Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σκιάχτρο ή πώς φτάσαμε ώς εδώ

11703123_391337707732442_3115551560496777905_n

Είχαν βλαστήσει από καιρό

οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας…

Μια ιχνηλασία άκαρπη

πάνω από τέλματα αχανή

υπαίθρια κηρύγματα

και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν αυξητικές ορμόνες.

Τώρα, μας κυνηγούν οι μεσολαβητές 

με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι…

Για μια στιγμή κάνουν ότι μας συμπονούν

για μια μοναδική στιγμή

τη σωτηρία των σωμάτων διακηρύσσουν

μα η συνέχεια άγνωστη 

κι ανεξιχνίαστο προς το παρόν 

μένει το πεπρωμένο 

αφού ό,τι μετριέται 

πάντα φαίνεται λειψό

κι ό,τι ονοματίζεται 

ως απουσία υπάρχει…

Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ;

Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα;

Ας γράψουμε!

Να χρησιμοποιήσω και παραβολές;

Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις;

Γράψτε λοιπόν:

“Δασύνεται η έρημος και οξύνεται το μίσος”

Παρακάτω:

”Χειμωνιάζει.

Να μη βασίζεστε σ’ αυτούς

μονάχα στη συγκίνηση.

Και με την οικειότητα λίγα τα πάρε – δώσε

ούτε στα ελαφρυντικά 

να προσμετράτε τις προθέσεις”.

Και, τέλος, να προσθέσετε κι αυτό:

“Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση

απ’ ό,τι λες προορισμό 

μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα

και καταρρέει σαν τράπουλα 

το σκιάχτρο που προστάτευε 

τους κήπους και τα όνειρα.

Ναι, ναι

το σκιάχτρο, αγαπητοί…

Σκόρπια τα ρούχα

τα καπέλα, τα άχυρα 

μια συντριβή θριαμβευτική 

αριστοκράτη θυρωρού 

που έλαμπε σαν επαίτης…

Γεμίζει ο ουρανός μαύρα πουλιά

εκλείπει παντελώς η απειλή

χάνονται οριστικά και διά παντός

το φωτοστέφανο 

κι η αντανάκλασή του”.

*Ποίημα από ανέκδοτη ποιητική συλλογή που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ”, Μάρτιος 2015, τεύχος 17. Το ποιημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα της ποιήτριας στο facebook.

Αργύρης Μαρνέρος, Δημοπρασία

a25

Τον άνθρωπο αυτόν
Αρίστης ράτσας όπως βλέπετε
Αγαπητοί
Βγάλαμε στο σφυρί
Κάντε ησυχία
Όπως τον βλέπετε γυμνόν
Ανήκει σε σας

Όποιος χτυπήσει την τιμή
Θά ‘ναι δικός του
Στο σφυρί το δέρμα του
Ακούω..

Κάποιος μίλησε
ναι..  μάλιστα..
Με το ένα
Με το δύο
Με …
Το παίρνει ο κύριος
Βυρσοδέψης στο επάγγελμα
Στο σφυρί το κρέας
Ησυχία ν’ ακούσω

Κάποιος μουρμουρίζει
Βλέπω κάποιο χέρι
Μάλιστα
Με το ένα

Με …
Στον κύριο
Κρεοπώλης στο επάγγελμα
Μας μένουν τα κόκαλα
Μια χαμηλή τιμή
Παρακαλώ
Να τελειώνουμε
Κάποιος μίλησε
Ένα χέρι
Κάποιος γαύγισε
Στον σκύλο παρακαλώ
Ανεπάγγελτος
Και τώρα μας μένει
Το κεφάλι
Παρακαλώ
Κανένα χέρι
Μα γιατί τόση αδιαφορία ;
Γιατί φεύγετε ;
Δεν είναι μεγάλη η τιμή
Ο τόπος ερήμωσε…

Το σφυρί χτυπάει τρεις φορές
Τοκ
Τοκ
Τοκ
Θα μείνει εδώ
Στο βάθρο επάνω
Η ερημιά χλευάζει
Τον αντίλαλο.

Georgia Trouli, Two poems / Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Γεωργία Τρούλη

AS AN ACCUSATION OR CATEGORY

Sometimes it looks as if a rock
Is chiselling the sea
The sea the fish
The amphibians the earth
Each fire the water
Sometimes
It looks as if love is chiselling
Romance
The foot: distance
Artificial life: death
Each miscarriage:
Childbirth
Sometimes it looks as if
Time is chiselling
Time
And only then
The model
Creating
Man
As an accusation or category
Then a vertical universe
Penetrates itself
In a globe
The circle suffocates
But it includes quadrangles
And a square
Three dimensions
And one in excess
And each dimension
A full stop
And each full stop
The tip of a nose
Which is a semicolon
And follows the beginning
Or dots
Of a previous
End
In the beginning it was a mark
But in the end
Nothing
And
Continuity

***

EXPANSION

All fish fell asleep
The same time
The same time
The same And ⎯ they all turned
Belly up
Floated
And formed a water surface
A solid walk
As if on gravel and rocks
Here a trout’s tummy
Here a whale’s belly
Here a shark’s
Peritoneal cavity
I walk and reach across the way
Here in the non-world
Spread the habitation
Of man
And
Impossibility
They never got to know thirst
The earth alone
Had water
On the mountain peaks
And this solid
In the sky’s
Eyes
And
Beyond

*Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.

Γιώργος Β. Μακρής, Απόσταση

1914-balla

Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας
μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους
κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο
πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους
από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια…
Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί
Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.
Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα
Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.
Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι
εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.
Είμαστε πάντα εκεί
που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.
‘Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών
οπού αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή
Μάσκα της καλοσύνης..
Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή
μάσκα της κακίας.
Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι
δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.
Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά
ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε
όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει
τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.
Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι αυτό το λόγο
Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός
ή και χαμογελάμε…
Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό
και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα
που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.
Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες
ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο
πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.
(1941)

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Δύο ποιήματα

11401389_10204207072359993_2143086124189055088_n

κόλαση

αόρατος τοίχος
κι ένα κομμάτι
κάρβουνο
και η Βαβέλ,
να του ανακατεύει
το μυαλό,
δάκρυα ραδιενεργά
και ζωγράφιζε
άγρια,
γραμμές σκληρές,
που έσταζαν αίμα
κι έκαιγαν
το ημίγυμνο κορμί του
και σκιτσάριζε
την κόλαση,
κοράκια
και άδειες κόγχες
και αυτή στο κέντρο,
να τον καλεί
ικετεύοντας·

***

άνοιξα το μυαλό

σκέψεις
μισοτελειωμένες,
σχεδόν βλοσυρές,
ανάρμοστες,
όνειρα απολιθωμένα,
και συναισθήματα χυλωμένα,
όλα,
τα τέλειωσα:
άνοιξα το μυαλό,
και πήδηξαν,
έφυγαν
και λίγο πιο κάτω
στην Τρίτη ανεμογεννήτρια,
Ρωμαίοι αρματηλάτες
παραμόνευαν,
και μ’ εντολές μου,
στα περιστρεφόμενα
πτερύγια
τα έσπρωξαν·
εξαίσια,
ήμουν και πάλι
ελεύθερος
και ο αστρικός ταχυδρόμος,
μου έφερνε νέα,
φρέσκα
και βέβηλα·

*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, διαδικτυακή έκδοση, 2013.

Ελένη Βακαλό, δύο μικρά ποιητικά αποσπάσματα

581199_4005588460944_26760489_n

Τα ζώα της νέας γραφής
Τα υποθαλάσσια
Τα γήινα
Είναι τώρα τα κατοικίδια
της γλώσσας
Ω γυρίστε και αγγίξτε τα

***

Αυτό το ποίημα
Δεν είναι για να το διαβάσουν
Όσοι δε μ’ αγαπούνε
Ακόμη
Κι από κείνους
Που δε θα με ξέρουν
Αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα
Σαν
Και κείνους

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

siou

Α’
Ανταλλακτήριο

Γραφιάδες τούνελ
Λήθης διαβαίνουν
Ισχνές μόνο αράδες
Πίσω μένουν.
Μα κανείς, Θε μου!
Κανείς δεν πληρώνει
Το αντίτιμο.

***

Πώς είναι δυνατόν κάτι να κράτησες
Από τους γερανούς στο ακρολίμανο
Όπως σκυφτοί τ’ απομεσήμερο
Εξαϋλώνονταν στο φως;

***

Στην έρημο του ανύπαρχτου
Χάσκουν μακριές οι νύχτες
Τα καραβάνια δεν περνούν
Νεκρός σκορπιός ο χρόνος.

***

Αστέρια-νυστέρια
Λοξά χαρακώνουν
Το χάος.

Μισόκλειστο μάτι
Έρημη αμμουδιά-
Έρημος.

***

Ισόποσος αφαιρετέος;
Έχετε όρεξη γι’ αστεία!…
Unfollow προς τον εαυτό σου;

*Από την πρόσφατη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”, ηλεκτρονική έκδοση 2015.

Για την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου

11039408_10155209376410315_1580520227_n

Πάει καιρός που έλαβα την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου. Ξέρετε πως πάει, αν βλέπεις το βιβλίο ως κάτι ζωντανό, χαϊδεύεις τις διαστάσεις του, μυρίζεις προσεκτικά τα χαρτιά, κολλάς κανένα πεντάλεπτο στην προμετωπίδα, κι άλλα τέτοια γραφικά. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, δε σταμάτησα πουθενά. Διάβασα με ενδιαφέρον μέχρι και τον κολοφώνα. Δεν ξέρετε τι βάσανο είναι αυτό για έναν άνθρωπο που σπάνια δημιουργεί αυστηρή δομή στο διάβασμά του, που μπορεί να πετάει από στίχο σε στίχο και από σελίδα σε σελίδα χωρίς να σέβεται τον κόπο του συγγραφέα. Λοιπόν για αυτό εδώ το βιβλιαράκι, πρέπει να γράψω κάτι. Τι πέτρα έχω φάει; Πως μπορεί να υπάρχει ένα κείμενο που να πλησιάζει τόσο πολύ την εικόνα που έχεις για τον έρωτα, έτσι που διαβάζοντάς το να σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις ξεπηδάνε από το δικό σου κεφάλι;

Το βράδυ εκείνο ένιωθα πως είχα πυρετό. Πάλευα να το εξηγήσω λογικά. Τα κείμενά μας και οι εμπειρίες μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Ένας Έλληνας που τον πνίγει η Ελλάδα, ένας άνθρωπος που γράφει, κάποιο περίεργο καράβι τον βγάζει στην Κύπρο, όπου αισθάνεται απόλυτα ξένος και απόλυτα ντόπιος, δουλεύει dj πίνοντας σε μπαρ της Λευκωσίας, εκδίδει βιβλία. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν με αυτή την πορεία εκτός από μας; Θα μπορούσαμε να έχουμε βρεθεί χιλιάδες φορές, να έχουμε πει απίστευτες αλήθειες πάνω στη ζαλάδα μας την ώρα που σβήνει η τελευταία μπαλάντα κι έχουν μείνει δυο-τρεις τρεκλίζοντας από αγάπη ή απόγνωση. Κι όμως, μία φορά ήταν να βρεθούμε και εγώ έφυγα πέντε λεπτά νωρίτερα, ενώ αυτός άργησε πέντε λεπτά. Δεν είναι λογοτεχνικό καπρίτσιο αυτό που γράφω, έγινε έτσι. Πάλι όμως στραβοπατάνε οι σκέψεις μου, όλο ξεκινάω να πω για κείμενα και λέω για ανθρώπους.

zaketa

Όλη η συλλογή είναι ένα σπαρακτικό βίωμα του έρωτα, όχι απλό ημερολόγιο ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, αλλά υπαρξιακή κατάθεση. Η Άννα είναι μία και μοναδική, και μαζί είναι όλες οι γυναίκες που αγαπήσαμε.
Είπα λοιπόν να γράψω κάτι για την Άννα. Δεν έγραψα τίποτε. Την ξανάβαλα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι να γράψω; Ότι μου άρεσε το τάδε απόσπασμα; Αυτά είναι για άλλου τύπου συλλογές. Τελικά κάτι μήνες αργότερα, ξαναπερνώντας ανάμεσα από αυτές τις γραμμές, μου ήρθε να γράψω αυτό. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την Άννα, μπορεί και να έχει.

*Αναδημοσίευση από το http://planitas.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html

Dylan Thomas, Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

NOTOS

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοι θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

* Από το Dylan Thomas, ”Κι ο Θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία”, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας)
Δημοσιεύτηκε στο Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/1341/index.html

*** Εδώ δημοσιεύεται μια άλλη μετάφραση του ιδίου ποιήματος: https://tokoskino.wordpress.com/2014/10/17/dylan-thomas-%CE%BA%CE%B9-%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B8%CE%AC%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CF%80%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1/

Στέλλα Δούμου–Γραφάκου, Το φεγγάρι της Γιοκοχάμα

Artwork: Rozenn Le Gall

Artwork: Rozenn Le Gall

Κήπος ηλικιωμένος ψάχνει για νεράιδες με φορέματα από γάλα.
Χιονίζει μέλισσες και οι λωτοί ανασαίνουν παράξενα.
Είναι και μια γυναίκα, με ματωμένες κάλτσες στη Γιοκοχάμα
πουλά τα μάτια της στην εποχή της ειρήνης.
Μέχρι η νύχτα να την πατήσει
θα είναι Αύγουστος
και θα έχει γεννήσει έναν αιμοφιλικό βόα
που χωρίς πανικό θα πνίξει στον ασβέστη.
Κι αυτό γιατί, πορτραίτα ηρώων θα φεύγουν χωρίς σταματημό
για σαββατόβραδα που τα ‘καψε το φεγγάρι.
 
Και οι λωτοί ανασαίνουν παράξενα

*Από “Τα Βαλς Των Νικημένων” στο http://www.bibliotheque.gr/article/47783