Γιάννης Ποταμιάνος, Μεσόγειος τάφρος ΙΙΙ

1-99c6dd20fd

Όχι δεν είναι κόκκινο δάκρυ φεγγαριού
αυτό το κύμα
Ούτε καν αίμα λαβωμένου δελφινιού
Μόνο είναι βλύσμα της αρτηρίας
ενός ονείρου

Αυτό το κόκκινο της θάλασσας
δεν είναι καθρέφτισμα της Ανατολής
δεν είναι ανάκλαση της δύσης
είναι φθηνό αίμα ανθρώπινο,
ανταλλάσσεται
σε συμφέρουσα τιμή με το πετρέλαιο

Έ σεις Άνθρωποι
η Μεσόγειος θάλασσα κοκκίνισε
Ξυπνήστε
Αυτό το κόκκινο δεν είναι του Ήλιου
μηδέ του φεγγαριού
είναι αίμα ανθρώπινο
βλύσμα της αρτηρίας ενός ονείρου
για ένα κόσμο δίκαιο κι ελεύθερο

Ξυπνήστε Άνθρωποι
οι ξεριζωμένοι
πνίγονται στη Μεσόγειο τάφρο
στην Αγορά η ζωή τους ανταλλάσσεται
σε συμφέρουσα τιμή με το πετρέλαιο

Ξυπνήστε
όταν η Αφρική αιμορραγεί,
όταν η Ασία αιμορραγεί
η μεσόγειος κοκκινίζει
Κι η Ευρώπη θα «νίπτει τας χείρας της»
στο αίμα

25 Απριλίου 2015

Yvan Goll, Δύο ποιήματα

414MgOZ091L._SX351_BO1,204,203,200_

Στα χωράφια της καφουράς

Στης καφουράς τα χωράφια κατοικείς
Στους βάλτους του ιωδίου ξανανιώνεις
Τα καστανά ρακιά της ρίζας
Σε τρέφουν πιο καλά κι από τις στάμνες του ήλιου.

Μιας λαμπάδας η φλόγα στο λάδι των ματιών σου τρέμει
Μια φωτιά παίζει φλάουτο και ταμ-ταμ:
Των προγόνων τα κόκκαλα χορεύουν στο πανηγύρι της σήψης.

Το ντελικάτο κίτρινο λολούδι
Που κάθε χίλια χρόνια ανοίγει
Ξετυλίγεται αργά απ’ το θώρακά σου

***

An Claire-Liliane

Αγαπημένη, εσύ είσαι το άστρο μου
Στη δεξιά σου όχθη στέκεται το παρελθόν
Στην αριστερή σου όχθη ορθώνεται το μέλλον
Καθώς ρέουμε μαζί τραγουδάμε το παρόν.

Μας παρακολουθούν με το βλέμμα τα δέντρα της σήψης
Πετούν μακριά μας τα πουλιά της απολύτρωσης

Στο δεξί σου μάτι είμαι διαμάντι
Στο αριστερό μου μάτι είσαι βελούδινη

Ο ήλιος γλιστράει στο δεξιό σου ώμο
Το φεγγάρι σαπίζει στο αριστερό μου χέρι

Αγαπημένη, εγώ είμαι το ποτάμι σου
Κυλώντας μαζί σωπαίνουμε το παρόν

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη”, εκδόσεις Στιγμή, 2002. Μετάφραση: Δ.Π. Παπαδίτσας.

Δήμητρα Καραφύλλη, Τρία ποιήματα

10580031_743713952368644_2152126028087897403_n

Άτιτλο

Το όνειρο:
Ονειρεύτηκε
ότι βρήκε ένα μαργαριτάρι.
Το θαύμα:
Ξύπνησε
κρατώντας το ακόμη
στην παλάμη του.

***

Τα καλώδια

Γράφω γι’ αυτά που αγαπώ
Αγαπώ τη θάλασσα, τη γη, τον αέρα.
Αγαπώ το λευκό, το κόκκινο, το κίτρινο, το μαύρο.
Αγαπώ την Αλήθεια, την Ειρήνη
τη Σοφία, την Ελευθερία
τη Ζωή, τη Νίκη, την Αθανασία.
Αγαπώ τα καλώδια, τα μικρόφωνα, τα τερματικά
τους αλλοιωτικούς καθρέφτες
που με δείχνουν ψηλότερη.
Τους φακούς με βελτιωτικά φίλτρα
που αναδεικνύουν το… αψεγάδιαστο προφίλ μου.
Τα πλάνα που προβάλλουν τη φουντωτή μου ουρά
και κρύβουν τα ισχνά μου πόδια.

***

Ομερτά

Σκιούλα μου πολύχρωμη, ανατρεπτική
καθόλου δεν μοιάζεις σαν γκρίζος διώκτης.
Στον ήλιο ορκίστηκες να μου είσαι πιστή
να μη με προδώσεις.

Ντουέτο παλιάτσων στην ίδια σκηνή
ποτέ δεν μ’ αφήνεις στα φώτα μονάχη
μαζί μου θα χάσεις μια μέρα κι εσύ
την άνιση μάχη.

*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, 2011.

karafili

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, οι μέρες της κρίσης

Robert Rauschenberg, Άτιτλο

Robert Rauschenberg, Άτιτλο

Τα σκυλιά γαβγίζουν,
πνίγουν γάτες,
τις τρώνε με λουλούδια,
φτύνουν τα δόντια και φυτρώνουν
λευκές λευκές ταφόπλακες.

Οι άνθρωποι στον δρόμο κουρνιάζουν
ο ένας στο στομάχι του άλλου
για να ζεσταθούν,
πλακώνονται και θάβονται
απ’ τα αστέρια που πέφτουν.

Η μάνα μου στη γωνιά
κλαίει,
καθαρίζει δύο μεγάλα
κόκκινα
μάτια.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, Εκδόσεις Πολύτροπον, 2012, σελ. 43. Η εικονα της ανάρτησης προέρχεται από το ιστολόγιο της Έλενας Πολυγένη http://elenapoly.blogspot.com

Λίνα Φι, η πτώση (μια πρωτομαγιά)

Λινα Φι

γελάς.
έχεις συνηθίσει να ελέγχεις τη βαρύτητα
κι έτσι όταν χάνεις το βήμα σου
η γρήγορη έλξη της σου φαίνεται αστεία.
σκέψου.
τις μικρές αυτοκτονίες
που ανεπιτυχώς διαπράττουμε σε κάθε τρέξιμό μας
χωρίς μειδίαμα
προς αποφυγήν φονεύσεώς μας
-συνειδητή επιλογή της πτώσης-
κάγκελα που ανεπιτυχώς πηδάμε
μακροβούτια σε παγκάκια
γευσιγνωσία της ασφάλτου
μα σηκωνόμαστε ξανά.
και τρέχουμε πιο γρήγορα…
κανένας πόνος
και το αίμα…
συνηθισμένο
το ίδιο χρώμα έχει ξανά,
πάλι καλά θα είμαστε στο τέλος
αφού σηκωθούμε
κι αφού έτσι κι αλλιώς
ο ένας τον άλλον θα έχουμε ό,τι γίνει…

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν’, εκδ. προςποίηση. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της orgbalmaria και περιλαμβάνεται στην έκδοση.

Ντ.Ντ. Μ. Φαντούλ, Mantel piece

ΝΤ. Ντ. Φαντούλ

Περπατούσα μ’ ένα παλιό μου φίλο
Κατεβαίνοντας μερικούς δρόμους
Μιας παλιάς γνώριμης πόλης
Και μου είπε αυτή την ιστορία
Για μια γριά Σκωτσέζα παλιογυναίκα μάγισσα
Σκοτώνοντας την ώρα συνήθιζε να κάθεται και να τραγουδά
Ω, εγγονέ μου
Ω, εγγονέ μου
Γύρνα πίσω στην κοιλάδα εγγονέ
Δεν έχω αποσκευές
Δεν διασκεδάζω
Δεν μου κάνει κακό
Μόνο ένα παλιό απομεινάρι ρολογιού
Δεν μου κάνει κακό
Και με βοηθάει όχι και τόσο πολύ
Αλλά συνεχίζει και συνεχίζει και συνεχίζει
Γύρνα σε μένα εγγονέ.

*Από τη συλλογή “Η κραυγής της γέννησης”, αυτοέκδοση, Αθήνα 1988. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι του ποιητή και περιλαμβάνεται στην έκδοση.

Γιώργος Γέργος, .όπως όταν πεθαίνουμε

20140729-043441-16481348

συγχρονίζονται κάποτε οι πτυχές του Σύμπαντος
όπως όταν πεθαίνουμε
ακουμπώντας στην πλάτη του Φωτός
και στα χέρια μας
και στα χέρια του εκλιπόντος
αστερισμοί διάτρητοι κι ελλειπτικές ρομφαίες
φαλτσάρουν σχηματίζοντας τροχιές
κι αληθινούς αγγέλους
ακαριαία όμορφους κι απελπιστικά στιγμιαίους

γύρω απ’ τα στήθη μας
γύρω από την Αλήθεια τριγύρω
φωτοβολούν ίαμβοι και δεκαπεντασύλλαβα πουλιά
απομεινάρια θεσπέσια μιας παλιάς γιορτής
που κυοφόρησε
από τα πρώτα της κιόλας χειροκροτήματα
γένη παυσίλυπα και ράτσες απεγνωσμένες ως το Τέλειο
εδώ στο Καίριο

εδώ στο Ηθελημένο
με τα τεράστια λεξήμορφα ουρανοτρύπανα
ας θρυμματίσει απόψε η ανάσα μας
τούτο το άχαρο τσόφλι
που μας το μάθανε ουρανό

*Από τη συλλογή “.Ο εαυτός ήχος”, Εκδόσεις Εξάρχεια, 2013

Γρηγόρης Σακαλής, Ευκολία

varfso-thumb-large

Ήμασταν κάποτε πολύ νέοι
θυμάσαι
όλο το μέλλον ήταν μπροστά μας
ο θάνατος ένα αστείο
υπήρχε μονάχα η ζωή
ύστερα χωρίσαμε
πήραμε διαφορετικούς δρόμους
εσύ τον εύκολο
μια μεγάλη λεωφόρο
εγώ τον δύσκολο
έναν ανήφορο
πλούτισες
φτώχυνα
μα μόνο σε λεφτά
κι όταν συναντηθήκαμε ξανά
μου είπες
πως κουράστηκες στη ζωή σου
κι εγώ είπα δεν κουράστηκα
αφού κι αυτό
το πήρες για σένα
κράτησα εγώ για μια φορά
την ευκολία.

Γιάννης Ζελιαναίος, Nα

BaCSma2CYAAxM-Y

Να διαλυθούμε μια μέρα απ’ το πιοτό
και τίποτα να μην σχωρνάει τις δίσεκτες ζωές που φύγανε
παρά μονάχα να κουρδίζει τ’ αποτσίγαρα στον πάτο,
μετρώντας ξέφωτα στου κάκου την ατυχία.
Ν’ ανάψουμε τα φώτα
παίζοντας με τραινάκια της αγάπης
που γυρνάνε απ’ το ένα φιλί στο άλλο,
ξεζεύοντας ονείρατα απ’ της πράσινης μπουκάλας το γυαλί.
Να ταξιδέψουμε
όταν καμία γνώση δεν θα μας μοιράσει
της τσόχας τα ξοδέματα.
Να έχουμε πάει με πολλές γυναίκες
και με ακόμα πιο πολλά από εκείνα τα χαρτιά
που στάνταραν στα ζάρια του τελευταίου βήχα μας.
Να τρομάξουμε και ύστερα να τρελαθούμε
ρωτώντας για εκείνο το κορίτσι που έτρεμε
κι εκείνον τον άντρα που πάντα ντυνότανε βαριά
γράφοντας κάθε βράδυ κι από μία ιστορία.
Να ξενυχτήσουμε πολλούς νεκρούς
μα ακόμα κι άλλους για παρακάλια που δεν στάθηκαν.
Να φύγουν δίσεκτες ζωές
και νά ‘ρθουν κι άλλες
έτσι μονάχα για να τραβήξουμε το ήρεμο χαρτί,
για να γυρίσει ο έρωτας
και να σφυρίξει ο γείτονας γλυκά σε μια πλατεία
που ο θάνατος μετράει τα δόντια του διπλανού μας
και την ευχή στου ζωντανού τη σιγαλιά.
Να σιγοτραγουδήσουμε ήρεμους στίχους
φτύνοντας τις παλάμες μας
για να ζεσταθούν τα χρόνια που ήπιαν κόκκινο κρασί.
Να σταθούμε σαν άγια ρεμάλια,
βλέποντας γέρικα σκυλιά
στην κατερείπωση μιας ξομολογήστρας νύχτας.
Να γράψουμε για την δυστυχία στο χαρτί
προλαβαίνοντας τα πάντα σε μια ριξιά του φόβου.
Να ονειρευθούμε πένθιμα τύμπανα
και άγρια προσκεφάλια.
Να προλάβουμε
πριν το κλειδί γυρίσει στην πόρτα
κι η ανάσα μας παγώσει,
να φύγουμε έξω
πριν πιούμε κι άλλο,
πριν τρελαθεί το μεδούλι της νύχτας μας,
και αγκομαχήσουμε στο ξέφωτο
που βυζάξαμε την ρώγα του πρώτου βιασμού,
να δούμε μιαν ώρα
που η γλώσσα μας δάγκωσε τους εφιάλτες
τα νύχια μας κόμπιασαν στον αέρα
τα πόδια δεν έδειξαν περίσσιο έλεος στο κορμί
και εκεί κοντά
στα κόκκινα μάγουλα της τύχης
να έρθει
εκείνο που δεν έμεινε για να μείνει
εκείνο που δεν έμεινε για να κάνουμε
εκείνο που δεν έμεινε για να μας πει
εκείνο που κάτι έμαθε στον Βαν Γκογκ
ώστε ΝΑ κόψει το ένα του αυτί

*Από τη συλλογή “Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο”, εκδ. Ενδυμίων, 2009.