Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Θρήνος

201_2015_9_4_22_58_51_b2

Φουρτούνιασε η θάλασσα.
Απελπισμένα κύματα
χτυπιούνται στα βράχια.
Η θάλασσα φωνάζει:
-Όχι, άλλον ΑΪλάν!
Και φτάνει ο αντίλαλος
στη Λαμπεντούζα,
στο Φαρμακονήσι
και σ’ όλη τη Μεσόγειο.
Κλαίνε οι γλάροι:
-Όχι, άλλον Αϊλάν!
Και μένει μέσα μου ο θρήνος,
που κάθε βράδυ με ξυπνά
και μου ζητάει να παλέψω.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Τέσσερα ποιήματα

bonet_5

ειδοποιητήριο θανάτου

Περπατούσα κι είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

«Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν,
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής,
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι».

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Ένα μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί,
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται ‘δω πέρα ξένοι.

***

οικογενειακή γιορτή

Ήταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι
η μάνα μου, ο πατέρας, ο Φραντς κι εγώ.
Ο πατέρας μού έτρωγε το χέρι
κι εγώ με το άλλο ανακάτευα το μυαλό μου,
ψάχνοντας να βρω το κουτάλι που είχε πέσει μέσα.
Η μάνα,
μοναδική γυναίκα πια στον κόσμο,
κρατούσε την ομπρέλα για να μην πέφτουν
οι βόμβες στα κεφάλια μας.
Κι ο Φραντς στη μέση του τραπεζιού
περίμενε τον πατέρα μας να τελειώσει μαζί μου.

Ο Φραντς
πάνω στη μεγάλη ασημένια πιατέλα
μ’ ένα μήλο στο στόμα.

***

ο κιτρινολαίμης

Ας κάνει κάποιος θεός
να προφτάσω τον κιτρινολαίμη.
Ας κάνει να μείνει ζωντανός
κάπου μες στο σύμπαν,
για να ξέρω απλώς ότι υπάρχει
κι ότι αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του.
Να με κρατά η προσμονή
μην τύχει κάποτε και τόνε δω
να ξετρυπώνει με το ράμφος του μια νύμφη
απ’ τα σπλάχνα μιας βελανιδιάς.

Ας κάνει κάποιος άνθρωπος
Θεός να υπάρξει,
που θα μου φυλάξει
έναν μοναχά μικρό
κιτρινολαίμη.

***

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον

Γιώργος Μπλάνας, Από το Στασιωτικό 60

21020_485418568283062_6847143802552665692_n

«Τελειώνετε, μπάσταρδα», η θηλαστική αποτυχία,
«μαζέψτε τ’ απομεινάρια της βούλησής σας.
Ρενέ, Ιμμανουέλ, Γκέοργκ, Φρίντριχ,
βάλτε τα χέρια και τα πόδια σας σωστά.
Πάλι παίζετε με τους διορισμούς του Όντος;
. . . . . . . . . . . . . .
Έξω η νύχτα ήταν σπαρμένη σκοτεινούς
αυτόχειρες. Έριχνε
ψιλή-ψιλή απελπισία και το δάσος
βογκούσε βαριά πληγωμένο από αιωνιότητα.
Τι κάθεστε, ασύστατοι;
Αν ο νεκρός του καθενός δεν είναι
του καθενός νεκρός, προς τι
επάνω ο ουρανός και κάτω η γη;
Όποιος δεν έχει παράδεισο, έχει φλέβες.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: «Χειροβομβίδες τα χέρια του εργάτη»

Papadopoulos2


Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης

Δεν υπάρχουν ποιητές στις μέρες μας κι όσοι γράφουν ποίηση τίποτα δεν έχουν να πουν, να ποια είναι, μεταξύ άλλων, η σύγχρονη αντίληψη για την ποίηση. Κι όμως μέσα από τις εβδομαδιαίες παρουσιάσεις του Ατέχνως στη στήλη των «Νέων Δημιουργών» αναδεικνύεται μια διαφορετική, πολύχρωμη πραγματικότητα όπου νέοι ποιητές και συγγραφείς όχι απλά γράφουν ποίηση αλλά και που επικοινωνούν με την κοινωνική πραγματικότητα. Ο ποιητής Θεοχάρης Παπαδόπουλος που παρουσιάζουμε σήμερα, αποτελεί ακόμα μία περίπτωση που επιβεβαιώνει τη θέση μας εφόσον, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978- αριθμεί πλέον στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές, έχοντας διαμορφώσει από τη δεύτερη κιόλας συλλογή του, το προσωπικό ύφος μιας ολιγόστιχης, λιτής ποιητικής γραφής, άμεσα κατανοητής, κοινωνικής και βαθιά πολιτικής. Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης ποιητικής γενιάς της αγανάκτησης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά του χρόνια ενώ έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, είτε δικές του δημιουργίες, είτε λογοτεχνική κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού) κι έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση) το 1997. Οι υπόλοιπες συλλογές του είναι οι Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014). Αντιπρόεδρος του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις». Επίσης, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών καθώς και μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης, είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας.
Continue reading

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

11873553_10204526231858781_1759142374439714974_n


Τη δύσκολη ώρα

Λύγισες
από τα βάρη που φορτώθηκες
που δεν σου αναλογούσαν
μα ήθελες να τα φορτωθείς
έτσι ήταν το σωστό
ήταν των δικών σου ανθρώπων
ήσουνα νιος
και πήρες τον ανήφορο
μα κάποτε λύγισες
κι ούτε ένας δεν έτρεξε
να σ’ ενισχύσει.

***

Κόκκινα γαρύφαλλα

Φουσκωμένα τομάρια
της δύναμης και της πυγμής
επιβεβαιώνονται
σ’ αδύναμους κι ανίσχυρους
manu militari
επιβάλλονται,
της σάπιας τάξης
κλείνουν κάθε ράγισμα
της σιδερένιας μηχανής της
κόκκινα γαρύφαλλα
θα σταθούν απέναντί τους
σε νεανικά χέρια
και θα νικήσουν
είναι αναπόφευκτο
είναι αναπότρεπτο
το καινούργιο
να νικάει το παλιό.

Boris Vian, τρία ποιήματα

2


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο ποιητής

Είναι ένα ον μοναδικό

Σε άπειρα αντίτυπα

Που σκέφτεται σε στίχους

Που γράφει μουσικά

Για θέματα διάφορα

Για κόκκινα ή για πράσινα

Πάντα ωστόσο υπέροχα.

***

ΘΑΘΕΛΑ

Θάθελα 

Θάθελα

Να γίνω μέγας ποιητής

Και με δαφνόφυλλα σωρό 

Να με στολίζουν

Νά όμως που

Δεν με τραβάνε όσο πρέπει τα βιβλία

Και η ζωή με απασχολεί τόσο πολύ

Και τους ανθρώπους αγαπώ τόσο πολύ

Που δεν μου είναι μπορετό να γράφω πάντα

Μονάχα περί ανέμων 

Και υδάτων.

***

ΕΧΟΥΝΕ ΟΛΑ ΕΙΠΩΘΕΙ ΕΚΑΤΟ ΦΟΡΕΣ

Έχουνε όλα ειπωθεί εκατό φορές

Και μάλιστα καλύτερα από μένα

Αν λοιπόν γράφω στίχους

Είναι γιατί μου αρέσει

Είναι γιατί μου αρέσει

Είναι γιατί μου αρέσει

Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.

Μετάφραση: Θ. Νιάρχος-Α. Φωστιέρης. Από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο facebook.

Αντώνης Γιανακός, Τρία ποιήματα

Pablo Picasso, Τρεις μουσικοί (1921)

Pablo Picasso, Τρεις μουσικοί (1921)

Το γλέντι

Κάθομαι στην άκρη
Κοιτώ το γλέντι σιωπηλός
Πιάτα, τραγούδια πλαστικά
Αισθήματα παράφωνα
Πώς να χορέψεις πες μου
Τι να τραγουδήσεις;

***

Πολιτικό

Πίσω από τις κουβέντες του θριάμβου
Τα φανταχτερά λόγια των προπόσεων
Και τ’ αδρά χαμόγελα στις κάμερες των τηλεοράσεων
Δεν υπάρχει τίποτε άλλο από μια κλίκα
Που θέλει να μείνει εκεί πάνω συνέχεια
Φωνάζοντας για του λαού τα δικαιώματα.

***

Εθνική οδός

Μόνος στο δρόμο
Ακούω μουσική και τραγουδάω
“έλα να γεράσουμε μαζί”

Δεν ήρθες σήμερα
Δεν ήρθες χθες
Ξέρω
Ούτε αύριο θα είναι η τυχερή μου μέρα.

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του σώματος”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010 (σελ. 24, 37 και 39).

Franz Kafka, αποσπάσματα

images

Σεπτέμβριος 1912
Αρραβώνας της αδελφής μου Βάλλι

Απ’ της εξάντλησης
τα βάθη
ανεβαίνουμε
με νέες δυνάμεις

Κύριοι σκοτεινοί
προσμένουν
τα παιδιά
να εξασθενήσουν

***

4 Μαΐου 1913

Αλλά αν γινόταν μέσα σ’ ένα μυαλό
να συνυπάρξει χωρίς διχόνοια

***

19 Ιουλίου 1916

Ονειρέψου και κλάψε άμοιρο γένος
τον δρόμο δε βρίσκεις, τον έχασες
Αλίμονο! είναι το χαίρε σου το βράδυ, αλίμονο!
το πρωί
Άλλο τίποτα δε θέλω παρά να μ’ αρπάξουν
χέρια που απλώνονται απ’ την άβυσσο
και λιπόθυμο να με σύρουν κάτω.
Βαρύς πέφτω στα πρόθυμα χέρια.

Μακριά στα βουνά αντηχούσε
αργή ομιλία. Εμείς ακούγαμε.

Αχ το κουβαλούσαν, φαντάσματα της κόλασης,
καλυμμένοι μορφασμοί σφιχτά κρατούσαν πάνω
τους το σώμα.

Μακριά πομπή, μακριά πομπή κουβαλά τον ατελή

*Από το βιβλίο “Franz Kafka, Η πληγή και η λέξη”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Μάιος 2012, σε μετάφραση Νίκου Βουτυρόπουλου.

Αντώνης Στασινόπουλος, Ποιήματα

11924913_10204671284885016_3218427925528779900_n

Το δωμάτιο. Ο άνθρωπος στέκεται στη μέση
Κοιτάζοντας γύρω του
Μια καρέκλα! Ένα κρεβάτι! Ένα τραπέζι
Ο άνθρωπος, η καρέκλα, το τραπέζι και το κρεβάτι.
Μέσα σε άπειρους τοιχους να τον διαπερνά μια παγωνιά.

***

Το κομπρεσέρ άρχισε
Κάποιος άνθρωπος τραντάζεται
Η γη ξεκοιλιάζεται
Τα παιδιά παίζουν στην αυλή
Η μάνα τρέχει να κλείσει τη γκαζιέρα
Ο πατέρας κάνει λεφτά με αίμα.

***

Κατάστρωμα! Θέση πλην και συν
Εδώ σιωπή. Μιά μύγα στον αέρα.
ψρρ….ψρρ….φρρ….φρρ …. η μύγα
Πρόσωπα κάτι τέτοιο επάνω
Μύγες περπατούν, ησυχία
Η τζιμινιέρα τον ήχο βγάζει
και την τροφή την άχρηστη
Καπνός γύρω. Μαυρίσαμε
Φτύσαμε την ανθρωπιά μας.
Είναι που το άλογο βρίσκεται στο λιβάδι μοναχό
Καλπάζει! Καλπάζει
Ένα λάσσο στον αέρα
του γραπώνει το λαιμό
Και αυτό έχει θέση εδώ
Κοπάδι! Κοπάδι!
Μην αρνείσε την θέση στο κοπάδι.

***

Μεσάνυχτα
Ακαθόριστοι ήχοι
Μία λάμψη
ο λαμπτήρας κάηκε
το βιβλίο δίπλα στο κρεββάτι
φαντάζει ανικανοποίητη ερωμένη
ο χρόνος τρεκλίζει στο σκοτάδι.

***

Είδαν τα μάτια μου ανθρώπους
να τρώνε σκουλήκια
και σκουλήκια να τρώνε ανθρώπους
Έφτασε στ’ αυτιά μου τρίξιμο μουχλιασμένων λέξεων.
Μίλησα με τη φωνή μου,
μα δε μ’ άκουσε κανείς
Ήμουν μοναχός.

***

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό γρήγορα
Το τέλος είναι κοντά.
Ικριώματα στημένα σε έξαρση
Δήμιοι και θύματα αλλάξουν ρόλους
Θάνατος και ζωή γελούν κοροϊδευτικά το φόβο.

***

Φεβρουάριος, χιόνι, κρύο, μαύρος ουρανος
Πρωΐ τέσσερις παρά
Οι δρόμοι αδειανοί, πουθενά ψυχή.
Ένα ουρλιαχτό σκύλου σου φέρνει ανατριχίλα
πρωΐ τέσσερις παρά
στην πόλη μας.

***

Όταν η αυλαία ανοίγει,
και δείτε τον ηθοποιό να παραπατάει
σε μαντρισμένο σενάριο ρόλο·να βρει.
Να τινάζει στον αέρα τους φόβους
και να χάνεται στη σκόνη ενός
άρματος που φεύγει στα έγκατα του απείρου.
Μην ψιθυρίσετε, μην προσπαθήσετε
να γυαλιστείτε στον καθρέφτη
των ματιών του.
Είναι ένας απρόσκλητος ηθοποιός
με αλλόκοτη μορφή σ’ ένα σενάριο
που δεν έχει γραφτεί, για μιά
παράσταση που δε θα αρχίσει ποτέ.
Για μιά παράσταση που θα παιχτεί
χωρίς κανένα θεατή.-

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο” (σε ανεξάρτητη έκδοση, χωρίς παράθεση χρόνου έκδοσης, αλλά φαίνεται ότι ήταν η δεκαετία του 1980, στην Πάτρα). Με τα ποιήματα αυτά κλείνει η δημοσίευση της εν λόγω συλλογής. Θα συνεχίσουμε με ποιήματα του Αντώνη Στασινόπουλου από τις επόμενες συλλογές του.