Αρρώσταινες συχνά.
Έκανες στάσεις.
Διένυες αποστάσεις.
Το κόκκινο χάπι. Το πράσινο.
Σε δύο δόσεις το σιρόπι.
Κι έπειτα αποφάσισες
θα τον έκοβες το γιατρό,
και όπου βγάλει.
Και το βρήκαν – στη γιορτή του,
με μια μαχαιριά στην πλάτη.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Λευτέρης Πούλιος, Τα περιπλανώμενα φιλιά μας
Τα περιπλανώμενα φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δεν μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον έναν απ’ τον άλλον.
Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
και όστρακα
κι ήρθα σε σένα σαν ναυαγός
ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι
στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.
*Από τη συλλογή “Το αλληγορικό σχολείο”, Εκδόσεις Κέδρος, Δεκέμβριος 1999.
Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα
Την τρίτη άνοιξη συναντώ μακριά…
Την τρίτη άνοιξη συναντώ μακριά…
Από το Λένινγκραντ.
Την τρίτη; Και μου φαίνεται, αυτή
Θα είναι η τελευταία.
Όμως δε θα ξεχάσω ποτέ,
Ως την ώρα του θανάτου,
Πόσο ευχάριστος μου ήταν ο ήχος του νερού
Στις δενδρώδεις σκιές.
Η ροδακινιά άνθιζε,
μα οι βιολέτες φαίνονταν σαν καπνός
Όλα μεσ’ τ’ αρώματα.
Ποιός έχει την τόλμη να μου πει, ότι εδώ
Εγώ βρίσκομαι σε ξένη γη;
Третью весну встречаю вдали…
Третью весну встречаю вдали…
От Ленинграда.
Третью? И кажется мне, она
Будет последней.
Но не забуду я некогда,
До часа смерти,
Как был остраден мне звук воды
В тени древесной.
Персик зацвел а фиалок дым
Все благовонней.
Кто мне посмеет сказать что здесь
Я на чужбине?
*
Γύρω από την άνοιξη οι μέρες έχουν ως εξής
Γύρω από την άνοιξη οι μέρες έχουν ως εξής:
κάτω από το σκληρό χιόνι
αναπαύεται το λιβάδι,
τα δέντρα θορυβούν με ευχαρίστηση – στεγνά
και ο ζεστός αέρας
είναι τρυφερός και ευέλικτος,
το σώμα απορεί με την αλαφράδα του,
και συ δεν αναγνωρίζεις το σπίτι σου,
αλλά και το τραγούδι εκείνο,
που πριν το βαριόσουνα,
σαν καινούργιο, με μια έξαψη το τραγουδάς.
Перед весной, бывают дни такие…
Перед весной бывают дни такие:
под плотным снегом отдыхает луг,
шумят деревья весело-сухие,
и теплый ветер нежен и упруг,
и легкости своей дивится тело,
А песню ту, что прежде надоела
как новую, с волнением поешь.
1917
*Μετάφραση: Ζωή Καραπατάκη
**Δημοσιεύτηκαν στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.
Μαχμούντ Νταρουίς, Και επέστρεψε σε… σάβανο
1
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
Το όνομά του ήταν…
Μην ανακαλείτε το όνομά του!
Αφήστε το στις καρδιές μας
Μην αφήσετε τη λέξη
να χαθεί στον άνεμο, όπως η στάχτη
Αφήστε τον, πληγή αιμορραγούσα
ο επίδεσμος δε βρίσκει
δρόμο γι’ αυτή
Φοβάμαι, αγαπημένοι μου
Φοβάμαι, ορφανοί μου
Φοβάμαι μην τον ξεχάσουμε
μέσα στην πληθώρα ονομάτων
Φοβάμαι μη διαλυθεί
στους στόβιλους του χειμώνα!
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν στις καρδιές μας
οι πληγές μας..
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν!
2
Η ζωή… η ηλικία ενός βλαστού
που δε θυμάται τη βροχή
Δεν έκλαψε κάτω απ’ το μπαλκόνι του φεγγα-
ριού
Δεν πάγωσε το χρόνο με το ξενύχτι
Δεν έσφιξαν τα χέρια του
κοντά σε κάποιον τοίχο
Δεν ταξίδεψαν πίσω απ’ την κλωστή του πόθου
τα μάτια του!
Και δε φίλησε κάποια όμορφη..
Δε γνώρισε ερωτόλογα
παρά μόνο σε τραγούδια ενός τραγουδιστή
που τον μπέρδεψε η ελπίδα
δεν είπε στην όμορφη: αχ, θεέ μου!
Μονάχα δυο φορές!
Δε γύρισε το βλέμμα της,
δεν του ’δωσε παρά την άκρη του ματιού της
Tο αγόρι ήταν μικρό…
Έτσι έφυγε απ’ το δρόμο της
και δε σκέφτηκε πολύ τον έρωτα!
3
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
δεν είπε όταν ζωντάνευαν τα βήματά του
πίσω απ’ την πόρτα
στη μάνα του: αντίο!
Δεν είπε στους αγαπημένους, στους φίλους:
τα λέμε αύριο!
Δεν άφησε γράμμα
όπως συνηθίζουν οι ταξιδιώτες
που να λέει: επιστρέφω,
για να σβήσουν οι αμφιβολίες
δεν έγραψε ούτε λέξη
που να φωτίσει τη νύχτα της μάνας του,
που μιλά στον ουρανό και στ’ αντικείμενα,
λέει: εσύ, μαξιλάρι στο κρεβάτι!
εσύ, τσάντα με τα ρούχα!
εσύ, νύχτα! εσείς, άστρα!
εσύ, θεέ! εσείς, σύννεφα!:
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
με μάτια σαν δυο άστρα;
Τα χέρια του δύο καλάθια με βασιλικό
το στήθος του μαξιλάρι
των άστρων και του φεγγαριού
τα μαλλιά του κούνια
για τον άνεμο και τα λουλούδια!
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
κάποιον ταξιδιώτη που δεν ξέρει από ταξίδια!
Έφυγε χωρίς φαΐ, ποιός θα ταΐσει το παλικάρι
αν θα πεινάσει στο δρόμο;
Ποιός θα ελεήσει τον ξένο;
Η καρδιά μου
σύντροφος στις συμφορές του δρόμου!
Η καρδιά μου μαζί σου,
παλικάρι μου, παιδάκι μου!
Πείτε της: εσύ, νύχτα, κι εσείς, άστρα!
Εσείς δρόμοι! Κι εσείς, σύννεφα!
Πείτε της: δε θα πάρεις απάντηση
έτσι η πληγή θα είναι πάνω στα δάκρυα
πάνω στη θλίψη και στα βάσανα!
Δε θα πάρεις απάντηση
δε θα περιμένεις πολύ
επειδή αυτός..
επειδή αυτός πέθανε, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει!
4
Εσύ, μάνα του!
Μην ξεριζώνεις τα δάκρυα!
Το δάκρυ, μάνα, έχει ρίζες,
μιλά με το βράδυ κάθε μέρα..
Λέει: εσύ, νυχτερινό καραβάνι!
Από πού περνάς;
Μπούκωσαν οι δρόμοι του θανάτου
Τους έφραξαν οι ταξιδιώτες
Έφραξαν οι δρόμοι της θλίψης
Ας σταματούσες δυο λεπτά
δυο λεπτά!
Για να σκουπίσεις το μέτωπο και τα μάτια
για να πάρεις κάτι απ’ τα δάκρυά μας
για ενθύμιο
για όσους πέθαναν πριν από μας
για τους αγαπημένους μας ξενιτεμένους
εσύ, μάνα του!
Μη ξεριζώνεις τα δάκρυα
Άσε στο πηγάδι της καρδιάς δυο δάκρυα!
Ίσως πεθάνει ο πατέρας του
ο αδερφός του
ή ο φίλος του, εγώ
άσε για μας,
για τους νεκρούς του αύριο,
έστω δυο δάκρυα
δυο δάκρυα!
5
Μιλούν στον τόπο μας πολύ για το φίλο μου
διαπέρασαν οι ριπές τα μάγουλά του
και το στήθος του και το πρόσωπό του
Μην αναλύετε τα πράγματα!
Εγώ είδα την πληγή του
και πρόσεξα πολύ τις διαστάσεις της
«πονάω τα παιδιά μας
και κάθε μάνα που αγκαλιάζει το κρεβάτι!»
Εσείς, φίλοι αυτού που έφυγε μακριά
μη ρωτάτε: πότε θα επιστρέψει
μη ρωτάτε πολλά
μόνο ρωτήστε:
πότε θα ξυπνήσουν οι άντρες!
*Μετάφραση: Ευτυχία Κατελανάκη
**Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.
Λίνα Φυτιλή, Δύο ποιήματα
Χώμα και νερό
Το δέμα
μην ξεχάσεις μόνο,
είπε φεύγοντας.
Ας μη μπλέκονται
οι πεθαμένοι με τους ίσκιους
ή με τους ζωντανούς.
Μπες στην πόλη,
στο ποτάμι της κίνησης,
όποιος δεν κυλάει γρήγορα
στεγνώνει στις όχθες του.
Επιστρέφω τώρα
στα γυαλιστερά νερά.
Τα οστά διπλωμένα στη μέση
θα ταχυδρομηθούν αύριο
στο χώμα.
*
Πρότερος έντιμος βίος
Τι πειράζει που δεν είσαι ο Καραβόμυλος,
όταν ανάμεσα στα πόδια μου
μπαίνεις
όταν φτάνουμε σε ένα τέλος
Εελαφρύτερο
από το ποίημα,
με μάτια
ξυράφια
και το τριλαμπές της μιας Θεότητος.
*Από τη συλλογή «μυθική μέρα», Εκδόσεις Ενδυμίων, Φεβρουάριος 2014.
Έλενα Πολυγένη, Δύο ποιήματα
Μουσική
Εκείνη είναι απλώς τόξο. Δέχεται το βέλος αδιαμαρτύρητα. Απ’ αυτό περιμένει να δει την κατεύθυνση. Υποκλίνεται σαν να πρόκειται για εξουσία. Δεν υπάρχει δικαιολογία για ό,τι γέρνει στο έδαφος. Είναι υποχρεωμένη να βρει τη λύση. Τα δάχτυλά του ετοιμάζουν την έκρηξη. Τεντώνεται σαν χορδή. Μια απαλή, μεστή συγχορδία δραπετεύει μέσα απ’ τον θώρακά της.
*
Δάκρυα
Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν όλα τ’ άλλα εκτός από κείνη. Ήταν το βλέμμα τους ανάστροφο στα πράγματα, ήταν τα πράματα τα ίδια. Ήταν όλα όσα αυτοί προσπαθούσαν να είναι ήταν χιλιάδες διαφορετικές φωνές στο μυαλό της. Ο θώρακάς της σαν μίσχος πάλευε να συγκρατήσει το τοπίο, που έκθαμβο έρεε κάτω απ’ τα μάτια της κι εξατμιζόταν.
*Από τη συλλογή «Ανάγλυφη», Εκδόσεις Ρώμη, Μάρτιος 2021.
Νανά Ησαΐα (1934- 2003), Τέσσερα ποιήματα
ΑΓΝΩΣΤΗ
Πήρα το μάθημα του αίματος.
Όπως και της λογικής.
Μια παραισθητική μορφή
Καλύπτω την έκφρασή μου.
Πότε στέκομαι στην πόρτα.
Στην θέα του απογεύματος.
Πότε περνώ από τις καθημερινές ώρες.
Ήσυχη τακτοποιώ.
Ποτέ δεν αναγνωρίζομαι.
Ποια λύση θα με παρουσίαζε στο φώς;
Άγνωστη σαν σκιά
Διαρκώς καλύπτω
Την ίδια απόσταση
Από την ζωή μου.
*
ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ
Φόβος;
Σύλληψη χρώματος στη βροχή
Σαν μέρος ενός ουράνιου τόξου;
Πέφτει η ζωή
Από διαίσθηση τέχνης
Σε ασύλληπτη βροχή
Αίσθηση αστραπής
Πριν από κάποιο έτοιμο θνητό χρόνο.
*
ΚΟΥΡΟΣ
Στην Ελένη Λαδιά
Το σώμα σου σταθερό στο φως
Κι εγώ θύμα της φοράς των κυμάτων
Ήταν ένας καιρός αποχρώσεων
Αρχαϊκός σαν κούρος
Έστεκες στο βάθος των αναπολήσεων
Ή των αλλεπάλληλων απομακρυσμένων επιφανειών.
Ήσουν ακέραιος στη χαμένη μου παράδοση
Πολλών αιώνων νεκρών.
Ενώ εγώ τεμαχισμένη
Είχα πέσει στην άκρη
Εκείνης της θεόρατης σιωπής
Που συχνά επανέρχεται
Με τη μορφή της βοής των κυμάτων.
*
ΓΚΡΙΖΟ
Ήμουν στο φως.
Με τα χρυσά γυαλιά στον ήλιο.
Το χαμόγελο μου στην αίσθηση του φωτός
Όταν είδα το γκρίζο πρόσωπο του μίσους.
Ήταν το πιο ακαθόριστο σημείο στο χώρο.
Σε ποιο δρόμο;
Δραπέτης ενός γκρίζου ονείρου κι εγώ
Επέστρεφα αργά
Στο δικό μου αναλλοίωτο χρόνο.
Δεν έχει αντιθέσεις εδώ.
Διαθέσεις φωτός.
Και κόσμο.
*Από τη συλλογή “Μορφή”, Έκδοση Μικρή Εγνατία, 1980 – Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1981.
Χρυσούλα Παπακυριάκου, Τρία ποιήματα
Χαιρετισμοί
Ρίχνω γράμματα και τραγούδια
στο βάραθρο που μας χωρίζει,
για να γεμίσει,
να γίνουμε πάλι ένα.
Ρίχνω στιχάκια και ποιήματα,
να ξεχειλίσει κι ο παράδεισος χαιρετισμούς.
Χάδια αποθέτει απαλά
στο δέρμα το αεράκι.
Σα φιλιά σταλμένα απ’ τον παράδεισο
με τα πουλιά.
Μιλούν ελληνικά.
Για να μη μας τρομάξουν
τα λόγια είναι τιτιβίσματα.
*
Παιδί
Δεν αγαπά καμία δράση.
Του αρέσει να βλέπει, να παρατηρεί,
να γνωρίζει και να νοιώθει.
Αυτό τού είναι αρκετό για να ζει.
Είναι ολόκληρη η ζωή.
Οι μεγάλοι όμως άλλα νοιώθουνε
κι αλλιώτικα είναι τα λόγια τους.
Συσκοτίζουν, θολώνουν και παραπλανούν.
Αντί για εξηγήσεις γεννάνε απορίες.
Του φαίνονται λοιπόν παράταιρα τα λόγια
κι αναντίστοιχα.
Ακόμα το ίδιο προσπαθώ.
Αυτά να συνταιριάσω.
*
Εξετάσεις
Τις έχω πάρει από φόβο.
Όποιος προσδιορισμός κι αν τις συνοδεύει.
Ιατρικές, πανεπιστημιακές,
προπάντων εισαγωγικές, πανελλήνιες και πανελλαδικές.
Προφορικές… Κυρίως αυτές.
Τις τρέμω όλες
σαν να πρόκειται για αναπαράσταση
εκείνης της τελευταίας και οριστικής αυτοεξέτασης.
*Από τη συλλογή “Των γραμμάτων”, εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2017
Θεοδώρα Βαγιώτη, Φιλοσοφίες της ύπαρξης
Ειρημένο κάτω απ’ τον αποθαμό των άστρων·
τίποτε δεν καταλαβαίνεις από φιλοσοφίες της ύπαρξης
μον’ έχεις κάτι χέρια
που βαστούν γερά
και ένα χαμογέλιο που παραδέχεται χωρίς έγνοια
αφέσου μου λεν
και ματώνω ανάμεικτα
με ποταμό, που θα πει
υπάρχω από πηλό σαν πρότυπο
πάνω στον πάγκο εργασίας
και ας μην έγινα ποτέ
το μεγάλο, το κανονικό·
το έργο τέχνης
Γρηγόρης Σακαλής, Πριγκίπισσα του Βερμίου
Είναι ώρα πολλή
που σε κοιτάζω
και σε θαυμάζω
τα σγουρά μαλλιά
το πορτοκαλί σκουφάκι
μια ομορφιά πρωτόγνωρη
καθώς κρατάς
ένα ποτήρι λευκό κρασί
που πνίγομαι μέσα του
και με καταπίνεις
κι ύστερα στρίβεις
ένα τσιγάρο
και με καπνίζεις
αγάπη που δεν ξέρω
ούτε τ΄όνομα σου
που δεν μπορώ
να κάνω κάτι
να σε προσεγγίσω
μέσα στον μικρόκοσμο
που ζούμε
καταριέμαι τη μοίρα μου
κι ελπίζω μέσα μου
ελπίζω.









