Ο επαναστατικός πεσιμισμός στη τέχνη (Η αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού της εξαγγελίας θανάτου της τέχνης!)

Θ.Δ.ΤΥΠΑΛΔΟΣ

Έχει ήδη ειπωθεί, αλλά χρήζει επανάληψης: ΣΗΜΑΔΕΥΕΙ ΜΙΑΝ ΕΠΟΧΗ. Τα ωραία πράγματα που θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε ΤΩΡΑ!
Jacques Vaché*

Έχοντας μπει αισίως, στην τελική ευθεία της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ευδιακρίτως βλέπουμε, ότι η τέχνη, (στην κάθε της μορφή), που παράγεται από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, που εκτίθεται στις μεγάλες galleries των ορθίων κοστουμαρισμένων, (με απαραίτητα αξεσουάρ τους, τα ποτήρια με τη σαμπάνια και τις μεγαλοστομίες σε ανιαρές συζητήσεις, εμπλουτισμένες, με φιλοσοφικές κορώνες και αναλύσεις επί αναλύσεων, περί των εκθεμάτων στους βρεσκοβαμμένους τοίχους), ή η τέχνη που ξεπετιέται απ’ τα εμπλουτισμένα με πανάκριβα σκηνικά studios, η πολυδιαφημισμένη εν τέλει τέχνη, βρίσκεται (όπως ακριβώς, το σύστημα που την παράγει), σε τέλμα ιδεών και σε πλήρη ατολμία, για ένα βήμα παραπέρα. Η δήθεν επαναστατικότητα, την οποία μπορεί να εμπεριέχει η τέχνη του σήμερα, δεν είναι παρά απλές καταγραφές της μίζερης καθημερινότητας, εμπλουτισμένες με διάφορα τσιτάτα, τα οποία στο τέλος αφήνουν μια γεύση στο μυαλό του αποδέκτη του έργου, τού “πόσο φρικτή είναι η πραγματικότητα που ζούμε, μα δεν έχουμε κι άλλη, κι άσε μη και γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Ας μείνουμε στα δεδομένα της στιγμής κι έχει ο Θεός”.

Πίσω από την επιφανειακή επαναστατικότητα, δεν κρύβεται τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια του καλλιτέχνη-δημιουργού (καλό είναι να συμπληρώνουμε τη λέξη “δημιουργός” δίπλα στον καλλιτέχνη γιατί, όλοι είμαστε εν δυνάμει καλλιτέχνες που απλώς δεν κάνουμε το τόλμημα να δημιουργήσουμε, που φοβόμαστε μια μικρή ανύψωση του εαυτού μας, προς το θείο που εντός της κλείνει η δημιουργία) ν’ αυτοπροβληθεί ως ο απόλυτος, πρωτοποριακός καλλιτέχνης, ο γεμάτος με ναρκισσισμό δημιουργός, που στα μάτια του, το κοινό φαντάζει ως ο δικός του καθρέπτης. Λησμονεί επιδεικτικά αυτός ο δημιουργός, πως ο καλλιτέχνης, οφείλει να είναι ο καθρέπτης του κοινού, ή για να το θέσω πιο σωστά, οφείλει να είναι ο καθρέπτης της ενδόμυχης αναγκαιότητας του κοινού, να ξεπεράσει το ίδιο τα δικά του όρια, να πάει το ίδιο δια μέσου του καλλιτέχνη, στο ανώτατο επίπεδο νόησης της δικής του υπέρβασης. Η αναγκαιότητα του κοινού, οφείλει να είναι ο εναγκαλισμός του με το ανέφικτο, και η υποχρέωση του καλλιτέχνη, οφείλει να είναι η μετάλλαξή του σε λυχνία, η οποία, θα δοθεί στα χέρια του κοινού για τον ανηφορικό δρόμο προς το ανέφικτο. Όσο ο καλλιτέχνης, επιζητά την ύπαρξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ αυτού και του κοινού του, προς χάρη της δικής του θεοποίησης, και όσο το κοινό θα αποδέχεται ως αδιαπραγμάτευτες αυτές τις γραμμές και δεν εξερευνά τις δικές του δημιουργικές δυνατότητες, τις δικές του καλλιτεχνικές παρεμβάσεις και υπερβάσεις, τόσο θα στέκει παθητικός δέκτης των κακών κειμένων, τόσο στην τέχνη όσο και στην ίδια του τη ζωή, μια κι όπως είναι ευρέως γνωστό, η τέχνη δεν είναι παρά αντανάκλαση της ζωής, αν και θα έπρεπε να γίνεται το αντίθετο κι όσο τα δεδομένα είναι αυτά, τόσο ο μιζεραμπιλισμός, θα ορθώνεται, θα θεριεύει, θα διογκώνεται και στο τέλος, θα καταπιεί αμάσητο το απαίδευτο και ανενεργό ως προς την δική του παρέμβαση στα τεκταινόμενα, κοινό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των λεγομένων μου, (υπάρχουν ουκ ολίγα που θα μπορούσα να παραθέσω), είναι ένας συγγραφέας που το έργο του (ένα εγκώμιο αλλοιωμένων στοιχείων) είναι επιτομή της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ του καλλιτέχνη και του αναγνώστη, και του οποίου το έργο βρίσκεται στα χέρια πολλών απαίδευτων μα και γνωριζόντων περί τα της λογοτεχνίας δεδομένων, είναι ο Ρaolo Coehlio, του οποίου η αμιμήτου χαρακτήρα, η αβυσσαλέας ανοησίας φράση του, “όταν θες κάτι πάρα πολύ, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί, έτσι ώστε να τ’ αποκτήσεις”, μια φράση που περικλείει όλες τις φασματικές δυνάμεις που μεταβάλλουν τον αναγνώστη (ο επί “καναπέους” βουτηγμένος, ο έκθαμβος από τη μεγαλειώδες “σοφία” της δεδομένης φράσης που μόλις διάβασε, και της ευφράδειας του καλλιτέχνη), στον απόλυτο παθητικό δέκτη. Τον μεταβάλλει στον αδρανοποιημένο, τον αφημένο στη μοίρα που για ‘κείνον προδιαγράφει μια μη ορατή, μια μη διασταυρωμένη ως προς την ύπαρξή της συνωμοσία, ενός εξώτερου σύμπαντος, ένα εν αντιθέσει από το εσώτερο, το εν τού εαυτού του, σύμπαντος. Η παθητικότητα αρχίζει και τελειώνει πάνω στην εναποθέτηση των δικών σου απώτερων επιθυμιών, στις διαθέσεις και τις συνωμοσίες του όποιου εν κατακλείδι, σύμπαντος πλην του δικού σου. Η αδράνεια για την αλλαγή, για την κατάργηση της τάξης των πραγμάτων κι εν συνεπεία, ο τερματισμός της εξερεύνησης της χαμένης μυχιότητας όπως με τον πιο εύστροφο τρόπο την ονομάτισε ο Georges Bataille, έχει μόλις συντελεστεί, εντός του υπερεγώ του αναγνώστη του δεδομένου αποφθέγματος και σε συνδυασμό με τον άμετρο θαυμασμό που ο συγγραφέας του εμπνέει, ταυτόχρονα έχει αμετακλήτως, εγκαθιδρυθεί η ερεβώδες κυριαρχία του μιζεραμπιλισμού… (περαστικά μας!)

Εντός των πάντων, κουρνιάζει η ποιητική προδιάθεση, η ποίηση σε “λανθάνουσα μορφή”, (βλπ: Tristan Tzara, ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΟΣ, μτφρ. Στ. Ν. Κουμανούδης, σελ. 30, εκδ. Ύψιλον).

Το ζην ποιητικώς, υπάρχει, ζει κι αναπνέει, ακόμα κι όταν δεν γίνεται αντιληπτό μες στις αιτιολογικές συσκοτίσεις και την πνευματική χαύνωση που διανέμεται ως επί των πλείστων, ως μεγάλα καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Σίγουρα η ποίηση εκκολάπτεται στα πάντα: ένα φιλί που σου τινάζει τα μυαλά, είναι ποίηση ένα ηλιοβασίλεμα που φαντάζει στα μάτια σου ως μοναδικό, είναι ποίηση, ακόμα κι αν αύριο πρόκειται να πάρεις ένα όπλο και να επαναστατήσεις για ένα καλύτερο μέλλον, ακόμα πιο πολύ αν στην προσπάθειά σου επάνω πεθάνεις, αυτό αν δεν είναι η ανώτερη μορφή ποίησης, τότε τι είναι; Το να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι ένα καλύτερο μέλλον, προσωπικά μου φαντάζει ο καλύτερος επίλογος ενός επικού ποιήματος που μπροστά του τα έπη του Ομήρου ωχριούν. Φυσικά, η ποίηση από μόνη της, ποτέ δεν ξεκίνησε καμιά επανάσταση, (την τραγούδησε μα δεν την ξεκίνησε).
Η ποίηση όμως αφύπνισε συνειδήσεις.
Ποίηση σε λανθάνουσα κι αρχέγονη κατάσταση, είναι το φιλί, το ηλιοβασίλεμα και τ’ όπλο, που τα σμιλεύουν και τους δίνουν την τελική μορφή του ολοκληρωμένου ποιήματος, τα χείλη, τα μάτια, τα χέρια μα πάνω απ’ όλα η καρδιά και το πνεύμα του ανθρώπου που τ’ αποκωδικοποιεί, ο λόγος ειλικρινά, έπεται πολύ όλων αυτών. Κι εν τέλει, τι είναι ο ποιητής και τι η ποίηση;
Η ποίηση, είναι ένα μικρό κερί αναμμένο μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, κι ο ποιητής, είναι ένα μπιτόνι με βενζίνη γεμάτο που οφείλει δίπλα στο κερί να σταθεί έτσι ώστε ν’ αρπάξει φωτιά και με το φλεγόμενο κορμί του, το σκοτάδι να σκοτώσει… τα είπε όμως καλύτερα από μένα ο Σινόπουλος και το απέδειξαν εμπράκτως ο Baudelaire, ο Rimbaud, ο Lautreamont (η ποίηση πρέπει να γράφεται απ’ όλους), ο Λαπαθιώτης και τόσοι άλλοι που έζησαν ποιητικώς, αλλά κι αυτομόλησαν μες στους στίχους τους κι έδειξαν δρόμους που φώτισαν με τη φαιά ουσία τους. Ζην ποιητικώς…
Ας έρθω όμως στα καθ’ ημάς πεπραγμένα. Στην Ελλάδα των μνημονίων, η τέχνη, ομοιάζει από ανύπαρκτη ως πεθαμένη. Δε λησμονώ την ύπαρξη των αυτονομημένων, των πολλών έξω από τα καθιερωμένα περί τέχνης των “μέσων”. Υπάρχουν κι ας είναι η φωνή τους κατά πολύ περιορισμένη, υπάρχουν με όλα τα καλά κι όλα τα κακά τους κι ελπίζω κάποια μέρα, από τη δική τους θέση να υπάρξει αυτή η μορφή τέχνης που θα διακηρύξει τον θάνατο της τέχνης και την γένεση της έμβιας τέχνης. Μόνο στο περιθώριο της πλαισιωμένης με συμβατικά, στεγανοποιημένα βαρίδια τέχνης θα μπορέσει να ξεσπάσει η πυρκαγιά του επαναστατικού πεσιμισμού.

Πολλοί είναι αυτοί που ακούγοντας τον όρο επαναστατικός πεσιμισμός, τρομάζουν και κοιτούν όλο απορία γύρω τους να bρουν την απάντηση στο ερώτημα, “πως μπορεί ο πεσιμισμός να είναι επαναστατικός;”.
Για όσο τα δεδομένα γύρω μας θα είναι μαύρα, η ποια λαθεμένη εκδούλευση ενός επαναστάτη προς τους εν δυνάμει συντρόφους του καθώς και της επανάστασης καθεαυτής, είναι τα παρουσιάζει ως άσπρα. Η ωραιοποίηση της ασχήμιας, είναι το άλλοθι του κίβδηλου συστηματοποιημένου όμως, στοχασμού, του ωχαδερφισμού η ταυτότητα, το “έτσι έχουν τα πράγματα”. Οφείλω εδώ μια διευκρίνηση προς αποφυγή παρεξηγήσεων: η διαφορά του μαύρου στον μιζεραμπιλισμό, με το μαύρο στον επαναστατικό πεσιμισμό, έγκειται στο ότι το πρώτο, είναι μια στυγνή καταγραφή του, μια εξιστόρηση του, χωρίς καμιά προσωπική παρέμβαση του καλλιτέχνη έτσι ώστε, να μετατραπεί, το μαύρο σε άσπρο.

Το δεύτερο, είναι η επισήμανση της ύπαρξής του και συνάμα, είναι η κραυγή, η βούληση, η προσταγή του καλλιτέχνη, με τα όποια όπλα (μέσα), εκείνος διαθέτει, ώστε να το μετατρέψει σε άσπρο. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα επαναστατικού πεσιμισμού, η Guernica του Ρicasso: οι τσακισμένες – νεκρές μορφές, στρέφουν τα βλέμματά τους στην αιωρούμενη λυχνία, που δεν είναι τίποτα άλλο από την εξύψωση των αδικοσκοτωμένων, προς την αιώνια μνημόνευση τους). Άλλο πράγμα η αλήθεια, κι άλλο η αποδοχή για την αποδοχή της.O επαναστατικός πεσιμισμός εν τω ρου της ιστορίας, είναι παρεμβατικός και υπερβατικός την ίδια στιγμή, ή δεν είναι τίποτα.

Η Ελλάδα -λοιπόν- του σήμερα. Η Ελλάδα των μνημονίων. Η Ελλάδα του αρχαίου πολιτισμού και του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Η Ελλάδα του σύγχρονου πεθαμένου πολιτισμού. Η Ελλάδα της πεθαμένης ελπίδας. Η Ελλάδα που μοιάζει να μην έχει τίποτα να περιμένει από πουθενά, ούτε από τους πολιτικούς της μα ούτε κι από τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών (είναι γνωστή η διακήρυξη των 16 κατά την υπογραφή του α’ μνημονίου που λίγο πολύ, μας είπαν πως και λίγο θα είναι ό,τι πάθουμε και είναι και πάλι ευρέως γνωστό, πως ο μοναδικός εν ζωή μεγάλος λογοτέχνης που στάθηκε και στέκεται στο πλευρό του καταρρακωμένου ελληνικού λαού, είναι ο Νάνος Βαλαωρίτης), εν αντιθέσει αλλοτινών δυσχερών εποχών. Η τέχνη στα μάτια των πολλών, φαντάζει ως είδος πολυτελείας κι αυτό καλούνται να αλλάξουν οι συνειδητοποιημένοι ως προς την ανάγκη αλλαγής των δεδομένων και στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι μα και στο καλλιτεχνικό, καλλιτέχνες. Η ιστοριογραφική εικοτολογία, θα μπορέσει να επαναπροσδιοριστεί προς όφελός μας μόνο όταν εμείς το θελήσουμε.

Η εξαγγελία θανάτου της τέχνης, θα γίνει τη στιγμή του διαγγέλματος για το τι ζητά-τι απαιτεί, ο επαναστατικός πεσιμισμός. Ο θάνατος της τέχνης, θα συνοδευτεί με τη μετατροπή της ζωής σε έμβια τέχνη, με την υπερίσχυση του Απόλλωνα έναντι του Μολώχ. Τότε ο μιζεραμπιλισμός, δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μια μουσειακής αξίας, χαμένη στην ομίχλη του δικού της απροσδιόριστου, λέξη. Είθε τα χρώματα του εν τοις ουρανοίς καμβά, να οριζοντιοποιήσουν την κάθετη γραμμή. Είθε η διαύγεια του μη ορατού, να ξεπεράσει το ορατό.

Η τέχνη πέθανε!

Τελευταία μας στάση, το ανέφικτο!

Πάτρα, Νοέμβριος 2016

*Jacques Vaché, Γράμματα Από Το Μέτωπο, μτφρ. Νίκος Σταμπάκης, σελ. 54, εκδ. Φαρφουλάς.

Ζυράννα Ζατέλη: «Τα βιβλία μου τα υπογράφουν με τις ουρές τους οι γάτες μου»

H συγγραφέας-φαινόμενο των ελληνικών γραμμάτων μιλάει για τη βάσανο του δημιουργού, τα τετράδια που καταγράφει τα όνειρά της, το επόμενο βιβλίο της τριλογίας της και φυσικά, τις γάτες της.

Συνέντευξη στη Λίνα Ρόκου – Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Χρειάστηκαν δύο συναντήσεις για να ολοκληρωθεί η συνέντευξη που ακολουθεί. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στον Φωταγωγό, αγαπημένο στέκι της Ζυράννας Ζατέλη και η δεύτερη στο σπίτι της. Ήταν αυτή, η δεύτερη που μου επέτρεψε να εισέλθω στο προσωπικό της σύμπαν, σε έναν πλανήτη μυστηριώδη αλλά ταυτοχρόνως φιλόξενο, που με βοήθησε να αποκωδικοποιήσω κάπως περισσότερο την προσωπικότητα μιας γυναίκας-ξωτικού.

Το σπίτι της δεν τολμώ καν να το περιγράψω, νομίζω ότι ο Τιμ Μπάρτον μπαίνοντας μέσα σε αυτό θα ένιωθε ένας βαρετός, συνηθισμένος άνθρωπος. Αμέτρητα μικροαντικείμενα, πλάσματα φτιαγμένα από κάθε είδους υλικό και τρεις ολοζώντανες και πανέμορφες γάτες φτιάχνουν μια μυσταγωγική ζούγκλα που συμπληρώνει επάξια την προσωπικότητα του κατοίκου της. Και φυσικά τα αμέτρητα γραπτά της.

Κάποια στιγμή μου δείχνει λίγα μόνο από τα άπειρα τετράδια της, εκεί που σημειώνει με στυλό σκέψεις, ιδέες δικές της, φράσεις που διάβασε ή άκουσε, όνειρα. Από τα τετράδια που εδώ και πολλά χρόνια καταγράφει τα όνειρά της προέκυψε και το τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο Τετράδια Ονείρων.
Continue reading

Συνέντευξη με τον Τουρκοκύπριο ποιητή Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Gürgenç Korkmazel)

Gürgenç Korkmazel, © Stratos Prousalis

Μετά από διάφορους Ελληνοκύπριους ποιητές που έχουμε παρουσιάσει και τις συνεντεύξεις με τους Κύπριους εκδότες Βάσο Πτωχόπουλο και Κατερίνα Βοσκαρίδου, θελήσαμε να ρίξουμε μια ματιά και στην τουρκοκυπριακή πλευρά και γι΄αυτό πήραμε συνέντευξη από τον Μεχμέτ Γιασίν. Αυτή τη φορά είναι ένας άλλος Τουρκοκύπριος ποιητής, ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ, που μας έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στα αγγλικά με ελληνοκυπριακή προφορά (!). Ο Κορκμάζελ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους ποιητές του νησιού, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν, όμως ήρθε στην Αθήνα εξαιτίας μιας νέας μετάφρασης των ποιημάτων του, από την Αγγελική Δημουλή αυτή τη φορά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Η παρουσίασή της αναμένεται μέσα στους επόμενους μήνες.
Επί τη ευκαιρία, σας υπενθυμίζουμε την ανθολογία τουρκικής ποίησης που είχαμε δημοσιεύσει στο πλαίσιο του μεγάλου αφιερώματός μας “Η ποίηση των γειτόνων”.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Θεωρείτε τον εαυτό σας Τουρκοκύπριο ποιητή; Ποια πιστεύετε πως είναι η λογοτεχνική σας ταυτότητα; Είναι ίδια με την πολιτική;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, παρουσιάζω τον εαυτό μου σαν Κύπριο ποιητή που γράφει στα τουρκικά και μερικές φορές στα αγγλικά. Η γλώσσα είναι που καθορίζει την ταυτότητα, ιδίως στην Κύπρο. Ωστόσο, στην καθημερινή μου ζωή έχω τρεις γλώσσες: τουρκικά, ελληνικά και αγγλικά. Τα ελληνικά μου είναι λιγοστά, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν στην καθημερινότητά μου και είναι μία από τις γλώσσες μου παρότι δεν τη μιλάω καλά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε, όταν σας ρωτήσει κάποιος, λέτε ότι είστε Κύπριος και δεν προσδιορίζετε περαιτέρω.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι. Ξέρετε, έχουμε το κυπριακό πρόβλημα και ο μόνος τρόπος να το ξεπεράσουμε είναι να προτάσσουμε την “Κυπριοσύνη” μας. Γιατί όταν κάποιος λέει είμαι Τούρκος ή είμαι Έλληνας, διαιρεί, δεν θέλει να είμαστε ενωμένοι και να φτάσουμε την ειρήνη που όλοι επιθυμούμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ξέρετε, πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου ή νεότεροι δεν γνωρίζουν ότι πριν από την εισβολή ζούσαν στο νησί Τούρκοι που συνυπήρχαν ειρηνικά με τους Έλληνες. Και ότι με την εισβολή αναγκαστήκατε κι εσείς να εγκαταλείψετε τα σπίτια σας.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ω, μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό όλη μέρα. Τι μας συνέβη μετά… αλλά με την εισβολή και την κατοχή άλλαξε κάτι. Καταλάβαμε ότι είμαστε Κύπριοι και ότι η ταυτότητά μας, όταν γράφουμε, είναι κυπριακή. Πριν λέγαμε ότι είμαστε διαφορετικοί, αλλά μετά την εισβολή ανακαλύψαμε πως είμαστε Κύπριοι: αυτή είναι η ταυτότητά μας. Νωρίτερα, ήταν κάτι διαφορετικό.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είναι συγκινητικό που το λέτε… Διάβασα ότι περιγράφετε τον εαυτό σας ως αναρχικό ποιητή. Γιατί;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Για μένα, η ίδια η φύση της ποίησης είναι αναρχική. Είναι σαν να επαναστατείς ενάντια σε κάποιον, όταν είσαι ποιητής. Αλλά είχα μεγάλη ανάμειξη στην πολιτική και όταν διαβάζει κάποιος τα βιβλία και γνωρίζει τις ιδέες προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό του στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Έτσι κι εγώ κατάλαβα ότι η φιλοσοφία της αναρχίας μου είναι πιο κοντινή. Γι’ αυτό και σκόπιμα λέω πως είμαι αναρχικός. Είμαι άθεος, αλλά δεν πιστεύω στη βία. Και πρέπει να είναι άθεος κάποιος, για να είναι αναρχικός. Αλλά πριν από αυτό ακόμα, η ίδια η ποίηση είναι αναρχική ή έχει αναρχικές τάσεις ή πρέπει να τις έχει. Τουλάχιστον η ποίηση που αρέσει σε μένα.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μα νόμιζα ότι είστε συστημικός ποιητής της Κύπρου, ένας από τους καλύτερους του νησιού. Πώς μπορείτε να είστε αναρχικός όταν είστε μέρος του συστήματος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Έτσι λένε, ναι. Κοιτάξτε, δεν συνεργάζομαι με τις κυβερνήσεις. Δεν κάνω τίποτα με τις κυβερνήσεις. Είμαι εναντίον τους, τους ασκώ κριτική. Αλλά άλλοι άνθρωποι με αποκαλούν κάτι άλλο. Δεν έχει σημασία εντέλει τι αποκαλείς τον εαυτό σου: άλλοι, ομάδες ή μεμονωμένα άτομα, σου κολλάνε ταμπέλες, ιδίως εάν είσαι ποιητής. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της τουρκικής πλευράς, ο Ντενκτάς, με αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, επειδή έγραψα κάποια ερωτικά ποιήματα. Γι’ αυτόν δεν είμαι αναρχικός, είμαι ερωτικός ποιητής. Καθένας μπορεί να σε αποκαλέσει αλλιώς.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εάν ο Ντενκτάς δεν σας αποκαλούσε ερωτικό ποιητή, δεν θα μπορούσε να σας αποδεχθεί. Γιατί είναι ακροδεξιός, σωστά; Δεν μπορούσε να σας αποκαλέσει αναρχικό, γιατί μετά θα έπρεπε να σας πολεμήσει. Έπρεπε να βρει μια ταμπέλα που θα παρείχε κάποιο κοινό έδαφος.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιθανώς…

Χριστίνα Λιναρδάκη: Είστε ιδιαίτερα ευθύς στην ποίησή σας. Γράφετε αυτό που σκέφτεστε, δεν έχετε αναστολές και είστε πολύ ειλικρινής.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω πως όχι μόνο στην ποίηση, στη λογοτεχνία γενικότερα, πρέπει κάποιος να είναι ειλικρινής. Μερικές φορές με ρωτούν: “Λες ψέματα όταν γράφεις;”. Και τους απαντώ: “Δεν λέω ποτέ ψέματα, πλάθω λογοτεχνία”. Αλλά ακόμη κι όταν πλάθεις λογοτεχνία, πρέπει να είσαι ειλικρινής. Έτσι είμαι. Όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην καθημερινότητά μου. Μου αρέσει να προκαλώ έκπληξη ή να ταράζω τους ανθρώπους. Γιατί η τέχνη πρέπει μάλλον να ασκεί κριτική, παρά να επαινεί, τη σύγχρονη κοινωνία. Αυτό κάνω. Ακόμη κι όταν γράφω για σεξ, γράφω την αλήθεια για μένα. Νομίζουμε πως έχουμε μυστικά που κανείς άλλος δεν μοιράζεται μαζί μας. Όταν όμως αποκαλύπτουμε τα μυστικά μας, κι άλλοι λένε “κάτι παρόμοιο συνέβη και σε μένα”. Για παράδειγμα, όταν ήμουν 5 ετών, κακοποιήθηκα σεξουαλικά από έναν στρατιώτη στην Κύπρο. Το κράτησα μέσα μου, δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε στη μητέρα ή τον πατέρα μου. Κι όταν έγινα 20, έγραψα ένα διήγημα γι’ αυτό και το δημοσίευσα σε μια εφημερίδα. Πολλοί άνθρωποι τότε επικοινώνησαν μαζί μου και μου είπαν ότι το ίδιο είχε συμβεί και σε αυτούς, όταν ήταν παιδιά. Μέχρι τότε πίστευα πως ήμουν ο μοναδικός στον κόσμο που του είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά όχι. Είχε συμβεί και σε άλλους. Όταν λοιπόν αποκαλύπτεις το μυστικό σου, συναντάς άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι ειλικρινής επικοινωνία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Διάβασα ότι ανήκετε σε μια λογοτεχνική γενιά που δεν πιστεύει στην πολιτική, που πιστεύει ότι η πολιτική δεν αξίζει και πολλά…

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Στην πραγματικότητα, η πολιτική είναι παρούσα στην καθημερινή μας ζωή, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αυτούς που δεν πιστεύω είναι οι πολιτικοί. Φυσικά, σε μια χώρα σαν την Κύπρο, όταν δίνεις πολιτικά μηνύματα μέσα από την ποίησή σου, έχεις απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό. Ενώ όταν γράφεις ερωτικά ποιήματα, δεν σε διαβάζουν πολλοί. Δεν τους ενδιαφέρει να μάθουν τι κάνεις ή έκανες με την προηγούμενη ή την τωρινή σου κοπέλα. Όμως τους αρέσει η πολιτική.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί μια πολιτική λύση για την Κύπρο, κάποτε…

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Δεν έχω καμία αμφιβολία γι΄ αυτό. Το προσπαθούμε, αλλά θα πάρει αρκετό καιρό. Μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι θα συμβεί, δεν μπορώ όμως να σας πω πότε. Αυτό είναι το όνειρό μου: να έχουμε μία, ενωμένη, Κύπρο. Και δεν με νοιάζει αν θα συμβεί μετά τον θάνατό μου, αρκεί να συμβεί. Θα το δουν τα παιδιά μου. Εργάζομαι και γι’ αυτά, για την επόμενη γενιά. Γνωρίζω και τις δύο πλευρές της Κύπρου, γνωρίζω τις κοινωνίες εκεί και ξέρω ότι τα πράγματα συμβαίνουν αργά. Μπορεί λοιπόν να πάρει λίγο χρόνο, αλλά θα το καταφέρουμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γνωρίζετε από ελληνική ποίηση;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Της Ελλάδας;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ναι, της Ελλάδας. Γνωρίζετε Έλληνες ποιητές;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Γνωρίζω παγκόσμια ποίηση. Γνωρίζω έναν ποιητή από κάθε χώρα: από την Ισλανδία ως την Ελλάδα, από τον Λίβανο ως την Κόστα Ρίκα. Και βέβαια ξέρω μερικούς Έλληνες ποιητές.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Σύγχρονους;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι, εννοώ από τον Καβάφη και μετά. Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο… Αν και δεν ξέρω πολλούς μετά την Ελένη Βακαλό. Αλλά όσους ξέρω τους διαβάζω ξανά και ξανά στα αγγλικά ή τα τουρκικά, γιατί είναι μέρος της κουλτούρας μου. Η ευχαρίστησή μου είναι μεγάλη, όταν διαβάζω ελληνική ποίηση και μου αρέσουν πολλοί Ελληνοκύπριοι ποιητές. Αριστεροί και δεξιοί. Δεξιοί ποιητές όπως ο Κώστας Μόντης, για παράδειγμα, παρότι πολιτικά απέχουμε πολύ.Δεν με ενδιαφέρει ο πολιτικός τους προσανατολισμός, αρκεί να γράφουν καλή ποίηση. Κρίνω το άτομο όχι με βάση την ιδεολογία του αλλά με βάση την ποίησή του.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Χαίρεστε που έχετε μεταφραστεί στα ελληνικά;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ασφαλώς. Γιατί τα ελληνικά είναι μία από τις γλώσσες μου. Τρέχει κι άλλο ένα πρότζεκτ, η μετάφραση των ποιημάτων μου στα αγγλικά, όμως χαίρομαι που βγήκε πρώτη η ελληνική μετάφραση γιατί, για μένα, μετά τα τουρκικά είναι τα ελληνικά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γι΄αυτό και μια από τις συλλογές σας έχει τίτλο “Ψε…” με ελληνικά γράμματα;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ναι.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Εκπληκτικό! Πιστεύετε ότι η ποίηση ή η λογοτεχνία γενικότερα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι. Όμως πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει το μυαλό μερικών ανθρώπων, τη ζωή κάποιου ή ορισμένων κοινωνιών. Στην εποχή μας, ξέρετε, οι νεότερες γενιές θέλουν αυτό που είναι γρήγορο και εύκολο και η ποίηση δεν το δίνει αυτό. Η ζωή είναι τόσο γρήγορη. Χρειάζομαι την ποίηση κάθε μέρα, όχι να γράφω, να διαβάζω. Επειδή επιβραδύνει τους ρυθμούς της ζωής. Στην πραγματικότητα, όλοι χρειαζόμαστε ποίηση την ποίηση, γιατί όλοι έχουμε ανάγκη να επιβραδύνουμε, πηγαίνουμε πολύ γρήγορα. Ιδιαίτερα οι πόλεις, η ζωή στις πόλεις.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακόμη και στην ποίηση υπάρχουν γρήγοροι τρόποι στις μέρες μας. Γνωρίζετε τον όρο “Instapoet”; Περιγράφει ανθρώπους με πολλούς followers στο Instagram που γράφουν διάφορα, τα εκδίδουν σε βιβλίο και μετά το βιβλίο πουλάει σαν τρελό. Ένα καλό παράδειγμα είναι η Rupi Kaur. Το “Milk and honey” της πούλησε 1,5 εκατ. αντίτυπα.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Διάφορα με τη μορφή ποίησης;

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ακριβώς. Με τη μορφή ποίησης. Όχι ποίηση.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πάντοτε έλεγα πως, αν θέλει κάποιος να βρει απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό, πρέπει να γράφει κλισέ. Αν δεν γράφει κλισέ, θα περιοριστεί σε λίγους αναγνώστες. Όταν γράφω ποιήματα, προσπαθώ να ενοχλήσω τους ανθρώπους, να τους κρατήσω σε αφύπνιση. Απευθύνομαι στους ανοιχτόμυαλους. Αν κάποιος δεν είναι ανοιχτόμυαλος, καλύτερα να μη με διαβάσει γιατί θα θυμώσει και θα απογοητευτεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μου θυμίζετε έναν Έλληνα ποιητή, τον Αργύρη Χιόνη, που έγραψε ότι η ποίηση είναι σαν ζαχαρωμένο βότσαλο. Πάνω που γλυκαίνεσαι, σπας τα δόντια σου.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πρέπει να μου γράψετε το όνομά του, να τον ψάξω. Όπως σας είπα, δεν γνωρίζω πολλούς ποιητές μετά τη Βακαλό. Αλλά από ό,τι διαπιστώνω σε παγκόσμιο επίπεδο, οι γυναικείες φωνές αρχίζουν να γίνονται πιο δυνατές όσον αφορά την ποίηση. Οι γυναίκες θα γράψουν την ποίηση του μέλλοντος, γιατί στο παρελθόν η πλειονότητα των ποιητών ήταν άνδρες. Συμβαίνει και στην Κύπρο: σήμερα τα πιο δυνατά ποιήματα τα γράφουν γυναίκες. Το ίδιο συμβαίνει και στην Αγγλία. Και στην Ισλανδία. Επειδή, όταν οι γυναίκες είναι ελεύθερες, γράφουν καλύτερα από τους άνδρες.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ώστε πιστεύετε στην ελευθερία των γυναικών; Σωστά, μου είπατε ότι είστε άθεος… Επομένως δεν είστε μουσουλμάνος. Ώστε, δεν θέλετε τις γυναίκες περιορισμένες;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Τι;! Ελάτε τώρα… Πιστεύω στην ισότητα και την ελευθερία. Στην κοινωνία που ζω στην Κύπρο, έχω δει πώς ήταν καταπιεσμένες οι γυναίκες όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να μπορούν να εκφραστούν. Όταν μια ποιήτρια γράφει, κομίζει κάτι νέο στην ποίηση. Εμείς, οι άνδρες, πρέπει να μάθουμε από αυτήν. Οι γυναίκες έχουν διαφορετική οπτική. Κομίζουν τη νέα ποίηση και ειλικρινά το παρακολουθώ αυτό και το υποστηρίζω.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Έχετε ζήσει στην Κύπρο, την Τουρκία και την Αγγλία. Και τώρα είστε πίσω στην Κύπρο. Νιώθετε ποτέ άπατρις ή εκτοπισμένος;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Ένιωθα έτσι πολύ καιρό πριν, γιατί δεν μπορούσα να επισκεφθώ το σπίτι ή το χωριό που γεννήθηκα, δεν μπορούσα να περάσω τα σύνορα. Και όλοι γύρω μου μιλούσαν γι’ αυτό: ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο παππούς μου, όλοι. Μετά, έφυγα από την Κύπρο και έζησα σε πολλά σπίτια, πολλά μέρη. Οι Κύπριοι είναι φανατικοί με το σπίτι τους: το σπίτι που ζούσαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Όμως εγώ δεν είμαι φανατικός γιατί έχω πολλά σπίτια, πολλά σπιτικά. Και το σπίτι που γεννήθηκα είναι απλώς ένα από αυτά. Νομίζω ότι στην Κύπρο πρέπει να αλλάξουμε τη στάση μας για το τι σημαίνει σπίτι. Η Κύπρος είναι η πατρίδα μου. Δεν έχω άλλη πατρίδα, όμως έχω πολλά σπίτια. Μου λείπουν μερικές φορές, σίγουρα, αλλά είναι εντάξει.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ο θάνατος είναι ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στην ποίησή σας. Σας φοβίζει;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Πιστεύω ότι η ποίηση υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Η τέχνη υπάρχει εξαιτίας του θανάτου. Ο θάνατος για μένα δεν είναι το τέλος της ζωής, είναι ένα κομμάτι της.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ωστόσο δεν πιστεύετε στη μετά θάνατον ζωή.

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Όχι, πιστεύω ότι ο θάνατος είναι το τέλος. Τελεία. Όμως δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Ξέρω πώς λειτουργεί η φύση. Ο φόβος του θανάτου μας κατέλαβε μετά τον μοντερνισμό: φοβηθήκαμε επειδή νομίζουμε πως γίναμε αθάνατοι ή επειδή ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι. Αλλά δεν είμαστε. Όσο με αφορά, ο θάνατος με κάνει να εστιάζω περισσότερο στη ζωή. Ο θάνατος είναι ταμπού, όμως μου αρέσει να γράφω για τα ταμπού. Σας είπα ότι επιζητώ να εκπλήσσω τους ανθρώπους και να τους ταράζω: την περασμένη βδομάδα μιλούσα με έναν φίλο μου βιβλιοπώλη και του είπα: “Στην κηδεία σου, ξέρεις, θα γίνει κοσμοσυρροή”. Και έπαθε σοκ: “Γιατί μου το λες αυτό;”. Του απάντησα: “Επειδή είσαι πολύ κοινωνικός και μιλάς με τόσο πολλούς ανθρώπους”. Πάντοτε θέλω να υπενθυμίζω στους ανθρώπους ότι υπάρχει θάνατος, οπότε ό,τι είναι να κάνεις, κάν’το τώρα. Μην το αναβάλλεις. Οπότε, είναι πολύ σημαντικό για μένα να γράφω για τον θάνατο και τη σχέση μου μαζί του. Όταν κάποιος φθάνει σε μεγάλη ηλικία και πεθαίνει, είναι φυσιολογικό, ακόμη κι αν είναι η μητέρα μας ή ο πατέρας μας, οι οποίοι θα μας λείψουν. Είναι η συμφωνία μας με τη ζωή.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Μια τελευταία ερώτηση: Πιστεύετε ότι η ευτυχία είναι εφικτή;

Γκιουρκέντς Κορκμάζελ: Μα, ξέρετε, έχουμε πολλά συναισθήματα. Η ευτυχία είναι μόνο ένα από αυτά. Δεν είναι σκοπός μου να είμαι ευτυχισμένος. Ο Φίλιπ Λάρκιν, ένας Άγγλος ποιητής, έχει πει ότι η καλή ποίηση προέρχεται από τη δυστυχία. Δεν τον πιστεύω, γιατί μερικές φορές είμαι ευτυχισμένος και γράφω ποιήματα και οι άλλοι τα βρίσκουν εξίσου καλά. Σ’ αυτή τη ζωή, είμαστε ευτυχισμένοι τη μία στιγμή, δυστυχισμένοι την επόμενη, επειδή ακούσαμε κάτι στο μεταξύ ή επειδή συνέβη κάτι. Αλλάζει συνεχώς, δεν μένει το ίδιο. Και δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που κυνηγούν την ευτυχία όλη την ώρα. Γιατί όταν την κυνηγάς, τη διώχνεις.

Αυτό όμως που είναι σκοπός μου, είναι η ειρήνη. Ειρήνη στον νου και τριγύρω μου. Η ειρήνη είναι πιο σημαντική για μένα από την ευτυχία. Αυτή με κάνει ευτυχισμένο τις περισσότερες φορές, άλλωστε.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/12/gurgenc-korkmazel.html

Kent MacCarter, The 2018 Event Horizon of Micro Press Poetry Publishing in Australia

An abridged version of this report,‘They will oxidise before you even finish reading’, first appeared in Overland 227. It is reproduced here with kind permission from the editor. It is an ur-follow-up to ‘Australian Print Poetry and the Small Press: Who’s Doing the Books?’ published in this journal in 2012.

I begin with cosmic censorship conjecture, a formally observed tête-à-tête that coils between astrophysicists whenever they get worked up over space and matter. Einstein’s theory of general relativity predicts that matter can cataclysmically implode to a state where a given density and the space-time curvature split towards infinite values. This is referred to as a singularity, and is, for our purposes, a distillation of how a black hole forms. If our sun were compressed to have a radius of 3 km, instead of its roomier 695,700 km, yet sporting the same oomph, then here we’d be. Extending out from a black hole’s near-unfathomably dense centre and extraordinary gravity is a finite volume of space that ends in an event horizon: a demarcation – a line in the cosmic sands – from which nothing inside can escape: rock, metal, Judas Priest, photons, alliteration, and so on. The closer that matter gets to a singularity, the more the laws of physics (as humans have defined them) fail, no longer compute, or completely dissipate. It has been proposed that a grip of physical governance must be afoot, defining how much this volume is and why it’s there at all. Hence … the conjecture.

Now, to superimpose my rudimentary take on astrophysics onto the heavens of Australian poetry, there have been a number of singularities – literary black holes, far from vacuous, and dense with the churning storms of career prestige and literary recognition – of late: John Kinsella’s The turnrow Anthology of Contemporary Australian Poetry; the Langford, Beveridge, Johnson and Musgrave firm’s Contemporary Australian Poetry; John Leonard’s The Puncher and Wattmann Anthology of Australian Poetry; Tracy Ryan and John Kinsella’s The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry; annual tractor beams of Best Australian Poetry; the perplexingly unsung Contemporary Australian Feminist Poetry, edited by Bonny Cassidy and Jessica Wilkinson; and Cordite Publishing Inc.’s own 20 Poets. These are the tomes that Australia’s trade market masses will assume as benchmarks. No set of publishing laws govern them. Their commonality is that they are zeitgeist end zones – even if some of these publications suffer from hyperopia or are plainly myopic, their recent creation still necessitated creators to reverse engineer who were the special young poets in 1993, what was best-of in 2007, who was Wheat Belt – worthy and, ostensibly, why – that attempt to plot the wending trajectory of our national poetic at qualified intervals. They are the literary apotheoses – tumbling batteries of black holes and resultant event horizons – proffered by small press publishers. These anthologies have one lever of (literary) physics that matter does not: editors. Yes, this is an important variable. Yet, blithely, I set aside this distinction henceforth. To keep things simpler, I aggregate these anthologies into one meta-singularity, a cluster of literary black holes, for a primary reference point. Make no mistake, the gravity of these anthologies is required and important. How does their power pull on creative intention and professional function? Where does that begin, and in what format?

Continue reading

“γράψον ουν α είδες” * (Το κατ’ όναρ απόκοσμο σύμπαν και οι αλχημείες της Ζυράννας Ζατέλη)

ΤΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΣ*

Η Ζυράννα Ζατέλη – η σημαντικότερη ίσως Ελληνίδα πεζογράφος, και απ’ τις καλύτερες στην Ευρώπη – αποτελεί ζώσα ενσάρκωση ποικίλων παραδοξοτήτων. Πρόκειται για έναν πραγματικό «γρίφο» που καλούμαστε να αποκρυπτογραφήσουμε. Είτε πρόκειται για το ιδιότυπο ονοματεπώνυμό της (που είναι φιλολογικό ψευδώνυμο) και τους κρυπτικούς τίτλους των βιβλίων της, είτε για την αντισυμβατική ζωή και τις ιδιορρυθμίες της (την εμφάνισή της σε φωτογραφίες, στην τηλεόραση, σε συνεντεύξεις, στο αλλόκοσμο περιβάλλον του σπιτιού της, κτλ). Όλα σ’ αυτή την εκκεντρική γυναίκα συντείνουν σ’ ένα αίνιγμα προς αποκωδικοποίηση, εξαίρεση του οποίου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει και το τελευταίο της πόνημα «Τετράδια ονείρων» (εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2017) οι συνθήκες έκδοσης και η πρωτοτυπία του οποίου το καθιστούν – δικαίως – εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ενώ το αναγνωστικό κοινό αδημονούσε να κυκλοφορήσει το τρίτο μέρος της πολύκροτης μυθιστορηματικής τριλογίας της (που πρωτοεμφανίσθηκε το 2001 με τίτλο «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε πρώτος», για να ακολουθήσει μετά από επτά χρόνια το δεύτερο μέρος: «Ραμάνθις Ερέβους: Το πάθος χιλιάδες φορές»), τελικά αιφνιδίασε τους πάντες με ένα απροσδόκητο μη μυθοπλαστικό βιβλίο. Πώς προέκυψε αυτό; Στις 3 Μαρτίου 2017 η συγγραφέας κατέβηκε στον οδό Ακαδημίας για να φωτοτυπήσει ορισμένες σελίδες από τα τετράδια ονείρων της (το όγδοο και το ενδέκατο) που κρατούσε για να τις συμπεριλάβει στο μυθιστόρημα που ετοίμαζε. Περνώντας από τον εκδότη της, κι ενώ συζητούσαν με τον Θανάση Καστανιώτη, σε μια στιγμή ο τελευταίος παρατήρησε ένα περίεργο σημειωματάριο (τα εξώφυλλα του οποίου ήταν εικονογραφημένα με γάτες και πουλιά) να πέφτει από την τσάντα της. Ήταν τα «Τετράδια ονείρων». Εντυπωσιασμένος, της πρότεινε να επιλέξει κάποια όνειρα για να εκδοθούν ως αυτόνομο βιβλίο, πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα που ολοκλήρωνε. Κάτι που έγινε μετά τρεις μήνες, καθώς η ιδέα της συγγραφικής «ανάσας» από το μυθιστόρημα που δούλευε την δελέασε.

Continue reading

Οι ευθύνες και τα προνόμια…

Το κλασικό χαρακτικό του Bartolomeo Pinelli (1809) από το περίφημο βιβλίο -άλμπουμ “Storia Greca Antica”. Ο Κλεομένης συνοδεύει τη Κρατησίκλεια με τον γιο του μέχρι το πλοίο για την Αίγυπτο…

*Από τη σελίδα του Κώστα Μανδήλα στο Facebook.

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του Καβάφη είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί την ιστορία. Αρνείται τη μυθική της διάσταση και μένει σε αυτά καθ’ αυτά τα ιστορικά γεγονότα, στην καθαρή ιστορία. Ταυτίζει τον αναγνώστη με την ύπαρξη προγενέστερων ιστορικών γεγονότων και προσωπικοτήτων με μια σχέση ενσυναίσθησης με αυτά. Ο Τάκης Καγιαλής («Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός: Ο Καβάφης και ο μοντερνισμός». περ. Ποίηση, τχ. 12, 1998, σσ. 77-119), χαρακτηρίζει αυτήν την τάση ως “ιστορικό υπαρξισμό”. Με αυτή την τεχνική ο Καβάφης δίνει μια παιδαγωγική διάσταση στην ποίηση του. Ως προς αυτό ένα από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματά του είναι και το “Άγε Ω Βασιλεύ των Λακεδαιμονίων”. 


Η ηρωίδα του, η Κρατησίκλεια και μητέρα του Βασιλιά των Λακεδαιμονίων, γίνεται αξιακό πρότυπο για τον καθένα που κατέχει μια θέση ευθύνης, ένα κρατικό αξίωμα. Ο Καβάφης, αφήνει απ’ έξω τις ποιητικές μεγαλοστομίες και τα όμορφα λόγια, και προστρέχει κατ’ ευθείαν στον Πλούταρχο σε μία εποχή (1929), όπου κυριαρχεί μια συνεχώς διογκούμενη κρίση του κοινοβουλευτικού αντιπροσωπευτικού συστήματος, και με τη θυσία της Σπαρτιάτισσας Κρατησίκλειας, θυμίζει ότι: ο πολιτικός άρχοντας πρέπει να έχει περισσότερες ευθύνες και λιγότερα προνόμια.

σ.σ.1 Κρατησίκλεια (3ος αι. π.Χ.). ήταν Βασίλισσα της Σπάρτης, σύζυγος του Λεωνίδα Β΄ και μητέρα του Κλεομένη Γ’. Όταν ο Κλεομένης κήρυξε τον πόλεμο στον Αντίγονο της Μακεδονίας ζήτησε τη βοήθεια του Πτολεμαίου Γ’ της Αιγύπτου. Εκείνος δέχτηκε, υπό έναν όρο: να κρατήσει ομήρους την Κρατησίκλεια. και τον μικρό γιο του . Ο Κλεομένης δεν είπε τίποτα στη μητέρα του, Όταν όμως εκείνη πληροφορήθηκε τους όρους του Πτολεμαίου ζήτησε από το γιο της να τους δεχτεί προκειμένου να φανεί ακόμα μια φορά χρήσιμη στην πατρίδα της. Ο Κλεομένης συμφώνησε και συνόδευσε εκείνη και τον εγγονό της τιμητικά έως το Ταίναρο. Στα 222 .π.χ. ηττήθηκε στη μάχη της Σελλασίας και πήρε την απόφαση να πάει ο ίδιος στην Αίγυπτο. Εκεί θεωρήθηκε ύποπτος και φυλακίστηκε στο ίδιο κελί με τη μητέρα του. Η Κρατησίκλεια. τον βοήθησε να δραπετεύσει και γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με όλη την ακολουθία της. Ζήτησε μόνο να μην παραστεί στην εκτέλεση του εγγονού της. Η παράκλησή της δεν έγινε δεκτή και έτσι η Κρατησίκλεια. παρακολούθησε την εκτέλεση του εγγονού της και κατόπιν εκτελέστηκε και η ίδια.


σ.σ.2 Το 1928 πάνω στο ίδιο θέμα ο Καβάφης είχε γράψει το “Εν Σπάρτη”.


σ.σ.3 όταν ο πατριωτισμός δεν υπήρχε ως εθνικιστικό ιδεολόγημα αλλά ως αυτονόητο καθήκον. Άλλες εποχές άλλα ήθη.

Η πολιτική και υπαρξιακή ποίηση της Κατερίνας Γώγου

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Έχω την αίσθηση, αν όχι την βεβαιότητα, περιδιαβαίνοντας στους χώρους του διαδικτύου και της κανονικής ζωής πως η Κατερίνα Γώγου είναι περισσότερο γνωστή σ’ έναν νεότερης ηλικίας κόσμο με την ποιητική της ιδιότητα και λιγότερο ως ηθοποιός. Αυτό δεν το λέω ως κάτι το αρνητικό, το αντίθετο μάλιστα. Βλέπετε, λίγο η ανάγκη για ποιητική έκφραση κι επικοινωνία της νεότερης γενιάς διαφορετική από τα συνηθισμένα, λίγο μία όχι πάντα καλοπροαίρετη επαναφορά ανθρώπων όπως η Γώγου στην επιφάνεια από δημοσιογράφους και κάθε λογής «δημοσιολογούντες», ένα παραπάνω που οι πολιτικές και κοινωνικέ συνθήκες – της εξέγερσης που αργά σιγά καλλιεργείται μέσα στις συνειδήσεις των νεότερων, οι εργατικοί αγώνες κι αντιστάσεις, οι μικρές νίκες και οι πρόσκαιρες ήττες, η αλλοτρίωση, η μοναξιά μέσα σε μια πόλη που αναζητά την ελευθερία της – που παράγουν αυτή την ανάγκη για επαφή με κάτι το διαφορετικό, κατ’ επέκταση και με την ποίηση της Κατερίνας Γώγου.

Βέβαια, οι παλιότερες γενιές, και φυσικά της γενιάς της ποιήτριας, την γνώρισαν μέσα από τις ηθογραφικές, ανόητες και βαθιά συντηρητικές ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου – εκείνες τις ταινίες που μέσα στην εποχή του μετεμφυλιακού κράτους, με τους διωγμούς και τις εξορίες των κομμουνιστών αλλά και με τις μάχες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αναλώνονταν πολύ συνειδητά στην καλλιέργεια μιας επιφανειακά αθώας ηθογραφίας των πόλεων και της κοινωνικής ζωής και στην γελοία, κακή μίμηση των αντίστοιχων αμερικάνικων φιλμ τύπου ρομαντικού κομεντί και μιούζικαλ: οι κινηματογραφικές εξαιρέσεις της περιόδου απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εντός αυτού του περιβάλλοντος, η Κατερίνα είχε πάντα τον στερεότυπο ρόλο της ξεπεταγμένης, αθώας, σχεδόν ηλίθιας, μοντέρνας – σύμφωνα με τα αμερικάνικα, καταναλωτικά πρότυπα και «επαναστάτριας» κόρης. Δεν ήταν η Φίρμα του συστήματος της εποχής, ούτε έπαιζε με τους πολύφερνους γαμπρούς της τότε «σόου μπιζ» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία των χρόνων δεν έκανε αξιόλογη πορεία σε σοβαρότερες και πραγματικά «κινηματογραφικές», αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ταινίες, σε αυτό συνέλαβε και η αλλαγή των εποχών και της κοινωνικής συνειδητοποίησης που δεν αρκούνταν πλέον στην αναπαραγωγή των ηλίθιων αστικών προτύπων συμπεριφοράς αλλά που προχώρησαν, μαζί με την κοινωνία, στην αμφισβήτησή τους και στην κριτική της επικρατούσας ηθικής: ο ρόλος της αδελφής του Θανάση Βέγγου στο φίλμ «Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση» του Ντίνου Κατσουρίδη, είναι ενδεικτικός χωρίς να είναι ο μοναδικός ενώ, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε για την συμμετοχή της στην ταινία «Το βαρύ πεπόνι» με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – 1977). Σε αυτή τη νέα πορεία η «Παραγγελιά» του συζύγου της Παύλου Τάσιου, αποτελεί το σημείο καμπής όπου συνδέθηκαν σ’ ένα ισχυρό κράμα, η ποιητική αμφισβήτηση της δημιουργού μαζί με την αναζήτηση, νέων, περισσότερων ώριμων, κινηματογραφικών εκφράσεων.

Η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή (παρέα με τους Νικόλα Άσιμο, Παύλο Σιδηρόπουλο καθώς και με άλλους) εκφράζοντας τόσο την ηττημένη δεκαετία μετά την αυταπάτη της επαναφοράς της (αστικής, φυσικά) δημοκρατίας και τα αποτελέσματα της ιστορικής ήττας της επαναστατικής διαδικασίας που εκτυλίχθηκε στην χώρα μας κατά τη διάρκεια της Κατοχής Αλλά έκφρασε και μια άλλη εποχή: αυτή που ακολούθησε με την πτώση της Χούντας και την Μεταπολίτευση, που τα κοινωνικά προβλήματα δεν είχαν επιλυθεί, με τον βαθύτατα συντηρητικό και ακροδεξιό μηχανισμό στο απυρόβλητο, με τις νέες οικονομικές δυνάμεις να επιχειρούν να διαβρώσουν την κοινωνική συνοχή καθώς και το μεγάλο ταξικό κριτήριο που ήταν υπεραναπτυγμένο μέσα στον κόσμο του αγώνα και στην εργατική τάξη – έκφρασε ακόμα την ατομική και συλλογική αλλοτρίωση, την επιβολή χιλιάδων πνευματικών και υλικών εξαρτήσεων, την ανάδειξη της υποκρισίας ως συστατικό στοιχείο του δημόσιου λόγου.

Η συγκεκριμένη εποχή μάλιστα, είναι η εποχή όπου άλλοι ποιητές, θύματα κι αυτοί μιας, ας το πούμε, «ταξικής μελαγχολίας», είτε προτίμησαν τη σιωπή καθώς θεωρούσαν ότι είχαν πει ότι ήταν για να πουν, είτε έγραφαν – ιδιαίτερα η νέα γενιά ποιητών – με ένα τρόπο που τους αποξένωνε από τις ανάγκες της κοινωνίας και του τόπου. Η Γώγου είναι εκείνη η δημιουργός που με τα σκληρά της βιώματα, με την δυνατή πολιτική της σκέψη αλλά και με την αξιοποίηση τόσο του εκφραστικού ταλέντου της, όσο και της πλούσιας ποιητικής/καλλιτεχνικής αντίληψης που την διακατείχε, έφτιαξε με πόνο σώματος και ψυχής γνήσια υπαρξιακή ποίηση με έντονα εξεργεσιακά κι επαναστατικά στοιχεία. Η ποίηση της είναι η ποίηση της κοινωνικής και προσωπικής απόγνωσης αλλά και της γνώσης ότι οι βάρβαροι είναι ήδη εδώ και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην απαλλοτρίωση ψυχής και κοινωνίας που πρεσβεύουν και εφαρμόζουν. Αμφισβητεί η Κατερίνα Γώγου: το Κόμμα, τα πρόσωπα που στο όνομα του αγώνα ξεπουλούν ιδέες και συνειδήσεις, υπερασπίζεται την αναρχία, τα ματαιωμένα όνειρα, τους θεσμούς, την Οικογένεια, την Πατρίδα και τα στρατιωτικά εμβατήρια, περιγράφοντας τις εικόνες της πόλης, στα βρώμικα στενά, στα γήπεδα, στην Πατησίων. Και συμπαραστέκεται: στην Γυναίκα, στην Κόρη της, στους μετανάστες και στους πολιτικούς κρατούμενους ενώ την ίδια ώρα στοχοποιείται από το Κράτος και τις δυνάμεις καταστολής.

Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, αναδεικνύεται και στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη , όσο και στην όχι πολύ πρόσφατη εποχή όπου έζησε η ποιήτρια, όπου ο καθένας και η καθεμιά μας, αναγνωρίζει σε αυτήν τον δικό του προβληματισμό, την δική του αγωνία που βρίσκεται και σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες της εποχής μας. Ένας σκληρός, ανελέητος κι αδυσώπητος ύμνος, βαθύτατα τραγικός (με την… αρχαιοελληνική έννοια του όρου), να τι είναι και πως ορίζεται η ποίηση της. Αποτελεί ένα ύμνο στον μοναχικό άνθρωπο της πόλης αλλά και στους ανθρώπους που παίρνουν το μέλλον στα χέρια τους, ένα ύμνο σε μορφή ποιητικής προκήρυξης στον ιδιότυπο και ιδιόμορφο αγώνα εκάστου και όλων ενάντια σ’ ένα σύστημα που καταρρέει και που απειλεί να μας πάρει μαζί του στο τέλος ή κι ελπίζοντας πως με την ανοχή μας θα καταφέρει να τη βγάλει καθαρή για λίγο ακόμα, ένας ύμνος είναι, ένα τραγούδι για όλους εμάς που όσο και να το θέλουν δεν χάνουμε την ιστορική και προπαντός, την ταξική μας μνήμη.

Είναι όμως και μια ποίηση που πολλές φορές – αν όχι τις περισσότερες, δεν αντιλαμβάνεται πως εκφράζει όχι ένα ή δύο προσωπικά παραδείγματα αλλά μια ολόκληρη κοινωνική συνείδηση και αναγκαιότητα. Είναι μια ποίηση επίσης, που ο εκφραστής της, η Γώγου δηλαδή, από τη μία καταγγέλλει και διαμαρτύρεται ενώ από την άλλη λυγίζει κάτω από το βάρος των προσωπικών προβλημάτων της (κατάθλιψη, πρέζα κτλ) – που βέβαια είναι και κοινωνικά προβλήματα, όπου οδηγείται προς το τέλος της ζωής της ποιήτριας και της ποιητικής της δραστηριότητας να εσωτερικεύει τον πόνο της, να απομονωθεί, να επαναλαμβάνει «απλώς» παλιές αναμνήσεις, να επιχειρεί ένα κριτικό σχολιασμό της μέχρι τότε ζωής της, ελαχιστοποιώντας την αδρότητα των ποιητικών της εικόνων αλλά και αξιοποιώντας μια νέα ποιητική γραφή: περισσότερο κοφτή, λιγότερο καταγγελτική, δείχνοντας (πόσο ενδιαφέρουσα αντίφαση είναι αυτή) και κούραση και διάθεση για ανανέωση – που όμως θα έρθει πάρα πολύ αργά.

Όχι, δεν είναι τυχαίο που ανακαλύπτουμε ξανά την Γώγου, αυτή τη φορά κάτω από το καινούργιο πρίσμα της ελπίδας και των αγώνων ως μια σοφή φωνή που μας προειδοποιεί να μην ξεχάσουμε την ιστορική μας ευκαιρία για αληθινή ελευθερία αλλά και πως όταν έρθουν εκείνες οι πολυπόθητες μέρες, να μην ξεχάσουμε , τα χρόνια της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του ψεύδους.

*Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986, απόφοιτος της τεχνικής εκπαίδευσης. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα (e-books) ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα ‘Αγώνας της Κρήτης’ καθώς και στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό ‘Ατέχνως’. Διατηρεί το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://atexnos.gr/%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Στην Αντιγόνη Κεφαλά το Judith Wright Calanthe Award – Για την ποιητική συλλογή «Fragments»

Η Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala) επιβεβαιώνει, για μια ακόμα φορά, την αποκλειστική οικονομία της αφήγησης της ποιητικής της. Η συλλογή αυτή -όπως άλλωστε ολόκληρη η ποίηση της Κεφαλά- συνιστά μια ασκητική συγκέντρωση θραυσμάτων σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, που ξεπερνά το συνηθισμένο, προσδίδοντας στην όλη διαδικασία κάτι το τελετουργικό. Το ελεγειακό ύφος της συλλογής είναι απόρροια ενός ευρύτερου οράματος για την ανθρώπινη ζωή: διαχωριζόμενοι από κάθε τι το «σίγουρο», οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι αν και ακόμη ζουν το χρόνο τους συνεχίζοντας να είναι μέρη ενός μεγαλύτερου σύμπαντος. Η Κεφαλά είναι μια ώριμη ποιήτρια στην καλύτερη φάση της δημιουργίας της.

Αυτά ήταν τα κριτήρια βάσει των οποίων η Αντιγόνη Κεφαλά απέσπασε πρόσφατα το Βραβείο Judith Wright Calanthe για την τελευταία ποιητική της συλλογή «Fragments» («Θραύσματα»). Πρόκειται για έναν μακρόχρονο ετήσιο θεσμό υπό την αιγίδα της Κρατικής Βιβλιοθήκης Κουίνσλαντ (State Library of Queensland) στη μνήμη μιας από τις πλέον εμβληματικές Αυστραλές ποιήτριες, της Judith Wright.

Γνωστή για την ένταση του οράματος και τον μινιμαλισμό της, η Αντιγόνη Κεφαλά έχει έως τώρα δημοσιεύσει μόνο ένα μικρό αριθμό ποιημάτων της, εργαζόμενη προσεκτικά στο καθένα από αυτά, δίνοντας όμως ένα μαγικό όσο και ένα «απειλητικό» μήνυμα. Μια από τις καλύτερες ποιήτριες στην Αυστραλία, η συλλογή της «Fragments» είναι η πρώτη της σχεδόν μετά από είκοσι χρόνια. Η ικανότητα της Κεφαλά να κατακτά το στιγμιαίο είναι εμφανής σε αυτή τη συλλογή, με γλωσσική ακρίβεια, αυξημένη αντίληψη και δραματική αίσθηση – αν και το έδαφος στο οποίο πατά είναι συχνά πιο σκοτεινό, καθώς η ποιήτρια περιηγείται στους χώρους μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς και κάθε ενέργεια που καραδοκεί εκεί.

Η Αντιγόνη Κεφαλά έχει γράψει τέσσερα έργα μυθοπλασίας, συμπεριλαμβανομένων των «The First Journey», «The Island» and «Summer Visit», τέσσερις ποιητικές συλλογές («The Alien», «Thirsty Weather», «European Notebook» and «Absence: New and Selected Poems» καθώς και το non-fiction «Sydney Journals». Γεννήθηκε στη Ρουμανία από Έλληνες γονείς και έζησε στην Ελλάδα και τη Νέα Ζηλανδία πριν εγκατασταθεί οριστικά στο Σίδνεϊ.

Με φόβο και πάθος (Ανοιχτή επιστολή στους εκδότες ποίησης)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Η ποίηση είναι το ύστατο ανάχωμα της τέχνης και ως τέτοιο συνήθως βρίσκει και βρίσκεται στην πέννα των ταλαίπωρων, πονεμένων, κατατρεγμένων, αποτυχημένων ευαίσθητων ανθρώπων. Συνεπώς οι ποιητές, τις περισσότερες φορές, δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για να χρηματοδοτήσουν την έκδοση του βιβλίου τους, από το οποίο κάποιοι συνάνθρωποί τους εναποθέτουν τις ελπίδες τους για παρηγοριά, συντροφιά, έκφραση, ελπίδα, έμπνευση, αφύπνιση, αναψυχή, καλλιέργεια και καθοδήγηση, αναζήτηση και άντληση αξιών εντέλει.


Δεν μπορεί ο εκδότης που γνωρίζει τα παραπάνω και μάλιστα πολύ καλά και ο οποίος έχει επίγνωση ότι η δραστηριότητά του είναι εμπορική, με όλα όσα συνεπάγεται αυτό, όπως χρηματική επένδυση, εκμετάλλευση αγαθού (δηλαδή αγοροπωλησία), ρίσκο με σκοπό την κερδοφορία, αλλά και ότι είναι ο μεσάζων και δίαυλος αυτής της μέθεξης, να έχει την απαίτηση από τον ποιητή να χρηματοδοτήσει την έκδοση και πολλές φορές να προσπαθεί να τον σπεκουλάρει κιόλας εκμεταλευόμενος την θέση του αναγκάζοντας τον δεύτερο έως και να πουλήσει υπάρχοντά του ή να δώσει το μηνιάτικό του (μάλλον τρία μηνιάτικα συνήθως), ή να δανειστεί για να εκδώσει και, από την άλλη, να μην έχει δικαίωμα στα κέρδη ή να λαμβάνει ένα μικρό ποσοστό, από την πώληση της δικής του τέχνης ή να παίρνει απλώς ένα μικρό ή ελάχιστο ποσό αντιτύπων και όπου πουλήσει. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν κύριε εκδότη να επικαλείσαι την ανωνυμία μου για επιχείρημα, αλλά ούτε και την δικαιολογία ότι έτσι κάνουν όλοι. Ή ακόμα ακόμα το θρασύτατο, πως και εσύ πλήρωσες σαν νέος ποιητής άρα να πληρώσω και ‘γω. Όλα αυτά καθιστούν τους εκδότες επιεικώς ανήθικους ασυνείδητους εκμεταλευτές της ανάγκης για επικοινωνία των ποιητών, ακόμα και αναγνώρισης δεν είναι κακό. Ενώ είναι αποκλειστικό παγκόσμιο φαινόμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, αν δεν απατούμαι.


Ακόμα θέλω με πικρία να πω ότι η ποίηση δεν είναι καλοντυμένα καθώς πρέπει κοριτσάκια, ούτε ζουμπουρλούδικα παληκαράκια που δεν έχουν ζήσει, δεν έχουν βιώματα και παραστάσεις, δεν έχουν τα κότσια να δουν στον καθρέφτη, που όμως διάβαζαν ποιήματα από παιδιά και μπορούν να σου γράψουν μια εύγλωτη σονάτα ή μπαλάντα μηρυκάζοντας ωστόσο χιλιοειπωμένα λόγια και νοήματα χωρίς να έχουν έρθει σε επαφή με τη φωνή τους, όμως όλως τυχαίως έχουν γονείς με φουσκωμένα πορτοφόλια. Και για να μην παρεξηγούμαι δεν εννοώ ότι δεν πρέπει να έχεις διαβάσει αρκετή ποίηση, αλλά ούτε αρνούμαι την ύπαρξη εύπορων ποιητών. 


Ο ποιητής λοιπόν θα κάνει επίπονη βαθιά, στα ενδόψυχα του, βουτιά τις πιο πολλές φορές, για να εξορύξει, ή θα αναδυθεί ως εσώτερη φωνή, πολύτιμη πληροφορία και αλήθεια η οποία με τη σειρά της μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά για τον αναγνώστη διεγείροντας τον νου και το συναίσθημα έτσι όπως μόνο μία τέχνη μπορεί. Πόσο κοστολογείται αυτή η αξία; Και ποιες οι συνέπειες των κατεστημένων συνθηκών που διατηρεί αυτό το καρτέλ των εκδοτικών οίκων;


Αν σου αρέσει λοιπόν η συλλογή και την πιστεύεις, φίλε εκδότη, με όχι μόνο εμπορικά κριτήρια, αλλιώς πήγαινε πούλα πορτοκάλια, γιατί υποτίθεται ότι νοιάζεσαι για την ανάδειξη της τέχνης, επένδυσε σε αυτήν και προώθησέ την. Και φυσικά, μοιράσου τα κέρδη με τον δημιουργό της, όπως οφείλεις. Και αν δεν βγαίνεις, πάλι άλλαξε δουλειά, αφού όπως είναι γνωστό η τιμή τιμή δεν έχει…

Από την Ελλάδα στην Αυστραλία: το αβέβαιο πέρασμα

Φωτογραφία: Κ. Βήτα

Για το μυθιστόρημα του Τάκη Κατσαμπάνη «Walkabout – Προσδοκία ενός ξεκινήματος» (εκδ. Εξάρχεια).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη*

altWalkabout
Προσδοκία ενός ξεκινήματος
Τάκης Κατσαμπάνης
Εκδ. Εξάρχεια 2017
Σελ. 144, τιμή εκδότη €11,00

Ο εγκλιματισμός σε νέο περιβάλλον είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία, καθώς η αλλαγή πατρίδας, η αναζήτηση νέας ταυτότητας, ο υβριδισμός της κουλτούρας, οι δυσκολίες κοινωνικοποίησης, η σύγκρουση του παλιού με το νέο κ.ά. δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες ενός γόνιμου μεταίχμιου. Και κάθε μεταίχμιο δελεάζει και δοκιμάζει τη λογοτεχνία, αφού εκεί διασταυρώνονται το έξω με το μέσα, το πριν και το μετά, το άσπρο και το μαύρο σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση.

Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Όλο το βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου Τάκη Κατσαμπάνη, μικρό κατά βάση μυθιστόρημα, αναφέρεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στη μετάβαση από την Ελλάδα στην Αυστραλία. Και λέγοντας μετάβαση εννοώ όχι το ταξίδι αλλά τη διαδικασία, κυρίως κοινωνική και ψυχολογική, προσαρμογής στη νέα χώρα και στον καθημερινό πολιτισμό της. Η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από τους δεσμούς με την πατρίδα, αλλά και με το νέο ξεκίνημα που ο καθένας οραματίζεται.

Ο αφηγητής σκιαγραφεί με σχόλια πάνω στα βιώματά του τον καιρό που έζησε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας και τις προσπάθειες που έκανε να ενσωματωθεί στον ρυθμό της νέας ζωής. Τα ζητήματα που προέκυψαν δεν ήταν καταρχήν οικονομικά, αλλά πολιτισμικά. Μαθαίνει τη γλώσσα και δεν έχει προβλήματα συνεννόησης και κατανόησης, αλλά πάντα νιώθει ότι οι νέες λέξεις είναι άψυχες και δεν μπορούν να αποδώσουν τον ψυχισμό του. Βρίσκει δουλειά, στην αρχή σε ένα πρόγραμμα κοινωνιολογικής έρευνας στα νοσοκομεία της πόλης κι έπειτα σε ένα γλωσσολογικό πρότζεκτ, στα οποία ανακαλύπτει ότι οι Έλληνες ομογενείς, όσο κι αν απολαμβάνουν το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλειας, νιώθουν πάντα ξένοι. Η Αυστραλία είναι μια πρέσα που ισοπεδώνει το παρελθόν, τόσο των Αβορίγινων όσο και των εγκληματιών, που αποτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της· με τον ίδιο τρόπο ισοπεδώνει και την ιστορία των μεταναστών, ζητώντας τους να διαγράψουν το πριν και να εγκλιματιστούν πλήρως στο τώρα.

Σ’ αυτην τη διελκυστίνδα συναντά τον Βρας, Έλληνα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, ο οποίος τον βοηθάει παρά την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του. Κι αυτός είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ιδέας ότι πρέπει να απογαλακτιστούν από την Ελλάδα και να ακολουθήσουν μια απόλυτα καινούργια ζωή. Η μεταστροφή του μάλιστα στον αγγλικανισμό ικανοποιεί αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Μια τέτοια στάση απέναντι στην Ελλάδα θεωρεί ότι η χώρα είναι κολλημένη στην Ιστορία της, αρχαία και βυζαντινή, δεν μπορεί να προχωρήσει γενναία στη νεωτερικότητα και βαυκαλίζεται με το ένδοξο παρελθόν της αντί να δει το τελματωμένο παρόν της κ.λπ. Ο επαρκώς κοινωνικοποιημένος ξένος διαγράφει τη «μητρίδα», όπως λέγεται σε κάποια φάση η πατρίδα, και ακολουθεί τον νέο δρόμο της αυστραλιανής προόδου.

Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν.

Ωστόσο, ο αφηγητής συναντά ένα σωρό ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να δουν την τομή ανάμεσα στην παλιά και τη νέα χώρα ως τελεσίδικο πέρασμα. Το walkabout είναι πάντα μια ρευστή πραγματικότητα, μια ανοιγοκλεινόμενη πόρτα η οποία δεν αφήνει οριστικά απ’ έξω το παρελθόν. Άλλοι μένουν πεισματικά στις μνήμες τους, άλλοι συμβιβάζουν τα δυο πεδία κι άλλοι, όπως τελικά ο ήρωάς μας, αρνούνται το άψυχο σκηνικό κι επιστρέφουν στην Ελλάδα.

Κλείνω με μια παρατήρηση επί της γραφής. Ξέραμε ότι πολλά σύγχρονα κείμενα δεν είναι κλειστά· τώρα συνειδητοποιούμε όλο και πιο πολύ ότι μπορεί να μην είναι καν μονότροπα αφηγηματικά, να μην είναι καν συνεκτικά, να μην αποτελούν ένα αρραγές σύνολο αλληλοσυμπλεκόμενων σκηνών. Πλέον πολλοί –και ο Τ. Κατσαμπάνης ανάμεσά τους– γράφουν συνδέοντας την υπόθεση με το σχόλιο, το βίωμα με την εξομολόγηση, την ιστορία με το δοκίμιο, σε μια υβριδικότητα που καταστρατηγεί την αφήγηση ως showing και υιοθετεί το telling ως αναγκαίο συνοδό στην απόδοση του νοήματος και στην μετάγγιση των αισθημάτων.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο ενός φερέλπιδος συγγραφέα.

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου.

**Από εδώ: https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/katsampanis-takis-exarcheia-walkabout?utm_source=Newsletter&utm_medium=email