Θάλεια Τ., Ναι, τι για το μέλλον;

μετράω τα κόκαλα στην πλάτη μου
προσπαθώντας να φανταστώ
τι μου λέει αυτή η κηλίδα για το μέλλον
βουρκώνω
μα δεν κλαίω

δεν ξέρω τι παραπάνω να μου πει για το μέλλον
ασπρόμαυρη διαφάνεια με σκιές
πέρα από
ζήσε

δεν ξέρω τι παραπάνω να μου πει για το μέλλον
χέρι στο μέτωπο μικρής
όπως τακτοποιεί από αμηχανία τις τούφες της
περιμένοντας

οι αρνήσεις που πλέουν προς την ακτή της καταστροφής
αυτές ίσως γνωρίζουν
αυτές
και η ακτή που αντιστέκεται

*Δημοσιεύεται στο ‘Τεφλόν”, τεύχος 34, Χειμώνας-Άνοιξη 2026.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Τέσσερα ποιήματα

Βιογραφικό

Να περιαυτολογήσω σιωπώντας:
αν σταματήσουν οι αλλαγές ονομάτων στις προκηρύξεις
να θολώνουν τα νερά
θα προσέξετε το βυθό της ιστορίας-

εκεί η ταξική μου συνείδηση κείται
κάτω από μαύρο νάιλον στα βαριά σύνθετα
ακούσια αποδεκτή κληρονομιά
που επέμενε στωικά δεκαετίες
αναβάλλοντας τη ζωή και την αγάπη
για το αίσιο μέλλον στον υπόγειο παράδεισο
αστράφτοντας με τσέχικα κρύσταλλα
καταπίνοντας τα θραύσματά τους –

έτσι και το κουκλόσπιτο σοβιετίας
στη νέα μου πατρίδα
παρηγοριά για εξόριστους
και για άρρυθμους κόκκινο κελί
με στοίβες χειρόγραφα και πρακτικά
δεμένα στην καρδιά με ομφάλιο λώρο
βάρυνε τις μετακομίσεις
επικυρώνοντας το αφγανικό σύνδρομο

*Από τη συλλογή “Δαιμονισμές ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΛΟ TRIGGERS”, Εκδόσεις Αυβέρνητες Πολιτείες, Οκτώβριος 2023.

*

Όταν κοιμάμαι
οι φίλοι γίνονται εραστές,
οι δρόμοι των παιδικών χρόνων
γεννούν πολυώροφους κήπους,
από άγνωστους ωκεανούς βρέχομαι
απρόσμενης παροχής
όσο επιτρέπει ο μετρονόμος της βρύσης.
Ώσπου να ξυπνήσω
οι εχθροί εξημερώνονται
και τυλίγονται στη λήθη εκ νέου.
Έξω ο κόσμος
ανακυκλώνεται και μισεί
με ταχύτητες θορύβων.
Καραδοκεί το μαύρο γάλα,
χαράζει κάθε νέο φως.
Μα πόσο γαλήνιες
οι τελευταίες ξυραφιές
του ήλιου.

*

Ακόμη κι αν τα λόγια είναι μάταια
κι αναβαθμίστηκαν σε εμπορικά πελώρια
τα σκλαβοπάζαρα της γης –
απολήξεις καλοκαιριών περασμένων
σε άγνοια πλέοντας ή σε ιερή κενότητα
δείχνουν στο απέραντο φως.
Γι’ αυτό καμιά φορά ακόμη
τρέχουμε στους δρόμους
θαρρείς σε άυλες γκαλερί,
χωρίς να μας κυνηγούν.
Τότε η πόλη σκάει ένα από τα σπάνια
κι εφήμερα χαμόγελά της
πριν να γυμνώσει τις αμυγδαλιές
μια βίαιη ριπή ανέμου.
Μπορούμε χωρίς αποσκευές ακόμη
στο χορτάρι της να κυλιόμαστε φωνάζοντας:
ένας από μας.

*

Οι πάγοι

Mε διαολόστειλε το χώμα
απ’ όπου βγήκα.
Όμως στάσου στιγμή,
μη φεύγεις σιωπηλά.
Ρωτάει
η πάχνη του ουρανού
αν έχω έναν άνθρωπο
και λέει
η καρδιά του νου,
πως έχω έναν κόσμο.
Μα όσο μαίνεται
ο ήλιος στα μπετά
είμαστε όλοι εκεί μονάχοι.
Ό,τι κι αν γίνει
ένα πρωί κάτω απ’ τις παρελάσεις,
θα λιώσουμε κι εμείς.
Όπως τα νεφελώδη κάστρα
και θα πέσουν.

*Από το “Τεφτέρι” Νο 3. Γενάρης 2026.

Κώστας Θ. Ριζάκης, Τρία ποιήματα

συρμός αυτόχειρ

τρίζει το τζάκι χώνεται ο συρμός
στριμώξου πριν ο εισπράκτωρ πλησιάσει
κι αν το αντίτιμο δεν φθάνει – τι θα δεις;
στη σήραγγα τη σκοτεινή πώς να μιλήσεις

τέτοια ταξίδια δεν τολμούν πολλοί
μα ενύπνιον πανικούς πια κατεβάζεις
χώματα στρώματα σαρώματα ρυπίδια

μία προς μία οι κάσες φεγγερές
κουτρουβαλούν στο βράδυ τον χρυσό
κι η τελευταία εξάσφαιρο οπλισμένο

στις πρώτες πέντε λάμψεις ν’ αστοχείς

η έκτη φέρει εκ γενετής τα αρχικά σου!

*

σαν ελεγείο της φωνής

λάσπη αλλά, λάσπη πολλή στους μέσα ορυζώνες

κολλήγες σκάλιζαν την γης και τωρ’ αποσταμένοι
αποφλοιώνουν τον καρπό χιόνια λευκά του γάμου
κίτρινα της υπομονής βουβό σκούντημα πιάτων

-φτύσε στη φτώχεια το φαΐ κι απ’ την φωνή όσες λέξεις

χωράφι τάφος θα φανούν στον φεγγερό σου θρήνο!

*

αϊτός

ξανά στον ύπνο μου πετάξαν πέτρες
(κι ήμουν στόχος ξεκάθαρος του ποιήματος)
γυμνός με κακοφορμισμένες της πληγές μου
αδράχνοντας τη φρίκη του πετροπολέμου
στα γαμψά μου δάχτυλα
μες σε νεφέλη διάγοντας σε γνόφο
πάλευα κι έγραφα όλο έγραφα αϊτός
στο ψήλωμα του πιο κακού μου ονείρου!

[τα τελευταία ονόματα, 2010]

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “χώμα με χώμα η μάχη”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019.

Σαμσών Ρακάς, Ποιήματα

η σχέση μου με τον πατέρα 
είναι αμιγώς μεταλλική 
 
στην αρχή μου είπε καλημέρα 
με τον ήχο της λουρίδας του 
στην πλάτη μου
 
μετά με ξύπναγε 
με τον ήχο του γκριζωπού αλουμινίου 
όταν έβγαζε τα χάπια του
 
ύστερα τα λέγαμε 
με τη μεταλλική βαλβίδα 
που άκουγα να χτυπάει στην καρδιά του
 
μα και γω
κάθε βράδυ σ’ αγαπώ του έλεγα 
όταν στον ύπνο μου με το σιδεροπρίονο 
του ‘κοβα το λαιμό από τη ρίζα 
 
να γιατί το ποίημα αυτό 
δε γράφτηκε σε μέτρο ιαμβικό 
είναι που έχει για ρυθμό του 
το μηχανικό ξεκλείδωμα των κελιών 
στην πτέρυγα των πατροκτόνων 

 
*

η ιστορία της Ελλάδας είμαι γω
στης πρώτης Ιουνίου τα χαράματα
αυτή κοιμάται και εγώ
να κυνηγώ τ’ ασθενοφόρο
που πάει τον πατέρα μου με έμφραγμα
στα εφημερεύοντα του Θριασίου
και με μια περιστροφή του νου
βάζω στη διαπασών τη δεύτερη του Μάλερ
πάνω στου Σχιστού τη λεωφόρο
η ιστορία της Ελλάδας είμαι γω
εκεί που γίνηκε η ψυχή μου
ένα σπασμένο μολύβι
απ’ τη μια ο θάνατος απτός και σβήνων
κι απ’ την άλλη επικότατος και γράφων
σαν τα δυο αμφίδρομα κεφάλια της Ελλάδας
το ένα στην Ανατολή
και τ’ άλλο ό,τι μας πούνε
 
*Από τη συλλογή ”Ούτις”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Δεκέμβριος 2017.

Διαβάστε περισσότερα: https://poets.gr/el/poihtes/rakas-samson/851-oytis/2241-2?fbclid=IwY2xjawP11I5leHRuA2FlbQIxMABicmlkETFQUko4bzVxNjEwOGJEamRVc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHhscZ5S1li_HST_Quw1eFuw-9JbEr5PRv1uc4Yl7fWE98fQBjJqPCsRjUqqE_aem_zC2A3Hf59v2uFsJCuRbv-g

Γιώργος Μπλάνας, Τέλος

Επειδή άκουγα φωνές
μέσα στη νύχτα, από παιδί,
πιστεύω πως ο άνεμος
ξέρει πώς θα τελειώσουμε
πάνω σ’ αυτήν την πέτρα.
Μα δεν μιλάει σ’ αυτούς
που δεν ακούν φωνές
μέσα στη νύχτα
κι εγώ είμαι πια ένα γέρικο
πεύκο στην άκρη του γκρεμού:
ερείπιο της σιωπής
εκείνου του παιδιού
που άκουγε φωνές
μέσα στη νύχτα.

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Βάλια Γκέντσου, Γόνιμος έρωτας

Gustav Klimt, Golden tears

ώρα τρίτη πρωινή
σε αφήνω να πλαγιάζεις δίπλα μου
μαύρος πάνθηρας ζωντανεύεις
χρυσάφι από πίνακα του Klimt
με ρουθουνίζεις
έτοιμο θήραμα

και ως έρωτας αγγελόκτιστος
σκαρφαλώνεις λόφους εφηβι-
κών προσμονών
μόνον επειδή η νύχτα υγρή
σαν ευγενής αλήθεια φάνταζε

όμως κλίνω ήσυχα τα βλέφαρα αφού
αγάπησα και τα σκοτάδια σου
όπως τα νεογέννητα το γάλα
κι εσύ φορτωμένος στην πλάτη
τα χίλια χρόνια
ν’ αγαπήσεις ήταν τη σιωπή μου.

Γρηγόρης Σακαλής, Σκάλα

Μπορεί να παίζεις πιάνο.
Εγώ θα γυρνάω με πάνινα παπούτσια στις λαϊκές

Μπορεί να τρως σ΄ακριβά εστιατόρια.
Εγώ θα πίνω τον καφέ σε ξεχασμένες καφετέριες.

Μπορεί να κερνάς πούρα Αβάνας τους καλεσμένους σου.
Εγώ θα καπνίζω στριφτά τσιγάρα με φίλους.

Τα σκαλοπάτια σου σαπίζουν.
Μπορώ να τ΄ανέβω.
Εσύ δεν μπορείς πια να τα κατέβεις..

Ηρώ Τριγώνη, από το «Ανοικτό Σημείο»

1.
Τι σ’ έπιασε κι έφυγες την ώρα του πρωινού
ώρα θανάτου 9.15 μπορεί 9.20 ή μπορεί 9.25
με ένα αχ και μια γοερή κραυγή
κάποιοι παίρνουν πρωινό αυτή την ώρα
δεν με σκέφτηκες
αλλά ούτε κι εγώ σκέφτηκα τι σε έκανε να φύγεις
εδώ είσαι
το ξέρω
αλλά το σώμα είναι ο δαίμονάς μου
θα κάνω έρευνα
να στείλω σε όσους έχουν την ισχύ
αίτημα
να καταργηθούν τα σώματα
να μην πονάμε εμείς που έχουμε χάσει ψυχές με σώμα
εμείς που θέλουμε ένα χάδι στο κεφάλι
και δυό μάτια
εμείς που ξεκινάμε τις μέρες
τις αδυσώπητες τις στραβές
έτσι ακριβώς
και τις τελειώνουμε πάλι έτσι
με τον ίδιο τρόπο
 
όχι όχι να καταργηθούν τα σώματα
 
*«Ανοικτό Σημείο», Κάπα εκδοτική, Μάιος 2025.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Cholitas Escaladoras

Artwork: S.Equinoux

«Ένα Cholitas γλειφιτζούρι, παρακαλώ!»
λέω, μικρό κορίτσι, χοροπηδώντας,
με τις ψάθινες σαγιονάρες, στ’ όνειρό μου.
Και ο ψιλικατζής, γνωστός ύπουλος εισβολέας
και αξεπέραστος παραμυθάς,
-δίχως να με ταχταρίσει στα γόνατά του
μέσα στο παράπηγμά του, αυτό που κανείς
δεν έχει βρει ακόμα την είσοδο ή την έξοδο-
κρατώντας ανοιχτό ένα πολυσέλιδο βιβλίο,
-έμοιαζε με το «Εκατό χρόνια μοναξιάς»
αλλά δεν ήταν- φέρνει το πρόσωπό του μπροστά,
στην κορνίζα που χωρίζει την επικράτειά του
από αυτή των πελατών του και,
θαμπωμένος από τον ήλιο,
το παραλήρημα ξεκινά.

«Θα ντυθείς τη φορεσιά που γεννήθηκες.
Τα μαλλιά σου θα πλέκεις σφιχτά,
να μη σκορπάει ο χρόνος.
Το μαγειρειό σου θα χτίσεις
στα 6.968 μέτρα ψηλά,
ανάβοντας φωτιές αξημέρωτα.
Από εκεί θα βλέπεις πόσο πικρός
σαν κατακάθι είναι ο φθόνος των ανθρώπων.
Τα χέρια σου θα ξέρουν το κρύο
όσο ξέρουν το αλάτι.
Ρίχνοντας από αυτό στις κατσαρόλες
θα εξατμίζεται ο θυμός που βράζει.
Τα μεσοφόρια θα φουσκώνει ο αέρας
να στέκεσαι στη μέση του ουρανού,
κάπως σαν πλατυτέρα, μέχρι να συναντήσεις
μια escaladora Boliviana -μια σιωπηλή κραυγή,
που θα σου επουλώσει τις πληγές στα χέρια
με βοτάνια που αναπτύσσονται
σε σκληρές συνθήκες, όπως κι εσύ.
Πριν κατέβεις, θα εκπληρώσεις τάματα,
ξορκίζοντας με αναμμένες φούντες pinifolia,
τις γαμημένες αποικιοκρατίες.

Κι εμένα τα σαγόνια
θα ανοίξουν σαν ρωγμή
και θα γεμίσουν χώμα,

κι εσένα τα λαγόνια,
λεκάνες από αταξίδευτο χρυσό,
θα γεμίσουν τους ουρανούς.

Ξανθή Μηλίγγου-Γκλεζάκου, Δύο ποιήματα

Artwork: Jerry Ulesman

Αθόρυβοι επισκέπτες στα όνειρά μου ·
μορφές αέρινες που τις κατάπιε ο καιρός
Τους βλέπω
από παραμορφωτικό φακό
Ξέρω:
θέλουν να τους θυμηθώ
Σιωπή που σπάει
Δεν έφυγαν
Μέσα μου ήταν
Δειλοί παρατηρητές·
δεν τολμώ να τους κοιτάξω

*

Έχω έναν μικρούλη θάνατο μεσ’ στη καρδιά μου
Τον ταΐζω ροδοπέταλα, τον ποτίζω ζαχαρόνερο να είναι γλυκός.
Τον νανουρίζω και του λέω παραμύθια· για μεγάλο ταξίδι 
Περιμένω να μεγαλώσει γρήγορα να φύγουμε 
Η μικρή μας βάρκα κάτασπρη μας περιμένει στην όχθη 
Μια μέρα ηλιόλουστη θα πιαστούμε χέρι χέρι και θα μας πάρει το ρεύμα του ποταμού 
Δεν μας νοιάζει που
Μόνο θα λέμε εκείνο το τραγούδι μας·
για το σύννεφο που όλο πάει, χωρίς πίσω να γυρνάει.