ένα έτσι, ενδιάμεσοι στίχοι

Η ανάσταση καλλωπίζεται με μια μεγαλειώδη αποκοτιά.
Το αλάτι σπινθήρες μνησικακίας.
Χρεωστικά χειροκροτήματα ελέους.
Πρόγκα θησαύρισε στο αγέρι.
Κριτήριο μεταποιείται για ηδονή.
Η σκέψη καμώνεται τον λόγο.
Περιορίσου στο απόρρητο.
Υφολογικοί συνδαιτημόνες.
Γούρνα, μηδέν του ορίζοντα, κρατήρα κατόπτρου.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/03/30/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%87%CE%BF%CE%B9/

Νίκος Βουτυρόπουλος, από τα “Εργοτάξια Τύψεων”

A
Έλα να γίνουμε ανόητοι, ν’ αντέξουμε
μόδες και πλαίσια
θυσία να γίνουμε θες
στη Θεία Κατανάλωση;
Πιες κι άλλο ψέμα
λικνίσου ανεκπλήρωτα
άκου τη μαμά σου
άκου την καλά
πλύσου φάε ντύσου
μη σε βρει κρύψου
γίνε του ονείρου σου σκιά
σε περιμένει μια κόλαση άδεια
καημένε…
Άκου τον διευθυντή σου
άκου τον καλά
έλα φέρε φύγε
φάντασμα γίνε παιδικής ηλικίας
ν’ αντέξεις λόγια και συντάξεις.
Ακου τη γυναίκα σου
άκου την καλά
γίνε αυτό που ονειρεύεται
εραστής αδέρφι μπαμπάς.
Άκου τα πάντα
διαφημίσεις πολιτικούς
διανοούμενους σκουπίδια
στην οθόνη καρφώσου
μανιακός με τα πλήκτρα
δεν έχεις διέξοδο άλλη.
Τράβα στα μπαρ κατάπιε πετρέλαια
πληρώνεις στην έξοδο πάντα
τις πολυτέλειες άλλων
βγάλ’ τα πέρα μετά με τη ζήλεια σου
καημένε…
Άκου τον ψυχολόγο σου
άκου τον καλά
γίνε όσο πιο ανασφαλής μπορείς
αυτό επιτρέπεται ασφαλώς
όπως οι καραμέλες βλακείας
στον καναπέ ξάπλωσε
με μια γλάστρα παρέα
ασκήσου στην ακινησία νεκρού
κάνε γιόγκα βόγγα
μελλοθάνατος είσαι
πώς να το κάνουμε;
Άκου κάτι του συρμού
να ’σαι πάντα ο εαυτός σου
καλό ανέκδοτο έτσι;
Μπορεί βέβαια να εξελιχθείς σουρεάλ
να σκέφτεσαι χήνες με γόβα στιλέτο
εδώ που τα λέμε τα πάντα
μπορείς να σκεφτείς
να γράψεις να πεις
μέχρι να γίνεις
του αέρα κατακτητής
καημένε χασομέρη…

Β
Ξημέρωσε χρώματα
στους δρόμους ήλιος κύλησε
φωλιάζει στις καρδιές ο φόβος
οικοδεσπότης εκπλήξεων.
Πιτσιρικάδες περπατούν ανέμελοι
κατοικούν ερείπια
και να που βράδιασε πάλι
με δυνάστη τ’ όνειρο
θα πιούμε την Άνοιξη
σα να ’ταν σούπα.

Μια φλόγα καίει ακόμα
στην άκρη της θύμησης
τραβά τα σεντόνια
πυρετούς μυρωδιές μοιράζει
με σύννεφο μοιάζει περαστικό.
Είναι τότε που θαρρείς
γκρεμίζονται ορίζοντες
καταπακτές ανοίγουν
το παρελθόν αμούστακο χορεύει
στον κήπο των στιγμών.
Τότε που χαρές και πίκρες
γίνονται γουλιές αγανές
και με βλέμμα μετέωρο
μόλις ν’ αγγίξεις τολμάς
σύρτες πόθων μακρινών.
Είν’ η ζωή μας αστραπή
για όσους προλάβανε να τη δουν.

*“Εργοτάξια Τύψεων”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Φραντζέσκα Άβερμπαχ, Δύο ποιήματα

1
Οι άνθρωποι
δεν λυγίζουν εύκολα πια.
Αφού μπορούμε και κρατιόμαστε
ζούμε μια ακόμα προσδοκία.
Τρέμουμε βέβαια
πίσω στις γωνίες
σε σχήμα αλτουριστικό.

Η υπόσχεση ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
παραμένει μια υπόσχεση
αφού ζούμε σ’ ένα περιθώριο
εξαρτημένοι και αβέβαιοι.
Το καινούργιο σε γοητεύει
μέχρι να πεις
«ως εδώ»
και ν’ απελπιστείς.

Θα τρομάξεις.
Θα ησυχάσεις.

Αφού τώρα μπορώ και σου γράφω
σημαίνει πως ξεχνάω.

Κι αν χαθείς κάπου,
θα βρούμε άλλους.

2
Το δέντρο της απροθυμίας σώπασε.
Μερικές φορές
είναι καλύτερα να είσαι ένα αγρίμι
παρά να κοιμάσαι σε όρθιες ουρές.

Όλα μπορώ να στ’ αφήσω
προχωράμε μες στη βουβαμάρα
δίχως ίχνος τραγικότητας.
Σήμερα μιας και φεύγουμε σιγά σιγά
λέω να παίξω με το σχήμα σου
(( < > (?) – — … .. )

Αγαπούλα,
θα καούμε έτσι.
Άσπριζες μέρα με τη μέρα
μπρος στα μάτια μου.
Εάν πράγματι θέλεις να ζήσεις
πέρα απ’ τις θεωρίες
μάθε να είσαι ελεύθερος,
θέλει τρελά κότσια
ν’ αφουγκράζεσαι το σκοτάδι μέσα σου.

Αν και μου ταράζεις το αηδόνι
που είχα αφήσει σκεπασμένο πάνω στη σκεπή
το κορμί μου σύντομα θα το ελευθερώσει ο Δίας.

Αλλά μην παρανοείς.
Είναι τ’ όνειρο
όχι το θλιβερό σου μάτι.

Περιμένω το πως θα έλθει το βασίλειο μου:
η επιθυμία για όλα αυτά
που μας κρατάνε ζωντανούς.

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τί μένει;
Μένει κάτι
κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
μένει:
μισή μποτίλλια αλκοολικού παρασκευάσματος
ο ήλιος του καλού Θεού και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το
φεγγάρι
πανσέληνο.

*Το ντεμπούτο του Πητ Κουτρουμπούση στα γράμματα, στο περιοδικό “Αθηναϊκά Γράμματα”, τεύχος 10/1958. Το ποίημα και οι δύο φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο facebook.

Αναστασία Μαργέτη, Τρία ποιήματα

#Από την ενότητα “Χρόνου και πόνου – συναίσθηση”

Σωρεία λαθών

Μία στιγμή
Κι ακόμη μία
Κι άλλη μία στιγμή
Κι άλλη μία στιγμή περνά
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται
Κι άλλη μία στιγμή περνά και χάνεται στην άβυσσο
Κι άλλη μια στιγμή πέρνα και χανεται στην άβυσσο για πάντα.
Ο χρόνος σου έχει άπειρες στιγμές ψεύάόνται γελώντας σε οι αισθήσεις.
Αμελητέα η ποσότης της αφαίρεσης, καγχάζει ο νους στην πλάνη του.

Κοντολογίς η αναζήτηση ά)κών σου αληθειών αμφιβολία ανώφελη.
Προτίμησες λοιπόν να συσσωρεύεις μέσα σου υπεραξίες στεάτων
αταραξίας κεφάλαια, της αποχής σίγουρα κέρδη.
Και οι απώλειες κάθε ημέρας σωρηδόν
-πώς πέρασε έτσι γρήγορα ο καιρός-
ώσπου κι εσύ να σωριαστείς
-αμελητέα η ποσότητα-
σ’ ένα σωρό από χώμα
μια στιγμή.

***

ΚΑΝΟΝΕΣ

Το σκότωσε και αυτό
όπως και τα άλλα.
Χωρίς καμιά εξαίρεση.
Σκοτώνει ό,τι αγαπά.
Με ακρωτηριασμό και
του δικού τον σώματος.
Πόνου μαρμαρυγή
σε αυτοπειθαρχίας
ελεύθερη εκλογή.

Ύστερα κάποιοι απορούν
πώς το μουσείο
γέμισε
με θραύσματα αγαλμάτων.
Είναι τα έργα του κανόνα.

***

#Από την ενότητα “Έργα Τέχνης ΙΙ – Θεωρίες ανεπαίσθητες”

ΑΓΓΕΙΩΝ ΑΠΟΨΕΙΣ

αφιερωμένο στη μνήμη
του Βασίλη Γ. Βεργανελάκη

Ερυθρόμορφες
στιγμές
αιωρούνται στο μελανό
όταν του έρωτα η ορμή
-παράνομα θαρρείς-
φέγγει στο έρεβος του νου
και με συνάψεις τολμηρές
ζωοποιεί
στη λάσπη του πηλού
σώμα κι αίμα.

Εν τω μεταξύ
σιωπηλά
παρατάσσονται
διαρκώς
κατά λεγεώνες
λευκές
οι λήκυθοι.

*Από το βιβλίο “Τρίτοι από της αληθείας”, Εκδόσεις ΑΩ, 2015.

Γιώργος Ζησιμόπουλος, Δέκα ποιήματα

ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τόσα ταξίδια έκανε,
ποτέ δεν πήγε ο νους του.
Δεν είχε καιρό
ν’ αφήσει εποχή

***

ΥΠ’ ΟΨΙΝ

Τίποτα δεν φαίνεται.
Από την μια μέρα στην άλλη
το φως ταξιδεύει πάντα νύχτα.

***

ΑΜΙΛΗΤΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Αδειάζουν οι μνήμες
τα αινίγματα
οι ευκαιρίες,
τις ήπιε όλες η σιωπή
και οι κρυμμένοι φόβοι.

***

ΣΤΡΟΦΟΔΙΝΗ

Σε κόκκινες αρμονικές
γράφει μαύρα ποιήματα
λοξοδρομώντας συνεχώς
μέχρι να βγει στο φως.

***

ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

Δε φτάνει που
αρνήθηκες τις αποστάσεις
ξεκίνησες να ταξιδεύεις
από συγγνώμη σε συγγνώμη,
θλιμμένο υστερόγραφο
τη μοναξιάς σου.

***

ΣΥΣΤΡΟΦΗ

Κουβάρι έγινε ο καιρός.
Κουλουριασμένες σημασίες.
Στην άκρη βρίσκεις τη σιωπή
και στη σιωπή την άκρη.

***

ΕΠΟΧΗ

Τι κάνεις;
Ζυγίζω τον καιρό,
λίγο το φως
δεν ξέρω
αν με κλέβει.

***

ΑΛΗΘΩΣ

Πολύ μεγάλη πέτρα έγινε το ψέμα.
Κανένας ψεύτης δεν μπορεί
να τη σηκώσει.

***

ΣΟΦΙΑ

Γράψε μια λέξη
γι’ αυτά που ήρθανε
και κάθισαν και
έφαγαν και ήπιαν
με όλα τους τα στόματα
μέρες και μήνες και χρόνια
μέχρι να σουρουπώσει.

***

ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

Βρήκες και συ την ώρα
ν’ αρχίσεις να κλαις τις
σημασίες που κουβάλησες
σαβανωμένες με λέξεις
σπαραγμένες από φωνές
που δε σε πρότασαν
να γίνεις ένας απ’ όλους,
ολότελα άλλο να
ξαναμπείς στον εαυτό σου
απ’ τη σιωπή και από τη μοναξιά,
να γίνεις το ψέμα που παρηγορεί
χωρίς να λιγοστεύει ο κόσμος.

*Από τη συλλογή “Δήλος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2016.

Έφη Καλογεροπούλου, Τρία ποιήματα

ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Ελεύθερος δεν είσαι
παρά στο βλέμμα σου μονάχα
λέει ο καθρέφτης
που τον καθρέφτη καθρεφτίζει

***

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Για να συναντηθούμε
πρέπει να διακινδυνεύσουμε
την απόσταση του άλλου
μια απόσταση φωνών
ντυμένοι μυθιστόρημα
ξεχασμένοι από τρυφερότητα
παραδομένοι στην απόγνωση
έρποντας ή ακόμη και στα τέσσερα
δοσμένοι σ’ ένα ανομολόγητο παιχνίδι
πένθους
αφής
σφαγής

***

ΕΠΙΓΝΩΣΗ

Στο κέντρο ή στο περιθώριο
πάντα έρχεται αυτό που περίμενες σαν άλλο
τότε μαθαίνεις πως μόνο μια επίθεση καλοσύνης
μπορεί πραγματικά να σε συντρίψει
και ο πηλός της προσωπικής σου ήττας
πλάθει την πιο όμορφη καμπάνα

*Από τη συλλογή “Χάρτης ναυαγίων”, Εκδόσεις Ποιείν, Μάιος 2017.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Τρία ποιήματα

ο Όρκος (γαμπρός)

Κρύφτηκα σε ένα κομμάτι τυρί.
Όλη η άνοιξη είναι δική μου τωρα.

Ας μη γελιόμαστε…
ένα τριαντάφυλλο δεν είναι ανθοδέσμη.
Προσπερνάω το νότο,
αφανίζομαι τόσο γοητευτικά.
Άλλος ένας σκύλος θα γίνει αύριο το καπέλο μου.

Και τα χέρια σου
κομμάτια δικαιοσύνης
στο ζεστό δύσκολο δρόμο.

***

Νο 15

Οι φίλες μου
μου φέρνουν τέμπερες.
Τυμπανίζουν ταμ ταμ
χωρίς πολύ δόξα
και εγώ ετοιμάζω τσάι

ίσως ο λόγος που επέστρεψα
είναι να σου πώ κάτι.

Όμως λυπάμαι
όπως λυπάσαι
αυτά τα δύο δεν είναι λέξεις για συνήθεια

Ούτε έχω κάποιο θηρίο
να φιλήσει τις κόρες των ματιών σου

***

μπέρμπον

Είδα στον ύπνο μου
τον Μπουκοφσκι.

Ερχόταν προς το μέρος μου
κατεβαίνοντας μια άδεια λεωφόρο.
Όταν έφτασε
πλησίασε το πρόσωπό του
πολύ κοντά στο δικό μου.
Αγάπη μου είπε
και ρεύτηκε δυνατά μέσα στη μούρη μου.

*Από τα “Αποσπάσματα από τα Όνειρα του Ξυλοκόπου”, 2017.

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Αυτό το κρύο
που έρχεται από μακριά
ψυχραίνει, παγώνει τους δρόμους της πόλης
Υγρασία νερουλιάζει το αίμα μας
6 Μάη 2010
Μια αργοπορημένη σταύρωση
στο μέστωμα της άνοιξης
Στα στήθη μας ένα πλάκωμα
Αγκαλιά με τους ληστές ο λαός
ραγιάς ξεχνά την ανάσταση λαών

***

Όλα καταρρέουν σε μια σκόνη ομίχλης
Εμείς, ταριχευμένοι από καιρό, δεν μπορούμε να αντιδράσουμε
Ο χρόνος πέτρινος έχει στοιχειώσει στο κάδρο
Η πινελιά του δημιουργού μισοτελειωμένη
Αταίριαστη απορία
Σπασμός ζωής

***

Χοροπηδούμε
κάλπικα νομίσματα στο τραπέζι της συναλλαγής
στην αγορά του κόσμου
Αόρατοι βρίγχοι
πνίγουν τις πνοές της ζωής μας
ενώ για πολλοστή φορά τα μπουλούκια των κυνηγημένων
γεμίζουν το φευγαλέο σκηνικό μιας γλιστερής πορείας

***

Δεν φοβάμαι αυτό που έρχεται
θλιβερό και σκοτεινό
Μια αμπούλα αίμα
χυμένη στα μάτια μας
Δεν φοβάμαι το σκότος
Τα τοπία και τα χρώματα
τα ‘χω περισώσει μέσα μου
Τραβώ την κουρτόνα
Σταυροδρόμι εποχών
Η επιλογή δική μας

*Από τη συλλογή “Χυμένο κόκκινο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016.

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Κίνηση

Έξοχα
Απαράμιλλα ταξίδια
Πνέω σε άλλους ανέμους
Τώρα
Φυσά δυνατά
Δεν με τρομάζει
Η αίσθηση της ανάσας σου
Έρχεται γρηγορότερα
Κοντά μου

***

Ρητορική ερώτηση

Πληγές αόρατες
Μα υπαρκτές
Πληγές κρυμμένες
Κάτω από χαμόγελου
Το πέπλο
Τα ερωτήματα φραγγέλια
Στην αξιοπρέπεια
Ποια ειλικρίνεια βασίλευε
Ανεπαρκείς οι σκέψεις-
Ανεμοστρόβιλος,
Σαρώθηκε η λογική.
Αμετανόητη
Βαδίζω στην περήφανη
Αλήθεια της καρδιάς.
Οι πληγές αιμορραγούν
Τα ερωτήματα, οι λέξεις
Σπαθιά, βέλη που χειρίζεσαι
Γιατί;
Παιχνίδι, κοροϊδία
Ανάγκη ή έρωτας;
Αγάπη η αλήθεια μου
Ανερμήνευτη η αλήθεια σου-
Οι πληγές αόρατες
Μα ζωντανές.
Ζω τραυματισμένη
Μια παρενοχλητική εισβολέας
Της γραφής