Νεκταρία Μαραγιάννη, Πίπτοντες

βροχή-γυαλί-σταγόνες-φωτογραφίες-nb15161

δάκρυα βροχής
σε σμιλεμένα πρόσωπα
καυτηριάζουν τις γραμμώσεις
χαραγμένες από τον ήλιο

δάκρυα αίματος
από τη μήτρα της παπαρούνας
βάφουν το χώμα

εκπνοή δίχως εισπνοή

Νέττα, 21/7/2015

Τζούλια Φορτούνη, ξεκαθάρισμα λογαριασμών

malamataris.2009.2.5

να βρέχει κι εγώ να γράφω

να με λένε

να κατοικώ

στο φωταγωγό

να αφαιρώ τις μονώσεις

να με βρίσκω ανάσκελα
να βρέχει
να μη βλέπω
στην οθόνη μου
να βρέχει
να μην σώζομαι με τίποτα

***

δήγμα γραφής
έφτασα
πρόλαβα
είδα
τις λέξεις
το δηλητήριο
κανείς δεν ήταν εκεί

***

ήδη
τα μάτια σου νεκρά πουλιά
κινείσαι αργά
τραυματισμένος κι όλο φως
κατά πάνω μας
τα μάτια σου νεκρά πουλιά
κοίταξε με
το ράμφος σου
σκυλεύει
το κορμί μου
κοίταξε με

***

πολεμική τέχνη
η αγάπη είναι αυτή που δεν αντέχεις
αυτή που αμύνεσαι
συστρέφεσαι γύρω από το οχυρό σου
καμιά φορά επιτίθεσαι κιόλας
η αγάπη είναι αυτή που δεν αντέχεις
γενναίος πελταστής
ενίοτε ρίψασπις
εσύ πάντα
γυμνός

*Από τη συλλογή “δήγμα γραφής”, εκδ. Μανδραγόρας 2015

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

358753-thalassaop

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Επιτυχής επέμβαση ανοιχτής μνήμης
Στα πλοκάμια του σκότους κοιμάται
Κατάστηθα φορώντας την έρημο
Πολεοδομικό τρίγωνο θανάτου
Ανισόπεδος κόμβος ταχείας φθοράς
Παρατηρώ το ξυσμένο σου μολύβι
Να σχεδιάζει κύκλους στον ουρανό
Κι η γόμα να συμμετέχει στη λήθη
Τραύματα προχωρημένου οργασμού
Εκπίπτουν σε δίχτυ ασφαλείας
Παραπαιδεία ακόμη και στον έρωτα
Δε σε υπολογίζω στη μοιρασιά
Θολή ατμόσφαιρα πίσω απ’ το τζάμι
Τσίπουρα ριζώνουν στον οισοφάγο
Στάζει και λίγο ξεκούμπωτο αίμα
Επιλαχούσα κατάθλιψη υπό διωγμό
Διαπραγματεύεται ηρωική έξοδο
Κάτω τα περιπολικά εκδίδονται
Για δυο χειροπέδες και μια σειρήνα
Λιπόθυμοι οι φωταγωγημένοι δρόμοι
Ψάχνουν αποκούμπι σ’ ένα λαγούμι
Μέσα στο πλήθος περιφέρεσαι
Με γυαλιά και μπαλωμένο φουστάνι

Πάλι τη σώσαμε την επανάσταση
Ασχέτως αν αυτή μας μουντζώνει.

***

Η ΚΑΛΠΗ

Κάτω απ’ το μαξιλάρι
Ο προεκλογικός αγώνας
Δημοσκόποι ολκής
Με ανοιχτό τετράδιο
Καταγράφουν τις τάσεις
Άοσμο αποσμητικό
Για τα κουνούπια
Γυαλιστικό επίπλων
Για τις ονειρώξεις
Πίσω απ’ το παραβάν
Ο έρωτας μαινόμενος
Λύνει σταυρόλεξα
Οριζοντίως η ζωή
Καθέτως ο θάνατος
Διαγωνίως ο Θεός
Αναποφάσιστος
Κι εγώ σε επιφυλακή
Με φόρμα αγγαρείας
Και χωρίς ψυχή
Πάνω στο κρεβάτι
Ρίχνω στην κάλπη
Όλα μου τα ποιήματα.

***

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

Σε τεντωμένο σκοινί το παρελθόν

Προεξοφλεί τη βέβαιη πτώση του

Όχι σε δίχτυ ασφαλείας

Ούτε σε στρώματα με αφρολέξ

Αλλά πάνω σε γυαλιά ξυράφι

Το ξέρω πως δε θ’ αγγίξω ξανά

Την αθώα παιδική μου μνήμη

Τους τοίχους του παλιού μου σπιτιού

Όλα ξεπουλήθηκαν σ’ ένα βράδυ

Το κείμενο της συμφωνίας έτοιμο

Απομένουν μόνο οι υπογραφές

Κι ο γραμματέας το καλλωπίζει

Με αίμα της τελευταίας στιγμής

Από αύριο θα τρέφεσαι με αριθμούς

Η ζωή σου έξω από μια τράπεζα

Θα επαιτεί ψήγματα χαράς

Χαμόγελα υπό αυστηρή επιτήρηση

Θα ερωτεύεσαι μόνο με προϋποθέσεις

Και μην ξεχάσεις πριν πεθάνεις
Να ενημερώσεις τους φύλακες.

Από αύριο σε αποστειρωμένο δωμάτιο

Θα γράφεις ποιήματα μόνο για νεκρούς.

[13-7-2015]

sean o’callaghan, some

BG32 - Eicher's shop5       Faceless dolls

some were not some wore basball caps backways
some had an orange
some ate fried fish
some had cappuccino
some had latte
some were good at toetaps
some were living in houses
some were obsessed with cardboard
some never had electric
some seen the orybori alice #some quoted pulp fiction
some ate kippers
some had kaki pants
some had jeans
some had slacks
some walked
some took the car to the shop
some did washing
some farted
some were cordial
some were gay and repressed
some had crabs
some had not enough toilet role
some were getting it on
some had apples
some had angry birds
some read books
some made buildings
some had time
some had muffins
some were tired
some were speeding of theyre nut
some were green purple and blue 4sme were orange
some jumped into the pool at the shallow end
some dumped shit roadside
some had terrible grammar but great syntax
Some wanna go on for ages
some farted after beans
some after cabbage
some after pints of guinness
some grew up in the same place as martin mc guniess
some shaved twice a week
 some wanked there brains out
 some wrote poetry
Some retaliated with shards and sharts
some did things they hated for money
some ate soft cheeses
some smoked shards and shards
 some were alone in the garden shed
some listened to brian eno
some stayed in bed
some scattered in the meadow
some fornicated verily
some might think it jack kerowaky
some knew and recited the jaberwoky
some ostensibly fornicated
some questioned the veracity of accusations of their previous night’s fornicatin
some thought hugo chavez was cathullu
some saw chavez and lenin and tutankhamun as the same person
some liked perry como
some might’ve left the conversation after some said some liked perry como
 some were in burger king
some were at the burger king inside the shopping centre
some were inside the toilet inside the burger king inside the shopping centre
some were in the library
some wanted the shopping centres to be giant librarys
some ate broccili
 some cut there lawn with sissors
Some shave their nether regions with lawnmowers
some studied lacan
some liked bacon
some like francis bacon
some said shaksphere was francis bacon
some went to sydney to see the francis bacon paintings
some coudnt afford it and were mad
some liked dovavan better than dylan
some posted comments on links while neglecting tons of work
some just didn’t give a fuck
some would rather be painting
some thought chavez a hero
 some would rather be writing
 some would rather be shitting
some feel as though its christmas everyday
some were on zoloft and anti physcotics
some that are the maddest were running the place
 some are not christians
some like to look up the skirts of woman and imagine whats there
some like to be the one who says things first
some dont fucking care
some pretend to fucking care
some do and get there daughter a doughnut on saturday mornings
 some don’t wanna be the smartest man in the room
 some are back from the shops
some are coming from the shops
some are thinking about shops
some may even have a shop
 some were deodorant
some do not
some pine over cannibals and dance with delight
some were fans of the fine young cannibals
some in this world are outright animals
some are fantastic and some are incredible
to sum this all up
two kids were in a field watching clouds
one said did you see the dragon
the other said no i see a rabbit
some see dragons
some see rabbits
some would say they are both there anyway
it

Νίκος Καββαδίας, Γράμμα ενός αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, το ‘λαβα το γράμμα σου·
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου

ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω…

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
– σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε –
και τ’ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου ‘λεγε: Το Μάρτη…

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις σ’ όλους τους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει ν’ απαντήσεις την Ελένη,
πως μ’ ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει…

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ‘ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα ‘βρεις, βέβαια, λόγια για μι’ απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις…

*Από τη συλλογή “Μαραμπού” (1933).

Lucifugo, a diavolo in corpo, Το Δράμα του Χρόνου

images

Πράξη Πρώτη

Ελάτε, ελάτε!
κοπιάστε, κοπιάστε!

στα δίχτυα μας πάλι πιάστηκε
ο χαμένος Χρόνος

για δολώματα πάντα βάζουμε
λύρες και πέτρες αστραφτερές
από χρυσό κι ασήμι

καθώς και τον Αρχαίο Μύθο
της αθάνατης ροής τους

με τα στιλπνά φανερώματά τους
πίσω απ’ το φαρδύ δίχτυ

ο Χρόνος σύγκορμος απομαγεύεται
και μ’ ετούτα μόνο ποθεί

το σώμα του να σμίγει

μ’ έναν κρότο χαράς

και με μια βουβή οδύνη

ο Χρόνος μέσ’ τα δίχτυα του Πλούτου
αιώνιος αιχμάλωτος απολήγει

ελάτε, ελάτε,

μην καθυστερείτε!

μοχθήστε για τον Πλούτο

και κοπιάστε για το χαμένο Χρόνο!

με το τσίγκινο μαχαίρι

που σας έδωκε η Μοίρα

ένα μικρό κομμάτι διάρκειας

απ’ το σπλάχνο του Χρόνου κόψτε
και μοχθήστε και κοπιάστε

για περισσότερα απ’ τα ίδια!

Πράξη Δεύτερη

Αδυσώπητος ο Χρόνος
τα πάντα κυβερνάει

με τις όμοιες και λειψές
στιγμές διάρκειας

που από ‘δώ κι από ‘κεί
σκορπάει

Αθάνατος ο Χρόνος
τρέχει για να κυλάει
κυλάει για να τρέχει

μέσ’ του Πλούτου την αποθησαύριση
ανέστιος και αποτυφλωμένος ο Χρόνος
απωλείει όλη του τη διάρκεια

γαντζωμένος στο βουνό του
ο Σίσυφος

ανακουφισμένος χαμογελάει

ο Χρόνος το δικό του βράχο
στις πλάτες κουβαλάει

Πράξη Τρίτη

Ποτέ δεν ερωτήθηκε ο Χρόνος

αν θέλει έτσι αέναος και ατελέσφορος
να κυλάει

αν του δοθεί ποτέ η ευκαιρία
ν’ απαντήσει

αν ξυπνήσει ποτέ ο χαμένος Χρόνος
μέσ’ του Πλούτου το δίχτυ

να είστε σίγουροι

στους λεπτοδείκτες των ρολογιών μας
την αθανασία του θα καρατομήσει
και θ’ αυτοκτονήσει

είναι ο μόνος τρόπος για να σταματήσει

τον Καιρό μας

στην αιωνιότητα των χαμένων και λειψών στιγμών
να κυλάει

είναι ο μόνος τρόπος για να βεβηλωθεί
η μακαριότητα του Πλούτου

ως προφητεία και ως αρπαγή

του χρόνου της Ζωής

Νίκος Καχτίτσης, Δεκατέσσερα Νεανικά Ποιήματα

Old

Δεν ήθελα την αιωνιότητα
Καιρό μόνο ζητούσα

Δ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ

ΑΔΡΑΝΕΙΑ
 
Ο μολυβένιος ουρανός
μου σφεντονίζει ένα τρελό φεγγάρι
καταπρόσωπο,
κι η Γη
θρηνεί τα τέκνα της
που χάθηκαν
στα πορφυρά πεδία των μαχών.
 
Απόψε ο νους μου παέι
σ’ αυτούς που κάνουν το ταξίδι
Κορνουάλη – Σφαξ
Κι Αμβούργο – Άγνωστο.
 
ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ
 
Στάθηκα στην καμπή του δρόμου
στο βουνό με τα βράχια,
κι ένα βοσκόπουλο
μου πρόσφερε μαύρο
γλυκό ψωμί, νερό
και πικραμύγδαλα.
 
Λιβάδια ζοφερά την αυγή,
ομιχλώδη βουνά της Μουργκάνας,
τοπία νεκρά,
μου’ χετε κλέψει τα νιάτα
και το γέλιο.
 
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ
 
Τ’ ωχρό φεγγάρι
μοιάζει με το κεφάλι
ανήσυχου παιδιού
που ερωτεύτηκε
τη δασκάλα του
και μιάν άνοιξη πέθανε
από βλογιά
 
Απόψε ο μανιασμένος άνεμος
μου θυμίζει έντονα
νύχτες αγάπης
στην οδόν Αγίου Ανδρέου.
 
ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ
 
Είν έξοχη η στογμή
όταν ανοίγεις
το κουτί της φαντασίας σου
και ξεχειλίζουν αρώματα
μεθυστικά
θυμίζοντας σου
την από καιρό χαμένη βεντάλια της Πενθεσιλείας
που βρέθηκε απροσδόκητα ένα απόγευμα
σε κάποιο βελουδένιο κήπο …
 
Μα γρήγορα τα μάτια σου εξαντλούνται,
μια στιγμή ήταν αυτό, τίποτα παραπάνω,
και μονομιάς
όλα χάνονται :
οι ταινίες
τα γράμματα
τα ξηραμένα άνθη.
 
Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ
 
Μ’ αρέσει η φιλία
της ομίχλης
μ’ όλο που νιώθω
ένα υγρό φορτίο
αηδίας
στο λαιμό μου
όταν της κουβεντιάζω
 
Μα σαν αποτραβιέμαι
με σιωπηλά φευγαλέα βήματα
μες στα ερείπια,
τότε υποφέρω αληθινά
και μ’ αγωνία την περιμένω
να’ ρθει πάλι
με νέα οράματα
καινούρια μουσική.
 
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΨΗΛΟ ΚΑΠΕΛΟ
 
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία
ότι μια νύχτα καταθλιπτική
που θα πλανιέμαι ολομόναχος
σ’ έναν καταχνιασμένο δρόμο,
θα ξεπροβάλει κάποιο χέρι
απ’ το παράθυρο ενός μαύρου ταξί
και θα με πιστολίσει από μοιραίο
αναπόφευκτο λάθος.
 
Μα τέτοιο λάθος
θα’ ταν το πιο τέλειο
στη ζωή μου,
η τελευταία
κι εκλεκτότερη μου
εμπειρία.
 
ΑΔΕΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ
 
Λυκόφωτο γκρίζο
στην παγερή οδόν Αυτοκτονίας
κι οι ανεμοδείκτες
όλοι γυρνούν προς τον τάφο
εκείνου του υστερικού αηδονιού
που δολοφόνησαν χτές βράδυ.
 
Κάποιο γήινο μάτι
σέ μιάν απόμακρη γωνιά αυτού
του έρημου πάρκου κατασκοπεύει
τα χαλύβδινα αγάλματα
και τις μοναχικές σιλουέτες
που τριγυρίζουν δίχως λόγο
στα ομιχλώδη μονοπάτια
σφυρίζοντας πένθιμους σκοπούς.
 
Μόλις γλιτώσω
απ’ αυτήν την ασπρίλα
θα πρέπει ν’ αγοράσω ένα πιστόλι
για να σκοτώσω το φάντασμα
που κουρνιάζει στο κρανίο μου
και με κατηγορεί κάθε φορά που λείπω.
 
Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές
με χειρόγραφα στις τσέπες
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι
στο πλακόστρωτο του λιμανιού
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο
που δεν έρχεται από πουθενά
και που δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει
αφού δεν υπάρχει.
 
Όταν ήμουν παιδί
μισούσα ένα κοκαλιάρικο κορίτσι
και το βασάνιζα συνέχεια
μες στον περίβολο του κήπου.
 
Ύστερα από ‘ναν τρομερό σεισμό
που κλόνισε το νοσοκομείο
κι ολόκληρη την πόλη,
τα τζάμια του αδειανού κτιρίου
οι καθρέφτες και τα ανθογυάλια,
όλα κείτονται χάμω συντρίμμια
κι άνεμος κουβαλά
ένα σιδερένιο φέρετρο στον ορίζοντα.
 
Τεντώνει τ’ ωχρό του χέρι
να πάρει το ξεφλουδισμένο πορτοκάλι
από το πιάτο…
μάταια όμως˙ δεν μπορεί να το φτάσει.

*Από τη συλλογή “Τρωτό σημείο” που γράφτηκε από τον ποιητή στα αγγλικά με τον τίτλο “Vulnerable point”. Η συλλογή αυτή γράφτηκε το 1949, αλλά ευτύχησε να δει το φως της δημοσιότητας σε έκδοση του ίδιου του ποιητή στο Μόντρεαλ του Καναδά το 1968. Η ελληνική μετάφραση έγινε από τον ποιητή Γιώργο Δανιήλ.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Δ

_

Άνοιγε κόκκινο στη μνήμη:
μία ρωγμή στο τρυφερό
κουφάρι ενός κορυδαλλού.

α’

Δεν ήθελα να ξέρω τ’ όνομά της-
χαμογελούσε κ’ έπεφταν
στο πάτωμα τα δόντια
μιλούσε και το στόμα της μάτωνε λάθη.

Ένα κορίτσι στην κόλαση,
κάποτε μού συστήθηκε. Φορούσε
κάτασπρη τη γλώσσα και κρατούσε
το χέρι μου στο χέρι.

Έψαχνα στα τυφλά
τον δρόμο για την επομένη.

β’

Λίγο τα πριν μεσάνυχτα
και πίσω απ’ την κουρτίνα
ντυνότανε χοντρό κόκκινο δέρμα,
χτένιζε τα μαλλιά
κι άνοιγε το παράθυρο στο μέσα σπίτι
κ’ έτρεχε νύχτα.
“Τίποτα δεν είναι τυχαίο”, μονολογούσα,
“τίποτα”, και σηκωνόμουν το πρωί
με πόνους στο σαγόνι.

γ’

Τραβιόταν η Δ. στη γωνία
-τα πόδια της ως τον μηρό στην πίσσα-
γονάτιζε και σήκωνε τα μαλλιά
και τίναζε τ’ άστρα απ’ τον αυχένα.

Σαν να ‘νιωθα τι είχε συμβεί-
ξερίζωνα τ’ άσπρα κυκλάμινα
που είχαν προλάβει να φανούν
κάτω απ’ τη γλώσσα μου.

δ’

Φυσούσε μια πίσω φωνή και ζωντάνευε,
μούδιαζε το χέρι μου. Δεν άκουγα
νέα την απορία και αν αίμα
δικό σου ήταν και μάλιστα
σε φως ημέρας;

Δεν ήταν και ησύχαζα
μια ανάσα ελλείμματα. (Σκεφτόμουν ένα πρόσωπο
μαρτυρικά στο πρόσωπό μου: βιαστικά
βαλμένα αυτιά, κακοραμμένο στόμα
δανεικό μου) και δεν υπήρχαν εγκλήματα: πληγές
υποψία, πάτωμα στρωμένο τη βαριά, την απέριττη
νύχτα.
Και μάζευαν, μάζευαν τα χείλη της: διάβαζα “ρίζα”
και φυσούσε μια πίσω φωνή και διάβολε
Δεν ήταν και το χέρι στο χέρι της
επέμενε την άρνησή μου.

ε’

Κ’ έπρεπε τα χέρια μου ν’ απλώνω διαρκώς
διστακτικός εξίσου να πηγαίνω
στο πλήρες του φωτός ή και στο πλέον φυσικό
σκοτάδι γιατί δεν ξέρεις πότε θα χαθεί
το μέσα της απόστασης από μπροστά σου
και πώς η τύφλωση ανάγει
το θύμα της σε άγιο- βραχνός
εκείνος, όρθιος κοντά στο ξύλο
με το πρόσωπο, την ίδια κίνηση τη μία
μιλούσε πεπρωμένο
και μόλις άνοιγε σταυρό
το σώμα του, μαύρες, υπέθετα,
άναβαν οι φλέβες του βαθιά.
Και μάτωνα στον ιδρώτα,
πάγωνα, “φάσμα” ξεσπούσα
“φ ά σ μ α” τη φωνή μου
κι όπως το μέρος του παράφορος ερχόμουν:
ο τοίχος, ο κρυφός διάδρομός του-
βήματα κι άλλα βήματα ανέβαιναν,
έπαιρναν το κεφάλι.
[Το κρεμασμένο στόμα του,
που τύφλωση επανέλαβε
και χαμογέλασε τα δόντια μια σειρά,
κρατούσε τώρα έναν ρυθμό μεταλλικό
κ’ έγραφε σχήματα πουλιά
στον πυρετό ουρανό: το λιγοστό ταβάνι.]

στ’

Φαινόταν
η γυναίκα στον ξενώνα κ’ έλεγες μοιραζόταν
δύσκολη μεταμέλεια: καθώς
σε όνειρο τα χέρια της κινούσε-
γύριζε τους δείχτες,
έριχνε κόκκινα σκοινιά στις τέσσερις γωνίες
και μου περνούσε το παλτό
στους ώμους, άσπρα δάχτυλα, μαλλιά-
(πάντα απορούσα εκείνο
ένα άδειο κάθισμα με δύο
πράσινα, στον ίσκιο του κεφάλια)
– κ’ έδειχνε πάνω τη μισοφαγωμένη λάμπα.

ζ’

Κ’ έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ’ έβγαινε
κόκκινα σκοτεινό το στήθος-

ά ν ο ι γ ε κίτρινη βροχή
να πλύνει από το χέρι μου
το αίμα κ’ ένας άρρωστος
τόπος έκαιγε με τους σπασμούς
και τα σημάδια του

πώς εκείνο το φθινόπωρο: ξυπνώντας
σ’ ένα πυκνά τετράγωνα ύφασμα
και δίπλα στη γυναίκα-
τα δάχτυλά μου είχαν απότομα γεράσει
κ’ έπεφταν βαθιά στα μαλλιά της,
κ’ έτρεμαν και πήγαιναν ψηλαφητά ωσότου
μία τεντωμένη φλέβα

κι όλο σκεφτόμουν πέτρα
και δύσκολο ν’ αντιμάχεσαι την επιθυμία-
γιατί αυτό που θέλει με ψυχή το εξαγοράζει.
Κ’ έλειπε ξάφνου το άλλο σώμα.
Και πλέον ό,τι πάλευα στα μάτια μου να κλείσω:
μαύρα καρφιά και δέρμα
κ’ ένα βαθύ νερό στ’ αυλάκια της παλάμης.

η’

Και άσπριζε φοβερά
το χέρι της στο πρόσωπό μου
(στο μάτι ανάμεσα και την παλιά σπασμένη
ρυτίδα: ό,τι του δέρματος βρίσκοντας πέτρα)
– κ’ έτσι κρεμόταν κ’ έτριζε
και κάθε που έκανε απ’ το μέτωπο να φύγει τα μαλλιά
μου
θυμόμουν τοίχους πίσω: καθόταν
ήσυχη η γυναίκα στην καρέκλα της
και μέτραγε στα δάχτυλα σταυρούς, όταν
ξύλο κοκκίνισε στο σκοτάδι της πόρτας-
αμέσως τίναξε το χώμα από τα γόνατα,
σηκώθηκε από μνήμης κι άρχισε
να σέρνει δύο πόδια στίγματα
ρίζα βαθιά, ρίζα επιμένοντας, επαλη-
θεύοντας κατά την έξοδο εξόδους.

θ’

Κ’ έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ’ έβγαινε
κόκκινα σκοτεινό το στήθος.

Εγώ τη σάρκα σώπαινα σε μόλις μορφασμούς-
έστρεφα βλέμμα στην εικόνα:
κορυδαλλοί μαύρα λευκά φτερά
έπεφταν ένα γύρο και λογιζόμουν
νέφος το σώμα ηδονών- πυγμαίο φως
– θα με συντρίψει.

ι’

“Βάφτισε δέντρο το κορμί μου”, ψιθύριζε, “και δίχως
ενοχή
σκαρφάλωσε και κόψε
με δόντια τα κλαδιά ζωσμένα μίσχους,
λουλούδια και καρπούς.
Κι αν βρεις αγκάθια στα κλαδιά μου,
φωλιές εντόμων, ή και φίδια, να ξέρεις:
αυτά στον έρωτα χαρίζουνε μιαν αίσθηση κινδύνου”.

Ποτέ μου δεν την άκουσα κι ας την ποθούσα-

ήθελα νύχτα σαν την αποψινή
-το σώμα της μην έχοντας
πλάι στο δικό μου- να μπορώ
τον ίσκιο της να θυμηθώ.

ια’

Μες στον διπλό κύκλο γονάτιζες
και σήκωνες τα μαλλιά και κάλυπτες
ύφασμα μαύρο το κεφάλι-

ώσπου με βρήκες -νύχτα- παγωμένο:
να ‘χω τραβήξει τον ορό από τη φλέβα
να ‘χει φουσκώσει μες στα μάτια μου το αίμα.

[Αν προσευχήθηκες αργότερα για μένα
-από συμπόνοια ή έστω από συνήθεια-
δεν έμαθα ποτέ.]

ιβ’

Είχε πληθύνει το δωμάτιο ρωγμές και δείξει
κόκκινα στον τοίχο τα καρφιά-

σήκωνε -ελαφρά- τα βλέφαρά της: επιστροφή
(εκείνη μνήμη
δίχως αρχή) συνόψιζε σ’ ελάχιστη πράξη-

φθινόπωρο- βροχερό πρωινό στα τέλη Νοέμβρη –
να ‘χω τα μάτια της κτερίσματα

στη μέσα τσέπη του παλτού και άσπρα
τα χέρια μου για τον χειμώνα.

ιγ’

Στήθος μεσόκοπο και ζαρωμένο

το γάλα σου φτάνει γλυκό
στα χείλη μου και δίνει φως
στο μελανό μου σώμα

η μυρωδιά σου: εθισμός

ελεύθερα κυλά στις φλέβες μου
τριγμούς και ανάσες της θηλής σου

[Στόμα που μ ά ζ ε ψ ε κ’ έδειχνε λίγα τα δόντια
μιλούσε στη γυναίκα σκληρή την προσευχή.]

κ’ έσταζε
μαύρη λευκή φτερούγα του
στης πέτρας τις ραγάδες –

*Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Δ, εκδ. Ερατώ, 2006.

Μαρία Θεοφυλάκου, Σπίθα

sunny_day_flowers_hd_widescreen_wallpapers_2560x1600

Έξω από το τζάμι έτριζε
ο ήλιος του Μαγιού
και μέσα μελαγχολικά
φυλλοροούσε μια Άνοιξη
Που έκαιγε να ζώσει κάτι
Κάπου να ροβολήσει
Σαν υποψία ενός Αυγούστου,
δαφνοστεφανομένου αλμύρα
Μα είχε ξεχάσει το σκοπό
Πώς να πήγαινε άραγε

Nanja Noterdaeme, Το δάκρυ του βουνού

_

Δυο κοπέλες άναψαν το φιτίλι
του εικονοστάσιο το καντήλι
στην κορυφή του βουνού.
.
Πιο μακριά, ακούστηκε μια φωνή,
έκλαιγε ένα βιολί
για τον φίλο του το ακορντεόν
που τον ζήλευε από καιρό, του είχε
κλέψει τη πρωτιά και ήταν πράματα
αυτά;

Έλεγε ότι ήταν η αρχή του κόσμου
που δεν τελειώει ποτέ
κι εμείς δεν ξέραμε λες
και εμείς αναρωτηθήκαμε
στον κόσμο που δεν τελείωνε
τι θα έκανε η κλεψύδρα
όταν η μνήμη έχανε
τα λογικά της και έπαιζε κρυφό
με τις αναμνήσεις.

Κι εμείς δεν ξέραμε λες,
φοβόμασταν όμως, δεν ξέραμε
πότε θα ερχόταν το κακό,
πότε θα τελείωνε η ιστορία που δεν
τελειώνει ποτέ,
πότε θα επέστρεψαν
τα λυσσασμένα φαντάσματα,
τόσο ασήμαντα
στα μάτια του βουνού.

Ο καημός βογκούσε στη χαράδρα,
έσκισε τη ράχη της γης στα δυο,
ο ήλιος έτρεμε πάνω από το ποτάμι.