Ειρήνη Βακαλοπούλου, Τήξη

Αν σε σκεφτώ, θα ’ναι καλοκαίρι –
μια μακρινή γιορτή
ή ένα μαύρο, ιδιωτικό λουλούδι.
Για να λευκάνω την πληγή σου, λέω,
να την ανοίξω στο φως.
Κάπου τελείται ο θρίαμβος
της αγάπης μας.
Όλα γύρω παράφωνα·
κι όμως σε βλέπω
ως το πρώτο, το ωραιότερο πράγμα
που έμαθα ποτέ.
Το ατελεύτητο:
το αίμα σου πάνω στο σώμα μου.
Σύμμαχός σου τώρα, παίρνω θέση.
Ένα ακόντιο,
λιγότερο φιλικό από τη γλώσσα,
λιγότερο φιλικό
από το ράμφος του γρηγορότερου πουλιού.
Απ’ το ασημένιο λεπίδι του άστρου
η πορεία μου –
από το ένα σου άκρο
στο άλλο, βαθιά.
Νερό σε αφθονία·
χτύπα τη στάχτη.
Τη μοναδική πορεία της φωτιάς
από το ένα σου άκρο στο άλλο,
βαθιά.
 


 

Βικτωρία Θεοδώρου, Παλιό σπίτι

Τα χόρτα θρασομάνησαν με το χειμώνα
στον κήπο και στο πλακόστρωτο
τ΄αντικρινού παλιού σπιτιού.
Τα κάγκελα γέρνουν να πέσουν.
Κάθε τόσο ξεκολλούν απ΄το γείσωμα
κομμάτια του σουβά.
Όλα είναι μουσκεμένα κι ετοιμόρροπα
σα να΄χουν μαλακώσει απ΄τη βροχή.
Χτες είδα μια στιγμή
στης πόρτας το άνοιγμα
εκείνην που επιμένει να το κατοικεί.
Των τοίχων οι ρωγμές διακλαδίζουνταν
στο πρόσωπό της, τα βρύα
είχαν απλωθεί στα χέρια της.
Ίσως και να ΄ναι ο τελευταίος χειμώνας
που στέκουντ΄όρθιοι χτίσμα κι άνθρωπος.

*Από την συλλογή “Άνθρωποι και σκιές”, Εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1995, σελ. 40).

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Πατριαρχία

Πρώτα, έρχεται για τους άνδρες.
Τους διδάσκει το τέρας της βαναυσότητας.
Υστερα, θερίζει γυναίκες
και όσους δεν εκπροσωπούν
την βαρβαρότητα αυτή.
Το αίμα έχει καιρό
να ποτίσει στον τόπο λένε.
Εμείς εδώ έχουμε Ειρήνη.
Λείπει χρόνια
απ τα διψασμένα ρουθούνια
αυτή η μεταλλική οσμή
που θυμίζει
σφαγείο πριν το Πάσχα.
Προς το παρόν, μόνο κάποιες
μαρτυρικές γυναίκες
“Σκοντάφτουν”
σε σκάλες και ντουλάπια
Πληρώνοντας τον φόρο
υποτέλειας και εξευτελισμού
σε αυτή την θηριωδία.
Το αίμα θα έπρεπε
να το σεβόμαστε
λιγάκι παραπάνω.
Να μην προκαλούμε
την ροή του.
Όσο για εκείνες που χάθηκαν,
αλύγιστες μέχρι που έσπασαν
Κοιτούσαν τον ουρανό
και είχαν ξεχάσει τις προσευχές τους
τόσο βαθιά ριγμένες
στην κόλαση της πατριαρχίας.

Γιώργος Κοζίας, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΔΩΡΟ

Η Βεατρίκη τό ‘κλεψε
να το δώσει στον αγαπητικό της.
Το ξαναβρήκα σε κοσμηματοπωλείο
του Πόντε Βέκκιο, βεβηλωμένο.

Δυσκολεύτηκα να το αναγνωρίσω
Το αγοράζω νύχτα τό’ ριξα στον Άρνο.
Έχει περάσει από πολλά ανίερα χέρια.
Από προδομένες αγάπες.
Ξεχασμένες.

*

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ

Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.
Η γη τσακισμένο καράβι.
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.

Στρατιώτης Φρειδερίκος Ιωάννης
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.
Πυροβολεί τον γαλαξία!

*

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
Με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά

-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, Εκδόσεις στιγμή, 2007.

Σοφία Κουφού, Τρία ποιήματα

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΥΣ

Ο αέρας απόψε είναι ατμός.
Πώς να βάλεις το νέο σου φούτερ μπλουζάκι
όταν ακόμα δεν έχουν βγει τα λάχανα;
Μη στέλνεις άλλα γράμματα,
δεν θ’ απαντήσω.
Η επανάσταση έχει αρχίσει.
Να την απολαύσεις.
Μπες πιο βαθιά
-χρειάζεται αρκετό βάθος-
και μη βγεις πριν να τελειώσει.
Θέλει πειθαρχία.
Όμως ξέρω καλά
πως θα βγεις νικητής
ακόμα κι αν έχεις ηττηθεί.
Ανταπόδοση εκ των έσω.

ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Και πετάχθηκαν από εκατομμύρια οθόνες
με το πάτημα ενός κουμπιού.
Σαν ελατήριο αυτό
προκάλεσε εξαναγκασμένη ταλάντωση
απ’ το ένα άκρο στ’ άλλο.
Απ΄τη μανιώδη χαρά της παρουσιάστριας
που με χάχανα προειδοποιεί
“Μην αγγίζετε το μακιγιάζ μου”.
Ως την βεγγέρα του φόβου
που ξεστομίζεται
από φορετά πουκάμισα.
Κι εγένετο τσίρκο.

*

REMOTE DATA

Έχουν ένα κάδρο γεμάτο πληροφορία ανάμεσά τους
να τους ενώνει μ’ ένα νήμα αδιόρατο.
Και μάτια μόνο για τα εκτός πλάνου.
Ασύμπτωτη συνάντηση.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2020.

Sara Teasdale, Δύο ποιήματα

Morning Song

A diamond of a morning
Waked me an hour too soon;
Dawn had taken in the stars
And left the faint white moon.
O white moon, you are lonely,
It is the same with me,
But we have the world to roam over,
Only the lonely are free. –

Πρωινό Τραγούδι

Μια διαμαντόπετρα του πρωινού
Με ξύπνησε μια ώρα πιο νωρίς·
Τ’ άστρα είχε περιστείλει η αυγή
Κι άφησε το ασθενικό, λευκό φεγγάρι.
Ω, φεγγάρι λευκό, είσαι μοναχό,
Το ίδιο με μένα είσαι κι εσύ ,
Αλλ’ όμως, έχουμε τον κόσμο να
περιπλανηθούμε,
Ελεύθεροι είναι μόνον οι μοναχικοί.

*

Dusk In Autumn

The moon is like a scimitar,
A little silver scimitar,
A-drifting down the sky.
And near beside it is a star,
A timid twinkling golden star,
That watches like an eye.
And thro’ the nursery window-pane
The witches have a fire again,
Just like the ones we make, —
And now I know they’re having tea,
I wish they’d give a cup to me,
With witches’ currant cake.

Σούρουπο του Φθινοπώρου

Σαν γιαταγάνι είναι το φεγγάρι,
Ένα ασημένιο μικρό χατζάρι,
Ένας του ουρανού περιπλανώμενος.
Και δίπλα κοντά είναι ένα αστέρι,
Ένα ντροπαλό λαμπερό χρυσό αστέρι,
Που σαν μάτι αγρυπνά.
Κι έξω από του παιδικού δωμάτιου το τζάμι
Μια φωτιά έχουν οι μάγισσες πάλι,
Ακριβώς σαν αυτές που φτιάχνουμε κι εμείς, —
Και τώρα που ξέρω πως τσάι θα πίνουν,
Εύχομαι μια κούπα σε μένα να δίνουν,
Με της μάγισσας το σταφιδόψωμο.

*Από το βιβλίο “Sara Teasdale, Ποιήματα”, σε μετάφραση: Ασημίνας Λαμπράκου, Αθήνα 2023.

Μαρία-Κασσιανή Πανούτσου, Πενθεσίλεια

Λένε πως o Αχιλλέας ήταν έξω φρενών από την έκπληξη όταν συγκρούστηκε με την Πενθεσίλεια. Αυτός άρχισε να παίζει μαζί της και αυτήν τον χτύπησε. ο Αχιλλέας ταράχτηκε λένε. Νόμισε πως έχασα τα λογικά του, τόση έκπληξη είχε με την αντίδραση της Πενθεσίλειας. Να τον αντιμετωπίσει με τον σπαθί της… Την έριξε κάτω, ήθελε να την πάρει αιχμάλωτη κι εκείνη, τον γρατσούνισε με το εγχειρίδιο και τότε εκείνος την σκότωσε.


…ο ουρανός της γης / στην θέση του ακόμη
καθώς κι’ οι θάλασσες/ με την ηχώ απ’  την σελήνη/
σε συνάντησα νωρίς Πενθεσίλεια /
με εντυπωσίασες/ μα /δεν σε πίστεψα
σε ξέχασα και το’ θελα πολύ

σε σκάλισα μια μέρα στο χώμα/
χορεύοντας ένα ρυθμό αργεντίνικο/
στο χώμα το δικό μου /
όσο χώμα μου αναλογεί/
και την μορφή σου/
και το στήθος σου/
το ένα και μοναδικό/
το τότε  ασφάλισα/

αιώνες το μήνυμα σου στα χέρια μου/
αναμένει την δικαίωση/
τι περιμένει / από μένα μια στάλα άνθρωπος /
θα περιμένεις χρόνους Πενθεσίλεια
στριμωγμένη σε σωρούς από κόκαλα /
με μαρτυρία μόνο τις λέξεις
 
γι’ αυτό έφυγε νωρίς
ο ένας είναι αρκετός
ένας αρκετός
για να δεις την μυρωδιά του κόσμου
κι όμως υπάρχουν ακόμη κάποια μικρά
πολύ μικρά
δεν έχω λέξη γι’ αυτά
όμως μικρά
κι αυτά ενώνουν τις δυο μου παλάμες
όπως και εσύ
καθώς έπεφτες στο χώμα χτυπημένη
με τις παλάμες φερμένες στο στήθος.

Μαρία Κούρση, Άκαρδο

Φωτογραφία: Edward Weston

Κάποτε
Σε Χρόνους συμπονετικούς
Αγάπησα παράφορα
Το αμίλητο νερό
Εκείνο
Το έμαθε
Δεν το έμαθε
Δεν έμαθα
Τα μυστικά χρόνια
Που πέρασαν
Έδειξαν
Με κάποια βεβαιότητα
Ότι
Τα μικρά ποιήματα
Μελαγχολούν όταν
Αγαπούν.

Άννα Αχμάτοβα, Requiem

1
Σε πήραν τα χαράματα αλυσοδεμένο
κι έτρεχα πίσω σου σαν γέρικο σκυλί.
Στης φυλακής την πύλη μάταια περιμένω.
Στα μελανά μου χείλη ξύδι και χολή.

Το παγωμένο εικόνισμα δεν το θερμαίνουν
κεριά αναμμένα, το τρεμάμενο φιλί.
Κοιτάς τον ουρανό, κορμί γονατισμένο,
μα προσευχή καμμία δεν ωφελεί.

5
Μήνες φωνάξω δεκαεφτά
προσευχόμενος στο σπίτι να γυρίσεις.
Τον δήμιο ικέτευα γονατιστή
αχ, γιε μου, ικέτευα να ζήσεις.
Ένα κουβάρι γίναν όλα, ρημαδιό,
και δεν μπορώ να βρω τη λύση.
Ποιος είναι άνθρωπος και ποιος θεριό;
η εκτέλεση άραγε θ’ αργήσει;
Λουλούδια άπονο σκονισμένα, σκοτεινά,
κι ηχολογάει το θυμιατήρι.
Τα βήματα οδηγούν στο πουθενά.
Κι από ψηλά ένα άστρο έχει γείρει
Και με κοιτάει κατάματα χλωμό
με γρήγορο απειλώντας με χαμό.

8
Προς τον θάνατο
Αργού θα ‘ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή;
Σε περιμένω, αδύνατο η πληγή να πιάνει.
Τα φώτα ολοσβηστά, η εξώπορτα ανοιχτή
Να μπεις ολόλαμπρος πόνε μου και βοτάνι.

Πάρε όποια θες μορφή, αρκεί να ΄ρθείς.
Σαν σφαίρα σφύριζε και τρύπησέ με,
η γλιστρά αθόρυβα σαν σκοτεινός ληστής,
ή με φαρμάκι αλύπητο φαρμάκωσέ με.

Ή σαν τον μύθο ένα, που έχεις σοφιστεί
και που τον λέει και ξαναλέει το κάθε στόμα,
ώσπου να δω το μπλε πηλήκιο στην αυλή
κι άσπρο απ’ τον τρόμο του τον θυρωρό μας.

Το ίδιο μου κάνει. Ο Δνείπερος αργοκυλά,
φέγγουν τ’ αστέρια στ’ ουρανού τα μήκη,
και των ματιών σου τη γαλάζια πυρκαγιά
τη σβήνει πέρα ως πέρα η φρίκη.

*Αναμετάφραση αποσπασμάτων από τα ελληνικά: Τάσος Βαγενάς. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οροπέδιο”, τεύχος 18, Άνοιξη 2017.