Θεόδωρος Μπασιάκος, Γιο-γιο blues

Ένας σακάτης απ’ το Σαράγιεβο

την αγάπη σας ψωμοζητάει στο μετρό.
Και μια πεταλουδίτσα της νύχτας

το κορμί της πουλά για ‘να χαρτάκι, να γίνει.
Κι’ ένας βλαμμένος ξεδοντιάρης ευτυχής

βολτάρει παίζοντας το γιο-γιό του

- γιο-γιο-γιο… κ.τ.λ. –
Κι’ αυτοί οι δυο Κύριοι 

με τα φουλάρια και την ανετίλα

τσακίζουνε την μπριτζόλα τους παρλάροντας

περί της α ξ ί α ς των στίχων μου

Αχού και δε με νοιάζει ποσώς τί λεν

δεν με νοιάζει…
Μ’ αηδιάζουν!
Προτιμώ να κυττάζω τον βλαμμένο στον δρόμο

με το γιο-γιό

– γιο-γιο-γιο… κλπ. κλπ. –

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Διατηρητέο χθες

Το σπίτι μας ξάπλωσε
με προσκέφαλο
το δέντρο της αυλής,
ακουμπώντας
το γαλάζιο του ουρανού
να μετρά τις ανάσες
που το έκτισαν,
ξάγρυπνο από φωνές
που το γκρέμισαν,
στεγνό από δάκρυα
που το σταύρωσαν,
χωρίς πόρτα πια,
με κλειστά παράθυρα
κι ένα μπαλκόνι
που ξεχάστηκε στο χθες.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: http://greekpoetics.blogspot.com.au/2018/01/k.html

C. Hakki Zaric, Μηδέν και νερό

Άνεμε, ντροπαλό παιδί του ουρανού και της θάλασσας
Αν στο Σίβας ακόμα χτενίζεις τα μαλλιά του Μετίν Αλτίοκ1
Θα σου χαρίσω την άχνα του Μπρούνο, που έμεινε μέσα μου

Είμαι στον τόπο της φωτιάς και της στάχτης που τον σώπασε η βροχή
Τον λιθόκτιστο χρόνο μου πυρπολούν τα κρατικά χέρια
Γυρεύω για τους μαραμένους μενεξέδες μου μια στάλα νερό

Αναποδογυρίζουν οι βάρκες μέσα μου όσο σκέφτομαι τους ωκεανούς
Γράφω έτσι την Απιθανότητα της Επιστροφής μου στη Ζωή
Στους λυσσασμένους καταρράκτες πνίγονται πόσες χιλιάδες χρόνια τα μάτια μου

Μισανοίγω τις πόρτες με το άσπρο χρώμα μιας μαργαρίτας
Η δροσιά από το φιλί της αυγής στον ήλιο είναι στη φωνή μου
Προσφέρω στους μαραμένους μενεξέδες μου μια στάλα νερό!…

1.Μετίν Αλτίοκ: Τούρκος Αλεβίτης ποιητής, γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1940. Πέθανε στις 2 Ιουλίου 1993 στη Σεβάστεια της Ανατολικής Τουρκίας όταν φανατικοί ισλαμιστές επιτέθηκαν στο ξενοδοχείο Madlmak όπου διεξαγόταν πολιτιστικό φεστιβάλ Αλεβιτών και έβαλαν φωτιά προκαλώντας τον θάνατο τριάντα πέντε ανθρώπων (ΣτΜ).

*Μετάφραση: Lale Alatli.

**Ο C. Hakki Zaric (Τζ. Χακί Ζαρίτς) είναι Τούρκος ποιητής και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1972 στο Σούσουζ του Καρς και έμεινε δέκα χρόνια φυλακισμένος λόγω των πολιτικών του ιδεών.

***Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος 45, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017.

Francisco Fenoy, Oda a la pobreza / Ode to poverty / Ωδή στη φτώχεια

Olvidada la lluvia sobre el río
dormida y desolada entre la niebla
observo, desde lejos, en su aspecto
más sombrío, la usura en su demencia.

Son millones los pobres que se afanan
en un vacío de hilo en hilo y besan
el suelo amargo en propio entendimiento,
malgastando la sangre y la existencia.

Arrugados, humildes: en un tránsito,
con arena de triste muerte. Quema
despiadada que rige los silencios.
Los silencios cargados de una faena
en futuro de luna inexistente.

Charco de nubes para mi presencia
cuando piso la tierra entre los hombres
y examino su frío y su tristeza.

Poblada soledad de piedra y aire
de alegrías morirse, no en pequeñas
muertes con pie pendiente de oleaje.

***

Ode to poverty

Forgotten rain on the river
Asleep and desolate in the mist
I observe, from a distance, in its aspect
More gloomy, usury in his dementia.

Millions of poor people are struggling
In a vacuum of thread in thread and kiss
The bitter soil in own understanding,
Wasting the blood and existence.

Crumpled, humble: in a transit,
With sand of sad death. Burning
Ruthless that governs the silences.
Silences loaded with a task
In future of nonexistent moon.

Puddle of clouds for my presence
When I walk the earth among men
And I examine her cold and her sadness.

Populated solitude of stone and air
Of joys dying, not in small
Deaths with standing waves.

***

Ωδή στη φτώχεια

Ξεχασμένη βροχή στο ποτάμι
Σκιά και έρημος στην ομίχλη
Παρατηρώ, από απόσταση, την όψη της
Περισσότερο ζοφερή, ληγμένη στην άνοιά του.

Εκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι αγωνίζονται
Σε ένα κενό νήματος στο νήμα και το φιλί
Το πικρό έδαφος με τη δική του κατανόηση,
Σπαταλώντας το αίμα και την ύπαρξη.

Μπερδεμένος, ταπεινός: σε μια διέλευση,
Με άμμο ενός θλιβερού θανάτου. Κάψιμο
Αδίστακτος που κυβερνά τις σιωπές.
Σιωπές που φορτώνονται με ένα καθήκον
Σε ένα μέλλον με ανύπαρκτα φεγγάρια.

Λάμψη σύννεφων για την παρουσία μου
Όταν περπατώ στη γη ανάμεσα στους ανθρώπους
Και εξετάζω το κρύο της και τη θλίψη της.

Κατοικημένη μοναξιά πέτρας και αέρα
Από τις χαρές που πεθαίνουν, όχι στο μικρό
Θάνατοι με στάσιμα κύματα.

*Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. Αγνοείται ο μεταφραστής στην Αγγλική.

Πάνος Κουτρουμπούσης, Καλοκαίρι τόν χειμώνα

Καλά θά ήταν
αν
το καλοκαίρι
δεν είχε έρθει ποτέ
μες στο χειμώνα
Όταν ήταν κρύο
τίποτε δεν γινόταν
και μάλλον τίποτε
δεν θα γινόταν

Δεν ήξερα.
Με χάιδευε τόσο.
Και μπορείς να κρατήσεις τη νύχτα σου,
εγώ θα κρατήσω τσίλιες
για τον “Ηλιο – την απουσία του Ήλιου

*Από το βιβλίο “Η εποχή των ανακαλύψεων” (δίγλωσση έκδοση – αγγλικά και ελληνικά), Εκδόσεις futura, Αθήνα 2002.

Πάνος Ιωαννίδης, Τέσσερα ποιήματα

Έρωτες

δυο φύλλα πέφτουν από την κερασιά
ξεγελάν τον άνεμο σμίγουν
σε έναν καρπό

ένα αγόρι ένα κορίτσι
μαλώνουν στον δρόμο
γλείφοντας πληγές του χρόνου

στη χαμένη σχεδία του παρόντος μας
το πρόσωπό μου χάνεται στην καρδιά σου
το κορμί σου εισβάλλει στο πνεύμα μου
στις σπηλιές του χθες
ο ύπνος σου βγάζει στα όνειρά μου
ο άνεμος μου δροσίζει την καρδιά σου
στο κουβάρι του μέλλοντός μας
οι στιγμές σου γράφουν τις λέξεις μου
οι πληγές μου δείχνουν τα βήματα σου

μπαλκόνι στο αυτοκίνητό του
δάσος στο υπόγειόο της

αντικρίζουν τα μάτια
ραντεβού στους βυθούς
που οδηγούν στα μπλε σύννεφα

εκεί όπου το αίμα συνεχίζει να κυλάει

***

Καρδιά ίδια εκστατικό μάτι-Μάης, Αύγουστος και Νοέμβρης©

Μάης

σε βρίσκουμε
όπως οι γνωστοί άγνωστοι
συναντούν την Ιστορία
οι πλάνητες σε λένε νονό
στις στέγες σου λιάζονται
θερινά ρολόγια
παρθένες λέξεις
τα μεσημέρια σου δροσίζουν
τους μόνους των λίγων που γράφουν
σε άδεια καφενεία
κάποιο απόγευμα που η αγορά έχει κίνηση
κι η Πασιφάη γυρεύει τον ιδανικό εραστή

***

Αύγουστος

Aut viam inveniam aut faciam

δεν μοιάζω με κανέναν
οι μέρες των άλλων έχουν αδελφές
όλοι ξοδεύονται στον χρόνο
μόνος μου μένω
να κλείσω τα φθαρμένα βιβλία των εποχών

ίσως γιατί λάμπω
σαν αστέρι στους βυθούς

εκεί βρίσκονται οι
άνθρωποι στις διακοπές τους
αντάρτες του γραμμικού χρόνου
εραστές κυκλοτερών αφηγήσεων
εκεί χωρίζουν
οι αγάπες των καθημερινών δρόμων
πορείες που δεν στρώθηκαν από δυνάμεις της φύσης

στις σπηλιές μου γεννιούνται λιονταράκια
από μανάδες που αγάπησαν άντρες
που δεν υπήρξαν παρά μονάχα σε κάποιες
άγνωστες νύχτες ηδονής παραφοράς ή
απλώς σκέτης τρέλας
των οποίων την αλήθεια ποτέ δεν θα μάθουμε

***

Νοέμβρης

Οι θολές νύχτες τρεμοσβήνουν
αλλάζοντας πορείες
για τις σκιές της φωτιάς

ομίχλη στο βλέμμα
καθαρίζει την σκουριά από
τις λέξεις
σ’ αγαπώ σημαίνει νερό
που κυλάει στους δρόμους
τις πυκνές ώρες της νύχτας όταν
ο ιδρώτας αίμα γίνεται
και οι ήχοι χορεύουν ασταμάτητα
αγκαλιά με τα ξωτικά

όσοι και όσες
σαλπάραμε ως σκοτεινά πλεούμενα
νοιώσαμε των βυθών τον πόνο
ενώ οι γλάροι τσιμπούσαν τους αφρούς
επιστρέφουμε
ως πειρατές που τους έκλεψαν τον χρόνο
γνωρίζοντας σπάνιες γλώσσες
που κανένας δεν θέλει να μιλήσει

Μαρία Αγγελοπούλου, Τρία ποιήματα

1

Προστάτες

της ολόκληρης πίτας και του χορτάτου σκύλου.
Όσους
αρκετά αρετουσάριστους
αρκετά μανιακούς
αρκετά μακριά
ανήθικους σκύλους
γνωρίσετε,

στο πυρ.

Σταθείτε, στήστε αυτί
ν’ ακούσετε.
Κοιμούνται
όπως
έστρωσαν.

Αυτοί
το μέρος της ουσίας
το περιεχόμενο
έλαβαν.
Εσείς, το μέρος
της ουσίας
της περιουσίας
της σοφίας
προκατήχατε.

Όλοι καλά
όλα καλά.

2

Η αγνότητα

των ποδιών μου
ως βιασμένη ιέρεια,
στον δρόμο για τον παράδεισο
εκπορνεύεται.

Δεν παρακολουθεί κανείς.

Οι φύλακες της τιμής
και οι εγγυητές της ευτυχίας μου,
κάνουν
τα στραβά μάτια.
Αγνοούν
τα σημεία της παράνοιας
κατά
τη συνουσία των υλικών.

Θα πιάσω
μερικούς
στο στριφογύρισμα
και θα τους βγάλω τον αδόξαστο

να τους δοξάσει.

3

Το κακό —αχόρταγο—
εν μία νυκτί
νυχτώθηκε.

Ψηφίδα την ψηφίδα
αποδομεί
«παιδαγωγεί».
Πίνει γουλιά γουλιά
το αίμα σου
κομμάτι το κομμάτι
τρώει, τη σάρκα σου.

Γι’ αντίδωρο
μοιράζονται σταυροί
σταυροί
να τους μπουκώσεις
σταυροί να σπάσεις το κρανίο σου
στο πιάτο, να κεράσεις το μυαλό σου
σταυροί.

*Από τη συλλογή “η απουσιολόγος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

……………
στό τέλος τού δρόμου
τά νοτισμένα μέ κάβλα στήθια 
πού οί ρόγες τους ξεχειλώνουν τά ντεκολτέ τών κοριτσιών,
περιμένουν νά τά χαιδέψει τό χνώτο τού έρωτα, 
νά τά ρουφήξει ή σαλεμένη ανάσα τού πάθους,
στό τέλος τού δρόμου 
αυτά τά πανέμορφα αναστατωμένα κορίτσια 
περιμένουν τούς αναστεναγμούς τού ειδύλλιου 
νά τά πάρουν αγκαζέ 
καί νά πυρποληθούν τά σαλιωμένα χείλη τους
από τήν απόλαυση τής αμέλειας, 
στό τέλος τού δρόμου 
περιμένουν τά καλλίγραμμα πόδια τών κοριτσιών 
νά τά χαϊδέψουν σιγά καί απαλά τά δάκτυλα τού πόθου 
καί νά σεργιανίσουν ανάμεσα στά μπούτια. τους 
τά εκχυλίσματα τών σπασμών τού αιδοίου, 
όταν ζαλισμένο από τά βρωμόλογα τής ηδονής 
βλασφημάει ασύστολα -έστω γιά λίγες στιγμές-τήν ανοησία τής τυρρανικής αγωγής τού φύλου τους
πού δολοφονεί τά λαχταρίσματα τής ελευθερίας  τής επιθυμίας, τής φαντασίας τους,
στήν άκρη τού δρόμου 
μέ τά μυαλά τους καμμένα 
τά κορίτσια ασχήμαιναν 
μάταια περιμένουν νά τά στροβιλίσει ό έρωτας, 
ό έρωτας πού δέν ξέρουν 
ό έρωτας πού φοβούνται, 
στήν άκρη τού δρόμου 
τά άσχημα πιά κορίτσια 
αναπολούν σιωπηλά τήν ομορφιά τών ονείρων τους πού έγινε παρελθόν, 
μέ τίς ζωές τους επιταγμένες από τά κλισέ τής πραγματικότητας,
τά κλισέ 
αυτά τά σκουλήκια πού δουλεύουν καθημερινά καί ύπουλα 
τρώγωντας τά σωθικά τού θεριού, τού Έρωτα, 
ακολουθούν μέ τό βλέμμα τους νά κοιτάζει τήν άσφαλτο 
τούς νταβατζήδες τους,
πού παριστάνουν τούς καμπόσους στούς ρόλους τού συζύγου, τού συντρόφου, τού εραστή,
τά κλειδώνουν στούς τέσσερις τοίχους 
σ αυτή τήν επικράτεια τής συντροφικότητας ή τής οικογένειας, 
τά ξεψυχούν βιάζοντας τα μέ λογικές ηλίθιες 
καί τά ταίζουν κάπου κάπου μέ πουτσοαποφάγια,
στήν άκρη τού δρόμου 
πέρασα προχθές από εκεί 
δέν υπάρχουν πιά κορίτσια 
κοντοστάθηκα, άναψα τσιγάρο κι αναρωτήθηκα
πώς γίνεται 
αυτά τά Κορίτσια 
νά πετάξουν τόση Ομορφιά 
γιά νά γίνουν αποδεκτά από τόση Ασχήμια….

Ανοιξιάτικες συνέχειες ερωτικής ποίησης…..όταν ή μαγιάτικη νύχτα σκοντάφτει άυπνη στή νηφαλιότητα στιγμών ρουφηγμένης ερωτισμοπάθειας καί νόστου γιά παλφάζουσες συνευρέσεις,πού οί σταγόνες τού ιδρώτα τους,ειρωνεύονται τήν άνυδρη ανακυκλούμενη κανονικότητα τής ηλιθιότητας πού από τά αυτιά της ξεχειλίζει ή βαρύτητα τής ασυνάρτητης ratio…..

* Aπό τό FUCK OFF long poem, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Από τα “χαρτάκια”

κάποιος που βιάζεται πολύ
για να καθυστερήσει

*

[ένας μετρ του είδους του, δίχως αντικείμενο πια]

*

μια βλαβερή συνήθεια
που εφηύραν οι πρωτόπλαστοι
για να χωνέψουν το μήλο

*

ένα “γιατί”
δίχως ίσκιο

*

το θηλυκό νιαούρισμα που απόψε σε τρελαίνει

*

αυτό που συνεχίζει απτόητο
μόλις σε ξεπαστρέψει

το ροδοπέταλο του συνειρμού
-λέμε τώρα-

*

ο περιβόητος “καθ’ ύλην αρμόδιος”
[σε αυτόν να τα πεις]

*

μία ευχή που είθισται να λειτουργεί ως κατάρα

*

το “έτσι απλά” της μοναξιάς

*

ή τα φτερά του μουσικού
καψαλισμένα απ΄ τα ωδεία

*

μια άδεια πενθήμερη
που ακόμα να τελειώσει

*

η ταραγμένη δίψα σου
για περισσότερο χρόνο

*

[και να σκεφτείς πως κάποτε
αυτό το spleen
αρκούσε]

*

ας αλλάξουμε ρέμα

*

χιονίζει σπάνια στην Αθήνα
εσύ φταις

*

υπό άλλες συνθήκες
το στήθος σου
θα διδασκόταν στα σχολεία

*

ας είχαμε ο ένας το άλλον
όσο μπορεί να έχει
κάποιον
κανείς

*

άλλη μια μόνη μοναξιά

κι εσύ
που “αξιοπιήθηκες καταλλήλως”

*

δεν με αναγνωρίζω πια

τα μάτια μου
δύο διαβητικοί αχθοφόροι

*Από τη συλλογή “χαρτάκια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτης 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Καλά Χριστούγεννα

Χριστούγεννα
κρατούμενοι
σ΄ανήλιαγα κελιά
θα κόψουν την πίτα
την Πρωτοχρονιά
ο ευρών αμοιφθήσεται
θα έχει διπλή μερίδα
φαγητό και γλυκό
μια βδομάδα απαλλαγή
απ΄τις αγγαρείες.

Χριστούγεννα
κρατούμενοι
σε μικρά δωμάτια
σε απρόσωπες πολυκατοικίες
άνεργοι και μη
φτώχεια, εξαθλίωση.

Χριστούγεννα
σε κελιά ή δωμάτια
μικρή η διαφορά
η φτώχεια
μηδενίζει την ελευθερία
την ώρα
που ο πλούτος κομπάζει
και επιδεικνύεται.