Μια ποιητική του βλέμματος – Συνέντευξη του Σωτήρη Παστάκα στον Μασιμιλιάνο Νταμάτζιο

Ο Σωτήρης Παστάκας

-Πριν ένα περίπου χρόνο, σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας, γιόρτασες την επέτειο του Poiein.gr, της ιστοσελίδας της οποίας είσαι ο ιδρυτής. Γιατί δημιουργήθηκε; Τι αντίκτυπο νομίζεις ότι είχε στο πανόραμα της ελληνικής ποίησης; Σε τι διαφοροποιείται από τ’ άλλα;

-Η αναμφίβολη επιτυχία του «Ποιείν», οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι κατάφερε ν’ ανακατέψει την τράπουλα και να δυσκολέψει, σε μεγάλο βαθμό, τα στημένα παιχνίδια -ακαδημαϊκά κι εκδοτικά-, που πολλές φορές συμβαδίζουν και πάνε αλά μπρατσέτο. Ακριβώς αυτός ήταν κι ο λόγος της δημιουργίας του: έχοντας δουλέψει από το 1980 σε κάποια απ’ τα μεγαλύτερα, έντυπα, λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Δέντρο», το «Πλανόδιον» κ.α., διαπίστωσα στις αρχές του 2000, ότι είχαν εξαντλήσει τη δυναμική τους: πρότειναν, απλώς, ένα άρτιο κι άψογο τυπογραφημένο «τίποτα» κι έτσι άρχισα να διερευνώ τον ανορθόγραφο λόγο των πρώτων ιστολογίων που γεννιόταν εκείνη την εποχή. Η δέσμευσή μου, τότε και τώρα, είναι ότι θα «κλείσω» το σάιτ, αν τυχόν γίνουμε κι εμείς «Ακαδημία»… Η σημαντική διαφοροποίησή μας, είναι τα ανοιχτά σχόλια και το διαρκές «παιχνίδι» με τις αναρτήσεις, νομίζω.

-Σε μια συνέντευξη, προσδιόρισες τι είναι, κατά τη γνώμη σου, και τι δεν είναι ένας ποιητής: για παράδειγμα, δεν είναι ένας φιλόσοφος, δεν είναι ψυχολόγος…

-… κι ούτε ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας, θα πρόσθετα. Για τον απλό λόγο πως, ό,τι μπορεί να γραφτεί σε πρόζα χωρίς να χάνει την αξία του, δεν είναι ποίημα, καθώς έλεγε κι ο αγαπημένος μου Ουμπέρτο Σάμπα. Φυσικά, ο ποιητής μπορεί να είναι ό,τι θέλει, από σύμβαση κι από βιοποριστική ανάγκη, αλλά αυτό δεν πρέπει να περνάει στα ποιήματά του.

-Είπες, σχετικά με τον Hirschman: «Μου άλλαξε τη ζωή». Εννοείς ακόμη κι από άποψη δημιουργίας; Εάν ναι, με ποιο τρόπο; Το λέω αυτό γιατί, η δική σου, είναι μια γραφή πολύ γραμμική και συναφής στην πορεία των χρόνων από το πρώτο σου κιόλας βιβλίο· δεν βλέπω «τραύματα», αλλά μια σταθερή εξέλιξη ενός σώματος που από παιδί γίνεται ενήλικας.

– Ο Τζακόνε, ο μεγάλος Τζακ, όταν τον γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο το 2003, ήταν πάμφτωχος μεν -έμενε σ’ ένα χώρο 20 τετραγωνικών μέτρων, που χρησίμευε για γραφείο, κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία και βιβλιοθήκη, για τις προσωπικές του ανάγκες έπρεπε ν’ ανεβοκατεβαίνει δυο ορόφους με τα πόδια, από τον τέταρτο στον δεύτερο, όπου του είχαν παραχωρήσει δωρεάν ένα w.c.- αλλά πανευτυχής και δημιουργικότατος δε. Εγώ ήμουν πλούσιος, μεγαλογιατρός, μπλοκαρισμένος σ’ έναν αποτυχημένο γάμο, όπως και στη γραφή μου (οι «Προσευχές για φίλους» που είχα ξεκινήσει να γράφω το 1995, είχαν βαλτώσει). Χάρη σ’ αυτή τη συνάντηση, που λειτούργησε ως ένα είδος Sartori για μένα, ξεμπλόκαρα σιγά-σιγά στην προσωπική μου ζωή κι απελευθερώθηκα και στο γράψιμο: μέχρι τότε είχα βγάλει τέσσερεις ποιητικές συλλογές όλες κι όλες, και τα επόμενα χρόνια, από το 2003 μέχρι σήμερα, τουλάχιστον άλλες δέκα.

-Κάθε φορά που συναντιόμασταν, ένιωθα μεταξύ φίλων, όχι μεταξύ ποιητών. Θέλω να πω ότι η ατμόσφαιρα, που εσύ και οι άλλοι δημιουργείτε, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είθισται στην Ιταλία, πιο φιλική και χαλαρή.

-Ίσως επειδή η Ελλάδα είναι μικρή (γέλια). Η αλήθεια είναι πως γνωρίζουμε καλά την αξία ο ένας του άλλου και δεν υπάρχει χώρος για κομπασμούς και ψευτο-περηφάνιες. Αυτό δεν σημαίνει πως οι λογοτεχνικές έριδες και οι τσακωμοί δεν είναι καθημερινό φαινόμενο και σε μας. Απλώς, για να χαριτολογήσουμε, η δική μας παρέα απεχθάνεται τους σοβαροφανείς …

-Η πρώτη εντύπωση που είχα για σένα, είναι ότι είσαι ένα « συντροφικό ον», δηλαδή ότι, για σένα, το να μοιράζεσαι τη ζωή σου με τους άλλους είναι βασικό. Κι ότι αυτός ο χαρακτήρας-ανάγκη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής σου. Έτσι όπως μου φαίνεται ότι έχεις έναν χαρακτήρα διαθέσιμο κι ανοιχτό, όπως η ποίησή σου. Είναι σωστό ή κάνω λάθος;

-Βρίσκω εξαιρετικά αναζωογονητικό, για μένα, το να βρίσκομαι ανάμεσα σε κόσμο, να γνωρίζω ανθρώπους ξένους μεταξύ τους και να τους αφήνω να μιλάνε, έτσι ώστε να παίρνω τροφή απ’ τις κουβέντες τους. Τους παρατηρώ και τους ακούω, ακόμη κι όταν δείχνω αφηρημένος ή σκεπτικός. Έχεις απόλυτο δίκιο και συμφωνώ με την παρατήρηση σου, Μαξ.

-Κάποιες μέρες πριν, ένας ιταλός φίλος διάβασε κάποια από τα ποιήματά σου και μου έγραψε: «Ένας ποιητής, με καθαρή γραφή, ικανός να συμφιλιώσει το κοινό με την ανάγνωση, την καθημερινή ζωή, τα απλά πράγματα: τι θαυμάσιο ν’ αναγνωρίζεις επιτέλους τον εαυτό σου μες στους στίχους ενός ποιήματος, να μην χρειάζεται ν’ αναρωτιέσαι για τα κρυφά νοήματα!» Αυτό επιθυμείς ν’ ακούς να λέγεται; Ή θα επιθυμούσες κάτι άλλο;

-Το θεωρώ μεγάλο κομπλιμέντο. Ναι, αν πράγματι το πέτυχα, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Θεωρητικώς, θα έλεγα πως είμαι υπέρ μιας «ποίησης που συμβαίνει», παρά οπαδός μιας «ποίησης που προκύπτει».

-Όμως η ποίησή σου είναι πράγματι τόσο απλή;

-Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μιλήσει κανείς απλά, γιατί κάποιος μπορεί εύκολα να γλιστρήσει στο απλοϊκό, το φλύαρο και το ανούσιο. Συνηθίζω να βάζω διάφορους βαθμούς δυσκολίας: παρηχήσεις, αριθμούς στίχων και ποιημάτων… μια ολόκληρη προσωπική Καμπάλα, επινοημένη από μένα τον ίδιο, μόνο και μόνο, για να μου δυσκολεύω τη γραφή. Πρέπει να ομολογήσω πως η γραφή για μένα είναι ο ύψιστος ψυχαναγκασμός.

-Σε ένα άλλο άρθρο του «Versante Ripido» παρουσιάζουμε ολόκληρη τη συλλογή «Συσσίτιο». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την τροφή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί; Μου κάνεις μια σύντομη εισαγωγή στο «Συσσίτιο»;

-Με την οικονομική κρίση, αναμοχλεύθηκαν και αναδύθηκαν από το συλλογικό ασυνείδητο οι κυρίαρχοι φόβοι του ανθρώπου, όπως είναι η πείνα. Η τροφή δεν έπαψε ν’ αποτελεί ένα από τα πιο βασικά ένστικτα του ανθρώπου. Ένα άλλο είναι το σεξ και η αναπαραγωγή. Από την άλλη, με την οικονομική κρίση, ανακαλύψαμε ξανά τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Ας μην ξεχνάμε, πως η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολιτική, προϊόν κι επιταγή του καπιταλισμού. Είναι, δηλαδή, το καπιταλιστικό σύστημα που πριμοδοτεί την ατομικότητα και τη μοναξιά του καθενός. Το «Συσσίτιο» γράφτηκε, εν αγνοία μου, πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες: απ’ τη μια, το οικονομικό αδιέξοδο κι απ’ την άλλη, ως λύση στο φόβο τής πείνας, τη συλλογικότητα. Άκουσα από πολλούς, γιατί δεν έγραψα κι αυτό κι εκείνο! Γιατί η πείνα είναι αστείρευτη πηγή, απ’ την τραγωδία έως τις κωμωδίες του Τσάρλι Τσάπλιν και του Τοτό. Δεν ήθελα να κάνω διατριβή πάνω στο θέμα. 22 ποιήματα μου βγήκαν, συγγνώμη αν σας φαίνονται λίγα.

-Από αυτόν το κύκλο ποιημάτων, βγαίνει επίσης μια εικόνα του εαυτού σου λίγο “flaneur”. Ποιά και «πόσο» είναι η σχέση ανάμεσα σ’ εσένα και το περιβάλλον γύρω σου; Κι ως περιβάλλον εννοώ και τους ανθρώπους και τις απρόβλεπτες συνθήκες.

-Είναι αλήθεια πως, επειδή έφυγα πολύ μικρός από την «εστία», μου έχει γίνει έμφυτο το βλέμμα του πλάνητα και του νομάδα. Έχω αναπτύξει μια προσωπική φιλοσοφία αναχωρητισμού και, ως εκ τούτου, την ικανότητα να βλέπω την «ανθρώπινη κατάσταση», κατ’ επέκταση, με τα μάτια του μελλοθάνατου. Ένας μελλοθάνατος που αρπάζει βουλιμικά την κάθε στιγμή και το καλύτερο που μπορεί από τα άτομα που τον περιβάλλουν.

-Προφανώς, οι αναγνώστες περιμένουν να διαβάσουν τα σχόλια του ποιητή για την ελληνική κατάσταση. Μου φαίνεται ότι τα μεγάλα γεγονότα εισέρχονται στα γραπτά σου στη «μύτη των ποδιών». Αλλά γνωρίζω ότι έχεις μια σαφή πολιτική θεώρηση των πραγμάτων.

-Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τη «στρατευμένη ποίηση», ένας ολόκληρος αιώνας. Το ποίημα-μανιφέστο δεν είναι το αγαπημένο μου είδος ποίησης. Επειδή και η πολιτική έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκη από πριν και τα πλοκάμια της απλώνονται παντού, έτσι πιστεύω πως, κι εμείς, έχουμε το χρέος να της απαντήσουμε με πολύ πιο ύπουλα μέσα: όχι μ’ ένα ποίημα που ζητά τη μετωπική σύγκρουση μαζί της, αλλά να την ξεγελάσουμε με κυκλωτικές κινήσεις, μέσα από πάρα πολλά ποιήματα και πάρα πολλούς ερωτικούς συντρόφους (γέλια).

-Το ποίημά σου που περισσότερο μ’ αρέσει είναι το «Ελλάδα Παπάκι», γιατί εκεί βρίσκω την Ελλάδα που υπήρχε, της οποίας αποτέλεσα μέρος της, που ακόμα υπάρχει κι αντέχει, και που είναι δύσκολο, αδύνατον θα έλεγα, να κοινωνήσεις σ’ όποιον δεν την έχει ζήσει. Είναι η αναστολή του χρόνου, όπου ο άνθρωπος μπορεί να έχει επίγνωση του εαυτού του; Και τι θα πρόσθετες, ή θ’ αφαιρούσες, σήμερα, σ’ αυτή τη δήλωση αγάπης;

Ελλάδα Παπάκι

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
Σαν το παπάκι στην παραλιακή.
Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
Συμπίπτει με τη δυνατότητα
Του ερωτευμένου βλέμματος:
Να καταγράφει, να χορταίνει,
Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.
Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
Πόσα πολλά της χρωστάει.
Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
Όπου το σούρουπο
Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

-Τις ερωτικές εξομολογήσεις, απ’ τη στιγμή που θα ειπωθούν, δεν μπορείς να τις πάρεις πίσω… κι ούτε θέλω ν’ αλλάξω τίποτα. Απλώς, για να παραμείνει ζωντανή η αγάπη, μερικές φορές κάνουμε και υπερβάσεις: προσωπικά, αυτή την αναστολή του χρόνου, την αναζητώ πλέον στην επαρχιακή Ελλάδα, στη Λάρισα, όπου επέστρεψα για να ζήσω εδώ και λίγους μήνες.

-Στους στίχους σου ανατρέχεις συχνά στο σπίτι και στις βεράντες. Πολλές φορές γράφεις για τη βεράντα σου και τις γλάστρες με τα φυτά σου, αλλά το βλέμμα πάει σπάνια, ή σχεδόν ποτέ, πέρα απ’ το κιγκλίδωμα.

-Ο Σωκράτης δεν έφυγε ποτέ από την Αθήνα, ούτε μέχρι τη Σαλαμίνα δεν πήγε. Ο Πικάσο έλεγε πως δεν αγαπούσε τα ταξίδια, γιατί αντί να πηγαίνει εκείνος σ’ ένα μέρος, προτιμούσε να τον επισκέπτονται εκείνα στο ατελιέ του. Ο Φελίνι γύριζε μόνο μέσα στα στούντιο της Τσινετσιτά. Ο Λεοπάρντι, αν δεν περιοριζόταν να περιγράψει το φράχτη, δεν θα μας μετέφερε ποτέ στο άπειρο. (Γέλια). Θέλω να πω, ναι, πως έχεις δίκιο, με την έννοια πως, στα ποιήματά μου, υπάρχει μια καταγραφή όσων βλέπουν τα μάτια μου. Μια ποιητική του βλέμματος.

-Είσαι επίσης μεταφραστής από τα ιταλικά: Πένα, Σερένι, Σάμπα, για παράδειγμα. Μου φαίνεται ότι υπάρχει μια ισχυρή, ποιητική ομοιότητα ανάμεσα σ’ εσένα κι αυτούς. Ποιά ποίηση, κι από ποιό μέρος του κόσμου, θα άξιζε μεγαλύτερης προσοχής στην Ευρώπη;

-Σου θυμίζω πως ήρθα στην Ιταλία σε ηλικία 18 χρονών κι έζησα για δέκα συνεχόμενα χρόνια. Θα μπορούσαν να με επηρεάσουν κι άλλοι ποιητές που αγαπάω επίσης πάρα πολύ, αλλά μίλησε η προσωπική ιδιοσυγκρασία, όπως και για κάθε τι που κουβαλάμε στη ζωή μας: το χρώμα των ματιών μας, η κληρονομικότητα στις αρρώστιες. Η ποίηση στην περιφέρεια αργεί να φθαρεί, ή αν θέλεις, παρακμάζει με καθυστέρηση. Αν λοιπόν, θεωρήσουμε ως «κέντρο» τις κυρίαρχες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), που έχουν πέσει σε λήθαργο από πλευράς ποιητικής παραγωγής, οι υπόλοιπες έχουν ακόμη πολλά να δώσουν, γιατί δεν έχουν φθαρεί τα εκφραστικά τους μέσα. Η Ευρώπη δεν έχει παρά να κοιτάξει στη γειτονική της περιφέρεια με την προσοχή που δεν έχει επιδείξει ακόμα: στην Τουρκία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία κλπ. Ίσως και λίγο πιο πέρα, στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, για παράδειγμα, στην Αφρική.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
(http://penultimoorizzonte.wordpress.com)
**Δημοσιεύτηκε την Τρίτη, Αυγούστου 27, 2013, εδώ: http://www.thraca.gr/2013/08/blog-post_27.html

Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου

H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.

Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.

Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!

Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.

Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.

Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:

[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;

Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει
[…]

Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.

*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html

Γιάννης Λειβαδάς, Ποίηση δίχως ποιητές, ποιητές δίχως ποίηση

«Χαμένος μέσα σ’ αυτό που απουσιάζει,
αυτή είναι η άπταιστη κουβέντα.
Όχι δα· απών μέσα στης άγνοιας την τάξη.
Μεσολάβηση τελεολογίας που σαφρακιάζει
την παραμέληση των θεωριών».

Το υστερόγραφο ενός ανολοκλήρωτου προλόγου έξι δοκιμίων –τα οποία δημοσιεύθηκαν σε σειρά από τον Μάρτιο του 2016– σχετικά με την πεφυσιωμένη θλίψη, τη νοθεία, και την αισθητικοποίηση των κοπετών∙ με την προϋπόθεση μίας απροσάρμοστης δυσκολίας: αυτή η κριτική τοποθέτηση δεν επιζητεί κάποιο πόρισμα, δεν προσαρμόζει εντέχνως ή αλλιώτικα την επιχειρηματολογία της, –στον βαθμό πάντοτε που μπορεί μία επιχειρηματολογία να επεκταθεί στα όρια ενός τυπικού δημοσιεύματος– εφόσον αψηφά κάθε προοριστική και τελεολογική ισχύ της γραφής, όταν αυτή σχετίζεται με την ποίηση.

Η επινόηση είναι συμφυής με την ποιητική τέχνη όχι μόνο όπως η δημιουργία είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο αλλά και όπως ο μαρασμός είναι σύμφυτος με τον άνθρωπο, επίσης.

Πολύ συχνά, ο άνθρωπος που «γράφει», μετατρέπει τη συνεκτικότητα της ζωής σε δημόσιο βωμό της «ποιητικής του πτώσης». Σε αναλογία με την απουσία επινοητικότητας και το πλεόνασμα μεμψιμοιρίας, τοποθετεί συστηματικά την ποιητική του «πτώση» στον δημόσιο βωμό, αφού αυτή η «πτώση» δεν έχει τέλος και προσφέρεται για αμέτρητες θεαματικές θυσίες. Ατέρμονο μπιζάρισμα. Η «πτώση» δεν απολαμβάνει τυχαία τα πρωτεία της πιο διαδεδομένης παλιλλογίας, με τις υπόλοιπες, δίχως να υπολείπονται σε τεθλιμμένη χαριτολογία, να ακολουθούν.

Σε αυτό που ονομάζεται ποίηση –στη διάσταση των αισθητικο/ιδεολογικών αναβατήρων–, η ηθική της παθητικής φωνής έχει αναγορευθεί σε χρυσόμαλλο δέρας. Το οποίο συχνά επιδεικνύεται μαζί με το σεσηπός γδαρμένο ζώο. Αμέτρητα περίλυπα πλάσματα εμπνέονται από οτιδήποτε, αρκεί αυτό να επανεμπνέει την απλοϊκότητα των πεποιθήσεων και των ευαισθησιών τους.

Πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους;

Κι επειδή ετούτη η μέθοδος δεν αργεί να φανερώσει εκ των έσω πως πρόκειται για κάτι έωλο και ευκαιριακό, έρχεται η αντιγραφική, η οξεία μιμητική επαναπροσέγγιση, των «πιστεύω» και «αμφιβάλλω», τα οποία αντικαθιστούν κατά βούληση το ένα το άλλο, με την αρπαγή των γλωσσών και των αιτημάτων νεκρών ή εν ζωή ποιητών.

Όταν η ποίηση η οποία μέχρι πρότινος μπορούσε να χαρακτηριστεί «αυθεντική», ««καλή», ή ακόμη και «υποστηρίξιμη», ξαναδίνει σημεία εμφάνισης, αναπλασμένη ή αναπαριστώμενη από δεύτερο χέρι, ακόμη και όταν έχει σκοπό την απόλυτη εξαπάτηση, δηλαδή τη μέγιστη προσέγγιση του προτύπου της∙ αποτελεί μία προσωπική επιτυχία η οποία προσφέρει βαθιά συγκίνηση από την καταχώρισή της, από τη διόγκωση της σκιάς της, λουφαγμένη στο κίνητρο του υποδείγματος στο οποίο συγκαταβατικά νεύει – δηλαδή μία «ποίηση» κοσμητικής επέμβασης, κατά τον τρόπο των πλαστικών εγχειρήσεων.

Η επιτυχία αυτή, λοιπόν, διαβεβαιώνουν οι επιτυχόντες, οφείλει να αναδειχθεί, μήπως και μέσω της ανάδειξης αρχίσει αίφνης να σημαίνει κάτι, ώστε να μην πάει εντελώς στράφι ο στεναχτικός κοινωνισμός της επιτυχίας αυτής∙ η κοσμητική της τρανότητα: εκείνο το «βάθος» που συγκλονίζει, καθώς αναδεικνύει την υπόθεση βάθους όσων διαλογίζονται στα ρηχά.

Για του λόγου το αληθές∙ πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους; Εντοπίζεται τελικώς κάποια νεότητα, με όρους νεότητας; Γιατί νεότητα με όρους αναπροσαρμογής του ποιητικού γήρατος, σαφώς και υφίσταται. Ανθεί.

Η ξαναγραμμένη ποίηση λοιπόν, ως υποβίβαση, στο μέτρο της ανάγκης προσωπικής επιτυχίας, μα και αμιγώς ως προσωπική επιτυχία, δεν αποτελεί επιτυχία της ποίησης – κατά την υπόθεση πάντοτε μίας τέτοιας επιτυχίας, αφού η ποίηση γίνεται ενόσω αποτυγχάνει πάνω στην απόπειρα λύσης του απολύτου [1].

Είναι η οδυνηρή, ευλογοφανής μικρότητα της πραγματικότητας, η οποία περνά για συντροφικότητα στην ερημιά, για ένταξη σε κοινότητα όντας στο πουθενά∙ καθώς και η πικρή προσαρμοστικότητα του αντιγραφέα που λιμνάζει στην καταδεκτικότητα της πραγματικότητας, η οποία μέσω της αντιγραφής, της επανάληψης, συμβιβάζει κάπως το συμβαίνον με την εγκαρτέρηση ως την εμφάνιση ενός φωτός αλλιώτικης έμπνευσης.

Με το να αντικαθιστά κανείς τη βελόνα στ’ άχυρα με την τρίχα στ’ άχυρα, ή το άχυρο στις βελόνες, δεν βγαίνει τίποτα. Αυτός είναι πάντως ο απώτερος στόχος, να μετατραπεί η ποίηση σε ποιητικό διατύπωμα το οποίο θα εκπληρώσει το όραμα μιας κοινωνικής οικειότητας. Η ποίηση που θέλουν να φτιάξουν δεν είναι παρά το καθρέφτισμα του κόσμου, της κοινωνίας, που προσπαθούν να δημιουργήσουν. Και αυτός ο ποθητός κόσμος, η τελειωτική πάταξη του ανθρώπου ως ζωτική μεταφυσική μονάδα, δεν θα υλοποιηθεί εάν οι τέχνες στο σύνολό τους, η αισθητική, δεν καταστούν διαχειρίσιμες.

Οι επαναλήψεις κουράζουν, απωθούν, γιατί λοιπόν, θα αναρωτηθεί κανείς, η επανάληψη της άνωθεν τοποθέτησης; Διότι αυτή η, τελικώς, μακάβρια επανάληψη της ποιητικής γραφής, είναι βολικά τακτοποιημένη στη συνείδηση αναγνωστών και γραφόντων. Διότι αυτό το φαινόμενο που περιέγραψα είναι αδιάλειπτο, και με τις διαστάσεις που έλαβε μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, πέρασε στο επίπεδο του θεσφάτου.

Εκείνα τα στοιχεία τα οποία η, αυθαίρετη, κριτική, εκτιμά ως νέο προσωπικό ύφος, ως παρέμβαση και ανακαίνιση, δεν είναι παρά τα στοιχεία «προέλευσης» τα οποία καταδεικνύουν τη νοθεία του πράγματος. Έκβαση αναμενόμενη, απ’ εκείνους που, ενώ διατείνονται πως εξετάζουν με κριτικό πνεύμα το όποιο δημοσιοποιημένο υλικό, πως ερευνούν ενδελεχώς τη σύγχρονη ποίηση, αρκούνται στην εξέταση των όποιων ποιητικών συλλογών λαμβάνουν, στοχευμένα, από εκείνους που τις υπογράφουν, αντί να ξετινάζουν βιβλιοθήκες.

alt

Ωστόσο, ακόμη και μία ενδελεχής έρευνα δεν θα φέρει σίγουρα ένα αποτέλεσμα διαφορετικό προς τα έξω∙ γιατί η αισθητική παραδοχή είναι κατά βάθος μία παραδοχή πολιτισμική, δηλαδή μία παραδοχή της βιούμενης κατάστασης, και όντας τέτοια η δυσκολία της δημοσιοποίησής της είναι αν όχι απίθανη, τουλάχιστον δυσχερής. Ωσαύτως, πώς να θιγούν, να μελετηθούν, τα στοιχεία της νοθείας και της προέλευσης, όταν δεν γνωρίζει κανείς τη μορφή και το περιεχόμενο και των δυο; Κάνω εδώ ετούτη την τοποθέτηση ορίζοντας το φαινόμενο της νοθείας ξεκάθαρα σε επίπεδο εκφραστικής και περιεχομενικής αναδίπλωσης/συγκάλυψης του προϋπάρχοντος έργου, μέσα στο χρονολογικά πιο πρόσφατο κείμενο, και όχι σε επίπεδο ερμηνευτικής αναφορικότητας ή παραπομπής. Τοποθέτηση η οποία, είμαι βέβαιος, θα θεωρηθεί από πολλούς λανθασμένη ή άνευ σημασίας, εφόσον εκείνο που έχει σημασία είναι να ξεγελούν ισοβίως τον αβάσταχτο λιμό που δημιουργούν τα ερείσματά τους: αισθητηριακή αποχαύνωση, ιδεολογική και θρησκευτική σωτηριολαγνεία, αναπαραγωγή κάθε κοινωνικής δοξασίας, όλη η διαστρωμάτωση της «θετικότητας».

Κατ’ αντοιστιχία με τον συρμό αυτών των ερεισμάτων, οι καταγγελίες, ακόμη και οι εξονειδισμοί, αντί να θέσουν τους φυσικούς τους αποδέκτες σε περισυλλογή, περνούν και αυτοί σε χρήση, σε «δημιουργική διαχείριση υλικού» από τους αποδέκτες, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο περιστοιχίζουν τη διανοητική τους κόπρο με συμπιλήματα, δημιουργώντας μία σύγχρονη αντίκα, η οποία είναι αυτό που είναι∙ εκείνο που ουδέποτε προήχθη από τον λόγο των αντιγραφόμενων, εκείνο που ουδέποτε προάγεται από τον λόγο εκείνων που την αμφισβητούν, που την ακυρώνουν.

Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει.

Ασφαλώς οι τρύπες που γίνονται στο νερό είναι νερότρυπες, δεν είναι τυφώνες, ασχέτως εάν τα δημοσιεύματα εκλαμβάνουν την ύλη τους ως δελτία καιρού που προειδοποιούν για φαινόμενα. Μα απ’ το να είναι κανείς οτιδήποτε, είναι προτιμότερο να είναι εκείνος που περιγράφει τις θαλασσοταραχές που λαμβάνουν χώρα στην προσωπική του μπανιέρα.

Όχι σε μεγάλη απόσταση από τα παραπάνω, οριοθετείται ένα ακόμη άκρο, από τα τόσα: να αποδέχεται και να συμμερίζεται περισσότερο και πολύ πιο εύκολα κανείς, έναν επιπόλαιο αμφισβητία, απ’ όσο έναν μη αμφισβητία ο οποίος μολαταύτα βρίσκεται πιο κοντά στην ποίηση σε σύγκριση με τον πρώτο.

Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει. Πόσο μάλλον εάν πράγματι δεν είναι ικανός να τα δει, και πόσο ακόμη εάν εντούτοις ξεφουρνίζει τις δικές του ηλιθιώδεις αμφισβητήσεις.

Το ρεύμα, που εμπερικλείει τις τάσεις οι οποίες συνδιαμορφώνουν την τρέχουσα «fata morgana», δεν αποδεικνύει μόνο πως είναι προδιατεθειμένο να αναγάγει τον μικρόκοσμό του σε απόλυτο διαχειριστή των πάντων, μα έχει την ευστροφία να προδιαψεύδει με εκθαμβωτική χάρη τον εαυτό του, ώστε να αποποιείται εκ των προτέρων κάθε ευθύνη και υποχρέωση – από εκείνες που καθορίζουν οργανικά την ψυχική και τη διανοητική κατάσταση ενός ποιητή, δηλαδή τα πεδίο διαφοράς της ίδιας της ποίησης.

Η περίκλειστη ρυμοτομία των εκδιδομένων υποδείξεων βρίθει συγκλονισμών, ικανότατων επηρμένων και ταπεινοφρόνων, οι οποίοι κάθε φορά που εκφράζονται κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, δεν λησμονούν να φορέσουν τον στέφανο των βασάνων τους, από αγκαθωτό μαϊντανό.

Αρκεί. Όταν φωτίζονται τα κίνητρα φωτίζεται το θέμα. Στης ποίησης την παλάντζα ο κανόνας με το κινητό αντίβαρο προεκτείνεται εσαεί στο αδιάσειστο.

*Στη φωτογραφία πίνακα του Dan Miller.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://bookpress.gr/stiles/eponimos/poiisi-dixos-poiites-poiites-dixos-poiisi?utm_source=Newsletter&utm_medium=email

Οι χτυπημένοι

Ένα υπέροχο κείμενο του νερού Δημήτρη Πουλικάκου, που συστήνει στην ελληνική νεολαία τους ποιητές της beat generation

Έχω μπροστά μου το πρώτο τεύχος του “City Lights Journal”. Στο εξώφυλλο απεικονίζεται ο Allen Ginsberg στα Κεντρικά Ιμαλάια. Κάθεται σ’ ένα ραγισμένο πλίθινο τοίχο, ξεμαλλιασμένος, τυλιγμένος με μια μεγάλη κροσσωτή κουβέρτα, χαμογελάει στον φίλο του Gary Snyder που τον φωτογραφίζει.

Γυρνάω στα περιεχόμενα:

ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ …… Αnselm Hollo.

«- Πρώτη ερώτηση είναι: απολαμβάνετε την ερωτική πράξη – και δεν σας ρωτάμε με ποιον ή με τί, απλώς ναι ή όχι κι’ είμαστε εν τάξει.
– Δεύτερο: αν ναι, θέλετε να συνεχίσετε αυτή την απόλαυση κάθε τόσο, δεν σας ρωτάμε πόσο συχνά – απλώς ναι ή όχι, κι’ είμαστε εν τάξει.
– Αν όχι, τότε τι απολαμβάνετε;»

Ο Ginsberg είναι Αμερικανός, ο Hollo Φινλανδός. Κι’ άλλα ονόματα: Τζακ Κέρουακ, Γουίλιαμ Μπάροους, Γκρέγκορυ Κόρσο, Χάρολντ Νορς, Μίκαελ Μακ Κλιούρ, Φερλινγκέττι, Λερόυ Τζόουνς, κι άλλοι πολλοί, οι πιο πολλοί άγνωστοι, άλλαξαν σε τρία-τέσσερα χρόνια ολόκληρη τη μορφή της διεθνούς λογοτεχνίας. Για να μιλήσουμε σωστότερα τον τρόπο του “σκέπτεσθαι” της Αμερικής, κατά κύριο λόγο και της Ευρώπης δευτερευόντως. (Πιο συγκεκριμένα, η επιρροή τους αγγίζει περισσότερο την Γαλλία και την Αγγλία, σαν διεθνή καλλιτεχνικά κέντρα).

Μια αλλαγή που δημιούργησε θόρυβο, που αντιπροσωπεύει μια νοοτροπία που δημιουργεί μια ολόκληρη γενιά: the Beat generation.

Τεντυμπόϋδες, αλήτες, επιστήμονες, καθηγητές, μαθητές, κατάδικοι, τεμπέληδες, γόνοι καλών οικογενειών, πάμπλουτοι, πάμφτωχοι, ένα συνονθύλευμα όλων σχεδόν των κοινωνικών τάξεων, οργώνουν εδώ και δέκα χρόνια (και περισσότερα) όλο τον κόσμο σπέρνοντας γύρω τους το χιούμορ, την ελεύθερη σκέψη, την καλοσύνη, το βίτσιο, την καταστροφή (όχι συχνά), ένα ρομαντισμό, μια αηδία για τη γενική κατάντια των ανθρώπων.

Ο Gregory Corso μεγάλωσε μέσα στη μιζέρια και στ’ αναμορφωτήρια. Το 1950 αφού είχε βγει, πριν από λίγες εβδομάδες απ’ αυτό, γνωρίζει τον Allen Ginsberg. Αυτός, γυιος καθηγητή και ποιητή, τον μυεί στην μοντέρνα ποίηση. Μιλάνε για την κοινωνική κατάσταση, για τον κινηματογράφο, για τις Τέχνες, τον έρωτα.

Αποκαλύπτεται πως ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνάει την Αμερική με πόλους την Νέα Υόρκη και τον Άγιο Φραγκίσκο. Τα πρώτα μικρά περιοδικά αρχίζουν να τυπώνονται και να κυκλοφορούν. Πρώτο-πρώτο το “Yugen” με εκδότη τον LeRoi Jones.

Νέοι και νέες, ρομαντικοί, χτυπημένοι (Beats), ρακένδυτοι πολλές φορές, ξυπόλυτοι, με αχτένιστα μαλλιά, επηρεασμένοι από τις παραδόσεις, κυρίως του υπερρεαλισμού και του υπαρξισμού, οργώνουν την χώρα. Με auto-stop, με καράβια φορτηγά, με τραίνα. Μετακινούνται κάθε τόσο από πόλη σε πόλη, από Πολιτεία σε Πολιτεία, από χώρα σε χώρα χτίζοντας τον κόσμο τους. Κόσμος, που είναι σε απόλυτη γνώση της πραγματικότητας κι όμως ζει εντελώς έξω απ’ αυτήν.

Κυκλοφορούν παντού. Στο Greenwich Village, στην 5η Λεωφόρο, στο Los Angeles, στα Παρισινά καφέ. Κοιμούνται με τους clochards, στις όχθες του Σηκουάνα, συναντιούνται στη Ρώμη, στο Saint-Germain, στο Piccadilly, στου Παπασπύρου.

Κάνουν ό,τι θέλουν στο μέτρο που τους επιτρέπουν τα οικονομικά τους. Δουλεύουν όσο το δυνατό λιγώτερο μπορούν. Κυττάνε να βρίσκονται σε ζεστά κλίματα με εύκολο τρόπο ζωής. Μεταναστεύουν, σχεδόν οριστικά, σε ξένες χώρες. Στην Γαλλία, στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, στην Ελλάδα (Ύδρα, Κρήτη), στο Λονδίνο.

Σχηματίζουν ένα τέλειο δίκτυο επικοινωνιών – χωρίς τηλέφωνο, χωρίς ταχυδρομείο, χωρίς ασύρματο, χωρίς τηλεόραση.

Δημήτρης Πουλικάκος

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ………. γύρω στα 1963-1965. Ευχαριστίες στον Θόδωρο Μπασιάκο που το ανέσυρε.

Το κιβώτιο

Τι είδους κόμμα είναι αυτό που μας κυβερνά, ξέρει κανείς; Τι έχει μείνει από εκείνο το κόμμα και από εκείνους τους συντρόφους τού πρώτου καιρού της επέλασης προς τη νίκη; Ενα απομεινάρι γκροτέσκο αριστερής ρητορικής, μια τσακισμένη ιδεολογική ραχοκοκαλιά, ένα κόμμα χωρίς παρελθόν

Ανδρέας Πετρουλάκης

Στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, μία ομάδα 40 ανταρτών αναλαμβάνει την αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο με περιεχόμενο πολύτιμο για την έκβαση του Εμφυλίου υπέρ του Δημοκρατικού Στρατού. Επρόκειτο για αποστολή αυτοκτονίας καθώς η πορεία που θα ακολουθούσαν περνούσε υποχρεωτικά μέσα από τις γραμμές του εχθρού. Τελικά στην φονική διαδρομή αποδεκατίστηκαν με διαφορετικούς τρόπους όλοι πλην ενός, ο οποίος και παρέδωσε το κιβώτιο. Το κιβώτιο ήταν άδειο. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο για το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, αλλά καιρό τώρα μου έχει δημιουργηθεί η σκέψη ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε μια φάρσα του μύθου του «Κιβώτιου».

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την ιστορική αποστολή να καταλάβει την εξουσία για πρώτη φορά για λογαριασμό της Aριστεράς. Κουβαλούσε μαζί του όλη τη σκευή της ιστορίας της, τις παρακαταθήκες των παλιών αγωνιστών της, την εξωραϊσμένη αυτοεικόνα του σύγχρονου συντρόφου, το αίσθημα ηθικής υπεροχής που εμπότιζε τα κύτταρα κάθε αριστερού. Στον Αλέξη Τσίπρα και τους συντρόφους του παραδόθηκε ένα μυθικής αξίας κιβώτιο.

Στα χρόνια της αντιπολίτευσης το κουβάλησαν στις μάχες του άοπλου εμφύλιου. Στο άλλο στρατόπεδο υπήρχαν οι προδότες των Μνημονίων που φτωχοποιούσαν τον λαό, οι υποτελείς της τρόικας που έβαζαν φόρους, οι ασπόνδυλοι εντολοδόχοι της Μέρκελ που έκοβαν μισθούς και συντάξεις, οι διαπλεκόμενοι των συμφερόντων που ξεπουλούσαν τον εθνικό πλούτο. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ερχόταν να διώξει τους δεξιούς και ακροδεξιούς της εξουσίας, να σκοτώσει τη διαπλοκή, να διαγράψει το χρέος, να σκίσει το Μνημόνιο, να διεκδικήσει τις γερμανικές αποζημιώσεις, να απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα στους τροϊκανούς, να αποτρέψει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, να εθνικοποιήσει τις τράπεζες, να αποκαταστήσει τις απώλειες των εισοδημάτων, να πατάξει την ανεργία, να κλείσει το κάτεργο της Αμυγδαλέζας, να δώσει νέα πνοή στον τόπο.

Η μια μετά την άλλη οι διαψεύσεις άρχισαν να σκάνε με κρότο. Η πρώτη δουλειά του αριστερού νικητή των εκλογών ήταν να συμμαχήσει με τους πιο δεξιούς των δεξιών. Στη συνέχεια υπέγραψε ένα κατάδικό του Μνημόνιο, άρχισε να καλοδέχεται τους τροϊκανούς με άλλο όνομα στο Χίλτον, ξέχασε τα περί γερμανικών οφειλών, έγινε ο καλύτερος φίλος της Μέρκελ, διόγκωσε τη φορολογία σε εξοντωτικά επίπεδα, μείωσε κι άλλο το εισόδημα, αύξησε την πραγματική ανεργία, έστησε τη δική του διαπλοκή, συνέχισε απαράλλαχτο το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων των προδοτών, ξεπούλησε τις τράπεζες στα ξένα funds, εκλιπάρησε για μια μικρή ελάφρυνση του χρέους. Εκανε τα ίδια πράγματα, πολύ ακριβότερα. Για κερασάκι έκανε και αυτό που δεν τόλμησαν ποτέ οι δεξιοί, να υποθηκεύσει τον δημόσιο πλούτο για 99 χρόνια.

Εχανε φέτα-φέτα τον ιδεολογικό του κορμό, αλλά πάλι λες, υποχρεώθηκε από τον οικονομικό εκβιασμό. Βλέπεις όμως και από την άλλη να στέλνουν τα ΜΑΤ που θα καταργούσαν εναντίον συνταξιούχων, να έχουν οχυρωθεί σιδερόφραχτοι μέσα στο Μαξίμου, να κάνουν πολυέξοδα ταξίδια με το πρωθυπουργικό αεροπλάνο που θα πουλούσαν, να έχουν ανοίξει νέες χειρότερες Αμυγδαλέζες, να σκηνοθετούν εθνικολαϊκιστικές φιέστες που δεν είχαμε δει ποτέ επί Δεξιάς, να έχουν στενότερες σχέσεις με την Εκκλησία από τον Σαμαρά, να υπάρχει ένας υπουργός μόνιμα ντυμένος αξιωματικός, να στήνουν φάμπρικες με χρυσαυγίτες σαν νέοι Μπαλτάκοι και αναρωτιέσαι, η τρόικα τους υποχρεώνει να τα κάνουν κι αυτά;

Τι έχει μείνει από εκείνο το κόμμα και από εκείνους τους συντρόφους του πρώτου καιρού της επέλασης προς τη νίκη; Ενα απομεινάρι γκροτέσκο αριστερής ρητορικής, μια τσακισμένη ιδεολογική ραχοκοκαλιά, ένα κόμμα χωρίς παρελθόν, ένα άδειο πουκάμισο. Λίγοι απογοητευμένοι οπαδοί, κάτι κουρασμένα στελέχη, σύντροφοι που καθημερινά λιγοστεύουν, αραιώνουν, αποδεκατίζονται. Τι είδους κόμμα είναι αυτό που μας κυβερνά, ξέρει κανείς;

Φαντάζομαι μια εικόνα σε έναν αόριστο μέλλοντα, τον αρχηγό αποκομμένο από την πολιτική μήτρα που τον γέννησε, χωρίς ιδεολογική πατρίδα, τελευταίο εναπομείναντα της περιπέτειας, να σέρνει μόνος τα κουρασμένα του βήματα και εκείνο το κιβώτιο που έπρεπε να παραδώσει. Ο άγνωστός του αριστερός ανακριτής να τον ρωτά, τελικά τι διαφορά είχες από τους αντιπάλους σου; Και το ανοιγμένο κιβώτιο να χάσκει απειλητικό και να έχει μέσα μια γραβάτα.

*Από εδώ: http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/to-kivwtio-44341301020

Ο Σπύρος Αραβανής γράφει για τον ποιητή Γιώργο Δάγλα

O Γιώργος Δάγλας ζει σήμερα ξανά στην Αθήνα –κανείς δεν ρισκάρει να μαντέψει μέχρι πότε- έχει επανακυκλοφορήσει τις δυο πρώτες ποιητικές του συλλογές και κυκλοφορήσει την τρίτη από τις εκδόσεις Φίλντισι, έχει ακούσει τα ποιήματά του να τραγουδιούνται χάρις στον συνθέτη Βασίλη Λαγό, συμμετέχει σε νέες ομάδες συλλογικότητας ως εκδότης του «Κύματος» και διαχειρίζεται τα social media ως άνθρωπος της εποχής του. Η ποίησή του είναι η έντεχνη απόληξη μιας ζωής πολλών επεισοδίων, πολλών ανθρώπων, πολλών ιστοριών. Είναι γέννημα μιας έντονης πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής που δεν είναι εύκολο να διαχωρίσει κανείς το ζην από το γράφειν. Για εμάς λοιπόν μιας άλλης γενιάς και εποχής, δεν έχει νόημα να κοιτάξουμε το έργο του ως εγχειρίδιο πρακτικής ποιητικής ενός μη βιωμένου δικού μας χρόνου, εξιδανικεύοντας, ωραιοποιώντας και μεγεθύνοντας, στην ουσία δηλαδή παραμορφώνοντας κάτι που μόνο όσοι ήταν μάρτυρες μπορούν να συναισθανθούν. Όλες αυτές οι ζώσες μνήμες είναι ωραίο να λέγονται γύρω από μια φωτιά. Δημιουργώντας ακροατές και την κατάρα που λέγεται θαυμαστές. Είναι ένας γρήγορος τρόπος να ρίχνεις νεαρά κορίτσια και αγόρια στο κρεβάτι σου και να κατέχεις την πρώτη τιμητική θέση σε πάσης λογής αναμνησιακές νεκροπομπές περασμένων μεγαλείων.

Όταν όμως πρόκειται για ποίηση, εκεί κάθε λογής ιστορίες, ονόματα, μυθολογίες, δαρμοί και έρωτες χάνουν τους χυμούς τους όταν δεν μπορούν να κρυπτογραφηθούν και να αποκρυπτογραφηθούν. Για αυτό και έχει νόημα είναι να δούμε την ποίησή του Δάγλα ως μια αιώνια κραυγή. Όπως οφείλει να είναι κάθε ποιητικό έργο. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός όχι ότι αριθμεί τρεις μόνο ποιητικές συλλογές σε βάθος τριανταπέντε χρόνων. Το πιο πιθανό οι μέσα του σελίδες να γεμίζουν δέκα τόμους. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός πως το ένστικτο ενός 25αρη, το 1983 παραμένει οξυδερκές στο πνεύμα ενός 60αρη το 2017 παρ’ όλες τις εξωγενείς διαψεύσεις οραμάτων, τις παραιτήσεις συντρόφων, την αποσύνθεση των ιδεολογιών, την κατάρρευση του συλλογικού οράματος.

Στις πρώτες αράδες «Στη μέρα των φωταγωγών» γράφει: «Το δωμάτιο γεμισ’ αίματα, τα κρανία των συντρόφων με μάτια να τρέχουν εκδίκηση έρχονται και ζητάνε τ΄αδύνατο». Στο «Μαύρο χιόνι» διαφαίνεται ο αποχωρισμός: «Χωρίς των πατρικίων και των πληβείων το ένδυμα, χωρίς πλοία να διασχίζουν νύχτες τα κανάλι/ έτσι θα μιλήσω: / ρακένδυτος μέσα στην πανοπλία μου. Χωρίς λόγο». Και στις «Καντάδες» κάνει τον απολογισμό: «Ποιοι σύντροφοι θα με αποκηρύξουν; Ποιοι κομισάριοι θα ταριχεύσουν τα οράματά μου; / Προδομένος και μόνος στη μέση στο ποτάμι και σας μιλώ». Αυτή όμως είναι και εν τέλει η νίκη του, η νίκη όλης της θυσιασμένης ή λοβοτομημένης γενιάς του: ότι επίγνωση που ακολούθησε της γνώσης, δεν επέφερε σιωπή και ματαιότητα αλλά την επιστροφή: «Καλό χειμώνα σας λέω, σας μιλώ, θα γυρίσω» ή «Επιστρέφω να ράψω ερμητικά τα μάτια των προδομένων». Και ως γνωστόν η προδοσία δεν είναι μια επικαιρική εφεύρεση για αυτό και αφήνοντας στην άκρη όλη την ιστορικότητα των λεγομένων του Δάγλα μπορεί κανείς να διακρίνει την αγωνία του για τους αιώνια προδομένους. Όπως και για κάθε αξία που πεζοδρομείται ενώ είναι ανοικτή θάλασσα. Για κάθε ηττημένο, απελπισμένο, σκυφτό, αλλά και για κάθε πληκτικό ήρωα, άνυδρο εξουσιομανή και επαγγελματία αναρχικό. Οι ήρωές του είναι με θνητά πνευμόνια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι αιώνιοι χορευτές, αλλά ο χορός που τρίζει τη γη. Δεν τον θαμπώνουν οι καλογυαλισμένοι νικητές. Είναι τσαλακωμένος ως το μεδούλι του για αυτό και τα γραπτά του έχουν ανθρώπινη μυρωδιά. Τσαλακωμένος όμως ως συνειδητή επιλογή, από το χέρι μιας αδιόρατης ανάγκης και όχι υποδυόμενος έναν ρόλο. Γιατί «Το άσπρο χαρτί» ως γνωστόν «είναι σκληρός καθρέπτης. Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν». Και όλη η ποίηση του Δάγλα ως στάση ζωής και η ζωή του ως ποιητική στάση εκτιμώ ότι έλκουν την καταγωγή τους από τον στίχο του « Σχεδόν όρθιοι και περήφανοι». Τι πιο ωραίο επίγραμμα σε έναν τάφο: «Έζησε σχεδόν όρθιος και περήφανος». Η απόλυτα ρεαλιστική περιγραφή της ανθρώπινης ύπαρξης και συνάμα η αποκάλυψη της γοητείας του ανθρώπινου μυστηρίου: Σχεδόν όρθιος και περήφανος.

Για αυτό και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται «ελάσσων επτανήσιος ποιητής». Γιατί μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό όπως έλεγε και ο συγκαιρινός του Καρούζος. Ο δε Τόμας Σ. Ελιοτ παραδεχόταν, δεν τον επηρέασαν οι μεγάλοι, όπως ο Σέξπιρ ή ο Μποντλέρ. Από αυτούς δεν μαθαίνεις, τους μιμείσαι – διαπίστωνε. Γι’ αυτό προτιμούσε να συνομιλεί με ελάσσονες όπως τον Λαφόργκ, τον Μάρλοου, τον Φορντ. Γιατί σε αυτούς τους ελάσσονες, όπως ο Δάγλας, οι λέξεις δεν κάνουν τερτίπια, δεν καθοδηγούν, δεν ελέγχονται. Αντίθετα απολύτως ελευθερωμένες μιλούν τις ιστορίες τους σαν τις «αλκοολικές πουτάνες», όπως γράφει και ο Δάγλας, «που τις αγαπάμε γιατί δεν έχουν άλλοθι, γιατί πέρασε πάνω τους η χιονοστιβάδα του κόσμου και υψώνονται γενναίες στους ουρανούς της πόλης».

©Σπύρος Αραβανής
http://staxtes.com/2003/?p=11821

Εξόριστες λέξεις

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΤΑΚΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗΣ
Walkabout. Προσδοκία ενός ξεκινήματος
εκδ. Εξάρχεια, σελ. 142

Τ​​ο βιβλίο του Τάκη Κατσαμπάνη κινείται στο μεταίχμιο λογοτεχνίας και ημερολογίου, μνήμης και μυθοπλασίας, φιλοσοφίας και υπαρξιακής περιπλάνησης. Ο συγγραφέας ανατρέχει στην τετραετία όπου έζησε στην Αυστραλία, ενθέτοντας στην αφήγηση σπαράγματα ημερολογιακών καταγραφών, λεπτουργήματα ενός ερμητικού λυρισμού. Στις σελίδες η σύγχυση του εξόριστου βλέμματος συνυφαίνεται με την εξουθενωτική προσπάθεια του αφηγητή να αναγνωρίσει τα ζωτικά στοιχεία της αποσυντεθειμένης ταυτότητάς του. Η άλλη χώρα απλώνεται μες στην εύτακτη απεραντοσύνη της σαν υπόσχεση ευτυχίας, αλλά εκείνον τον δελέαζε η τραγικότητα του χάους. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν ήταν η γεωγραφία. Ωστόσο, προτιμούσε τις όχθες από τις περιδινήσεις των ωκεάνιων κυμάτων. Ηθελε όχθες να περιφράσσουν το «ξεχείλισμά» του.

Η παρατήρηση του ξένου τόπου μετεξελίσσεται δεξιοτεχνικά σε εταστική αυτοπαρατήρηση. Ο αφηγητής αισθάνεται το πρωτόφαντο μέρος, τελείως αποκαθαρμένο από δράματα και συγκρούσεις, σαν «δοκιμασία για την ψυχή». Η περιρρέουσα ευζωία αναρρίπιζε ενδότατες εκκρεμότητες. Η προσδοκία της αρχής, του μηδενός, κατίσχυε του νόστου. Το ταξίδι στην άλλη άκρη της γης ήταν για τον συγγραφέα μια περιπέτεια μεταμόρφωσης, μια μανιώδης αναμέτρηση με τις πολλαπλές, λανθάνουσες ταυτότητές του. Οπως ο ίδιος λέει: «Ντρεπόμουν που δεν ήμουν αυτό που υπήρχε διπλωμένο μέσα μου».

Ο Κατσαμπάνης αποτυπώνει με τρομερή ένταση το άγχος μιας συνείδησης εκτεθειμένης στον φόβο, την αμφισημία, την αλεξία. Οι στιγμές που ο συγγραφέας αναλογίζεται την αποτυχία της ξένης γλώσσας να μεταφράσει τους σπασμούς της μητρικής είναι εκπληκτικές. Κάθε ταυτότητα προϋποθέτει μια πραγματικότητα και η πραγματικότητα νοείται μόνον μέσω του λόγου. Ενας λόγος σπασμένος, διάτρητος, χασματικός, όπως είναι ένας δάνειος λόγος, αδυνατεί να μεταπλάσει ό,τι ονομάζει σε πραγματικό, σε βέβαιο. Η αποσύνδεση μεταξύ λέξης και πράγματος «στύβει τον κόσμο από κάθε σημασία, από κάθε απόχρωση, κάθε ρίγος ή υπαινιγμό». Μιλώντας την ξένη γλώσσα, ο αφηγητής ένιωθε να ψελλίζει «ένα αλφάβητο μοναξιάς». Ο,τι μύχιο τον συντάραζε παρέμενε άλεκτο. Ματαίως πάσχιζε να εγκεντρίσει στη δανεική γλώσσα τα άγνωστα και αδήριτα που μαίνονταν μέσα του. «Οσο περισσότερες λέξεις, τόσο περισσότερα θραύσματα».

Μολονότι η αφήγηση του Κατσαμπάνη είναι εντόνως ενδοστρεφής, οι λέξεις του αποζητούν την εξωστρέφεια, αδημονούν να απελευθερωθούν από την αυτοαναφορικότητα για να διερευνήσουν ανύποπτους δεσμούς με τον κόσμο. Η δραματικότητα του λόγου του έγκειται στην επιθυμία του να εποικίσει τον λόγο τού άλλου. «Η μητρική γλώσσα ήταν πια μια γλώσσα για μονόλογο». Η ξένη γλώσσα, πάλι, έσφυζε από σιωπές, ανείπωτο θυμό και άλαλα ξεσπάσματα. Μπορεί μιλώντας την ο αφηγητής να απαλλασσόταν από το βάρος του αυτοειδώλου, αρθρώνοντας μια αλλότρια φωνή, αλλά νοσταλγούσε το εγκαταλελειμμένο του ιδιόλεκτο, τη δυνατότητα της μητρικής γλώσσας «να πλημμυρίζει». «Η γλώσσα μου, αυτό το μητρικό σώμα, κούρνιαζε μέσα μου σαν κουβάρι. Εχανα σιγά σιγά κάθε βεβαιότητα».

Η απώλεια της μητρικής γλώσσας φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης μια άλλη, οδυνηρή, απώλεια, εκείνη του πατέρα. Η εσωτερική περιπέτεια του αφηγητή εκκινεί από την προσδοκία μιας νέας αρχής, όπου υποβόσκει η απαντοχή μιας πατρογονικής αρχής. Επιζητεί τον νόμο του πατέρα και αυτή η διακαής ανάγκη υπονοείται στην τεταμένη σχέση του με έναν πανεπιστημιακό. Εναν αλαζονικό, αδιάφορο, απαραίτητο, ωστόσο, πατέρα, που αποκαθιστούσε την, πλασματική έστω, αρτιμέλεια του οιονεί γιου. «Το άπειρο ως μεταμόρφωση του νεκρού πατέρα δεν αντεχόταν», συλλογίζεται ο συγγραφέας.

Ο Τάκης Κατσαμπάνης στο πρώτο του βιβλίο μάς υπενθυμίζει με τη στοχαστική γραφή του πως η γλώσσα δικαιώνεται όταν αποτολμά να καταβυθιστεί στην πρωτογενή πηγή της, το συναίσθημα. Οι λέξεις του διατρέχουν αλγεινές ιστορίες μετανάστευσης μέσα από τις οποίες επιχειρούν να αποτιμήσουν τη δική τους εξορία, τον μετεωρισμό τους ανάμεσα στο ρητό και το άφατο. Ο αναστοχασμός της θλίψης και της αγωνίας των λέξεων συνιστά αναμφίλεκτα μια αξιοπρόσεκτη λογοτεχνική επίτευξη.

Λογοτεχνία, το μεγάλο σκασιαρχείο

Στη μνήμη του Παντελή Καλιότσου

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ*

Υπάρχει ένας σπουδαίος αφρικανικός μύθος για το μικροσκοπικό πουλί κολιμπρί ή κολίμβρι. Ο μύθος λέει πως όταν έπιασε φωτιά στη ζούγκλα κι όλα τα ζώα άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα και να λουφάζουν κοντά σε μια λίμνη, το κολιμπρί βουτούσε στο νερό σαν πυροσβεστικό αεροπλάνο και με το ράμφος του μετέφερε νερό προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά.

Τα υπόλοιπα ζώα που παρακολουθούσαν αμέτοχα την καταστροφή το κοιτούσαν σαστισμένα κι αποχαυνωμένα. Τότε ο ελέφαντας φωνάζει στο κολιμπρί πως είναι μάταιο αυτό που κάνει και πως δεν πρόκειται να σβήσει τη φωτιά. Το κολιμπρί τότε του απαντά «εγώ, κάνω αυτό που μου αναλογεί».

Έχω την εντύπωση πως οι συγγραφείς που πέρασαν απ’ αυτό τον κόσμο ήταν ένα είδος κολιμπρί. Κάναν αυτό που τους αναλογούσε. Κάτι που στον καιρό τους φαινόταν πάντα μάταιο αφού δεν διέθεταν εξουσία αλλά θράσος.

Θα μπορούσε κάποιος να πει, πως, είμαστε η λογοτεχνία που διαβάσαμε, οι μύθοι που ακούσαμε, τα παραμύθια που μας είπανε. Ή πες μου ποια βιβλία διάβασες να σου πω ποιός είσαι.

Τα λεγόμενα εξωσχολικά βιβλία υπήρξαν η μεγάλη αντίσταση σε ένα σχολείο βαρετό και πληκτικό αλλά και αυταρχικό ταυτόχρονα.

Όχι πως η γενιά μου έφαγε και το περισσότερο ξύλο, για να μάθει τι εστί γερούνδιο και τι εστί Ουλάν Μπατόρ, αλλά όπως και να το κάνουμε σπουδάσαμε τα γράμματα σ’ ένα σχολείο που περιόριζε- περισσότερο ή λιγότερο αυθαίρετα-το μεγαλειώδες πεδίο της εμπειρίας.

Αυτό το πεδίο που μας το κάλυψαν-νομίζω με θεαματική επιτυχία- κάτι περίεργοι τύποι οι οποίοι στην πραγματικότητα υπήρξαν και οι δάσκαλοί μας στη ζωή.

Όλοι εμείς που επαγρυπνούμε για την ουσία της ανταρσίας, όλοι εμείς που λέμε ότι γράφουμε-αφού στην ουσία το γράψιμο είναι το αντάρτικο του προφορικού λόγου-αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο του Μαρκ Τουέιν, στο πρόσωπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, στο πρόσωπο του Λούις Κάρολ, στο πρόσωπο του Παντελή Καλιότσου τους πρώτους δασκάλους που μας μίλησαν για το σκασιαρχείο.

Ήταν τα πρώτα μας διαβάσματα τα πρώτα μας χτυπήματα στα γόνατα, το πρώτο αίμα. Το αίμα είναι πνεύμα, γράφει ο Νίτσε. Κι αυτή η αποστροφή δεν έχει ίχνος μεταφορικής σημασίας.

Δεν ήμασταν άντρες μεγάλοι και δυνατοί για να μπορούμε να πηδάμε από κορυφή σε κορυφή αλλά μειράκια εγκλωβισμένα στο υπόγειο της παιδικής ηλικίας.

Κι ίσως αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή μας ήταν η πατρική βιβλιοθήκη.

Σκοντάφταμε σχεδόν πάνω στα βιβλία και κάποια στιγμή αρχίσαμε να τα ανοίγουμε ανακαλύπτοντας εκεί έναν άλλο κόσμο απ’ αυτόν που μας μάθαιναν στο σχολείο. Η λογοτεχνία υπήρξε για πολλούς από μας μια σπουδή στο αιώνιο σκασιαρχείο της ζωής.

Το σκάγαμε απ’ τον πολιτισμό της βαρβαρότητας και της σοβαροφάνειας για να πάμε τρέχοντας στον πολιτισμό της συντροφικότητας και του παιχνιδιού.

Απ’ τα βιβλία αυτά μάθαμε πως κανένας δεν είναι κανενός. Πως δεν ανήκουμε στο μπαμπά και στη μαμά, στο κράτος ή την ενορία. Απ’ τα βιβλία αυτά μάθαμε πως οι άνθρωποι δεν είναι πράγματα. Αντικείμενα χρήσης ή μηχανές παραγωγής κέρδους.

Απ’ τα βιβλία αυτά μάθαμε πως οι γυναίκες δεν είναι πόλεις που λιγουρεύεται ο κάθε πολιορκητής και πως οι άντρες δεν είναι ατίθασες ή κατοικίδιες μαϊμούδες. Πως τα παιδιά δεν είναι έπιπλα με συρτάρια όπου καταχωνιάζεις στείρες γνώσεις.

Σκεφτείτε να γυρνάτε στο σπίτι σας μετά το μάθημα των θρησκευτικών και της ιστορίας και να ανακαλύπτεται την αλήθεια στη λογοτεχνία σ’ ένα τόσο δα ποιηματάκι.

Νίκος Καρούζος

Λένιν και Μαχάτμα

Ξημέρωνε κ’ οι δυο τους

ασπροντυμένοι.

Κελαηδούσε απ’ όξω ο τόπος. “Τα πουλιά”

ψιθύρισε ο Μαχάτμα.

Ο Λένιν χαμογέλασε καλόκαρδα διορθώνοντας.

“Μυδράλια”.

Νάτος ο δάσκαλος. Εδώ είναι ο δάσκαλος, ο Καρούζος εν προκειμένω, χωρίς καμιά ανάλυση και χωρίς καμιά περίπλοκη πατερναλιστική ιδεοληψία.

Οι μεγάλοι συγγραφείς υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο και οι εμπνευστές της νέας παιδαγωγικής γιατί έζησαν από πρώτο χέρι το φριχτό εκπαιδευτικό σύστημα της τιμωρίας.

Ξέρουμε πως ένα μουχλιασμένο σχολείο αναπαράγει τις δομές μιας μουχλιασμένης κοινωνίας. Και μια διεφθαρμένη κοινωνία διαιωνίζει ένα γραφειοκρατικό σχολείο. Εδώ υπάρχει διαρκώς ανατροφοδότηση. Ωριμάζει η κοινωνία καλυτερεύει το σχολείο. Καλυτερεύει το σχολείο ανασαίνει η κοινωνία. Δημιουργεί ευτυχισμένους ανθρώπους χωρίς να πλιατσικολογεί την περιέργειά τους.

Η ελληνική λογοτεχνία βρίθει από περιγραφές απίστευτης σωματικής βίας όπου οι άμοιροι συγγραφείς εξιστορούν συνήθως προσωπικές τραυματικές εμπειρίες.

Οι συγγραφείς του δεκάτου ενάτου αιώνα γράφουν για ξυλιές με βίτσα στα χέρια και στα πόδια, για ραβδισμούς στην πλάτη, για το γονάτισμα επί ώρες του απείθαρχου μαθητή και το φτύσιμο κατά σειρά απ’ τους συμμαθητές του. Για τη φάλαγγα με τους ραβδισμούς στις πατούσες μέχρι να ματώσουν (βασανιστήριο που το κόπιαραν από παλιούς καλούς δασκάλους οι βασανιστές της δικτατορίας του Μεταξά, αλλά που εφαρμόζονταν και σε όλη τη διάρκεια του καραμανληκού κράτους και της στρατιωτικής χούντας στους πολιτικούς αλλά και στους ποινικούς κρατούμενους).

Οι συγγραφείς του εικοστού αιώνα κάνουν λόγο για χαστούκια, τράβηγμα και στρίψιμο των αυτιών, χτυπήματα με βέργα ή με χάρακα στις ανοιχτές παλάμες, απίστευτες σωματικές ποινές που σταμάτησαν να εφαρμόζονται μόλις λίγα χρόνια πριν. Εδώ βρίσκονται και πολλές απαντήσεις για την κοινωνική βία. Ο βασανιζόμενος θα βασανίσει, η βία φέρνει βία και λοιπά.

Εδώ θέλω να μνημονεύσω κάποιες ταινίες αριστουργήματα που έχον σχέση με το σκασιαρχείο και την εκπαίδευση. Πρόκειται για το φιλμ Διαγωγή Μηδέν του Ζαν Βιγκό το 1933 και αναφέρεται στις προσωπικές του μνήμες ως εσώκλειστου μαθητή σε οικοτροφείο.

Ο αναρχικός Βιγκό περιγράφει τη βία και την καταστολή που ασκούνταν στους μαθητές αλλά και την αγανάκτησή τους που προσλαμβάνει τη μορφή της λυτρωτικής εξέγερσης. Η ταινία όπως ήταν φυσικό απαγορεύτηκε αμέσως και η προβολή της επετράπη αρκετά χρόνια αργότερα μετά τον πόλεμο. Επηρεασμένος απ’ τη διαγωγή μηδέν του Βιγκό ο Φρανσουά Τρυφό γυρίζει το επίσης αυτοβιογραφικό φιλμ Τα 400 Χτυπήματα το 1957.

Έχοντας παρόμοιες εμπειρίες απ’ το ελληνικό σχολείο πολλοί από μας αποφασίσαμε πως δεν μας ενδιαφέρον τα επίσημα βιβλία που είχαν τη βούλα του παπά και του υπουργού, ούτε οι παπαγαλίστικες κορώνες των συμμαθητών μας αλλά αντίθετα ήμασταν έτοιμοι να χαθούμε με ευχαρίστηση στην μεθυστική ρέμβη των παιδικών μας φαντασιώσεων.

Ανακαλύπταμε στα εξωσχολικά βιβλία άλλα όντα και άλλους παράλληλους κόσμους γοητευτικούς και παράξενους. Άρχισαν να μας γοητεύουν οι διαφορετικοί, οι «παραβατικοί», οι ομοφυλόφιλοι, οι αλήτες των δρόμων των μεγαλουπόλεων, όσοι δεν είχαν κανόνες ιερούς και απαραβίαστους, οι εξεγερμένοι που περιφέρονταν ελεύθερα και χλευάζανε την εξουσία και όλη την καταναλωτική υστερία στην οποία βούλιαζε ο κόσμος γύρω τους.

Όλοι αυτοί που δεν χρησιμοποιούσαν δεκανίκια για να δείξουν πόσο αξίζουν, που ακολουθούσαν μια ρηξικέλευθη στάση ζωής θυμίζοντας πολλές φορές πως είναι παιδιά εκείνου του παλαβού αθηναίου φιλόσοφου, του Διογένη του Κυνικού που περνούσε τη ζωή του με το μοναδικό του ένδυμα και το ραβδί του, αργόσχολος, που κατοικούσε σ’ ένα πιθάρι το οποίο πολλές φορές κυλούσε πέρα δώθε για να μην φαίνεται ότι δεν κάνει κάτι κι αυτός.

Ο Διογένης χλεύαζε τους σύγχρονούς του ανθρώπους, τις αξίες τους, την εξουσία, ειρωνευόταν όλους εκείνους γύρω του που έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, σκοτισμένοι και πολυάσχολοι κυνηγώντας περισσότερα όβολα.

Πολλές φορές γάβγιζε αντί να μιλά και έλεγε πως ότι είναι φυσιολογικό δεν μπορεί να είναι ανήθικο και απρεπές και γι’ αυτό οι περισσότερες κοινωνικές συμβάσεις δεν αξίζει να γίνονται σεβαστές.

Ο Διογένης δίδασκε την αναίδεια και την πλήρη περιφρόνηση στην ευπρεπή συμπεριφορά και σε όσους τον άκουγαν επαναλάμβανε «να παραμένουν απλοί και να αρκούνται στα λίγα».

Τα ίδια έλεγε κι ο Ζαν Ζακ Ρουσώ δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα: «Να μειώνεις τις ανάγκες σου σημαίνει ότι αυξάνεις τη δύναμή σου. Μείωσε λοιπόν τις ανάγκες σου για να είσαι κυρίαρχος». Κι εδώ είναι το σπουδαίο δίδαγμα σήμερα για μας: «Λιγοστές οι ανάγκες μας, απεριόριστη η ελευθερία μας».

Γενιές ελλήνων έχουμε μεγαλώσει με εκθέσεις ιδεών, με τις απλοϊκές ψευτοδιαλεκτικές αναλύσεις του Ευάγγελου Παπανούτσου.

Έχουμε εκπαιδευτεί να σκεφτόμαστε επιφανειακά σα φοιτητές της Σορβόννης επί σχολαστικισμού. Με ναι μεν αλλά, με δράση και αντίδραση, με υπέρ και κατά και με το όπως το βλέπει κανείς.

Έχουμε μάθει να θεωρούμε την κριτική στείρο αρνητισμό και τον σχετικισμό μετριοπάθεια.

Μέσα από την έκθεση έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε μόνο μια ουσιώδη σύγκρουση στην ανθρώπινη ιστορία. Εκείνη μεταξύ ευδαιμονισμού, καταναλωτισμού, υλισμού από τη μια και Αξιών από την άλλη.

Η έκθεση ιδεών δίδασκε ως άχρονες και διαχρονικές τις πρόσκαιρες αξίες μιας χούφτας γραφιάδων συναθροισμένων γύρω απ’ τη Ζωή, τον Παρνασό, την ΕΡΕ, την Ευθύνη, την ΧΑΝ και τη Νέα Εστία.

Η πολιτική θεωρία της Έκθεσης ήταν και είναι αυτή καθαυτή η επίμονη μεσότητα. Η μεσότητα του Προκρούστη: Συμβιβασμός χωρίς δικαιοσύνη, πατριωτισμός χωρίς κριτική, κοινωνική ειρήνη χωρίς αντικουλτούρα, δημοκρατία χωρίς ελευθερίες….

Η ηθική της έκθεσης είναι κυρίως η συμμόρφωση και η υποταγή των νέων α λα Ηθικά Νικομάχεια. Στον κόσμο των εκθεσάδων-που είναι και οι πιο ακριβοί ιδιαιτεράδες στην αργκό της παραπαιδείας-η αριστοτέλεια ηθική είναι εμπλουτισμένη με τη φιλανθρωπία και τη χριστιανική αγάπη σε βαθμό που η άποψη να καθίσταται βουδιστική συμπόνια.

Να βοηθήσω χωρίς να αναμειχθώ, χωρίς να μεροληπτήσω. Να συνεισφέρω χωρίς να παρέμβω, σχεδόν με αναχωρητισμό. Κι ο έρωτας είναι ιδανικό και ρομαντισμός που τροφοδοτεί την ποίηση ώσπου να γίνει γάμος και οικογένεια, άρα κι αυτός διαχρονική αξία.

Η λύση για όλα στον κόσμο της έκθεσης είναι η παιδεία. Πολλές φορές όλα τελειώνουν μ’ αυτό το στεγνό και δασκαλίστικο στερεότυπο: όλα είναι ζήτημα παιδείας. Μα για ποια παιδεία μιλάμε σε μια ταξική κοινωνία και σε μια κοινωνία κραυγαλέων και βάναυσων αδικιών! Εκτός κι αν η παιδεία εξαρτάται απ’ τους συμψηφισμούς και τη ρητορική της στρεψοδικίας. Εκτός κι αν η παιδεία εξαρτάται απ’ τα κέφια του κάθε υπουργού και του κάθε μητροπολίτη.

Ένας άλλος μεγάλος συγγραφέας, δάσκαλος κι αυτός του μεγάλου σκασιαρχείου της ζωής ο Ζαν Πωλ Σάρτρ έγραφε: οι γονείς γίνονται σκληροί εργοδότες στη σύγχρονη κοινωνία, απαιτώντας από παιδιά που σφύζουν από ορμόνες και ιδεολογικές αναζητήσεις αλλά και εφήβους που έχουν μηδενική ανοχή στη βία και την αδικία, να περνούν ατελείωτες καταναγκαστικές ώρες στα μαθητικά θρανία.

Ο Λέων Τολστόι πίστευε ότι στο σχολείο δεν μπορεί να επιβάλλονται κανενός είδους δόγματα, θεωρίες ή δοξασίες που ισχύουν στην κοινωνία των μεγάλων, αλλά τα παιδιά θα πρέπει να αφήνονται ελεύθερα να ακολουθήσουν την εκ φύσεως περιέργειά τους.

Ο Αλεξάντερ Σάδερλαντ Νιλ έχοντας υποστεί μια σκληρή εκπαίδευση από έναν αυταρχικό πατέρα-αφέντη δημιούργησε το 1921 ένα από τα σημαντικότερα πειράματα αντιαυταρχικής εκπαίδευσης, το ανεξάρτητο βρετανικό σχολείο Σάμερχίλ με βασικό ιδεολογικό άξονα την πεποίθηση ότι το παιδί πρέπει να είναι ελεύθερο να ζήσει τη δική του ζωή, όχι τη ζωή που οι αγχωμένοι γονείς του πιστεύουν ότι πρέπει να ζήσει, ούτε μια ζωή σύμφωνη με τους σκοπούς ενός εκπαιδευτικού που νομίζει ότι εκείνος ξέρει καλύτερα.

Το Σάμερχιλ υπήρξε και συνεχίζει να είναι και σήμερα, έναν αιώνα μετά, μια δημοκρατικά διοικούμενη κοινότητα. Διοικείται μέσω των σχολικών συνελεύσεων στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν όλοι, προσωπικό και μαθητές, και όπου όλοι έχουν δικαίωμα ψήφου. Τα παιδιά είναι ελεύθερα από εξαναγκασμούς, όλα τα μαθήματα είναι προαιρετικά και οι μαθητές είναι ελεύθεροι να επιλέξουν πως θα αξιοποιήσουν το χρόνο τους. Ο Νιλ συνήθιζε να λέει:

Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε ένα παιδί είναι να μη φοβάται.

Ευχαριστιέμαι να βλέπω παιδιά που τα γνώρισα χωμένα μες στη δυστυχία, γεμάτα μίσος και φόβο, να περπατάνε σήμερα ευτυχισμένα και με ψηλά το κεφάλι. Το αν θα γίνουν καθηγητές πανεπιστημίου ή υδραυλικοί δεν με νοιάζει καθόλου.

Το αντίθετο απ’ όλα αυτά συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, όπου οι μαθητές του δημόσιου σχολείου πρέπει να παπαγαλίζουν προχειρογραμμένα βιβλία, τα οποία κάθε κυβέρνηση θεωρεί καθήκον της να αντικαθιστά με τα δικά της καλύτερα. Φορτωμένοι με απίστευτη δουλειά στο σπίτι, θα επιβραβευτούν εκείνοι που έχουν καλύτερη μνήμη ή τις καλύτερες τεχνικές αποστήθισης, όχι απαραίτητα και το καλύτερο μυαλό, ενώ οι λεγόμενοι κακοί μαθητές θα εκδιωχθούν στο περιθώριο της μάθησης.

Η συνεργασία και η αυτοοργάνωση είναι πράγματα άγνωστα και εχθρικά στο απαρχαιωμένο και συντηρητικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Η λογοτεχνία διακοσμητική. Ο λόγος χάνεται μέσα στις άπειρες ανιαρές και άσκοπες αναλύσεις. Στο τέλος δεν μένει ούτε το ποίημα ούτε το διήγημα αλλά ο φορμαλισμός που έρχεται απ’ τα κεντρικά.

Οι βαρύγδουπες αναλύσεις και το ηθικό δίδαγμα που σαν γριές οχιές κουρνιάζουν κάτω απ’ τη ζεστή άμμο της παιδικής περιέργειας.

Δεν σημαίνει πως επειδή βάζουμε στα έγγραφα μια σφραγίδα που γράφει δημοκρατία έχουμε δημοκρατία. Χωρίς τη συνεργασία είναι αδύνατον να λειτουργήσει η δημοκρατία. Η συνεργασία και η συμμετοχή είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ευτυχία μας αλλά και την επιβίωσή μας.

Η συνεργατική μάθηση και διδασκαλία είναι ο δρόμος προς το μέλλον και προς τη διαμόρφωση των αυριανών πολιτών. Προς το μεγάλο σκασιαρχείο της ζωής. Της ζωής που δεν έχει ούτε σύνορα ούτε τείχη αλλά ανθρώπινες καρδιές που πάλλονται μέσα στη μικρή η μεγάλη αιωνιότητα που τους αναλογεί.

*Το κείμενο «Λογοτεχνία, το μεγάλο σκασιαρχείο» του συγγραφέα Αντώνη Αντωνάκου, διαβάστηκε από τον ίδιο σε εκδήλωση-παρουσίαση του εγχειρήματος της δανειστικής βιβλιοθήκης στην κατάληψη Apertus τον Μάιο του ’17.

e. e. cummings – επτά σημεία «σύγκλισης», επτά ποιήματα

Του Βασίλη Αμανατίδη

Η μετάφραση (κυρίως, μάλιστα, της ποίησης) όταν δεν υπαγορεύεται από στείρα επαγγελματική επιταγή (και στην ποίηση σπάνια υπαγορεύεται), είναι συνήθως μια αργή και απολαυστική διαδικασία, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν καλό να γεννιέται από περιέργεια, υποψία ή βεβαιότητα εκλεκτικής συγγένειας με το προς μετάφραση κείμενο. Μέσα από μια χρονοβόρα, πολύπλοκη και σχεδόν ατέρμονη διαδρομή αντιμεταχωρήσεων κι εγκολπώσεων, η μεταφραστική διαδικασία οφείλει πάντως να διατηρεί ως υψηλό στόχο έναν τελικό μεγαλειώδη «κανιβαλισμό»: ο μεταφραστής, αφού πολέμησε με την ατίθαση φύση του δυσμετάφραστου, προβαίνει κάποια στιγμή σε μια αποφασιστική «κανιβαλική ενσωμάτωση», δηλαδή «τρώει» το πρωτότυπο και το μεταμορφώνει σε «πρωτότυπο». Εννοώ πως: κάθε μετάφραση είναι, αναγκαστικά, μια παρερμηνεία, που για να μπορέσει να λάμψει με τρόπο ανάλογο αλλά διάφορο του πρωτοτύπου, οφείλει να είναι πραγματοποίηση μιας παράλογης αντίφασης – μια «αγαπώσα και σεβαστική άπιστη» ή μια «διαρκώς αμφιβάλλουσα και διερωτώμενη πιστή». Κοινώς, τίποτε στη μετάφραση να μη θυμίζει μετάφραση. Το μεταφρασμένο κείμενο ν’ αποτελεί ένα καινούργιο κείμενο που, αν και αναμετράται αδυσώπητα με τον αρχικό συγγραφέα ή ποιητή, ανήκει πλέον κυρίως στον μεταφραστή. Υπό την έννοια αυτή -και ασχέτως του δικού μου μεταφραστικού αποτελέσματος-, μια προσεγμένη και δημιουργική μετάφραση (δηλαδή μια μετάφραση -ό,τι άλλο θα έπρεπε να αποκαλείται «μεταγλώττιση», και είναι δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα) θα έπρεπε κανονικά να υπογράφεται εξίσου από τον αρχικό συγγραφέα και από τον δευτερογενή συγγραφέα (μεταφραστή), και επομένως από το αναγκαστικό δίδυμο αυτής της υπέροχα παρά φύσιν συνέργειας.

Όσο κι αν η ιδιοτροπία της ποίησης του e.e.cummings βολεύει έναν τέτοιον ισχυρισμό, δεν υπάρχει εύκολα ποίημά του που να μην μπορεί να μεταφραστεί. Νομίζω, άλλωστε, πως όλα τα ποιήματα είναι μεταφράσιμα, αν διευρύνουμε ελάχιστα το εννοιολογικό πλαίσιο της λέξης «μετάφραση». Απλώς, ένα δυσμετάφραστο ποίημα δε ζητάει διστακτική μετάφραση αλλά επανεγγραφή, η επιτυχία της οποίας, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη αυτού του νεφελώδους, δυσπρόσιτου αλλά υπαρκτού συνδετικού ιστού που δένει τον μεταφραστή με τον ποιητή, και το οποίο λέγεται «εκλεκτική συγγένεια». Κατευθύνθηκα προς τον e.e.cummings το 2000. Υπηρετούσα τη θητεία μου στην Πολεμική Αεροπορία. Βαριόμουν φρικτά. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που επιδιώκει την επανάληψη, τη ρουτίνα και την εξομοίωση, χρειαζόμουν επειγόντως ενέσεις αμετανόητης εφευρετικότητας και υπερήφανα ιδιοσυγκρασιακής διαφοροποίησης. Ξεκίνησα να τον μεταφράζω σαν ηδονικό παιχνίδι. Την εποχή εκείνη είχα ήδη αρχίσει να γράφω το τρίτο μου ποιητικό βιβλίο Τριαντατρία (Γαβριηλίδης 2003), στο πλαίσιο του οποίου κατευθυνόμουν συνειδητά προς μια απενοχοποιημένη υβριδοποίηση των στιλ και των ειδών. Παντιέρα του Τριαντατρία ήταν το εξής τριμερές σχήμα: Αποδοχή του ναρκισσισμού – Διαίρεση αλλά και τήξη των ειδών – Τεμαχισμός του εγώ, του ύφους, του στίχου. Ο e.e.cummings, που ήρθε σε μένα στα μισά της διαδρομής εκείνου του βιβλίου, καθόρισε αρκετά, υποθέτω, τον κυματισμό αυτής της παντιέρας. Η ελευθερία του, ο παιδευμένος παιδισμός του, η σοφή του αφέλεια, ο παραδόξως πειστικός και
ιαματικός ρομαντισμός του, η «άτσαλη» φόρμα της γλώσσας του, ο αγέραστος μοντερνισμός του πειραματισμού του, η πρωτοπόρος δυναμική του προδρομικά λετριστικού κοσμοειδώλου του, σε συνδυασμό με την επανανακάλυψή του από τα καινούργια ιντερνετικά παιδιά, τους νέους ηλεκτρονικούς ποιητές και την αενάως παίζουσα αβάν γκαρντ της σύγχρονης μετα-ποπ σκηνής (Bjork) με ώθησαν κατά τρόπο αβίαστο να τον ανακαλύψω ως έναν παράλογα μοντέρνο, ως έναν εντελώς σημερινό, ως κάποιον το παράδειγμα του οποίου όφειλα ν’ ακολουθήσω.

Αν ο Beckett είναι για μένα ο ένας πόλος που μπορεί να καθορίσει και τον αιώνα που διανύουμε, ο e.e.cummings -παρά το «μικρότερο» και πιο περιθωριακό δέμας του- έγινε αυτόματα ο άλλος. Γύρω από αυτούς τους τόσο διαφορετικούς πόλους, ανακάλυψα ένα άνυσμα που με τις άπειρες ταλαντώσεις του ορίζει, αλλά και διευκολύνει, την υπαρξιακή και καλλιτεχνική μου αναπνοή. Στην ποίησή του -μια ποίηση ιδιότροπα ατελή, τεμαχισμένα ολόκληρη- ανακάλυψα έναν σπάνιο αναπνευστήρα. Είμαι όμως σίγουρος πως το στόμιο αυτού του αναπνευστήρα ταίριαζε ήδη στο σχήμα του στόματός μου. Στο εξής, έπιανα τον e.e.cummings, δοκίμαζα, μετέφραζα. Πυρετικά ή οργανωμένα. Με διαλείψεις, παύσεις, επανακάμψεις, διαρκείς αναθεωρήσεις. Ξανά και ξανά. ‘Εχοντας πρoηγουμένως βρει ένα μεταφραστικό στίγμα, άρχισα να μαζεύω και τις λίγες μεταφράσεις του e.e.cummings στα ελληνικά που δεν είχα υπόψη μου. ‘Αρχισα έτσι να υποπτεύομαι τις ξεχωριστές προϋποθέσεις, τους συμβιβασμούς, τις επιτυχίες και τις διαφοροποιήσεις κάθε μεταφραστή, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. ‘Εχοντας πια μεταφράσει πάνω από τριάντα ποιήματά του, προχωρώντας και σε άλλα, και ετοιμάζοντας σιγά σιγά ένα βιβλίο, διακρίνω πια αρκετά καθαρά πού κάνω τον e.e.cummings «κυκλικό» και πού τον «τετραγωνίζω». Πού αφήνομαι (ελάχιστα είναι η αλήθεια) να τον προδίδω και πού παρουσιάζομαι εμφανέστερα σαν ιδιωτικό «μας» παιχνίδι ανάμεσα στους στίχους, πού επιθυμώ να τον μπολιάσω (παράλογα, αλλά και ταιριαστά με ένα π.χ. «ελυτικό» ή ακόμη και «τσελανικό» στοιχείο) και πού να εφαρμόσω αναλογίες και να πάρω ελευθερίες. ‘Ετσι, μεταφράζοντας τον ποιητή που έχει αναγάγει το απόσπασμα και την τμήση σε αισθητική αξία, πώς θα μπορούσα π.χ. να μην προβώ μια-δυο φορές σε εσωτερικές τομές λέξεων, όταν η ελληνική γλώσσα το ευνοεί, ακόμη κι αν ο ίδιος στον στίχο εκείνο δεν το πράττει. (Το «spine», φερ’ ειπείν, έγινε με τομή στίχου «σπονδ/υλική στήλη», υποθέτοντας ότι η ευρηματικότητά του θα συναινούσε, αν ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τις δυνατότητες επήρειας της ελληνικής επί του λόγου του). Το σίγουρο, πάντως, είναι το εξής: από τις μεταφράσεις αυτές δεν επιθύμησα ποτέ να εξαφανιστώ ως ποιητής. Αντιθέτως, επιδίωξα παθιασμένα να συμπλεύσω μαζί του εμφανώς, και -για να το πω έτσι- κατά έναν τρόπο ισότιμο: ως δύο ποιητές που συμπαθιούνται και αγαπιούνται, ακόμη κι αν ο e.e.cummings αυτό το αγνοεί. Δηλαδή, ενσωμάτωσα μερικά ποιήματα του e.e.cummings διά της βίας (αναγκαστικά, χωρίς τη συναίνεσή του), με την ελπίδα να βγουν από μέσα μου με καισαρική τομή προς το ενδιάμεσο πεδίο μιας άλλης γλώσσας, με φαινομενικά ανώδυνη ύπνωση, χωρίς εμφανείς τους πόνους του τοκετού, αλλά με τη μοιραία ρήξη της γέννας, και μάλιστα με το στίγμα του «μη φυσιολογικού» τοκετού. ‘Οπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε μετάφραση που επιχειρεί -με έκβαση επιτυχή ή μη- να σεβαστεί τον εαυτό και την πηγή της.

Η ποίηση του e.e.cummings, ειδικά η οψιμότερη, βασίζεται πολύ (θα έφτανα στο σημείο να πω ότι βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά) σε μια πολύ ιδιαίτερη χρήση του μέτρου, του ρυθμού και της ρίμας. Σε μεγάλο μέρος της ποίησής του γράφει σατιρικά ποιήματα ή δοξαστικά ερωτικά «τραγούδια», τα οποία μοιάζουν (περιέργως; τυχαία;) με μια ιδιόμορφη «λευκή» εκδοχή των γκόσπελ, ή ακόμη, όσο παρακινδυνευμένος κι αν ακούγεται ένας τέτοιος ισχυρισμός, του σημερινού ραπ. Πρόκειται για μια παιγνιωδώς λόγια εκδοχή «λαϊκής» και «αχειροποίητης» ποίησης, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φωνηματική και φωνητική λειτουργία του λόγου και των παρηχήσεων, στο παιχνίδισμα των ήχων και των σημασιών τους – στοιχεία, πάντως, που εγνωσμένα προορίζονται να ξετυλιχθούν πάνω στην οπτική παγίωση του λευκού «καμβά» της τυπογραφικής σελίδας.

Με αυτόν τον υψηλά δημιουργικό περιορισμό κατά νου, στα περισσότερα ποιήματά του, παίζει διαρκώς με την ομοιοκαταληξία στο εσωτερικό των στίχων, και κυρίως μ’ ένα πολύ προσωπικό είδος «οπτικής ρίμας», που στην ηχητική της εκδοχή ακούγεται λοξή, ατελής, «στραμπουληγμένη» και παραφθαρμένη ή μπορεί και να προσπερνιέται ως αθέατη – και εννοώ ανήκουστη (π.χ. know-grow-how / proclaim-dream-seem / amaze-paradise-yes κ.ο.κ.). Αυτή, λοιπόν, η καίρια -για να μην πω πρωταρχική- ηχητική-οπτική διάσταση της ρίμας και του ρυθμού, η ακολουθία και η τήρηση της ιδιόρρυθμης ρυθμολογίας και μουσικότητας του e.e.cummings (που λόγω της εκτεταμένης αγγλικής χρήσης των μονοσύλλαβων λέξεων αποτελεί στην ελληνική μετάφραση ένα μάλλον δύσκολο εγχείρημα), στη συγκεκριμένη μεταφραστική προσέγγιση καταβλήθηκε προσπάθεια όχι απλώς να μην παραμεριστεί αλλά και να τηρηθεί απαρέγκλιτα, ακριβώς επειδή είναι κατεξοχήν ένας ποιητής «σωματικός» (δεν έχω άλλη λέξη), τα ποιήματα του οποίου είναι «πράγματα» που ηχούν και φαίνονται και όχι ιδέες που απηχούν και παραπέμπουν.

‘Αλλα βασικά μεταφραστικά ζητούμενα ήταν η αναλογική ισορροπία του ποιήματος ως μορφολογικής ολότητας και όχι απλώς η κατά λέξη ακρίβεια. Η ανάγλυφη αποτύπωση, και σε καμία περίπτωση η εξομάλυνση, των εσωτερικών ρήξεων, των ασυνεχειών, των επιτηδευμένων υπερβολών και των γραμματικών «λαθών», ακόμη και των αντιφάσεων της γλώσσας του. Ενώ ταυτόχρονα, και παρά την αντίξοη επιβάρυνση των προηγούμενων όρων και ζητούμενων, εδώ καταβλήθηκε προσπάθεια να τηρηθεί, κατά το δυνατόν απαράβατα, και η πιστότητα του νοήματος, φροντίζοντας να περιορίσω στο ελάχιστο ακόμη και τη χρήση των αναλογιών. Σε κάποιες περιπτώσεις έκρινα απαραίτητο να πάρω ορισμένες «χτυπητές» ελευθερίες, κυρίως όμως ως ένα εκ των υστέρων κλείσιμο του ματιού προς έναν πραγματικά ελεύθερο, ανένταχτο και ακατάτακτο ποιητή-εφευρέτη, που αποτέλεσε διά βίου μια ανακουφιστικά «αυθαίρετη» δημιουργική εξαίρεση. Θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, εάν μόνο λίγα από αυτήν την προσπάθεια φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού στην τελική μετάφραση, και τελικά εάν αυτή δεν μοιάζει και τόσο με μετάφραση. Επομένως, εάν η «κανιβαλική ενσωμάτωση» του πρωτοτύπου έχει επιτευχθεί με ισορροπία απόλυτης βίας-ρήξης και απόλυτης τρυφερότητας-επανόρθωσης.

1.
άνοιξη!μάης –
το παντού είν’ εδώ
(με ένα χάμω πάνω χάμω και το πουλί στο κλαδί) πώς όμως; γιατί;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(φίλα με άρα)σεμνή μου γλυκιά με λαχτάρα και πιο
λατρευτή μου στον κόσμο αυτό (πέθανε!ζήσε!)
το νέο είν’ τ’ αληθινό
και το να χάνεις το να έχεις
μα δεν μας είν’ εμάς γνωστό-γενναίος!γενναία (αντέχω ́ αντέχεις; απόψε η γη κι ο ουρανός γίναν ένα)ω χαρούμενή μου τόσο,εσύ που για μένα
η νεαρή μου αγάπη είσαι
γιατί όμως;πώς;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό (μ’ ένα πάνω χάμω πάνω μες στην άνοιξη στον μάη) πέθανε!ζήσε
(χαμένο τίποτα δεν πάει:το για πάντα είν’ εδώ)
και δέντρο μου στα ξαφνικά που ανθοβολείς,χόρευε εσύ -εγώ θα τραγουδώ
2.
αυτά τα παιδιά που τραγουδούν σε πέτρα μια
σιωπή της πέτρας αυτά
τα μικρά παιδιά που τυλιγμένα με πέτρας
ανθούς ανοίγουν για
πάντα αυτά τα σιωπηλά μικρά γεμά-
ταφος παιδιά είναι πέταλα
το άσμα τους είναι ένα λουλούδι του
πάντοτε τα άνθη τους
από πέτρα είναι
οι σιωπηλοί τραγουδιστές
ενός τραγουδιού σιωπηλότερου
από σιωπή αυτά τα πάντοτε
παιδιά για πάντα
που τραγουδούν στεφανωμένα με ασμα-
νθούς τα παιδιά της
πέτρας με άνθη
στα μάτια
αυτά ξέρουν καλά αν ένα
μικρό δέντρο
ακούει
για πάντα τα πάντοτε παιδιά που τραγουδούν για πάντα ένα άσμα πλασμένο
από σιωπηλή σαν πέτρα σιωπή
τραγουδιού
3.
τον καιρό του ασφόδελου (που γνωρίζει πως στόχος του ζην είναι ν’ ανθίζεις)
το γιατί ξεχνώντας, θυμήσου το πώς
τον καιρό της πασχαλιάς που διακηρύσσει πως το
να ονειρεύεσαι είναι του ξυπνήματος μόνος σκοπός (ξεχνώντας το φαίνεται)θυμήσου το τόσο
τον καιρό των ρόδων (που εκπλήσσουν σαν άβυσσος το εδώ και το τώρα μας με παράδεισο)
ξεχνώντας το αν, θυμήσου το ναι
τον καιρό των γλυκών παραπέρα πραγμάτων
ό,τι και αν κατανοεί ο νους εκ των θαυμάτων θυμήσου το ψάχνω (ξεχνώντας το βρίσκω)
και σ’ ένα μυστήριο που θα έλθει να σώσει
(όταν απ’ τον χρόνο ο χρόνος μάς ελευθερώσει) ξεχνώντας με, θυμήσου με
4. μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα. Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο
5.
η αγάπη είναι πιο πυκνότερη του λησμονώ πιο λεπτότερη του θυμούμαι
πιο σπάνια απ’ ό,τι είναι το κύμα υγρό
πιο συχνή του θ’ αποτύχουμε
είναι φεγγαρόπληκτη και πιο σαλή
και πιο δεν θα ξε-είναι
απ’ ό,τι όλη η θάλασσα η αλμυρή
που μόνο από τη θάλασσα βαθύτερή ‘ναι
η αγάπη είναι λιγότερο πάντα του κερδίζω πιο λίγο ποτέ του ζωντανός
λιγότερο μεγαλύτερη απ’ το ελάχιστα αρχίζω πιο λίγο μικρότερη του συγχωρώ
είναι πιο ηλιόλουστη και λογική
και πιο ποτέ της δεν πεθαίνει
απ’ ό,τι ο ουρανός όλος που στη γη
από τον ουρανό μόνο ψηλότερος μένει
6.
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος (με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
πριν βγω απ’ την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.
7. αν «πάνω» είναι η λέξη ́και πρασινίζει μια γη κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο-αν είν’ ο θάνατος ο χαμένος και νικητής η ζωή (κι είν’ ο ζητιάνος πλούσιος μα ο τσιγκούνης φτωχός)
πάμε να πιάσουμε ουρανό: με ένα πέρα δώθε πού
(και ένα εδώ εκεί όπου)και κινάμε γι’ αλλού και στο πιο τεμπέλικο πλάσμα ανάμεσά μας υπάρχει μια σοφία ορθή:να τη θανατώσει δεν μπορεί γνώση καμιά-τώρα η αμβλεία όραση είν’ οξεία, βλέπει όλο και πιο πέρα (αφού πριν λίγο άρχισε η χρονιά, πριν λίγο άρχισε η χρονιά)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με μια μεγάλη(κι εύθυμη κι απότομη)βαθιά ορμή μέσα από την εκπληκτική ημέρα μόνο μυαλά χωρίς καρδιές έβαλαν τον αμαρτωλό κόντρα στον άγιο ́ πάνω απ’ την ευφροσύνη το κέρδος και κάτω από την έγνοια τη χαρά-ας κάνουμε όπως μία γη που φύσει αδύνατον ποτέ να κάνει λάθος (κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο)
πάμε να πιάσουμε ουρανό με άλμα εις βάθος: με μια περίεργη(και αληθινή) πτώση – ψηλοκρεμαστή-, προς το μακρινά κοντινό γαλανό αν είν’ ο ζητιάνος πλούσιος(και στον κοκκινολαίμη του τραγουδήσει ο κοκκινολαίμης τραγούδι)μα ο τσιγκούνης φτωχός-ας αγαπηθούμε ωσότου δε μείνει κανείς(πριν λίγο έχει αρχίσει, καλή μου,η χρονιά)που θα είναι όσο εγώ κι όσο εσύ ζωντανός -πάμε να πιάσουμε ουρανό: μ’ ένα εσύ κι ένα εγώ κι ένα καθ(όλα,που είν’ όποιος,που είναι κάποιος,που είν’)ένα,που είναι: εμείς

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.poets.org/poet.php/prmPID/156

Ο Πεσσόα και η ποίηση με τα χίλια πρόσωπα της αλήθειας

Αυτό που με κάνει να επανέρχομαι στα ποιήματα του Φερνάντο Πεσσόα είναι η αίσθηση ότι μιλά μέσα απ’ αυτά. Καταφέρνει με όχημα τις λέξεις να πλάσει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Τα ποιήματά του δεν είναι μόνο γλώσσα. Χρησιμοποιεί τις λέξεις για να φτάσει στην ψίχα των πραγμάτων.

«Μόνο η πρόζα διορθώνεται. Ο στίχος δε διορθώνεται ποτέ. Η πρόζα είναι τεχνητή. Ο στίχος είναι φυσικός. Δε μιλάμε με πρόζα. Μιλάμε με στίχο. Μιλάμε με στίχο χωρίς ομοιοκαταληξία και ρυθμό.»

Δεν είναι διόλου τυχαία η επανάληψη της λέξης «μιλάμε». Η ποίηση γι’ αυτόν είναι ο τρόπος του να μιλήσει.

Ο Πεσσόα είναι ο ποιητής που δεν αρκέστηκε ποτέ στο να γράφει όμορφα. Μέσα από τα ποιήματά του πάσχισε να διαλαλήσει τα χίλια πρόσωπα της αλήθειας, το μάταιο της αναζήτησης του νοήματος, την άρση της βεβαιότητας.

Ο Πεσσόα είναι ο ποιητής που βλέπει “με βλέμμα καθαρό σαν ηλιοτρόπιο” ότι οι σκέψεις είναι αλυσίδες αθέατες. Με την ποίησή του παλεύει να σπάσει αυτές τις αλυσίδες και ν’ αντικρίσει ξανά τον κόσμο γύρω του μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που βλέπει απ’ την αρχή τα πράγματα κάθε φορά.

“Σκέφτομαι είναι δεν καταλαβαίνω”.
“Αγαπώ είναι η αιώνια αθωότητα και η μοναδική αθωότητα είναι δεν σκέφτομαι”.
“Να σκέφτεσαι είναι ενοχλητικό”.
“Οι καημένοι εμείς που κουβαλάμε την ψυχή μας ντυμένη” παραδέχεται ο Αλμπέρτο Καέιρο.

Και είναι σαν να μας λέει ο Πεσσόα.
Γδύστε την ψυχή σας από όλα τα πρέποντα που την μπολιάσανε οι αλυσίδες της σκέψης, της ιδεολογίας και της επιστήμης. Εγώ είμαι εδώ για να σας υποδείξω το μόνο αληθινό νόημα των πραγμάτων.
“Το μόνο μυστικό νόημα των πραγμάτων είναι ότι δεν έχουν κανένα νόημα”.

Μα δε δογματίζει, δε ρητορεύει, δεν επαίρεται. Έχει και ο ίδιος την αγωνία να φτάσει στην αταραξία της επίγνωσης.
Το ξέρει πως η ελευθερία δίχως γκρέμισμα είναι ανάπηρη.
Και τον πονά που γκρεμίζει τις αυταπάτες του.
Κι ίσως και να μας πονά αυτή η αδήριτη ειλικρίνεια των στίχων του.
Μα δεν υπάρχει άλλος δρόμος, αν ο ποιητής το έχει αποφασίσει μέσα του βαθιά πως τον ενδιαφέρει να είναι έντιμος και ειλικρινής απέναντι στο έργο του. Αν η ελευθερία είναι κάτι περισσότερο από ένα κούφιο σύνθημα.
“ Κι ένιωσε πως πάλι ο αέρας του άνοιγε , αλλά με πόνο, μια ελευθερία στα στήθη..”

*Οι στίχοι του Φερνάντο Πεσσόα είναι από το βιβλίο ‘Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο’ σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα.

**Πρώτη δημοσίευση στο Artinewshttp://www.artinews.gr/%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%83%CF%8C%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82

Αναδημοσίευση στο http://wwwpareisakth.blogspot.com.au/2017/06/blog-post_16.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/StyHR+(%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7)