Idra Novey, Stranger / Ξένος

Person not a member
of a group. A visitor
guest, or the breast
that brushes your arm
on the subway. Person
with whom you’ve had
no acquaintance but who’s taken
your rocking chair
from the curbside
and cults up in it
and closes her eyes.
Person in line
behind you now, waiting
for a glass off water,
Of whiskey, or elixir.
Person logging online
at the same second
from the Home Depot in Lima
or in search of the Dalai Lama.
Person not privy or party
to a decision, edict, etcetera,
but who’s eaten
from the same fork
at the pizzeria
and kissed your wilder sister
on New Year’s. Person assigned
to feed the tiger at the zoo
where you slipped your hand
once
into the palm
of somebody else’s father.

Μη Μέλος
ομάδας. Επισκέπτης,
φιλοξενούμενος, ή το στήθος
που στιγμιαία αγγίζει το μπράτσο σου
στο μετρό. Αυτός
που δεν
συνάντησες αλλά πήρε
την κουνιστή πολυθρόνα που άφησες
στην ανακύκλωση
και κουλουριάστηκε μέσα της
κλείνοντας τα μάτια.
Αυτός
πίσω σου, που στέκεται στην ουρά για νερό,
ουίσκι ή ελιξίριο.
Αυτός που μπαίνει στο διαδίκτυο
την ίδια στιγμή
απ’ το πολυκατάστημα Home Depot στη Λίμα
ή ψάχνει τον Δαλάι Λάμα.
Αυτός που ούτε γνωρίζει ούτε συμμετέχει
σε αποφάσεις, διατάγματα, κτλ.,
αλλά έφαγε
από το ίδιο πιρούνι
στην πιτσαρία
και φίλησε την ατίθαση αδερφή σου
την πρωτοχρονιά. Ο φύλακας που
ταΐζει την τίγρη στο ζωολογικό κήπο
όπου γλίστρησες τα δάχτυλα σου
κάποτε

στην παλάμη
του πατέρα κάποιου άλλου.

*Από το βιβλίο “Το βλέμμα σου, κόσμε”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2022. Μετάφραση: Μαριάννα Πλιάκου, Jane Gregercen.

Δημήτρης Μπαλτάς, Έγκλημα

«Το έγκλημα σε βάρος των εργαζομένων δεν θα
περάσει!»

«Οι εργαζόμενοι κατέλαβαν το εργοστάσιο.
Συνεχίζουν τον ηρωικό τους αγώνα.»

«Όλοι αύριο στο συλλαλητήριο των εργαζομένων στην
πλατεία Συντάγματος!»

Άλλη μια εταιρεία βάζει λουκέτο και απολύει
εργαζομένους·

άλλη μια κυβέρνηση νομιμοποιεί το ρήμαγμα των βιοπαλαιστών, τους ξεσπιτώνει μαζί με τις οικογένειές τους,
τους καταδικάζει στην ανέχεια, τους κλέβει ακόμα και
το ελάχιστο ξεροκόμματο που τους πετούσε
φροντίζοντας τάχα να ζουν αξιοπρεπώς·

άλλη μια ανθρωποθυσία τελείται
στον βωμό του κέρδους σε αυτόν τον κόσμο που εσείς
ονομάζετε αναπτυγμένο, όπου τάχα κόπτεστε για τα
ανθρώπινα δικαιώματα·

άλλος ένας συλλογικός αγώνας για την εργατιά, που με
λύσσα θέλετε να συνθλίψετε, είναι προ των πυλών.

Κι αν εσείς απαντάτε με γκλομπ και μολότοφ,
εγώ απαντώ με τούτο το ποίημα.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή «Υπό καθεστώς ομηρίας», Εκδόσεις μετρονόμου, 2025.

Μαρία Λατσάρη, Δύο ποιήματα για τα Τέμπη

Χαρα (υ)γή

Δύο θανάτου
ευθείες γραμμές,
τρένου ράγες

η στιγμή

ημερολόγια ολόκληρα
σε μια σελίδα συγκολλούνται

που
ελεύθερη τον ουρανό αγγίζω
τη θέση σου να πάρω
σ’ εκείνο το παιχνίδι τρόμου
28 Φλεβάρη.

*

Αντροπόκαινο

28 Φλεβάρη του ‘23
Άλλαξε της ζωής ο ρους
Αφήνει πόνο ο χειμώνας

Ξέφτια σε σάβανο
καμένες σάρκες
σε μπάζα μέσα
δίχως σώμα
οστά θαμμένα

Σταχτονιφάδες να
σκεπάζουνε τα δέντρα τις ταράτσες
Δεν έχει βλέφαρα η στάχτη
να φιλήσετε μανάδες
τα μαλλιά σας μόνο ασπρίζει
Χτύπησε κόκκινο η ύβρις
Τους φαύλους δες
που σας κοιτάζουνε στα μάτια
δώστε τους πίσω το άδειο μνήμα

Αθανασία Δρακοπούλου, Δεν έχει μετά

Artwork: Max Beckmann

Θα σηκωθείς ή θα σε πατήσουν;
Θα μιλήσεις ή θα σε σβήσουν;

Θα κρατήσεις το ζεστό καρβέλι στα χέρια
ή θα σκύψεις να μαζέψεις ψίχουλα;

Θα σταθείς απέναντι
ή θα χαθείς μέσα στο πλήθος;

Η άνοιξη δεν κάνει πίσω!

Μα ο άνθρωπος, αιώνες υποτάσσεται.
Κι η αξιοπρέπεια δεν περιμένει.
Ή την έχεις, ή σε σέρνουν αυτοί που τη φοβούνται!

Άνοιξη όπως λέμε Αξιοπρέπεια!

Λουλούδι ή σύρμα σκουριασμένο;
Καρδιά ανοιχτή ή στόμα ραμμένο;

Γέλιο που σπάει σαν κλωνάρι
ή σιωπή που μαζεύει αράχνες;

Να ανθίσεις ή να βολευτείς;
Να σταθείς ή να γονατίσεις;

Η άνοιξη δεν σε περιμένει.
Ή την ακολουθείς, ή τη βλέπεις να φεύγει.
Και η Αξιοπρέπεια, το ίδιο.

*Στ’ άναρχα της πόλης φυτρώνουν οι ελπίδες

Michael March (Νέα Υόρκη, 1946 – Πράγα, 23/2/2025), Πράσινο σαν μεσάνυχτα

Αντικατέστησα το μέλλον — με το μέλλον
οι υποσχέσεις έμειναν στο παρελθόν
Η ιστορία έζησε στις πρασινάδες
ανάμεσα στα δάχτυλα του ποδιού πανάρχαιων θαλασσών

Σαν φίδι ήρθε ο θάνατος — πράσινος σαν τα μεσάνυχτα
«μία ακύρωση της δικαιοσύνης» κάθε μέρα και πιο αδύναμος
Τα ψεύδη συνέχισαν το ταξίδι τους — πανηγυρίζοντας τη ζωή

«Δώσε πίσω τον γαλάζιο ουρανό»
«αναίσθητες ρόδες σταφυλιού στα χέρια σου»
Δώσε πίσω μια ξέπλεγη καρδιά
την ιερή σκόνη πέταξαν μακριά

Είδα τον αποχωρισμό
τον είδα να περνά
τίποτα η καρδιά μου
στο πέρασμά του

Πηγή: Michael March, «Όπου μας πήγε» στο: (δίγλωσση έκδοση) Η απατηλή ερμηνεία του χρόνου —The False Explanation of Time, μετάφραση: Βερονίκη Δαλακούρα, Αθήνα: Άγρα 2022.

Safia Elhillo, Αυτοπροσωπογραφία χωρίς σημαία 

δηλώνω πίστη στις κολλητές μου
στις μικρές και δροσερές παλάμες της μάνας μου
στο κενό μεταξύ των δύο δοντιών του αδελφού μου
και στα καλά μελαμψά χέρια της γιαγιάς μου
στα καλά δυνατά μελαμψά χέρια που αγκαλιάζουν τα γυμνά μου πόδια πάνω στην ποδιά της

δηλώνω πίστη στη μαζική αποστολή μηνυμάτων
δηλώνω πίστη στο γέλιο και σε όλα τα αγόρια που έχω ερωτευθεί
δηλώνω πίστη στη γλάστρα μου με τον δυόσμο
στην ψαλίδα μου
στο μυαλό του παππού μου και στο σταχτί αριστερό του μάτι.

κατάγομαι από δύο ξοφλημένες πατρίδες
και τις επιστρέφω
αρνούμαι να δηλώσω πίστη σε κάποια χώρα
στα σύνορα που χαράχτηκαν δια της βίας για να ρουφήξουν αίμα
αρνούμαι να δηλώσω πίστη στην κυβέρνηση
στη συνάθροιση των λευκών αντρών που τεμαχίζουν τον χάρτη με τους μαρκαδόρους τους

επιλέγω τραπέζι στο σπίτι της βάφλας
με όλους τους αγαπημένους μου να στριμώχνονται στους καναπέδες
επιλέγω το λαμπερό σκοτάδι των προσώπων μας μέσ’ απ’ το λεπτό πέπλο του καπνού
το ακτινοβόλο σκοτάδι των προσώπων μας στιλπνό κάτω από τα στρώματα ιδρώτα
επιλέγω τον κόσμο που φτιάχνουμε με τον τρόπο που ζούμε
αρνούμενες να μας ξεκάνουν όλα αυτά που μας περιβάλλουν
επιλέγω να μαζευτούμε στην άκρη της λίμνης με το φως ν’ αντανακλάται στο νερό και στα δόντια των γελαστών προσώπων μας
και στο ζωντανό σκοτάδι των μαλλιών μας
και αυτή είναι η μόνη μου πατρίδα

*Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης, “Αραβίδες ντίβες”, σε μετάφραση Πίτερ, Ράνιας, Ελένης. Μια έκδοση του Αρχείου 71 και του περιοδικού “Τεφλόν”.

**Η Safia Elhillo είναι ποιήτρια σουδανικής καταγωγής και μεγάλωσε όπως λέει η ίδια “σε ένα Σουδάν μέσα στην Αμερική”. Γεννημένη το 1990 στο Μέριλαντ μέσα από την ποίησή της μιλάει για τις συμφορές που προκάλεσε η αποικιοκρατία στον κόσμο, αφηγείται ιστορίες από τη ζωή των μεταναστών και των μεταναστριων, αντιμετωπίζει με χιούμορ το χάσμα των γενεών στην αραβο- αμερικανική κοινότητα. Χρησιμοποιεί αραβικές λέξεις και φράσεις χωρίς να τις μεταφράζει, αποφεύγει την στίξη και τα κεφαλαία γράμματα ενώ η γλώσσα των ποιημάτων της προσιδιάζει στα αγγλικά που μιλούν οι Άραβες μετανάστες και μετανάστριες στις ΗΠΑ.

Τάσος Κόρφης, Των μοναχικών ποιητών

Κοσμική δεξίωση ποιητών

Και, βέβαια, η ποίηση δεν υπάρχει εδώ
Στα πολυτελή σαλόνια με την λαϊκότροπη μουσική,
Στους επώνυμους, φουσκωμένους διάνους,
Στην κοσμική ηθοποιό,
Που με συγκινημένη, τάχα, φωνή απαγγέλλει
Τα ονόματα των διάσημων ξένων ποιητών: Ενός φίλου
Του Πωλ Ελυάρ, ενός μεταφραστή της Βίβλου
Κι εκείνου του παμπόνειρου Ναπολιτάνο
Με το ψαλιδισμένο μουστακάκι και τα πανούργα μάτια.

Καημένε Κέρουακ, εσύ που ξέρεις πόσο μεγάλοι
Είναι οι δρόμοι, που δεν οδηγούν πουθενά,
Κι ακροβατείς σε μια τροχισμένη λεπίδα
Μαχαιριού, περιφρονώντας κάθε εξουσία
Για τη νύχτα, εσύ ερωμένε κι εραστή,
Κρίνο της θάλασσας, που ανοίγεις και πεθαίνεις
Την ίδια στιγμή, εφήμερο έντομο,
Οδήγησέ μας από τα μονοπάτια του θανάτου
Στην πραγματική ζωή.

*Από το βιβλίο “Εγκώμια”, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα, 1993.

Χρηστίνα Καλλιρόη Γαρμπή, από τις “Μαζιμόνες”

(από κάπου θα αρχίζω και κάπου θα τελειώνω)
κοιτάζω τις δύο μικρές δισκιέρες να περιστρέφονται την ώρα
που
παίζω μουσική στα μαγαζιά /
όπως κοιτάζω τα πουλιά να πετάνε πάνω από την
πόλη /
με θαυμασμό /
με αοριστία /
η ώρα είναι δέκα,
έντεκα, μία, τρεις /
έπειτα
παίρνω κάποια ευρώ και φεύγω /
πηγαίνω σπίτι και τα μετράω /
όπως μετράω τους μήνες που περιμένω και
περιμένω και περιμένω να μου δώσουν άδεια για να
κάνω μια ταινία /
μετράω και ησυχάζω /
πιπιλάω τους αριθμούς /
δεν εκτοξεύομαι στο διάστημα /
τουλάχιστον όχι σήμερα /
όχι ακόμα /
μετράω για να μη μου στρίψει /
και βγω χωρίς βρακί στον δρόμο /
κι αρχίζω να ψέλνω
και να βρίζω / να ρίχνω μπουνιές
στους κάδους
και στους άντρες /
μετράω κάτι που ξέχασα
αλλά είναι εδώ / λεκές στον τοίχο /
μετράω γιατί όταν μετράς
υπάρχουν κάποια όρια,
ας πούμε ανάμεσα στο 2 και στο 3, το ένα όριο είναι
το 2 το άλλο το 3 /
έτσι μπορώ ανάμεσά τους να κουλουριαστώ σαν γάτα και /
να υπάρχω /
να υπάρχω /
γιατί από κάπου θα αρχίζω και κάπου θα τελειώνω /
μετράω για να μην ακούω
τα θλιμμένα τραγούδια
και τον παππού σου
που πριν πεθάνει
ζητούσε τη μαμά του / μετράω
για να μαζέψω πια κάτι
για να μην είμαι άλλο
ένα
άθροισμα
από
τρύπες

*“Μαζιμόνες”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Βίκυ Κατσαρού, Παπούσα

Αποφάσισα να γεννηθώ στον κόσμο απ’ την αρχή ξανά,
πόδια ξυπόλυτα ένιωσα στέρεα να πατάνε,
δυο χέρια να βυθίζονται στη γη
κι απ’ τις φτέρνες μου να με τραβούν,
στο στήθος μου άρχισε να χτυπά
χωρίς ντροπή η καρδιά μου,
ανάσα των θνητών τραβήξαν τα πνευμόνια μου,
τη μάνα μου έβλεπα μπροστά μου,
κι ευθύς έκλεισα τα χείλη μου αχόρταγα
στις ρώγες που γάλα ξεχείλιζαν,
μητέρα πεινασμένη, μητέρα να χορτάσω,
«μάνα» χωρίς ντροπή χάρασσαν τα ούλα μου
στο σεπτό της δέρμα.
«Παπούσα σε λένε από δω και πέρα»,
είπε και με φίλησε στο μέτωπο,
«στείρα για χρόνια ήμουν, κι άτυχη, μα εδέησε ο Θεός μας
κι άνθισε η μήτρα μου εσένα, κοριτσάκι». Παπούσα.
Κούκλα στη γλώσσα των τσιγγάνων, της φυλής μας.
Δεν φάγαμε αντίδωρο εκείνη τη χρονιά.
Καταραμένη νόμιζαν πως είμαι,
γεννημένη από ανύπαντρη γυναίκα.
Με την αγάπη της μεγάλωνα, μες στη φτώχεια μας
ψωμί και γάλα η μάνα μου με χόρταινε,
καρπούς που μάζευε απ’ τα δέντρα,
γλυκό νερό απ’ το ποτάμι,
και μόνο ένα κρανίο είχα για παιχνίδι,
της Πεντάμορφης Γοργώς:
τον θάνατο κοιτά στα μάτια,
σε πέτρα του παγώνει.
Γύρω μας περιφέρονταν ακούραστα τσιγγάνοι,
πεζοί αλλά και πάνω στ’ άλογά τους,
δισάκια στους ώμους φορτωμένοι
μα και τσουβάλια ολόκληρα,
πηγαινοέρχονταν
στον λάκκο των οστών,
δενδρολίβανο, λεβάντα, θυμάρι και φασκόμηλο
μαζεύαν για να στολίζουν κόκαλα όταν το μέλλον
πάνω από σφαίρες γυάλινες θα προφητεύαν.
Να ‘τοι μπροστά μου,
ευθυτενείς,
σαν καλαμιές ψιλόλιγνοι,
στάρι μοσχοβολά το δέρμα τους, σαπούνι,
άσπρα τα δόντια τους γυαλίζουν
μέσ’ απ’ τα σκασμένα χείλη τους,
στη θάλασσα βουτούν την παγωμένη
να αφουγκραστούν της γης το ράγισμα,
στων δέντρων τα κλαδιά πηγαινοέρχονται,
φτερωτές ψυχές,
μεταφέρουν των νεκρών μας τα μηνύματα,
πουλιά οι άνθρωποι με τα φτερά σπασμένα,
πετούν με τον παλμό κείνης της φλέβας
που στον λαιμό τους ακούν να τραγουδά
μες στης σιγαλιάς τη νύχτα.
Να τοι μπροστά μου,
παιδί εγώ, ν’ αναζητώ
της μάνας μου το χέρι στο δικό μου
για λίγο να ξεχνώ ότι πέρασε
της μήτρας της η θέρμη,
κι ο αφανισμός μας απειλεί.
Να τοι μπροστά μου, παιδί εγώ, με τη σκιά
του πίσω μου βαδίζω,
κάποια μέρα στον ώμο μου θα με δαγκώσει,
μαζί του θα με πάρει.
Προσώρας στα όνειρά μου μόνο έρχεται,
μα γλιστρώ από τα δάχτυλά του.
Προχθές με δάγκωσε στο πόδι,
κι η γιαγιά Ρόλντα πέρασε στην αντιπέρα όχθη,
το σώμα της στον άλλον κόσμο είδα
με τα σημάδια του χρόνου πάνω του αμείλικτα,
φλέβες ανοιγμένες ξέχειλες ζωής.
Νεκρή τη φίλησα προτού την καταπιεί το χώμα.
Χαβ, πιάβ, τζιβάβ, μεράβ — σόσκετεχουλαϊνάβ ;
Το παιδί μέσα της προσκυνώ
και στων χωμάτων τα σπλάχνα παραχωρώ,
την ανάστασή της προσδοκώ,
παιδιά όλοι είμαστε με τα κορμιά μας πονεμένα.
…/…
Και τούτη η παραμυθία μου ήταν:
Εάν οι άνθρωποι πεθαίνουν, πεθαίνει κι η ψυχή μου.
Στις 30 του Δεκέμβρη του 1814,
ξυπνήσαμε από έναν ολόλαμπρο ήλιο
και τη φύση ανθισμένη.
Όλοι τις πόρτες μας δειλά ανοίξαμε,
πασχαλιά ευωδίαζε ο αέρας,
δεν έβηχε κανείς.
Στις 30 του Δεκέμβρη του 1814 η κατάρα λύθηκε
και ήρθε ξανά η ζωή.
Μετρήσαμε δεκάδες που είχανε φύγει.
Κι εγώ γεννήθηκα ξανά,
ήθελα να βοηθάω κι άλλο τους ανθρώπους.
Και να με, ολόκληρη γυναίκα,
φόρεμα από δαντέλα κόκκινη στο εξής φοράω,
το στήθος μου γυμνό φωτίζει,
ολοστρόγγυλος ο ποδόγυρος του,
ψυχή να ξέρουν πως κι εγώ κατέχω,
κάτω απ’ τους μαύρους τους βοστρύχους.
Κι όλο το χωριό μαζέψαμε τα πράγματά μας,
διαλύσαμε και φορτωθήκαμε τα σπίτια μας
απάνω σε γαϊδούρια
και κινήσαμε να κεντήσουμε
σ’ άλλο της γης σημείο μια νέα αρχή.
Προχωρήσαμε μήνες τρεις και μέρες δέκα,
με τον χειμώνα να μας γδέρνει,
να μας γυμνώνει από το δέρμα μας,
ματωμένες πατημασιές αφήναμε στο χιόνι,
κάποιοι όρθιοι πέθαναν, πάγωσαν στον ύπνο τους,
και το μέρος στοίχειωσαν
γιατί ακόμα νομίζουν ζωντανοί πως είναι.
Οι υπόλοιποι φτάσαμε στη νέα μας πατρίδα,
σ’ έναν παραθαλάσσιο κολπίσκο.
Εμείς, της γης οι Ανέγγιχτοι,
του Θεού το καραβάνι,
απαγορευόταν στις πόλεις ολωνών να μπούμε.
Μοναχά η Φύση μάς δεχόταν.
Ήδη από πού ήρθαμε είχαμε ξεχάσει,
η λησμονιά κι αυτή είναι βότσαλο της μνήμης,
με το παρελθόν μας συζητάμε.
Ποια κληρονομιά ν’ αφήσουμε,
αν στο πετσί μας ζήσαμε πίκρες, μαστίγια
και αρρώστιες;
Ποια κληρονομιά στους επιγόνους μας
αν το μόνο που ζήσαμε ήταν πόνος;
Η λησμονιά είναι κι αυτή βότσαλο της μνήμης,
να κυλάει στις κοίτες του παρόντος η ζωή.
Μόνο έτσι μπορώ να ξεχνώ τον εξουσιαστή μου,
τον βασανιστή μου, μόνο έτσι μπορώ να προχωρώ,
την ελευθερία μονάχα όταν θυμάμαι.
Ζυγό οι Ανέγγιχτοι κανέναν δεν γνωρίσαμε,
ούτε όταν ο Βλαντ με τη βία πίσω μάς γύρισε
να διασκεδάσει επιθυμώντας,
ο σπόρος μας εύφορη γη βρήκε να φυτρώσει.
Την προστασία της Εκκλησίας
οι προπάτορές μου ζήτησαν,
στα μούτρα τους τους έφτυσαν και τους αφόρισαν,
λέγανε πως είμαστε φύτρα του διαβόλου.
Καμία ηθική δεν έχουμε,
η δουλικότητα δεν ξέρουμε τι είναι,
ό,τι κατάφωρα δεσμά περνά στην ύπαρξή μας.
Τρεις μήνες μετά και μέρες δέκα,
ήρθαμε εδώ και το νερό ήτανε πικρό
κι ο τόπος τούτος ονομάστηκε Πικρία.
Και την επόμενη μέρα από τη νέα μας αρχή,
απ’ τα πόδια έξω με σύρανε απ’ το σπίτι,
να με διώξουν θέλανε γιατί έγραφα ποιήματα,
γιατί κόκκινο ήταν το φουστάνι μου
και θα ‘φερνα φωτιά στο ριζικό τους.
Κι ο Ιβάν, του χωριού ο νεαρός μας βιολιστής,
με το δοξάρι του χάραξε τα χέρια τους
κι είπε γυναίκα δική του ότι είμαι.
Μόνοι μας σαν μείναμε,
μακριά απ’ των αρπακτικών τα μάτια,
του φίλησα τα χέρια
και του ορκίστηκα ευγνωμοσύνη αιώνια.
…/…
Στα χέρια των Τσιγγάνων έμεινα λιπόθυμη,
έρμαιο του δίκιου τους.
Στο σπίτι μου κλεισμένη τρεις μήνες και μέρες δέκα,
γιατί το φουστάνι μου φοβόνταν
απ’ το φαΐ τους μην περάσει,
τότε το φαγητό να φαγωθεί δεν έπρεπε, ήταν μολυσμένο.
Και της φυλής οι γέροντες ζυγίζανε τα λόγια μου
που τους απηύθυνα απ’ τον βράχο.
Μα κανείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι σημαίνουν,
έτσι μου απαγόρεψαν να γράφω.
Τα βράδια γύρω απ’ τη φωτιά μαζεύονταν
και τον Άμπαμπα καλούσαν να τους χαρίσει φώτιση
και άφεση των αμαρτιών τους,
αμαρτίες που ξύπνησα εγώ,
έλεγαν πως είμαι η απόγονος του Κάιν.
Πως η μάνα μου δεν πήγε μ’ άντρα, ούτε η γιαγιά μου,
ούτε καμία γυναίκα της γενιάς μου,
κι όλες στον κόσμο έφερναν κορίτσια.
Σε μήνες τρεις και μέρες δέκα, να με γυναίκα ώριμη εγώ,
φόρεμα από χιόνι αψεγάδιαστο φοράω,
το στήθος και τον λαιμό μου με τη λευκότητά του κρύβει,
κανείς μη βλέπει τα ποιήματά μου,
κάτω απ’ τους λευκούς βοστρύχους μου.
Για χρόνια δέκα, μήνες τρεις και μέρες δέκα,
το φέρσιμο είχα των δασών, της Θάλασσας,
του ήλιου, της σελήνης,
ποτάμι που κυλούσα αθόρυβα στην κοίτη των ανέμων.
Ράβδο κρατούσα και νερά αγίαζα
να ραντίσω τους αρρώστους,
Αμπαμπίνα ψέλλιζαν τα στόματά τους
καθώς ύψωναν τα χέρια, κι εγώ στα γόνατα χόρευα,
με συνοδεύανε νταούλια.
Γιεκ ντρομ, σινέ τα να σινέ.
Και βεβαιωθήκανε τα λόγια που είπα κάποτε,
πληθύνανε οι άρρωστοι, ο πόλεμος μας κύκλωσε.
Μεγάλη η πείνα. Ούτε νερό, ούτε φωτιά, ούτε σκηνή,
ο καπνός τους γκατζός τραβούσε,
στο κρύο να ζήσουμε αδύνατο ήταν.
Ξυπόλυτοι τρέχαμε στο χιόνι,
να μας σκοτώσουν θέλανε απόψε κιόλας.
Μαύρο το δάσος, του σπιτιού μου κάποτε θεμέλιο.
Ο Θεός μαζί μας.
Ο Σάσα με κουρέλια έσφιγγε τα κόκαλά του,
οι μάνες δεν είχαν να ντύσουν τα παιδιά τους.
Κι οι γέροντες, μ’ επίγνωση
ότι το τέλος μας είχα προφητέψει,
γύρω μου μαζεύονταν τα βράδια
και στα πουλιά προσευχόμασταν
τουλάχιστον ο Θεός να σώσει τα παιδιά μας.
Τους γκατζός μπερδέψτε, τυφλώστε τους,
σαν τις οχιές να τους πατήσετε.
Θεέ μου, πόσο όμορφο να ζεις!
Οι Άσπιλοι δεν θα μας αφήσουν…
Κι ένα βράδυ που το φεγγάρι είχε σταθεί
έξω απ’ το παράθυρό μου,
δυο μάτια μέσα μου κοιτούσαν,
σηκώθηκα την πόρτα να ανοίξω.
Ένα όμορφο κορίτσι ήταν των Εβραίων,
απ’ το κρύο έτρεμε, νερό και φαγητό ζητούσε.
Της έδωσα ό,τι είχα.
Πόσες δυστυχίες και πεινασμένοι,
πόσες θλίψεις και δρόμοι,
πόσες αιχμηρές πέτρες διαπέρασαν τα πόδια μας,
πόσα πειράματα λόγχισαν τα σπλάχνα μας,
πόσες σφαίρες πέταξαν από τα αυτιά μας!
Με βάρκες στη Θάλασσα ορμούσαν να προλάβουν
πριν ο εχθρός μάς φτάσει,
και άλλοι ξεβράζονταν νεκροί
άλλους τους ανασέρναμε με πνευμονία,
αχ, Θεέ μου, πόσο ωραία η ζωή
κι εμάς δεν μας την επιτρέπουν.
Κι η προφητεία μου πληρώθηκε κι ήρθε ο αφανισμός μας.
…/…
Μεγάλωσα στο δάσος,
ηλίανθος που κέντησαν φεγγαραχτίδες και διαμάντια.
Αγαπάω τη φωτιά με την καρδιά μου όλη.
Οι άνεμοι με βύζαξαν και με κοιμίζανε στην αγκαλιά τους,
το χώμα μού ανακούφιζε την πείνα,
με ξεδιψούσε η θάλασσα,
οι βροχές ξεπλένανε τα δάχτυλά μου,
ο ήλιος ήταν ο πατέρας μου
κι η μάνα μου μικρή τσιγγάνα
που χρώματα όμορφα έδωσε στο δέρμα,
στην καρδιά μου.
Με θρέψανε λουλούδια και άγουροι καρποί,
η νύχτα τα μαλλιά μου φίλησε,
προτού το χιόνι τα χαϊδέψει,
η νύχτα φίλησε τα μάτια μου
προτού απ’ τα ρυάκια κλέψουνε τη δύναμή τους.
Στο δάσος τη ζωή μου έζησα, της φύσης ερωμένη,
λουλούδι ψήλωσα με πέταλα χρυσά,
τη φωτιά αγαπάω με όλη την καρδιά μου.
Καταρράκτες τα μαλλιά μου κατέληγαν εκεί
που τα ποτάμια έσμιγαν και λουζόταν το Φεγγάρι,
άνεμοι κι αέρηδες με πήραν
και με σκόρπισαν μακριά στον κόσμο,
οι βροχές τα δάκρυά μου ξέπλεναν,
το δέρμα μου στέγνωνε ο ήλιος ο χρυσός μου.
Πόσο όμορφα μες στη σκηνή μου ήταν,
πόσο όμορφα να τραγουδούν οι άντρες
και η φωτιά να καίει,
να κλαψουρίζουν τα παιδιά
και με τις φτέρνες μας στις φλόγες
να κεντάμε παραμύθια.
Περάσανε πια τα νεανικά μου χρόνια,
και της ωριμότητας επίσης,
και να με καταλάβει δεν μπορεί κανείς
παρά μονάχα τα δάση και οι λίμνες.
Το νερό πίσω δεν κοιτά,
ρέει κλωστή ασημένια, στις φλέβες μου,
στον ήχο των ματιών μου, στις τρίχες των μαλλιών,
πάντοτε δραπέτης, περιπλανιέται αιώνια,
το νερό πίσω δεν κοιτά,
βράχος κανείς δεν γίνεται πατρίδα του, κελί του.
Στο βαθύ νερό ανήκω.
Να σβήσει επιτέλους η φωτιά μου.
Στην κοιλάδα της Σκιάς Του περπατώ,
ανάμεσα σε θάλασσες δικαιοσύνης και δάση χλοερά,
το άφθαρτο φως με οδηγεί και τα δεινά μου πάψαν όλα,
κρασί ξεχειλίζει το ποτήρι μου, λάδι το μέτωπό μου.
Ανάμεσα σε δέντρα άφθαρτα και λουλούδια από ζαφείρια,
βλέπω όλη τη φυλή μου,
λευκά ανεμίζουν τα μαλλιά τους, η γιαγιά Ρόλντα
και πίσω της όλες οι γυναίκες της γενιάς μου,
όλες οι γυναίκες που κάποτε υπήρξα.
Κι η μάνα μου ακριβώς μπροστά τους.

*”Παπούσα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.

Βικτώρια Κουκουμά, Επίλογος και άλλα ποιήματα

Όταν το ευθύβολο βλέμμα κουραστεί
τότε
η ώρα αυτή πουν ξεχασμένη ακόμα στη νύχτα της αρχής
-κάπως έτσι αποφασίστηκε-
ακριβό παιδί του παραμυθιού
Βαρύ στα μάτια της έλλειψης που γίνεται αλήθεια
θα επιστρέψει σα σιωπή
που γνωρίζει
το στέρξιμο της Περσεφόνης.

*

Δεν ξεδιψάει με νερό
από εξασκημένο χέρια
κι ούτε όποιος τον έθρεψε
μα που τον έζησε
το θάνατο
θα τον κερδίσει
μ’ ένα βραβείο ανεπίδοτο
κι ό,τι δεν ήτανε
να συγχωρήσει.

*

Ο άγγελος δεκατεσσάρων ή κάτι τέτοιο,
στον ύπνο έστεκε να κοιτάζει τη σιωπή μου – είπε

Του μίλησα όταν ξύπνησα
χρόνια μετά
στη μέση ενός χειμώνα
που δεν καταλάβαινε από σκεπάσματα.

*

Ακολουθώντας την Κλαρίσσα και τις άλλες,
βαδίζω για να δω “το πράγμα”
γυμνό από παλιές λέξεις.

*

Οι γυναίκες ταξιδεύουν εύκολα στην ξένη χώρα·
έτσι περνάνε τη ζωή τους
φροντίζοντας αποσκευές
και κάποτε θυμούνται εκείνα τα σκαλιά της βεράντας
σκεπασμένα από το φως των χιλιομέτρων.

*Από τη συλλογή “Περασμένη χώρα”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017.