Georg Trakl, Παιδικά χρόνια

P1013052

Καρπούς γεμάτη είναι η κουφοξυλιά· ήσυχα κατοικούσαν τα παιδικά χρόνια
Σε γαλάζια σπηλιά. Το σιωπηλό κλαρί,
Εκεί που τώρα θρασομανεί καστανόχρωμο το αγριόχορτο,
Στοχάζεται ένα παλιό μονοπάτι, το θρόισμα των φυλλωμάτων.

Το ίδιο κι όταν το γαλανό νερό κελαρύζει στους βράχους.
Γλυκός είναι του κότσυφα ο θρήνος. Ένας βοσκός αμίλητος ακολουθεί τον ήλιο,
Που κυλά πίσω από τον φθινοπωρινό λόφο.

Μια γαλάζια στιγμή, σημαίνει μόνο περισσότερη ψυχή.
Στην εσχατιά του δάσους προβάλλει δειλά ένα αγρίμι και στο βάθος
Αναπαύονται ειρηνικά τα παλαιά σήμαντρα και οι σκοτεινοί αγροί.

Πιο γαλήνιος τώρα, γνωρίζεις το νόημα των σκοτεινών χρόνων,
Ψύχος και Φθινόπωρο σε μοναχικές κάμαρες,
Και μέσα σε ιερή γαλαζοσύνη ηχούν και απομακρύνονται βήματα φωτεινά.

Σιγοτρίζει ένα ανοιχτό παράθυρο στη θέα
Του ερειπωμένου νεκροταφείου στο λόφο δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια.
Ανάμνηση ιστορημένων θρύλων. Όμως κάποτε φωτίζεται η ψυχή
Όταν αναπολεί ανθρώπους χαρωπούς, σκουρόχρυσες εαρινές ημέρες.

*Από το βιβλίο Γκεόργκ Τρακλ – Ένας οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο”, σε εισαγωγή, σημειώσεις, σχόλια, μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου, εκδόσεις Νησίδες, 2014 (σελ. 67).

Γιάννης Αντιόχου
, Ο Υποχθόνιος

1528498_10204342664619237_6645256525425519732_n

Κι όταν οι ζωές κυλούν

Σαν βαλίτσες ανθεκτικές

Γεμάτες με τα υπάρχοντα του σώματος

Πάντα ένας ποιητής θα συνευρίσκεται

Με το φως του εωσφόρου

Ξέρω πολλά να σας διηγηθώ για τον υποχθόνιο

Αλλά θαρρώ πως ό,τι αξίζει είναι η βία του

Έτσι όπως σε σκυλεύει

Μαγκώνοντας τον άτλαντα του σώματος

Με τους κοπτήρες των δοντιών του

Ματώνοντάς σε

Και λίγο πριν την εξάντληση

Εντός κενού

Αειφανείς

Φλεγόμενοι αστέρες

Κατακαίγουν την όψη που καθένας επιθυμεί να αντικρίσει

Γεωγραφώντας με το μη μετρήσιμο φως τους

Αυτό που ποτέ δεν υπήρξε

Μέσα στις λόχμες των αχτίδων τους

Το σώμα ακκίζεται

Και μη μπορώντας να υπομείνει

Καταρρέει

Καμιά φορά αναρωτιέμαι

Αν τούτη είναι η πείρα της ζωής;

Μα έχω τα όνειρα

Να δεικνύουν αυτό που θέλει καθένας να ζήσει

Να μην ξεχάσω…

Να μην ξεχάσω…

Κυλώντας χθες στο αεροδρόμιο

Την ανθεκτική πράσινη βαλίτσα μου

Κοντοστάθηκα να χαιρετήσω τον διάβολο

Θεόρατος

Ολόξανθος

Πρασινομάτης και φωτισμένος

-όχι σαν τους μαλλιαρούς ιππόγρυπες ειδικούς,

που σε εξετάζουν περιπαικτικά

και σου συστήνουν κοινωνικότητα –

Περιδινούσε και πάλι

Στο σκοτεινό λαρύγγι του

Τον παραπικρασμό της ζωής μου


(Είμαι ο ίδιος που ξεριζώθηκα

Σε αγκαθωτά στρώματα διαμερισμάτων

Όπως τα ξανθά μαλλιά της Σουλαμίτιδας

Στα χέρια του ερωτευμένου Σολομώντα

Είμαι ο ίδιος άσχημος, ντροπαλός ανθρωπάκος

Λίγο πριν γδυθώ στη σκοτεινή σας κάμαρα

Ύστερα αρπάζει καθέναν η αγκαλιά

Κι εξαφανίζεται η συστολή

Είμαι ο ίδιος οδοιπόρος των λεωφόρων της πολιτείας

Βαδίζοντας εκ του ασφαλούς

Στις διαχωριστικές λευκές λωρίδες

Πάντα επιθυμώντας να ξεστρατίσω

Είμαι ό,τι είσαι και συ

Ίσως λίγο πιο μόνος

λίγο πιο έρημος

Μετά δεν είμαι 

δεν είναι 

Τίποτε άλλο

Από έναν μέτριο θάνατο που συνέχεια προσπερνώ).

*Από τη συλλογή “Εκπνοές”, Εκδόσεις Ίκαρος.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Χτίσε

image

Είτε σήμερα σου εύχονται χρόνια πολλά
είτε σήμερα δεν βρίσκουν αφορμή για ευχές ευχών,

Χρόνια Πολλά.

Χρόνια Πολλά και μείνε όπως είσαι
ή άλλαξε με όποιον τρόπο εσύ θες.

Κοίταζε κάθε μέρα τον ουρανό.
Ακόμα και τις μέρες που κανείς δεν σου εύχεται.
Ακόμα περισσότερο τις μέρες που κανείς δεν σου εύχεται.

Όταν μιλάς με μεθυσμένο
άκου με μεγάλη προσοχή τα λόγια του.

Αλλά κράτα μακριά τα χέρια του.

Δίνε σημασία στις χαζές στιγμές.
Για να καταλάβουμε τούτες τις χαζές στιγμές
γράφτηκαν όσα βιβλία έχεις διαβάσει.

Χρόνια Πολλά, και να είσαι όμορφη με τη
δική σου
ομορφιά.

Πολλές φορές, ενώ οι άλλοι μιλάνε μεταξύ τους,
χάνεσαι σ’ ένα θλιμμένο βλέμμα
στο δικό σου θλιμμένο βλέμμα
κι ένας ποιητής προσπαθεί να δει τη θέση των ερωτηματικών
πίσω απ’ το θλιμμένο βλέμμα˙
δεν τα καταφέρνει˙
μα ξέρει πως τότε, ανάμεσα στα λόγια που δεν ακούς, μπροστά σε αγνώστους,
σε βλέπει ενώ είσαι μόνη.
Οι όμορφοι άνθρωποι είναι πιο όμορφοι όταν είναι μόνοι.

Να είσαι όμορφη με τη
δική σου
ομορφιά.

Πίστεψε πως η ζωή είναι ένα ποίημα.
Ακόμα κι αν τελικά δεν είναι,
τι πιο ποιητικό αν τελικά δεν είναι;
Η ζωή είναι ένα ποίημα.

Περπάτα πολύ.

Για τ’ όνομα του Θεού, μην μπαίνεις σε τουριστικά λεωφορεία.
Μην αγοράζεις χάρτες. Οι χάρτες είναι οι περαστικοί˙
μαζί με τους δρόμους, μαθαίνεις και την ψυχή της πόλης.

Άσε τον εαυτό σου να ματώσει
και συνέχισε ν’ αγγίζεις
όσα σε κάνουν να ματώνεις.
Και το αίμα, χρώμα είναι.

Γίνε ηλίθια.
Γέλα με τους έξυπνους που γελάνε με σένα.
Με σένα που πιστεύεις σ’ εκείνα
που θα ‘πρεπε να υπάρχουν.

Σε παρακαλώ,
Χτίσε όσα θα ‘πρεπε να υπάρχουν.
Δεν υπάρχουν επειδή κανείς δεν τα έχτισε.
Χτίσε. Δείξε μου πώς.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στο http://www.alexantonopoulos.com

Νεκταρία Μαραγιάννη, Αρχή

μόνη αφήνοντας πίσω τα μάτια που με λάβωσαν
μόνη γκρεμίζοντας τις τσακισμένες μνήμες των φωτογραφιών
μόνη με μια καρδιά κενή
και έτοιμη να ξαναδώσει
σε Σένα
που τη μάτωσες

σε αποκήρυξε «απατεώνα»

τώρα προχωρεί δίχως καρδιά
το σεντούκι άφαντο
εγώ έχω το κλειδί

σε αποκήρυξα ως κάτι βλαβερό
για να ζω∙
ζω για να μην πεθάνω
ζω για να πονάς που περπατώ
που ακόμη μπορώ και αγαπώ

Νέττα, 14/1/2014

Βαγγέλης Ρουσάκης, Υπεράσπιση

10295758_10152156335419633_3569718987994475111_n

Έκρυψα ένα παιδί μέσα μου
Μερικές φορές το επισκέπτομαι
Κάθε φορά μου λέει
Πως φοβάται
Έρχεται η μέρα
Που θα αναγκαστεί να μεγαλώσει
Το καθησυχάζω
“Θα μείνεις παιδί
Κι εγώ υπερασπιστής αγνότητας
Αν λείψεις
Θα λείψουν τα παράθυρα
Θα λείψουν οι εξώστες
Και θα πεθάνεις
Πριν ανθίσει
Το τελευταίο τριαντάφυλλο”.

*Από τη συλλογή “Νύχτες χωρίς”.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ανέκδοτα ποιήματα

10917286_10153089259897642_3526155135014996104_n-300x240

ΑΥΛΗ ΧΩΡΙΣ ΣΙΩΠΕΣ

Έσπασε η γλάστρα
με τις σιωπές,
ψήλωσε η αυλή μας,
χάθηκε σε ζιζάνια το ψες,
γέμισε με θεούς ο κήπος
κι άνθισε απόψε η κραυγή,
μόνη πια δεν θυμάται,
αν το σκοτάδι φώτισε
υφαίνοντας αυταπάτες,
αν ο ήλιος βάλτωσε
σε ρίζες Ερινύων. `

***

ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Γυμνοί πια,
χρώματα ντυθήκαμε,
λέξεις και φωνές γδύσαμε,
τυφλοί πια,
το φως ήπιαμε,
το θάνατο κολυμπήσαμε,
με αλκοόλ και τσιγάρα
στις αποσκευές
ψευδομαρτυρήσαμε,
ποιοι είμαστε ξεχάσαμε,
πάνω σ’ ένα πουλί
τη ζωή μας χτίσαμε
και ξαναπετάξαμε,
απλώς μετακομίσαμε.

Κώστας Σοφιανός, Τρία μικρά ποιήματα

IM000466.JPG


ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ

Ο καπνός
ζωγράφισ’ ένα πλοίο˙
το πλοίο
ζωγράφισε τη θάλασσα˙
η θάλασσα
με μια γραμμή
έφτιαξε τον ορίζοντα.
Ο ουρανός ήδη υπήρχε.
Έμενε να φυσήξει λίγο
για να πάρει ζωή το τοπίο.
***

ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΕΡΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Ποιος κόκκος ηγείται της άμμου;
***

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Έχοντας πάθη
έκανα λάθη…
τώρα λανθάνω απαθής
ξένε
στο χώμα που πατείς.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, μάτια ζωγράφου

William Turner, Hero and Leander (1837)

William Turner, Hero and Leander (1837)

την έβλεπα,
μάτια ζωγράφου
κι ας μην
την είχα δει ποτέ
και στο δρόμο,
τα φύλλα κιτρινισμένα,
σκορπισμένα
στο κουρασμένο φως:
η αυταπάτη της ζωής μου·
και το δωμάτιο,
παρακμιακά κομψό,
τρεμοσβήνει
στον άχρονο αέρα
της σιωπής,
με τις σκέψεις μου,
ολογραφικές
και μαζί της,
σε ταξίδια,
σε γαλαξιακούς
καμβάδες
και στο βάθος
του δρόμου,
ολοκαίνουργες
οι φωνές,
φουντώνουν,
η ελπίδα,
οι μέρες της οργής·

*Από τις “Ποιητικές Τρύπες Στο Σκοτάδι”, διαδικτυακή έκδοση, Σεπτέμβρης 2013.

Άννα Αχμάτοβα, Δεκατρείς αράδες

ΑΧΜΑΤΟΒΑ+2014.tif

Και επιτέλους πρόφερες κυριολεκτικά
Όχι έτσι, όχι όπως οι άλλοι … με ένα γόνατο ―
Αλλά έτσι, όπως εκείνος που ξέφυγε από την αιχμαλωσία 
Και βλέπει την ιερή των σημύδων σκιά 
Απ’ το ουράνιο τόξο των αθέλητων δακρύων μέσα. 
Και γύρω σου τραγούδησε η σιωπή
Και φωτίστηκε με τον καθάριο ήλιο το λυκόφως,
Κι ο κόσμος ολάκερος μέσα σε μια στιγμή μεταμορφώθηκε
Κι άλλαξε παράξενα η γεύση του κρασιού.
Κι εγώ ακόμη που έμελλε φόνισσα να γενώ
Του θείου λόγου,
Σχεδόν ευωδιαστά σώπασα,
Την ευλογημένη ζωή να επιμηκύνω.

8-12 Αυγούστου 1963

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εντευκτήριο» και συγκαταλέγεται στην ενότητα ποιημάτων της Άννας Αχμάτοβα «Ποιήματα του μεσονυχτίου», σε μετάφραση από το ρωσικό πρωτότυπο του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου

IMG_2623

Έξαλλη νύχτα
ανεξιχνίαστη
στοιχειωμένη από αρματωμένα φαντάσματα
κι αιματηρές κληρονομιές
φορτωμένη ερωτευμένα ξωτικά
ματωμένα φεγγάρια
και σελώματα

ανικανοποίητη νύχτα
η ανάσα μου δίχως αντοχή
δίχως αιχμή
λυγίζει
ξεριζώνεται
δεν υπάρχει πια φόβος
ένας τρόμος μονάχα ορμά
με πιάνει απ’ τα μαλλιά
με σέρνει
παιανίζει τα εμβατήριά του
διατυμπανίζει τη νίκη του
διατυμπανίζει την ήττα μου

νύχτα μου
με τον ακοίμητο καημό
και το σαράκι
ανένδοτη νύχτα μου
που αλωνίζεις με άλογα φτερωτά
οργανώσεις τις άμυνες
και βγαίνεις στην κόντρα επίθεση

πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου.