Ειρηναίος Μαράκης, Δημόσιοι φόβοι σε ιδιωτικούς χώρους

Σημείωση Ειρηναίου Μαράκη: Το ποίημα που ακολουθεί γράφτηκε πέρυσι και με αφορμή τα αντιφασιστικά συλλαλητήρια που διοργανώθηκαν στην Ελλάδα και διεθνώς με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού και του Φασισμού. Σήμερα, ένα χρόνο μετά και στις 21 Μαρτίου επαναφέρω αυτό το ποίημα για να τιμήσω και τις νέες διαδηλώσεις που οργανώνονται στα πλαίσια της Παγκόσμιας Ημέρας κατά του Ρατσισμού και του Φασισμού αλλά και για να τιμήσω την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Γιατί η Ποίηση και σε αυτή τη μάχη ενάντια στους απογόνους του Χίτλερ έχει να προσφέρει πάρα πολλά αλλιώς δεν θα είναι Ποίηση…

Νύχτα και καταχνιά
καυτή βροχή στο ιδρωμένο σου σώμα
τρέχεις
με κομμένη την ανάσα
να φτάσεις στην αριστερή όχθη
να ξεφύγεις
απ’ τους βασανιστές σου
κι από αναμνήσεις
που στάζουν δάκρυα, ιδρώτα και αίμα,
νύχτα και καταχνιά
καυτή βροχή στα χαλύβδινα κράνη τους
τρέχουν
με κομμένη την ανάσα
να φτάσουν στην δεξιά όχθη
για να σε προλάβουν
δεν αρκούν τετρακόσια χτυπήματα,
για να ολοκληρωθεί το έργο τους
πρέπει και να σε σκοτώσουν
με όλους τους τύπους και τους κανόνες
όρθιο
γυμνό
φοβισμένο
σε τοίχο μπροστά ματωμένο
με συνθήματα ξεθωριασμένα των κομμουνιστών
“θάνατος στον φασισμό,
ενισχύστε την προλεταριακή άμυνα”
και να γελούν
καυτή βροχή στα χαλύβδινα κράνη τους
και είναι το χαμόγελο τους
που σε τρομάζει
όχι ο θάνατος
κι εκείνη η εντολή
που ορίζει το τέλος

οπλίσατε, επί σκοπόν, πυρ!

~
Ανοίγεις τα μάτια
βρέχει ακόμα, ζεις
το σκοτάδι σβήνει, σύντομα θα ξημερώσει
δίπλα σου ένας λευκός σκύλος
και μια γυναίκα πιο λευκή απ’ αυτόν
ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια
πλατύ χαμόγελο
στο χέρι ένα μπράουνινγκ
Ρόζα το όνομα της
σύνδεσμος στην Αντίσταση,
θυμίζει μια παλιά σου γνωριμία
χρόνια πολλά πριν σε κάποιο καμπαρέ
κρασί, τζαζ και συμπάθεια,
εξηγεί
πως σε βρήκαν μισοπεθαμένο
για την μάχη που ακολούθησε
και για τα χαλύβδινα κράνη
που κράτησαν λάφυρο
έξω σε μια μικρή γωνιά
να τα χτυπάει αλύπητα καυτή βροχή και αέρας

το βράδυ, δίπλα στη φωτιά
γνώρισες νέους φίλους και συντρόφους
να γελάνε
να τραγουδάνε
να φλερτάρουνε
σχέδια να κάνουν για κάποιο σαμποτάζ
σε μια γερμανική φυλακή
ή σε κάποιον μαυραγορίτη
σκέφτεσαι, και τα αγάλματα πεθαίνουν
αλλά όχι κι ο άνθρωπος,
περνάει η νύχτα
ξαπλώνεις, ώρα για ύπνο, αγκαλιά με τον λευκό σκύλο
και με το χαμόγελο της στα χείλη

σ’ αγαπώ, σύντροφε.

~

Ξυπνάς
ούτε πρωί, ούτε βράδυ
δεν είσαι γυμνός
δεν είσαι νεκρός
δεν είσαι αιχμάλωτος,
τεμπέλης είσαι μόνο
ξαπλωμένος στο ημίδιπλο κρεβάτι σου
στα πόδια σου βιβλία
ένα για την αντίσταση στους ναζί
άλλο με ποιήματα του Μπρεχτ
ένα άρθρο για τον Αλέν Ρενέ
και στο χέρι σου
μια ξεθωριασμένη φωτογραφία
η Ρόζα Λούξεμπουργκ
γελάς
να γιατί ίδρωνες το βράδυ
να τι σε εμπόδιζε να κοιμηθείς,
κι όμως κοιμήθηκες,
πας να σηκωθείς
άργησες
πρέπει να πάρεις τα φάρμακα σου
θα χάσεις το νεφρό,
κάτι σε σταματάει
ένα εικόνισμα στον τοίχο;
όχι, μια αφίσα
μόνο μια αφίσα
ένα μνημείο του ΕΛΑΣ
Κρητικοί αντάρτες που στήνουν χορό
κι ένα σύνθημα
“Ποτέ ξανά φασισμός”

το απόγευμα
μπροστά στον υπολογιστή
λες με βεβαιότητα
πως στον άνθρωπο αρκεί
να αγαπά, να πίνει, να τραγουδά
και ν’ αγωνίζεται

ή μήπως όχι;

218c511f-9256-413a-8f09-8615d507f1dc

Νίκος Καρούζος, Θρίαμβος χρόνου

Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία
στέργεις αιωνιότητα
μονάχα με το βλέμμα
είσαι μια ζωντανή βαθιά
σελίδα σώματος
π’ αστράφτει σε παρθενικότητα
Ο χρόνος είν’ ακόμα για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.

29.6.1984

Βάσσος Γεώργας, τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα


10659433_10203930713284072_4126128827197086727_n

τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα

άθελά μου

ακολουθώντας τα βήματα σου συνειδητοποιώ

πως βρεθήκαμε να κάνουμε περίπατο στο ίδιο χάος

έτσι ωραία να σιγοτραγουδάμε καντάδες τις νύχτες

εσύ εξαφανισμένος από τα μάτια του κόσμου

κι εγώ στο δικό μου χαβά

μεθυσμένος στα χειρότερα κωλόμπαρα

να σε σκέπτομαι σαν καλός γιος

να σπαράζω σαν κακός ποιητής

στα χωριά της πατρίδας σου όποτε τριγυρνώ

οι άνθρωποι που με κοιτάνε στα μάτια

εν ριπή

θυμούνται το όνομα σου

και όλοι έχουν να πούνε ένα καλό λόγο

για τη πολύπλοκη καλοσύνη σου

ενώ εγώ απ΄τη ζήλια μου αλείφω μια φέτα ψωμί

με λάδι και χονδρό αλάτι

και μετανιώνω που ποτέ μου δεν σε άκουσα

πόσο δίκιο είχες που δεν συμφωνούσες

να διαβάζω τις νύχτες με το κερί

για να μη χαλάσω την όρασή μου

και αναγκαστώ να βάλω σαν και εσένα από νωρίς

γυαλιά μυωπίας για να μπορώ να διακρίνω

τα ψιλά γράμματα

αλλά πάνω απ΄όλα είχες δίκιο να φοβάσαι

μη τυχόν χάσω εντελώς το μυαλό μου

που μαγεμένο λόγω κληρονομικότητας του άρεσε

να χάνεται σκαρφαλώνοντας ψηλά στα σύννεφα

για να αγκαλιάσει τον ουρανό

και τα αστέρια

βυσσινί θυμός κρύβεται στα παιδικά μου μοιρολόγια

και ακούγεται σαν αμανές υπνοβάτη
που παραπατώντας ανάμεσα σε χαμένους έρωτες

μοιάζει με τρίκυκλο που έχει μπατάρει μονόπλευρα

με τα πίσω φώτα του διαλυμένα

και που στη πρώτη κιόλας απότομη στροφή

το ξέρω πως θα τσακιστεί

η καρδιά μου

Για την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου

11039408_10155209376410315_1580520227_n

Πάει καιρός που έλαβα την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου. Ξέρετε πως πάει, αν βλέπεις το βιβλίο ως κάτι ζωντανό, χαϊδεύεις τις διαστάσεις του, μυρίζεις προσεκτικά τα χαρτιά, κολλάς κανένα πεντάλεπτο στην προμετωπίδα, κι άλλα τέτοια γραφικά. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, δε σταμάτησα πουθενά. Διάβασα με ενδιαφέρον μέχρι και τον κολοφώνα. Δεν ξέρετε τι βάσανο είναι αυτό για έναν άνθρωπο που σπάνια δημιουργεί αυστηρή δομή στο διάβασμά του, που μπορεί να πετάει από στίχο σε στίχο και από σελίδα σε σελίδα χωρίς να σέβεται τον κόπο του συγγραφέα.

Λοιπόν για αυτό εδώ το βιβλιαράκι, πρέπει να γράψω κάτι. Τι πέτρα έχω φάει; Πώς μπορεί να υπάρχει ένα κείμενο που να πλησιάζει τόσο πολύ την εικόνα που έχεις για τον έρωτα, έτσι που διαβάζοντάς το να σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις ξεπηδάνε από το δικό σου κεφάλι;

zaketa

Το βράδυ εκείνο ένιωθα πως είχα πυρετό. Πάλευα να το εξηγήσω λογικά. Τα κείμενά μας και οι εμπειρίες μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Ένας Έλληνας που τον πνίγει η Ελλάδα, ένας άνθρωπος που γράφει, κάποιο περίεργο καράβι τον βγάζει στην Κύπρο, όπου αισθάνεται απόλυτα ξένος και απόλυτα ντόπιος, δουλεύει dj πίνοντας σε μπαρ της Λευκωσίας, εκδίδει βιβλία. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν με αυτή την πορεία εκτός από μας; Θα μπορούσαμε να έχουμε βρεθεί χιλιάδες φορές, να έχουμε πει απίστευτες αλήθειες πάνω στη ζαλάδα μας την ώρα που σβήνει η τελευταία μπαλάντα κι έχουν μείνει δυο-τρεις τρεκλίζοντας από αγάπη ή απόγνωση. Κι όμως, μία φορά ήταν να βρεθούμε και εγώ έφυγα πέντε λεπτά νωρίτερα, ενώ αυτός άργησε πέντε λεπτά. Δεν είναι λογοτεχνικό καπρίτσιο αυτό που γράφω, έγινε έτσι.
Πάλι όμως στραβοπατάνε οι σκέψεις μου, όλο ξεκινάω να πω για κείμενα και λέω για ανθρώπους.

Όλη η συλλογή είναι ένα σπαρακτικό βίωμα του έρωτα, όχι απλό ημερολόγιο ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, αλλά υπαρξιακή κατάθεση. Η Άννα είναι μία και μοναδική, και μαζί είναι όλες οι γυναίκες που αγαπήσαμε. 

Είπα λοιπόν να γράψω κάτι για την Άννα. Δεν έγραψα τίποτε. Την ξανάβαλα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι να γράψω; Ότι μου άρεσε το τάδε απόσπασμα; Αυτά είναι για άλλου τύπου συλλογές. Τελικά κάτι μήνες αργότερα, ξαναπερνώντας ανάμεσα από αυτές τις γραμμές, μου ήρθε να γράψω αυτό. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την Άννα, μπορεί και να έχει. 

*Δημοσιεύτηκε στο http://planitas.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html?spref=fb

«Ανεπίδοτα Γράμματα» και «Ο Οδυσσέας στο ποτάμι» του Μιχάλη Γρηγορίου πρώτη φορά ζωντανά

Γράφει o Σπύρος Αραβανής

Τρίτη, 17 Μάρτιος 2015

Τα «Ανεπίδοτα Γράμματα», η καντάτα του Μιχάλη Γρηγορίου πάνω στην ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, γράφτηκαν τα περισσότερα μέσα στο 1972-73, «αρχικά για φωνή και πιάνο», όπως τονίζει ο συνθέτης στο σημείωμα του cd, το οποίο επανακυκλοφόρησε το 2008 από τη Lyra (Ά έκδοση Απρίλης 1977). Τα τραγούδια αυτά ή ακολουθώντας τα γραφόμενα του συνθέτη «τα 7 μέρη της καντάτας», είναι ενορχηστρωμένα για γυναικεία φωνή (Αφροδίτη Μάνου) και για ένα βασικό σύνολο από κουιντέτο εγχόρδων και πιάνο με τις εναλλαγές των πνευστών προσθέτοντας μεταγενέστερα τα μέρη της αντρικής φωνής και του αφηγητή (Σάκης Μπουλάς). Τα ποιήματα του Αλεξάνδρου, γραμμένα κατά βάση στην εξορία (Μούδρος, Μακρόνησος, Άη Στράτης, 1948-1958) είναι ερωτικές κυρίως επιστολές προς μια γυναίκα, τη σύντροφό του, Καίτη Δρόσου.

Σύμφωνα με τον Γρηγορίου το έργο αυτό «αποτελεί για μένα μια πρώτη απόπειρα να αντιμετωπίσω σοβαρά ένα μεγάλο πρόβλημα: Πώς θα μπορούσε να υπάρξει ένα γεφύρωμα ανάμεσα σε μια μουσική που χαρακτηρίζεται σαν «σοβαρή»και σε μια μουσική που λειτουργεί «ελαφριά».

Είναι το ίδιο αγωνιώδες ερώτημα που θέτει ο ομοϊδεάτης του, μουσικά και πολιτικά, και βασικός συνεργάτης εκείνων των χρόνων, Θάνος Μικρούτσικος: «Θυμάμαι ότι το 1969 εμείς, ως νέα φουρνιά της αβάντ γκαρντ, είχαμε ένα τεράστιο δίλημμα. Από τη μία μεριά, η πειραματική μουσική έλεγε «Μην υπολογίζεις τίποτα, να σ’ ενδιαφέρει κάθε φορά το πρωτότυπο και το νέο». Από την άλλη, ως παιδιά της μαχόμενης αριστεράς, μας ενδιέφερε η επαφή με τον κόσμο». Ο Γρηγορίου μάλιστα, είχε αισθανθεί το έργο αυτό «σαν μια απάντηση στα “Πολιτικά τραγούδια” του Μικρούτσικου με τον οποίο εκείνα τα χρόνια συνεργαζόμασταν στενά».
Continue reading

Βύρωνας Λεοντάρης, από τη Συλλογή “Έως”

v2

…………………………..
Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.

Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο-πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά -σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γή
ντροπή που έζησες
στον κόσμο ετούτον.

*”Έως”, Εκδόσεις Νεφέλη.

Ραφαέλ Χοσέ Ντίαθ, Πορτραίτο

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

Είναι γυμνός στο σπίτι, και, σαν το σκύλο,
καταβροχθίζει ότι βρίσκει: σκουπίδια, ωμό κρέας
σε κόκαλα
από νωπά πτώματα˙
αν έχει διάθεση μαζεύεται για να αφοδεύσει
και τα ίχνη του σάλιου του διαχέει
στα χαλιά, στις πολυθρόνες και στα μαξιλάρια
στα οποία οποιαδήποτε ώρα, αργότερα,
θα γείρει για να κοιμηθεί,
χορτασμένος, σε στάση πλαδαρή.
Στο ξύπνημα τους γαυγίζει
σε σκιές που δεν ξέρει
αν γεννήθηκαν από ένα όνειρο ή από το δικό του
μαζεμένο, μεμψίμοιρο κορμί,
ενώ τεντώνεται.
Οσφραίνεται τα δωμάτια,
χτυπάει τη μουσούδα στις γωνίες
πριν ξεράσει
και γρυλίζει
σαν να ήταν ένας σκύλος εγκαταλελειμμένος,
μη ξέροντας πως δεν είχε ποτέ έναν ιδιοκτήτη,
πως ποτέ δεν υπήρξε ζεστασιά κοντά στο κλάμα του
και πως κανείς δεν θα ροκανίσει
τα κουβαριασμένα κόκαλά του.

*Ο Ραφαέλ Χοσέ Ντίαθ (γεν. Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1971), πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Λαγκούνα, διετέλεσε Λέκτορας Ισπανικών στα Πανεπιστήμια Τζένα και Λειψίας. Διηύθυνε το περιοδικό «Paradiso». Έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, δοκιμίων και διηγημάτων. Έχει βραβευτεί με το Βραβείο Ποίησης Tomás Morales και Pedro García Cabrera. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά. Ο ίδιος έχει μεταφράσει Arthur Schopenhauer, Hermann Broch, Philippe Jaccottet, Gustave Roud, Pierre Klossowski, Jacques Ancet, Fabio Pusterla, Ramón Xirau και William Cliff. Για την ώρα είναι καθηγητής στο I.E.S. Pintor Antonio López στη Μαδρίτη.

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη, εκδ. Βακχικόν.

Μαχμούντ Νταρουίς, από την “Κατάσταση Πολιορκίας”

10712940_921964897825908_6237113804121296742_n

Στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη

Αν δεν είσαι, καλέ μου, βροχή, γίνε δέντρο

καρπερό, χλοερό.

Γίνε δέντρο.

Κι αν δεν γίνεις, καλέ μου, ένα δέντρο,

πέτρα να γίνεις

μουσκεμένη δροσιά.

Μια πέτρα να γίνεις.

Κι αν δεν γίνεις μια πέτρα, καλέ μου,

το φεγγάρι το ίδιο να γίνεις,

μες στο ύπνο εκείνης

που σε αγάπησε. Γίνε φεγγάρι.

Είπε στο σύννεφο η γυναίκα:

«Σκέπασε τον καλό μου, γιατί τα ρούχα μου

στο αίμα του είναι μουσκεμένα».”

Θεόδωρος Μπασιάκος, Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”

Είμαι Βαλκάνιος
Άγριος
Τυραννοανασκολοπιστής
αναντάν παπαντάν
Για αίμα ψοφάω και σεξ
(ψοφάω σου λέω
γι’ αυτό ζω)
Εγώ — κόκκορας!
μες στ’ άγρια χαράματα
ξυπνάω, να τραγουδήσω
Εγώ — κόκορας!
τη μέρα 2, 3 βολές
το χαρέμι μου κανονίζω
Άμα πίνω πίνω
για να μεθύσω μόνο
Στο λαιμό μου
το ξουράφι του βάνει ο μπαρμπέρης
Χ ρ ρ ρ ά τ ς ! και μου την ανάβει.

Πεθαίνω! όμως πεθαίνω γελώντας
(Σκουλίκια — τα τρώγω!
δε με τρώνε… )


*Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”, Πλανόδιον, 2006.

PS: evviva il comunismo e la libertà.