Μαριάννα Πλιάκου, Δύο ποιήματα

SAIN PETER PORT

Saint Malo
Το κοντινότερο λιμάνι.
Φτάνεις στην άλλη πλευρά
σε δύο ώρες.
Καθώς το καράβι αφήνει το λιμάνι,
πρωινά χρώματα χύνονται στο νερό
από τα κτίρια και το κάστρο.

Και η ιστορία τους.

Αν κοιτάξεις προσεκτικά,
τη διαβάζεις
στις ρυτιδώσεις.

*

ΠΑΡΑΛΙΑ PEMBROKE, ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

Το νησί μικρό. Αλλά
η παλίρροια μεγάλη
-δέκα μέτρα και.
Πιο εντυπωσιακή η άμπωτη.
Ο γρανιτώδης βυθός της δυτικής ακτής,
μαύρος και κοφτερός.
Δεν είναι δύσκολο
να καταλάβεις
πως έγιναν τόσα ναυάγια.

Στο μεταξύ,
ο ήλιος δε βιάζεται να δύσει,
καθώς πίνουμε καφέ από το θερμός.
Πολύ βαθιά μέσα,
η υποψία ενός πλοίου
διασχίζει τη Μάγχη.

*Από τη συλλογή “Χ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.

Etel Adnan, Ιεβούς (απόσπασμα)

Pier Paolo Pasolini, Το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο

στους θρύλους μας ο ήλιος έχει δόντια χαλασμένα

Ο Ιεβούς ήλιος περιπλανώμενος ριγεί στις σπάνιες βροχές μας
σκαρφαλώνοντας λόφους με δρόμους διπλής κατεύθυνσης
λέει:

νυχτερινή τρυφερότητα γι’ αυτούς που τρώνε
αγκάθια τα μάτια των βεδουίνων γυναικών
βασανισμένα βάθη κρατήρων. Υπάρχουν
γυναίκες σώματα σφυροκοπημένα από έναν εχθρό που
ακόμα γλείφει τις μπότες των πρώην
εκτελεστών του. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο.
Η Παλαιστίνη είναι μια χώρα σπαρμένη με μάτια
που αρνούνται να σφαλίσουν.

Η Ιερουσαλήμ δεν είναι η πόλη του Δαβίδ
η Ιερουσαλήμ είναι η πόλη του Ιεβούς

Σκόνη στο σιτάρι και
νεκροταφείο τα πρωινά!

ύστερα απ’ τη δοκιμασία της απώλειας μνήμης
η κόμη του ήλιου φέρνει μια
δίψα που το καθάριο νερό θα σβήσει…
ω κοσμικά εξογκώματα καθαρίστε
τα βουνά μας από άμμο ώστε οι άντρες του
αύριο να περπατήσουν πάνω στον ροζ γρανίτη
να πιουν
το μαύρο σιντριβάνι
αυτό το σώμα γεμάτο τρύπες καμένο
απ’ το θειάφι ανοιγμένο απ’ το μαγγάνιο πληγές
στο στόμα του και πετρέλαιο για τα
φιλιά του

πρόσφυγας δίχως καταφύγιο

Φέρνω τους αρχαίους θεούς
κολυμβητές κοσμικών ρευμάτων
πέτρες πάνω στις οποίες θα συρθούν φεγγάρια
πνεύματα φύλακες τεχνίτες

Φέρνω τους νέους θεούς
από σάρκα φτιαγμένους
το μέλλον ανοιχτό
την ανάσταση των φτωχών
απελευθέρωση ελευθερία απελευθέρωση
είμαι νομάς από ένα σύμπαν σεπτό

(…και προσφέραμε τον θάνατό του για να
κινηθεί ο ήλιος…)

στις άνυδρες χώρες μας η βροχή
αιώνια φτιαγμένη από σφαίρες.

*Από το βιβλίο “Αραβίδες ντίβες – Ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης”, Εκδόσεις Τεφλόν 2021.

Nadia Lopez Garcia, Δύο ποιήματα

Της Θλίψης

Έλεγε η γιαγιά μου πως όταν η θλίψη
μοιάζει ατελείωτη,
πιθανώς να έχει πέσει η ψυχή μας στο ποτάμι,
και γι’ αυτό κλαίει και θρηνεί
χωρίς σταματημό.

Δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα,
ξεραίνεται το στόμα μας
και πονούν τα χέρια μας.

Η θλίψη φαίνεται να μας κυριεύει,
μας αρπάζει από το λαιμό και δεν μπορούμε πια να
ονειρευτούμε.

Η θεραπεία;
λουτρά με βάμμα άρνικας,
λουτρά με οινόπνευμα,
λουτρά με αλατόνερο,
Για να ξεπρηστεί η καρδιά μας,
τα μάτια μας,
τα χέρια μας,
και τα φτερά μας.

*

Χασίντα

Είναι κουρασμένη η ψυχή της θείας Χασίντα.
Τα μάτια της είναι στεγνή θάλασσα,
ακίνητη, αποκοιμισμένο.

Οι γυναίκες στο σπίτι λένε πως η ψυχή της είναι άρρωστη,
πως έχει γεμίσει το στόμα της αγέρι
και τα χέρια της τρέμουν από τη θύμηση.

Αφέψημα απήγανου για το μυαλό της,
για τα μάτια της και το στόμα της,
απήγανο για να γιατρέψει
τα παιδιά της που πέθαναν σε μέρη μακρινά,
το χωράφι της που έχει μείνει μονάχο του,
στην καρδιά της που κλαίει.

Χασίντα, μην κλαις πια.

*Από τη συλλογή “Βρεγμένη γη”, Ελευθεριακές Εκδόσεις Ναυτίλος, Οκτώβρη 2024. Μετάφραση: Ζωή Γιαλιτάκη.

Τάσος Κόρφης, Της μοναξιάς

Και μη θελήσεις να σου προσφέρω τη μοναξιά μου,
Αυτή την ήρεμη ακροθαλασσιά με τους πευκώνες,
Τ’ αρχαία ερείπια, τα φοβισμένα ζώα, τά κρίνα
Των βράχων. Μη θελήσεις να σου προσφέρω τις ώρες μου,
Σπαταλημένες σε πολυσύχναστους σταθμούς,
Άνάμεσα στην πλήμμη των έπιστροφών καί τη ρηχία των αναχωρήσεων,
Λησμονημένες άποσκευές, που δεν περιμένουν πια κανένα.

Εσύ,
Όσο κι αν στάθηκες κοντά μου, κι αν με τύλιξες
Με τις βαθύκολπες πτυχές σου σαν ζεστό ύφασμα,
—Πού προστατεύει το χειμώνα τα έρημα άγάλματα—
Μη θελήσεις νά σου προσφέρω την ηρεμία που δοκίμασα,
Τριγυρνώντας σε φτωχογειτονιές ολομόναχος,
Κι ανάβοντας μέ τη φλόγα της καρδιάς μου
Τούς λυχνοστάτες άπό σπίτι σέ σπίτι.

*Από τα Ποιήματα Β΄, Εκδόσεις Πρόσπερος, 1997.

Zahra Pourazizi, Τρία ποιήματα

ΤΟ Ε ΤΟΥ ΕΜΕΙΣ: ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (ΘΗΛ.)

“Δεν πεθαίνεις. Το όνομά σου γίνεται σύμβολο”
(Επιγραφή στον τάφο της Τίνα Μάχζα Αμίνι)

Ο όλεθρος ματώνει τον ουρανό πέρα ως πέρα
Τα μάτια μας μαύρα στο χρώμα του τυφλού πένθους
Βουτάμε τους χτύπους της καρδιάς μας στο κόκκινο

Ο θάνατος μας φοβάται
Ο πόνος αναβλύζει από τις φλέβες μας
Η οργή ξεριζώνει σφαίρες απ΄τα κορμιά μας

”Να μας φοβάστε!” ”Να μας φοβάστε!”
“Είμαστε μια γροθιά!”
Τα λαρύγγια μας σας κόβουν τ’ αυτιά

Το μαύρο μου χρώμα ξυπνάει το Ε στο σώμα της Επανάστασης
Το κόκκινο το δικό σου της χαϊδεύει το δέρμα
Θα κοιμηθούμε σε νεκροταφεία προσφύγων, όμως
Δεν θα πεθάνουμε ποτέ.

*

ΟΙ ΦΛΕΒΕΣ

Εμπιστεύσου μου τις φλέβες σου!
Θα τις τυλίξω γύρω απ’ το λαιμό μου
Θα βάψω τα χείλη μου με το αίμα σου
Θα καλλωπιστώ
Θα χυθώ στα ξερά ποτάμια που εγκατέλειψαν τα κέντρα των πόλεων

Η φρικαλεότητα του Νοέμβρη έκανε το δέρμα του κρανίου μου να σκάσει
Πού έχω κρύψει τις αναμνήσεις μας;
Δεν θυμάμαι πια
Απ’ το στέρνο σου τρέχουν ούρα πάνω στο ορατές φλέβες της καρδιάς σου
“Προς τα πού απέδρασαν οι αληθινοί αριθμοί;” με ρωτάς

Πρέπει να τρως κρέας
Σου στέλνω σπαράγματα του κορμιού μου
Στα δάχτυλά σου το κρασί κλαίει
Μεταμορφωμένο σε άλογο,
το λαρύγγι μου τρομάζει
“Αχ, είσαι το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου!”
μου ψιθυρίζεις στο αυτί
τραβώντας το μαχαίρι
για να σφάξεις το θύμα σου

*

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Το “εγώ” μου πραγματώνεται
μέσα
στον ύπνο του χρόνου

Το νεογέννητο των γειτόνων
φτύνει το βυζί
της μάνας του
στον δρόμο
για το αστυνομικό τμήμα

Η φωνή
ιδρώνει
στις εφτά το βράδυ

Το κρανίο
φτερνίζεται,
εκκρίνει μπλε ακτίνες

Κανείς δεν θα φροντίσει για το πρωινό ξύπνημα

Άθικτη,
η νύχτα παραμένει.

*Τα ποιήματα αυτιά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΄’Τεφλόν”, Τεύχος 32, Χειμώνας-Άνοιξη 2025. Μετάφραση: Δήμητρα Λ. Νικολοπούλου.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Δύο ποιήματα

ΥΨΩΜΑ 736

Μια μέρα θα το ρίξουμε στην εφαρμοσμένη
κβαντομηχανική, στα οδοφράγματα
ή στα ψώνια

όλου του κόσμου οι ξώφαλτσες, τα καρφιά
οι βίδες μες στις χύτρες ταχύτητας
στο απώτερο μέλλον θα δικαιωθούν
έστω λίγο

για την ώρα ας κάνει ο καθείς ό,τι μπορεί
με τα ξυραφάκια στα μανταρίνια
με τον ελεύθερο σκοπευτή στις έθνικ συναυλίες
το πριονισμένο δίκαννο και τ’ αχόρταγο
φλογοβόλο της marvel

το μίσος στριφογυρνά σαν πασχαλιάτικο αρνί
που συναινεί κάθε που τσιμπολογάς
πάνω απ’ τη σούβλα γλυκάδια

γι’ αυτό ας κάνει ο καθείς ό,τι μπορεί
με τη διάφανη τεφροδόχο
τη χοάνη του μουσκέτου που φράκαρε
τον κιμά
που εξέχει του στομίου
της κρεατομηχανής έστω συμβολικά

το ύψος των περιστάσεων μας καλεί
να κρατηθούν τα κάρβουνα αναμμένα
μια μέρα θ’ ανταμώσουμε
στην άλλη πλευρά της φωτιάς

*

JESSE

Ο λόγος που υπάρχουν τα περιθώρια
είναι για να στενεύουν
απ’ την παλίρροια
μονάχα οι σωματέμποροι θα σωθούν

η δεξίωση αρχίζει κύριε Όουενς

σταματήστε σας παρακαλώ να σαλτάρετε
πάνω απ’ τα χαρτόκουτα των αστέγων

οι σκάλες προορίζονται
μόνο για τους λευκούς συναθλητές σας,

όχι από εκεί κύριε Όουενς

χρησιμοποιήστε καλύτερα
τον ανελκυστήρα εμπορευμάτων

*Από τη συλλογή “Δίστομο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025.

Μαχμούντ Νταρουίς, Και επέστρεψε σε… σάβανο

1
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
Το όνομά του ήταν…
Μην ανακαλείτε το όνομά του!
Αφήστε το στις καρδιές μας
Μην αφήσετε τη λέξη
να χαθεί στον άνεμο, όπως η στάχτη
Αφήστε τον, πληγή αιμορραγούσα
ο επίδεσμος δε βρίσκει
δρόμο γι’ αυτή
Φοβάμαι, αγαπημένοι μου
Φοβάμαι, ορφανοί μου
Φοβάμαι μην τον ξεχάσουμε
μέσα στην πληθώρα ονομάτων
Φοβάμαι μη διαλυθεί
στους στόβιλους του χειμώνα!
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν στις καρδιές μας
οι πληγές μας..
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν!

2
Η ζωή… η ηλικία ενός βλαστού
που δε θυμάται τη βροχή
Δεν έκλαψε κάτω απ’ το μπαλκόνι του φεγγα-
ριού
Δεν πάγωσε το χρόνο με το ξενύχτι
Δεν έσφιξαν τα χέρια του
κοντά σε κάποιον τοίχο
Δεν ταξίδεψαν πίσω απ’ την κλωστή του πόθου
τα μάτια του!
Και δε φίλησε κάποια όμορφη..
Δε γνώρισε ερωτόλογα
παρά μόνο σε τραγούδια ενός τραγουδιστή
που τον μπέρδεψε η ελπίδα
δεν είπε στην όμορφη: αχ, θεέ μου!
Μονάχα δυο φορές!
Δε γύρισε το βλέμμα της,
δεν του ’δωσε παρά την άκρη του ματιού της
Tο αγόρι ήταν μικρό…
Έτσι έφυγε απ’ το δρόμο της
και δε σκέφτηκε πολύ τον έρωτα!

3
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
δεν είπε όταν ζωντάνευαν τα βήματά του
πίσω απ’ την πόρτα
στη μάνα του: αντίο!
Δεν είπε στους αγαπημένους, στους φίλους:
τα λέμε αύριο!
Δεν άφησε γράμμα
όπως συνηθίζουν οι ταξιδιώτες
που να λέει: επιστρέφω,
για να σβήσουν οι αμφιβολίες
δεν έγραψε ούτε λέξη
που να φωτίσει τη νύχτα της μάνας του,
που μιλά στον ουρανό και στ’ αντικείμενα,
λέει: εσύ, μαξιλάρι στο κρεβάτι!
εσύ, τσάντα με τα ρούχα!
εσύ, νύχτα! εσείς, άστρα!
εσύ, θεέ! εσείς, σύννεφα!:
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
με μάτια σαν δυο άστρα;
Τα χέρια του δύο καλάθια με βασιλικό
το στήθος του μαξιλάρι
των άστρων και του φεγγαριού
τα μαλλιά του κούνια
για τον άνεμο και τα λουλούδια!
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
κάποιον ταξιδιώτη που δεν ξέρει από ταξίδια!
Έφυγε χωρίς φαΐ, ποιός θα ταΐσει το παλικάρι
αν θα πεινάσει στο δρόμο;
Ποιός θα ελεήσει τον ξένο;
Η καρδιά μου
σύντροφος στις συμφορές του δρόμου!
Η καρδιά μου μαζί σου,
παλικάρι μου, παιδάκι μου!
Πείτε της: εσύ, νύχτα, κι εσείς, άστρα!
Εσείς δρόμοι! Κι εσείς, σύννεφα!
Πείτε της: δε θα πάρεις απάντηση
έτσι η πληγή θα είναι πάνω στα δάκρυα
πάνω στη θλίψη και στα βάσανα!
Δε θα πάρεις απάντηση
δε θα περιμένεις πολύ
επειδή αυτός..
επειδή αυτός πέθανε, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει!

4
Εσύ, μάνα του!
Μην ξεριζώνεις τα δάκρυα!
Το δάκρυ, μάνα, έχει ρίζες,
μιλά με το βράδυ κάθε μέρα..
Λέει: εσύ, νυχτερινό καραβάνι!
Από πού περνάς;
Μπούκωσαν οι δρόμοι του θανάτου
Τους έφραξαν οι ταξιδιώτες
Έφραξαν οι δρόμοι της θλίψης
Ας σταματούσες δυο λεπτά
δυο λεπτά!
Για να σκουπίσεις το μέτωπο και τα μάτια
για να πάρεις κάτι απ’ τα δάκρυά μας
για ενθύμιο
για όσους πέθαναν πριν από μας
για τους αγαπημένους μας ξενιτεμένους
εσύ, μάνα του!
Μη ξεριζώνεις τα δάκρυα
Άσε στο πηγάδι της καρδιάς δυο δάκρυα!
Ίσως πεθάνει ο πατέρας του
ο αδερφός του
ή ο φίλος του, εγώ
άσε για μας,
για τους νεκρούς του αύριο,
έστω δυο δάκρυα
δυο δάκρυα!

5
Μιλούν στον τόπο μας πολύ για το φίλο μου
διαπέρασαν οι ριπές τα μάγουλά του
και το στήθος του και το πρόσωπό του
Μην αναλύετε τα πράγματα!
Εγώ είδα την πληγή του
και πρόσεξα πολύ τις διαστάσεις της
«πονάω τα παιδιά μας
και κάθε μάνα που αγκαλιάζει το κρεβάτι!»
Εσείς, φίλοι αυτού που έφυγε μακριά
μη ρωτάτε: πότε θα επιστρέψει
μη ρωτάτε πολλά
μόνο ρωτήστε:
πότε θα ξυπνήσουν οι άντρες!

*Μετάφραση: Ευτυχία Κατελανάκη
**Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.

Jeltje Fanoy, Migration (1960s) / Μετανάστευση

For some unknown reason to us
Mother couldn’t, or, wouldn’t drive,
failing driver’s licence examinations
though a car would have made her
Queen of the Road, she was
happy for Father to drive us around
while they were arguing, from maps,
about where, on Earth, they might be
going, and we sat meekly in the back,
vouching to get our licences as soon
as we’d leave home, and the three of us
sang many songs, in all of the parts,
as much as we could, without our
parents ever joining in, I can’t even
remotely recall my father ever singing
though he whistled softly when raking
the leaves and grass, or, in the garden
at night, gazing at the Australian stars

Για κάποιον άγνωστο σε εμάς λόγο
η μητέρα δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να οδηγήσει,
αποτυγχάνοντας στις εξετάσεις για την άδεια οδήγησης.
αν και ένα αυτοκίνητο θα την έκανε
Βασίλισσα του Δρόμου, ήταν ευτυχής
που ο Πατέρας μας οδηγούσε,
ενώ εκείνοι διαφωνούσαν, από χάρτες,
για το πού, στη Γη, μπορεί να πήγαιναν,
και εμείς καθόμασταν σεμνά στο πίσω μέρος,
εγγυώμενοι να πάρουμε τα διπλώματά μας μόλις
φύγουμε από το σπίτι, και οι τρεις μας
τραγουδούσαμε πολλά τραγούδια, σε όλους τους ρόλους,
Όσο πιο πολλά μπορούσαμε, χωρίς
οι γονείς μας να συμμετέχουν ποτέ, δεν μπορώ
να θυμηθώ ούτε κατά διάνοια
τον πατέρα μου να τραγουδάει ποτέ
αν και σφύριζε απαλά όταν σκούπιζε τα φύλλα
και το γρασίδι, ή, στον κήπο τη νύχτα,
ατενίζοντας τα αυστραλιανά αστέρια

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Η Jeltje Fanoy ασχολείται με την ποίηση και τους μικρούς εκδοτικούς ποίησης στη Μελβούρνη από τη δεκαετία του ’70. Εξερευνά θέματα διασποράς σε όλη τη συγγραφική της δραστηριότητα από την έκδοση της πρώτης της συλλογής Living in Aboriginal Australia το 1988.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Φοβάμαι 

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
“Δώστε τη χούντα στο λαό”.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και “απόψεις”.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

*”Ποιήματα”, Eκδόσεις Νεφέλη.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Υστεροφημία

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει