Ζ. Δ. Αϊναλής, Θέσεις για μια ποιητική της ευθύνης: ΛΕΞ όρμα τους, γάμα την εικόνα τους

[Απόσπασμα από το 3ο τεύχος του «Βόρεια Βορειανατολικά» /2019]

Ο ΛΕΞ γράφει για όλους όσους έχουν χάσει τη φωνή τους, για όλους όσους δεν μπορούν να μιλήσουν, για όλους όσους δεν έχουν τίποτα πια.

Γράφει για τους ταπεινούς και πεινασμένους, για τους άφραγκους, για τους ανέργους, για τους μετανάστες, για τους φυλακισμένους, για τους κουρασμένους ανθρώπους με τα πολλά αδιέξοδα, για την πιτσιρικαρία που ξέρει πως δεν έχει κανένα μέλλον αλλά που δεν το βάζει κάτω και δεν απελπίζεται, για ανθρώπους με μεγάλα όνειρα και σπασμένα φτερά. Για τη «φύρα», τα «παιδιά απ’ τα διαλυμένα σπίτια», για τους ανθρώπους που «επιβίωσαν απ’ τη βία του να μην έχεις μία». Για όσους «ζουν τον έρωτα σε νοικιασμένα σπίτια / που ‘χουν κομμένα ρεύματα και απλήρωτα ενοίκια». Γράφει ακόμα και για τον φοιτητή που του την λέει:

«Μου λέει, γάμησε τους ράπερς, μίλα για τη ζωή,
Όροφο προς όροφο, γραμμή προς γραμμή,
Ωραία, ρευματοκλοπές, υποτροπές λογαριασμοί,
Ανεργία, αφραγκία, μπάτσοι, Χρυσή Αυγή,
Μεροκάματα του τρόμου, εξώσεις, πλειστηριασμοί,
Και η γειτόνισσα να λέει πως γίναμε γραφικοί,
Μην ρωτάς άμα το ζω, αδερφούλη το ζω,
Με τσιγάρα και σφυρίχτρα λίγο πριν τον σεισμό»

ΛΕΞ, «Πολυκατοικίες»

Κυρίως, όμως, ο ΛΕΞ, γράφει για τους ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα άλλο στον κόσμο από τον εαυτό τους, για τους ανθρώπους που η μουσική του είναι η μοναδική παρηγοριά τους. Γράφει για τη δική του κοινότητα, «τ’ αδέρφια του», και τη δική του γενιά, «του ενενήντα γενιά»:

«Ρώτησε τ’ αδέρφια μου ένα-ένα
Δεν έχουν τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα
Τίποτα στον κόσμο σαν κι αυτούς
Τίποτα στον κόσμο σαν κι αυτούς
Ξέρουνε τους δρόμους σαν το σπίτι τους (απ’ έξω)
Έμαθα όσα ξέρω απ’ τους καλύτερους
Δεν φταίει το σχολείο για όσα μπόρεσα
Φταίει που πεινούσα και δεν χόρτασα
Βρήκα δέκα λέξεις και τις κόλλησα
Το rap είν’ ο πατέρας που δεν γνώρισα
Κολλημένος, κολλημένος, κολλημένος
Το τρέχω σαν να ‘μαι κυνηγημένος
Ο πλανήτης επικίνδυνο μέρος
Πώς γίνεται και νιώθω ευλογημένος;
PS4 στο νέο τσαρδί μου
Τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου
Πληρωμένοι όλοι οι λογαριασμοί μου (αμήν)
Θα πεθάνω αν δεν με νιώθουν οι δικοί μου
Όπως με κρίνω εγώ, ποιος θα με κρίνει; (κανείς)
«Τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου
Είν’ απ’ τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει (τσιμέντο)
Με φυλάει και μου λέει «έχεις ευθύνη»
Δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν εκείνη
Ελλάδα, ευχαριστούμε για την έμπνευση
Διασχίζουμε τους δρόμους σαν παρέλαση (δεν θέλεις)
Δέκα εκατομμύρια σαν κι εμάς
Να ξυπνάνε, να σου κλέβουνε το cash
Προσευχόμαστε γι’ αυτό σαν να πιστεύουμε
Ρώτησε τον Skive, μες στο studio χορεύουμε
«Κώτσο» μου ‘λεγες «εσένα εμπιστεύομαι»
Σου είπα «θα τα μοιραστούμε όταν τα καταφέρουμε»
Κερδίζουμε σ’ αυτό σαν να ‘ναι sport
23-10 χάνουνε στο score
Υγρή Θεσσαλονίκη, είναι το σπίτι μας (δικό μας)
Τρέχουν οι σταγόνες απ’ τη μύτη μας (αψού)
Όπου δούλευα, περνούσαν τα ξεφτέρια
Κλείνανε τα μάτια μου στα πιο πολλά νυχτέρια
Ήθελα φράγκα, ζεστά σαν καλοκαίρια
Σαν φαντάρος με μια απόλυση στα χέρια
Δεν κοιμόμουνα, αυτό το λέω πρόβλημα
Φοβόμουνα μη γίνω μια κηλίδα στο οδόστρωμα
Ξέρω τον κώδικα, όχι στα μικρόφωνα
Όσοι έκαναν δουλειές, πάντα μιλούσαν χαμηλόφωνα
Τώρα τα νώτα μου φυλάν μπας και ρεφάρουμε (όλοι τους)
Ποτέ τους δεν το λεν πριν να το κάνουνε
Ακόμα με ρωτάς για ποιους ραπάρουμε;
Γι’ αυτούς με τα NorthFace κι όσους δεν έχουν να τα πάρουνε
Είμαι παιδί αυτής της γης, δε θέλω βία
Δε βλέπω χρώματα, έχω αχρωματοψία
Δε φοβάμαι ποιος θα ‘ρθει να μου την πέσει
Με χαιρετάν σε γλώσσες που δεν ξέρω και μ’ αρέσει
Δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα
Τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα.»

(ΛΕΞ, «Τίποτα στον κόσμο»)

Η μουσική του, «που είναι από τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει» τον φυλάει και του λέει πώς «έχει ευθύνη». Ο ΛΕΞ είναι από τους λίγους σύγχρονους καλλιτέχνες που θέτει την ευθύνη για την τέχνη του, την ευθύνη για τον ίδιο και την κοινότητά του, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, και για τον ίδιο και τα παιδιά του (για την επόμενη γενιά δηλαδή), σε ιστορικό επίπεδο, σε πρώτη προτεραιότητα. Πρόκειται για την προσωπική ευθύνη πρώτα-πρώτα απέναντι στον εαυτό του, ως άτομο και ως καλλιτέχνη, μια βαθιά ηθική στάση ζωής, που αναλαμβάνει στο ακέραιο τις συνέπειες των επιλογών και των πράξεών του («Κι έχω πάντα την ευθύνη για όσα πάθω», «Μουσική για τσόγλανους»). Ηθική στάση ζωής που στρώνει έναν δρόμο στον οποίο ο ίδιος οικειοθελώς δεσμεύεται να πορευτεί. Ο δρόμος δεν είναι προσωπικός και το γνωρίζει. Ο ίδιος μεσολαβεί για ν’ ανοίξει ο δρόμος, αλλά γνωρίζει -ή ελπίζει- πως δεν είναι παρά ένας αναβαθμός της πορείας, ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος μεταξύ του παρελθόντος («Οι μεγάλοι δε με ξέχασαν, θυμούνται / με ξέρουν από τόσο δα και συγκινούνται») και του μέλλοντος («Οι μικροί πίνουν χημείες κι αιωρούνται, / με βαραίνουν όταν πάνω μου κρατιούνται.»). Ο ΛΕΞ τοποθετείται ιστορικά εντός του παρόντος του, με απόλυτη αυτογνωσία, διότι γνωρίζει πως αυτό είναι το χρέος του ως καλλιτέχνη. Χρέος που το επωμίζεται κι ας τον «βαραίνει». Καταλυτικό ρόλο σε αυτό παίζει η αγάπη και ο έλεγχος της κοινότητας. Αυτή η ευθύνη την οποία αισθάνεται απέναντι στ’ «αδέρφια του», που ξέρει «πως δεν έχουνε τίποτα στον κόσμο σαν κι εκείνον», τον γειώνει με την πραγματικότητα, τη δική τους και τη δική του. Η κοινότητα δεν τον κρίνει (άλλωστε: «όπως με κρίνω εγώ ποιος θα με κρίνει (κανείς)»), αλλά ο ίδιος στέκεται αυστηρός κριτής του εαυτού του διότι αισθάνεται υπόλογος απέναντι στην κοινότητα. Η στάση αυτή, ενστικτώδης και βιωματική, το ότι δηλαδή ο καλλιτέχνης είναι υπόλογος στην κοινότητά του, υπόλογος στην Ιστορία, υπόλογος στους γονείς του και στα παιδιά του, τονίζει την αίσθηση της αυστηρής ιστορικότητας και προοπτικής που διαποτίζει τους στίχους του ΛΕΞ και, ακριβώς επειδή έρχεται από μακριά, από τα βάθη των αιώνων της λαϊκής παράδοσης, βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το ασύδοτο εγώ της πλειοψηφίας των σύγχρονων καλλιτεχνών.

*Διαβάστε ολόκληρο το δοκίμιο στην έντυπη έκδοση του τρίτου τεύχους του περιοδικού: https://www.politikalesvos.gr/z-d-ainalis-theseis-gia-mia-poiitiki-tis-eythynis-lex-orma-toys-gama-tin-eikona-toys/?fbclid=IwAR09xd8ad-SfP5lTViruI1Mtgkrxa3bD7pwEan9xGAnATBAof2uKcWR4vrA

Λεωνίδας Καζάσης, Il mio sogno e’ di rendere il mondo un posto migliore. Un altro mondo e’ possibile?

Τι είναι οι πατρίδες μας; Μην είναι τα αίματα που στιλβοστάζουν;

Πατρίς εκ του πάτριος. Πατρίς είναι το θηλυκό του πάτριος.

Πάτριος σημαίνει προγονικός, πατροπαράδοτος, άρα έχει συνάφεια με τον πατριάρχη και τους πατέρες∙ επομένως και με την πατριαρχία.

Πατριάρχης είναι ο αρχηγός πατριάς, γένους. Πατριά είναι το γενεαλογικό δένδρο, η γενιά από τον πατέρα. Η πατρίδα-πόλη-κράτος αντιπροσωπεύει την καταγωγή των ανθρώπων στην πιο εξελικτική μορφή των γενών, των φυλών, καθώς και τον τόπο (χώρο) γέννησης με όλα τα συμπαρομαρτούντα (ιδιαιτερότητες). Ήθη-έθιμα, θρησκείες που διακρίνουν τις φυλές, τα γένη, τις κατοπινές πατρίδες.

Όπως γνωρίζουμε, και οι φυλές, τα γένη με τους αρχηγούς τους, φύλαρχους, γενάρχες-πατριάρχες έκαναν πολέμους μεταξύ τους, για την επέκταση της γης τους, που εσήμαινε, περισσότερα υλικά αγαθά. Για να τιμήσουν οι άνθρωποι τους προγόνους τους πατριάρχες, όχι μόνο διατήρησαν το έθιμο των πολέμων, αλλά το τελειοποίησαν, κάνοντας αυτό πιο εξολοθρευτικό. Είμαι Έλλην το καυχώμαι! Είμαι Ιάπωνας επίσης το καυχώμαι, και σαν επίσημο κράτος της Ιαπωνίας (όπως ο Γάλλος ιστορικός, Marc Ferro, αναφέρει), γράφω στα σχολικά βιβλία ιστορίας, ότι οι Ιάπωνες είναι ανώτερη, αμιγής φυλή, ενώ οι Κινέζοι, οι Μογγόλοι, οι Κορεάτες είναι κατώτερες φυλές! Και όταν ο δειγματοληπτικός έλεγχος D.N.A που ως ιαπωνικό κράτος πραγματοποιώ, αποκαλύπτει ότι οι Ιάπωνες προέρχονται από Κινέζους, Μογγόλους, Κορεάτες, τότε αναγκάζομαι, να διορθώσω τα βιβλία ιστορίας.

Όπως φαίνεται, δεν έχουν το χάρισμα του σοβινισμού μόνο οι ‘Eλληνες ως μη βάρβαροι, οι εβραίοι ως περιούσιος λαός, οι Γερμανοί ως άριοι! το έχουν και άλλοι λαοί, αν όχι όλοι. Η καταγωγή των ανθρώπων ή του κάθε ανθρώπου, καθώς και ο χώρος-τόπος γέννησης, διαμονής του έχουν την σημασία τους, γιατί εισάγουν στοιχεία στην ιδιοσυστασία μας, τα οποία αργότερα θα αιτιολογήσουν μέρος των συμπεριφορών στην σύντομη πορεία μας. Αναπόφευκτα, είμαστε συναισθηματικά δεμένοι με τον χώρο στον οποίο βιώνουμε, αλλά και με τους ανθρώπους με τους οποίους συνυπάρχουμε στον χώρο-τόπο αυτόν, όπως θα μπορούσαμε, να ήμασταν δεμένοι με κάθε τόπο και τους ανθρώπους του, εάν και όταν βρισκόμασταν σε αυτόν, όπως οι Έλληνες της Αμερικής, της Γερμανίας, της Αυστραλίας, της Σουηδίας, του Καναδά άφησαν εκεί, πολλοί από αυτούς, παιδιά, εγγόνια, περιουσίες.

Οι έννοιες του χώρου-τόπου μαζί με την προέλευση, γένος, φυλή δικαιολογούν την μισαλλοδοξία, την μανιοκαταδιωκτική έπαρση μεταξύ των ανθρώπων; Δικαιολογούν την συγκρότηση σωμάτων ενόπλων, εκπαιδευμένων, μισθοφόρων φονιάδων, οι οποίοι είναι πρόθυμοι, να εκτελέσουν οποιαδήποτε τρομακτική διαστροφή-διαταγή των ανωτέρων τους, πολιτικών, κεφαλαιοκρατών (που πάντα οι λαοί στηρίζουν) προϊσταμένων τους; Οι θεσμοί του στρατού, της αστυνομίας (που απαιτούν την ύπαρξη της εγκληματικής πολεμικής βιομηχανίας) αποτελούν ντροπή! Αίσχος στο προικισμένο με νόηση-κριτική συνείδηση ανθρώπινο είδος!

Η ευνουχία, ο αυταρχισμός, η βία, η στρατοκρατία (μιλιταρισμός) εμπεριέχουν, ως προϋπάρχουσες, τον ναζισμό, τον φασισμό και όχι ο ναζισμός και ο φασισμός αυτές.
Η ευνουχία, ο αυταρχισμός, η βία, ο μιλιταρισμός, δηλαδή οι μάνες του φασισμού, του ναζισμού υπάρχουν σε κάθε πατρίδα. Αγαπημένη μου πατρίδα που τόσο με υπονόμευσες! Δεν υπάρχουν εχέφρονες, δημοκράτες αξιωματικοί, και γενικά, δεν υπάρχουν ισορροπημένοι ένστολοι! Όσοι καλλιεργούν αυτόν τον μύθο, κάτι φιλελεύθεροι-σοσιαλδημοκράτες και μαρξιστές είναι οι πιο επικίνδυνοι (ως ύπουλοι), εχθροί της απελευθέρωσης των ανθρώπων από τα ίδια τα δεσμά τους, πολύ πιο επικίνδυνοι από τους φασίστες, τους ναζί, οι οποίοι με την ανυπόκριτη διαστροφή τους εκθέτουν, αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόσωπο της οικογένειας, των σπουδών, της καριέρας, της κοινωνικής ανόδου, της επιχείρησης, του κινήτρου του κέρδους, της θρησκείας.

Ανέφερα τις βάσεις στις οποίες στηρίζονται και τα δημοκρατικά-σοσιαλιστικά κράτη-πατρίδες, και όχι μόνο ο φασισμός και ο ναζισμός` γι’ αυτό δεν ωφελεί, να ασχολείται κανείς με τους απροκάλυπτους φασίστες, πριν ξεκαθαρίσει το τοπίο από τα αδέρφια τους, τους ύπουλους, τριπλοπρόσωπους εχθρούς της αμφισβήτησης και του προτάγματος προς την ελευθερία, οι οποίοι πείθουν με το ευτελές προσωπείο τους τους ανθρώπους που απεκδυόμενοι των ευθυνών τους, βολεύονται, να πείθονται, ότι μπορούν, να υπάρξουν δίκαιοι, ευγενικοί επιχειρηματίες με σώας τας φρένας, δίκαιοι-ηθικοί δικαστές, ότι μπορούν να υπάρξουν υγιείς ένστολοι και όχι ψυχασθενείς-σαδιστές, όπως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία των κοινοβουλίων, τους εκπαιδεύει, να γίνουν, δηλαδή μπορεί να υπάρξει καλύτερη εκδοχή ενός αιμοβόρου, καταστροφικού, εκμεταλλευτικού συστήματος που δυστυχώς καταδεικνύει την ψυχοπνευματική ασθένεια των ανθρώπων που το στηρίζουν.

Και βέβαια ο πατριωτισμός είναι φασισμός! Είναι ναζισμός!
Και βέβαια οι πατριώτες είναι φασίστες! Είναι ναζί!

Ο φασισμός, ο ναζισμός προέρχονται και εκκολάπτονται από τις διαχρονικές αξίες-ιδανικά των ανθρώπων και εμπεριέχονται σε αυτά. Όρα εκπαίδευση υποβρυχίων καταστροφών με εικονικούς, μέχρι χασίματος των αισθήσεων, πνιγμούς! Όρα εκπαίδευση καταδρομών, πεζοναυτών, αλεξιπτωτιστών!
Άκου τις κραυγές των στρατιωτών του λαού στις παρελάσεις!
Κραυγές παρανοϊκού μίσους για τον άλλον, κραυγές που για αίμα διψούν!
Αλλά χειροκροτούνται από τους νοικοκυραίους πολίτες που παρίστανται με τα παιδιά τους, πολλοί δε από αυτούς ζητωκραυγάζουν! (Aλλά δεν τολμούν να μιλήσουν για την συνουσία, ενοχοποιώντας την μάλιστα στις συνειδήσεις των παιδιών τους, ευνουχίζοντάς τα! Η Μακεδονία είναι ελληνική, εκεί κατάντησαν την ηθική)!

Εις το όνομα των πατρίδων διεπράχθησαν, διαπράττονται και θα διαπραχθούν οι πιο φρικαλέες, μαζικές εξολοθρεύσεις για την δημιουργία νέων αγορών και την ενδυνάμωσή τους! Αλλά ο Χίτλερ, ο Γκαίμπελς, ο Χίμλερ, ο Μουσολίνι ήταν οι κακοί! Ήταν οι φονιάδες! Ήταν τα διεστραμμένα μυαλά! Μόνο αυτοί!

Αυτοί που απεργάσθηκαν την άνοδό τους στην εξουσία και εκείνοι που τους ψήφισαν, εξουσιοδοτώντας τους, θα μένουν πάντα στο απυρόβλητο!

Ο Τσώρτσιλ, ο Ρούσβελτ, ο Τσάμπερλεν, ο Στάλιν, ο Τρούμαν, ο ντε Γκώλ, ο Μάο, ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Κένεντι, ο Αντρεότι, ο Μιτεράν, ο Χέλμουτ Σμίτ με τα λευκά κελιά, πέρασαν στην ιστορία σαν κάτι διαφορετικό από τους διεστραμμένους δολοφόνους, τους φασίστες, τους ναζί!
Οι αγκαλιές των μητέρων πατρίδων σας, με πυρηνικές φλόγες θα σας ζώσουν!

Τα βιώματά σας,
των παιδιών σας τα αίματα
δεν σας έπεισαν·
ούτε η γνώση στα σχολειά
που κι οι φτωχοί απέκτησαν·
ούτε της τεχνολογίας σας η πληροφόρηση σας προβλημάτισε.
Χτύπα απότοκο! Χτύπα στιγμή!
Άνεμε τσάκισε τους αμετανόητα δυστυχισμένους!

«Πάσα γη πατρίς ην, εξαίρετος δ’ ουδεμία!» :έλεγε ο Διογένης ο κυνικός εκ Σινώπης Πόντου. Και ο μαρξιστής ιστορικός, Γιάννης Κορδάτος, στο βιβλίο του: «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας», διατείνεται ότι οι ιδέες των κυνικών, ήταν ιδέες και θεωρίες μερικών χρεοκοπημένων και ξεπερασμένων, που από την δική τους κατάντια ήθελαν, όχι μόνο να δικαιολογήσουν τον αλητισμό τους, αλλά και να κάνουν όλο τον κόσμο ένα κοπάδι που να ζει φυσική ζωή. Ασφαλώς και δεν εναποθέτω ελπίδες στους λούμπεν (αν ο Διογένης και οι άλλοι κυνικοί, μπορούν, λούμπεν να θεωρηθούν) όμως ο διεθνισμός, η ολιγάρκεια, η αυτάρκεια, η δίκαιη κατανομή των υλικών αγαθών (παρακάμπτοντας την κερδοσκοπική αγορά) η κατάργηση της ιδιοκτησίας στον έρωτα, η φυσική ζωή είναι σπόροι που, εάν ποτέ ριχτούν στο εσώτερο ενδιαίτημα των ανθρώπων, θα αποδώσουν έναν καλύτερο κόσμο.

Ρογήρος Δέξτερ, Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]

ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΓΙΩΤΗ

Ο Άγιος Αυγουστίνος απαντούσε συχνά, όταν τον ρωτούσαν τι είναι χρόνος, πως ήξερε τι είναι μέχρι τη στιγμή που τον ρωτούσαν. Το ίδιο συμβαίνει, θαρρώ, και με την ποίηση. Αυτό αποτελεί το μοναδικό διέξοδο που έχουμε, το πιο στιβαρό συμπέρασμα αναφορικά με το τι είναι η ποίηση ή το ποίημα, γι’ αυτό εν τέλει η επιλογή της «σχεδίας» αντί του ποιήματος ως όρου ποιητικής γραφής από έναν νέο δημιουργό που παρουσιάζει για πρώτη φορά το έργο του, μας καθησυχάζει.

Ο Ρογήρος Δέξτερ (Ρ.Δ.) εκδίδει τον Μάιο του ’22 την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο που φέρει την ατμόσφαιρα μίας φαντασιακής ιστορίας των τελών του 19ου αιώνα στο Λονδίνο, μια και Ο Δόκτωρ Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ (1886, Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον) είναι η πρωτότυπη πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν (τον τίτλο). Ο Τζέκιλ βέβαια είναι ο παράτολμος γιατρός που πειραματίζεται με τον εαυτό του προσπαθώντας να διαχωρίσει το καλό από το κακό, ενώ ο Χάιντ είναι φυσικά ο κακός εαυτός του. Τόσο το πείραμα όσο και ο ίδιος έχουν άδοξο τέλος: αποτυχία – αυτοκτονία. Μια και οι Τζέκιλ και Χάιντ είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, τι ακριβώς συνεπάγεται η επιλογή της δολοφονίας («μαχαίρωσε»), αν όχι και πάλι αυτοκτονία; Μα και η αποτυχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αποτυχία διάσπασης του κατεξοχήν διπόλου «καλού-κακού».

Δύο ακόμη πράγματα για τον τίτλο: πρώτον, η αναφορά στη γνωστή νουβέλα δημιουργεί και συντηρεί τον μύθο γύρω από το πρόσωπο του ίδιου του Ρ.Δ. που έχει επιλέξει δια της ανωνυμίας να δημοσιεύει το έργο του εδώ και κάποια χρόνια ξεκινώντας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και χωρίς να δείχνει ουδεμία διάθεση αποκάλυψης. Δεύτερον, η χρήση του όρου «σχεδία» αντί του ποιήματος (πράγμα που αντιμετωπίζω με κατανόηση, ενδεχομένως και συμπάθεια) μπορεί να ερμηνευτεί ως άποψη που θέλει την ποίηση στο υψηλό άπιαστο βάθρο ή ως αποδοχή της γνωστής αδυναμίας όλων να αποσαφηνίσουν την ποίηση, τουλάχιστον στον βαθμό που η «σχεδία» το πετυχαίνει δίνοντας μάλιστα στο σύνολο της συλλογής ένα πολύ συγκεκριμένο ύφος. Η σχεδία βέβαια προέρχεται από το αοριστικό θέμα του ρήματος «έχω» (σχ-) και σχετίζεται με το «σχεδιάζω», «σχεδιασμός», «σχέδιο». Όλα συντείνουν στην επινόηση του σχεδίου μιας κατασκευής και στη γραφική του απόδοση. Περαιτέρω, η «σχεδία» είναι μία πρόχειρη κατασκευή που προορίζεται να πλεύσει, αλλά όχι στα βαθιά νερά. Ο Οδυσσέας είδε τη σχεδία του να καταστρέφεται ολοσχερώς από την οργή του Ποσειδώνα, ενώ χρειάστηκε η θεϊκή παρέμβαση (Λευκοθέα) προκειμένου να τον σώσει.

Οι 57 σχεδίες, λοιπόν, εκτείνονται σε σύνολο 103 σελίδων (7-110) και χωρίζονται σε δύο διακριτά μέρη, εκ των οποίων το πρώτο -άτιτλο- αποτελεί τον κορμό της βασικής συλλογής και το δεύτερο μέρος, που τιτλοφορείται “Carmina Tristia” (Ποιήματα της Λύπης), είναι μικρότερο σε έκταση. Είναι συνήθης η χρήση ξένων λέξεων (αμερικανική και λατινική γλώσσα), η αναφορά σε ξένα ονόματα και τοπωνύμια, ενώ οι επιμέρους τίτλοι (των σχεδιών) συχνά έχουν διαζευκτική μορφή (είναι επί της ουσίας διπλοί). Τα λατινικά και αμερικανικά στοιχεία προκύπτουν από σχετικές σπουδές του συγγραφέα (ή τουλάχιστον αυτή είναι η μοναδική πληροφορία που έχουμε κάτω από το πέπλο της ανωνυμίας) που όμως αντιστρέφει το «κλασικιστικό ύφος» με την προσήλωση στον κόσμο των παρακμιακών και μη bars. To bar είναι ιερός τόπος. Είναι και το κολαστήριο. Είναι ο τόπος που δημιουργεί τις προϋποθέσεις της ποίησης, είναι όμως και ό,τι κατατρύχει τον Ρ.Δ.

Οι περισσότερες σχεδίες απλώνονται μπροστά μας σε αρκετά μεγάλη έκταση με στίχους στοιχισμένους αριστερά (ας πούμε ορθόδοξα). Το περιεχόμενό τους ισορροπεί μεταξύ του storytelling και των λυρικών στοιχείων. Ο Ρ.Δ. χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο α’ πρόσωπο ενικού οριοθετώντας κατά κάποιον τρόπο την ποιητική του στο εύρος των αρχών της βιωματικότητας, ενώ είναι εμφανείς οι επιρροές από το πεδίο της αμερικανικής ποίησης του 20ου αιώνα, της μπιτ λογοτεχνίας ή της χειμαρρώδους ενδόμυχης, σαρκαστικής και κυνικής σκέψης ενός Μπουκόβσκι. Οι παραλληλισμοί αυτοί δεν αντικατοπτρίζουν, κατά τη γνώμη μου, την ουσία των σχεδιών του Ρ.Δ., αλλά περισσότερο τις αναγνωστικές του τάσεις, καθώς οι σχεδίες του ούτε μπιτ είναι ακριβώς ούτε ομοιάζουν με τα ποιήματα του Μπουκόβσκι σε τέτοιο βαθμό που να τα χαρακτηρίσουμε «μπουκοβσκικά». Από το πρώτο κιόλας ποίημα, ο συναισθηματικός κουρνιαχτός δεν μπορεί παρά να σηκωθεί στον αέρα, να απεγκλωβιστεί μέσα από αυτή την αμερικανική περιβολή που δεν τη μιμείται ανεπιτυχώς ο Ρ.Δ., αλλά ούτε την κατακτά, αφού τελικά το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ύφος που, κατά τη γνώμη μου, πασχίζει εσφαλμένα να παγιωθεί πάνω σε αλλότρια ερείσματα.

Στρεφόμενος στον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνοντας στο αέναο «παιχνίδι» της συγγραφής («Μοιάζει να κύλησαν μάταια τόσα χρόνια/Στο κούφιο από ιδέες κεφάλι μου»), ταλανίζεται από τη ματαιότητα της ανάγκης για έκφραση, για πλήρωση. Γιατί ό,τι είναι πρόσφορο να μεταφερθεί στο χαρτί είναι ταυτόχρονα και ένας βαθμός απώλειας. Αυτή η χαρακτηριστική ενδογενής ρήξη που γεννά έμπνευση φέρει το ανάλογο κόστος («Μόλις πιάσω κουπί στα ξένα κάτεργα/ Και ξαναγίνω/Το παλιό κορμί/Χαμένο στα κράσπεδα της Βαβυλώνας·»). Ο Ρ.Δ. «σερβίρει» ποτά στα πιο καταραμένα πλάσματα της νύχτας, σε ανθρώπους που τους απαρνήθηκε η ίδια η ζωή, που παραδομένοι στο αλκοόλ ψάχνουν διεξόδους. Οι ήρωές του είναι όμως επί της ουσίας εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτόν τον μικρό-απέραντο δεξτερικό κόσμο και δεν λυτρώνονται παρά συνδυάζοντας πράγματα που συνιστούν ταυτόχρονα μεγαλείο και πτώση.

Το ίδιο διπολικό μοτίβο διέπει όλη τη συλλογή και ως προς το στυλ γραφής∙ ο Ρ.Δ. κινείται από τη λυρικότητα, όταν καταπιάνεται με θέματα που αφορούν την τέχνη [πχ. «Άμουσος (μπροστά στο δέος των χρωμάτων)»], το μεταφυσικό στοιχείο και τον θάνατο (π.χ. «Αυτοσχέδιο για τη Jill Ή Όνειρο στο Everglades (B’)”, «Η κυρά-Γραφτώ» ή όλο το δεύτερο μέρος) στον ακραίο ρεαλισμό (π.χ. «Οι δύο όψεις [στο ίδιο νόμισμα]» ή «TENDER IV» κλπ.). Η διπλή διάθεση απέναντι στο καθετί είναι σαν το παιχνίδι της διελκυστίνδας, παρόν ακόμη και μέσα στο πεπερασμένο σύμπαν της μίας ή της άλλης σχεδίας, κυρίως διακριτό στο θέμα του έρωτα∙ η γυναίκα είναι «νεράιδα», είναι πλανεύτρα, είναι ο αδιαφιλονίκητος πόθος, είναι αυτή που τροφοδοτεί το σώμα με ζωή. Η απουσία της γυναίκας (ή του έρωτα) ισοδυναμεί με θάνατο και ο θάνατος σημαίνει παύση της διέγερσης και της ερωτικής επιθυμίας. Ως εκ τούτου, το σώμα αποθεώνεται: στη σχεδία «Λόγια στο Outnet Ή Pseudo-Blues [prose song “written on a toilet roll”]», η γυναίκα και η ηδονή συνυπάρχουν μέσα στην καρδιά μιας έννοιας που παρουσιάζουν στοιχεία ομαδοποίησης, ομοιότητας και εξάρτησης («Τα γυμνά όταν το θέλουν κορίτσια της ερημιάς/ Να σε φωνάζουν στη λιακάδα τους/Και σε καλούν στον οργασμό τους/Να γαμηθείτε μέχρι να ξημερώσει»).

Ο Ρ.Δ. χρησιμοποιεί μία γλώσσα που παρουσιάζει ποικιλομορφία. Ήδη αναφέρθηκα στη χρήση πολλών αμερικανικών και λατινικών λέξεων. Συναντούμε επίσης πολλούς ιδιωματισμούς, τυπικές προφορικές φράσεις και αργκό όρους. Η αργκό γλώσσα είναι το «ένδυμα» του ηρώων του υποκόσμου και του αλκοόλ: «δεν κάθεται στα ζάρια», «χάνω προπάντων στα χαρτιά και στην αγάπη», «τ’ αρσενικά να κόβουν τον κώλο της», «Ένα βράδυ έκοψε ξαφνικά φτερό στο μπαρ» κλπ. Ενίοτε η χρήση τέτοιων φράσεων μοιάζει εξεζητημένη ή υπερβολική, αν και αυτό το συναίσθημα πρέπει να δημιουργήθηκε μέσα μου από την αίσθηση ότι ο δημιουργός εγκλωβίζεται πρώτον στη γενικευμένη θεματολογία που διέπει την underground λογική του Μπουκόβσκι και δεύτερον ότι -εισχωρώντας τώρα βαθιά στην ποιητική- ακόμη περισσότερο ο δημιουργός εγκλωβίζεται στο ποιητικό υποκείμενο.

Προσπαθώντας τώρα να εξηγήσω λίγο πιο αναλυτικά την τελευταία μου φράση, πιστεύω πως η ποιητική εδώ είναι προσωπική – εξομολογητική και χειμαρρώδης. Αυτό το γεγονός είναι ένας ευχάριστος συναισθηματικός κόλαφος για τον αναγνώστη τουλάχιστον στις δέκα πρώτες σχεδίες, ίσως και παραπάνω. Περαιτέρω, όμως παρουσιάζει ένα μοτίβο αρκετά αναγνωρίσιμο, που δεν χάνει τίποτε σε ποιότητα, όμως επιτελεί τον ίδιο ή έναν παρόμοιο σκοπό στο σύνολο της συλλογής. Χωρίς να είναι διακριτά τα όρια του ποιητικού υποκειμένου από τον δημιουργό, ενεργεί, μαθαίνει, παθαίνει, βιώνει, κάνει έρωτα, υποφέρει, συλλογίζεται σχεδόν πάντα σε α’ πρόσωπο (όπως προανέφερα). Ελάχιστες φορές παρατηρείται η χρήση πρώτου πληθυντικού προσώπου, συγκεκριμένα μόνο όταν ο δημιουργός προσπαθεί να καταστήσει κοινωνούς τους αναγνώστες στη γενική ηθική κοσμοθεωρία του. Και αυτό δεν είναι μεμπτό, αν και σπάνια αντιμετωπίζω με συμπάθεια τις ηθικοφιλοσοφικές διαπιστώσεις που διατυπώνονται με αυτόν τον τρόπο. Στην περίπτωση του Ρ.Δ. πολύ συχνά η χρήση τους εντάσσεται στο πλαίσιο της προσωπικής εμπειρίας, της αναγκαίας βιωματικότητας που επιβάλλει η ποιητική του, ωστόσο -κατά τη γνώμη μου- πρέπει να βρει έναν άλλο τρόπο να καταστήσει ελκυστική την όποια ιδεολογία του.

Κλείνω το κείμενο αυτό με τη γενική διαπίστωση πως η συλλογή του Ρ.Δ. φέρει τη σφραγίδα των συνειδητών ποιητικών επιλογών. Φέρει ακόμη τη σφραγίδα του ιδιότυπου χαρακτήρα που κρύβεται πίσω από την ανωνυμία, την προσωπική αισθητική, την εμπειρία, τη γνώση, την πεποίθηση γύρω από τον άνθρωπο και την ύπαρξή του. Ο Ρ.Δ. με την πρώτη του συλλογή δείχνει αναμφισβήτητα το ιδιαίτερο ύφος του, το οποίο όμως μπορεί να απελευθερώσει εντελώς από πρότυπα που λειτουργούν «κανονιστικά» και να ανάγει τις σχεδίες του σε ποιήματα που μπορούν «να πλεύσουν στα βαθιά νερά».

Οι 2 όψεις
[στο ίδιο νόμισμα]

Βγήκε έξω απ’ το μπαρ
Φωνάζοντας τα ξημερώματα
Και ο θόρυβος ακούστηκε πιο μακριά
Σα να έσπαγε το τσόφλι ενός αβγού
Και ύστερα
Ότι έπεσε νόμιζες στο πλατύ ποτάμι
Που θα τον ξέβραζε
Στη θάλασσα με τα ποντοπόρα καράβια
Και τις νεράιδες των ωκεανών· αλλά
Στην πραγματικότητα ίσως να ήταν άλλος
Ένας μεθυσμένος που χάθηκε
Στα βρόμικα νερά μια νύχτα κραιπάλης
Ξοδεύοντας και το παραμικρό του νόμισμα
Ξοδεύοντας και τον τελευταίο του χρόνο
Στα ποτά στα χαρτιά στις γυναίκες
Ευτυχισμένος μέχρι λίγο πριν πνιγεί
Γιατί δε βρέθηκε κανείς μπροστά του
Να τον εμποδίσει
Από τους φιλήσυχους πολίτες
Που κοιμόντουσαν ατάραχοι
Και δε θα ήθελαν ποτέ
Αν ξυπνούσαν ξαφνικά
Να μοιραστούν μαζί του ούτ’ ένα κέρμα
Από εκείνα που ρίχνουμε ψηλά
Όταν γυρεύουμε μάταια
Παίζοντας στην τύχη τις ελπίδες μας
Παίζοντας στα ζάρια όλο το μέλλον
Να στείλουμε στα τσακίδια μια θλίψη·

*Ρογήρος Δέξτερ, Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες], Εκδόσεις Στίξις, Αθήνα – Ρέθυμνο 2022.

Η «σαλή ψαλμωδία» της Ρωξάνης Νικολάου

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Κώστας Ρεούσης
Ρωξάνη Νικολάου, «Σαλός μαγνήτης» (Φαρφουλάς, 2022)

Μηνύματα μιας ευγενικά αρχαίας συγκινησιακής αγωγής. Μακριά, πολύ μακριά, από τη σύγχρονη πρόστυχη πραγματικότητα της αδηφάγου καθημερινότητας μιας αστικής πόλης, η Νικολάου, καλλιεργεί τους στίχους της ακριβώς όπως φροντίζει, πιθανώς, τον κήπο της. Προσγειωμένη στο παρόν του παρελθόντος μας προϊδεάζει για το αναγνωστικό ταξίδι στα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή της, «Σαλός μαγνήτης», θέτοντας ως προμετωπίδα έναν επιγραμματικό στίχο της: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώ· γυρεύει το στόμα μου.».

Τα 53 ποιήματα της συλλογής κατανεμημένα σε τρεις ενότητες –η πρώτη άτιτλη (31 ποιήματα), η δεύτερη με τίτλο «Εξ αίματος» (15 ποιήματα) και η τρίτη με τίτλο «Ψεύτης ύπνος» (7 ποιήματα)– αρθρώνουν έναν ενιαίο και αρραγή δροσερότατο ποιητικό λόγο, ελκύοντας την καταγωγή τους από εκείνον τον κοσμογονικό 7ο π.Χ. αιώνα όπου και η λυρική ποίηση μ’ ένα βαθιά ανθρώπινο άλμα προσπέρασε, εάν όχι ισοπέδωσε, την κυριαρχία του έπους. Συγγενής, βιολογικά και γλωσσικά, των αρχαίων ελληνίδων ποιητριών, η Ρωξάνη Νικολάου, ακούει τη φωνή τους ως φυσική και αναπόσπαστη συνέχεια ενός αρχέτυπου πελασγικού λόγου τολμώντας να τραγουδήσει το τραύμα, την πληγή και τον πόνο της χαράς, της λύπης και της πίκρας του ανθρώπου και των στοιχείων της φύσης που τον ορίζουν.

Κατοικώντας το ποίημα που καταθέτει, μέσα στη φωτεινότητα της εκτοπλασματικής γνησιότητάς του, συντρίβει το φόβο και τον τρόμο του βιώματος χωρίς να τους αποκλείει απ’ τη γραφή της. Αντίθετα τους δεξιώνεται, με το μέτρο και την απόσταση, όμως, που τους πρέπει. Η ποιήτρια έχει συνειδητοποιήσει στον υπερθετικό βαθμό το σαρκοβόρο της ανθρώπινης συνθήκης. Διαβάζοντας, ή καλύτερα, συναντώντας το ποίημά της με τον ευφυή μακροσκελή τίτλο, «Απλώνεις λιγάκι το χέρι χραπ στο κόβουνε το πόδι χραπ… τέλος το κεφάλι το καβούκι ύστερα τσακίζουν με την πέτρα τους αυτοί που πρώτοι θα λυπηθούνε για το θάνατό σου», οι στίχοι της τρομερής υπερρεαλίστριας αγγλοαιγυπτίας ποιήτριας, που έγραψε στη γαλλική γλώσσα, Joyce Mansour, άστραψαν αβίαστα στο νου μου:

Να τρώτε ένα μάτι μέσα σ’ ένα αυγό
ένα άλογο ή ένα ελάφι
ένα μυαλό μαλθακό από υγεία
έναν στραβοκάνη σκύλο ένα βιολί
Να τρώτε για να τρώτε
Να πνιγείτε στο κρέας
Ταρακουνήστε τον κώλο σας πάνω σ’ ένα φανάρι
Να τρώτε για να πεθάνετε μ’ έναν αιμάτινο λυγμό
Τραφείτε για να μποδίσετε τους άλλους
να σας καταβροχθίσουν

— «Κανόνας Ζωής», από τη συλλογή της Joyce Mansour «Όρνια» σε απόδοση Έκτορα Κακναβάτου

Βέβαια, η Νικολάου δεν έχει «κανιβαλικές» τάσεις, ούτε καν εκδικητικές, εντούτοις αναγνωρίζει ήρεμη έως ατάραχη το σύγχρονο εχθρικό και πολεμικό τοπίο των διαπροσωπικών σχέσεων και τις καταστάσεις που αυτές προκαλούν.

Ενσταλαγμένη ποίηση της καθημερινότητας ανασύρει το θαύμα της ζωής στις στιγμές εκείνες που το βλέμμα ασκημένο στην αντίθεση θεωρεί την καλοσύνη. «Η μυστική μου αγρυπνία / Η σαλή μου ψαλμωδία.», γράφει η Νικολάου στο ποίημά της «Αίνιγμα». Κι είναι αυτή η πληρότητα του ενθουσιασμού και της μελαγχολίας που χαράζεται στο «πρόσωπο» των στίχων της ανακαλώντας το μαγικό στοιχείο ή άγγιγμα που φωτίζει και τις πλέον σκοτεινές διαδρομές της. Η ποιητική φωνή της Ρωξάνης Νικολάου ίπταται στιβαρή και ελεύθερη αδιαφορώντας για το μιζεραμπιλισμό και τα νεκρά έργα των οσφυοκαμπτικά πλουσιοπάροχων λογοτεχνικών ζωντόβολων της νήσου Κύπρου.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΕΡΑ
Έπεσα μες στο πηγάδι
που μ’ άνοιξε η γέννησή μου.

Μηδενικά στιγμών
και κοχύλια κατειλημμένα
από φόβο
βρέχει μ’ ελάχιστες διακοπές.

Μην έχεις έγνοια·
πάνω απ’ το κουφάρι μου
θα τραγουδάει ο αέρας
ότι μέχρι θανάτου κράτησα.

(σ. 25)

ΑΓΡΥΠΝΩ ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΟΥΣ
«Αγρυπνώ το ακίνητο νερό
της φωνής τους
ύπνους παραστέκω
πραγμάτων που δεν
θα ξυπνήσουν ποτέ»

Βρύα σκεπάζουν
το ψύχος του θανάτου

μαργωμένοι οι τοίχοι
μαργωμέν’ η αυλή

τρώει τα μάτια του
η σκουριά

μα κάθε απολειφάδι ίσκιου
απ’ της ζωής τον πόλεμο
αρπάζει
και πίνει
το σπίτι τους.

(σ. 32)

ΜΗΠΩΣ ΓΕΝΝΗΘΕΙ
Ξαπλώνω κι ευθύς σηκώνομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
πίνω τον καφέ με την ψυχή στο στόμα
μπαινοβγαίνω στα δωμάτια
κι αφουγκράζομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
τρέχω έξω, στρίβω στο πρώτο στενό,
στο δεύτερο, μπαίνω στο ένα μαγαζί,
στο άλλο, μπαίνω όπου είναι ανοιχτά,
σ’ εστιατόρια, σ’ εκκλησίες, σε μουσεία,
σε πάρκα κι όπου είναι κλειστά
χτυπώ δυνατά, κάποιος με σπρώχνει,
σκοτεινιάζει, ένα φως ανάβει,
ένα παραθυρόφυλλο ανοίγει,
«φύγε, φύγε» μου φωνάζουν
ξαπλώνω σε παγκάκια, σε πέτρες, στο χώμα
με το ένα μάτι ανοιχτό
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
μήπως γεννηθεί και κανένας δεν το δει
κατεβαίνω σε υπονόμους, σε πηγάδια
σε εγκαταλελειμμένες σήραγγες

με μάτια κατακόκκινα απ’ την αγρύπνια
καταγδαρμένη από την αγωνία
και το ψύχος του ανθρώπου
με παίρνει ο ανίκητος ύπνος

άπειροι δρόμοι ξανοίγονται
μέσα στην ατέρμονη σπείρα του
σε κάποιον από αυτούς θα το προλάβω.

(σ. 43)

ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΡΟΔΑ
Η λάβρα έκαιγε τα μάτια και το στόμα μου
οι λεύκες έλαμναν πέρα δώθε κι από μέσα τους
έβγαινε τ’ αιώνιο μοιρολόι.

Ίσως να έπεσε από το άρμα κάποιου Φαέθοντα
που μέσα στον κόσμο έχασε τον δρόμο του
που ο κόσμος τον έχασε
όπως καθημερινά αμέτρητα πλάσματα
από τα υπέρλαμπρα πετάγματα
και τις θανάσιμες πτώσεις τους·
θέλω να πω: από τα θανάσιμα πετάγματα
και τις υπέρλαμπρες πτώσεις τους

από ένα ακόμα τρελαμένο άρμα, σκέφτηκα,
θα ξέφυγε η καιόμενη ρόδα και κύλισε εδώ
στα πόδια μου.

(σ. 61)

ΤΟΣΟ ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ, ΤΟΣΗ Η ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ, ΤΟΣΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΤΗ ΦΩΝΗ, ΤΟ ΖΥΓΙΣΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
Θυμήθηκα την κραυγή της Ρίτας τα μεσάνυχτα, πριν πεθάνει την άλλη μέρα. Την είχε πάρει ο ύπνος σε όχθη ορμητικού ποταμού ενώ έσφιγγε πάνω της ένα σώμα που είχε φύγει από χρόνια.

Ακούω τα φύλλα που γεννιούνται, θροΐζουν, μαραίνονται, σαπίζουν· ίσως κι εκείνα ν’ ακούν εμένα.

Ο λάκκος με τα φίδια που με πίνει για να γίνει στέρνα γλυκομίλητη σε κήπο.

Ερ.: Πώς άρχισες να γράφεις ποιήματα;
Απ.: Από μια αίσθηση κακοτυχίας που με γυρόφερνε
είχε δυναμώσει πολύ εκείνη τη μέρα.

(σ. 68)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://exitirion.wordpress.com

Η Ποίηση στην εποχή του κορωνοϊού και του εγκλεισμού: Αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν

Photo: Brian McGowan/Unsplash

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Σε κάθε περίοδο κρίσης η Ποίηση και η Τέχνη γενικότερα παίρνουν θέση, όπως οφείλουν άλλωστε, σχετικά με όσα συμβαίνουν στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα ώστε με το δικό τους μοναδικό τρόπο να προσεγγίσουν και να αναδείξουν τις αλλαγές που συμβαίνουν μέσα στην κοινωνία και στις ζωές των ανθρώπων. Η πανδημία του κορωνοϊού δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Ήδη μέσα από τις πρώτες μέρες του εγκλεισμού όσο οι μεγάλες πόλεις, τα χωριά και οι δρόμοι μετατρέπονταν σε απέραντες ερήμους λόγω του εγκλεισμού κι ενώ στα νοσοκομεία οι θεματοφύλακες της δημόσιας υγείας έδιναν, και δίνουν ακόμα, την άνιση μάχη κατά του ιού, οι ποιητές κι οι συγγραφείς έδωσαν, και συνεχίζουν να δίνουν, μένοντας στο σπίτι, τη μάχη της έκφρασης των νέων συνθηκών.

Από τις πρώτες μέρες γράφτηκαν ποιήματα και διηγήματα για την περίοδο, που είτε διαβάστηκαν και μοιράστηκαν στο στενό ή ευρύτερο κύκλο που έχει – αν έχει – ένας ποιητής, είτε δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικές σελίδες και ιστολόγια. Παράλληλα αντίστοιχες σελίδες καθώς και εκδοτικοί οίκοι (αναφέρω ενδεικτικά: Εκδόσεις 24 Γράμματα, περιοδικό κι εκδόσεις Ατέχνως, Booksitting.wordpress.com, Strophes.blogspot.com, Nyctophilia.gr), οργάνωσαν δράσεις με πρόσκληση σε ποιητές και συγγραφείς ώστε να καταθέσουν τα πονήματα τους, διοργάνωσαν λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και προχώρησαν στην έκδοση σχετικών βιβλίων, αναδεικνύοντας ως κύρια ασχολία τους την καταγραφή των αλλαγών που έφερε στη δημόσια και ιδιωτική ζωή η πανδημία.
Αυτή η έκρηξη δημιουργικότητας, στην ποίηση καθώς και σε όλες τις τέχνες, κατάφερε να βοηθήσει αρκετούς συνανθρώπους μας ώστε να αντιμετωπίσουν από μια καλύτερη θέση τις μέρες του εγκλεισμού κι αυτό δεν είναι λίγο…

Ενστάσεις

Όμως απέναντι σε αυτή τη θετική και θεμιτή εξέλιξη, δηλαδή με τις ποιητικές απόπειρες στο διαδίκτυο και σε βιβλία, υπάρχουν κι ενστάσεις. Έχω εντοπίσει δύο κατηγορίες μέσα από τη διαδικτυακή μου περιήγηση στο Facebook – εκεί πια θα βρούμε ένα μεγάλο πλήθος ποιητών και εκδοτικών οίκων που έρχονται σε επαφή με πιθανούς φίλους και αναγνώστες τους – καθώς και σε προφίλ ανθρώπων που ασχολούνται με την τέχνη της γραφής.

Η πρώτη ένσταση δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά ότι μπορεί πολλοί και πολλές να γράφουμε με αφορμή την πανδημία του κορονοϊού αλλά ότι η δημοσίευση και η έκδοση σχετικών εργασιών χρειάζεται να περιμένει καθώς προτιμότερο είναι να αφήσουμε να ωριμάσουν τα συναισθήματα κι οι εμπειρίες και ύστερα να προχωρήσουμε σε αυτές τις διαδικασίες. Με αφορμή τη συγκεκριμένη ένσταση αναρωτιέμαι: Ποιος, άραγε, είναι ικανός να το αποφασίσει αυτό; Και με πια κριτήρια; Δηλαδή, η συγκεκριμένη ένσταση προτείνει μια λογική του τύπου #μετάθαδημοσιεύσουμε… που, σε εμένα προσωπικά, θυμίζει το περίφημο και τόσο λανθασμένο #μετάθαλογαριαστούμε της πολιτικής και σχετικά με τις αποφάσεις της κυβέρνησης για τη δημόσια υγεία και τα εργασιακά δικαιώματα στον καιρό της πανδημίας που αφενός στρέφονται εναντίον της εργατικής τάξης και των ευπαθών ομάδων κι αφετέρου έχουν ήδη ξεκινήσει να εφαρμόζονται χωρίς να περιμένουν τη λήξη της ιστορίας με τον κορωνοϊό.

Όμως η σκληρή αλήθεια είναι ότι και μετά και τώρα χρειάζεται να δημοσιεύουμε και να πάρουμε θέση ως δημιουργοί αξιοποιώντας κάθε μέσο που έχουμε στη διάθεση μας. Άλλωστε η καθεμία περίοδος έχει την αξία της κι αντίστοιχα θα κριθεί ή/και όχι… Όπως και #τώραθαλογαριαστούμε*, έχουμε ήδη ξεκινήσει, αλλά και μετά με σκοπό την προάσπιση της δημόσιας υγείας και των δικαιωμάτων μας.

Αν όμως η πρώτη ένσταση έχει κάποια βάση καθώς εκφράζει ένα γνήσιο ενδιαφέρον για την ποίηση της περιόδου κι από ανθρώπους καθόλου άσχετους με το αντικείμενο, η δεύτερη ένσταση, η οποία είναι ιδιαίτερα προβληματική, με πλήρη απαξίωση και με μια απίστευτη τυφλότητα σχετικά με την αναγκαιότητα αυτών των δράσεων υποστηρίζει ότι όλος αυτός ο οργασμός διαγωνισμών, δημοσιεύσεων κι εκδόσεων αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στο οικονομικό όφελος των εκδοτών τους οι οποίοι εκμεταλλεύονται τους κάθε λογής ποιητές ή συγγραφείς εντός κι εκτός εισαγωγικών. Δεν μπορούμε βέβαια να ισχυριστούμε ότι δεν ισχύει ή, καλύτερα, ότι δεν θα εφαρμοστεί σε κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό όλο αυτό ή ότι δεν θα καλλιεργηθούν τέτοιες πρακτικές στη συνέχεια εκμεταλλευόμενες ένα ιστορικό γεγονός όπως η πανδημία του κορωνοϊού. Αλλά αν αυτή η ένσταση χρησιμοποιείται, όπως έχω παρατηρήσει, γενικεύοντας τα αρνητικά παραδείγματα και με μια γλώσσα άκρως ειρωνική ισοπεδώνοντας στην ουσία όλες αυτές τις προσπάθειες, τότε δεν είναι παρά μια κακόβουλη ένσταση που, τολμώ να ισχυριστώ, ότι φλερτάρει… με τη λογοκρισία.

Φυσικά, στον καπιταλισμό ζούμε – ακόμα, δυστυχώς – αλλά είναι αδύνατο και… παράλογο να μην επιδιώξουν κάποιο κέρδος οι εκδοτικοί οίκοι από αυτή την διαδικασία. Το θεμιτό θα ήταν να μην το κάνουν σε βάρος των δημιουργών. Υπάρχει και το παράδειγμα εκδοτικού που δηλώνει ότι τα έσοδα από αντίστοιχο βιβλίο θα πάνε σε φιλανθρωπική δράση. Η κατάληξη λοιπόν, όλων των παραπάνω είναι ότι δεν μπορούμε να γενικεύουμε, αντίθετα χρειάζεται να βλέπουμε ξεχωριστά το κάθε παράδειγμα και να κρίνουμε ανάλογα. Δηλαδή να κρίνουμε εκ του αποτελέσματος.

Κλείνοντας αυτό το σχόλιο ή αυτή την παρέμβαση, αν θέλετε, δηλώνω ότι και οι δημιουργίες στην εποχή του κορωνοϊού και οι αντίστοιχες ενστάσεις ή όποιες ακολουθήσουν ακόμα είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Η συμβουλή μου σε αυτό είναι μόνο μία: Αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν! Αρκεί να είναι λουλούδια κι όχι γαϊδουράγκαθα, σωστά; Νομίζω ότι τα βασικότερα στοιχεία για μια ορθή αντιμετώπιση του φαινομένου, του οποίου βρισκόμαστε ακόμα στο ξεκίνημα του, είναι η ύπαρξη ταπεινότητας, ο σεβασμός σε μια περίοδο δύσκολη και πρωτόγνωρη για ολόκληρη την ανθρωπότητα, όχι η υπεροψία σχετικά με την δική μας θετική ή αρνητική συμβολή σε όλα αυτά κι από οποιοδήποτε μετερίζι βρισκόμαστε. Κι αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την αισθητική ποιότητα, το βάθος και το συναίσθημα των ποιημάτων και των διηγημάτων που βλέπουν ή που θα δουν το φως της έντυπης και διαδικτυακής δημοσιότητας τους επόμενους μήνες. Να είστε σίγουροι ότι μέσα από αυτή την διαδικασία θα προκύψουν και διαμάντια. Εμείς, ως αναγνώστες, ποιητές και φίλοι του βιβλίου δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να καταδικάσουμε την συγκεκριμένη, πολύμορφη προσπάθεια αλλά με σύνεση και σεβασμό να αναδείξουμε τις πραγματικές της διαστάσεις.

*Το σχόλιο γράφτηκε κατά την διάρκεια του εγκλεισμού, αν και οι διαπιστώσεις του θεωρώ πως αναδεικνύονται επίκαιρες ακόμα και τώρα. Ίσως και περισσότερο από πριν. Δεν είναι τυχαίο που μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων είχαμε και την ανάπτυξη των κινημάτων του #Support_Art_Workers και του #Support_Health_Workers που μαζί με το εργατικό κίνημα στη χώρα μας και διεθνώς δίνουν τη δύσκολη αλλά αναγκαία μάχη για την υπεράσπιση της δημόσιας υγείας και για την αξιοπρεπή διαβίωση των καλλιτεχνών ανοίγοντας παράλληλα και τα άλλα ζητήματα της επικαιρότητας που αφορούν είτε την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή, είτε ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή και την κλιματική αλλαγή. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, όλα τα παραπάνω συνδέθηκαν και με το κίνημα #Black_Lives_Matter που βγήκε ξανά στους δρόμους μετά τη ρατσιστική δολοφονία του George Floyd από αστυνομικό στη Μινεάπολη. Στις ΗΠΑ, και την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, θεωρητικά ισχύουν ακόμα τα μέτρα του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας κι ενώ τα θύματα του νέου ιού έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη… (18/6/2020)

**Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη (29/4/2020)
Δεύτερη γραφή: (18/6/2020)

Τσιμάρας Τζανάτος, ποιητής, 1960-2022

Ο πλήρης τίτλος: [αγνώστου] η βία τού βίου

Τσιμάρας Τζανάτος, ποιητής, 1960-2022

Ο πλήρης τίτλος: [αγνώστου] η βία τού βίου

ΜΑΝΟΣ ΤΑΣΑΚΟΣ

Αυτό το ζ στη ζωή, όλο βουίζει.

Δεν σέβεται τη νεκρική μας ησυχία.

Κάθε φορά που συναντιέμαι με ποιήματα που διαθέτουν ποιότητες, κάθε φορά πού μία ποιητική συλλογή με ξαφνιάζει για την αξία της, (πόσο σπάνιο πια…), βρίσκομαι αντιμέτωπος με ενοχές. Γιατί δεν φρόντισα ν’ ανακαλύψω νωρίτερα αυτές τις ποιότητες. Γιατί δεν συναντήθηκα μαζί τους την ώρα που έπρεπε, έστω σαν αναγνώστης. Γιατί μέσα στον κατακλυσμό των ανάξιων κειμένων δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω το άξιο, εκείνο που τού πρέπει να επιβιώσει και να αναδειχθεί. Μα και πάλι, τι σημασία έχει; Ακόμη και εάν έγκαιρα, (όσο δηλαδή ο Τζανάτος ήταν ακόμη ζωντανός), είχα παρουσιάσει τον ποιητή, θα άλλαζε κάτι; Έτσι κι αλλιώς άχρονος η ποίηση και τα καλύτερα έργα της παραμένουν και αδιάβαστα και ακατανόητα και παραμερισμένα.

Διασκεδάζω κάθε φορά που κάποιος «διανοούμενος» ανεμίζει το κασκόλ του, (απαραίτητο αξεσουάρ των διανοούμενων κι ας φωνάζουν οι τζίτζικες όξω τον καύσωνα που πυρώνει το σύμπαν), και με ύφος στομφώδες και ταυτοχρόνως ταπεινό, (μα πώς το καταφέρνουν;..) δηλώνει ποιητής. Ως ιδιότητα. Ως επάγγελμα. Ως δήθεν υπαρξιακή ανάγκη. Με ανεπίγνωστη την ματαιότητα, (μα και γελοιότητα), παρόμοιων εμφανίσεων. Και κάτι τέτοιες στιγμές, την ώρα δηλαδή που οι προβολείς λούζουν τον κασκολοφόρο ποιητή και τις πόζες που παίρνει για να συναντηθεί με το κοινό του, κάτι τέτοιες στιγμές έρχεται από το πουθενά ένα βιβλιαράκι, μια μικρή ποιητική συλλογή, για να τινάξει στον αέρα όλα εκείνα τα ασήμαντα που περνιούνται για σημαντικά, όλη εκείνη την ματαιοδοξία που δίνει υπόσταση σε ζωές κατά τα άλλα κούφες, εντελώς κενές και ανάξιες.

Τον Τζανάτο αχνά τον γνώριζα ως θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό. Η φυσιογνωμία του συμπαθής και ο λόγος του, (όσο μπόρεσα να τον ακούσω σε κάποια συνέντευξη), ευγενής και μετρημένος. Αγνοούσα τις ποιητικές δημιουργίες. Από όσο μπορώ να καταλάβω παρουσίαζε κάποιες από αυτές στα κοινωνικά δίκτυα. Μα πού καιρός για τέτοιες έρευνες και ανακαλύψεις. Κάποτε και μετά τον θάνατό του, (ή μάλλον, λόγω τού θανάτου του), διάβασα σε μία ανάρτηση δύο στίχους του.

Έψαχνες το άλλο σου μισό,

Ενώ εσύ έλειπες ολόκληρος.

Αυτό το ευφυολόγημα, ( μα γιομάτο ουσία, από τα πλέον εύστοχα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια), ήταν αρκετό για να αναζητήσω δουλειά τυπωμένη. Ευτυχώς η μοναδική που υπήρχε ήταν πρόσφατη, απούσα παρ’ όλα αυτά από τους λαμπερούς πάγκους των βιβλιοπωλείων. Τέλος πάντων βρέθηκε, έκδοση τού 2021, από την Κάπα εκδοτική. Ένα μικρό βιβλιαράκι δέκα επί είκοσι εκατοστά, 214 περίπου  σελίδες όπου απλώνεται ποιητική εργασία περίπου είκοσι χρόνων, με 171 ποιήματα, τα περισσότερα ολιγόστιχα.

Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Τζανάτος δεν φτιάχνει ποίηση μέσω τής φιλολογίας, δεν μετρά συλλαβές για να ολοκληρώσει το ποιητικό μέτρο, δεν τον ενδιαφέρουν οι τεχνικές ατέλειες τού στίχου και γενικότερα οι ποιητικοί κανόνες. Κι όμως, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει κι εδώ, ό,τι συμβαίνει και με τον στίχο τού Καρυωτάκη. Παρά τις ατέλειες, παρά την ανυπαρξία ποιητικού μέτρου, την απουσία ηχηρών λέξεων και επιπλέον καλολογικών στοιχείων, το τελικό αποτέλεσμα και ποιητικό ρυθμό διαθέτει και αρτιωμένο αφήγημα και νοηματικό βάθος.

Θάλεγε κανείς διαβάζοντας τα πρώτα ποιήματα ότι εδώ έχουμε να κάνουμε κυρίως με ποίηση διανοητική, ποίηση στηριγμένη στο απόφθεγμα, το επίγραμμα και ακόμη το ευφυολόγημα. Επιπλέον και σε αρκετές περιπτώσεις ποίηση λογοπαιγνίου. Πρόκειται για «είδος» που καλλιεργήθηκε κατά κόρον από την Κική Δημουλά, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε στα ύστερα ποιήματά της να έχει απομείνει μοναχά η μανιέρα, το παιχνίδι των λέξεων, ένας στείρος εντυπωσιασμός, άνευρος και δίχως ουσία, ένα παιχνίδι και τίποτα παραπάνω. Η σημαντική διαφορά είναι ότι στα περισσότερα ποιήματα τού Τζανάτου, το λογοπαίγνιο και το ευφυολόγημα δεν απομένουν μετέωρα, γυμνά και άστοχα, μα κάθονται πάνω σε περιεχόμενο, (υπονοούμενο ή άμεσα δηλούμενο) γερό, καίριο, επίκαιρο όσο ποτέ μα και συνάμα διαχρονικό, στηρίζονται με άλλα λόγια σε νόημα, βαθύτερο στοχασμό, κάποιες φορές και σε ένα και μόνο απλό ερώτημα.

Ας κάνουμε εδώ μία μικρή στάση, πριν δούμε δηλαδή εγγύτερα κάποιους στίχους. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Τζανάτος είναι κορυφαίος ποιητής, μεγάλος, ανυπέρβλητος, μοναδικός, μακριά από εμέ τέτοια επίθετα, τα θεωρώ υπερβολικά ακόμη και για γνωστούς και καταξιωμένους ποιητές. Λέω απλώς ότι στο πεδίο τής υπαρξιακής ποίησης το βιβλιαράκι αυτό έχει κάτι να πει, φρέσκο, δροσερό, με γλωσσικό και νοηματικό ενδιαφέρον. Ο χρόνος δεν θα το ξεχωρίσει, δεν θα το βρείτε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, δεν θα μείνει κανείς σ’ αυτό, ήδη έχει ξεχαστεί και μόνο με αφορμή τον θάνατο τού ποιητή ανασύρθηκε για λίγο στην επιφάνεια, μέσα στην στερεότυπη και κρύα γλώσσα ενός βιογραφικού τού αποθανόντος. Κρίμα. Γιατί αυτό εντείνει την πίστη μου, ότι εκεί έξω, έστω και σε αριθμό ελάχιστο, κρύβονται ποιότητες που δεν θα συναντηθούν ποτέ με τις συνειδήσεις των αναγνωστών. Ας είναι, παλιά η ιστορία όσο και ο κόσμος.

Τα ποιήματα τής συλλογής χωρίζονται σε πέντε ενότητες, όλα άτιτλα (εκτός από δύο), δίχως καν χρονολογία, εκτός από το εισαγωγικό τής πρώτης ενότητας που τιτλοφορείται «Η ζωή στην αγέλη». Θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος ολάκερης τής συλλογής. Γιατί πράγματι, αν ασχολείται με κάτι κατά κόρον ο Τζανάτος είναι η διαφορά μέσα στο πλήθος, η μοίρα εκείνων που έχουν επιλέξει να κινούνται στην απέναντι τού όχλου όχθη, η μοίρα όσων επιμένουν να μορφώνουν πρόσωπο και να κρατούν αποστάσεις από την μάζα και τις οπαδικές συμπεριφορές της. Δείτε προσεκτικά το εισαγωγικό ποίημα τής συλλογής.

Η ζωή στην αγέλη

«Εγώ είμαι εδώ από αγάπη. Μη με φάτε…».

Τους είπα.

«Έτσι θα είσαι δικός μας. Αν σε φάμε. Έτσι 

αγαπάμε».

Μού είπαν.

«Να με φάτε με τρυφερότητα τότε…».

Ψιθύρισα.

«Μη σε νοιάζει. Η πρώτη δαγκωνιά πονάει.

Μετά συνηθίζεις. Και δεν αισθάνεσαι.

Τίποτα».

Δέκα στίχοι όλοι κι όλοι και ένας διάλογος. Αλλά μέσα σε τούτο το ποιηματάκι υπάρχει ολάκερη η διαδικασία τής απώλειας τής παιδικότητας, (παρθενίας, αφέλειας, αθωότητας, όπως θέλετε πείτε το), η ανιδιοτελής αγάπη και η θετική διάθεση προς την κοινωνία, η αποδοχή μιάς μοίρας που δεν έχει άλλο δρόμο να περπατήσει, ο φόβος για την απώλεια τού συναισθήματος, όλα αυτά από την πλευρά τού νεοφώτιστου, τού νέου μέλους. Και από την άλλη μεριά, την ομοιογενή, την αδιάσπαστο, η αγάπη δια τής υποταγής, η δικτατορική προσταγή για αφομοίωση, μία αδιόρατη ειρωνεία σε ένα φόντο κυνισμού και αδιαφορίας. Με άλλα λόγια – για να γίνεις ένας από εμάς, για να σε αποδεχθούμε και να σε υπολογίζουμε μέλος μας, πρέπει να αδειάσεις από οτιδήποτε σε κάμει διάφορο, μοναδικό, από οτιδήποτε σε ξεχωρίζει και υψώνει την κεφαλή σου ψηλότερα από το μπόι τής μάζας.

Το θέμα βεβαίως δεν είναι καινούριο, θα έλεγα μάλιστα πως είναι χιλιοπαιγμένο, ακριβώς γι’ αυτό όμως κρύβει παγίδες. Τέτοια θέματα στην ποίηση γενούν εκτρώματα, στίχους μελό και επιτηδευμένους, δάκρυα κροκοδείλια, υπερβολικό θρήνο και οδυρμό. Όχι στο παραπάνω ποίημα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσεις το πρόβλημα τής μάζας μέσα από μία ανάλαφρη αλληγορία ή παραβολή. Είναι πολύ δύσκολο να κλείσεις μία ολάκερη πραγματικότητα μέσα σε δέκα στίχους και να εκφράσεις τόσο καθαρά και απλά αυτό που συμβαίνει εκεί έξω.

Προσέξτε και κάτι ακόμη, την στιχοθεσία, απομονώστε τους στίχους στα εισαγωγικά, δηλαδή τον διάλογο και προχωρήστε σε σύζευξη εκείνων που απομένουν.

 Τους είπα.

Μού είπαν.

Ψιθύρισα.

Τίποτα.

Θα ένιωθα έκπληξη εάν ετούτη η τοποθέτηση δεν είναι σκοπούμενη. Δείτε τον σταδιακό εκφυλισμό. Από την σχεδόν φιλική προσέγγιση τού πρώτου στίχου, (θυμίζει πρώτη ημέρα στο σχολείο, την πρώτη φορά στο σχολείο), έως το τελευταίο Τίποτα, τον μηδενισμό δηλαδή τής προσωπικότητας.  Η φυσιολογική ένταση φωνής χαμηλώνει σταδιακά, γίνεται ψίθυρος και τέλος επικρατεί η σιωπή. Δεν το πιστεύω τυχαίο.

Θα γράψω εδώ  και το αμέσως επόμενο ποίημα τής συλλογής, εκείνο με τον αριθμό ένα, καθώς κατά έναν τρόπο ακολουθεί χρονικά το εισαγωγικό, λειτουργεί κάπως σαν συμπλήρωμα εκείνου.

1.

Εσείς που με βλέπετε έτσι κατάλευκο

Αγνοείτε πόσες χλωρίνες έχω πιει

Για να διατηρήσω την λευκότητά μου.

Και ανεμίζω στα σκοινιά τού κόσμου

Πιασμένος με ένα κόκκινο μανταλάκι στον

Σβέρκο

Διάφανος σαν σύννεφο

Αλλά με καμμένα εντόσθια.

Αφόρητο το άνευ νοήματος που φέρω.

Το πλένω μόνος μου στο χέρι το βράδυ.

Το βρίσκω στεγνό το πρωί.

Το ξαναφορώ.

Μαζί με το εισαγωγικό, από τα καλύτερα ποιήματα τής συλλογής. Κάντε τον κόπο να το δούμε λίγο πιο προσεκτικά, αξίζει τον κόπο. 

Έχουμε λοιπόν τον ενήλικο άνθρωπο που έχει πια συμβιβαστεί, που έχει αποδεχθεί την «πρώτη δαγκωνιά» τού πλήθους, έχει γενεί ένας από αυτούς. Λευκός, κατάλευκος, σαν την κυρίαρχη φυλή. Για τούτο το λευκό έχει θυσιάσει κάθε διαφορά, κάθε διαφωνία, κάθε παρέκκλιση.  Αλλά παλεύει με την συνείδησή του κάθε ημέρα, προσπαθεί να έβρει δικαιολογίες (χλωρίνες) για τον συμβιβασμό του, στο σβέρκο του (σύμβολο τής κυριαρχίας) η δύναμη τού πλήθους είναι απόλυτη, πιεστική. Και κάπου εδώ ο Τζανάτος συναντιέται με τον Καβάφη. Παλεύει όλη νύχτα να αποτινάξει από μέσα του το ασήμαντο που κουβαλά ως παράσημο για να ταιριάξει με τους υπόλοιπους, κάθε βράδυ μοναχός υπόσχεται την επομένη να είναι άλλος, διαφορετικός, μα κάθε πρωί φορά ξανά την ίδια στολή, τις ίδιες απόψεις, την ίδια υποταγή και παραμένει μέλος τής μάζας. Δειλός, άβουλος, παραδομένος.

Μπορεί τα παιχνίδια με την γλώσσα να αλαφρώνουν κάπως την ατμόσφαιρα τού ποιήματος, μα στο βάθος υπάρχει μία τραγικότητα, η αφόρητη λύπη εκείνου που λειτούργησε ως πρόδουλος, έσπευσε δηλαδή σχεδόν αυτοβούλως να παραδοθεί δίχως αντίσταση καμιά, δίχως μία έστω μάχη για την τιμή των όπλων και τώρα πρέπει κάθε μέρα να ζει με την δειλία του, την ατολμία του, τον φόβο που τού στέρησε την ευτυχία μιάς μοναδικότητας. Πρόκειται για εικόνα που έρχεται από την αρχαία τραγωδία ακόμα και παραμένει σε ισχύ ως τα σήμερα, θα τολμούσα να πω πολύ περισσότερο σήμερα.

Αν ήθελα να κάμω κάποιες συγκρίσεις, (πράγμα καθόλου καλό πάντως σε κριτικό σημείωμα), θα έλεγα ότι τα ολιγόστιχα τού Τζανάτου διαθέτουν κάποια ομοιότητα με τα αντίστοιχα τού Μόντη, ποιητή βεβαίως κατά πολύ πιο ολοκληρωμένου και βαθύτερου, καθώς παρέδωσε έργο μεγάλο και είχε την πολυτέλεια να γράφει έως και προχωρημένη ηλικία. Έτσι και ο Μόντης -ασχολείται με τα πιο τραγικά θέματα τής ύπαρξης, τα πιο σοβαρά, τα πιο σημαντικά, αλλά με μία τεχνική που τα αλαφρώνει, τα κάμει λιγότερο αφόρητα και σοβαρά, είναι σαν να παίζει μαζί τους και έτσι να τα υπολογίζει, (ή και να τα φοβάται) λιγότερο.

Δείτε ένα άλλο ποίημα που μού έκανε εντύπωση.

Μού χτύπησε την πόρτα τού σπιτιού

Η Ιστορία.

Δεν τής άνοιξα.

Σήμερα μπήκε με δικά της κλειδιά.

Πίσω της, μια μπουλντόζα.

Αναπόφευκτα Λεοντάρης. Δείτε τον ανάλογο στίχο του.

[ ]

…καθώς το νιώθεις πια/πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο/[ ] πέρασμα τής ιστορίας επάνω σου.

Εξαίρετος στίχος. Για δείτε πώς συναντώνται οι ποιητές, ακόμη και όταν αγνοεί ο ένας τον άλλον. «Την πόρτα τού σπιτιού» γράφει ο Τζανάτος, ακριβώς για να τονίσει ότι κάποια στιγμή τα όσα συνέβαιναν στον δημόσιο χώρο απαιτούσαν την συμμετοχή του, την δράση του, την συνευθύνη του, την εγγραφή του στα συμβαίνοντα. Την τοποθέτηση δηλαδή τού ιδιωτικού, (τού ιδιόκτητου σπιτιού, τού κατ’ εξοχήν συμβόλου τού μικροαστισμού και τής ιδιώτευσης), σε χαμηλότερη μοίρα από το γενικότερο καλό, από τι καλό τής πόλης, (για να θυμηθούμε και λίγο την κλασσική Αθήνα). Και αυτό δεν το έπραξε. Παρέμεινε σπίτι του, αμέτοχος, κοιτώντας την δουλίτσα του, φοβούμενος τα μπλεξίματα, το κόστος, το τίμημα. Δείτε όμως το τελευταίο δίστιχο, εκεί είναι όλο το νόημα, όλη η συμπύκνωση. Αυτό που εσύ δεν έπραξες, εκείνο που εσύ φοβήθηκες, το αντιμετώπισαν άλλοι, άλλοι έγραψαν την ιστορία ερήμην σου, άλλοι άλλαξαν τον κόσμο και αυτός ο καινούριος κόσμος που πλέον δεν είσαι κομμάτι του ισοπεδώνει όπως η μπουλντόζα και σένα και το σπιτάκι σου και την πολύτιμη ιδιώτευσή σου. Εξαιρετικό ποίημα.

Ειλικρινά είναι η πρώτη φορά στα χρόνια που γράφω, που δεν θέλω και δεν πρόκειται να δώσω κι άλλα δείγματα τής συλλογής, θα είναι πράγματι κρίμα να σάς στερήσω την απόλαυση τής πρώτης επαφής με την συλλογή τού Τζανάτου. Άλλωστε τα περισσότερα είναι ολιγόστιχα ή επιγραμματικά και δεν χρειάζονται δα και καμία φοβερή ανάλυση, αρκεί να επιμένετε στην ανάγνωση κάτω από τις γραμμές. Μοναχά δύο τελευταία. Το πρώτο.

Εκείνη η αγωνία να σε ακούσουν,

σε κατάντησε τενεκέ

και παράγεις θόρυβο.

Ησύχασε.

Δεν θα γίνεις ποτέ μουσική.

Παύση γεννήθηκες.

Εντάξει ευφυολόγημα, αφορισμός, όμως τι ευφυολόγημα! Είκοσι λέξεις όλες κι όλες, μα πόση ευστοχία, πόση δύναμη νοηματική, πόση ακρίβεια εκφραστική, έτσι που δεν περισσεύει τίποτα, μήτε μια τελεία. Και σε πόσους και πόσους άραγε δήθεν δημιουργούς δεν θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε με τούτο το ποίημα.

Και το δεύτερο ποιηματάκι, αθυρόστομο, παιχνιδιάρικο, απρόσμενο.

Πολλά ποιήματα είπαμε.

Ας πούμε κι ένα μπινελίκι.

Ένα: Δεν μού γαμιέστε…!

Να ανανεωθεί ο αέρας.

Όσοι γράφουν, όσοι βασανίζονται με τα χαρτιά ολημερίς, όσοι τρώνε την ζωή τους για να εύρουν την μία και μόνη ταιριαστή λέξη, αντιλαμβάνονται πλήρως αυτόν τον τελευταίο στίχο, Να ανανεωθεί ο αέρας (την χασμωδία εδώ μήτε που την προσέχεις), να πετάξουμε από πάνω μας την σκόνη, την σχολαστικότητα, τον αγέρα στο γραφείο που έχει γίνει αποπνικτικός, γεμάτος μούχλα, καπνό και μυρωδιά κλεισούρας. Να ασχοληθούμε και λίγο με το ασήμαντο, έτσι σαν διάλειμμα, σαν διαφυγή, βαλβίδα εκτόνωσης.

Περίεργο πράγμα η ποίηση, το κείμενο, η λογοτεχνία. Πάνω εκεί που έχεις απελπιστεί από κείνα που διαβάζεις,  την ώρα που με τον φανό αναζητείς έναν και μόνο καλό στίχο, βγαίνει εμπρός σου μία ολάκερη συλλογή γεμάτη τέχνη, ποιότητες, βάθος και δύναμη μοναδική. Πιο κρίμα και από κρίμα που η ζωή τού Τζανάτου τέλειωσε τόσο νωρίς. Αν είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω θα τού έλεγα περίπου τούτα –«καλή η σκηνοθεσία, εξαίρετα τα θεατρικά σου, άξια η δουλειά σου· μα η δύναμή σου, ο στοχασμός σου και η ποιότητά σου, όλα είναι προορισμένα για την ποίηση· ασχολήσου μ’ αυτήν περισσότερο και είναι βέβαιο ότι το σημερινό διαμαντάκι σύντομα θα γενεί διαμάντι λαμπερό και ολοκληρωμένο. Και έχουμε χρόνια να συναντήσουμε κάτι αστραφτερό, την ίδια ώρα και βαθύ στην ελληνική λογοτεχνία…».

Το πιστεύω βέβαιο ότι η συλλογή τού Τζανάτου «Η βία τού βίου» θα σας δροσίσει σε άνυδρους καιρούς. Για τον Τζανάτο ισχύει σε κάποιον βαθμό εκείνο που είχε γράψει ο Τάσος ο Ρούσσος για έναν άλλο ποιητή που έφυγε νωρίς, τον Τάσο τον Ζερβό – «Ο θάνατος πήρε τον Ζερβό την στιγμή που είχε βρει καινούρια φλέβα, από όπου μόλις άρχιζε να αντλεί λάλον ύδωρ».

Όπως και νάχει, όσοι αγαπάτε την ποίηση και αναζητάτε τα άξια, κάμετε χώρο στην βιβλιοθήκη σας για τον Τσιμάρα Τζανάτο. 

Την δικαιούται την θέση του.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.tasakos.gr/τσιμάρας-τζανάτος-ποιητής-1960-2022/

Λεωνίδας Καζάσης, Εκ του παρελθόντος τα πρώτα

Πάντα ήθελε να περάσει από το μέρος όπου είχε συλλάβει τις πρώτες παραστάσεις, οι οποίες μετετράπησαν σε πρώτες αναμνήσεις. Πρόκειται για ένα ρετιρέ γωνιακό με μεγάλη βεράντα, επί των οδών Αριστοτέλους και Χέϋδεν, πάνω στην πλατεία Βικτωρίας.

Εκεί μετακόμησαν οι Θεσσαλονικείς γονείς του, λίγους μήνες αφού εγεννήθη, αφήνοντας το κοντινό διαμέρισμα επί της Τρίτης Σεπτεμβρίου. Στην πλατεία Βικτωρίας έζησε τα πρώτα τρία χρόνια του βίου του, ώσπου μετακόμησαν στην Φιλοθέη, προς μεγάλη λύπη του.

Η Φιλοθέη απεκαλείτο (γιατί ήταν) κηπούπολη’ όμως εκείνου ο νους ήταν στην πλατεία Βικτωρίας, ίσως, γιατί εκεί δεν είχε νοιώσει ακόμα την πληκτική βαρβαρότητα της οικογένειας και της εκπαίδευσης. Στην πλατεία Βικτωρίας, αν και είχε ενδείξεις, δεν είχε ακόμα καταλάβει τι γίνεται και που ήρθε.

Εκεί άκουσε για πρώτη φορά τις φράσεις: “παίζει χαρτιά”, “δεν θα  του ανοίξω αν γυρίσει το πρωί”, “θα σε βγάλω έξω από το σπίτι”. Εκεί ένοιωσε τον φόβο και τον πόνο, όταν έβαλλαν στο αναμμένο μάτι της ηλεκτρικής κουζίνας, το μικρό δάχτυλο του δεξιού  χεριού του ( γεγονός που έγκαυμα του απέφερε, σημάδι που το διατηρεί ακόμα, τόσο στο δάχτυλο όσο και στην ψυχή του ) για να συνετισθεί, και να μην πλησιάζει στην ηλεκτρική κουζίνα, ερευνώντας τα μάτια, τα κουμπιά, τον φούρνο της.
Από εκεί είδε τον στρατιώτη να φρουρεί στην ταράτσα ενός κτηρίου της Χέϋδεν, στις 21 Απριλίου του 1967, εκεί άκουσε την ίδια μέρα εμβατήρια από το ραδιόφωνο, όπως επίσης θυμάται την ίδια μέρα, την μητέρα του πανικόβλητη, να στέλνει την Σουζάνα, να προμηθευτεί τρόφιμα απ’ τον μπακάλη, λέγοντας: “Σουζάνα, έγινε δικτατορία, γρήγορα στον Καραφωτιά να ψωνίσεις”. Σουζάνα! Πόσες φορές την νοσταλγεί, δαγκώνοντας τα χείλη του να μην τρέμουν, τρίβοντας τα μάτια του να μην στάζουν!

Θυμάται την μεγάλη βεράντα όπου από ψηλά έβλεπε την πλατεία Βικτωρίας και τις γύρω οικοδομές’  ήταν τα πρώτα αγναντέματα, οι πρώτες θέες στα πρωινά, στα σούρουπα, στου ουρανού τις νύχτες. Θυμάται που τραγουδούσε ο τροβαδούρος πατήρ, τα βράδια του καλοκαιριού στην βεράντα, όταν επέστρεφε από την Θεσσαλονίκη.

Θυμάται την μητέρα του, να τραγουδά μαζί με τον εκ ραδιοφώνου, Λάκη Παππά, το τραγούδι: “Μιάν αγάπη μου έχω κλείσει σ’ ερημοκλήσι αλαργινό”. Ήταν καλοκαίρι, το απόγευμα τέλειωνε και παραχωρούσε τη θέση του στο μυστήριο που άχνιζε φωτεινά στο δωμάτιό του! Συγκίνηση ένοιωθε τότε, συγκίνηση και τώρα τον κτυπά! “να σου φορέσω στα μαλλιά χρυσό στεφάνι σαν πυροφάνι σ’ ακρογιαλιά”.

Θυμάται πως ένοιωθε ένα άλλο απόγευμα καλοκαιριού που πλησίαζε στη δύση’ και μετά από τόσα χρόνια, σκέφτεται πως ήταν η νοσταλγία, που, στην επιθυμία να τον μυήσει, πάσχιζε! Θυμάται την Σουζάνα που σιδέρωνε στο χολ, κοντά στο παράθυρο της κουζίνας, το οποίο έβλεπε στην βεράντα, και εκείνος από το παράθυρο κοιτούσε πως διαγράφεται το απόγευμα στον ουρανό. Θυμάται το ρίγος που ένοιωσε, όταν τρίφτηκε με την πάνα του επάνω της (συχνά τριβόταν, όπου έβλεπε μηρό γυναικείο,  στης μητέρας του, στης θείας του! Τον μάλωναν βέβαια, αλλά δεν μπορούσαν και να μη γελάσουν, όταν ο μικρός δεν έπαιρνε τα μάτια του από τους γυναικείους πισινούς και τους μηρούς, τους οποίους ενίοτε άγγιζε, όποτε τύχαινε να βρίσκεται σε χώρο που υπήρχαν θηλυκά).

Μιά μέρα καλοκαιρινή, ξύπνησε, και πήγε στην κουζίνα, η οποία φωτιζόταν από την βεράντα (σαν γωνιακό που ήταν το ρετιρέ, σχεδόν όλο –σαλόνια, κουζίνα, υπνοδωμάτια– είχε έξοδο προς την βεράντα) τότε άκουσε μια περίεργη φωνή διαρκείας από τον δρόμο, προφανώς κάποιου πλανόδιου, και ενώ χαιρόταν την κυριακάτικη ευδία (δεν ξέρει γιατί αυτή την ανάμνηση την έχει συνδέσει με την Κυριακή, ενώ δεν θυμάται τι μέρα ήταν’ όμως θυμάται για όλα όσα ανέφερε, το πώς αισθανόταν τότε, το θυμάται καλά! Γιατί το νοιώθει και τώρα) άκουγε παράλληλα την μητέρα του, να εξηγεί στην Σουζάνα, τα σχέδιά της για την Φιλοθέη, και στεναχωριόταν! Δεν ήθελε να φύγει από την πλατεία Βικτωρίας! Ο αέρας της τον τραβούσε! Το ίδιο συνέβη λίγο αργότερα με την Θεσσαλονίκη, που από τότε ήθελε να έρθει κοντά της.

Η πλατεία Βικτωρίας αντιπροσώπευε την ξεγνοιασιά των τριών πρώτων χρόνων της ζωής του. Η Θεσσαλονίκη αντιπροσώπευε την διαφυγή στον παππού και στην γιαγιά, μακριά από την πληκτική βαρβαρότητα του σπιτιού και του σχολείου.

Πάντα θυμάται την πλατεία Βικτωρίας με λύπη για τον αφελή, που δεν φαντάζεται τα επακόλουθα’ την θυμάται για την ήρεμη περιέργεια που τον διακατείχε μπροστά στην όψη της ζωής, που φάνταζε καινούρια στα μάτια του, αφού και η ύπαρξή του καινούρια ήταν.

Από την πλατεία Βικτωρίας, κοιτά τον ουρανό, που αυτή την στιγμή προσφέρει απροσδιορίστου χρώματος σχηματισμούς. Μετά από σαράντα πέντε χρόνια, η Αθήνα, στα μάτια του, ομορφαίνοντας, εξιλεώνεται.

4/2012

Συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια

[Αθηνά Βογιατζόγλου, Ερωτοπαίγνια, Κέδρος 2019]

Κριτικό σημείωμα του Χρήστου Νιάρου

Όσο μπορώ θα ερωτευτώ
μες στα σεντόνια,
θ´αφήσω το μυαλό μου να αγαπήσει
πολύ.
Κι οι συνειρμοί,της μνήμης οι λεπτές
επιθυμίες, οι παράτολμες του πόθου
δυνατότητες
θα απλουστευτούν σαν βότσαλα
κάτω απ´ το πόδι.

 
 
          Γλυκιές, παλλόμενες τρυφέροτητες συνειρμών και επιθυμίες σε μια ακόμη βιωματική γραφή της Αθηνάς Βογιατζόγλου αποτυπώνονται στο βιβλίο αυτό. Τα Ερωτοπαίγνια είναι μια ποιητική συλλογή που όταν την ξεκινήσεις θέλεις να τη διαβάσεις ως τη  τελευταία σελίδα. Το παιγνίδι του έρωτα είναι αθώο στον πυρήνα του, αυθόρμητο και με πολλά βέλη και φωνήεντα και η κάθε του προσέγγιση έχει πάντοτε ένα ενδιαφέρον. Είναι κάτι που δεν σταματάει, δεν εξαντλείται στο διάβα του χρόνου και στην πορεία της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη. Σαν παιγνίδι είναι  ο έρωτας, που δεν έχει τέλος, αλλά ούτε αρχή. Τα θέλω και τα μπορώ του έρωτα πάντα σε κουβέντα. Είναι η πιό μεγάλη συνάντηση του μέσα της ψυχής του ενός με τον άλλο. Ένα ραντεβού διαρκείας, εγρήγορσης, συνεύρεσης, στοχασμών, αισθήσεων, βιώματος που περνά από αρκετούς σταθμούς, με σκιές, εξάψεις, σκοπούς ανάλαφρους και χρόνους ονειρικούς, και μας κοιτάει με τα μάτια της ψυχής.
          Αυτό κάνει και η δημιουργός του βιβλίου. Ξεκινώντας με το ποίημα  «Αυτοπροσωπογραφία», σαν εισαγωγή και προειδοποίηση για το τι θα επακολουθήσει, μας δίνει μια πρόγευση για το τι έπεται στις σελίδες του βιβλίου.  Μιλάει και μονολογεί για τις πτώσεις, τις στιγμές αλλά και τα ατυχήματα του έρωτα και των πόθων, όπως τα ένιωσε στον χορό ,στην τροχιά και στον χώρο των εποχών που βρέθηκε και έζησε . 
Μαγικό φίλτρο και συνταγολόγιο για αυτά δεν υπάρχει. Γιατί οι έρωτες έχουν τα έργα και τα λόγια τους χαραγμένα, φανερά και αφανέρωτα, στην κάθε συνάντηση ψυχής και σώματος. Σημειώνει σε ένα ποίημά της: «Οι αρμονίες μου αποδημητικά πουλιά./ Πως να τις φτάσω, ο άνεμος δεν δίνει διαβατήριο/ στα φύλλα μου» . Και ανοίγει τα κιτάπια της η δημιουργός στο άγγιγμα και στην δίνη του έρωτα, στην χλωρίδα, στην πανίδα, στην γεύση και στην επίγευσή του, αυτού του τόσο κρίσιμου προαπαιτούμενου ζωής.
          Ήρεμη ποιητική γραφή, που όμως επωάζει, υπόκωφα, σιωπές και πόθους. Η θηλυκή δημιουργός παραπονιέται, σκιρτά, διευσδύει στον μανδύα της μοναξιάς, απλώνεται και μαζεύεται με στίχους και στροφές πολλών προβολών -φωνών, στο άπειρο, στη νύχτα, στα λιβάδια, στην καθημερινότητα της πόλης, στη ματιά του άλλου. Κάθε συνομιλία έχει και κάτι το ιδιαίτερο και όμορφο .Ένα διαρκές ταξείδι με ό,τι την εχει συνεπάρει, ό,τι έχει φωτογραφίσει με τις λέξεις της στη ροή του χρόνου και της ζωής.ξεδιπλώνεται και αφήνεται στο χαρτί με σαγήνη και ρυθμό. Το εγώ που γίνεται εσύ, μαζί και αιωρούμενο συστατικό της ζωής αλλά και συμπερασματικό και λυτρωτικό αναδύεται, εκπέμπεται, πίνεται και μας αγγίζει γραμμή την γραμμή και σε αυτό το βιβλίο της συγγράφεως και πανεπιστημιακού Αθηνάς Βογιατζόγλου. Ως τα πιο μυστικά βάθη της ψυχής της όλος ο κόσμος σκηνοθετείται, ομολογείται, ταξιδεύει, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπαινικτικά, άλλοτε άμεσα κατανοητά κι άλλοτε κρυπτικά. Δεν είναι όλα όμως στο συννεφάκι του πάνω ορόφου της καρδιάς ρόδινα και χαρωπά. Από την πρώτη μέρα που είδε το φώς στην ζωή ετούτη μέχρι το τώρα υπάρχουν πολλές εικόνες και συναισθήματα που ζητούν μια δεύτερη ερμηνεία και προσέγγιση. Επομένως είναι κάτι το επίπονο και αληθινό.  
Υπάρχουν δε και οι πτώσεις και οι πόθοι των στιγμών στην πορεία της ζωής· όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ποιήτρια στο μέσον της «Αυτοβιογραφίας»: «ποτέ δεν τα τιθάσευα. / Μ’ έκαναν πάντα να ντρέπομαι για το / θράσος τους. Αγριεύουν στον άνεμο, / μα πιό πολύ στο μαξιλάρι» – είναι πιθανό οι στίχοι αυτοί να αφορούν τα μαλλιά της, σύμβολο θηλυκότητας και εντέλει σεξουαλικότητας, την οποία η ποιήτρια εμφανίζεται να μην μπορεί να ελέγξει όσο θα ήθελε. Δεν είναι όλα υπό έλεγχο στον έρωτα.
          Οι ενότητες της ποιητικής αυτής σύνθεσης φέρουν, διαδοχικά, τους τίτλους: Είσοδος, Αμφίφυλο, Μοναχικό, Βουκολικό, Πατρικό, Ακαδημαϊκό, Συζυγικό, Μητρικό, Έξοδος, διαγράφοντας την πορεία του βίου της δημιουργού με βάση τον έρωτα, που περιλαμβάνει ακόμη και τη σχέση με τον πατέρα της και, αργότερα, την κόρη της. Όλες οι σχέσεις με τα βασικά πρόσωπα της ζωής της χρωματίζονται, λοιπόν, και ερωτικά. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πατέρα της, πρόωρα όπως φαίνεται χαμένο, στον οποίο αναφέρονται και τρία από τα ποιήματα. Από το ποίημα «Έξοδος», που κλείνει το βιβλίο, επιλέγω τους στίχους: «Καλά περνούσα με τις σκοτεινές κηλίδες μου / τις δήθεν αστρικές / με τις φακίδες και τα ερωτηματικά / που λέρωσαν τόσο χαρτί επίμονων εραστών. / Πρός τι οι διαφάνειες; Με κυρίεψε / ο δαίμονας της ανθρωπιάς. /Ας γινόμουν τουλάχιστον καθρέφτης σε σαλόνι. / Όχι αυτό το σελοφάν. / Που κανείς δεν ξέρει / πόσο επίπονα είναι χειροποίητο».
          Η αυλαία και η παράσταση των ποιημάτων, που μοιάζουν αυτοβιογραφικά και με αλήθεια δοσμένα, μας ανοίγει έναν διάλογο με τα δικά μας πεπραγμένα, βιώματα, στιγμές, και από την άλλη μας ξεδιπλώνει με πυκνότητα λόγου και με  λυρισμό αναπολήσεις, ερωτηματικά αλλά και συμπερασμάτα για τη μέχρι τώρα πορεία της γυναίκας – δημιουργού, που με δικό της τρόπο, ακόμη και πίσω από μάσκες μερικές φορές, αποκαλύπτεται, με τόλμη τη σωματική, συγκινησιακή και διανοητική αλήθεια της στα δρώμενα και στις γραμμές του βιβλίου. Μια συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια μένει στα θετικά της γραφής ,της επικοινωνίας και των στοχασμών ,για πολλές αναγνώσεις . Μια ποίηση που δείχνει αντοχή και χαρακτήρα αλλά και ρέει αυθόρμητα ,πάντοτε μας συναντάει.

Εξέγερση: Η ρήξη με την παράδοση και η σύγκρουση με την εξουσία

Pablo Picasso, Portrait of Marie-Thérèse Walter, 1937

Η Έδρα Κ. Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν κάλεσε προσωπικά συγκεκριμένους Έλληνες ποιητές που εμφανίστηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα να συμμετάσχουν σε μια συλλογή σύντομων δοκιμίων με θέμα το εξεγερτικό πρόταγμα και φαινόμενο.

Το κείμενο που παρατίθεται είναι του Γιώργου Λίλλη.

Εξέγερση ίσον αυτογνωσία

Εξέγερση. Λέξη βαρύγδουπη, παρ όλα αυτά σημαντική ως έννοια, μιας και εμπεριέχει στον πυρήνα της την ανατροπή. Το ερώτημα όμως που τίθεται σήμερα είναι ο λόγος που εξεγείρεται κάποιος. Στην εποχή μας είναι δύσκολο να προσδιορίσεις τη βαθύτερη αιτία της εξέγερσής σου. Εκεί που βάλλεσαι εναντίον μιας κοινωνικής αδικίας για παράδειγμα, το σκηνικό αλλάζει από την μια μέρα στην άλλη και βρίσκεσαι εκτεθειμένος, πριν συνειδητοποιήσεις εις βάθος το εύρος της αδικίας που σου προκάλεσε την εκάστοτε αντίδραση.

Οι μέρες που διανύουμε μοιάζουν με χαμαιλέοντα. Καμουφλάρονται μέσα στο σκηνικό που αναπαράγουν για να μην μπορεί ο κάθε υποψιασμένος να αντιδράσει. Ένα πολύπλοκο σύστημα, εναλλασσόμενο, όπου τείχη ανυψώνονται και πέφτουν από την μια στιγμή στην άλλη, μόδες και πρότυπα καταρρέουν εν ριπή οφθαλμού, αφήνοντάς μας αμήχανους μέσα σε μια χαώδη υπερπληροφόρηση, η οποία συσκοτίζει παρά ξεδιαλύνει.

Τι οφείλει λοιπόν ο καλλιτέχνης να πράξει σε μια τόσο ασταθή περίσταση; Κατά τη ταπεινή μου άποψη να εξεγερθεί εναντίον του εαυτού του. Όσο και οξύμωρο να ακούγεται, ίσως είναι ο μοναδικός τρόπος να αντισταθεί με ουσιαστικό τρόπο στο να μην παίρνει τόσο στα σοβαρά τον εαυτό του. Είναι εύκολο να χτίσεις μια εικόνα πρότυπο και να φυλακιστείς μέσα της. Η σιγουριά και η ασφάλεια που προσφέρει μια τέτοια εικόνα είναι και η μεγαλύτερη παγίδα που μπορεί να πέσει ο καλλιτέχνης. Του εξασφαλίζει ένα δημόσιο προφίλ, τον καθιστά ικανό να δρα σύμφωνα με τα καλλιτεχνικά όρια που ο ίδιος έχει θέσει, γεγονός που τον οδηγεί σταδιακά στο να διαχέει όλη του την ενέργεια στο να διατηρήσει αυτό το προφίλ ανέπαφο από εξωγενείς κινδύνους. Αν καλλιτέχνης σημαίνει όμως πάνω από όλα αμφισβητώ και κατά συνέπεια αναζητώ, μια τέτοιους είδους πρακτική τον οδηγεί στην επανάπαυση.

Ως καλλιτέχνης του σήμερα οφείλω λοιπόν πρώτα να αμφισβητήσω τις πρακτικές μου και να σταθώ κριτικά ως προς τις προθέσεις μου. Είναι εύκολο να γράψω ένα πολιτικό ποίημα, εύκολο να ταυτιστώ δημόσια με τους κάθε είδους επαναστάτες, το δύσκολο είναι να παραδεχτώ τις πραγματικές αιτίες που με οδηγούν σε αυτές μου τις επιλογές. Αν ο καλλιτέχνης εκφράζει την εποχή του, θα ήταν λοιδορία να ψεύδεται στον εαυτό του απλώς και μόνο για επικροτείται.

Όταν εξεγείρεσαι ενάντια στον εαυτό σου, όσο και να ακούγεται άβολο, θέτεις ερωτήματα. Δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία αν μπορούν να απαντηθούν. Δημιουργείται ένα κλίμα γόνιμης αντιπαράθεσης με τα πάγια πιστεύω σου. Τίθεσαι σε ένα είδος διαθεσιμότητας για να αντικρίσεις εξ αποστάσεως το έργο σου και τον εαυτό σου μέσα από το έργο σου. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορείς να μιλήσεις για αυτογνωσία. Αμφισβητώντας. «Ο άνθρωπος δεν είναι ικανός για υψηλού βαθμού», γράφει ο Έρμαν Έσσε στο «Λύκο της Στέπας», συνεχίζοντας: «βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο μέσα από τα παραμορφωμένα πρίσματα της αυταπάτης και της υπεραπλούστευσης. Γιατί φαίνεται πως υπάρχει μια έμφυτη και επιτακτική ανάγκη σε όλους τους ανθρώπους να θεωρούν τον εαυτό τους σαν μια βασική μονάδα». Το χρέος του καλλιτέχνη είναι να έρθει σε αντιπαράθεση με τις αυταπάτες του.

Η εξέγερση επί του ατομικού όταν επιτευχθεί, μπορεί να τον οδηγήσει στο να δράσει και επί του συλλογικού. Να γίνει μεταφορέας του κλίματος της κοινωνίας που ζει. Να μιλήσει αληθινά για όσα συμβαίνουν γύρω του.

*Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Έζησε στην Ελλάδα, στην Αθήνα και στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (“Ποίηση”, “Μανδραγόρας”, “Δέντρο”, “Ακτή”, “Γραφή”).

**Δημοσιεύτηκε στο δελτίο “Αγαύη” Νο 1, 6/2022.

Η ποίηση και οι ανόητοι

Aldo Pellegrini*

Η ποίηση έχει μια πόρτα ερμητικά κλειστή στους ανόητους, αλλά ορθάνοιχτη για τους αθώους. Δεν είναι μια πόρτα κλειδωμένη με κλειδαριά, αλλά η δομή της είναι τέτοια που, όσα και αν κάνουν οι ανόητοι, δεν μπορούν να την ανοίξουν, ενώ υποχωρούν στη μοναδική παρουσία των αθώων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αντίθετο στην ηλιθιότητα από την αθωότητα. Το χαρακτηριστικό του ηλίθιου είναι η συστηματική του φιλοδοξία για ένα ορισμένο ποσοστό εξουσίας. Ο αθώος, από την άλλη, αρνείται να ασκήσει την εξουσία γιατί τα έχει όλα.

Φυσικά, ο λαός είναι ο εν δυνάμει κάτοχος της υπέρτατης ποιητικής στάσης: της αθωότητας. Και στο λαό ανήκουν αυτοί που νιώθουν ως πόνο τον εξαναγκασμό της εξουσίας. Ο αθώος, συνειδητά ή όχι, κινείται σε έναν κόσμο αξιών (αγάπη, πρώτα απ’ όλα), ο ανόητος κινείται σε έναν κόσμο στον οποίο η μόνη αξία δίνεται από την άσκηση εξουσίας.

Οι ηλίθιοι αναζητούν την εξουσία με οποιαδήποτε τρόπο: πρώτα με το χρήμα, και με ολόκληρη τη δομή του κράτους, από την εξουσία των κυβερνώντων έως τη μικροσκοπική, αλλά διαβρωτική και απαίσια εξουσία των γραφειοκρατών, από την εξουσία της εκκλησίας μέχρι την εξουσία των δημοσιογράφων, από τη δύναμη των τραπεζιτών στη δύναμη που δίνουν οι νόμοι. Όλο αυτό το άθροισμα δύναμης οργανώνεται ενάντια στην ποίηση.

Καθώς ποίηση σημαίνει ελευθερία, σημαίνει και διεκδίκηση του αυθεντικού ανθρώπου, του ανθρώπου που προσπαθεί να αποδώσει τον εαυτό του, όλο αυτό έχει αναμφίβολα κάποιο κύρος στους ανόητους. Είναι αυτός ο ψεύτικος, τεχνητός κόσμος που χτίζουν οι ανόητοι με είδη πολυτελείας: κουρτίνες, μπιμπελό, κοσμήματα και κάτι σαν ποίηση. Σε αυτή την ποίηση που χρησιμοποιούν, η λέξη και η εικόνα γίνονται διακοσμητικά στοιχεία, και έτσι καταστρέφεται η δύναμη πυράκτωσής τους. Έτσι δημιουργείται η λεγόμενη «επίσημη ποίηση», η εφήμερη ποίηση, η ποίηση του κούφιου ήχου.

Η ποίηση δεν είναι παρά αυτή η βίαιη ανάγκη να επιβεβαιώσεις, είναι το είναι σου που οδηγεί τον άνθρωπο. Αντιτίθεται στη θέληση του να μην είσαι σε αυτούς που εμπνέουν τα εγχώρια πλήθη και αντιτίθεται στην επιθυμία του να είσαι σε αυτούς που ασκούν εξουσία.

Οι ηλίθιοι ζουν σε έναν τεχνητό και ψεύτικο κόσμο: βασισμένοι στην εξουσία που μπορεί να ασκηθεί στους άλλους, αρνούνται την αποφασιστική πραγματικότητα του ανθρώπου, την οποία αντικαθιστούν με κούφια σχέδια. Ο κόσμος της εξουσίας είναι ένας κόσμος χωρίς νόημα, εκτός πραγματικότητας. Ο ποιητής αναζητά στη λέξη όχι έναν τρόπο να εκφραστεί αλλά έναν τρόπο να συμμετέχει στην ίδια την πραγματικότητα. Στρέφεται στη λέξη, αλλά αναζητά μέσα της την αρχική της αξία, τη μαγεία της στιγμής της δημιουργίας του ρήματος, μια εποχή που δεν υπήρχε κανένα σημάδι, αλλά μέρος της ίδιας της πραγματικότητας. Ο ποιητής -για να χρησιμοποιήσουμε το ρήμα- δεν εκφράζει την πραγματικότητα, συμμετέχει σε αυτήν.

Η πόρτα της ποίησης δεν έχει κλειδί ή κλειδαριά: την υπερασπίζεται η ποιότητα της πυράκτωσής της. Μόνο οι αθώοι, που έχουν τη συνήθεια να εξαγνίζουν τη φωτιά, που έχουν φλεγόμενα δάχτυλα, μπορούν να ανοίξουν αυτή την πόρτα και μέσα από αυτήν να διεισδύσουν στην πραγματικότητα.

Η ποίηση σκοπεύει να εκπληρώσει το καθήκον του να κάνει αυτόν τον κόσμο ακατοίκητο για ανόητους.

*Δημοσιεύτηκε στο “Poetry Magazine No. 9, August 1961”. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Aldo Pellegrini (Rosary 1903 – Santa Fe 1973) ήταν Αργεντινός ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός τέχνης. Δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου σουρεαλιστικού μανιφέστου του André Breton το 1924, ο Pellegrini ίδρυσε στο Μπουένος Άιρες μαζί με τον Marino Cassano, τον Elias Peterbarg και τον David Sussman, την πρώτη σουρεαλιστική ομάδα από την Αργεντινή και τη Νότια Αμερική, η οποία ήταν η υπεύθυνη της έκδοσης δύο τευχών του περιοδικού “Que” το 1928.