ΣΥΝΤΑΡΑΣΣΕΤΑΙ η ψυχή μας
σε μια άλογη στιγμή
αλλάζει άρδην η πλεύση.
Προορισμός άγνωστος.
Οι ημέρες και οι έναστρες νύχτες σε αταξία.
***
Απώλεια
ΜΙΑ ΛΑΜΨΗ
κεραυνός
δυνατή βροχή.
Βροχή δακρύων για τις απώλειες.
Ο πλανήτης σε γκρι φόντο.
Υποσχέσεις ολέθρου.
Τα δαιμονισμένα πάθη για κέρδη αλόγιστα.
Αλήθεια, πού θα ζήσουν τα παιδιά μας;
***
Στην Αυλή
Η ΛΕΜΟΝΙΑ άνθισε πάλι,
είναι δίφορη.
Άνθισε και η ροδιά
καθώς και η μηλιά.
Τα χρώματα αγκαλιάζουν το σπίτι,
η ματιά μου τα χαϊδεύει.
Γεννιούνται ερωτευμένα με τον ήλιο,
θα δώσουν τους καρπούς τους για άλλη μια φορά.
Σκαλίζω το χώμα γύρω τους
φτιάχοντας κύκλους.
Κύκλους ζωής.
*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο” (με 6 φωτογραφίες του Γιάννη Βλασταρά), εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος 2010, σελ. 29, 42 και 51 αντίστοιχα.
Διαβάτη,
ο δρόμος είναι τα ίχνη σου, και τίποτε άλλο.
Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος,
τον δρόμο τον φτιάχνεις προχωρώντας.
Προχωρώντας φτιάχνεις τον δρόμο,
και στρέφοντας το βλέμμα προς τα πίσω
θα δεις το μονοπάτι που δεν θα πατήσεις ξανά.
Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος, μόνο ίχνη πάνω στη θάλασσα.
Ποτέ δεν ίδρυσα, δεν ξεκίνησα, δεν ακολούθησα ένα κίνημα.
Υπήρξα υπερρεαλιστής, αυτό είναι γεγονός,
αλλά πιστεύω πως όντως όφειλα να είμαι,
και ήμουνα όντως όχι όμως κι όταν εκτόξευα ή συνυπέγραφα μανιφέστα
εκτός κι αν επρόκειτο να προσβάλουμε
τον πάπα
τον δαλάι-λάμα
τον βούδα
τον γιατρό
τον διανοούμενο
τον παπά
τον μπάτσο
τον ποιητή
τον συγγραφέα
τον άνθρωπο
τον παιδαγωγό
τον επαναστάτη
τον αναρχικό
την μοναχή
τον ερημίτη
τον πρύτανη
τον γιόγκι
τον πνευματιστή.[…]
[…] Γνωρίζω μια κατάσταση εκτός του πνεύματος, της συνείδησης, του είναι,
η οποία δεν έχει πλεόν ούτε λόγια ούτε γράμματα,
μα στην οποία διεισδύει κανείς με κραυγές και χτυπήματα.
Και δεν είναι πια καν ήχοι η νοηματα που εξέρχονται
δεν είναι λέξεις
είναι ΚΟΡΜΙΑ
Πούτσα και ξύλο,
στην κολασμένη πυρά όπου ποτε πια δεν θα τεθεί
η ερώτηση της λέξης ούτε και της ιδέας. […]
We’ll be fighting in the streets
With our children at our feet
And the morals that they worship will be gone
And the men who spurred us on
Sit in judgment of all wrong
They decide and the shotgun sings the song
I’ll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
Then I’ll get on my knees and pray
We don’t get fooled again
The change, it had to come
We knew it all along
We were liberated from the fold, that’s all
And the world looks just the same
And history ain’t changed
‘Cause the banners, they are flown in the next war
I’ll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
Then I’ll get on my knees and pray
We don’t get fooled again
No, no!
I’ll move myself and my family aside
If we happen to be left half alive
I’ll get all my papers and smile at the sky
Though I know that the hypnotized never lie
Do ya?
There’s nothing in the streets
Looks any different to me
And the slogans are replaced, by-the-bye
And the parting on the left
Are now parting on the right
And the beards have all grown longer overnight
I’ll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
Then I’ll get on my knees and pray
We don’t get fooled again
Don’t get fooled again
No, no!
Yeaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaah!
Meet the new boss,
Same as the old boss!
Δεν θα γελαστούμε ξανά
Θα πολεμάμε στους δρόμους
με τα παιδιά μας πάνω στους ώμους
κι η ηθική που λάτρεψαν θα χαθεί
κι όσοι μας κέντριζαν μαζί
θα δικαστούν για όλα τα λάθη αυτοί
ποινή θα βγει και το δίκαννο θα την πει
Καπέλο βγάζω στη νέα κατάσταση
υποκλίνομαι στην επανάσταση
χαμογελώ στην αλλαγή ολόγυρα
θα παίξω κιθάρα να βγάλει φωτιά
όπως άλλοτε ξανά
κι έπειτα θα προσευχηθώ γονατιστά
μη γελαστούμε ξανά
μη γελαστείτε ξανά Η αλλαγή, έπρεπε να ‘ρθει
Το ξέραμε απ’ την αρχή
Απελευθερωθήκαμε απ’ το μαντρί, ως εκεί
και ο κόσμος ίδιος φαντάζει
και η ιστορία δεν αλλάζει
γιατί οι σημαίες ανεμίζουν για πόλεμο ξανά Καπέλο βγάζω στη νέα κατάσταση
υποκλίνομαι στην επανάσταση
χαμογελώ στην αλλαγή ολόγυρα
θα παίξω κιθάρα να βγάλει φωτιά
όπως άλλοτε ξανά
κι έπειτα θα προσευχηθώ γονατιστά
μη γελαστούμε ξανά
μη γελαστείτε ξανά
Όχι, όχι, όχι, όχι!
Θα μετακομίσω κι η φαμίλια μου μαζί
αν συμβεί και μείνουμε μισοζωντανοί
θα βγάλω χαρτιά, θα το παίζουμε αδιάφοροι
ας ξέρω ότι ο υπνωτισμένος δεν μπορεί ψέμα να πει
Μπορεί;
Ωχ όχι! Στους δρόμους δεν υπάρχει κατιτί
διαφορετικό απ’ όσα είχα δει
και τα σλόγκαν έχουν αλλαχτεί, παρεμπιπτόντως
κι όσοι είχαν τη χωρίστρα αριστερά
τώρα την έχουν δεξιά
και τα μούσια όλα μακρύναν σε μια βραδιά
Καπέλο βγάζω στη νέα κατάσταση
υποκλινομαι στην επανάσταση
χαμογελώ στην αλλαγή ολόγυρα
θα παίξω κιθάρα να βγάλει φωτιά
όπως άλλοτε ξανά
κι έπειτα θα προσευχηθώ γονατιστά
μη γελαστούμε ξανά
μη γελαστείτε ξανά
Όχι, όχι, όχι, όχι!
Ναιεεεεεεεει!
Ιδού το νέο αφεντικό
Ίδιο με το παλιό αφεντικό
σκοντάφτει σε μια κραυγή
που αιμορραγεί στο φως
κάθε φορά που κοιτάμε τ’ αστέρια
κανένα όριο δεν μας χωρίζει από την απουσία
καμία λέξη τόσο βαθιά,
που να μπορεί να την αποσιωπήσει
*
έτσι είναι η χάρη των εικόνων
που αντεστράφησαν μες στις παλάμες, ξέφυγαν απ’ τον ίσκιο,
που τώρα τον θυμάσαι στρατοπεδευμένο ανέκαθεν
στο κατώφλι σου, όμως
επρόκειτο για προσδοκίες, ασκήσεις
δίχως σύμβολα, σαν να στολίζεις αποψυγμένα
κάτοπτρα με τον αλμυρό χτύπο μιας ναυγισμένης ίριδας
Imago
si inciampa in un grido
che si dissangua in luce
ogni volta che guardiamo le stelle
nessuna soglia ci separa dall’assenza
nessuna parola così profonda
da poterla tacere
*
così è la grazia delle immagini
rovesciate nel palmo venute via dall’ombra
che ora ricordi accampata da sempre
alla tua soglia ma
si trattava di attese esercizi
privi di simboli come adornare sbrinati
specchi col battito salino
di una pupilla naufragata
*Από τη συλλογή «Στίχοι γραμμένοι με τα μάτια». Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το http://www.poein.gr
Με το τσιγάρο βασανίζω τη νύχτα μου.
Τα δάχτυλά μου, κολλημένα με σπασμούς στα νεύρα.
Κ’ εκείνη η θολή σκιά πίσω απ’ το μέτωπο.
Αν προχωρήσω… αν προχωρήσω λίγο ακόμα…
Κοιμούνται. Όλοι κοιμήθηκαν.
Αλοίμονο: Για μένα δεν ωριμάζει τίποτα
Κ’ έχω τα χέρια και τα πόδια μου,
Σταματημένες πορείες,
Γύρω στο χώμα, το ψωμί και το κορμί της.
Το σώμα μου!
Πώς θάναι άραγε το αύριο;
Το μικρό, το στενό, το δικό του αύριο!
*Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 53-54, Μάιος-Ιούνιος 1959, σελ. 273.
Περπατούσα στο δρόμο, ιδρωμένος και με τα μαλλιά κολλημένα
στο πρόσωπο
όταν είδα τον Ερνέστο Καρδενάλ που ερχόταν
απ’ την αντίθετη κατεύθυνση
και σαν να χαιρετούσα του είπα:
Πατέρα, στο Βασίλειο των Ουρανών
που είναι ο κομουνισμός, έχουν θέση οι ομοφυλόφιλοι;
Ναι, είπε αυτός.
Και οι αμετανόητοι μαλάκες;
Οι σκλάβοι του σεξ;
Οι τσαρλατάνοι του σεξ;
Οι σαδομαζοχιστές, οι πουτάνες, οι φανατικοί των κλυσμάτων;
Αυτοί που δεν μπορούν άλλο, αυτοί που στ’ αλήθεια
δεν μπορούν πια άλλο;
Ο Καρδενάλ είπε ναι.
Και εγώ σήκωσα το βλέμμα και τα σύννεφα έμοιαζαν με
χαμόγελα από γάτους ελαφρώς ροζ
και τα δέντρα που έραβαν τους λόφους
(τους λόφους που πρέπει να ανεβούμε)
ανακινούσαν τα κλαδιά.
Τα πρωτόγονα δέντρα, σαν να έλεγαν
μια μέρα, αργά ή γρήγορα, πρέπει να έρθεις
στα ελαστικά μου χέρια, στα βλαστημένα μου χέρια
στα κρύα μου χέρια. Μια ψυχρότητα φυτική
που θα σου σηκώσει την τρίχα.
*Μετάφραση: Κωνσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez. Από το http://poiein.gr
Στο δρόμο
Οι ήχοι των παπουτσιών
Κροτίδες με στόχο το κεφάλι μου.
Καθώς πλαγιάζουν τα φαντάσματα,
Τα σύννεφα συνωστίζονται κάτω από τα μάτια μου.
Η καρδιά σε ανακοίνωση:
Περίοδος μουσώνων κι απόψε.
Πρόσκληση, επίκληση, έκκληση.
Έκκληση. Ας πάψουν τώρα οι ουρανοί.
Γιατί είναι ανυπόφορο κι αδύνατο, λένε
Να κλείνεις εσύ έναν χαλασμένο διακόπτη.
Παράκληση
Γιατί εγώ εδώ
Στο δρόμο
Χαλασμένος,
Τραυματισμένος από πετροβολισμούς,
Ακόμα και δεμένος από το σήμερα,
βρεγμένος από καταιγίδες
Προτιμώ να σε αγκαλιάζω
Παρά να κλείνω διακόπτες.
1.
Μ’ αναποδογυρίζει, με χτυπάει,
άγρια φυσάει ο άνεμος πάνω στην πλατιά θάλασσα,
Χτυπάει άγρια, βαράει άγρια, χτυπάει,
με τινάζει πάνω, με χτυπάει.
2.
Κωπηλατούμε, ακούμε ένα θόρυβο,
ένα ψάρι πήδησε στην επιφάνεια του νερού,
ένα γατόψαρο! Ένα πριονόψαρο! Για μας πηδάει
αυτό το ψάρι!
Ένα πετούμενο ψάρι, κάνει θόρυβο καθώς πηδάει,
πιτσιλίζοντας το νερό…
ένα γατόψαρο δίπλα μας, γιατί ακουει τον ήχο
του κανό μας, του κανό Ντζάνγκγκαβουλ.
Ψάρι που πηδάει! Πριονόψαρο που πιτσιλίζει
Το νερό με θόρυβο.
23.
Βλέπουν το νερό να παφλάζει, να βρυχιέται,
καθώς τινάζονται οι σταγονες…
Βρυχιέται καθώς σπρώχνει τη λάσπη,
κυλώντας δυνατά…
Πηγαδιστό,φουσκαλιάζει και παφλάζει
ανάμεσα στις άγριες μπανανιές…
41.
Κρέμεται η μακριά γιρλάντα από το φρύδι
των νιόπαντρων Τζαμί και Τζαλάν,
στόλισμα μαλλιών, στόλισμα αυτιών του νέου,
μια μυρωδιά, ένας άνεμος, ένας κυκλώνας μπροστά,
νέε, μάσα ελαφρά, παρθένα, μάσα καλά…
Ο ήλιος ανατέλλει στο δρόμο του,
η θύελλα φέρνει σύννεφα
και το νεφέλιο κοκκινίζει.
Ζώνη μαργαριταριών και σάρπα στο στήθος,
στις παρθένες αρέσουν οι νέοι πάρα πολύ,
ένας σπάγκος ενώνει τα χέρια τους,
ξύλο στη μύτη του νέου,
οι νιόπαντροι υποκλίνονται.
καλός είναι ο καταρράχτης
ο πάταγος του ποταμιού Ρεκάμ
πέφτει κάτω, βαθιά κάτω.
Γέροι και νέοι νιόπαντροι τρέχουν.
55.
Η νύχτα ζυγώνει, ανγκιγιγιάνγκου,
απλώνεται παντού, ανγκιγιγιάνγκου.
Μας σβήνει καθώς έρχεται, ανγκιγιγιάνγκου,
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα, ανγκιγιγιάνγκου,
Το Ανγιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.
*Η Ημέρα της Αυστραλίας (Australia Day) γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 26 Γενάρη, σε όλη την Αυστραλία, με διάφορες και πολυποίκιλες εκδηλώσεις. Είναι η μέρα που το 1788 αποβιβάστηκε στον κόλπο Botany, στο σημερινό Σίδνεϊ, η πρώτη ναυτική αποστολή των Άγγλων με κατάδικους και εκστρατευτικό στρατιωτικό σώμα. Οι ιθαγενείς όμως θεωρούν τη μέρα αυτή ως απαρχή της καταστροφής του πολιτισμού τους και της γενοκτονίας σε βάρος τους και τη “γιορτάζουν” σε όλη την Αυστραλία με διαδηλώσεις και ανάλογες εκδηλώσεις. Για να “τιμήσω” με τη σειρά μου τη μέρα αυτή, παρουσιάζω εδώ ελάχιστα αποσπάσματα ιθαγενικής ποίησης της Αυστραλίας, από το βιβλίο “Αυστραλέζικα Τραγούδια” στη σειρά “Τα κείμενα των λαών”, σε διεύθυνση, μετάφραση και επιμέλεια Σωκράτη Σκαρτσή, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, 1989.
έχουμε από καιρό στεριώσει
σε αγέλες, κοπάδια κύματα
νερό να δώσουμε να πιουν
από το στέρνο μας
σφίξαν μέχρι τον πάτο
την ελευθερία του πέλαγου
φύκια, ταινίες μαύρες
σ’ ένα θλιβερό στακάτο
αναγραμματισμένοι τίτλοι διαφημίσεων,
πλέουν στα κύματα
πράγματα και θάματα
που δεν προφταίνουμε
η σημασία υπάρχει μα κρύβεται
επειδή έτσι το θέλαμε
το κρυφτό παιχνίδι
των κωδίκων
*Από τη συλλογή “Κρυπτογραφίες”, από την ειδική σειρά βιβλίων “Άμισθα Χρόνια”.