση που περιγράφω είναι διαρκής και πολύμορφη και συνδέεται με την κρίση της πολιτικής, την οικονομίας, του περιβάλλοντος και την αμφισβήτηση παγιωμένων από την πατριαρχία έμφυλων ρόλων. Η διαρκής κρίση, στην οποία βυθίστηκε η Ελλάδα, προοικονομήθηκε από τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008και έγινε ορατή τα επόμενα χρόνια ακολουθώντας επιταχυνόμενο ρυθμό. Βασικά γεγονότα που αποτέλεσαν τον κορμό της πολύμορφης και διαρκούς κρίσης και δείχνουν να συνετέλεσαν στην ανάδυση της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη είναι τα εξής:
-Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβρη του 2008 -Η κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 και η παγκόσμια οικονομική κρίση -Το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους το 2009 -Η υπογραφή της πρώτης δανειακής σύμβασης (μνημόνιο) της Ελλάδας το 2010 καθώς και οι επόμενες που ακολούθησαν -Το κίνημα της πλατείας (αγανακτισμένοι) το 2011 -Η άνοδος της φασιστικής βίας με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013 -Η προσφυγική κρίση που ξεκίνησε το 2015 -Το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού το 2019 -Το κίνημα Me Too που ξεκίνησε τον Δεκέμβρη του 2020 -Η κινηματική δυναμική εναντίον των γυναικοκτονιών και της πατριαρχικής δολοφονίας της διαφορετικότητας. Ενδεικτικά οι δολοφονίες των Ζακ Κωστόπουλου (2018), Ελένης Τοπαλούδη (2018) και Γαρυφαλλιάς Ψαράκου (2021). -Οι φωτιές στην Βόρεια Εύβοια το 2021
Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση. Αναφερόμενος σε γεγονότα που έλαβαν χώρα γύρω στο 2008 δεν υπαινίσσομαι ότι η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη εμφανίστηκε τόσο πρώιμα. Όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια, ισχυρίζομαι ότι εμφανίστηκε το 2020 αλλά επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από την οικονομική και πολιτική κρίση, η όποια είχε ξεκινήσει εδώ και μια δεκαετία. Αυτό είναι κατανοητό αν σκεφτεί κανείς ότι η πολύμορφη κρίση που διανοίχτηκε το 2008 παραμένει ενεργή μέχρι σήμερα ενώ οι συνέπειές της είναι ίσως περισσότερο ορατές και οξύτερες, ιδίως στον εργασιακό τομέα. Επίσης, ο απόηχος της εξέγερσης του Δεκέμβρη συνεχίζει να σφυρηλατεί την ελπίδα για μια επανάληψή του στο παρόν. Από την άλλη, γεγονότα όπως η εμφάνιση του κινήματος Me Too, οι γυναικοκτονίες και η περιβαλλοντική κρίση επηρέασαν πιο άμεσα και ευθύγραμμα την ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη.
Ας εστιάσω όμως σε συγκεκριμένες ποιητικές αναφορές ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητός ο ισχυρισμός μου.
Σε αρκετά ποιήματα συναντώνται αναφορές που συνδέονται ρητά με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, της Ελένης Τοπαλούδη, της Γαρυφαλλιάς Ψαράκου και τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Επίσης, υπάρχουν αναφορές σχετικές με τα κέντρα κράτησης μεταναστών και αναφορές σχετικές με οικολογικές καταστροφές όπως οι φωτιές στην Βόρεια Εύβοια.Μάλιστα, τα ποιήματα στα οποία συναντώνται αυτές οι αναφορές είναι συχνά αφιερωμένα στη μνήμη των θυμάτων.Επίσης, υπάρχουν αναφορές σε στιγμές εξέγερσης, όπως ο Δεκέμβρης του Γρηγορόπουλου, η πίστη στην επανάληψη αντίστοιχων γεγονότων στο παρόν και αναφορές στην εργασιακή εξαθλίωση που επήλθε ως συνέπεια των μνημονίων. Από την άλλη, τα γεγονότα του 1989 δεν αναφέρονται ούτε υπονοούνται σε κανένα ποιητικό έργο για την κοινωνική δικαιοσύνη δείχνοντας ότι η πολιτική σημασία τους για τη νέα γενιά υποβαθμίστηκε σημαντικά μπροστά σε άλλα γεγονότα, με μεγαλύτερη χρονική εγγύτητα προς αυτή, που βιώθηκαν με ιδιαίτερα τραυματικό τρόπο.
Η ποιητική της κοινωνικής δικαιοσύνης
Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη θα αμφισβητήσει παγιωμένες αντιλήψεις για το έθνος και θα προβάλλει μια τελείως διαφορετική συλλογική ταυτότητα που θα διακρίνεται για τη ρευστότητα και την ανοιχτότητά της σε αντίθεση με την σταθερή ταυτότητα που προβάλλει ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός. Ταυτόχρονα, η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη θα πειραματιστεί με καινούριες μορφές και τεχνικές για να καλλιεργήσει μια αναθεωρητική ποιητική. Τα χαρακτηριστικά αυτής της αναθεωρητικής ποιητικής επιδιώκω να περιγράψω συνοπτικά παρακάτω: -Λόγος σύντομος, συνθηματικός, απλός και άμεσος που προσομοιάζει στον λόγο που χρησιμοποιείται στα social media -Εκτράχυνση του λόγου με συχνή χρήση νεολογισμών, αγγλικών λέξεων ή βωμολοχιών -Έλλειψη καλολογικών στοιχείων, αντίθεση σε κάθε είδους καλλιέπεια της έκφρασης -Σπασμένη σύνταξη, «ατημέλητοι» στίχοι όπου συνειδητά απορρίπτεται η επεξεργασία τους ώστε να μη μειωθεί η δραστικότητα του συναισθήματος -Λιτή και περιορισμένη χρήση της στίξης -Απόρριψη παραδοσιακών στιχουργικών μορφών -Χρήση ελεύθερου στίχου και πειραματισμός με ποικίλες ρυθμολογικές αγωγές -Έλλειψη κρυπτικότητας, διαφάνεια νοήματος -Αντι-ελιτισμός, απεύθυνση στις λαϊκές τάξεις -Αίσθηση μη λογοτεχνικότητας με βάση τα παραδοσιακά κριτήρια -Ορισμένες φορές αξιοποίηση του ρυθμικού στοιχείου και της ομοιοκαταληξίας παραπέμποντας σε ποιητικό αυτοσχεδιασμό ή τη ραπ -Έντονη αίσθηση προφορικότητας -Αποφυγή της μεγάλη φόρμας και επικέντρωση στη μεσαία ή μικρή φόρμα -Συχνή χρήση αφηγηματικού ύφους και εξομολογητικού τόνου -Έμφαση στο προσωπικό βίωμα και την αυθεντικότητα της εμπειρίας -Λόγος με κοινωνική απεύθυνση -Έκφραση μιας συλλογικής ταυτότητας, ενός πληθυντικού εγώ, βασισμένου στο φύλο ή στην τάξη -Επιθετικό και μαχητικό ύφος, συχνά ειρωνικό, προκλητική και ανατρεπτική διάθεση -Ποίηση που κυριαρχεί η αίσθηση του κατεπείγοντος -Απόρριψη του καθωσπρεπισμού, των κοινωνικών συμβάσεων και της αστικής ευγένειας -Κεντρικά θέματα η σεξουαλικότητα, η σεξουαλική κακοποίηση, η φτώχεια και η εργασιακή εξαθλίωση -Ισχυρή πολιτική διάσταση, εστίαση στην πολιτική του σώματος -Έμφαση σε μεταϋλιστικές αξίες -Επίθεση στο έθνος, την οικογένεια και την πατρίδα ως εθνοπατριαρχικούς μηχανισμούς εξουσίας -Αντίθεση στη γενιά του ’30 και τα ιδανικά της -Επικέντρωση σε γεγονότα που απασχολούν την επικαιρότητα και αγωνία για το μέλλον -Αλογόκριτη έκφραση της σεξουαλικότητας και της ερωτικής επιθυμίας -Παρουσίαση των ποιημάτων υπό μορφή performance ή video poetry. Συμμετοχή σε εκδηλώσεις open mic ή poetry slam -Αντίθεση στην ποίηση ως έκφραση του καθολικού και του υψηλού -Απουσία ιστορικών αναφορών -Απουσία αναφορών σε κάθε είδους πνευματικότητα -Απουσία φανταστικών στοιχείων, επικέντρωση στην πραγματικότητα -Εγκατάλειψη κάθε νοσταλγικής επιθυμίας για επιστροφή σε ένα εξωραϊσμένο παρελθόν -Αυτοβιογραφικός χαρακτήρας, αυτομυθοπλασία -Η τέχνη ως επιμέλεια του εαυτού
Εστιάζοντας στο φύλο και την κοινωνική τάξη
Στη συνέχεια, θα παρουσιάσω ορισμένα βασικά έργα και δημιουργούς που εντάσσονται στην ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη, επιχειρώντας μια αδρή σκιαγράφηση ενός δυναμικού και εκτενούς πεδίου δημοσιεύσεων. Μέσα από την έρευνα αναδείχθηκαν δύο μείζονα θέματα της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη, το φύλο και η κοινωνική τάξη. Εκτός από αναφορές στο φύλο και στην τάξη εντοπίστηκαν αναφορές σχετικά με την οικολογία και το περιβάλλον, το προσφυγικό/μεταναστευτικό και την αναπηρία, οι οποίες είναι σχετικά ολιγάριθμες και δεν θα περιληφθούν στο παρόν άρθρο. Η έρευνα του πεδίου δεν ανέδειξε ποιήματα σχετικά με τη φυλή, πιθανόν εξαιτίας της μεγάλης φυλετικής ομοιογένειας στην Ελλάδα. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι σε ορισμένα βιβλία υπήρχαν αναφορές τόσο στο κοινωνικό φύλο όσο και την τάξη, ωστόσο, εντάχθηκαν σε μία από τις δύο κατηγορίες με βάση τα στοιχεία που θεωρούσαμε ότι υπερίσχυαν. Η ένταξή τους σε μία μόνο κατηγορία εξυπηρετεί αποκλειστικά μεθοδολογικούς σκοπούς.
Ταυτότητα φύλου και σεξουαλικός προσανατολισμός
Βασικές αναφορές στην ταυτότητα φύλου και στον σεξουαλικό προσανατολισμό έτσι όπως τις κατέγραψα μέσα από την έρευνά μου είναι οι εξής: Εμονίδης (George Le Nonce, 2013), Από τη μεριά του πάρκου (Βασίλης Νούλας, 2014), Νεκρή Φύση (George Le Nonce, 2016), Εσύ: τα στοιχεία (Αμανατίδης, 2017), Τοπικοί τροπικοί (Χατζηπροκοπίου, 2019), Ελ Ποι- Ελληνική λεσβιακή ποίηση (Το καρτ, 2020), μερακλίνα / κουκιμπιμπέρισσα / ομπλαντί (Παπαδάκης, 2021), Μόνο κανένα μη μου φέρεις σπίτι (Κουτσοδόντης, 2021), Τρύπα στο πάτωμα/ερχόμαστε από την ντροπή (Αξιώτη, 2021), Ενδεχόμενα τοπία (Σιώζιου, 2021), Λίλυ Κραγκ (Ηλιοπούλου, 2021), Όλα μ’ αρέσουν (Ντούμη, 2022), Βουκαμβίλια ποπ (Μκχ, 2022), Αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία (Διάκου, 2022), Πολύ λίγα πολύ αργά (Πανέρα, 2022), Εμείς η Αντιγόνη (Λάτσαρη, 2023), Χαρακίδες (Κατσαρού, 2023), Η αγάπη δεν πονάει (Παλαντζά, 2023), Ημέρες καλοσύνης (Γλυνιαδάκη, 2023), Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα (Κάλφα, 2023), Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα (Χαιρέτης, 2023), Παράξενα φρούτα που κρέμονται (Ένο Αγκόλι, 2023), Άπω Αργεντινή (Γαρμπή, 2023), Ερωτογενείς ζώνες (marachi, 2023), Επισκευές πλοίων (Πρόκνη, 2023), re eiste oloi poly gay kai sas variemai (Μότσι, 2023), Οι λέξεις της. Περήφανες προλετάριες. Ανθολογία (Συλλογικό, 2023), Ανθολογία ελληνικής queer ποίησης (Συλλογικό, 2023), Ίσως φύγεις στο εξωτερικό (Κουτσοδόντης, 2024), Ένα μέτριο άτομο (το καρτ, 2024), Δαιμονισμένες (Καλαϊτζίδου, 2024), κουίρ 2024 (Συλλογικό, 2024).
Η κατηγορία φύλο όπως ορίστηκε στην έρευνά μου περιλαμβάνει ποιήματα που αναφέρονται στους έμφυλους ρόλους, τη σεξουαλικότητα και την ερωτική επιθυμία. Περιλαμβάνει ποιήματα που ανήκουν κυρίως στη φεμινιστική ποίηση καθώς και στην ανδρική και γυναικεία ομοφυλοφιλική ποίηση. Στη λίστα περιλαμβάνονται εκτός από έργα κοινωνικής δικαιοσύνης και βιβλία που εκφράζουν τη μελαγχολία του φύλου, τα οποία εκδόθηκαν προγενέστερα. Η αναφορά σε αυτά τα έργα βοηθά στην εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων σχετικά με το κατά πόσο η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη εμφανίστηκε ως απότομη ρήξη ή αποτέλεσε τομή μέσα στη συνέχεια της νέας ποίησης.
Όπως φαίνεται από τη λίστα που παρέθεσα η φεμινιστική και queer ποίηση αρχίζει τα τελευταία 5 χρόνια να γνωρίζει εξαιρετική άνοδο δημοσιεύσεων. Παλαιότερες αναφορές, πριν το 2020 ήταν ολιγάριθμες και εξέφρασαν την queer αρνητικότητα. Αντιθέτως, οι τελευταίες δημοσιεύσεις αναδεικνύουν μια μαχητική διεκδίκηση του δημόσιου χώρου με αίτημα την κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Όπως φαίνεται από τη λίστα που παρέθεσα η ποίηση εστιασμένη στη διεκδίκηση δικαιωμάτων σχετικά με το φύλο εμφανίζεται περισσότερο ως συνέχεια της μελαγχολίας του φύλου και όχι ως απότομη ρήξη με αυτή.
Στη συνέχεια, θα εστιάσω σε ορισμένα χαρακτηριστικά της σύγχρονης γυναικείας ποίησης και της ανδρικής ομοφυλοφιλικής ποίησης. Η σύγχρονη γυναικεία ποίηση όπως υποστηρίζει η Ρούσσου (2023) «αρδεύεται θεωρητικά από το τέταρτο φεμινιστικό κύμα που παρά τη ρευστότητά του έχει ως επίκεντρο κάθε είδους σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση» καθώς και κινήματα καταγγελίας της γυναικείας κακοποίησης όπως το Me Too.
Στις εύστοχες παρατηρήσεις της Ρούσσου για τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης γυναικείας ποίησης θα συμπλήρωνα ότι αυτή αρδεύεται σε κάποιο βαθμό και από το τρίτο φεμινιστικό κύμα εκφράζοντας απόψεις του πολιτισμικού φεμινισμού που τονίζει τις έμφυλες διαφορές αντρών και γυναικών τόσο στο κοινωνικό όσο και στο βιολογικό επίπεδο.Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια τάση εορτασμού της σεξουαλικότητας εκφράζοντας τον φεμινισμό της θετικότητας στο σεξ (sex-positive feminism) και την σύγχρονη κουλτούρα της λαγνείας.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί η πλήρης απουσία διεκδικήσεων του δεύτερου φεμινιστικού κύματος όπως ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, ίσες ευκαιρίες σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, άδειες μητρότητας, μέριμνα για τη φύλαξη των βρεφών και ισότιμη πρόσβαση σε θέσεις ισχύος στην πολιτική και την οικονομία.
Για τη σύγχρονη gay ποίηση οι παρατηρήσεις μας θα έχουν εισαγωγικό χαρακτήρα και απέχουν από το να χαρακτηριστούν πλήρης. Το Aids, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, το κοινωνικό στίγμα, το cruising (ψωνιστήρι), το coming out αποτελούν μερικά από τα βασικά θέματα που διαπραγματεύεται η σύγχρονη gay ποίηση καθώς και δολοφονίες με ομοφοβικά κίνητρα που απασχόλησαν την πρόσφατη δημοσιότητα όπως αυτή της Zackie oh αλλά και ο άδικος θάνατος της Δήμητρας από τη Λέσβο. Η ανδρική ομοφυλοφιλική ποίηση που παρουσιάζεται την τελευταία εικοσαετία συνδέει συχνά τον gay έρωτα και την gay ταυτότητα με τον θάνατο, την ασθένεια, τον θρήνο, την απώλεια, τον ερωτικό αποχωρισμό και την queer αρνητικότητα όπως παρατηρεί ο Οταμπάσης (2022). Μέσα από αυτή την οπτική, τα παλαιότερα έργα queer ποίησης που παραθέτω εκφράζουν στο μεγαλύτερο μέρος τους μια queer μελαγχολία και όχι μια μαχητική διεκδίκηση της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Έχει ωστόσο ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι την τελευταία πενταετία παρατηρείται μια μετατόπιση της gay ποίησης από την queer αρνητικότητα σε μια queer θετικότητα, όμως τα δείγματα αυτά είναι ακόμη ιδιαίτερα ολιγάριθμα. Η gay ταυτότητα αρχίζει να συνδέεται για παράδειγμα με το queer χιούμορ ή συνδέεται με σοσιαλιστικές αντιλήψεις υποδεικνύοντας μια περισσότερο διεκδικητική στάση.
Κοινωνική τάξη
Τα βιβλία που αναφέρονται στην κοινωνική τάξη είναι τα εξής: Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου (Ερηνάκης, 2009), Ιστορίες απ’ το ονειροσφαγείο (Ζησάκη, 2014), Γκρόζνι (Khaleed, 2016), Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς (Σκυθιώτης, 2017), Παρασημαντική (Παραφέλας, 2018), Μισέρημος (Ζησάκη, 2018), Αστικά δύστυχα (Γκιούλος, 2020), Μα είν’ αυτό ποίηση; (Khaleed, 2020), Φαινομενολογία της γκιλοτίνας (Σαγρής, 2021), Με λάθος σκιά (Παπαγεωργίου, 2021), Η ομορφιά των όπλων μας (Τσαλαπάτης, 2021), Μυθολογικά τέρατα (Δουτσίου, 2021), Το χάπι Μούρτι-Μπινγκ (Λίλλης, 2021), Λιώναν με τις μπότες το χορτάρι (Μηλιώτης, 2021), Ακόμα βαφτιζόμαστε (Ερηνάκης, 2022), Fuck the future (Μαρτίνης, 2022), Ακραία καιρικά φαινόμενα (Γκιούλος, 2023), ΣΟΛVE: Αποδόμηση (Μαυρομμάτης, 2023), Η μοναξιά περίστροφα (Μάστορας, 2024), Προλεποίηση (Khaleed, 2024), Ετεροτοπίες (Μαρτίνης, 2024).
Τα περισσότερα ποιήματα που εστιάζουν στην τάξη και εκδόθηκαν πριν το 2020 εκφράζουν στην πλειοψηφία τους την αριστερή μελαγχολία και όχι μια στάση ενεργητικής διεκδίκησης της κοινωνικής δικαιοσύνης, όμως περιέχουν κάποιες μικρές αναφορές στη δυνατότητα εξέγερσης και για αυτό συμπεριλήφθηκαν. Επίσης, υπήρξαν κάποιες αναφορές στο αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη πριν το 2020 αλλά αυτές ήταν ολιγάριθμες και μεμονωμένες. Μετά το 2020 παρατηρείται μια αύξηση του αριθμού των δημοσιεύσεων όπου υπερτερεί η μαχητική στάση έναντι της μελαγχολίας. Η μετάβαση από τη μελαγχολία στη διεκδίκηση δεν ήταν απότομη αλλά σταδιακή με ορισμένα βιβλία να συμπεριλαμβάνουν ποιήματα που περιέχουν αναφορές και στις δύο πολιτικές στάσεις, η οποία παρατηρείται ακόμη και σήμερα.
Η ποίηση που εστιάζει σε ταξικά ζητήματα αναφέρεται σε σαφώς μικρότερο αριθμό δημοσιεύσεων σε σχέση με την ποίηση που διαπραγματεύεται το φύλο. Κεντρικές αναφορές της είναι η φτώχεια, η ανεργία, η εργασιακή εξαθλίωση, το ταξικό μίσος, η φασιστική βία και η κρατική καταστολή. Ως μέσο διεκδίκησης της δικαιοσύνης προβάλλεται ένα συμβάν το οποίο θα ανατρέψει την κανονική ροή της πραγματικότητας και θα προβάλλει ως ρήξη ή τομή στον καπιταλισμό. Δεν μπορεί να διακριθεί μέσα από τα ποιήματα αν οι αναφορές συνδέονται με την ελπίδα ξεσπάσματος μιας εξέγερσης ή μιας κοινωνικής επανάστασης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση η ρήξη που περιγράφεται εμπεριέχει ένα στοιχείο βίαιης ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά. Η εργασιακή ανασφάλεια αλλά και η αντίδραση στην καταπίεση έχουν ως τυπικό σκηνικό τους δρόμους της πόλης. Η ποίηση που διεκδικεί ταξική δικαιοσύνη είναι μια ποίηση του αστικού χώρου που έρχεται σε αντίθεση με μια ποίηση που νοσταλγεί μια ρομαντική επιστροφή στην ύπαιθρο. Τέλος, έχει ενδιαφέρον ότι η ποίηση που εστιάζει στην κοινωνική τάξη συνοδεύεται συχνά από διαθεματικές αναφορές στο προσφυγικό/μεταναστευτικό και στην έμφυλη βία διευρύνοντας την έννοια της εργατικής τάξης.
Η εξέγερση και η επανάσταση ως τρόποι διεκδίκησης κοινωνικής δικαιοσύνης
Οι αναφορές στην εξέγερση ή στην κοινωνική επανάσταση ως τρόπους διεκδίκησης κοινωνικής δικαιοσύνης συναντώνται σε ριζοσπαστικές ποιητικές φωνές που αρνούνται τη φιλελεύθερη συναίνεση και συνδέουν την ποίησή τους με μια αντικαπιταλιστική προοπτική. Στη συνέχεια, θα επικεντρωθώ σε αυτές τις αναφορές καθώς θεωρώ ότι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι αναφορές αυτές εντοπίζονται κυρίως στο δοκιμιακό έργο των ποιητών και σε αυτό θα εστιάσω.
Μια σημαντική διάσταση της εξέγερσης είναι η έμφυλη. Η Βάγια Κάλφα (2020) εντοπίζει την εξεγερσιακή δυναμική του φύλου και της σεξουαλικότητας στη λογοτεχνία μέσα από τον επαναπροσδιορισμό του ιδιωτικού και την απενεχοποίησή του. Μέσα από αυτή την οπτική, λογοτεχνία και ζωή προκαλούν και μεταμορφώνουν η μία την άλλη. Επίσης, η Ρούσσου (2023b) υποστηρίζει ότι η έμφυλη ποίηση υπακούει σε ένα αντιρρητικό/εξεγερτικό πρόταγμα που αμφισβητεί την εξουσία που ασκούν οι παγιωμένες από την πατριαρχία αισθητικές αξίες διατηρώντας το επείγον και στον ευρύτερο λογοτεχνικό χώρο. Η διεκδίκηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, εκτός από τον φεμινισμό, συνδέεται με θεωρητικές αναφορές στην αναρχία/αυτονομία και τον επαναστατικό μαρξισμό.Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στον αντικαπιταλιστικό ρομαντισμό.Ο Φάνης Παπαγεωργίου (2023) αποδέχεται την ουτοπική διάσταση της ποίησης οριζόμενης μέσα από το ρομαντικό εξεγερτικό πρόταγμα. Η ουτοπία για τον Παπαγεωργίου ταυτίζεται με τον ορισμό που δίνει σε αυτή ο Στέφανος Ροζάνης (2017), ο οποίος την περιγράφει ως εξής:«[…]η ουτοπία δεν είναι εικόνες φαντασιακής εκπλήρωσης του παρελθόντος. Είναι μια διαρκής εξεγερτική κατάφαση του μη δυνάμενου να ολοκληρωθεί και μαζί μια απόλυτη πίστη σε αυτό, μια γοητεία που ωθεί την ψυχή να οραματίζεται και να προαναγγέλλει το λανθάνον μέσα στο πραγματικό, το λανθάνον ως δυναμική ενός ‘καθ’ οδόν’ προς τον κόσμο». Τέλος, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στα ποιήματα του Παπαγεωργίου υπάρχουν σύντομες αναφορές στον Λουί Αλτουσέρ.
Ο Ζήσης Αϊναλής (2014) σε άρθρο του συσχετίζει την εξέγερση και την ποίηση με «τη διαβόητη ρομαντική απόπειρα ποιητικοποίησης του κόσμου» η οποία συνιστά «ουσιαστική πράξη πολιτικής ευθύνης» παραπέμποντας στον Friedrich Schlegel. Επίσης, σε παλιότερο κείμενο του, ο Αϊναλής (2009) αξιοποιεί την έννοια της κοινωνίας του θεάματος του Ντεμπόρ, καθώ και τον Μπένγιαμιν για να σχολιάσει την καθήλωση του υποκειμένου σε έναν ες αεί παροντικό χρόνο και την έκπτωση της εμπειρίας. Επίσης, αναφέρεται στη ρήση του Μπένγιαμιν ότι «Ο Μεσσίας δεν θα ‘ρθει μονάχα ως λυτρωτής, θα ‘ρθει κι ως νικητής του Αντίχριστου» για να συμπληρώσει ότι ο Μεσσίας είναι η εξέγερση. Τέλος, ο ποιητής αναφέρεται στον Νοβάλις για να τονίσει ότι μέσα από την εξέγερση το υποκείμενο «αποκτά συνείδηση του εαυτού του, γίνεται αυτόνομο και υπακούει στους νόμους που μόνο του φτιάχνει» (Αϊναλής, 2009).
Ο Σαγρής (2017; 2018), ως αναρχικός καλλιτέχνης, αν και πολιτικά στέκεται ενάντια στον μπολσεβικισμό και την παράδοση του Σοβιετικού καθεστώτος, προτάσσει την κοινωνική εξέγερση στην προοπτική μιας πανανθρώπινης κοινωνικής επανάστασης. Σύμφωνα με τον Σαγρή (2017; 2018), κάθε επαναστατική προοπτική οφείλει να εγγυάται όχι μόνο την κοινωνική απελευθέρωση αλλά και την ελεύθερη καλλιέργεια και εκδήλωση της ατομικής ιδιαιτερότητας, όχι μόνο την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ισότητα— αλλά και τις ατομικές ελευθερίες. Υπό αυτή την λογική ο ελεύθερος άνθρωπος είναι ο φορέας της συλλογικής απελευθέρωσης – και μόνο η κοινωνική απελευθέρωση μπορεί να εγγυηθεί την ελευθερία του ανθρώπου.
Η Σίσσυ Δουτσίου (2020), η οποία είναι μέλος της αναρχικής ομάδας, Κενό δίκτυο, σε κείμενό της υποστηρίζει την δυναμική της εξέγερσης. Η πολιτική ανυπακοή βοηθά τους καταπιεσμένους να δημιουργήσουν ρωγμές μέσα στον στατικό χρόνο, οι οποίες σύμφωνα με τον John Holloway μπορούν να «αψηφήσουν τη λογική του συστήματος» και να καθορίσουν χώρους και στιγμές όπου «ο καπιταλισμός δεν χωράει». Η Δουτσίου συνδέει την εξέγερση με την άνοδο των κοινωνικών κινημάτων, αναφέροντας τις διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων και το παγκόσμιο κίνημα Occupy, το κίνημα Black Lives Matter από το 2013 μέχρι σήμερα και τις άγριες συγκρούσεις ενάντια στην αστυνομία στις ΗΠΑ, την Αραβική Άνοιξη και την εξεγερσιακή περίοδο από το 2008 έως το 2012 στην Ελλάδα.
Ο Νικόλας Κουτσοδόντης (2020) σε κείμενό του για την εξέγερση επικαλείται τις θέσεις του Μπένγιαμιν για τον συγγραφέα ως παραγωγό στις οποίες γίνεται λόγος για την τέχνη της εξέγερσης και την αναγκαιότητα ένταξης αυθεντικών θραυσμάτων ζωής στο έργο των δημιουργών. Ο Κουτσοδόντης (2017) από την πρώτη του ποιητική συλλογή, Χαλκομανία, τίθεται ζητά «μια έφοδο στον ουρανό/ εκεί που τη δουλειά θα κάνουμε απόλαυση» και ανυπομονεί για τη στιγμή που «απ’ τα στενά θα ξεπηδούνε νεαρά/ μεγάλα σφυροδρέπανα», τασσόμενος υπέρ του μαρξισμού.
Ο Παναγιώτης Μηλιώτης αντλεί στοιχεία στην ποίησή του από το μπρεχτικό έργο, όπως την μη τραγικότητα, την νηφαλιότητα και την πεζότητα. Ο Μηλιώτης (2023) θεωρεί ότι ο ποιητής οφείλει να γνωρίζει τις νομοτέλειες της ιστορικής κίνησης και τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού. Επίσης οφείλει να συνδέει τα ατομικά του βιώματα με τα κοινωνικά συνδέοντας το γενικό με το μερικό. Τέλος, ο δημιουργός πρέπει να απαρνηθεί την αστική ιδεολογία. Ο Μηλιώτης φαίνεται να απαρνείται τις ρεφορμιστικές προσεγγίσεις όπως και την αναρχία.
Ο Πέτρος Σκυθιώτης (2020) θεωρεί σημαντική μια διαλεκτική μεταξύ εξέγερσης-επανάστασης η οποία συνδέει το αυθόρμητο (την άρνηση, το γκρέμισμα) με το συνειδητό (την θετική προοπτική, την οικοδόμηση), ώστε να συγκροτηθεί μια αισιόδοξη προοπτική για τους καταπιεσμένους.
Φαίνεται ότι η προσέγγιση της εξέγερσης συνδέεται κατά ένα μέρος με έναν μαχητικό φεμινισμό. Συγκεκριμένα, η σύγχρονη γυναικεία ποίηση φαίνεται να έχει επηρεαστεί από το τέταρτο φεμινιστικό κίνημα που εστιάζει στη γυναικεία παρενόχληση και κακοποίηση (Cochrane, 2014) και συνδέεται με το Me Too, αλλά και τα κινήματα των αφροαμερικανίδων όπως υποστηρίζει η Ρούσσου (2023).
Ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος δημιουργών είναι επηρεασμένο από τις απόψεις Στέφανου Ροζάνη και του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου στις οποίες κεντρική θέση έχει η ουτοπία και η πίστη σε έναν ενεργητικό μετασχηματισμό του πώς αντιλαμβανόμαστε τον ρεαλισμό στην πολιτική, δηλαδή από έναν αντικαπιταλιστικό ρομαντισμό. Επίσης, σε σημαντικό βαθμό η κοινωνική αλλαγή συνδέεται με μια μαρξιστική οπτική που βασίζεται στον διαλεκτικό υλισμό. Αυτή η μαρξιστική οπτική απορρίπτει τόσο ευρωκομμουνιστικές προσεγγίσεις ως ρεφορμιστικές όσο και τις αναρχικές ως ουτοπικές. Φαίνεται να αναφέρεται κυρίως στον σοβιετικό μαρξισμό χωρίς όμως να υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Τέλος, υπάρχουν αναφορές από τον χώρο της αναρχίας/ αυτονομίας χωρίς όμως να παραπέμπουν σε συγκεκριμένες οπτικές, αλλά περισσότερο ακτιβιστικά κινήματα ,όπως το Occupy Wall street, το κίνημα της πλατείας στο Σύνταγμα και την εξέγερση του Δεκέμβρη. Πιθανόν να υπάρχουν υπόγειες συνδέσεις με τον Προυντόν, τον Μπακούνιν ή καταστασιακούς. Από τη συνοπτική έκθεση ορισμένων απόψεων σχετικά με την εξέγερση φαίνεται να απουσιάζουν οπτικές που βασίζονται στον Φουκώ, τον Ντελέζ, τον Καστοριάδη ή τον Νέγκρι ή αν υπάρχουν δεν είναι διακριτές.
Η πολιτική διάσταση της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη
Όπως θα έδειξα παραπάνω η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη επικεντρώνεται στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα σε σημαντικό βαθμό. Οι σύγχρονες θεωρίες δικαιοσύνης όπως αυτή του Ρωλς, του Νόζικ, του Ντόρκιν και του Σεν ανέδειξαν τα δικαιώματα, την ελευθερία, την ευημερία και την αυτονομία ως επίκεντρο της σύγχρονης συζήτησης σχετικά με το δίκαιο και την πολιτική (Μολύβας, 2011). Έτσι είναι εύκολα κατανοητό ότι οι θεωρίες δικαιοσύνης αποτελούν το κατάλληλο πλαίσιο ανάλυσης της πολιτικής διάστασης της σύγχρονης ποίησης, με όρους δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη έχει μια ισχυρή πολιτική διάσταση χωρίς να ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία εκφράζοντας ένα ευρύ φάσμα πολιτικών θέσεων και τοποθετήσεων, στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια συνοπτικά.
-Η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη σε όλες τις εκφάνσεις της διακρίνεται για τον αντι-νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα της. Αντιτίθεται στον ριζοσπαστικό ατομικισμό διάφορων σύγχρονων προσεγγίσεων για την δικαιοσύνη όπως αυτή του Νόζικ, ο οποίος απορρίπτει κάθε έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης υποστηρίζοντας ότι κάθε παρέμβαση στις κοινωνικές ανισότητες αποτελεί προσπάθεια παρέμβασης στην ελευθερία του ατόμου.
-Μεγάλο μέρος της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη εκφράζει απόψεις που απηχούν ένα είδος εξισωτικού φιλελευθερισμού όπως αυτός διατυπώθηκε από τον John Rawls (2010), συχνά μέσα από μια φεμινιστική τους κριτική (Bryson, 2004). Αυτή η διάσταση είναι ιδιαίτερα φανερή όταν εκφράζονται αιτήματα για την προώθηση της δικαιοσύνης για πολιτισμική αναγνώριση (recognition justice). Η δικαιοσύνη για πολιτισμική αναγνώριση συνδέεται με την άρση των ανισοτήτων που σχετίζονται με την πολιτισμική ταυτότητα ομάδων που δομούν την ταυτότητά τους με βάση το φύλο, τη φυλή, τη σεξουαλικότητα, την εθνικότητα ή άλλα πολιτισμικά χαρακτηριστικά(Fraser, 2003). Συχνά, στην ποίηση για πολιτισμική αναγνώριση απουσιάζουν ταξικές αναφορές καθώς και αναφορές που αμφισβητούν το status quo του φιλελευθερισμού, ενώ τονίζονται τα ατομικά δικαιώματα και την προσωπική ενδυνάμωση.
Η ποίηση για την πολιτισμική αναγνώριση βασίζεται, όπως υποστήριξα, σε διάφορα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα όπως το Me Too. Ωστόσο, τα κινήματα αυτά συχνά, όπως το Me Too απέτυχαν να κεφαλαιοποιήσουν τη δημοφιλία τους και να οδηγήσουν σε μείζονες τομές. Η έλλειψη σαφών στόχων, το καπέλωμα του κινήματος από μέλη της ελίτ ή από τα πολιτικά κόμματα ήταν κάποιοι λόγοι που σύντομα οδήγησαν στην εξαέρωση των εξεγερτικών διαθέσεων και τη συμπερίληψή τους σε μια φιλελεύθερη οπτική της κοινωνικής δικαιοσύνης (DeBoer, 2023).
-Ένα μέρος της ποίησης για την κοινωνική δικαιοσύνη απηχεί ένα μαρξιστικό ή αναρχικό πλαίσιο αναφοράς και συνδέεται με τη λεγόμενη (ανα)διανεμητική δικαιοσύνη (distributive justice). Η διανεμητική δικαιοσύνη επικεντρώνεται κυρίως σε υλικές διεκδικήσεις και εστιάζει στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και την καταπίεση που υφίσταται (Fraser, 2003). Ως μέσο διεκδίκηση δικαιοσύνης υπονοείται συχνά η εξέγερση ή η κοινωνική επανάσταση χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια. Η εργατική τάξη στα ποιήματα που προωθούν την δικαιοσύνη αναδιανομής δεν προβάλλεται ως μια συμπαγής, αρσενική και λευκή κοινότητα, αλλά ως μια κοινότητα που συμπεριλαμβάνει τις γυναίκες των λαϊκών τάξεων και τους πρόσφυγες. Αυτές οι αναφορές φανερώνουν μια επιθυμία διεύρυνσης της έννοιας της εργατικής τάξης και συμπερίληψης πολλαπλών ομάδων που βιώνουν καταπίεση. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι σπάνια ή καθόλου αναφέρεται στα ποιήματα ταξικής διεκδίκησης η ύπαρξη queer ατόμων.Πιθανόν γιατί σύμφωνα με μια παλαιική αντίληψη της αριστεράς η αναφορά στην σεξουαλικότητα είναι ιδιωτικό ζήτημα ή επειδή σύμφωνα με μια ορισμένη μαρξιστική αντίληψη η ανάδειξη της διαφοράς απειλεί την ομοιογένεια και τη συνοχή του ταξικού κινήματος.
Σκέψεις για το μέλλον
-Η σύγχρονη ποίηση που διεκδικεί κοινωνική δικαιοσύνη οφείλει να επιδείξει την αλληλεγγύη της προς τα πολλαπλά πεδία αγώνα συμβάλλοντας στο να βγει το κίνημα από την αριστερή μοναξιά (left loneliness) στην οποία έχει περιπέσει. Η αριστερή μοναξιά δεν αποτελεί ένα είδος μεταφοράς ή ένα είδος δευτερεύουσας σύγκρουσης ούτε ένα είδος μπουρζουάδικου περσοναλισμού. Είναι ένα από τα πολλαπλά ψυχοσυναισθηματικά στοιχεία που σχηματοποιούν και από την άλλη θρυμματίζουν τις πολιτικές μας προσπάθειες να επαναστατικοποιήσουμε τον εσωτερικό μας εαυτό. Οφείλουμε να αξιοποιήσουμε την αριστερή μοναξιά σφυρηλατώντας δεσμούς πάλης και αλληλεγγύης προς τις προσωπικές μας συλλογικότητες που στρέφονται κατά και πέρα του καπιταλισμού, της αποικιοκρατίας και της ετεροπατριαρχίας, διατηρώντας το ατομικό μέσα στο συλλογικό(Joffre- Eichorn & Anderson, 2023).
-Εκτιμώ ότι μελλοντικά η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη, πειραματιζόμενη με καινούριες μορφές και τεχνικές για να καλλιεργήσει μια αναθεωρητική ποιητική,θα δοκιμάσει την ανθεκτικότητα του λογοτεχνικού κανόνα, την ικανότητα συμπερίληψης νέων έργων αλλά και την προσήλωσή του στα εθνικά ιδεώδη της γενιάς του ’30. Πιστεύω ότι η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη με τη μελλοντική συμπερίληψή της στον λογοτεχνικό κανόνα μπορεί να οδηγήσει στον αναδρομικό επαναπροσδιορισμό του τι συνιστά εθνικό ιδεώδες και κατά πόσο ο κανόνας μπορεί να συνεχίσει να εκφράζει αξίες που βασίζονται στο ελληνοχριστιανικό ιδεώδες και τον τρισχιλιετή ελληνικό πολιτισμό. Τέλος, η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να διευρύνει αναδρομικά τον λογοτεχνικό κανόνα, αίροντας τον αποκλεισμό ποιητικών έργων και δημιουργών που είχαν αξιολογηθεί στο παρελθόν ως αιρετικά, ή απορριπτέα, κλονίζοντας αυθεντίες όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Είναι σταθερή η πεποίθησή μου ότι η ποίηση για την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την κοινωνική αλλαγή θα αποτελέσει το κέντρο της σύγχρονης ποίησης τα επόμενα χρόνια, γεγονός που μένει να αποδειχθεί.
Βιογραφικό
Ο κριτικός και συγγραφέας Αργύρης Δούρβας (Κοζάνη, 1981) είναι απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης (ΑΠΘ) και των Σπουδών στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό (ΕΑΠ). Κατέχει Master of Education στις Επιστήμες της αγωγής (ΕΑΠ) και στην Διοίκηση και ηγεσία σχολικών μονάδων (Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας). Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο ποίησης, Νεκροταφείο ζώων/Άλλα ερωτικά (Νεφέλη). Διατηρεί το ιστολόγιο Ποίηση αλλιώς.
Βιβλιογραφία Αϊναλής, Ζ.Δ. (2009). Η πολιτική λειτουργία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αϊναλής, Ζ.Δ. (2014). Ποίηση και εξέγερση. Cochrane, K. (2013). All the Rebel Women: The Rise of the Fourth Wave of Feminism. London: Simon&Schuster. DeBoer, F. (2023). How elites ate the social justice movement. Simon&Schuster. Δουτσίου, Σ. (2020). Η εξέγερση είναι ιερή. Fraser, N. (2003).Social justice in the age of identity politics: Redistribution, recognition and participation. In N., Fraser & A., Honneth (Eds.), Redistribution or recognition? A political-philosophical exchange (pp. 7-109). New York: Verso. Joffre- Eichorn, H. J. & Anderson, P. (2023). Left Alone: On Solitude and Loneliness amid Collective Struggle. Wakefield: DarajaPress. Κάλφα, Β. (2020). Ο επαναπροσδιορισμός του πολιτικού. Κουτσοδόντης, Ν. (2020). Σκέψεις πάνω στην εξέγερση. Κουτσοδόντης, Ν. (2017). Χαλκομανία. Αθήνα: Εντύποις. Λαμπρόπουλος, Β. (2018). Η αριστερή μελαγχολία στην ελληνική ποιητική γενιά του 2000. Lu, N.T.C. &Woodson, H. (2024). Literary analysis. Social Justice: A philosophical introduction. In In Masood Ashraf Raja and Nick T. C. Lu (Eds),The Routledge Companion to Literature and Social Justice (pp. 29-42). Oxon&NewYork: Routledge. Μηλιώτης, Π. (2023). Ο ποιητής οφείλει ν’ αποφασίσει συνειδητά με ποιους θα πάει και ποιους θ’ αφήσει. Μολύβας, Γ. (2011). Δικαιώματα και θεωρίες δικαιοσύνης.Rawls, Dworkin, Nozick, Sen.Αθήνα: Πόλις. Οταμπάσης, Χ. (2022). Νεοελληνική ποίηση και ανδρική ομοφυλοφιλία (1830-2020). Queer θεωρία και κριτική στη νεοελληνική φιλολογία. Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή. Παπαγεωργίου, Φ. (2023). Ποίηση και κοινωνική πραγματικότητα: η καθοριστικότητα του βιώματος. Raja, M. A. &Lu, N.T.C. (2024). Beyond awareness: An introduction.In Masood Ashraf Raja and Nick T. C. Lu (Eds),The Routledge Companion to Literature and Social Justice (pp. 1-10). Oxon&NewYork: Routledge. Rawls, J. (2010). Θεωρία της δικαιοσύνης. Αθήνα: Πόλις. Ροζάνης, Σ. (2017). Η ουτοπία και οι εικόνες της. Αθήνα: Έρμα. Ρούσσου, Β. (2023). Θέσεις για μια φεμινιστική λογοτεχνική κριτική. Ρούσσου, Β. (2023b). Από το μελαγχολικό στο εξεγερμένο φύλο: η δυναμική του φύλου με έμφαση στην ποίηση των γυναικών. Σαγρής, Τ, (2017). Μια συζήτηση με τον Τάσο Σαγρή και τον Ελευθεριακό. Σαγρής, Τ. (2018). Με κατεύθυνση την αναρχία. Κάθε βήμα και ένα εμπόδιο. Σκυθιώτης, Π. (2020). Για την έννοια της εξέγερσης στο σημερινό μακρόσυρτο τέλμα. Τραβέρσο, Ε. (2017). Αριστερή μελαγχολία. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
Στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική «σκηνή» η διάσπαση της αριστεράς, η ανάδυση δεξιόστροφων έως και ακροδεξιών τάσεων, αλλά και η ιστορική πορεία τού σοσιαλισμού–κομμουνισμού, που, αν και ανέδειξε τα όριά του, ταυτόχρονα και συνειδησιακά παραμένει εγγεγραμμένος ως ανάγκη για αλλαγή κοινωνική, οικονομική και εν γένει ιδιοσυγκρασιακή και ο γενικότερος διανοητικός και πνευματικός σκοταδισμός ως απότοκο του καπιταλισμού, θέτουν στο επίκεντρο την επανεξέταση της λογοτεχνίας αριστερών και δη κομμουνιστών συγγραφέων. Οι τελευταίοι μπορούν να δώσουν το έναυσμα με τη βαθιά σκέψη τους και τη βιωμένη και λογοτεχνική ενσαρκωμένη εμπειρία τους για αναστοχασμό στο παρόν και κοινωνική ανατροπή. Το βίωμα και η ιστορία ενσωματωμένα στη λογοτεχνία –ακόμα και μέσα από τη στηλίτευση των αστοχιών τής κομμουνιστικής αριστεράς– μπορούν να συνεισφέρουν σε μια πιο συγκροτημένη δράση και δραστική αλλαγή απέναντι στην ανισότητα, την αδικία και την υποκρισία. Έτσι, στο παρόν δοκίμιο επιχειρείται, με έναυσμα έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τον Άρη Αλεξάνδρου, να διατυπωθούν αναστοχαστικοί προβληματισμοί για το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η λογοτεχνία στις σύγ-χρονες κοινωνικές συνθήκες και δη στο ρόλο τής συσπείρωσης και τής ενδυνάμωσης της αριστεράς.
Η ποίηση του Αλεξάνδρου είναι οπωσδήποτε πολιτική –ας μη παραβλεφθεί η επιρροή τής ποίησής του από την κρίση των ιδεών της αριστεράς από το 1955 και εξής και από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968– αλλά όχι μόνο. Είναι και υπαρξιακή, είναι μια ποίηση βιοθεωρίας. Ο Αλεξάνδρου ιδεολογικά και καλλιτεχνικά διέρχεται μέσα από τρεις φάσεις. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει την πίστη στην κομμουνιστική ιδεολογία. Μάλιστα, στην πρώτη του συλλογή με τίτλο «Ακόμα τούτη η Άνοιξη», φαίνεται έκδηλα ο νεανικός ενθουσιασμός και το πνεύμα τής αγωνιστικότητας στην προοπτική επίτευξης του σοσιαλιστικού ονείρου. Σ’ αυτήν την περίοδο «συγγενεύει» ιδεολογικά με την προηγούμενη γενιά και δη με το Γιάννη Ρίτσο και εν γένει με τους στρατευμένους τής εποχής του 1. Στη δεύτερη φάση παρατηρείται η αμφισβήτηση της κομματικής οργάνωσης. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύεται και από την επόμενη συλλογή 1952 με τίτλο «Η Άγονος γραμμή», η οποία περιλάμβανε ποιήματα γραμμένα στην εξορία στα χρόνια 1947-52 και φαίνεται η απομάκρυνση από την αγωνιστική φάση 2 σε αντίθεση με την προηγούμενη συλλογή. Κυριαρχεί η απογοήτευση λόγω της διάλυσης του οράματος και η υπαρξιακή αμηχανία, το υπαρξιακό αδιέξοδο.
Στην τρίτη φάση, ο Αλεξάνδρου δομεί μια ιδεολογία μαρξιστικού υπερρεαλισμού στην οποία κυριαρχεί η πνευματικότητα και η κρίση μαζί με την απόρριψη του κόμματος ως «πηγή υποδούλωσης του νου». Ποιητικά η τρίτη αυτή φάση και αποτυπώνεται με τη χρήση ειρωνείας και παίρνει σάρκα και οστά το 1959 στην ποιητική συλλογή με τίτλο «Ευθύτης Οδών». Η γραφή είναι όχημα ελευθερίας και πνευματικής ανάτασης, ενώ αναδεικνύεται, παράλληλα, η ατομικότητα.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής ξεκινά με τη φράση: «Η ποίηση είναι μια υπόθεσις αντικοινωνική» όχι με σκοπό την αποστέρηση της πολιτικοκοινωνικής χροιάς της ποίησης, αλλά με στόχο την προβολή τής ταυτότητας του «μαρξιστή γραφείου» και την αποποίηση της πολιτικής πράξης. Στρατευμένος στην ιδέα και όχι στην πολιτική της. 3 Η γραφή και όχι η πράξη είναι αυτή που έχει τη δυναμική να ανακινήσει τη συζήτηση στον ιδεολογικό χώρο τής αριστεράς και να κινητοποιήσει την ελεύθερη διατύπωση απόψεων των αγωνιστών. Θέτει επομένως –μέσω τής ποίησής του– την αναγκαιότητα για συζήτηση θεμάτων μαρξισμού, ιδεολογίας και πολιτικής κατεύθυνσης μέσα στην αριστερά. Ενδεικτικά, από την τρίτη αυτή φάση, προσεγγίζουμε το ποίημα, «Το μαχαίρι». Ένα ποίημα τόσο ετεροαναφορικό σε όλους τους στρατευμένους, όσο και αυτοαναφορικό στον ίδιο του τον εαυτό:
Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό πρόσεχε μην παρασυρθείς. μην ξιπαστείς απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων. Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι. Εδώ, οι λέξεις είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνεται η ποίηση, όπως το μαχαίρι φτιάχνεται από ατσάλι.
Στους παραπάνω στίχους υποκρύπτεται η αγωνία τού ποιητή να «ακονίσει» καλά τις λέξεις του, τα όπλα του, μέχρι να γίνουν «κοφτερά», δηκτικά και να έχουν έναν κοινωνικοπολιτικό προσανατολισμό. Ο ποιητής είναι τεχνίτης και «ακονίζει» τα εργαλεία του. Αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι ο βλαπτικός τρόπος χρήσης τού μαχαιριού, αλλά οι ιδιότητές του ως κοφτερού και χρήσιμου, οι οποίες μεταβιβάζονται –ή τουλάχιστον ο Αλεξάνδρου ελπίζει και πασχίζει– να μεταβιβαστούν στις λέξεις (Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο). Η έγνοια τού Αλεξάνδρου είναι οι λέξεις και οι ιδιότητες που φέρουν, είναι η «παίδευση» με την ποιητική γραφή. Βέβαια, αυτή η τάση φαίνεται να απομακρύνει το κέντρο τής προσοχής από τη λειτουργία τής ποίησης ως ολότητας και να το αποδίδει στη γραφή και τις λέξεις. Είναι σαν να περιχαρακώνεται ο κοινωνικός ρόλος τής ποίησης και να αναζητείται η ποιητική ουσία. Οι λέξεις, όμως, δεν παύουν να έχουν ενδιάθετη δύναμη και να επιτελούν κοινωνικοπολιτικό ρόλο.
Παράλληλα, στο ποίημά του με τίτλο «Τεκμήριο» ο Αλεξάνδρου αποτυπώνει:
Μια μέρα τούτο το βιβλίο θα βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου δίπλα σε σκουριασμένους σιδεροσωλήνες οδηγούς ρητορικής σε χάρτες επιτελικούς κομμάτια ασβέστη από σπασμένα αγάλματα. Θα βρίσκεται κι αυτό κιτρινισμένο δίπλα στα τεκμήρια σαν νεκροκεφαλή της δεκαετίας μου που σεις δολοφονήσατε, εσείς πολεμοκάπηλοι, εσείς ψευτοκομμουνιστές.
Αυτό το ποίημα λειτουργεί μαζί με άλλα αντικείμενα, ως τεκμήριο μιας εποχής πολιτικής απολυταρχίας και ιδεολογικού δογματισμού. Ο Αλεξάνδρου γράφει το ποίημα μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν και επηρεασμένος από τις αποφάσεις τού 20ού Συνεδρίου τού Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης. Η ποίηση εδώ λειτουργεί ως μαρτυρία που κατέγραψε το έγκλημα και το θάνατο, το θάνατο της ζωής και των ιδανικών λόγω τής εξορίας, τής φυλάκισης και τής απομόνωσης του Αλεξάνδρου. Οι κατηγορούμενοι είναι δακτυλοδεικτούμενοι: εσείς πολεμοκάπηλοι εσείς ψευτοκομμουνιστές. Η ποίηση εδώ μετατρέπεται σε πολιτικό μανιφέστο, προσλαμβάνοντας έναν χαρακτήρα καταγγελτικό.
Παρόλο που τα παραπάνω ποιήματα εντάσσονται στην κατηγορία των ποιημάτων «η ποίηση για την ποίηση», επιτελούν και μια ιδεολογικο-πολιτική λειτουργία, που έχει στόχο την κοινωνική αναμόρφωση και την καταγγελία. Ο Άρης Αλεξάνδρου, δηλαδή, δίνει το έναυσμα να συζητήσουμε πάνω σε θέματα αριστεράς και ιδεολογίας. Μέσα από την απάρνηση και την αποδόμηση της στράτευσης και των παραγόντων της κομμουνιστικής αριστεράς –περισσότερο σε ένα φαινομενικό και επιφανειακό επίπεδο– και με απόλυτη προσήλωση και επιμονή στην κατάλληλη λέξη, δεν παύει να αγωνίζεται ενάντια στην αδικία, στην ανισότητα, στα ιδανικά. Ο ποιητής έδειξε πρώτος το δρόμο, προσπαθώντας να δομήσει τη δική του αλήθεια μέσα στο πλαίσιο του μαρξισμού, χωρίς να μπορεί να φύγει από την κομμουνιστική στράτευση, υπηρετώντας πιστά τη στρατευμένη τέχνη, ακόμα και στα σημεία που φαίνεται να την αποκηρύττει. Η ποίησή του, εξάλλου, είναι βαθιά πολιτική.
Όπως ο Αλέξανδρου, λοιπόν, ως εργάτης τού πνεύματος, όπως εμείς ως εργάτες τού πνεύματος, έτσι και εσείς, ο καθένας χωριστά, ας αναστοχαστείτε με βαθιά συνείδηση και βαρύ ιδεολογικό οπλισμό για την αντίσταση σε κάθε αδικία και διάκριση. Μόνο με την πνευματική ενδυνάμωση και την απόκτηση γνωστικών εφοδίων θα επιτευχθεί η συσπείρωση των ανθρώπων σε έναν πραγματικό αγώνα για αξίες ιδανικά και για έναν καλύτερο κόσμο με αξιοπρεπή διαβίωση, χωρίς φτώχεια, πολέμους και εκμετάλλευση. Η γνώση πρέπει να διαχυθεί σε όλους, στο λαό, στον/την εργάτη/τρια και στο/τη μαθητή/τρια, στον/την καθένα/καθεμιά χωριστά και σε όλους/ες συλλογικά.
*Με αφορμή την ποιητική συλλογή του Άρη Αλεξάνδρου «Ευθύτης Οδών» (1959).