Η «σαλή ψαλμωδία» της Ρωξάνης Νικολάου

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Κώστας Ρεούσης
Ρωξάνη Νικολάου, «Σαλός μαγνήτης» (Φαρφουλάς, 2022)

Μηνύματα μιας ευγενικά αρχαίας συγκινησιακής αγωγής. Μακριά, πολύ μακριά, από τη σύγχρονη πρόστυχη πραγματικότητα της αδηφάγου καθημερινότητας μιας αστικής πόλης, η Νικολάου, καλλιεργεί τους στίχους της ακριβώς όπως φροντίζει, πιθανώς, τον κήπο της. Προσγειωμένη στο παρόν του παρελθόντος μας προϊδεάζει για το αναγνωστικό ταξίδι στα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή της, «Σαλός μαγνήτης», θέτοντας ως προμετωπίδα έναν επιγραμματικό στίχο της: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώ· γυρεύει το στόμα μου.».

Τα 53 ποιήματα της συλλογής κατανεμημένα σε τρεις ενότητες –η πρώτη άτιτλη (31 ποιήματα), η δεύτερη με τίτλο «Εξ αίματος» (15 ποιήματα) και η τρίτη με τίτλο «Ψεύτης ύπνος» (7 ποιήματα)– αρθρώνουν έναν ενιαίο και αρραγή δροσερότατο ποιητικό λόγο, ελκύοντας την καταγωγή τους από εκείνον τον κοσμογονικό 7ο π.Χ. αιώνα όπου και η λυρική ποίηση μ’ ένα βαθιά ανθρώπινο άλμα προσπέρασε, εάν όχι ισοπέδωσε, την κυριαρχία του έπους. Συγγενής, βιολογικά και γλωσσικά, των αρχαίων ελληνίδων ποιητριών, η Ρωξάνη Νικολάου, ακούει τη φωνή τους ως φυσική και αναπόσπαστη συνέχεια ενός αρχέτυπου πελασγικού λόγου τολμώντας να τραγουδήσει το τραύμα, την πληγή και τον πόνο της χαράς, της λύπης και της πίκρας του ανθρώπου και των στοιχείων της φύσης που τον ορίζουν.

Κατοικώντας το ποίημα που καταθέτει, μέσα στη φωτεινότητα της εκτοπλασματικής γνησιότητάς του, συντρίβει το φόβο και τον τρόμο του βιώματος χωρίς να τους αποκλείει απ’ τη γραφή της. Αντίθετα τους δεξιώνεται, με το μέτρο και την απόσταση, όμως, που τους πρέπει. Η ποιήτρια έχει συνειδητοποιήσει στον υπερθετικό βαθμό το σαρκοβόρο της ανθρώπινης συνθήκης. Διαβάζοντας, ή καλύτερα, συναντώντας το ποίημά της με τον ευφυή μακροσκελή τίτλο, «Απλώνεις λιγάκι το χέρι χραπ στο κόβουνε το πόδι χραπ… τέλος το κεφάλι το καβούκι ύστερα τσακίζουν με την πέτρα τους αυτοί που πρώτοι θα λυπηθούνε για το θάνατό σου», οι στίχοι της τρομερής υπερρεαλίστριας αγγλοαιγυπτίας ποιήτριας, που έγραψε στη γαλλική γλώσσα, Joyce Mansour, άστραψαν αβίαστα στο νου μου:

Να τρώτε ένα μάτι μέσα σ’ ένα αυγό
ένα άλογο ή ένα ελάφι
ένα μυαλό μαλθακό από υγεία
έναν στραβοκάνη σκύλο ένα βιολί
Να τρώτε για να τρώτε
Να πνιγείτε στο κρέας
Ταρακουνήστε τον κώλο σας πάνω σ’ ένα φανάρι
Να τρώτε για να πεθάνετε μ’ έναν αιμάτινο λυγμό
Τραφείτε για να μποδίσετε τους άλλους
να σας καταβροχθίσουν

— «Κανόνας Ζωής», από τη συλλογή της Joyce Mansour «Όρνια» σε απόδοση Έκτορα Κακναβάτου

Βέβαια, η Νικολάου δεν έχει «κανιβαλικές» τάσεις, ούτε καν εκδικητικές, εντούτοις αναγνωρίζει ήρεμη έως ατάραχη το σύγχρονο εχθρικό και πολεμικό τοπίο των διαπροσωπικών σχέσεων και τις καταστάσεις που αυτές προκαλούν.

Ενσταλαγμένη ποίηση της καθημερινότητας ανασύρει το θαύμα της ζωής στις στιγμές εκείνες που το βλέμμα ασκημένο στην αντίθεση θεωρεί την καλοσύνη. «Η μυστική μου αγρυπνία / Η σαλή μου ψαλμωδία.», γράφει η Νικολάου στο ποίημά της «Αίνιγμα». Κι είναι αυτή η πληρότητα του ενθουσιασμού και της μελαγχολίας που χαράζεται στο «πρόσωπο» των στίχων της ανακαλώντας το μαγικό στοιχείο ή άγγιγμα που φωτίζει και τις πλέον σκοτεινές διαδρομές της. Η ποιητική φωνή της Ρωξάνης Νικολάου ίπταται στιβαρή και ελεύθερη αδιαφορώντας για το μιζεραμπιλισμό και τα νεκρά έργα των οσφυοκαμπτικά πλουσιοπάροχων λογοτεχνικών ζωντόβολων της νήσου Κύπρου.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΕΡΑ
Έπεσα μες στο πηγάδι
που μ’ άνοιξε η γέννησή μου.

Μηδενικά στιγμών
και κοχύλια κατειλημμένα
από φόβο
βρέχει μ’ ελάχιστες διακοπές.

Μην έχεις έγνοια·
πάνω απ’ το κουφάρι μου
θα τραγουδάει ο αέρας
ότι μέχρι θανάτου κράτησα.

(σ. 25)

ΑΓΡΥΠΝΩ ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΟΥΣ
«Αγρυπνώ το ακίνητο νερό
της φωνής τους
ύπνους παραστέκω
πραγμάτων που δεν
θα ξυπνήσουν ποτέ»

Βρύα σκεπάζουν
το ψύχος του θανάτου

μαργωμένοι οι τοίχοι
μαργωμέν’ η αυλή

τρώει τα μάτια του
η σκουριά

μα κάθε απολειφάδι ίσκιου
απ’ της ζωής τον πόλεμο
αρπάζει
και πίνει
το σπίτι τους.

(σ. 32)

ΜΗΠΩΣ ΓΕΝΝΗΘΕΙ
Ξαπλώνω κι ευθύς σηκώνομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
πίνω τον καφέ με την ψυχή στο στόμα
μπαινοβγαίνω στα δωμάτια
κι αφουγκράζομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
τρέχω έξω, στρίβω στο πρώτο στενό,
στο δεύτερο, μπαίνω στο ένα μαγαζί,
στο άλλο, μπαίνω όπου είναι ανοιχτά,
σ’ εστιατόρια, σ’ εκκλησίες, σε μουσεία,
σε πάρκα κι όπου είναι κλειστά
χτυπώ δυνατά, κάποιος με σπρώχνει,
σκοτεινιάζει, ένα φως ανάβει,
ένα παραθυρόφυλλο ανοίγει,
«φύγε, φύγε» μου φωνάζουν
ξαπλώνω σε παγκάκια, σε πέτρες, στο χώμα
με το ένα μάτι ανοιχτό
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
μήπως γεννηθεί και κανένας δεν το δει
κατεβαίνω σε υπονόμους, σε πηγάδια
σε εγκαταλελειμμένες σήραγγες

με μάτια κατακόκκινα απ’ την αγρύπνια
καταγδαρμένη από την αγωνία
και το ψύχος του ανθρώπου
με παίρνει ο ανίκητος ύπνος

άπειροι δρόμοι ξανοίγονται
μέσα στην ατέρμονη σπείρα του
σε κάποιον από αυτούς θα το προλάβω.

(σ. 43)

ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΡΟΔΑ
Η λάβρα έκαιγε τα μάτια και το στόμα μου
οι λεύκες έλαμναν πέρα δώθε κι από μέσα τους
έβγαινε τ’ αιώνιο μοιρολόι.

Ίσως να έπεσε από το άρμα κάποιου Φαέθοντα
που μέσα στον κόσμο έχασε τον δρόμο του
που ο κόσμος τον έχασε
όπως καθημερινά αμέτρητα πλάσματα
από τα υπέρλαμπρα πετάγματα
και τις θανάσιμες πτώσεις τους·
θέλω να πω: από τα θανάσιμα πετάγματα
και τις υπέρλαμπρες πτώσεις τους

από ένα ακόμα τρελαμένο άρμα, σκέφτηκα,
θα ξέφυγε η καιόμενη ρόδα και κύλισε εδώ
στα πόδια μου.

(σ. 61)

ΤΟΣΟ ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ, ΤΟΣΗ Η ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ, ΤΟΣΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΤΗ ΦΩΝΗ, ΤΟ ΖΥΓΙΣΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
Θυμήθηκα την κραυγή της Ρίτας τα μεσάνυχτα, πριν πεθάνει την άλλη μέρα. Την είχε πάρει ο ύπνος σε όχθη ορμητικού ποταμού ενώ έσφιγγε πάνω της ένα σώμα που είχε φύγει από χρόνια.

Ακούω τα φύλλα που γεννιούνται, θροΐζουν, μαραίνονται, σαπίζουν· ίσως κι εκείνα ν’ ακούν εμένα.

Ο λάκκος με τα φίδια που με πίνει για να γίνει στέρνα γλυκομίλητη σε κήπο.

Ερ.: Πώς άρχισες να γράφεις ποιήματα;
Απ.: Από μια αίσθηση κακοτυχίας που με γυρόφερνε
είχε δυναμώσει πολύ εκείνη τη μέρα.

(σ. 68)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://exitirion.wordpress.com

Η Ποίηση στην εποχή του κορωνοϊού και του εγκλεισμού: Αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν

Photo: Brian McGowan/Unsplash

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Σε κάθε περίοδο κρίσης η Ποίηση και η Τέχνη γενικότερα παίρνουν θέση, όπως οφείλουν άλλωστε, σχετικά με όσα συμβαίνουν στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα ώστε με το δικό τους μοναδικό τρόπο να προσεγγίσουν και να αναδείξουν τις αλλαγές που συμβαίνουν μέσα στην κοινωνία και στις ζωές των ανθρώπων. Η πανδημία του κορωνοϊού δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Ήδη μέσα από τις πρώτες μέρες του εγκλεισμού όσο οι μεγάλες πόλεις, τα χωριά και οι δρόμοι μετατρέπονταν σε απέραντες ερήμους λόγω του εγκλεισμού κι ενώ στα νοσοκομεία οι θεματοφύλακες της δημόσιας υγείας έδιναν, και δίνουν ακόμα, την άνιση μάχη κατά του ιού, οι ποιητές κι οι συγγραφείς έδωσαν, και συνεχίζουν να δίνουν, μένοντας στο σπίτι, τη μάχη της έκφρασης των νέων συνθηκών.

Από τις πρώτες μέρες γράφτηκαν ποιήματα και διηγήματα για την περίοδο, που είτε διαβάστηκαν και μοιράστηκαν στο στενό ή ευρύτερο κύκλο που έχει – αν έχει – ένας ποιητής, είτε δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικές σελίδες και ιστολόγια. Παράλληλα αντίστοιχες σελίδες καθώς και εκδοτικοί οίκοι (αναφέρω ενδεικτικά: Εκδόσεις 24 Γράμματα, περιοδικό κι εκδόσεις Ατέχνως, Booksitting.wordpress.com, Strophes.blogspot.com, Nyctophilia.gr), οργάνωσαν δράσεις με πρόσκληση σε ποιητές και συγγραφείς ώστε να καταθέσουν τα πονήματα τους, διοργάνωσαν λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και προχώρησαν στην έκδοση σχετικών βιβλίων, αναδεικνύοντας ως κύρια ασχολία τους την καταγραφή των αλλαγών που έφερε στη δημόσια και ιδιωτική ζωή η πανδημία.
Αυτή η έκρηξη δημιουργικότητας, στην ποίηση καθώς και σε όλες τις τέχνες, κατάφερε να βοηθήσει αρκετούς συνανθρώπους μας ώστε να αντιμετωπίσουν από μια καλύτερη θέση τις μέρες του εγκλεισμού κι αυτό δεν είναι λίγο…

Ενστάσεις

Όμως απέναντι σε αυτή τη θετική και θεμιτή εξέλιξη, δηλαδή με τις ποιητικές απόπειρες στο διαδίκτυο και σε βιβλία, υπάρχουν κι ενστάσεις. Έχω εντοπίσει δύο κατηγορίες μέσα από τη διαδικτυακή μου περιήγηση στο Facebook – εκεί πια θα βρούμε ένα μεγάλο πλήθος ποιητών και εκδοτικών οίκων που έρχονται σε επαφή με πιθανούς φίλους και αναγνώστες τους – καθώς και σε προφίλ ανθρώπων που ασχολούνται με την τέχνη της γραφής.

Η πρώτη ένσταση δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά ότι μπορεί πολλοί και πολλές να γράφουμε με αφορμή την πανδημία του κορονοϊού αλλά ότι η δημοσίευση και η έκδοση σχετικών εργασιών χρειάζεται να περιμένει καθώς προτιμότερο είναι να αφήσουμε να ωριμάσουν τα συναισθήματα κι οι εμπειρίες και ύστερα να προχωρήσουμε σε αυτές τις διαδικασίες. Με αφορμή τη συγκεκριμένη ένσταση αναρωτιέμαι: Ποιος, άραγε, είναι ικανός να το αποφασίσει αυτό; Και με πια κριτήρια; Δηλαδή, η συγκεκριμένη ένσταση προτείνει μια λογική του τύπου #μετάθαδημοσιεύσουμε… που, σε εμένα προσωπικά, θυμίζει το περίφημο και τόσο λανθασμένο #μετάθαλογαριαστούμε της πολιτικής και σχετικά με τις αποφάσεις της κυβέρνησης για τη δημόσια υγεία και τα εργασιακά δικαιώματα στον καιρό της πανδημίας που αφενός στρέφονται εναντίον της εργατικής τάξης και των ευπαθών ομάδων κι αφετέρου έχουν ήδη ξεκινήσει να εφαρμόζονται χωρίς να περιμένουν τη λήξη της ιστορίας με τον κορωνοϊό.

Όμως η σκληρή αλήθεια είναι ότι και μετά και τώρα χρειάζεται να δημοσιεύουμε και να πάρουμε θέση ως δημιουργοί αξιοποιώντας κάθε μέσο που έχουμε στη διάθεση μας. Άλλωστε η καθεμία περίοδος έχει την αξία της κι αντίστοιχα θα κριθεί ή/και όχι… Όπως και #τώραθαλογαριαστούμε*, έχουμε ήδη ξεκινήσει, αλλά και μετά με σκοπό την προάσπιση της δημόσιας υγείας και των δικαιωμάτων μας.

Αν όμως η πρώτη ένσταση έχει κάποια βάση καθώς εκφράζει ένα γνήσιο ενδιαφέρον για την ποίηση της περιόδου κι από ανθρώπους καθόλου άσχετους με το αντικείμενο, η δεύτερη ένσταση, η οποία είναι ιδιαίτερα προβληματική, με πλήρη απαξίωση και με μια απίστευτη τυφλότητα σχετικά με την αναγκαιότητα αυτών των δράσεων υποστηρίζει ότι όλος αυτός ο οργασμός διαγωνισμών, δημοσιεύσεων κι εκδόσεων αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στο οικονομικό όφελος των εκδοτών τους οι οποίοι εκμεταλλεύονται τους κάθε λογής ποιητές ή συγγραφείς εντός κι εκτός εισαγωγικών. Δεν μπορούμε βέβαια να ισχυριστούμε ότι δεν ισχύει ή, καλύτερα, ότι δεν θα εφαρμοστεί σε κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό όλο αυτό ή ότι δεν θα καλλιεργηθούν τέτοιες πρακτικές στη συνέχεια εκμεταλλευόμενες ένα ιστορικό γεγονός όπως η πανδημία του κορωνοϊού. Αλλά αν αυτή η ένσταση χρησιμοποιείται, όπως έχω παρατηρήσει, γενικεύοντας τα αρνητικά παραδείγματα και με μια γλώσσα άκρως ειρωνική ισοπεδώνοντας στην ουσία όλες αυτές τις προσπάθειες, τότε δεν είναι παρά μια κακόβουλη ένσταση που, τολμώ να ισχυριστώ, ότι φλερτάρει… με τη λογοκρισία.

Φυσικά, στον καπιταλισμό ζούμε – ακόμα, δυστυχώς – αλλά είναι αδύνατο και… παράλογο να μην επιδιώξουν κάποιο κέρδος οι εκδοτικοί οίκοι από αυτή την διαδικασία. Το θεμιτό θα ήταν να μην το κάνουν σε βάρος των δημιουργών. Υπάρχει και το παράδειγμα εκδοτικού που δηλώνει ότι τα έσοδα από αντίστοιχο βιβλίο θα πάνε σε φιλανθρωπική δράση. Η κατάληξη λοιπόν, όλων των παραπάνω είναι ότι δεν μπορούμε να γενικεύουμε, αντίθετα χρειάζεται να βλέπουμε ξεχωριστά το κάθε παράδειγμα και να κρίνουμε ανάλογα. Δηλαδή να κρίνουμε εκ του αποτελέσματος.

Κλείνοντας αυτό το σχόλιο ή αυτή την παρέμβαση, αν θέλετε, δηλώνω ότι και οι δημιουργίες στην εποχή του κορωνοϊού και οι αντίστοιχες ενστάσεις ή όποιες ακολουθήσουν ακόμα είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Η συμβουλή μου σε αυτό είναι μόνο μία: Αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν! Αρκεί να είναι λουλούδια κι όχι γαϊδουράγκαθα, σωστά; Νομίζω ότι τα βασικότερα στοιχεία για μια ορθή αντιμετώπιση του φαινομένου, του οποίου βρισκόμαστε ακόμα στο ξεκίνημα του, είναι η ύπαρξη ταπεινότητας, ο σεβασμός σε μια περίοδο δύσκολη και πρωτόγνωρη για ολόκληρη την ανθρωπότητα, όχι η υπεροψία σχετικά με την δική μας θετική ή αρνητική συμβολή σε όλα αυτά κι από οποιοδήποτε μετερίζι βρισκόμαστε. Κι αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την αισθητική ποιότητα, το βάθος και το συναίσθημα των ποιημάτων και των διηγημάτων που βλέπουν ή που θα δουν το φως της έντυπης και διαδικτυακής δημοσιότητας τους επόμενους μήνες. Να είστε σίγουροι ότι μέσα από αυτή την διαδικασία θα προκύψουν και διαμάντια. Εμείς, ως αναγνώστες, ποιητές και φίλοι του βιβλίου δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να καταδικάσουμε την συγκεκριμένη, πολύμορφη προσπάθεια αλλά με σύνεση και σεβασμό να αναδείξουμε τις πραγματικές της διαστάσεις.

*Το σχόλιο γράφτηκε κατά την διάρκεια του εγκλεισμού, αν και οι διαπιστώσεις του θεωρώ πως αναδεικνύονται επίκαιρες ακόμα και τώρα. Ίσως και περισσότερο από πριν. Δεν είναι τυχαίο που μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων είχαμε και την ανάπτυξη των κινημάτων του #Support_Art_Workers και του #Support_Health_Workers που μαζί με το εργατικό κίνημα στη χώρα μας και διεθνώς δίνουν τη δύσκολη αλλά αναγκαία μάχη για την υπεράσπιση της δημόσιας υγείας και για την αξιοπρεπή διαβίωση των καλλιτεχνών ανοίγοντας παράλληλα και τα άλλα ζητήματα της επικαιρότητας που αφορούν είτε την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή, είτε ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή και την κλιματική αλλαγή. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, όλα τα παραπάνω συνδέθηκαν και με το κίνημα #Black_Lives_Matter που βγήκε ξανά στους δρόμους μετά τη ρατσιστική δολοφονία του George Floyd από αστυνομικό στη Μινεάπολη. Στις ΗΠΑ, και την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, θεωρητικά ισχύουν ακόμα τα μέτρα του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας κι ενώ τα θύματα του νέου ιού έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη… (18/6/2020)

**Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη (29/4/2020)
Δεύτερη γραφή: (18/6/2020)

Τσιμάρας Τζανάτος, ποιητής, 1960-2022

Ο πλήρης τίτλος: [αγνώστου] η βία τού βίου

Τσιμάρας Τζανάτος, ποιητής, 1960-2022

Ο πλήρης τίτλος: [αγνώστου] η βία τού βίου

ΜΑΝΟΣ ΤΑΣΑΚΟΣ

Αυτό το ζ στη ζωή, όλο βουίζει.

Δεν σέβεται τη νεκρική μας ησυχία.

Κάθε φορά που συναντιέμαι με ποιήματα που διαθέτουν ποιότητες, κάθε φορά πού μία ποιητική συλλογή με ξαφνιάζει για την αξία της, (πόσο σπάνιο πια…), βρίσκομαι αντιμέτωπος με ενοχές. Γιατί δεν φρόντισα ν’ ανακαλύψω νωρίτερα αυτές τις ποιότητες. Γιατί δεν συναντήθηκα μαζί τους την ώρα που έπρεπε, έστω σαν αναγνώστης. Γιατί μέσα στον κατακλυσμό των ανάξιων κειμένων δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω το άξιο, εκείνο που τού πρέπει να επιβιώσει και να αναδειχθεί. Μα και πάλι, τι σημασία έχει; Ακόμη και εάν έγκαιρα, (όσο δηλαδή ο Τζανάτος ήταν ακόμη ζωντανός), είχα παρουσιάσει τον ποιητή, θα άλλαζε κάτι; Έτσι κι αλλιώς άχρονος η ποίηση και τα καλύτερα έργα της παραμένουν και αδιάβαστα και ακατανόητα και παραμερισμένα.

Διασκεδάζω κάθε φορά που κάποιος «διανοούμενος» ανεμίζει το κασκόλ του, (απαραίτητο αξεσουάρ των διανοούμενων κι ας φωνάζουν οι τζίτζικες όξω τον καύσωνα που πυρώνει το σύμπαν), και με ύφος στομφώδες και ταυτοχρόνως ταπεινό, (μα πώς το καταφέρνουν;..) δηλώνει ποιητής. Ως ιδιότητα. Ως επάγγελμα. Ως δήθεν υπαρξιακή ανάγκη. Με ανεπίγνωστη την ματαιότητα, (μα και γελοιότητα), παρόμοιων εμφανίσεων. Και κάτι τέτοιες στιγμές, την ώρα δηλαδή που οι προβολείς λούζουν τον κασκολοφόρο ποιητή και τις πόζες που παίρνει για να συναντηθεί με το κοινό του, κάτι τέτοιες στιγμές έρχεται από το πουθενά ένα βιβλιαράκι, μια μικρή ποιητική συλλογή, για να τινάξει στον αέρα όλα εκείνα τα ασήμαντα που περνιούνται για σημαντικά, όλη εκείνη την ματαιοδοξία που δίνει υπόσταση σε ζωές κατά τα άλλα κούφες, εντελώς κενές και ανάξιες.

Τον Τζανάτο αχνά τον γνώριζα ως θεατρικό συγγραφέα και ηθοποιό. Η φυσιογνωμία του συμπαθής και ο λόγος του, (όσο μπόρεσα να τον ακούσω σε κάποια συνέντευξη), ευγενής και μετρημένος. Αγνοούσα τις ποιητικές δημιουργίες. Από όσο μπορώ να καταλάβω παρουσίαζε κάποιες από αυτές στα κοινωνικά δίκτυα. Μα πού καιρός για τέτοιες έρευνες και ανακαλύψεις. Κάποτε και μετά τον θάνατό του, (ή μάλλον, λόγω τού θανάτου του), διάβασα σε μία ανάρτηση δύο στίχους του.

Έψαχνες το άλλο σου μισό,

Ενώ εσύ έλειπες ολόκληρος.

Αυτό το ευφυολόγημα, ( μα γιομάτο ουσία, από τα πλέον εύστοχα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια), ήταν αρκετό για να αναζητήσω δουλειά τυπωμένη. Ευτυχώς η μοναδική που υπήρχε ήταν πρόσφατη, απούσα παρ’ όλα αυτά από τους λαμπερούς πάγκους των βιβλιοπωλείων. Τέλος πάντων βρέθηκε, έκδοση τού 2021, από την Κάπα εκδοτική. Ένα μικρό βιβλιαράκι δέκα επί είκοσι εκατοστά, 214 περίπου  σελίδες όπου απλώνεται ποιητική εργασία περίπου είκοσι χρόνων, με 171 ποιήματα, τα περισσότερα ολιγόστιχα.

Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Τζανάτος δεν φτιάχνει ποίηση μέσω τής φιλολογίας, δεν μετρά συλλαβές για να ολοκληρώσει το ποιητικό μέτρο, δεν τον ενδιαφέρουν οι τεχνικές ατέλειες τού στίχου και γενικότερα οι ποιητικοί κανόνες. Κι όμως, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει κι εδώ, ό,τι συμβαίνει και με τον στίχο τού Καρυωτάκη. Παρά τις ατέλειες, παρά την ανυπαρξία ποιητικού μέτρου, την απουσία ηχηρών λέξεων και επιπλέον καλολογικών στοιχείων, το τελικό αποτέλεσμα και ποιητικό ρυθμό διαθέτει και αρτιωμένο αφήγημα και νοηματικό βάθος.

Θάλεγε κανείς διαβάζοντας τα πρώτα ποιήματα ότι εδώ έχουμε να κάνουμε κυρίως με ποίηση διανοητική, ποίηση στηριγμένη στο απόφθεγμα, το επίγραμμα και ακόμη το ευφυολόγημα. Επιπλέον και σε αρκετές περιπτώσεις ποίηση λογοπαιγνίου. Πρόκειται για «είδος» που καλλιεργήθηκε κατά κόρον από την Κική Δημουλά, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε στα ύστερα ποιήματά της να έχει απομείνει μοναχά η μανιέρα, το παιχνίδι των λέξεων, ένας στείρος εντυπωσιασμός, άνευρος και δίχως ουσία, ένα παιχνίδι και τίποτα παραπάνω. Η σημαντική διαφορά είναι ότι στα περισσότερα ποιήματα τού Τζανάτου, το λογοπαίγνιο και το ευφυολόγημα δεν απομένουν μετέωρα, γυμνά και άστοχα, μα κάθονται πάνω σε περιεχόμενο, (υπονοούμενο ή άμεσα δηλούμενο) γερό, καίριο, επίκαιρο όσο ποτέ μα και συνάμα διαχρονικό, στηρίζονται με άλλα λόγια σε νόημα, βαθύτερο στοχασμό, κάποιες φορές και σε ένα και μόνο απλό ερώτημα.

Ας κάνουμε εδώ μία μικρή στάση, πριν δούμε δηλαδή εγγύτερα κάποιους στίχους. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Τζανάτος είναι κορυφαίος ποιητής, μεγάλος, ανυπέρβλητος, μοναδικός, μακριά από εμέ τέτοια επίθετα, τα θεωρώ υπερβολικά ακόμη και για γνωστούς και καταξιωμένους ποιητές. Λέω απλώς ότι στο πεδίο τής υπαρξιακής ποίησης το βιβλιαράκι αυτό έχει κάτι να πει, φρέσκο, δροσερό, με γλωσσικό και νοηματικό ενδιαφέρον. Ο χρόνος δεν θα το ξεχωρίσει, δεν θα το βρείτε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, δεν θα μείνει κανείς σ’ αυτό, ήδη έχει ξεχαστεί και μόνο με αφορμή τον θάνατο τού ποιητή ανασύρθηκε για λίγο στην επιφάνεια, μέσα στην στερεότυπη και κρύα γλώσσα ενός βιογραφικού τού αποθανόντος. Κρίμα. Γιατί αυτό εντείνει την πίστη μου, ότι εκεί έξω, έστω και σε αριθμό ελάχιστο, κρύβονται ποιότητες που δεν θα συναντηθούν ποτέ με τις συνειδήσεις των αναγνωστών. Ας είναι, παλιά η ιστορία όσο και ο κόσμος.

Τα ποιήματα τής συλλογής χωρίζονται σε πέντε ενότητες, όλα άτιτλα (εκτός από δύο), δίχως καν χρονολογία, εκτός από το εισαγωγικό τής πρώτης ενότητας που τιτλοφορείται «Η ζωή στην αγέλη». Θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος ολάκερης τής συλλογής. Γιατί πράγματι, αν ασχολείται με κάτι κατά κόρον ο Τζανάτος είναι η διαφορά μέσα στο πλήθος, η μοίρα εκείνων που έχουν επιλέξει να κινούνται στην απέναντι τού όχλου όχθη, η μοίρα όσων επιμένουν να μορφώνουν πρόσωπο και να κρατούν αποστάσεις από την μάζα και τις οπαδικές συμπεριφορές της. Δείτε προσεκτικά το εισαγωγικό ποίημα τής συλλογής.

Η ζωή στην αγέλη

«Εγώ είμαι εδώ από αγάπη. Μη με φάτε…».

Τους είπα.

«Έτσι θα είσαι δικός μας. Αν σε φάμε. Έτσι 

αγαπάμε».

Μού είπαν.

«Να με φάτε με τρυφερότητα τότε…».

Ψιθύρισα.

«Μη σε νοιάζει. Η πρώτη δαγκωνιά πονάει.

Μετά συνηθίζεις. Και δεν αισθάνεσαι.

Τίποτα».

Δέκα στίχοι όλοι κι όλοι και ένας διάλογος. Αλλά μέσα σε τούτο το ποιηματάκι υπάρχει ολάκερη η διαδικασία τής απώλειας τής παιδικότητας, (παρθενίας, αφέλειας, αθωότητας, όπως θέλετε πείτε το), η ανιδιοτελής αγάπη και η θετική διάθεση προς την κοινωνία, η αποδοχή μιάς μοίρας που δεν έχει άλλο δρόμο να περπατήσει, ο φόβος για την απώλεια τού συναισθήματος, όλα αυτά από την πλευρά τού νεοφώτιστου, τού νέου μέλους. Και από την άλλη μεριά, την ομοιογενή, την αδιάσπαστο, η αγάπη δια τής υποταγής, η δικτατορική προσταγή για αφομοίωση, μία αδιόρατη ειρωνεία σε ένα φόντο κυνισμού και αδιαφορίας. Με άλλα λόγια – για να γίνεις ένας από εμάς, για να σε αποδεχθούμε και να σε υπολογίζουμε μέλος μας, πρέπει να αδειάσεις από οτιδήποτε σε κάμει διάφορο, μοναδικό, από οτιδήποτε σε ξεχωρίζει και υψώνει την κεφαλή σου ψηλότερα από το μπόι τής μάζας.

Το θέμα βεβαίως δεν είναι καινούριο, θα έλεγα μάλιστα πως είναι χιλιοπαιγμένο, ακριβώς γι’ αυτό όμως κρύβει παγίδες. Τέτοια θέματα στην ποίηση γενούν εκτρώματα, στίχους μελό και επιτηδευμένους, δάκρυα κροκοδείλια, υπερβολικό θρήνο και οδυρμό. Όχι στο παραπάνω ποίημα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσεις το πρόβλημα τής μάζας μέσα από μία ανάλαφρη αλληγορία ή παραβολή. Είναι πολύ δύσκολο να κλείσεις μία ολάκερη πραγματικότητα μέσα σε δέκα στίχους και να εκφράσεις τόσο καθαρά και απλά αυτό που συμβαίνει εκεί έξω.

Προσέξτε και κάτι ακόμη, την στιχοθεσία, απομονώστε τους στίχους στα εισαγωγικά, δηλαδή τον διάλογο και προχωρήστε σε σύζευξη εκείνων που απομένουν.

 Τους είπα.

Μού είπαν.

Ψιθύρισα.

Τίποτα.

Θα ένιωθα έκπληξη εάν ετούτη η τοποθέτηση δεν είναι σκοπούμενη. Δείτε τον σταδιακό εκφυλισμό. Από την σχεδόν φιλική προσέγγιση τού πρώτου στίχου, (θυμίζει πρώτη ημέρα στο σχολείο, την πρώτη φορά στο σχολείο), έως το τελευταίο Τίποτα, τον μηδενισμό δηλαδή τής προσωπικότητας.  Η φυσιολογική ένταση φωνής χαμηλώνει σταδιακά, γίνεται ψίθυρος και τέλος επικρατεί η σιωπή. Δεν το πιστεύω τυχαίο.

Θα γράψω εδώ  και το αμέσως επόμενο ποίημα τής συλλογής, εκείνο με τον αριθμό ένα, καθώς κατά έναν τρόπο ακολουθεί χρονικά το εισαγωγικό, λειτουργεί κάπως σαν συμπλήρωμα εκείνου.

1.

Εσείς που με βλέπετε έτσι κατάλευκο

Αγνοείτε πόσες χλωρίνες έχω πιει

Για να διατηρήσω την λευκότητά μου.

Και ανεμίζω στα σκοινιά τού κόσμου

Πιασμένος με ένα κόκκινο μανταλάκι στον

Σβέρκο

Διάφανος σαν σύννεφο

Αλλά με καμμένα εντόσθια.

Αφόρητο το άνευ νοήματος που φέρω.

Το πλένω μόνος μου στο χέρι το βράδυ.

Το βρίσκω στεγνό το πρωί.

Το ξαναφορώ.

Μαζί με το εισαγωγικό, από τα καλύτερα ποιήματα τής συλλογής. Κάντε τον κόπο να το δούμε λίγο πιο προσεκτικά, αξίζει τον κόπο. 

Έχουμε λοιπόν τον ενήλικο άνθρωπο που έχει πια συμβιβαστεί, που έχει αποδεχθεί την «πρώτη δαγκωνιά» τού πλήθους, έχει γενεί ένας από αυτούς. Λευκός, κατάλευκος, σαν την κυρίαρχη φυλή. Για τούτο το λευκό έχει θυσιάσει κάθε διαφορά, κάθε διαφωνία, κάθε παρέκκλιση.  Αλλά παλεύει με την συνείδησή του κάθε ημέρα, προσπαθεί να έβρει δικαιολογίες (χλωρίνες) για τον συμβιβασμό του, στο σβέρκο του (σύμβολο τής κυριαρχίας) η δύναμη τού πλήθους είναι απόλυτη, πιεστική. Και κάπου εδώ ο Τζανάτος συναντιέται με τον Καβάφη. Παλεύει όλη νύχτα να αποτινάξει από μέσα του το ασήμαντο που κουβαλά ως παράσημο για να ταιριάξει με τους υπόλοιπους, κάθε βράδυ μοναχός υπόσχεται την επομένη να είναι άλλος, διαφορετικός, μα κάθε πρωί φορά ξανά την ίδια στολή, τις ίδιες απόψεις, την ίδια υποταγή και παραμένει μέλος τής μάζας. Δειλός, άβουλος, παραδομένος.

Μπορεί τα παιχνίδια με την γλώσσα να αλαφρώνουν κάπως την ατμόσφαιρα τού ποιήματος, μα στο βάθος υπάρχει μία τραγικότητα, η αφόρητη λύπη εκείνου που λειτούργησε ως πρόδουλος, έσπευσε δηλαδή σχεδόν αυτοβούλως να παραδοθεί δίχως αντίσταση καμιά, δίχως μία έστω μάχη για την τιμή των όπλων και τώρα πρέπει κάθε μέρα να ζει με την δειλία του, την ατολμία του, τον φόβο που τού στέρησε την ευτυχία μιάς μοναδικότητας. Πρόκειται για εικόνα που έρχεται από την αρχαία τραγωδία ακόμα και παραμένει σε ισχύ ως τα σήμερα, θα τολμούσα να πω πολύ περισσότερο σήμερα.

Αν ήθελα να κάμω κάποιες συγκρίσεις, (πράγμα καθόλου καλό πάντως σε κριτικό σημείωμα), θα έλεγα ότι τα ολιγόστιχα τού Τζανάτου διαθέτουν κάποια ομοιότητα με τα αντίστοιχα τού Μόντη, ποιητή βεβαίως κατά πολύ πιο ολοκληρωμένου και βαθύτερου, καθώς παρέδωσε έργο μεγάλο και είχε την πολυτέλεια να γράφει έως και προχωρημένη ηλικία. Έτσι και ο Μόντης -ασχολείται με τα πιο τραγικά θέματα τής ύπαρξης, τα πιο σοβαρά, τα πιο σημαντικά, αλλά με μία τεχνική που τα αλαφρώνει, τα κάμει λιγότερο αφόρητα και σοβαρά, είναι σαν να παίζει μαζί τους και έτσι να τα υπολογίζει, (ή και να τα φοβάται) λιγότερο.

Δείτε ένα άλλο ποίημα που μού έκανε εντύπωση.

Μού χτύπησε την πόρτα τού σπιτιού

Η Ιστορία.

Δεν τής άνοιξα.

Σήμερα μπήκε με δικά της κλειδιά.

Πίσω της, μια μπουλντόζα.

Αναπόφευκτα Λεοντάρης. Δείτε τον ανάλογο στίχο του.

[ ]

…καθώς το νιώθεις πια/πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο/[ ] πέρασμα τής ιστορίας επάνω σου.

Εξαίρετος στίχος. Για δείτε πώς συναντώνται οι ποιητές, ακόμη και όταν αγνοεί ο ένας τον άλλον. «Την πόρτα τού σπιτιού» γράφει ο Τζανάτος, ακριβώς για να τονίσει ότι κάποια στιγμή τα όσα συνέβαιναν στον δημόσιο χώρο απαιτούσαν την συμμετοχή του, την δράση του, την συνευθύνη του, την εγγραφή του στα συμβαίνοντα. Την τοποθέτηση δηλαδή τού ιδιωτικού, (τού ιδιόκτητου σπιτιού, τού κατ’ εξοχήν συμβόλου τού μικροαστισμού και τής ιδιώτευσης), σε χαμηλότερη μοίρα από το γενικότερο καλό, από τι καλό τής πόλης, (για να θυμηθούμε και λίγο την κλασσική Αθήνα). Και αυτό δεν το έπραξε. Παρέμεινε σπίτι του, αμέτοχος, κοιτώντας την δουλίτσα του, φοβούμενος τα μπλεξίματα, το κόστος, το τίμημα. Δείτε όμως το τελευταίο δίστιχο, εκεί είναι όλο το νόημα, όλη η συμπύκνωση. Αυτό που εσύ δεν έπραξες, εκείνο που εσύ φοβήθηκες, το αντιμετώπισαν άλλοι, άλλοι έγραψαν την ιστορία ερήμην σου, άλλοι άλλαξαν τον κόσμο και αυτός ο καινούριος κόσμος που πλέον δεν είσαι κομμάτι του ισοπεδώνει όπως η μπουλντόζα και σένα και το σπιτάκι σου και την πολύτιμη ιδιώτευσή σου. Εξαιρετικό ποίημα.

Ειλικρινά είναι η πρώτη φορά στα χρόνια που γράφω, που δεν θέλω και δεν πρόκειται να δώσω κι άλλα δείγματα τής συλλογής, θα είναι πράγματι κρίμα να σάς στερήσω την απόλαυση τής πρώτης επαφής με την συλλογή τού Τζανάτου. Άλλωστε τα περισσότερα είναι ολιγόστιχα ή επιγραμματικά και δεν χρειάζονται δα και καμία φοβερή ανάλυση, αρκεί να επιμένετε στην ανάγνωση κάτω από τις γραμμές. Μοναχά δύο τελευταία. Το πρώτο.

Εκείνη η αγωνία να σε ακούσουν,

σε κατάντησε τενεκέ

και παράγεις θόρυβο.

Ησύχασε.

Δεν θα γίνεις ποτέ μουσική.

Παύση γεννήθηκες.

Εντάξει ευφυολόγημα, αφορισμός, όμως τι ευφυολόγημα! Είκοσι λέξεις όλες κι όλες, μα πόση ευστοχία, πόση δύναμη νοηματική, πόση ακρίβεια εκφραστική, έτσι που δεν περισσεύει τίποτα, μήτε μια τελεία. Και σε πόσους και πόσους άραγε δήθεν δημιουργούς δεν θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε με τούτο το ποίημα.

Και το δεύτερο ποιηματάκι, αθυρόστομο, παιχνιδιάρικο, απρόσμενο.

Πολλά ποιήματα είπαμε.

Ας πούμε κι ένα μπινελίκι.

Ένα: Δεν μού γαμιέστε…!

Να ανανεωθεί ο αέρας.

Όσοι γράφουν, όσοι βασανίζονται με τα χαρτιά ολημερίς, όσοι τρώνε την ζωή τους για να εύρουν την μία και μόνη ταιριαστή λέξη, αντιλαμβάνονται πλήρως αυτόν τον τελευταίο στίχο, Να ανανεωθεί ο αέρας (την χασμωδία εδώ μήτε που την προσέχεις), να πετάξουμε από πάνω μας την σκόνη, την σχολαστικότητα, τον αγέρα στο γραφείο που έχει γίνει αποπνικτικός, γεμάτος μούχλα, καπνό και μυρωδιά κλεισούρας. Να ασχοληθούμε και λίγο με το ασήμαντο, έτσι σαν διάλειμμα, σαν διαφυγή, βαλβίδα εκτόνωσης.

Περίεργο πράγμα η ποίηση, το κείμενο, η λογοτεχνία. Πάνω εκεί που έχεις απελπιστεί από κείνα που διαβάζεις,  την ώρα που με τον φανό αναζητείς έναν και μόνο καλό στίχο, βγαίνει εμπρός σου μία ολάκερη συλλογή γεμάτη τέχνη, ποιότητες, βάθος και δύναμη μοναδική. Πιο κρίμα και από κρίμα που η ζωή τού Τζανάτου τέλειωσε τόσο νωρίς. Αν είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω θα τού έλεγα περίπου τούτα –«καλή η σκηνοθεσία, εξαίρετα τα θεατρικά σου, άξια η δουλειά σου· μα η δύναμή σου, ο στοχασμός σου και η ποιότητά σου, όλα είναι προορισμένα για την ποίηση· ασχολήσου μ’ αυτήν περισσότερο και είναι βέβαιο ότι το σημερινό διαμαντάκι σύντομα θα γενεί διαμάντι λαμπερό και ολοκληρωμένο. Και έχουμε χρόνια να συναντήσουμε κάτι αστραφτερό, την ίδια ώρα και βαθύ στην ελληνική λογοτεχνία…».

Το πιστεύω βέβαιο ότι η συλλογή τού Τζανάτου «Η βία τού βίου» θα σας δροσίσει σε άνυδρους καιρούς. Για τον Τζανάτο ισχύει σε κάποιον βαθμό εκείνο που είχε γράψει ο Τάσος ο Ρούσσος για έναν άλλο ποιητή που έφυγε νωρίς, τον Τάσο τον Ζερβό – «Ο θάνατος πήρε τον Ζερβό την στιγμή που είχε βρει καινούρια φλέβα, από όπου μόλις άρχιζε να αντλεί λάλον ύδωρ».

Όπως και νάχει, όσοι αγαπάτε την ποίηση και αναζητάτε τα άξια, κάμετε χώρο στην βιβλιοθήκη σας για τον Τσιμάρα Τζανάτο. 

Την δικαιούται την θέση του.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.tasakos.gr/τσιμάρας-τζανάτος-ποιητής-1960-2022/

Λεωνίδας Καζάσης, Εκ του παρελθόντος τα πρώτα

Πάντα ήθελε να περάσει από το μέρος όπου είχε συλλάβει τις πρώτες παραστάσεις, οι οποίες μετετράπησαν σε πρώτες αναμνήσεις. Πρόκειται για ένα ρετιρέ γωνιακό με μεγάλη βεράντα, επί των οδών Αριστοτέλους και Χέϋδεν, πάνω στην πλατεία Βικτωρίας.

Εκεί μετακόμησαν οι Θεσσαλονικείς γονείς του, λίγους μήνες αφού εγεννήθη, αφήνοντας το κοντινό διαμέρισμα επί της Τρίτης Σεπτεμβρίου. Στην πλατεία Βικτωρίας έζησε τα πρώτα τρία χρόνια του βίου του, ώσπου μετακόμησαν στην Φιλοθέη, προς μεγάλη λύπη του.

Η Φιλοθέη απεκαλείτο (γιατί ήταν) κηπούπολη’ όμως εκείνου ο νους ήταν στην πλατεία Βικτωρίας, ίσως, γιατί εκεί δεν είχε νοιώσει ακόμα την πληκτική βαρβαρότητα της οικογένειας και της εκπαίδευσης. Στην πλατεία Βικτωρίας, αν και είχε ενδείξεις, δεν είχε ακόμα καταλάβει τι γίνεται και που ήρθε.

Εκεί άκουσε για πρώτη φορά τις φράσεις: “παίζει χαρτιά”, “δεν θα  του ανοίξω αν γυρίσει το πρωί”, “θα σε βγάλω έξω από το σπίτι”. Εκεί ένοιωσε τον φόβο και τον πόνο, όταν έβαλλαν στο αναμμένο μάτι της ηλεκτρικής κουζίνας, το μικρό δάχτυλο του δεξιού  χεριού του ( γεγονός που έγκαυμα του απέφερε, σημάδι που το διατηρεί ακόμα, τόσο στο δάχτυλο όσο και στην ψυχή του ) για να συνετισθεί, και να μην πλησιάζει στην ηλεκτρική κουζίνα, ερευνώντας τα μάτια, τα κουμπιά, τον φούρνο της.
Από εκεί είδε τον στρατιώτη να φρουρεί στην ταράτσα ενός κτηρίου της Χέϋδεν, στις 21 Απριλίου του 1967, εκεί άκουσε την ίδια μέρα εμβατήρια από το ραδιόφωνο, όπως επίσης θυμάται την ίδια μέρα, την μητέρα του πανικόβλητη, να στέλνει την Σουζάνα, να προμηθευτεί τρόφιμα απ’ τον μπακάλη, λέγοντας: “Σουζάνα, έγινε δικτατορία, γρήγορα στον Καραφωτιά να ψωνίσεις”. Σουζάνα! Πόσες φορές την νοσταλγεί, δαγκώνοντας τα χείλη του να μην τρέμουν, τρίβοντας τα μάτια του να μην στάζουν!

Θυμάται την μεγάλη βεράντα όπου από ψηλά έβλεπε την πλατεία Βικτωρίας και τις γύρω οικοδομές’  ήταν τα πρώτα αγναντέματα, οι πρώτες θέες στα πρωινά, στα σούρουπα, στου ουρανού τις νύχτες. Θυμάται που τραγουδούσε ο τροβαδούρος πατήρ, τα βράδια του καλοκαιριού στην βεράντα, όταν επέστρεφε από την Θεσσαλονίκη.

Θυμάται την μητέρα του, να τραγουδά μαζί με τον εκ ραδιοφώνου, Λάκη Παππά, το τραγούδι: “Μιάν αγάπη μου έχω κλείσει σ’ ερημοκλήσι αλαργινό”. Ήταν καλοκαίρι, το απόγευμα τέλειωνε και παραχωρούσε τη θέση του στο μυστήριο που άχνιζε φωτεινά στο δωμάτιό του! Συγκίνηση ένοιωθε τότε, συγκίνηση και τώρα τον κτυπά! “να σου φορέσω στα μαλλιά χρυσό στεφάνι σαν πυροφάνι σ’ ακρογιαλιά”.

Θυμάται πως ένοιωθε ένα άλλο απόγευμα καλοκαιριού που πλησίαζε στη δύση’ και μετά από τόσα χρόνια, σκέφτεται πως ήταν η νοσταλγία, που, στην επιθυμία να τον μυήσει, πάσχιζε! Θυμάται την Σουζάνα που σιδέρωνε στο χολ, κοντά στο παράθυρο της κουζίνας, το οποίο έβλεπε στην βεράντα, και εκείνος από το παράθυρο κοιτούσε πως διαγράφεται το απόγευμα στον ουρανό. Θυμάται το ρίγος που ένοιωσε, όταν τρίφτηκε με την πάνα του επάνω της (συχνά τριβόταν, όπου έβλεπε μηρό γυναικείο,  στης μητέρας του, στης θείας του! Τον μάλωναν βέβαια, αλλά δεν μπορούσαν και να μη γελάσουν, όταν ο μικρός δεν έπαιρνε τα μάτια του από τους γυναικείους πισινούς και τους μηρούς, τους οποίους ενίοτε άγγιζε, όποτε τύχαινε να βρίσκεται σε χώρο που υπήρχαν θηλυκά).

Μιά μέρα καλοκαιρινή, ξύπνησε, και πήγε στην κουζίνα, η οποία φωτιζόταν από την βεράντα (σαν γωνιακό που ήταν το ρετιρέ, σχεδόν όλο –σαλόνια, κουζίνα, υπνοδωμάτια– είχε έξοδο προς την βεράντα) τότε άκουσε μια περίεργη φωνή διαρκείας από τον δρόμο, προφανώς κάποιου πλανόδιου, και ενώ χαιρόταν την κυριακάτικη ευδία (δεν ξέρει γιατί αυτή την ανάμνηση την έχει συνδέσει με την Κυριακή, ενώ δεν θυμάται τι μέρα ήταν’ όμως θυμάται για όλα όσα ανέφερε, το πώς αισθανόταν τότε, το θυμάται καλά! Γιατί το νοιώθει και τώρα) άκουγε παράλληλα την μητέρα του, να εξηγεί στην Σουζάνα, τα σχέδιά της για την Φιλοθέη, και στεναχωριόταν! Δεν ήθελε να φύγει από την πλατεία Βικτωρίας! Ο αέρας της τον τραβούσε! Το ίδιο συνέβη λίγο αργότερα με την Θεσσαλονίκη, που από τότε ήθελε να έρθει κοντά της.

Η πλατεία Βικτωρίας αντιπροσώπευε την ξεγνοιασιά των τριών πρώτων χρόνων της ζωής του. Η Θεσσαλονίκη αντιπροσώπευε την διαφυγή στον παππού και στην γιαγιά, μακριά από την πληκτική βαρβαρότητα του σπιτιού και του σχολείου.

Πάντα θυμάται την πλατεία Βικτωρίας με λύπη για τον αφελή, που δεν φαντάζεται τα επακόλουθα’ την θυμάται για την ήρεμη περιέργεια που τον διακατείχε μπροστά στην όψη της ζωής, που φάνταζε καινούρια στα μάτια του, αφού και η ύπαρξή του καινούρια ήταν.

Από την πλατεία Βικτωρίας, κοιτά τον ουρανό, που αυτή την στιγμή προσφέρει απροσδιορίστου χρώματος σχηματισμούς. Μετά από σαράντα πέντε χρόνια, η Αθήνα, στα μάτια του, ομορφαίνοντας, εξιλεώνεται.

4/2012

Συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια

[Αθηνά Βογιατζόγλου, Ερωτοπαίγνια, Κέδρος 2019]

Κριτικό σημείωμα του Χρήστου Νιάρου

Όσο μπορώ θα ερωτευτώ
μες στα σεντόνια,
θ´αφήσω το μυαλό μου να αγαπήσει
πολύ.
Κι οι συνειρμοί,της μνήμης οι λεπτές
επιθυμίες, οι παράτολμες του πόθου
δυνατότητες
θα απλουστευτούν σαν βότσαλα
κάτω απ´ το πόδι.

 
 
          Γλυκιές, παλλόμενες τρυφέροτητες συνειρμών και επιθυμίες σε μια ακόμη βιωματική γραφή της Αθηνάς Βογιατζόγλου αποτυπώνονται στο βιβλίο αυτό. Τα Ερωτοπαίγνια είναι μια ποιητική συλλογή που όταν την ξεκινήσεις θέλεις να τη διαβάσεις ως τη  τελευταία σελίδα. Το παιγνίδι του έρωτα είναι αθώο στον πυρήνα του, αυθόρμητο και με πολλά βέλη και φωνήεντα και η κάθε του προσέγγιση έχει πάντοτε ένα ενδιαφέρον. Είναι κάτι που δεν σταματάει, δεν εξαντλείται στο διάβα του χρόνου και στην πορεία της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη. Σαν παιγνίδι είναι  ο έρωτας, που δεν έχει τέλος, αλλά ούτε αρχή. Τα θέλω και τα μπορώ του έρωτα πάντα σε κουβέντα. Είναι η πιό μεγάλη συνάντηση του μέσα της ψυχής του ενός με τον άλλο. Ένα ραντεβού διαρκείας, εγρήγορσης, συνεύρεσης, στοχασμών, αισθήσεων, βιώματος που περνά από αρκετούς σταθμούς, με σκιές, εξάψεις, σκοπούς ανάλαφρους και χρόνους ονειρικούς, και μας κοιτάει με τα μάτια της ψυχής.
          Αυτό κάνει και η δημιουργός του βιβλίου. Ξεκινώντας με το ποίημα  «Αυτοπροσωπογραφία», σαν εισαγωγή και προειδοποίηση για το τι θα επακολουθήσει, μας δίνει μια πρόγευση για το τι έπεται στις σελίδες του βιβλίου.  Μιλάει και μονολογεί για τις πτώσεις, τις στιγμές αλλά και τα ατυχήματα του έρωτα και των πόθων, όπως τα ένιωσε στον χορό ,στην τροχιά και στον χώρο των εποχών που βρέθηκε και έζησε . 
Μαγικό φίλτρο και συνταγολόγιο για αυτά δεν υπάρχει. Γιατί οι έρωτες έχουν τα έργα και τα λόγια τους χαραγμένα, φανερά και αφανέρωτα, στην κάθε συνάντηση ψυχής και σώματος. Σημειώνει σε ένα ποίημά της: «Οι αρμονίες μου αποδημητικά πουλιά./ Πως να τις φτάσω, ο άνεμος δεν δίνει διαβατήριο/ στα φύλλα μου» . Και ανοίγει τα κιτάπια της η δημιουργός στο άγγιγμα και στην δίνη του έρωτα, στην χλωρίδα, στην πανίδα, στην γεύση και στην επίγευσή του, αυτού του τόσο κρίσιμου προαπαιτούμενου ζωής.
          Ήρεμη ποιητική γραφή, που όμως επωάζει, υπόκωφα, σιωπές και πόθους. Η θηλυκή δημιουργός παραπονιέται, σκιρτά, διευσδύει στον μανδύα της μοναξιάς, απλώνεται και μαζεύεται με στίχους και στροφές πολλών προβολών -φωνών, στο άπειρο, στη νύχτα, στα λιβάδια, στην καθημερινότητα της πόλης, στη ματιά του άλλου. Κάθε συνομιλία έχει και κάτι το ιδιαίτερο και όμορφο .Ένα διαρκές ταξείδι με ό,τι την εχει συνεπάρει, ό,τι έχει φωτογραφίσει με τις λέξεις της στη ροή του χρόνου και της ζωής.ξεδιπλώνεται και αφήνεται στο χαρτί με σαγήνη και ρυθμό. Το εγώ που γίνεται εσύ, μαζί και αιωρούμενο συστατικό της ζωής αλλά και συμπερασματικό και λυτρωτικό αναδύεται, εκπέμπεται, πίνεται και μας αγγίζει γραμμή την γραμμή και σε αυτό το βιβλίο της συγγράφεως και πανεπιστημιακού Αθηνάς Βογιατζόγλου. Ως τα πιο μυστικά βάθη της ψυχής της όλος ο κόσμος σκηνοθετείται, ομολογείται, ταξιδεύει, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπαινικτικά, άλλοτε άμεσα κατανοητά κι άλλοτε κρυπτικά. Δεν είναι όλα όμως στο συννεφάκι του πάνω ορόφου της καρδιάς ρόδινα και χαρωπά. Από την πρώτη μέρα που είδε το φώς στην ζωή ετούτη μέχρι το τώρα υπάρχουν πολλές εικόνες και συναισθήματα που ζητούν μια δεύτερη ερμηνεία και προσέγγιση. Επομένως είναι κάτι το επίπονο και αληθινό.  
Υπάρχουν δε και οι πτώσεις και οι πόθοι των στιγμών στην πορεία της ζωής· όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ποιήτρια στο μέσον της «Αυτοβιογραφίας»: «ποτέ δεν τα τιθάσευα. / Μ’ έκαναν πάντα να ντρέπομαι για το / θράσος τους. Αγριεύουν στον άνεμο, / μα πιό πολύ στο μαξιλάρι» – είναι πιθανό οι στίχοι αυτοί να αφορούν τα μαλλιά της, σύμβολο θηλυκότητας και εντέλει σεξουαλικότητας, την οποία η ποιήτρια εμφανίζεται να μην μπορεί να ελέγξει όσο θα ήθελε. Δεν είναι όλα υπό έλεγχο στον έρωτα.
          Οι ενότητες της ποιητικής αυτής σύνθεσης φέρουν, διαδοχικά, τους τίτλους: Είσοδος, Αμφίφυλο, Μοναχικό, Βουκολικό, Πατρικό, Ακαδημαϊκό, Συζυγικό, Μητρικό, Έξοδος, διαγράφοντας την πορεία του βίου της δημιουργού με βάση τον έρωτα, που περιλαμβάνει ακόμη και τη σχέση με τον πατέρα της και, αργότερα, την κόρη της. Όλες οι σχέσεις με τα βασικά πρόσωπα της ζωής της χρωματίζονται, λοιπόν, και ερωτικά. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πατέρα της, πρόωρα όπως φαίνεται χαμένο, στον οποίο αναφέρονται και τρία από τα ποιήματα. Από το ποίημα «Έξοδος», που κλείνει το βιβλίο, επιλέγω τους στίχους: «Καλά περνούσα με τις σκοτεινές κηλίδες μου / τις δήθεν αστρικές / με τις φακίδες και τα ερωτηματικά / που λέρωσαν τόσο χαρτί επίμονων εραστών. / Πρός τι οι διαφάνειες; Με κυρίεψε / ο δαίμονας της ανθρωπιάς. /Ας γινόμουν τουλάχιστον καθρέφτης σε σαλόνι. / Όχι αυτό το σελοφάν. / Που κανείς δεν ξέρει / πόσο επίπονα είναι χειροποίητο».
          Η αυλαία και η παράσταση των ποιημάτων, που μοιάζουν αυτοβιογραφικά και με αλήθεια δοσμένα, μας ανοίγει έναν διάλογο με τα δικά μας πεπραγμένα, βιώματα, στιγμές, και από την άλλη μας ξεδιπλώνει με πυκνότητα λόγου και με  λυρισμό αναπολήσεις, ερωτηματικά αλλά και συμπερασμάτα για τη μέχρι τώρα πορεία της γυναίκας – δημιουργού, που με δικό της τρόπο, ακόμη και πίσω από μάσκες μερικές φορές, αποκαλύπτεται, με τόλμη τη σωματική, συγκινησιακή και διανοητική αλήθεια της στα δρώμενα και στις γραμμές του βιβλίου. Μια συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια μένει στα θετικά της γραφής ,της επικοινωνίας και των στοχασμών ,για πολλές αναγνώσεις . Μια ποίηση που δείχνει αντοχή και χαρακτήρα αλλά και ρέει αυθόρμητα ,πάντοτε μας συναντάει.

Εξέγερση: Η ρήξη με την παράδοση και η σύγκρουση με την εξουσία

Pablo Picasso, Portrait of Marie-Thérèse Walter, 1937

Η Έδρα Κ. Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν κάλεσε προσωπικά συγκεκριμένους Έλληνες ποιητές που εμφανίστηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα να συμμετάσχουν σε μια συλλογή σύντομων δοκιμίων με θέμα το εξεγερτικό πρόταγμα και φαινόμενο.

Το κείμενο που παρατίθεται είναι του Γιώργου Λίλλη.

Εξέγερση ίσον αυτογνωσία

Εξέγερση. Λέξη βαρύγδουπη, παρ όλα αυτά σημαντική ως έννοια, μιας και εμπεριέχει στον πυρήνα της την ανατροπή. Το ερώτημα όμως που τίθεται σήμερα είναι ο λόγος που εξεγείρεται κάποιος. Στην εποχή μας είναι δύσκολο να προσδιορίσεις τη βαθύτερη αιτία της εξέγερσής σου. Εκεί που βάλλεσαι εναντίον μιας κοινωνικής αδικίας για παράδειγμα, το σκηνικό αλλάζει από την μια μέρα στην άλλη και βρίσκεσαι εκτεθειμένος, πριν συνειδητοποιήσεις εις βάθος το εύρος της αδικίας που σου προκάλεσε την εκάστοτε αντίδραση.

Οι μέρες που διανύουμε μοιάζουν με χαμαιλέοντα. Καμουφλάρονται μέσα στο σκηνικό που αναπαράγουν για να μην μπορεί ο κάθε υποψιασμένος να αντιδράσει. Ένα πολύπλοκο σύστημα, εναλλασσόμενο, όπου τείχη ανυψώνονται και πέφτουν από την μια στιγμή στην άλλη, μόδες και πρότυπα καταρρέουν εν ριπή οφθαλμού, αφήνοντάς μας αμήχανους μέσα σε μια χαώδη υπερπληροφόρηση, η οποία συσκοτίζει παρά ξεδιαλύνει.

Τι οφείλει λοιπόν ο καλλιτέχνης να πράξει σε μια τόσο ασταθή περίσταση; Κατά τη ταπεινή μου άποψη να εξεγερθεί εναντίον του εαυτού του. Όσο και οξύμωρο να ακούγεται, ίσως είναι ο μοναδικός τρόπος να αντισταθεί με ουσιαστικό τρόπο στο να μην παίρνει τόσο στα σοβαρά τον εαυτό του. Είναι εύκολο να χτίσεις μια εικόνα πρότυπο και να φυλακιστείς μέσα της. Η σιγουριά και η ασφάλεια που προσφέρει μια τέτοια εικόνα είναι και η μεγαλύτερη παγίδα που μπορεί να πέσει ο καλλιτέχνης. Του εξασφαλίζει ένα δημόσιο προφίλ, τον καθιστά ικανό να δρα σύμφωνα με τα καλλιτεχνικά όρια που ο ίδιος έχει θέσει, γεγονός που τον οδηγεί σταδιακά στο να διαχέει όλη του την ενέργεια στο να διατηρήσει αυτό το προφίλ ανέπαφο από εξωγενείς κινδύνους. Αν καλλιτέχνης σημαίνει όμως πάνω από όλα αμφισβητώ και κατά συνέπεια αναζητώ, μια τέτοιους είδους πρακτική τον οδηγεί στην επανάπαυση.

Ως καλλιτέχνης του σήμερα οφείλω λοιπόν πρώτα να αμφισβητήσω τις πρακτικές μου και να σταθώ κριτικά ως προς τις προθέσεις μου. Είναι εύκολο να γράψω ένα πολιτικό ποίημα, εύκολο να ταυτιστώ δημόσια με τους κάθε είδους επαναστάτες, το δύσκολο είναι να παραδεχτώ τις πραγματικές αιτίες που με οδηγούν σε αυτές μου τις επιλογές. Αν ο καλλιτέχνης εκφράζει την εποχή του, θα ήταν λοιδορία να ψεύδεται στον εαυτό του απλώς και μόνο για επικροτείται.

Όταν εξεγείρεσαι ενάντια στον εαυτό σου, όσο και να ακούγεται άβολο, θέτεις ερωτήματα. Δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία αν μπορούν να απαντηθούν. Δημιουργείται ένα κλίμα γόνιμης αντιπαράθεσης με τα πάγια πιστεύω σου. Τίθεσαι σε ένα είδος διαθεσιμότητας για να αντικρίσεις εξ αποστάσεως το έργο σου και τον εαυτό σου μέσα από το έργο σου. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορείς να μιλήσεις για αυτογνωσία. Αμφισβητώντας. «Ο άνθρωπος δεν είναι ικανός για υψηλού βαθμού», γράφει ο Έρμαν Έσσε στο «Λύκο της Στέπας», συνεχίζοντας: «βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο μέσα από τα παραμορφωμένα πρίσματα της αυταπάτης και της υπεραπλούστευσης. Γιατί φαίνεται πως υπάρχει μια έμφυτη και επιτακτική ανάγκη σε όλους τους ανθρώπους να θεωρούν τον εαυτό τους σαν μια βασική μονάδα». Το χρέος του καλλιτέχνη είναι να έρθει σε αντιπαράθεση με τις αυταπάτες του.

Η εξέγερση επί του ατομικού όταν επιτευχθεί, μπορεί να τον οδηγήσει στο να δράσει και επί του συλλογικού. Να γίνει μεταφορέας του κλίματος της κοινωνίας που ζει. Να μιλήσει αληθινά για όσα συμβαίνουν γύρω του.

*Ο Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Έζησε στην Ελλάδα, στην Αθήνα και στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του, μέχρι την επιστροφή στη Γερμανία το 1996 όπου ζει και εργάζεται από τότε. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά κι έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού. Μεταφράσεις, ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (“Ποίηση”, “Μανδραγόρας”, “Δέντρο”, “Ακτή”, “Γραφή”).

**Δημοσιεύτηκε στο δελτίο “Αγαύη” Νο 1, 6/2022.

Η ποίηση και οι ανόητοι

Aldo Pellegrini*

Η ποίηση έχει μια πόρτα ερμητικά κλειστή στους ανόητους, αλλά ορθάνοιχτη για τους αθώους. Δεν είναι μια πόρτα κλειδωμένη με κλειδαριά, αλλά η δομή της είναι τέτοια που, όσα και αν κάνουν οι ανόητοι, δεν μπορούν να την ανοίξουν, ενώ υποχωρούν στη μοναδική παρουσία των αθώων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αντίθετο στην ηλιθιότητα από την αθωότητα. Το χαρακτηριστικό του ηλίθιου είναι η συστηματική του φιλοδοξία για ένα ορισμένο ποσοστό εξουσίας. Ο αθώος, από την άλλη, αρνείται να ασκήσει την εξουσία γιατί τα έχει όλα.

Φυσικά, ο λαός είναι ο εν δυνάμει κάτοχος της υπέρτατης ποιητικής στάσης: της αθωότητας. Και στο λαό ανήκουν αυτοί που νιώθουν ως πόνο τον εξαναγκασμό της εξουσίας. Ο αθώος, συνειδητά ή όχι, κινείται σε έναν κόσμο αξιών (αγάπη, πρώτα απ’ όλα), ο ανόητος κινείται σε έναν κόσμο στον οποίο η μόνη αξία δίνεται από την άσκηση εξουσίας.

Οι ηλίθιοι αναζητούν την εξουσία με οποιαδήποτε τρόπο: πρώτα με το χρήμα, και με ολόκληρη τη δομή του κράτους, από την εξουσία των κυβερνώντων έως τη μικροσκοπική, αλλά διαβρωτική και απαίσια εξουσία των γραφειοκρατών, από την εξουσία της εκκλησίας μέχρι την εξουσία των δημοσιογράφων, από τη δύναμη των τραπεζιτών στη δύναμη που δίνουν οι νόμοι. Όλο αυτό το άθροισμα δύναμης οργανώνεται ενάντια στην ποίηση.

Καθώς ποίηση σημαίνει ελευθερία, σημαίνει και διεκδίκηση του αυθεντικού ανθρώπου, του ανθρώπου που προσπαθεί να αποδώσει τον εαυτό του, όλο αυτό έχει αναμφίβολα κάποιο κύρος στους ανόητους. Είναι αυτός ο ψεύτικος, τεχνητός κόσμος που χτίζουν οι ανόητοι με είδη πολυτελείας: κουρτίνες, μπιμπελό, κοσμήματα και κάτι σαν ποίηση. Σε αυτή την ποίηση που χρησιμοποιούν, η λέξη και η εικόνα γίνονται διακοσμητικά στοιχεία, και έτσι καταστρέφεται η δύναμη πυράκτωσής τους. Έτσι δημιουργείται η λεγόμενη «επίσημη ποίηση», η εφήμερη ποίηση, η ποίηση του κούφιου ήχου.

Η ποίηση δεν είναι παρά αυτή η βίαιη ανάγκη να επιβεβαιώσεις, είναι το είναι σου που οδηγεί τον άνθρωπο. Αντιτίθεται στη θέληση του να μην είσαι σε αυτούς που εμπνέουν τα εγχώρια πλήθη και αντιτίθεται στην επιθυμία του να είσαι σε αυτούς που ασκούν εξουσία.

Οι ηλίθιοι ζουν σε έναν τεχνητό και ψεύτικο κόσμο: βασισμένοι στην εξουσία που μπορεί να ασκηθεί στους άλλους, αρνούνται την αποφασιστική πραγματικότητα του ανθρώπου, την οποία αντικαθιστούν με κούφια σχέδια. Ο κόσμος της εξουσίας είναι ένας κόσμος χωρίς νόημα, εκτός πραγματικότητας. Ο ποιητής αναζητά στη λέξη όχι έναν τρόπο να εκφραστεί αλλά έναν τρόπο να συμμετέχει στην ίδια την πραγματικότητα. Στρέφεται στη λέξη, αλλά αναζητά μέσα της την αρχική της αξία, τη μαγεία της στιγμής της δημιουργίας του ρήματος, μια εποχή που δεν υπήρχε κανένα σημάδι, αλλά μέρος της ίδιας της πραγματικότητας. Ο ποιητής -για να χρησιμοποιήσουμε το ρήμα- δεν εκφράζει την πραγματικότητα, συμμετέχει σε αυτήν.

Η πόρτα της ποίησης δεν έχει κλειδί ή κλειδαριά: την υπερασπίζεται η ποιότητα της πυράκτωσής της. Μόνο οι αθώοι, που έχουν τη συνήθεια να εξαγνίζουν τη φωτιά, που έχουν φλεγόμενα δάχτυλα, μπορούν να ανοίξουν αυτή την πόρτα και μέσα από αυτήν να διεισδύσουν στην πραγματικότητα.

Η ποίηση σκοπεύει να εκπληρώσει το καθήκον του να κάνει αυτόν τον κόσμο ακατοίκητο για ανόητους.

*Δημοσιεύτηκε στο “Poetry Magazine No. 9, August 1961”. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Aldo Pellegrini (Rosary 1903 – Santa Fe 1973) ήταν Αργεντινός ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός τέχνης. Δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου σουρεαλιστικού μανιφέστου του André Breton το 1924, ο Pellegrini ίδρυσε στο Μπουένος Άιρες μαζί με τον Marino Cassano, τον Elias Peterbarg και τον David Sussman, την πρώτη σουρεαλιστική ομάδα από την Αργεντινή και τη Νότια Αμερική, η οποία ήταν η υπεύθυνη της έκδοσης δύο τευχών του περιοδικού “Que” το 1928.

Κατερίνα Λιάτζουρα: Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες | Δίγλωσση ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης

Παρουσίαση από την Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου

Ι.
Η αρχαιότερη γνωστή στις μέρες μας απεικόνιση ενός διερμηνέα ή μεταφραστή προέρχεται από την Αίγυπτο του 1330 π.Χ. Πρόκειται για ένα ανάγλυφο από την ζωφόρο του τάφου του ανώτατου αξιωματούχου και κατοπινού Φαραώ Χορεμχέμπ στην νεκρόπολη της αρχαίας Μέμφιδας, το οποίο βρίσκεται σήμερα στην πόλη Leiden της νότιας Ολλανδίας. Το «Ανάγλυφο του Διερμηνέα», όπως αποκαλείται, απαρτίζεται από τρεις φιγούρες: τον ίδιο τον Χορεμχέμπ, μια ομάδα ξένων απεσταλμένων και έναν διερμηνέα.

Ο εκπρόσωπος του Φαραώ έχει στο ανάγλυφο το διπλάσιο μέγεθος του διερμηνέα, ενώ υπερέχει κατά ένα τρίτο περίπου και σε σχέση προς τους ξένους αξιωματούχους.

Οι τελευταίοι παριστάνονται γονυπετείς επειδή ικετεύουν τον βασιλιά να τους προστατεύσει από εχθρικές εισβολές. Το μικρότερο μέγεθός τους οφείλεται στο γεγονός ότι στην αρχαία Αίγυπτο η ιδιότητα του «ανθρώπου» ήταν τίτλος τιμής που αποδιδόταν μόνο στους κατοίκους της, ενώ οι ξένοι θεωρούνταν ως κατώτεροι και «βάρβαροι». Η διαφορά μεγέθους αντιστοιχεί όμως και σε μια ιεράρχηση της αξίας και της ισχύος των γλωσσών: τα αιγυπτιακά είναι ανώτερα και ισχυρότερα των ξένων ιδιωμάτων.

Η ιεράρχηση των γλωσσών αποτυπώνεται και στην καθοδική κατεύθυνση των επικοινωνιακών χειρονομιών στο ανάγλυφο. Στο υψηλότερο σημείο βρίσκεται το χέρι του εκπροσώπου του Φαραώ με το αιγυπτιακό διάταγμα· χαμηλότερα το υψωμένο χέρι του διερμηνέα που το παραλαμβάνει από το προηγούμενο και ο οποίος, αφού στραφεί προς την άλλη πλευρά, παραδίδει το μεταφρασμένο πλέον μήνυμα με το κατεβασμένο χαμηλότερα τώρα χέρι στους ξένους, τα χέρια των οποίων βρίσκονται ακόμη πιο χαμηλά.

Ο διερμηνέας/μεταφραστής, ο οποίος κυρίως ενδιαφέρει εδώ, βρίσκεται στη μέση και αποτελεί το επίκεντρο του ανάγλυφου, και απεικονίζεται σε δύο στάσεις: στην πρώτη εμφανίζεται στραμμένος προς τον ίδιο τον ύπατο εκπρόσωπο του Φαραώ Τουταγχαμών, τον Χορεμχέμπ, από τον οποίον δέχεται το διάταγμα του βασιλιά στα αιγυπτιακά. Στην δεύτερη έχει στραφεί προς τους ξένους «μεταφέροντας» και μεταφράζοντας το φαραωνικό διάταγμα στην γλώσσα τους. Είναι μικρότερος σε μέγεθος όχι μόνο από τον Χορεμχέμπ, αλλά και από τους ξένους, μολονότι συνομιλεί ως ίσος προς ίσον με αυτούς. Χαρακτηριστική είναι επίσης η σκυφτή στάση του σώματός του.

Το μικρό μέγεθος του διερμηνέα/μεταφραστή παραπέμπει στην χαμηλή κοινωνική θέση που είχε ο ίδιος και η δραστηριότητά του στην Αρχαία Αίγυπτο. Ταπεινότητα, υποτέλεια, υποταγή και αυθυποβιβασμό δηλώνει και το σκυφτό του σώμα. Η «κίνησή» του, τέλος, μεταξύ των δύο σταθερών πόλων του ανάγλυφου που αποδίδεται με την διπλή απεικόνισή του, αισθητοποιεί προσφυώς την λειτουργία του διερμηνέα ως απλού «μέσου» και μεταβατικού σταδίου, που πάει να πει: νόημα και αξία έχει το μήνυμα που μετα-φέρει και μεταφράζει, όχι αυτός ο ίδιος. Ο μεταφραστής επομένως δεν είχε αυτοτελή και αυτόνομο λόγο ύπαρξης, επειδή – για να χρησιμοποιήσω μια φράση της Κατερίνας Λιάτζουρα [εφεξής = Κ.Λ.] από τον «Πρόλογο» στην Ανθολογία της – «δεν έχει να πει» κάτι ο ίδιος, αλλά υπηρετεί απλώς την επικοινωνία μεταξύ ετερόγλωσσων ανθρώπων που «έχουν να πουν» πράγματα ο ένας στον άλλο.

  • Μα καλά, θα αναρωτηθεί κανείς εδώ, τι νόημα έχει η αναφορά σε ένα ανάγλυφο 3000 ετών; Δεν έχει αλλάξει η κατάσταση στις μέρες μας; Και μάλιστα ριζικά;

Η απάντηση είναι: δυστυχώς όχι, και κυρίως: δυστυχώς όχι στην χώρα μας. Ή τουλάχιστον: όχι σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται και αξιολογείται ο διερμηνέας/μεταφραστής και η ερμηνευτική και μεταφραστική δραστηριότητα, και τον οποίο τόσο «εύγλωττα» αναδεικνύει το αρχαίο ανάγλυφο. Σε ορισμένα χαρακτηριστικά αυτού του τρόπου εστιάζονται οι ακόλουθες σύντομες παρατηρήσεις μας, οι οποίες προέκυψαν από την ανάγνωση της ανθολογίας της Κ.Λ..

ΙΙ.
Το πρώτο από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι η τάση «συρρίκνωσης», η απαξίωση και ο υποβιβασμός του ρόλου του μεταφραστή και της μεταφραστικής δραστηριότητας για τον πολιτισμό μιας χώρας και τις σχέσεις της με άλλες χώρες και τον πολιτισμό τους. Μολονότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης θα προσδοκούσε κανείς να υπάρξει μια αναβάθμιση, η τάση συρρίκνωσης κυριαρχεί και στην σύγχρονη λογοτεχνική ζωή. Αρκεί μια ματιά στην τυπογραφική διαμόρφωση των εξωφύλλων μεταφρασμένων βιβλίων για να διαπιστώσει κανείς τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Το όνομα του μεταφραστή γράφεται συνήθως με τα μικρότερα δυνατά στοιχεία, – αν υπάρχει καν στο εξώφυλλο, διότι πολύ συχνά κρύβεται στις πρώτες εσωτερικές σελίδες.

Μια τέτοια πρακτική υπαγορεύεται ασφαλώς από τις ανάγκες της αγοράς, οι αναγνώστες, όπως λέγεται συνήθως, προσελκύονται «φυσικά» από «διάσημους συγγραφείς» και όχι από «άσημους μεταφραστές». Ωστόσο η αξιολόγηση και ιεράρχηση σε «διάσημους συγγραφείς» και «άσημους μεταφραστές» δεν είναι τόσο «φυσική» και αυτονόητη, αλλά επιβάλλεται συνήθως από την βιβλιοκριτική που ασκείται από δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς, οι οποίοι με την σειρά τους στηρίζονται ρητά ή υπόρρητα σε σχετικές γλωσσολογικές ή λογοτεχνικές θεωρίες.

Βέβαια τελευταία δεν λείπουν οι θεωρητικές προσπάθειες που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, την αποκατάσταση και αναβάθμιση δηλαδή του μεταφραστή και του έργου του, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν ακόμη ευρεία απήχηση. Οι θεωρίες αυτές, οι οποίες στρέφουν την προσοχή τους στην μεταφραστική πράξη, αναγνωρίζουν την εξαιρετική δυσκολία της μετάφρασης, προπαντός της λογοτεχνίας και ιδιαίτερα της ποίησης. Εκκινώντας από εδώ, προτείνουν οι μεταφράσεις στον εν λόγω τομέα να προσεγγίζονται και να κρίνονται ως πρωτογενείς δημιουργίες, ως ιδιόμορφα, αυτόνομα λογοτεχνήματα και όχι μόνο ως απλές αναπαραγωγές των πρωτότυπων έργων σε άλλη γλώσσα. Αντίστοιχα αναβαθμίζονται και οι μεταφραστές από αμελητέους παραγωγούς δευτερογενών κειμένων σε αυθεντικούς δημιουργούς.

Κατά τη μελέτη της μεταφραστικής πράξης οι νεότερες αυτές θεωρίες δεν περιορίζονται στην σύγκριση ενός μεμονωμένου μεταφρασμένου κειμένου με το πρωτότυπο, αλλά διευρύνουν την έρευνά τους στο σύνολο των διεργασιών που καθορίζουν την μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων. Στο πλαίσιο αυτό θέτουν μεταξύ άλλων και ερωτήματα όπως τα εξής:

  • Ποιος επιλέγει τους συγγραφείς και τα έργα που πρέπει να μεταφραστούν;
  • Πώς εκτυλίσσεται ειδικότερα τούτη η διαδικασία και ποιοι παράγοντες την διαμορφώνουν;
  • Ποιος είναι ο ρόλος των συμμετεχόντων προσώπων και θεσμών, όπως εκδοτικοί οίκοι, επιμελητές, λογοτεχνική κριτική, ξένα πολιτιστικά ινστιτούτα, βραβεία και υποτροφίες για μεταφραστές, ακαδημίες, φεστιβάλ ποίησης;

Κρίσιμα και χρήσιμα είναι τέτοιου είδους ερωτήματα, επειδή οδηγούν στην ανάδειξη και κατανόηση μηχανισμών εξουσίας που δεν καθορίζουν μόνο την θέση και την αξία της μετάφρασης και των μεταφραστών, αλλά και επειδή επιβάλλουν έναν κανόνα συγγραφέων και κειμένων που αξίζουν να μεταφραστούν με όχι πάντα διαφανή κριτήρια.

ΙΙΙ.
Μία από τις αρετές που διακρίνουν τη δίγλωσση ανθολογία της Κ.Λ. είναι ότι αποτελεί ένα αντιπαράδειγμα στις προαναφερθείσες αδιαφανείς πρακτικές. Η κεντρική λέξη και έννοια είναι εδώ η «υποκειμενικότητα», στην οποία, όπως ομολογεί η ίδια στον «Πρόλογο» του βιβλίου, στηρίζεται όλο το εγχείρημά της: η διατύπωση κριτηρίων, η ανάγνωση, η επιλογή αλλά και η απόρριψη ποιητών και ποιημάτων, ο προσδιορισμός του τρόπου μετάφρασης. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει πρώτα από όλα – αρνητικά – απουσία γενικών κανόνων που εγγυώνται την διυποκειμενική ισχύ, την αντικειμενικότητα και την βεβαιότητα των προτάσεων μας ή αλλιώς απουσία επιστήμης, και επομένως ένα άλμα στην αβεβαιότητα. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει όμως ακολούθως – και θετικά – θάρρος, τόλμη και εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και την – αισθητική, στην προκειμένη περίπτωση, – κρίση μας. Τούτη η στάση και η μέθοδος κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι στην εποχή της επιστήμης της μεταφρασεολογίας και της στηριζόμενης σε αυτήν «επιστημονικής» λογοτεχνικής μετάφρασης.

Η μεταφρασεολογία μπορεί να είναι χρήσιμη για τους μεταφραστές και την μετάφραση στο μέτρο που – όπως οι προαναφερθείσες έρευνες – στρέφεται ρητά προς την μεταφραστική δραστηριότητα και αναδεικνύει την σημασία της. Τέτοιες θεωρίες συμβάλλουν στην αναίρεση της «συρρίκνωσης» και της υποβάθμισης του μεταφραστή και της μετάφρασης που κυριαρχεί ακόμη και στην εποχή μας. Από την άλλη, ωστόσο, ο αρχικός προσανατολισμός της μεταφρασεολογίας προς τους υπολογιστές και την αυτόματη μεταγλώττιση και η συνακόλουθη τάση να τους εξισώνει με τον άνθρωπο και την ανθρώπινη μετάφραση (humantranslator) συνεχίζει και επιτείνει την «συρρίκνωση» και την απαξίωση του μεταφραστή.

Στη συνάφεια αυτή ανήκει και η «υποκειμενικότητα» της μετάφρασής της, για την οποία η Κ.Λ. κάνει λόγο στην τελευταία σελίδα του «Προλόγου» της. «Υποκειμενικότητα» σημαίνει, όπως είδαμε, απουσία γενικών κανόνων και επιστήμης, και επομένως άλμα στην αβεβαιότητα και αποδοχή της δυνατότητας σφάλματος κατά την άσκηση της μεταφραστικής δραστηριότητας. Τούτο το άλμα στην αβεβαιότητα δεν είναι όμως τυφλό, αλλά ακολουθεί ορισμένους ιδιόμορφους κανόνες. Οι κανόνες της υποκειμενικής μετάφρασης δεν διατυπώνονται πριν και ανεξάρτητα από την μεταφραστική δραστηριότητα και εφαρμόζονται κατόπιν σε αυτήν· σχηματίζονται κατά την επιτέλεση της ίδιας της μεταφραστικής πράξης μέσω μιας δημιουργικής ενόρασης του μεταφραστή και ισχύουν μόνο για την μεμονωμένη περίπτωση, δεν επιδέχονται δηλαδή γενίκευση. Με άλλα λόγια: σε κάθε βήμα της μετάφρασης παρουσιάζονται εντελώς νέα και διαφορετικής υφής προβλήματα, επειδή ο μεταφραστής διατυπώνει μόνος του τους κανόνες και τις προδιαγραφές που ακολουθεί για να τα λύσει.

Η δημιουργική αυτή ενορατική ικανότητα δεν μπορεί να διατυπωθεί ρητά σε ένα σύστημα κανόνων και να διδαχθεί, καλλιεργείται όμως και εκμαθαίνεται μέσω της συνεχούς μεταφραστικής πράξης. Η Κ.Λ. δεν είναι αρχάρια, αλλά έχει ήδη μια αξιοσημείωτη πορεία στον χώρο της μετάφρασης και, όπως αποδεικνύει η παρούσα δίγλωσση ανθολογία, διαθέτει χωρίς αμφιβολία την δημιουργική ενόραση που χαρακτηρίζει κάθε ικανό μεταφραστή. Μολονότι δεν είναι εύκολο να προσεγγίσει κανείς μια υποκειμενική μεταφραστική μέθοδο από έξω, θα παραθέσουμε, κλείνοντας, ορισμένες προτάσεις του Bertolt Brecht:
«Αυτό που βλάπτει περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο τα ποιήματα κατά την μετάφρασή τους σε μια άλλη γλώσσα, είναι ως επί το πλείστον η προσπάθεια να μεταφράσουμε περισσότερα από όσα πρέπει. Ίσως θα έπρεπε να αρκεστούμε στην μετάφραση των διανοημάτων και της στάσης του ποιητή. Από το πρωτότυπο οφείλουμε να προσπαθήσουμε να μεταφράσουμε μόνο ό,τι στον ρυθμό του αποτελεί στοιχείο της στάσης του γράφοντος, και τίποτε άλλο.» [Gedichte werden bei der Übertragung in eine andere Sprache meist dadurch am stärksten beschädigt, dass man zu viel zu übertragen sucht. Man sollte sich vielleicht mit der Übertragung der Gedanken und der Haltung des Dichters begnügen. Was im Rhythmus des Originals ein Element der Haltung des Schreibenden ist, sollte man zu übertragen suchen, nicht mehr davon. (Bertolt Brecht: Über Lyrik, Frankfurt a.M. 1975)]

Οι επιγραμματικές αυτές προτάσεις, στις οποίες ο μεγάλος Γερμανός ποιητής συνοψίζει την δική του μέθοδο μετάφρασης, μας φαίνεται ότι πλησιάζουν αρκετά τον υποκειμενικό τρόπο με τον οποίο μεταφράζει η Κ.Λ. Οι ανθολογούμενοι ποιητές πρέπει να αισθάνονται τυχεροί που τα έργα τους αποδόθηκαν από μια τέτοια μεταφράστρια σε μια από τις ισχυρές γλώσσες του σύγχρονου κόσμου.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/lexeis-aihmires-san-prokes-parousiasi-apo-tin-hristina-grammatikopoulou.html?fbclid=IwAR2Cse7ekjd71ZhVKe7HQwohrD-f4ghJodinyCnJWqgo5ftvpunwmtvXq4M

Λογοτεχνία εν είδει πολιτισμικής γραφής – «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες», του Κώστα Κατσάπη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΔΙΤΗΣ

Συνήθως, τα βιβλία που διαβάζουμε για την ελληνική μετανάστευση και γενικά την ελληνική Διασπορά ανά τον κόσμο, είναι κυρίως ιστορικά και δεν μιλούν περιληπτικά για την καθημερινή ζωή και για τα επιτεύγματα ή μη των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες υποδοχής τους. Ή ελάχιστα είναι εκείνα τα βιβλία και οι εργασίες που εμπίπτουν ακόμα και στην κατηγορία της προφορικής ιστορίας.

Όμως στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας Κώστας Κατσάπης, διαχειρίζεται την ξενιτιά, τη φτώχεια, την ξενοφοβία, τα ήθη, τα έθιμα και τις όποιες ριζωμένες προκαταλήψεις, με άκρως λογοτεχνικό τρόπο εν είδει πολιτισμικής γραφής. Γιατί το βιβλίο «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες» είναι λογοτεχνία και όχι σκέτη ιστορία ή μια επιστημονικά δομημένη ανάλυση. Είναι δέκα ιστορίες που πραγματεύονται λογοτεχνικά και όχι με τον τρόπο των ιστορικών και των αναλυτών, τα προσωπικά αφηγήματα που ξεδιπλώνονται στις σελίδες του.

Οι εποχές που διαπερνούν τις ιστορίες που παρατίθενται εδώ, είναι η μεταπολεμική Ελλάδα και η μαζική μετανάστευση στην Αυστραλία. Είναι ένα «ανακάτωμα» -με την καλή και δημιουργική έννοια- τόσο πραγματικών όσο και φανταστικών στοιχείων. Μάλιστα, ο συγγραφέας το επισημαίνει αυτό στον πρόλογό του, λέγοντας ακόμα και το ότι υπήρξαν και οι γονείς του μετανάστες στην Αυστραλία και ότι το κυρίως υλικό για τη συγγραφή του βιβλίου αντλήθηκε τόσο από το ιστορικό αρχείο της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Νέας Νότιας Ουαλίας όσο και από υλικό που βρίσκεται στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και αφορά την ελληνική μετανάστευση στην Αυστραλία.

Το βασικό στοιχείο που, κατά τη γνώμη μου, αναδεικνύεται από την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι οι ήρωες των δέκα διαφορετικών αφηγημάτων είναι μεν διαφορετικοί, όμως έχουν τόσα κοινά στοιχεία μεταξύ τους, και αυτά αφορούν τη νοσταλγία και τη σκέψη για την πατρίδα που έμεινε πίσω, και την προσκόλληση ή την εμμονή σε κάθε τι το ελληνικό. Φυσικά, συναντάμε ανάγλυφα όλα όσα αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι στην Ελλάδα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ώστε η μετανάστευση να αποτελεί για πολλούς από αυτούς μονόδρομο.

Διαβάζοντας αυτές τις δέκα ιστορίες ζούμε και οι ίδιοι τους ρυθμούς και την καθημερινή ζωή της παροικίας-«γκέτο» την περίοδο του ’50-’60 στο Σίδνεϊ. Μια άλλη Ελλάδα σε μικρογραφία στην άλλη άκρη της Γης, με ό,τι αυτό μπορούσε να σημαίνει. Ένα μεγάλο ελληνικό χωριό, όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και τους ήταν αδύνατον να «ανοιχτούν» στην υπόλοιπη Αυστραλία, γιατί πρώτα απ’ όλα δεν γνώριζαν καν τη γλώσσα… Εκεί εξακολουθούσαν να τηρούνται οι παλιές συνήθειες, γεγονός το οποίο ξαφνιάζει τον αναγνώστη, καθώς θα περίμενε ότι η διαμονή σε μια άλλη χώρα ίσως «άλλαζε» όλους αυτούς που παρέμεναν προσκολλημένοι σε αναχρονιστικές απόψεις και πρακτικές όπως το ξυλοφόρτωμα των παιδιών, οι ενδοοικογενειακοί καυγάδες και το κουτσομπολιό.

Συνειδητοποιούμε, βέβαια, από τη μια, το θάμπωμα από τα χρήματα που είχαν κάνει μερικοί και τον νέο τρόπο ζωής, που σε καμία περίπτωση δεν θύμιζε τη φτωχή Ελλάδα με τις παντοειδείς στερήσεις και κακουχίες, όμως, την ίδια στιγμή, και το γεγονός ότι η ανοχή της διαφορετικότητας και της άλλης άποψης είναι ακόμα έννοιες «ξένες» για πολλούς της παροικίας. Το ότι εμποδίστηκε να προχωρήσει και τελικά να θαφτεί η σχέση μιας νεαρής Ελληνίδας με έναν Αυστραλό, είναι κραυγαλέο παράδειγμα που συνηγορεί σε αυτό τον ισχυρισμό.

Μέχρι και η πολιτική κατάσταση που υπήρχε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, μεταφέρθηκε αυτούσια και στην παροικία του Σίδνεϊ και αποτέλεσε αναπόσπαστο σημείο τριβής των σχέσεων του ενός με τον άλλο στα στενά ενδοπαροικιακά δρώμενα. Από τη μια, οι αριστεροί και, από την άλλη, οι «εθνικόφρονες» και με ό,τι αυτό συνεπάγεται στ όρια μιας παράλληλης μικροκοινωνίας.

Το βιβλίο «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες» εκδόθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο από τις Eκδόσεις/Βιβλιοπωλείο «Μωβ Σκίουρος», στην Αθήνα. Στο εξώφυλλο του βιβλίου διακρίνεται Έλληνας μετανάστης στην παραλία Manly του Σίδνεϊ το 1971.

Ο Κώστας Κατσάπης (Αθήνα, 1973) είναι καθηγητής Πολιτισμικής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Δημόσιας Ιστορίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Από τις ίδιες Εκδόσεις κυκλοφόρησε το 2020 και το βιβλίο του «Λέξεις της φωτιάς – Νεανική ριζοσπαστικοποίηση και ημερολογιακή γραφή την αυγή της Μεταπολίτευσης».

Έφυγε από τη ζωή ο Αντώνης Ζέρβας

Μὲ βαρειὰ καρδιά, κάθομαι νὰ γράψω γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ σημάδεψε ὄχι μόνο τὴν ζωή μου -αὐτὸ στὸ κάτω-κάτω δὲν πολυενδιαφέρει- ἀλλὰ τὰ πνευματικά μας πράγματα, μ᾿ ἕναν τρόπο ποὺ ἐλάχιστα γίνεται κατανοητὸς σήμερα.
Ἐὰν οἱ ὑποθέσεις τοῦ πνεύματος συνεχίσουν νὰ ἀπασχολοῦν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ μέλλοντος -πρᾶγμα διόλου εὐνόητο καὶ αὐτονόητο- τότε θὰ σκύψουν ἐνδεχομένως πάνω στὰ πνευματικὰ πεπραγμένα τοῦ Ἀντώνη Ζέρβα, καὶ θὰ τοῦ ἀποδώσουν τὶς ὀφειλόμενες τιμὲς ποὺ ἡ συνωμοσία τῶν πνευματικῶν μετριοτήτων τοῦ ἀρνήθηκε.
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας, ὁ ποιητής, ὁ μεταφραστής, ὁ δοκιμιογράφος, ὁ κριτικός, ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν, ἀνῆκε στὴν γενιὰ τῶν Ἑλλήνων ποὺ διαμόρφωσαν τὸ πνευματικό τους πρόσωπο σὲ συνάφεια μὲ τὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς Δύσης, εὐρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικάνικης, τὸν ὁποῖο γνώρισαν εἰς βάθος καὶ μὲ τὸν ὁποῖο συνωμίλησαν ἐν πολλοῖς ὡς ἴσοι πρὸς ἴσον. Ὁ Κωστῆς Παπαγιώργης, μὲ τὸν ὁποῖο συμπορεύτηκε ὁ Ζέρβας, μὲ ὅλα τὰ σκαμπανεβάσματα ποὺ συνεπάγεται ἡ γειτνίαση ἐξ ὁρισμοῦ «δύσκολων», «ἐκρηκτικῶν» χαρακτήρων, διεκδικητῶν τῆς πνευματικῆς / μορφωτικῆς ἀριστείας, δίνει τὸ στίγμα τοῦ τί δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ ὀλιγάριθμη, «εὐρωσπουδαγμένη» γενιά: «Μάλιστα ξέρουμε πολλοὺς ξενοσπουδασμένους ποὺ προτιμοῦν νὰ συνδιαλέγονται γαλλιστὶ ἢ ἀγγλιστὶ καὶ νὰ θεωροῦν τὴν Ἑλλάδα χεσμένο τόπο…».
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας, στὶς ἀνέκδοτες ἀκόμα Ὑποθῆκες ἀπὸ τὸ τελευταῖο κρεββάτι τῆς ζωῆς, περιγράφει τὸ ἦθος καὶ τὴν συμπεριφορὰ αὐτῆς τῆς «μικρῆς» γενιᾶς:
«Παρίσι, 17 χρονῶν, μὲ τὸν Κωστῆ, τὸν Νίκο, τὸν Λάκη, τὸν Ζιαμπάκα καὶ μὲ τὸν Στυλιανὸ ἀργότερα ἀλλὰ καὶ μερικοὺς  ἄλλους ποῦ καὶ ποῦ, τοῦ ἰδίου φυράματος, ἐγκρατεῖς φιλολόγους καὶ ἔντιμους, μαζὶ μὲ τὴν ἄσβεστη φιλοσοφικὴ φλόγα τοῦ πιτσιρικᾶ Μαρσέλου, σὺν τὴ μορφὴ τοῦ λεπτότατου Κώστα Ζαφειρόπουλου, ἀπὸ τοὺς λίγους ποὺ ἔνοιωθαν.
Ἤμασταν ὑπερόπτες, περιφρονητικοί, ὀξύθυμοι. Ἕτοιμοι νὰ ἀλληλοσφαχτοῦμε καὶ νὰ ξαναφιληθοῦμε. Δὲν δεχόμασταν ἐπαίνους καὶ καλὰ λόγια. Δὲν ἤμασταν τῆς πιάτσας, ἀλλὰ τῆς ἄκρης καὶ τῶν ἄκρων. Καγχάζαμε μὲ τοὺς τίτλους «ποιητὴς» καὶ «φιλόσοφος».
«Μετρᾶμε καὶ μαλώνουμε», ἔλεγε ὁ Κωστῆς. […]
Ὑπερόπτες, ὀξύθυμοι, περιφρονητικοί!
Ὅλο τὸ ἑλληνοευρωπαϊκὸ μάθημα σχεδὸν στὸ πρωτότυπο! Αusgezeichnet! Δὲν διαβάζαμε σελίδες, μελετούσαμε βιβλία.
Πιὸ Γάλλοι ἀπὸ τοὺς Γάλλους, πιὸ Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες.»
Ἡ μέριμνα γιὰ τὴν πορεία, πολιτική, πολιτισμική, πνευματική, τῆς Ἑλλάδας καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἡ ἔγνοια τοῦ «τί σημαίνει σήμερα νὰ εἶσαι Ἕλληνας καὶ νὰ ἐκφράζεσαι στὰ ἑλληνικὰ» συνώδευσε τὸν Ἀντώνη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς νιότης του μέχρι τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς του. Σπούδασε Κοινωνιολογία τῆς Λογοτεχνίας στὸ Παρίσι καὶ Ἀγγλικὴ Φιλολογία στὸ Λονδίνο καὶ ἀφέθηκε στὴν γοητεία τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἔζρα Πάουντ, ποὺ δὲν θά ᾿ταν ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε πὼς οἱ λογαριασμοὶ μαζί του ποτὲ δὲν ἔκλεισαν, ἔτσι ὅπως στοίχειωσε τὴν πνευματική του ζωή.
Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿80, μετὰ τὴν στρατιωτική του θητεία ὡς Στρατιωτικοῦ Διερμηνέως Γαλλικῆς (Βολαὶ Μάχης Ἁρμάτων ΑΜΧ – 30 τοῦ Γαλλικοῦ Ἐπιτελείου, στὴν ἁπλὴ καθαρεύουσα, Σχολὴ Πολέμου, «τὸ μεγάλο μου καμάρι», ὅπως περηφανευόταν), συνεργάστηκε ὑπὸ τὴν διεύθυνση τοῦ Περικλῆ Νεάρχου, γιὰ τὴν διαμόρφωση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ  Πολιτιστικοῦ Κέντρου Δελφῶν. Δὲν μπόρεσε κι ἐκεῖ νὰ στεριώσῃ καὶ ξαναπῆρε τὸν δρόμο τῆς ξενιτειᾶς.
Ἕναν ἄνθρωπο τέτοιας ἰδιοσυγκρασίας καὶ πνευματικῆς συγκρότησης -ἀπὸ τοὺς λίγους γνῶστες εἰς βάθος τῆς ἑλληνικῆς, εὐρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικάνικης γραμματειακῆς παράδοσης- εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ἑλλαδικὴ μιζέρια τὸν ἀπόδιωχνε, καὶ ἡ εὐρωπαϊκὴ γραφειοκρατία τῶν Βρυξελλῶν, ὅπου ἐργάσθηκε ἀπὸ τὸ 1984 ὣς τὸ 2015 στὸ μεταφραστικὸ τμῆμα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς καὶ Κοινωνικῆς Ἐπιτροπῆς, μόλις ποὺ τὸν ἀνεχόταν.
Στὶς Βρυξέλλες, συνέβαλε, στὸ μέρος καὶ στὸ μέτρο ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσε, «ἐκτὸς τοῦ τεράστιου τρέχοντος ἔργου», στὴν μετάφραση τοῦ «τεράστιο[υ] εὐρωπαϊκ[οῦ] κεκτημένο[υ]». «Ἡράκλειος  Ἆθλος,  ποτὲ δὲν ἀναγνωρίσθηκε», σημειώνει. Ἡ μεταφραστική του ἐνασχόληση τὸν ἔφερε σὲ σύγκρουση καὶ μὲ τὶς ρωμαίικες μεταπολιτευτικὲς παθογένειες ποὺ κατατρύχουν μέχρι σήμερα τὴν πνευματική μας ζωή: «Στὴ Μεταπολίτευση ἔπεσε τὸ χρέος τοῦ ἀπαραίτητου ἐκσυγχρονισμοῦ. Τί συνέβη εἶναι τὸ ἐρώτημα! Ἔπρεπε νὰ σβήσει τὸ φάντασμα τοῦ παρελθόντος ἀδιακρίτως, ἔπρεπε ὅλα νὰ γίνουν δημοτικὴ γιὰ νὰ προοδεύσουμε καὶ νὰ γίνουμε δίκαιοι, νὰ ἄρουμε τὴν ἀντιδραστικὴ διάκριση ἐγγράμματου καὶ λαοῦ. Δημοκρατικὴ παιδεία καὶ ψωμί! Οἱ ἐγγράμματοι ἦταν δεξιοὶ καὶ ἀπεχθεῖς. Ὄφειλαν νὰ παραδοθοῦν μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες. Σπουδαῖες προσωπικότητες, ἀλλὰ φασίστες λόγῳ ἀντιπροοδευτισμοῦ. Σεβάσου ὅμως, ἀντὶ νὰ συνθηματολογεῖς. Σεβάσου!»
Στὶς Βρυξέλλες βίωσε καὶ τὴν διάψευση τοῦ ντεγκωλικοῦ του ὁράματος τῆς εὐρωπαϊκῆς αὐτοδυναμίας, καὶ εἶδε νὰ ἐπελαύνῃ, μὲ τὸ ὄχημα τῶν νέων τεχνολογιῶν καὶ τῆς καθισοπεδωτικῆς διαδικτύωσης, ἡ πραγμοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θρίαμβος τῆς ἑνιαίας σκέψης, τὸ «παγκόσμιο Ντουμπάι», ποὺ δὲν ἔπαψε νὰ ἐλεεινολογῇ μέσα ἀπ᾿ τὰ γραπτά του.
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας στάθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους ἱππότες τοῦ πνεύματος, μὲ τὴν ματιά του στραμμένη στὰ μεγάλα πνευματικὰ μεγέθη τοῦ 19ου καὶ 20οῦ αἰῶνα, καὶ ταυτόχρονα μὲ πίστη κι ἀφοσίωση «στὸ σόι, στὴ γλώσσα, στὴ φυλή.»
Ἑπόμενο ἦταν νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν «προοδευτικὴ» διανόηση τὴν ἀποδοκιμασία καὶ τὴν ἀπομόνωση, βοηθούσης καὶ τῆς ἐκρηκτικῆς ἰδιοσυγκρασίας του, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἀριστοκρατικῆς στάσης ζωῆς: «Ἡ ἐπιτυχία εἶναι φροῦτο τῆς χυδαιοκρατίας. Ὁ ἀριστοκρατικὸς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ δὲν ὑποτάσσεται στὸ κοπάδι, δὲν ἐπιτυγχάνει.»
Ἔτσι, μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ μὲ τὴν νοσταλγία της νὰ τὸν συνέχῃ, ὁ Ἀντώνης Ζέρβας ἐργάστηκε, ἔκανε οἰκογένεια μὲ τὴν πρόωρα χαμένη ἀγαπημένη του Μαίρη, καὶ δημιούργησε τὸ ἐκτεταμένο ποιητικό, μεταφραστικὸ καὶ δοκιμιακό του ἔργο, μέρος τοῦ ὁποίου κατώρθωσε -λὲς καὶ προαισθανόταν πὼς τὸ τέλος πλησίαζε- νὰ τὸ δημοσιεύσῃ ἢ ἐπαναδημοσιεύσῃ, κυρίως μέσα ἀπὸ τὶς καλαίσθητες ἐκδόσεις τῆς Περισπωμένης τοῦ Σωτήρη Σελαβῆ.
Ἀπὸ τὸ σύνολο ἔργο του μπορεῖ κανεὶς νὰ ξεχωρίσῃ τὰ ποιητικὰ Ἡ Ἀνάσταση τῆς Κυρὰ Τσίνης (1983), Τὰ Ἄκτα: Τὸ ἔπος τῆς ὁμιλίας μας (1996) Μερησαήρ, Μερησαήρ. Εἱρμοὶ Νεκρώσιμοι (2013), τὶς μεταφράσεις Ἔζρα Πάουντ, Τὰ Ἄσματα τῆς Πίζας (1994, 2005), Τζὼν Μπέρρυμαν, Τὰ ὀνειρικὰ τραγούδια (2021), τὸ δοκιμιακὸ Μονοὶ λόγοι (2017) κ.ἄ.
Μὲ τὸν Ἀντώνη μποροῦσε κάποιος νὰ διαφωνῇ, ἀκόμα καὶ νὰ καβγαδίζῃ γιὰ μέρες, μῆνες, χρόνια, ὀφείλει ὅμως νὰ τοῦ ἀναγνωρίσῃ τὸ σωκρατικὸ «Οἶμαί τί σε λέγειν» καὶ νὰ παραδεχθῇ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ παρακάμπτῃ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ἕναν λόγο ὁ ὁποῖος ἐλάμπρυνε, μὲ τὴν δύναμη, τὴν διεισδυτικότητα, τὴν γνώση καὶ τὴν αἰσθαντικότητά του, τὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς λογοτεχνικῆς / γραμματειακῆς μας παράδοσης.
Ἡ κηδεία του θὰ γίνῃ τὴν Δευτέρα, 6 Ἰουνίου, ὥρα 13:00, στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, καὶ ἀκολούθως ἡ σορός του θὰ μεταφερθῇ γιὰ νὰ ταφῇ στὸ νεκροταφεῖο Εὐπαλίου Δωρίδος. Στὴν σχεδὸν αἰωνόβια μητέρα του Εὐθυμία, στὸν ἀδελφό του Γιῶργο, στὶς ἀγαπημένες του κόρες Μιμὴ καὶ Τατίτα, στὰ ἐγγόνια του, στὴν σύντροφό του «στὸ τελευταῖο κρεββάτι τῆς ζωῆς» Τζούλη, τὰ πιὸ θερμά μας συλλυπητήρια. Καλὸ ταξίδι, ἀγαπημένε φίλε, καὶ καλὴ ἀντάμωση ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

Χρίστος Δάλκος, 3-6-2022