Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα, Φάνης Παπαγεωργίου

Γράφει ο Θάνος Γώγος

Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα (εκδόσεις κουκούτσι) είναι το δεύτερο βιβλίο του Φάνη Παπαγεωργίου (προηγήθηκε το πλυντήριο άστρων, εκδόσεις λογότεχνον).

Έναν ποιητή πρέπει να τον απασχολεί όχι μόνο το τι θέλει να πει , αλλά πώς θα εκφράσει αυτό που θέλει να πει και είναι αυτό ακριβώς το πώς για εμένα που διαχωρίζει την ποίηση από απόπειρες ποίησης και ποιητικές σκέψεις .Αυτό που εδώ ονομάζω πώς , μπορώ να το χωρίσω στα δύο. Από τη μία τα καθαρά τεχνικά χαρακτηριστικά (η ροή του λόγου, η αφαιρετικότητα, η επιλογή της δομής του λόγου, με λίγα λόγια το καλούπι που θα μπει μέσα η ουσία, το σχήμα των ποιημάτων.) Το δεύτερο πώς είναι η μορφή της έκφρασης. Το αν θα στοχαστεί και θα γράψει στίχους με πλήρη συνείδηση, αυτό που νομίζει πως γνώρισε μέσα από τη παρατήρηση και την ερμηνεία , αυτό που ένοιωσε και η ανάλυση του. Ή θα γράψει μέσα από τις αισθήσεις, συνδυάζοντας κομμάτια συνειδητής σκέψης και αφήνοντας παρορμητικές εικόνες ελεύθερες , χωρίς να γνωρίζει και ο ίδιος γιατί ακριβώς σε κάθε σημείο έδεσαν συγκεκριμένες λέξεις και εικόνες. Αν αυτό το πώς είναι επιτυχημένο θα πρέπει το αποτέλεσμα να είναι προσιτό στις αισθήσεις και ως ένα σημείο προσιτό στη λογική, όση προσιτή είναι μια πράξη που συμβαίνει μπροστά μας και μας προκαλεί κάποια παραπάνω σκέψη ή συναίσθημα χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα άλλο. Το δεύτερο πώς ωστόσο πρέπει να μπει μέσα στο πρώτο , το ελεύθερο το ασυγκράτητο πρέπει να μπει μέσα στην αυστηρότητα της δομής . Να συνυπάρξουν σε ένα

Συνήθως στα πρώτα βήματα ενός ποιητή αναγνωρίζουμε την ποιότητα στο τι θα πει και βλέπουμε τη δυσκολία στο πώς. Μάλιστα το καθαρά τεχνικό τμήμα του λόγου είναι συνήθως αυτό που δυσκολεύει περισσότερο έναν νέο ποιητή .Η περίπτωση του Φάνη Παπαγεωργίου ωστόσο είναι διαφορετική. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του πρώτου του βιβλίου είναι τόσο ώριμα που σπάνια συναντώνται σε βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου . Στο τι ήθελε να πει και η μορφή της έκφρασης παρουσίαζαν μια μικρή αδυναμία. Ο Παπαγεωργίου με το βιβλίο του η θάλασσα με τα 150 επίπεδα πετά από πάνω του αυτές τις αδυναμίες και δεν βρίσκω κανένα λόγο αν ένα βιβλίο το κρίνουμε ως μόνο, χωρίς ηλικιακά κριτήρια( κριτήρια που αγαπούν πάρα πολλοί στην Ελλάδα)να αναφερόμαστε σε ποίηση νέου λογοτέχνη. Είναι μια ποιητική συλλογή ώριμη από κάθε άποψη, από κάθε γωνία.

Η Θάλασσα με τα 150 επίπεδα είναι ξεκάθαρα πρώτα ποίηση από τις αισθήσεις για τις αισθήσεις. Η επιθυμία ανταγωνίζεται την πραγματικότητα και ανά στιγμές δημιουργεί τον τρόπο αποδοχής της πραγματικότητας .Όλα τα στοιχεία της φύσης, οι δρόμοι των πόλεων στέκονται σαν φόντο ή σαν βάση της δράσης. Χιλιάδες μικρά εργαλεία γύρω μας να χτίζουν τη σκηνή να χρωματίζουν τον ψυχικό κόσμο του ποιητή και των υποκειμένων που καταπιάνεται. Ακόμα και η μελαγχολία ή ήττα , συναντούν αισθητικά τον τρόπο που χάνουν οι επαναστάτες ή οι ερωτευμένοι

“Η γυναίκα μου…. ..

Όταν πεθάνει θα της ράψουν τα μάτια
Και θα τις καρφώσουν από ένα φεγγάρι σε κάθε ένα
Για να έχει νόημα η νύχτα

———–

“Σε λίγο ο δρόμος θα ξεφόρτωνε οχήματα
Ο ουρανός θα ξεφόρτωνε άστρα
Ο λόφος θα ξεφόρτωνε βουνά
Το χρέος θα ξεφόρτωνε ανθρώπους
Η γη θα ξεφόρτωνε τη κίνηση της

Μόνο φως κι ούτε σκιά
Ούτε φιλιά ούτε τίποτα

Το Βερολίνο δεν υπήρχε
Ούτε και το τείχος “

Η παραδοχή πως το φως μπορεί να είναι η πραγματικότητα
Άρα η αλήθεια άρα η ήττα

Ο Φάνης Παπαγεωργίου μέσα από την ποίηση του δείχνει τις καταβολές του. Ανήκει στην τελευταία γενιά ανθρώπων στη χώρα μας που πολέμησαν στον δρόμο για τις ιδέες τους. Μέσα από εικόνες δεν αποδέχεται την κοινωνία της εικόνας. Η διαφορά είναι πως όλο αυτό έρχεται επαγωγικά, το νοιώθει ο αναγνώστης. Ο ποιητής δεν είναι σίγουρος , δεν μας ωθεί προς κάποια κατεύθυνση συνειδητά και αυτό κάνει την ποίηση του και τη κουλτούρα του για τον έρωτα και την επανάσταση πολύ πιο αυθεντική από κάποιον που γράφει αυτό που αποκαλούν στρατευμένη ποίηση

Η επανάσταση και ο έρωτας και η απώλεια είναι η βάση ατέλειωτων ποιητικών συλλογών. Είναι όμως και η βάση αναρίθμητων ανθρώπων. Πάντα η ποίηση θα έλκεται ή θα πενθεί ή θα προσπαθεί να ερμηνεύει, να καταγράφει, όσο οι άνθρωποι ερωτεύονται χωρίζουν επαναστατούν ονειρεύονται ,πενθούν και πεθαίνουν. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο ποιητής δείχνει να έχει χάσει την πίστη του στην επανάσταση, στα κινήματα και ωθείται πιο δυναμικά στον έρωτα, όπου και εκεί δεν υπάρχει καμια σιγουριά παρά μόνο χαρές λύπες απελπισία και ελπίδα . Πιστεύω πως το ερωτικό στοιχείο της συλλογής είναι κυρίαρχο και αυτό γιατί ο έρωτας και η επιθυμία για επανάσταση είναι συνδεδεμένες .Το προβληματικό για τον ποιητή και όχι για την ποίηση του, είναι, πως ο ποιητής δεν έχει χάσει την πίστη του στις ιδέες αλλά στους φορείς τους, στους ανθρώπους και στον εαυτό του , σε όσους απέτυχαν και η κοινή λογική έρχεται πως κι o έρωτας είναι ακόμα πιο ανθρώπινος.

*Από την Θράκα στο http://www.thraca.gr/2017/05/150.html

Rainer Maria Rilke, Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους

Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους

και παρασέρνουν τα πάντα στην αδηφάγα τους βιάση·

θραύουν τη ζωή των ζώων σαν ξύλο ξερό

αναλώνουν λαούς ολόκληρους στη βάσανό τους.

Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιαν επιστήμη κίβδηλη

πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής
κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους

αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα.

Επιδείχνουν την αναίδεια τους σαν εταίρες

και ζαλίζονται μες στο θόρυβο του μετάλλου και του γυαλιού.

Προχωρούν αδιάκοπα κυριευμένοι από μια πλάνη που τους ωθεί εκτός εαυτού.

Ο χρυσός κυβερνά τυραννικά και φθείρει όλες τις δυνάμεις τους…
Και μόνο με το μαστίγιο του αλκοόλ και άλλα δηλητήρια

εμμένουν στη στείρα ταραχή τους.

Οι φτωχοί υποφέρουν κι αυτοί, υπόδουλοι σε τούτο το ζυγό

κι όλα όσα βλέπουν τους καταπονούν.

Αισθάνονται στο πετσί τους τα ρίγη του πυρετού

και τριγυρνούν τη νύχτα σαν ψυχές κατάδικες·

είναι απόβλητοι μαζί με όλη τη φύρα της πόλης

και γεννούν την απέχθεια σαν το ψοφίμι το αφημένο στον ήλιο.

*Από τη συλλογή «Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου». Επειδή το ποίημα μας άρεσε, το πήραμε από τη σελίδα του φίλου Αλέξανδρου Μικρού στο facebook, όπου δεν αναγραφόταν μεταφραστής ή άλλα στοιχεία.

Ομάδα Από Ποίηση, Τρία ποιήματα

ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ

Το πρωί θα ξυπνάς το μεσημέρι
Θα πλένεις το μοναδικό σου πιάτο
Δεν θα σε ευχαριστούν τα λόγια
Θα κατουράς
δύο με τρεις ώρες ή και παραπάνω
Θα φοράς τις παντόφλες σου
ένα βρόμικο μπλουζάκι
χωρίς βρακί
Δεν θα σε νοιάζει
Θα γεμίζεις αργά τα δοχεία με νερό
Κι ας βρέχει
Εσύ θα τα ποτίζεις
Έπειτα θα ’ρχεται η νύχτα
Θα χτυπά επίμονα το τζάμι
Θα γρατζουνάει με τα νύχια της
Δεν θα της ανοίγεις
Θα της βγάζεις στο μπαλκόνι
το μοναδικό σου πιάτο να φάει
και νερό
Καλόμαθε τώρα και σου ’ρχεται κάθε βράδυ
να την κοιμίζεις στο κρεβάτι σου Ορίστε μας!

***

Μ’ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕΣ

Μύριζα το φεγγάρι, καιγόταν
δεν γύριζα το κεφάλι, ψήλωνε η σκια σου
κάτι έτριξε, δεν έτρεξα
δεν θ’ αφήσω το φεγγάρι να βγει
Αν είσαι λύκος
βγάλ’ το με το ουρλιαχτό σου

Μια νύχτα μ’ έσυρες στη σπηλιά
δεν το ’χω μετανιώσει
Ακόμα μ’ ανατριχιάζει η δαγκωματιά σου

Το πρωί σε είδα, φυλούσες πρόβατα

***

ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΞΩΤΙΚΑ

Τα όπλα μας από χαρτί κι οι λέξεις μας λεμόνι
Οι νύχτες μας κατάσαρκες ενδοφλέβιοι οι έρωτές μας
Πράσινοι είμαστε, όλο αγκάθια
Τρίποδα σκυλιά, γάτες-Κύκλωπες
σπίτια-θανατηφόρα μανιτάρια:
Έλα για καφέ! ,
Τρέχουμε πάνω κάτω για το μεροκάματο
κι ας έχουμε κάσες με λίρες χρυσές
θαμμένες στις αυλές
Μας συναντάς κυρίως στο μέτρο
δεν μπαίνουμε στους συρμους, περιμένουμε.
Αυτή είναι η βασική μας δουλειά
γι’ αυτό μένουμε πάντοτε «ετών δεκαέξι»

Γελάμε κρυφά όταν μας ρίχνετε ψίχουλα
τ’ αφήνουμε για τα πουλιά
Γιατί, φίλοι μου, εσείς κατοικείτε στον κόσμο μας
όχι εμείς στον δικό σας

*Από το βιβλίο “Υπέρ Ονειρίας ΙΙ”, της Ομάδας Από Ποίηση, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012. Στον τόμο αυτό συμμετείχαν οι ποιητές Αντιόπη Αθανασιάδου, Αγγέλα Γαβρίλη, Λένα Καλλέργη, Μαρία Κατσοπούλου, Λία Μέξα, Πέννυ Μηλιά και Ηλίας Σεφερλής.

Nikanor Parra, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Μέτριου αναστήματος
με μια φωνή ούτε λιανή ούτε χοντρή,
ποωτότοκος γιος ενός δασκάλου
και μιας μοδίστρας μαγαζιού συνοικιακού
αδύνατος εκ γενετής
μόλο που εκτιμάει το καλό τραπέζι
με μπασμένα μάγουλα
και μάλλον μακριά αυτιά·
με τετράγωνο πρόσωπο
που σ’ αυτό μόλις και ξεχωρίζουν τα μάτια,
και μια μύτη πλακουτσωτή κρεολού πυγμάχου
σμίγει το στόμα ειδώλου των Αζτέκας
-όλα αυτά λουσμένα
από ένα φως δυσπιστίας και ειρωνικό-
ούτε πολύ έξυπνος αλλά ούτε και τελείως βλάκας
ήμουν αυτό που ήμουν: ένα μίγμα
από ξύδι και λάδι φαγητού,
ένα αλαντικό από άγγελο και ζώο!

***

ΓΑΛΑΝΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

-Πάει μια ώρα που είμαστε εδώ
Αλλά πάντα απαντάς το ίδιο·
Πας να με παλαβώσεις με τ’ αστεία σου
Αλλά τα ξέρω απ’ έξω.
Δεν σου αρέσουν τα μάτια μου, το στόμα μου;
-Ασφαλώς και μου αρέσουν τα μάτια σου.
-Αλλά γιατί δεν τα φιλάς τότε;
-Ασφαλώς και θα τα φιλήσω.
-Δεν σου αρέσουν το στήθη μου, τα μπούτια μου;
-Πώς είναι δυνατό να μη μου αρέσουν!
-Τότε γιατί δεν κάνεις κάτι;
Άγγιξέ τα, επωφελήσου.
-Δε μου αρέσει να τ’ αγγίξω με το ζορι.
-Τότε γιατί μ’ έκαμες να γδυθώ;
-Εγώ δεν σου είπα να γδυθείς.
Μονάχη σου γυμνώθηκες:
Ντύσου, πριν έρθει ο άντρας σου.
Άφησε τις κουβέντες
Ντύσου, πριν έρθει ο άντρας σου.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα, Ποιήματα και αντιποιήματα”. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος. Εκδόσεις Εκάτη, 2002.

Brianna Bullen reviews Nikos Nomikos’s Noted Transparencies

Noted Transparencies
by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

These events told by, the pen of my life, are personal transparencies
that note, the deep voice of the heart, as the years roll by, beneath the
light of divine economy.

Honest and intimate, transparency is the term and practice giving Nikos Nomikos’s Noted Transparency (or Σημειωμένες Διαφάνειες, pronounced ‘Simiomenes Diafaneies’) its immediate impact. Born in Alexandria, Egypt in 1934, Nomikos has published nine poetry collections, with Noted Transparencies the later work of a mature artist. The maturity invoked creates a sense of life lived, of a past haunting a present. The collection contains 30 poetic vignettes, all, with one exception, revealed and written ‘in the mute hours’ of a single night. Out of these night surges the remembrance of a formative childhood moment on the edge of the Nile. Published bilingually by Owl Publishing, its original Greek has been placed parallel to its translated English, marking the first time Nomikos’s work has been available in English, while emphasising that what is being read is a mediated reconstruction of Nomikos’s vision. It has been collaboratively translated by George Mouratidis to convey storytelling over the rhythm.

It moves between dualisms, revealing them to be encompassing each other in paradox: youth and age, liminality and transcendence, memory and reality, creation and destruction, a lifetime held within a single night. The simplicity of Nomikos’s language opens up to a religious enrichment and complex worldly knowledge. Mysticism is contained within the corporeal world. Absence becomes a presence, nostalgia for an imagined past a pleasurable punishment. The ‘rosy coloured springtime’ carries ‘the winter of Persephone’: life and its end mutually constituting forces, not discrete entities.

Nomikos’s work is one of return: to childhood, to that moment on the Nile, to faraway times, teachers, possibilities and homelands he has never experienced, and ultimately to God. Nomikos belongs to two prominent writing traditions: Alexandrian-Greek poetry, and ‘first-generation’ Greek-Australian migrant writing. The experience of migration and diaspora is integral to his ultimate concept of return, written as a fragmentary and self-alienating process that needs to be addressed and reconciled.

In any case, no matter whom I asked, nobody knew to tell me, why
they invited us, to this different land.

One process Nomikos offers for reconciliation is through religion. Figures, practices and symbols from Greek Orthodoxy suture the fragments. Central to Nomikos’s vision is the figure of a ‘towering lord-like man, with a parchment spread across his chest.’ Although this figure makes him feel like an ‘ant,’ bringing with him the unknown sublime and ungraspable ‘old, happy world to which (Nomikos) once belonged,’ this figure is not intrinsically negative. This ambivalent figure promises finitude, connection, reassurance and an end to material desire. In this vision, all are moving towards an apocalypse. But even this apocalypse becomes a potential point of return and shared connection between humankind.

While faith is integral to Nomikos’s experience of the world, he acknowledges that the self shifts with time, the world, and chance:

It might have been different, my days’
journey, and subsequently my life might also have been, at
a different course, but due to the war of
1940, and its tragic events, I had put to great trouble
my personal lifeguard, bless him.

Here, religion, myth, and memory create and centre a very personal world, inventing and interpreting both the past and present. While some use these narratives to console and protect, others, as shown in one of his more striking fragments, use them to excuse and conceal:

With the unjustifiable War, for commonplace morality, against
the former Paradise, of Mesopotamia, Iraq,
I felt the same pain, which blackens the hearts of
people, as they run to hide, from the salvational
bombings, and of course in the name of God, as
the great criminals usually tell us.

One way of overcoming selfish inhumanity is offered through self-renunciation. Quoting Nikos Karouzos, another Greek poet Nomikos chanced to meet, ‘I have nothing and I am free,’ Nomikos’s highlights his practice of worldly asceticism, which permeates the pieces. Contemplating ‘at which height is a human being able to / reach his stature, amidst the blows lovingly proffered to him by his good / fortune,’ perhaps Nomikos speculates that it is only with self-imposed limitations on the self that ‘self’ can truly be revealed and given the space to roam free in ‘the decency of spiritual light.’ This is encapsulated in the physicality of his study-room: ‘three by three, / but with vast ascetic dimensions, / full of fires and passions.’

Protagoras’s ‘Man is the measure of all things,’ a humanist standpoint of individual, not absolute truth, is the second tenet of Nomikos’s poetry and worldview. Nomikos is respectful of the ‘permanent binoculars’ (29) through which life is viewed, ‘everywhere and always, within the boundaries of my own/world.’ This leads to accountability and the ethical ability to read the self. The wisdom and classically refined lines of Nomikos make for a beautiful reading experience. Efforts such as these of Owl Press should be made to retain Nomikos’s original Greek, but it would be a welcome joy to see more of this poet’s experiential work become available to a wider audience through translation.

*Brianna Bullen is a 2017 Deakin University creative writing PhD candidate planning on writing a thesis involving posthumanism, science-fiction, neural implants, memory and materiality. Works of a speculative nature imagining possible futures, and those focusing on the body, greatly appeal to her. Her honours thesis focused on clones, robots and art. She has had fiction and poetry published in Wordly, Imagine Journal, LiNQ, NoiseMedium, Verandah, Voiceworks, with arts criticism in Buzzcuts.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Στρατής Παρέλης, Τέσσερα ποιήματα

είναι οι ηθικές που μας σώζουν, είναι οι ηθικές;

δρουν σύγχρονες αγχόνες
σε μια άκαιρη εποχή
φλεγματικά φερέφωνα σπέρνουν ειδήσεις παθιασμένες
περί του δίκαιου των προδοτών-
κι η πατρίδα χωλαίνει·
τί να ξέρω από φυλές που σπαράσσονται όταν
μες την ρουλέτα τρέχει κατά πως θέλουνε οι κρατούντες, η μπίλια;
είναι οι ηθικές που μας σώζουν, είναι οι ηθικές;
προσκολλούμαστε στα βαθιά σύνορα
των δίκαιων ονείρων..

******

νέα μουσική…

το πιάνο σβήνει στην κουζίνα,
διασκελισμούς αντήχησης κάνει η μουσική,
νότες συντάσσονται σε τάγματα και νικούν
την μοναξιά
κατά κράτος,
καταλαμβάνονται οι επαρχίες
του βορά,
ανατινάξεις χαρούμενες τρέπουν τα χρώματα σε ωφέλιμα,
ζωγραφική και των λεπτομερειών,
όπως κι η ποίηση που έγινε
βραδύκαυστη
και κομίζει νέα ουσία
στο βαλτωμένο εγωιστικό βασανάκι μας
που πάλιωσε και πια
συγκινεί γέροντες λόγιους και κυρίες
που έμειναν σαν απολιθωμένες να αναπολούν
στιχάκια αβρά και μες το μέλι τους
μπαγιάτικα.

****

κι η σκέψη αποδεικνύεται ταξίδι κι η σιωπή

κι η σκέψη αποδεικνύεται ταξίδι κι η σιωπή
και το να μένεις άφωνος ανάμεσα σε κείνα που σε αγαπούνε
πράγματα βουβά, αγαλματένια, μέγας πηγαιμός.
ύστερα ξημερώνει και βραδιάζει· παίρνουν τον δρόμο τους τα γεγονότα·
είσαι επάνω στον πλανήτη ονειροπόλος, θέλοντας
να σμίξεις όλα τα φωνήεντα, τις φρυκτωρίες
των ματιών, καθώς ο έρωτας σε πλησιάζει για να δοκιμάσει
στην καρδιά σου την γλυκιά υποταγή
σε ένα όνειρο που βγαίνει πάντα ποιο θλιμμένο μιας
και όλες οι προσδοκίες σου θα βγούνε λανθασμένες- πικρά
σε πάει ο χειμώνας..

***

γερνάω αφήνοντας εκτεθειμένο το επιφώνημα

χωρά τί σε τί- είναι
αστεία αυτά τα περισκόπια: χωρούν
τον θάνατο αλλά
δεν χωρούν την όμορφη ζωή·
λέγοντας τα ωραία μας κυλάει
κάποτε ο χρόνος- μια αισιοδοξία
ανθισμένη
σ’ έναν κήπο αισθημάτων, μια
ατέρμονη χαρά, φέγγος
μες την συνείδηση, σε βρίσκω
πίσω από πράγματα που φθείρονται, σε έχω
εικόνα στο μυαλό, την ώρα
που γερνάω αφήνοντας εκτεθειμένο
το επιφώνημα
φωτίζεται ο δρόμος που θα πάρεις
στον μέλλοντα όπως και να ‘χει θα συναντηθούμε
ξυπνώντας μαζί σε μία κάμαρα που απ’ το μπαλκόνι της
τον μέγα ήλιο αντικρίζεις
που σου γελά.

*Τα ποιήματα και η φωτογραφίa της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://stratisparelis.blogspot.com

Γρηγόριος Σακαλής, Χαραυγή

Μελαγχολικές
δεν είναι μονάχα οι Κυριακές
είναι κάθε μέρα
που είναι γεμάτη σύννεφα
κι ο ήλιος έχει χαθεί
απ΄ τη ζωή των ανθρώπων
μελαγχολικές είναι οι μέρες
που βρέχει απελπισία
και η ελπίδα έχει κρυφτεί
τόσο τέλεια
που λες και δεν υπάρχει
είναι βαριές οι μέρες
του καιρού μας
σαν να συνωμότησαν οι μοίρες
και η τύχη
χθόνιες δυνάμεις επικράτησαν
πάνω στις πολιτείες
αγγελικοί δαίμονες
τα σώματά μας λύγισαν
οι ψυχές μας πληγώθηκαν
κι όλοι μας περιμένουμε
μια νέα χαραυγή
μα δεν θα ΄ρθει μόνη της.

Κώστας Ρεούσης, Έξι ποιήματα

THE GUARDIAN GARDEN

Πρωινό του Ορφέα πλέον
Κάθε έξοδος γυρίζει αθόρυβα
Έως πανηγυρικά την πτήση
Καθώς το σκεύος χαλκεύεται
Σ’ ανίερες συμμαχίες τ’ ασήμι.

EL ESTOMAGO

Άτσαλα κουρεύτηκε η μέρα
Πετσοκόβοντας την ψυχή
Με την οκά στα παζάρια του
Νότου διακονεύει το σούρουπο.

SAMBA CANTINA

Ν’ αρχίζει με λικνίσματα
Της αιώρησης που κρύβεται
Το ζήτα χρώματα πολλά
Χρώματα.

ΣΚΟΤΟΔΟΤΗΣ

Ταραγμένος από έμβρυο
Τις πέτρες αιώνων
Θαλάσσης
Γλειμμένων
Μετέχω.

Η ΚΑΜΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΓΚΟΥΡΟ

Ο δρόμος φαντάζει μπάσταρδος
Ώστε ο καταρράκτης πλήρης νερών
Να συνοδεύει το δερβίση στις πηγές του
Νείλου
Ορατά των ανθρώπων τεκμήρια
Τόνοι παπύρων βρεγμένοι.

27.07.2000

Σάστισα με τον καιρό
Ο αχαρακτήριστος
Μεστός αριθμών αν
Όχι νερών
Όντας πνιγμένος
Πλέοντας.

*Από τη συλλογή “Ενα τσεκούρι κάθεται στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πέντε ποιήματα

ΚΑΤΑΣΑΡΚΑ

Φορώ κατάσαρκα
χειμώνα καλοκαίρι
φύλλα μπασμά από χέρσα χωράφια
κλαδιά που τα πελέκησε η πάχνη

κι άγρια κύματα καμπυλωτά
που φωλιάζουν
και μπολιάζουν τη ζωή μου.

***

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Κυλάει μέσα μου ποτάμι ορμητικό

κατεβάζοντας ρίζες βαθιές
παλιά σεντούκια
και μεγάλα δάκρυα λαμπερά

λόγια που ανατινάχτηκαν απ’ τη φοβέρα

χρώματα κι αρώματα που λησμονήθηκαν
μες στη μεγάλη λάμψη.

***

ΓΥΡΩ ΚΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ

Τρέχω
σκοντάφτω
γυρίζω
γύρω κι ανάμεσα και μέσα

-τίποτα-

τρέλα διάχυτη απλωμένη παντού
αντηχήσεις μέσα σε παλιοσίδερα
και πλεξιγκλάς.

***

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΙ

Το παλιό μου σπίτι γέρνει τις νύχτες

αφουγκράζεται ψιθύρους φτερουγισμάτων
θυμάται φτώχεια και ξεριζωμούς
ξυπνά πρόσωπα που τα παγίδεψε η αντάρα

κι ολοένα προσπαθώ να κρατηθώ
καταγράφοντας ανέμους και θύελλες
που με πνίγουν.

***

ΜΑΚΑΡΙΟΙ

Αμνήμονες

χωρίς μούσα
χωρίς ιστία

μακάριοι αρμενίζουν

σέρνοντας γενεές
επαναλαμβάνοντας το όντως τίποτα.

Η Ιστορία γυμνή
πάντα ωραία
τους οικτίρει.

*Από τη συλλογή “Το αίμα μένει”, εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2016.

Νικόλαος Κάλας, Ενθάδε κείται η καρδιά

Artwork: Simone Held

Σάν ένα αγρίμι παγιδευμένο
Ένα καράβι που κινδυνεύει
Ένα παιδί μονάχο μες στή νύχτα
Μιά πλανημένη ώρα
Περιμένω

Ένιωσα ήδη τά κύματα της επιστροφής
Πού γκρέμισα τη ζωή μου;
Στο περιθώριο καθε ρυθμού δυνάμεις διασταυρώνονται
Ποτέ πιά καυτοί ή παγωμένοι πόνοι
Δε θά ζήσετε άποτυπώματα τέτοιων μεταμορφώσεων
Τίποτα πλέον απ’ δ,τι φτιάχνουν τά χέρια δέν άφήνει ίχνη
Οί σκιές πού έρχονται ποιός ξέρει από πού
Συνοδεύουν έπειτα αντικαθιστούν τίς μορφές από άμμο
Σ’ έναν κόσμο δίχως επιστροφή
Η διάταξη τών αριθμών καί τών άστρων
Μιά παρτίδα σκακιοϋ
Ξετυλίγεται χωρίς εκπλήξεις
Αλλά ή καρδιά ή ίδια μετριέται μέ τή μονάδα τού τυχαίου
Δίπλα μας μπροστά καί πίσω
Οί πνιγμοί διαδέχονται ό ένας τόν άλλον
Η αγάπη δέν είναι φτιαγμένη αποκλειστικά από αγωνίες ‘
Όπως ό κόσμος ή δπως εσύ
Αναπαύεται καμιά φορά πανω σέ κάποια βεβαιότητα
Ή έναν θρόμβο αίματος
Πηγαίνοντας πρός εσένα πρίν τά μάτια
Τό στόμα είναι ήδη ανήσυχο
Οι πύλες τού ναού τού φόβου μένουν ανοιχτές
Κατόπιν άλλες συναντήσεις απρόσμενες
Προστίθενται καί μεταστρέφουν τά σημεία πού μού ήταν εύνοϊκά
(Παρίσι 1939 – Λισσαβώνα 1940)

*Από το βιβλίο Νικόλαος Κάλας, “Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, σε μετάφραση Σπήλιου Αργυρόπουλου-Βασιλικής Κολοκοτρώνη, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, 2002.