Συνταξιδιώες σε πλεούμενα,
βορά στου αγέρα τις ριπές
σε κύματα οργισμένα παραδέρνουμε,
πυξίδες τρελές χαράζουν πορείες
για τις ψυχές που φλέγονται.
***
ΚΑΛΟ ΔΡΟΜΟ
Αποχωρισμοί
στις αποβάθρες των λιμανιών.
Αποχωρισμοί
στους σταθμούς των τρένων.
Αποχωρισμοί
στις αφετηρίες των λεοφορείων.
Πράξη τελευταία.
Αποχωρισμοί
στις τελετές κηδειών.
***
ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ
Έρχονται στιγμές που ένα φέγγισμα
μια ακτίνα φωτός μες το δωμάτιο το κλειστό
πνοή ζωής για μένα το ρημαγμένο
εικόνα γυμνής θεότητας
απρόσμενη πανταχόθεν
τα κύτταρα διαπερνά ζώσα δύναμη ερωτική.
***
ΑΚΟΥΣ;
Ήθελα να σου πω…
Ακούς;
Οι ήχοι χρωματίζουν το χρόνο
Κρέμεται από μια κλωστή.
Ανταμώσαμε στο πλήθος
σιγοτραγουδούσε ελευθερία.
Ακούς;
Και αν το πέταγμα του γλάρου
πάνω από τα γαλάζια νερά
συναντηθεί με την ψυχή μας,
θα φέρει και άλλα θαλασσοπούλια.
***
ΣΚΕΨΕΙΣ
Είδωλα σε λιμνάζοντα ύδατα.
Σκιές προεκτάσεις στην παγωμένη άσφαλτο
ακολουθούν
σαν τις σκέψεις ονειροφευγάτων ανθρώπων.
***
ΑΛΛΗ ΟΨΗ
Τα μικρά και μεγάλα πάθη
ατέρμονα ηχούν
στα σοκάκια ξεχασμένων πόλεων,
καθώς η νύχτα σκιάζει.
Πυγολαμπίδες μιας άλλης όψης πραγμάτων.
*Από τη συλλογή “Σπορά”, Εκδόσεις Πικραμένος, Πάτρα 2007. Η έκδοση περιέχει και οκτώ σχέδια του Πολύβιου Σκουρλέτη.
We recognize eucalypts’ fragrance,
kookaburras, emus, and rare nestled koalas…
kangaroos’ graceful leaps beyond.
Despite the devastation of flood and drought,
and dread of bushfire’s smoke,
we know the joy of flowing rivers,
seas’ shimmering aqua and turquoise,
and nature’s ovations –
surf’s thunder upon rock.
With mottos of respect,
let’s work for peaceful outcomes,
and reflect upon a glorious environment.
My take on the subject of undoing gender perspectives – performed at my first feature in Kuala Lumpur at Gaslight Cafe for the If Walls Could Talk Poetry Open MIc.. Follow my artist page for more poetry updates – https://www.facebook.com/RochelleDsil…
~
κι αυτοί,
που ψάχνουν στις σκιές
της
σιδερένιας
μέρας
για τροφή
και οι άλλοι εις μνήμην τους,
κι εμείς σταυροφόροι ανήμποροι,
όλοι,
τον Βρούτο αναμένουμε,
γονατισμένοι
σε θεούς συμμορίες,
~
και τα τρελά ποτάμια των δρόμων τα χρόνια μεταφέρουν,
~
λες,
η αλήθεια
είναι,
πιστευτό το ψέμα τους ψιθυρίζω στη
γυμνή σου πλευρά
και πυροβολώ
τον λερωμένο μου καμβά:
η θεραπεία
ο δολοφόνος μου
~
μας βοσκούν με δυστυχία
και σκύβουμε
στα εκτροφεία της φλυαρίας
μας,
όλα είναι,
και τα σπίτια θύματα είναι σε συνοικίες στρατόπεδα
και οι έρωτες χωρίς πολεμοφόδια
στα δικτυακά φορεία,
οικόσιτες
προίκες θανάτου
τα
υπόλοιπα,
και χειροτερεύουν
Παραβίασες τα σύνορα
που έθαψαν
το γνώθι σαυτόν,
γκρέμισες φυλακές
πίσω από κουρτίνες
που πυρπόλησε
η σπίθα της οργής σου,
χωρίς ουρλιαχτά,
χωρίς ψιθύρους,
στο άψε σβήσε,
έτσι απλά
γέννησες φως
σαν αγκάλιασες
όσα δεν λέγονται
(μα γράφονται)
στο σκοτάδι.
Από το “Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας”
(Απόδοση: Γιώργος Μίχος)
Στην αγαπημένη μου φίλη Ενκαρναθιόν Λόπεθ Χούλβεθ
ΤΟ ΧΥΜΕΝΟ ΑΙΜΑ
Πως να το δω δεν θέλω!
Πες στη σελήνη που θα έλθει
πως να δω δεν θέλω το αίμα,
του Ιγνάθιο στον άμμο.
Πως να το δω δεν θέλω!
Η σελήνη πέρα ως πέρα.
Άτι από σύννεφα γαλήνια,
κι η αρένα γκρί του ύπνου
με ιτιές γύρω στις μπάρες.
Πως να το δω δεν θέλω!
Πως μου καίγεται η μνήμη.
Μηνύστε το στα γιασεμιά
με τη μικρή λευκότητά τους!
Πως να το δω δεν θέλω!
Του γέρου κόσμου η αγελάδα
πέρναγε μια θλιμμένη γλώσσα
πάνω από ένα μουσούδι αιμάτων
που ήταν χυμένα εκεί στο άμμο
και οι ταύροι του Γκισάντο
σχεδόν θάνατος και πέτρα
μούγκρισαν σαν δυο αιώνες
να πατούν γη απαυδησμένοι.
Όχι.
Να το δω δεν θέλω!
Απ’ τα σκαλιά πάει ο Ιγνάθιο
μ’ όλο το θάνατο στον ώμο
Έψαχνε το ξημέρωμα
και το ξημέρωμα δεν βρήκε.
Έψαχνε εικόνα σίγουρη,
και τ’ όνειρο τον ξεστρατίζει.
Έψαχνε τ’ όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.
Να το βλέπω μη μου λέτε!
Το ανάβλυσμα μη νιώσω
κάθε φορά και πιο σβησμένο
το ανάβλυσμα που φέγγει
τις κερκίδες για να πάει
στο βελούδο και στο αίμα
από το πλήθος που διψάει.
Ποιος κραυγάζει για να σκύψω;
Να το βλέπω μη μου λέτε!
Δεν τα έκλεισε τα μάτια
όταν τα κέρατα κοντά του,
μόνο οι τρομερές μανάδες
εσηκώσαν το κεφάλι.
Κι από μέσα απ’ τα βουστάσια
μυστικών φωνών αέρας
που έκραζαν ουράνιους ταύρους
επιστάτες χλωμής πάχνης.
Δεν είχε πρίγκιπα η Σεβίλλη
που να του συγκριθεί μπορούσε
και σπαθί σαν το σπαθί του
και καρδιά τόσο αλήθειας.
Σαν ποτάμι από λιοντάρια
θαυμαστή η δύναμή του,
και ωσάν κορμός μαρμάρου
η γραμμένη σύνεσή του.
Αέρας αναδαλούσιας Ρώμης
στόλιζε την κεφαλή του
και το γέλιο του ήταν νάρδος
από αλάτι κι ευφυΐα.
Τι ταυρομάχος στην αρένα!
Τι ορεινός πάνω στα όρη!
Τι απαλός μ’ όλα τα στάχια!
Τι σκληρός με τα σπιρούνια!
Τι τρυφερός με τη δροσούλα!
Τι λαμπερός με τη γιορτή!
Τι τρομερός στις τελευταίες
του σκοταδιού τις μπαντερίγιες!
Μα πια κοιμάται δίχως τέλος.
Και πια τα βρύα και τα χόρτα
με σίγουρα δάχτυλα ανοίγουν
το άνθος της νεκροκεφαλής του.
Το αίμα του πια τραγουδάει
πάνω από βάλτους κι από κάμπους
σε κρύα κέρατα γλιστρώντας
αμφίβολο, άψυχο στην πάχνη
μπλέκοντας με χίλιες πατούσες
σκοτεινή μακριά γλώσσα και θλιμμένη
μια μικρή λίμνη για να φτιάξει ξεψυχώντας
δίπλα στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
Ω τοίχε εσύ λευκέ της Ισπανίας!
Κι ω, εσύ του πόνου μαύρε ταύρε!
Ω σκληρό αίμα του Ιγνάθιο!
Ω των φλεβών του αηδονάκι!
Όχι.
Να το δω δεν θέλω!
Δεν είναι δισκοπότηρο να το ‘χει
ούτε και χελιδόνια να το πιούνε,
πάχνη δεν έχει του φωτός να το παγώνει,
ούτε τραγούδι και κατακλυσμός των κρίνων,
ούτε και κρύσταλλο να το σκεπάσει ασήμι.
Όχι.
Να το δω δεν θέλω!
***
ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΣΩΜΑ
Η πέτρα είν’ ένα μέτωπο που όνειρα στενάζουν
χωρίς να ‘χουν κυρτό νερό και πάγου κυπαρίσσια.
Η πέτρα είναι μια πλάτη στο χρόνο να την κουβαλάς
με δέντρα από δάκρυα κορδέλες και πλανήτες.
Είδα εγώ γκρίζες βροχές να τρέχουν προς τα κύματα,
σηκώνοντας τα τρυφερά και πληγωμένα χέρια,
για να μην γίνουν θήραμα της ξαπλωμένης πέτρας
που διαλύει τα μέλη της δίχως να τρέξει το αίμα.
Γιατί σωρεύει η πέτρα σπόρους και συννεφιές
τους σκελετούς κορυδαλλών, λύκους από ημίφως.
μα ήχους να βγάλει δεν μπορεί, κρύσταλλα και φωτιά,
μόνο πλατείες, πλατείες και πλατείες δίχως τοίχους.
Στην πέτρα πάνω κείται πια ο Ιγνάθιο με τ’ αστέρι.
Τέλειωσε πια. Τί έγινε; Κοιτάξτε τη μορφή του:
ο θάνατος τον κάλυψε με τα χλωμά του θειάφια
και του έβαλε μια κεφαλή σκοτάδι μινωταύρου.
Τέλειωσε πια. Και του περνάει βροχή από το στόμα.
Αφήνει ο αέρας σαν τρελός το βυθισμένο στήθος του,
κι ο Έρωτας, με δάκρυα από χιόνι μουλιασμένος,
ζεσταίνεται στην κορυφή πάνω των βουστασίων.
Τι λένε; Μόνο μια σιωπή με δυσωδίες απλώνεται.
Βρισκόμαστε μ’ ένα κορμί παρόν που όλο σβήνει,
με μια μορφή ολοκάθαρη που κάθονταν αηδόνια
και να γεμίζει βλέπουμε με τρύπες χωρίς βάθος.
Ποιος ζάρωσε το σάβανο; Δεν λέει την αλήθεια!
Κανείς εδώ δεν τραγουδά, δεν κλαίει στη γωνία,
ούτε σπιρούνια δεν χτυπά, ούτε το ερπετό φοβίζει:
εδώ δεν θέλω πιότερο από τα στρογγυλά τα μάτια
το σώμα αυτό να βλέπουνε χωρίς να ξαποσταίνουν.
Θέλω να δω μονάχα εδώ σκληρόφωνους τους άντρες
που τιθασεύουν άλογα και κυβερνάν ποτάμια:
άντρες όνειρο σκελετού κι εκείνοι τραγουδάνε
με στόμα από πυρόλιθο και ήλιο όντας γεμάτοι.
Εδώ εγώ θέλω να τους δω. Μπροστά από την πέτρα.
Μπροστά από το σώμα αυτό με τα σπασμένα γκέμια.
Θα ‘θελα να μου δείξουνε η έξοδος που είναι
γι’ αυτόν τον καπετάνιο εδώ που ο θάνατος τον δένει.
Θα ‘θελα να μου δείξουνε θρήνο ίσαμε ποτάμι
που να ‘χει καταχνιές γλυκές και να ‘χει βαθιές όχθες
το σώμα του Ιγνάθιο να πάρει να το χάσω
χωρίς ν’ ακούσει το διπλό λαχάνιασμα των ταύρων.
Που να χαθεί στην στρογγυλή πλατεία της σελήνης
που μοιάζει κτήνος ήσυχο όντας θλιμμένη κόρη.
Που να χαθεί μες στη νυχτιά χωρίς ψαριών το άσμα
και στα λευκά χαμόκλαδα της παγωμένης κάπνας.
Δεν θέλω να του κρύψουνε το πρόσωπο μαντίλια
να συνηθίσει με το θάνατο που πια θα κουβαλάει.
Πήγαινε Ιγνάθιο: Μην ακούς ζεστό το βρυχηθμό.
Κοιμήσου, πέτα, ανάπαυση. Κι η θάλασσα πεθαίνει.
σε άρχισα από τον μίσχο σου
κυλούσα ακόμα
από την πάνω επιδερμίδα
το δάχτυλο μεσόφυλλα
ύγραινα
στην πρωτοσκληρεϊδα
μεταξυλικά κατέβηκα σιγά
στου βλαστού σου το βάθος
σπογγώδες το πάθος
παρέγχυμα
στη δευτερεύουσα νεύρωση
υπέστησαν τα χέρια μου παράλυση
και μια επιθανάτια ώση τραγική
του έρωτος παύση
(2015)
***
Κι ο θεός είναι νεκρός
και τα μάτια σου ανοίγουν
κι ο θεός είναι νεκρός
σε μια στιγμή μπορούν να αλλάξουν όλα
και μέσα από το στόμα σου
βγαίνουν παράσιτα λύονται προς τα έξω
μία βία από το λάρυγγά σου που κόβεται
η αθωότητά σου δεν βρέθηκε ποτέ
δεν υπέγραψες υπεύθυνη δήλωση
υπάρχεις ή και όχι
είναι δημοκρατική απόφαση
μη φοβάσαι κι ο θεός είναι νεκρός
η γλάστρα είσαι στον διάδρομο
αναμονής προβλεπόμενων γεγονότων
θα πεθάνεις εδώ ή εκεί
κάθε διάβαση είναι μονόδρομος
και κάθε σπίτι κρύο και κλειστό
δεν μιλάς δεν απαντάνε
κι ο ήλιος εκεί πάντα σταθερός
φτιαγμένη από το σάλιο ξένων στομάτων
δύο συν ένας δώρο εραστές αδιαρκείας
το φως τονίζει πιο έντονα τη μοναξιά σου
κι ο θεός είναι νεκρός
αυτό κι αν είναι κέρμα
`
Χαρτάκια. Εναλλακτικά φέιγ-βολάν για πορείες. Πολεμοφόδια για εθισμένους. Εφημερίδες για φυλακισμένους. Τα κρατάς βαθιά μέσα στην τσέπη σου, τα κρεμάς στον τοίχο. Βγάλτε τα ρολόγια από το σπίτι∙ μετρήστε τον χρόνο με ‘χαρτάκια’.
`
περασμένα μεσάνυχτα ψέλισσα «ελευθερία» κι έβαλα το ξυπνητήρι στις 7
`
Αυτές θα μπορούσαν να είναι οι οδηγίες χρήσης της τρίτης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Πρεβεδουράκη – μετά το Στιγμιόγραφο (Πλανόδιον, 2011) και το Κλέφτικο (Πανοπτικόν, 2013) – με τον τίτλο χαρτάκια (Πανοπτικόν, 2016), ένας όρος πυροτέχνημα που πυροδοτεί όλα τα σύντομα ποιήματα/επιγραμματικές φράσεις/μοντέρνα γνωμικά/αφορισμούς που βρίσκουμε στις σελίδες του.
`
με κίνδυνο να εξαϋλωθώ κοιτάζω την ώρα
`
Η ποίηση δίνει νέο σκοπό στη γλώσσα που χρησιμοποιεί.
`
τι κι αν οι λίμνες αποξηράνθηκαν εμείς συνεχίζουμε το κουπί μας
`
Η επιλογή της γλώσσας αυτής – λέξεων, ρυθμού, ήχων, κενών διαστημάτων, ορολογίας, αποσπασμάτων από άλλα κείμενα – γίνεται τόσο πιο συνειδητή για τον αναγνώστη εξαιτίας της συμπύκνωσης του λόγου σε μια μικρογραφία κειμένου, που είναι συχνά το ποιητικό κείμενο.`
[ένας μετρ του είδους του, δίχως αντικείμενο πια]
`
Η παράθεση αυτού του μείγματος λόγου στο ποίημα κάνει τον αναγνώστη να αναγνωρίσει, να ανακαλύψει ή να εφεύρει νέους τρόπους με τους οποίους τα στοιχεία του λόγου αυτού συνομιλούν μεταξύ τους και έτσι να διευρύνει ένα βήμα ακόμη τη φαντασία του αλλά και τον τρόπο που η λογική συνυπάρχει δημιουργικά με τη φαντασία.
στο δάσος είμαστε οι λύκοι είναι σαφείς και τα ζαρκάδια συγκεκριμένα
`
Η ποίηση, θα λέγαμε, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε περισσότερα πράγματα για εμάς, τους γύρω μας και την πραγματικότητά μας, όλα εξαιτίας του συνειδητού τρόπου με τον οποίο προσφέρει ένα μείγμα προσεκτικά διαλεγμένων στοιχείων από αυτά που, συγκεντρωμένα, δημιουργούν τον κόσμο μας.
`
μήπως το μόνο που κατορθώσαμε ήταν ν’ αποστηθίσουμε την ενέδρα;
`
Η ποίηση έχει μια ιδιαίτερη ενέργεια αφού καταφέρνει να τροποποιεί το γύρω μας και το πέρα και, εάν προσθέσουμε σε αυτό τη διαπραγμάτευση που πάντα υπάρχει ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία και τους περιορισμούς που εκείνη αντιμετωπίζει – είτε αυτό είναι κανόνες είτε τυχόν υλικοί περιορισμοί – τότε μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί όλα αυτά που μπορεί να επιτύχει το ποιητικό κείμενο λαμβάνει νέες διαστάσεις όταν το κείμενο αυτό δείχνει να παραδίνεται σε κάποιο άλλο είδος γραφής, σε κάποιο άλλο ύφος, σε κάποιον άλλο μηχανισμό.
`
κατάθλιψη τύπου «λίμνη της Βουλιαγμένης» (με παπάκια μέσα)
`
Όταν το ποίημα μοιάζει με απόκομμα εφημερίδας, παρουσιάζεται σαν άλλο γνωμικό, καθρεφτίζει την πραγματικότητά μας μέσω των πιο καθημερινών υλικών, τότε όλα όσα μπορεί να καταφέρει εκρήγνυνται.
`
τα τριζόνια δεν μεταπείθονται αμέτρητα χρόνια εξέλιξης
ένα το πλήκτρο τους και το πατούν
`
Α, και όλα αυτά με πολύ χιούμορ.
`
σκέψου τι σόι συμπλέγματα θα κουβαλάνε οι στιγμές που προηγούνται της μεγάλης.
` *Η Κωνσταντίνα Γεωργαντά είναι συγγραφέας του βιβλίου Conversing Identities: Encounters Between British, Irish and Greek Poetry, 1922-1952 (Rodopi, 2012). Εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικής φιλολογίας και είναι επιστημονική συνεργάτης του τμήματος Αγγλικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου διδάσκει Αγγλόφωνη Ποίηση του 20ού αιώνα και Λογοτεχνική Μετάφραση. Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο “Ρακοσυλλέκτης χρόνος” κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πανοπτικόν τον Ιούνιο 2015. Από το Μάιο 2014 λειτουργεί μαζί με την αρχιτέκτωνα Κανελία Κουτσανδρέα τη σελίδα http://www.athensinapoem.com αφιερωμένη στη συλλογή υλικού πάνω στην ποίηση της αστικής εμπειρίας με κέντρο την Αθήνα.