Ελευθεριακός, «Απαγορεύεται – Αδιέξοδο»

11281916_820046468080017_1452499833_n

Τόσο όμορφα μέρη.
Μέρες ατέλειωτες
με ποταμούς ζάχαρης
δρεπάνια να ανεμίζουν.
Κι όμως, όλα ξεχάστηκαν.
Μέρες προσπαθώ να φέρω στο νου μου
ουρανούς και ήλιους
φεγγάρια, ανέμους, θάλασσες
πετρόχτιστα σπίτια και φως θεριό
σκιά άνυδρου δένδρου
κύματα σεισμών
καμπάνες σε πέτρα μεσημεριού
ήχους μυρμηγκιού σε βράχους
φώς να καψαλίζει κλειστά παράθυρα
ακίνητα κουφάρια και άμμο σκληρή
πρόσωπα και γυναικείους ώμους
μέλι και θρόισμα λέξεων
μικρούς κόμπους σε κοριτσίστικες πλεξούδες
παιδικά κλάματα
δόντια να τρίζουν
σβησμένα τσιγάρα
μικροποσότητες αλκοόλ
καρδιές κλειστές, στόματα ανοιχτά
μαζεμένα λάθη, τύψεις, ενοχές
ανολοκλήρωτα σύνδρομα
βόλτες με γυμνά πόδια
χέρια σκληρά στους κόμπους
παλάμες ιδρωμένες
κοπιαστικές αναβολές
λόγια εύκολα
τηλεόραση ανοιχτή
ζωή με μπαλώματα
στεγανά
«απαγορεύεται – αδιέξοδο». Θυμήθηκα ξάφνου.
Κοιμήθηκα στο στέρνο σου
και θυμήθηκα πάλι
εκείνο τον ήλιο, τον σβησμένο
τα ανήλιαγα μάτια σου
σπασμένα και φορτωμένα
που χρωμάτιζαν τα ψηλά φρούρια
κι έπεφταν οι κόρες τους στο κενό.
«μικρά, μικρά τα βήματα
να σιγουρεύεσαι κάθε φορά για το επόμενο».
Ναι, τα θυμήθηκα όλα.
Και τη φωνή σου
να μού ψιθυρίζει:
«Απαγορεύεται – Αδιέξοδο».

*Ο Ελευθεριακός διαχειρίζεται τα ιστολόγια Ελευθερία Ή Τίποτα στο http://eleftheriahtipota.blogspot.com και Σκοτάδι και Φως στο http://skotadikaifws.blogspot.com
*Το παρόν ποίημα αναδημοσιεύεται από την ιστοσελίδα της Άννας Νιαράκη Το παράθυρο στο http://toparathyro.com.

Αλέξης Αντωνόπουλος, ‘Ατιτλο

images6

Και οι ποιητές;

Ποιος θα γράψει ένα ποίημα για τους ποιητές;

Οι ποιητές θέλουν να κοιμηθούν απόψε.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο: http://www.alexantonopoulos.com

Γιώργος Γκανέλης, Τις νύχτες

MP

Τις νύχτες κατεβάζω απ’ το ταβάνι το φεγγάρι
και το βάζω πάνω στα βρόμικα σεντόνια.
Απουσίες περιπολούν στο δωμάτιο
σκέψεις κυλιούνται στο πάτωμα
και μνήμες βγαίνουν απ’ το κομοδίνο.
Ανοίγω κατά λάθος την ντουλάπα
εικόνες της ζωής μου σιδερωμένες στις κρεμάστρες
όλα με τάξη τακτοποιημένα
περιμένοντας το αναπόφευκτο.

Και μετά από χρόνια
θ’ ανακαλύψουν τις πατημασιές μας στο ταβάνι
εκείνες τις νύχτες του καλοκαιριού.

Κάποτε θα πούνε ότι υπάρξαμε…

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”.

Ρω Νικολάου, Ο συριγμός των ονείρων

11206094_441982232647144_1922628268397553988_n

Η κούραση της θάλασσας
κουρνιάζει στ’ αφτί μου
με ισχνό σαν γερο γονιού
θρόισμα.

Σίγασε ο συριγμός των ονείρων το αίμα τους πίνοντας.

Αποφάσισα ν’ αλλάξω χρώμα στο σκαρί μου.
Κίτρινο ομιχλώδους άπνοιας.
Να με τρομάζει. Να μη χαμογελώ όταν θέλω
να ουρλιάξω

Βάγια Κάλφα, Δεμένος στον εαυτό σου

Στιγμιότυπο-2015-04-21-6.47.30-μ.μ.5

Δεμένος στον εαυτό σου
Μιλάς για τα πλούτη του σκορπίσματος
Μες στην ένωση και την ένωση
Μες στο χάος- εκτείνεσαι
Για να σ’ εντείνεις
Και να φτάσεις στην έκσταση
Είσαι το σώμα
Πλάι σε ένα άλλο σώμα
Που φιλοσοφεί
Γιατί θέλει ν’ αγγίξει


*Από τη συλλογή «Ληθόστρωτο», εκδόσεις Εκάτη.

Στέλλα Δούμου–Γραφάκου, Τα Βαλς Των Νικημένων

Artwork: Rozenn Le Gall

Artwork: Rozenn Le Gall

Φυσάει ένας Μάρτης όλο κόκαλα
Μουδιάζουν τα παράθυρα
Στο σβέρκο το σπάσιμο της βροχής
Γαλάζια κρίνα παντού
το όνομά σου
γυαλίζει με λεπτομέρεια σταγόνας
σιγεί με πειθώ σκοταδιού στο ‘’Άκου’’ του βλέμματος
Η διαγώνια ύφανση της νύχτας ξεγελά τις αποστάσεις και
Νομίζω πως ανεπαίσθητα κεντρώνεις έναν δρόμο
Με βήματα και ψιθυρίσματα
Αχ, ίλιγγος στην ακοή το χεράκι σου που ψέλνει
το θυμίαμα του βρύου:
εφτά νερά, λευκή κορδέλα-εφτά νερά, λευκή κορδέλα
Σε χαιρετώ σαν ξημέρωμα . Κι ύστερα, θρομβώνει
μια τέτοια στιγμή που όλα χάνονται.
 
Τα βαλς των νικημένων αχνίζουνε σκουριά.
Αυτό, πέρα από κάθε αμφιβολία.

*Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/47783

Κώστας Ρεούσης, Τρία ποιήματα

11150635_804945549591742_7382514988172098144_n

Το βλέμμα ύποπτα πλανές
Το άγγιγμα κολασμένα ηδονικό
Το γέλιο προσποιητά στοχευμένο
Η φωνή αναπάντεχα ψεύτικη
Η γλώσσα φιδίσια ιερόδουλη
Η μνήμη βιασμενα αλεσμένη
Ο έρωτας διαστρεβλωμένα αφροδιτικός
Ο σκοπός σκοτεινά προδοτικός
Ο φόνος αυτουργικά ηθικός

***

Μεσημεριανή παρουσία
Ύμνος στον εναγκαλισμό της πυράς
Η πόλη που στεριώθηκε το έγκλημα
Όταν επιστρέφοντας την αναχώρηση ο κάτοικος
Βαδίζει αγέρωχα ηττημένος
Την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας
Του σκοτωμένου αίματος

***

Έτσι
Ρήμαξε το πλάσμα στο ρήγμα του άσματος
Το βλέμμα καθετή ψαριά στον πυθμένα της ύπαρξης
Εκείνης όπου ανύπαρκτη καρδιά έστυβε
Τους χυμούς της σάρκας άπιστη
Σ’ ό,τι το δέμα όρκιζε
Το σώμα

*Από τη συλλογή “Ναρικατέ”, εκδ. Φαρφουλάς 2013, σελ. 13, 17 και 24.

Γιώργος Ανδριώτης, Μιθριδατισμοί μικροί

Kveta Pacovska, Space of red

Kveta Pacovska, Space of red

Μιθριδατισμοί μικροί και σύντομοι
οι τίτλοι των ειδήσεων 

σε σάβανα αναλγησίας κυλιέται η αντίληψη
και με κάθε περαστικό τέρμινο
βάρος προστίθεται στο ζύγι της αδικίας

Είμαστε όλοι κοινωνοί

μια οικογένεια στον καναπέ καθισμένη
ζεσταίνεται στην θαλπωρή
χαζεύει το φως των γλόμπων των κρεματορίων

Σε μια πόλη μεθοριακή, με ηδονοβλεψία τρομακτική
τις Κυριακές κατοπτεύσεις viral σφαγών 
βομβαρδισμών και αποκεφαλισμών διάλογος

Φρικαλεότητες με μόνο πρόσχημα την καταγραφή
ειρωνική αντανάκλαση του αιματοβαμμένου λόγου μας
ηχώ της δικής μας δίψας για άρτο και βία

αίμα-σπέρμα-φόβος
αίμα-σπέρμα-φόβος

ο φόβος όμως έκανε το σπέρμα να κόψει 
και το αίμα να παγώσει
όλα τα χρώματα της Ίριδας καταπίνει
ο κανιβαλιστικός ορίζοντας

*Το ποίημα αναδημοσιεύετι από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://epikrateiatoumidenos.blogspot.com/2014/10/blog-post_16.html

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Δύο ποιήματα

bird-birds-black-and-white-clouds-flying-favim-com-254276

ΑΣΠΡΟΣ ΣΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Πού μένεις; Τον ρωτάω
– Στα κυπαρίσσια μου λέει,
στην Αλησμόνα…

– Δεν έχει ήλιο εκεί,
γι’ αυτό είσαι άσπρος σαν το χιόνι;

Σκύβει το κεφάλι. Δεν γελάει.

***

ΕΡΧΕΤΑΙ ΝΥΧΤΑ

Σ’ αρέσει η νύχτα κι όλο νύχτα έρχεσαι;
Του λέω και γελάει.
Κάτι μου δείχνει και λέει:
έλα απόψε είναι γιομάτος άστρα ο ουρανός.

Βγαίνουμε στο λιακωτό
κι απ’ το δοκάρι
με μιας βρισκόμαστε στα κεραμίδια.

Κοίτα, μου λέει, η στράτα του Θεού.
Κοιτάω κι εγώ μανούλα μου
και χάνω τη φωνή μου.

*Από τη συλλογή “Κλίνη Σπόρου, Καλή”, εκδ. Οροπέδιο, 2010, σελ. 24 και 28.