Παύλος Δ. Πέζαρος, Τρία ποιήματα

Καταλαγιάστε

Φάσματα ονείρων τυραγνούν το έρμο το κορμί.
Μέρες χαντακωμένες.
Σπαράκι φαντασίας μου,
τι κι αν σ’ ασήμωσα με πρόσθετο ασήμι,
σπαρτάρισες και λύγισες στου καμακιού την άκρη.

Καλλιεργώ τις λέξεις
και έρημο θερίζω των αισθήσεων.

Σ’ αυτή τη μεταβατική περίοδο της σάρκας
καταλαγιάστε, επαναστάσεις μου ενδόμυχες.

Ας κοπάσουν οι θόρυβοι,
ν’ αποδεχτούμε ταπεινά την ήττα,
για να μπορέσουμε και πάλι να μιλήσουμε.
Μια μικρή θρυαλλίδα απομένει.
Κουράγιο.

Μάαστριχτ, 28.1.1998

***

Κατευόδιο

Γραμμένα χείλη που δεν παίρνουν
αναγραμματισμούς και άλλα κόλπα
γνωστά σε δόκιμους κι επίδοξους ποιητές.

Γραμμένα χείλη, κι αν αλλάξεις
τις συλλαβές ή και το σχήμα,
θα ’ναι σαν ν’ άλλαξες την ίδια την ψυχή σου.
Και πώς θα πάρεις ύστερα
το δρόμο για τον ελαιώνα!

Με υγρά τα χείλη απ’ τα καυτά φιλιά της
καμία χρεία για έτερες προμήθειες,
πήρες την άγουσα για το μακρύ ταξίδι
πετώντας στους αιθέρες,
θάλασσες διασχίζοντας
αφήνεις κατά μέρος παλτά και μάλλινα,
το σώμα σου ζεσταίνεται ακόμη από το σώμα της.

Κι η ζήλια να ζυμώνεται
μες στων παθών τη ζάλη.

Αεροδρόμιο Αθηνών, 6.1.2010 – Μάρτιος 2011

***

Επιβίωση

Ζόφος τριγύρω και παντού
κι εσύ να επιμένεις
να μεταβάλουμε τη θλίψη σε χαρά,
χαμένους θησαυρούς να βρούμε,
μα πού η ανθρωπιά και πού οι συγκινήσεις,
πού οι εκφράσεις των προσώπων για να σβήσουν
τη δίψα μας, να ευφρανθούν τα μάτια μας στις όψεις,
με τα χαμόγελα να σείσουμε το σύμπαν,
πού είναι η καρδιά μας, πού το πνεύμα μας,
να ξαναβρούμε λέξεις ξεχασμένες,
έστω και πεταμένες σε κάδους σκουπιδιών,
η ανελέητη πείνα μας να καλμάρει,
όλα για επιβίωση απλή ή αναβίωση
από τη λήθη.

12.7.2013

*Από τη συλλογή “Ο αχός κι ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, Μάρτιος 2016.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Τρία ποιήματα

Πλοκή

Σε κάθε ανάσα και ένα μαστίγιο να σε λυγίζει όλο και περισσότερο.
Τα χαλίκια να χτυπούν στο περβάζι και να σκάνε ελεύθερα χάμω.
Στο σενάριο θα έχει δούλους και έναν μονάχα κομπάρσο,
ένα μισοφαγωμένο παξιμάδι και ένα ποτήρι ξυδάτο κρασί.
Να παπαριάσεις το παξιμάδι στο κρασί και να το πετάξεις στον σκηνοθέτη
Ακούς ρε;
Και μετά βούτα στην σιωπή και πες πως ξέχασες,
άφησες τα πράγματα όπως έχουν και το μαστίγιο μέσα στα αίματα –
ελεύθερος και αβάγιστος σαν τα χαλίκια.

***

Η Βαστίλη του 21ου αιώνα

Οικοδόμοι, φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι,
βιαστικά ανηφορικά βήματα,
κάθε πρώτη του Μάη διπλό espresso,
ο παράξενος φίλος μας μιλάει για τους έρωτές του,
πίνει μια γουλιά, φτύνει και παραληρεί.
Στο παρακάτω στενό πλαστικές σακούλες κάνουν βόλτα
κουβαλώντας ανθρώπους,
οι γριές παραμυθιάζονται κρατώντας pom pom,
τα μικρά παιδιά βαστάνε όπλα
και ρυθμικά τουφεκίζουν τα νιάτα τους.
Άλλοι στην πόλη βαριούνται και άλλοι κοπιάζουν,
εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα σπιρτόκουτο,
άλκιμοι μα τιμωρημένοι σε μια παραβολή:
Κύριε Διευθυντά, η γάτα σας πέθανε.

***

Έστω η Άνοιξη

Ο κρίνος με μια χούφτα χώμα και μια στάλα νερό.
Εσύ αμίλητη
με μια συνθήκη στο χέρι.
Η υποχρέωση της άνοιξης,
μου λες, είναι
οι αδιέξοδες καληνύχτες,
οι ραγάδες της ακροποταμιάς,
τα χιλιοποτισμένα νυχτολούλουδα που μπερδεύουν τους υδροχόους,
και οι γκροτέσκ επιγραφές στην άσφαλτο.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, Εκδόσεις Παλινωδίαι, Φεβρουάριος 2018.

Ηλίας Θ. Παππάς, Τρία ποιήματα

09:00
(άγουρο ξύπνημα, άνευ ονείρου)

Όσο στέκομαι και την κοιτάζω δεν θα βγάλει άχνα
η παλιά, μισοτελειωμένη ζωγραφιά.

Οι σκόρπιες μολυβιές, οι πολύχρωμες μουντζούρες
δε χαρίζουν εικόνα – μόνο πάνω, ψηλά
κάτι σαν ουρανός απλώνεται
την ώρα που κάτω, χαμηλά, κάτι σαν άνθρωπος ή σκύλος
πάει να ξεκινήσει.

Απ’ τον ορίζοντα – αν είναι – αχτίδες ή βέλη ρέουν
στην ανοικτή παλάμη της γης
και γύρω τριγύρω στο σπίτι – αν είναι –
χορεύει ο φαφούτης φράχτης μες στα αγριόχορτα.

Ανοίγω την πόρτα χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο δρόμος
και ποιος ο λαβύρινθος.

***

10:00
(γνωστός προορισμός, άγνωστο ταξίδι)

Έφτασα άξαφνα στην πρωτεύουσα
κι η σημαδούρα του ανθρώπου εχει χαθεί.

Μπλέχτηκαν οι λεωφόροι και τα σοκάκια
η νύχτα με τη μέρα
παραπόταμοι σκοτάδια βαθειά στο φως κυκλοφορούν
το δίκαιό μας σε ξένα σώματα
και το εγκλωβίζουν.

Απ’ άκρη σ’ άκρη επικρατεί η τάξη του τέλους
καθώς περνάνε με τα ατροφικα τους άκρα
ηλιοκαμένοι οι γερανοί.

Ερείπια συμμαζεύονται
ελπίδες συγυρίζονται.

***

11:00
(μετεκλογική συγκέντρωση, έκλειψη)

Ο Πρωθυπουργός έβγαλε επινίκιο λόγο κι όλες οι μυθολογίες εκτροχιάστηκαν:
«Η ΕΚΑΤΗ ΑΠΕΡΧΕΤΑΙ! ΑΝΑΙΜΑΚΤΕΣ ΟΙ ΦΛΕΒΕΣ ΣΑΣ!»
…ζητωκραυγές…
«ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΛΕΡΝΑΙΑ ΠΤΩΣΗ!»
…επευφημίες…
«ΣΙΣΥΦΟΣ ΕΜΕΙΣ, ΒΡΑΧΟΣ ΕΣΕΙΣ!»
…πώρωση…
«ΜΑΥΡΗ ΣΗΜΑΙΑ ΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ!»
…λύτρωση…
…λύτρωση!

Έβγαλε λόγο ο πρωθυπουργός και τα χειροκροτήματα έπεφταν βροχή
όπως οι νυχτερίδες σύννεφα απ’ τα σκοτάδια του ήλιου.

*Από τη συλλογή “Οι αρνήσεις μιας ημέρας”, Εκδόσεις Στοχαστής, Χειμώνας 2013-2014.

Ειρηναίος Βρούσγος, Τρία ποιήματα

«εγώ δε σαρκικός ειμί»

ΤΟ ΣΩΜΑ

Το σώμα μου, όταν πεθαίνει,
γίνεται χώμα.
Το χώμα, όταν ξεπλένεται στη θάλασσα,
γίνεται άμμος.
Η άμμος, όταν λιώνει στη φωτιά,
γίνεται γυαλί.
Το γυαλί όταν το κοιτώ,
μου μιλάει.

«Ας είσαι τυφλός, απλά μη φωνάζεις.
Άφησε να φωνάζουν αυτοί που βλέπουν».

Αυτοί που βλέπουν,
πάντοτε μιλούν σιγανά.
Μιλούν σιγανά,
για να μπορέσουν ν’ ακούσουν.

«Η ελπίδα πεθαίνει μονάχη της.
Δεν σε χρειάζεται να την σκοτώσεις».

***

ΠΑΧΝΗ

Η πόλη έσβησε μέσα στην πάχνη.
Απ’ την παραλία του Μπαχτσέ δε φαίνεται ούτε ένα φωτάκι.
Κι η ίδια η παραλία, μια σειρά από λάμπες
πνιγμένες στο σκοτάδι της υγρής ομίχλης.
Οικοδομή παρά οικοδομή, κτίσμα παρά κτίσμα,
συναντάς από ένα μοναδικό φωτάκι,
από έναν μοναδικό κάτοικο ή και κανέναν.
Πρώτη μέρα των Χριστουγέννων.
Μου δανείζεται, για αρκετή ώρα,
τη προσοχή μου μια μαρμάρινη πλάκα.
Σ ένα απ’ τα εγκαταλελειμμένα σπίτια-παλάτια-γιαπιά,
με τους επιβλητικούς τους φράχτες,
να προστατεύουν
το τίποτα απ’ το τίποτα,
έγραφε:
«Σήμερον εμού, αύριον ετέρου, ουδέποτε κανενός»
Ν. Σουγιάς

Απόψε τη μοναξιά τη νιώθω πολύ πηχτή.
Μονάχα η τρέλα ενός έρωτα θα μπορούσε
να μου σφαλίσει τα μάτια πιο σφιχτά απ’ το σκοτάδι.

***

«το μέλλον είναι αναπότρεπτο,
αλλά μπορεί και να μην επέλθει»

X. Λ. Μπόρχες σε μτφρ. Α. Κυριακίδη

ΧΡΟΝΟΣ

Αν και ο χρόνος μας
κινείται μονάχα προς το μέλλον
-χωρίς ποτέ του να το φτάνει-
η συνείδηση του χρόνου
κινείται μονάχα προς το παρελθόν:
Αφού υπάρχω,
άρα υπήρχα.
Θα ήταν ωραία να μπορούσα να πω:
Αφού υπάρχω,
θα υπάρχω.
Όμως κάτι με συγκρατεί.
Ίσως ο Θεός του Μπόρχες
που «καραδοκεί στα ενδιάμεσα» των επαγωγών.
Όμως και προς τα πίσω πηγαίνοντας
(αν ως πίσω ορίσουμε το παρελθόν)
πόσα «άρα υπήρχα» χωράνε;

Δε θυμάμαι
τη στιγμή που δεν υπήρχα.

*Από τη συλλογή «στα ενδιάμεσα, παραμυθία», Εκδόσεις ΣΙΑΞΠΗΡΙΚόΝ, Μάρτιος 2013.

Τάσος Σαγρής, Αστυνομική επιθεώρηση ληστείας και φόνου

Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να αντιμετωπίσω τη θλίψη
που τυλίγει τον ουρανό της πόλης, τους δρόμους, τα σπίτια,
τα κλειστά παράθυρα, τις νεκρές πλατείες.

Οι παλιοί προφήτες και οι μάγοι
είχανε τρόπους
να νικάνε τους εχθρούς, να υπερασπίζονται την πόλη.
να δίνουν ελπίδες και δύναμη,
να κάνουν τις προσευχές των απλών ανθρώπων
να μοιάζουν εφικτές,
να κοιτάζουν στα μάτια τον ασθενή που αργοπεθαίνει
και να του δίνουν χαρά και προσμονή και αγαλλίαση
και μια φωνή που να προσφέρει απαντήσεις.

Τώρα εδώ δεν έμεινε κανένας ζωντανός
να έχει τη δύναμη να διώξει αυτή τη θλίψη.
Τώρα οι μέρες περνάνε ίδιες και απαράλλακτες,
οι εποχές δεν έχουνε καμία διαφορά μεταξύ τους,
τη νύχτα κρύβεσαι κλειδωμένος πίσω από μια πόρτα ασφαλείας,
το πρωί τριγυρνάς στους δρόμους αναζητώντας
μια χούφτα κέρματα, φτηνή τροφή και μεταχειρισμένα ρούχα.
Οι άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια
φοβούνται τους αστυνομικούς και τις καλοντυμένες κυρίες,
τα ζώα που τριγυρνάνε υπνωτισμένα στο κέντρο της πόλης,
μπορούν να γίνουν ξαφνικά πολύ επικίνδυνα.
Μικροαστοί που εξαθλιώθηκαν και φτωχοδιαβόλοι.
Υπάρχει ένα σημείο στην ανθρώπινη κατάσταση
που κανείς δεν μπορεί να το ελέγξει:
Ο άνθρωπος είναι το πιο απάνθρωπο ζώο.

Κομματιασμένα έντερα από δολοφονημένες γριές,
τυλίγονται γύρω από τους καναπέδες και τα σκρίνια,
οι ασημένιοι καθρέφτες μπαίνουν γρήγορα σε σακούλες
καθώς αντανακλούν τα φρικαρισμένα μάτια
της γυναίκας που αργοπεθαίνει σε μια γωνία πεταμένη
με ένα μαχαίρι καρφωμένο στα σωθικά της.
Τα μαχαιροπίρουνα, οι πιατέλες, το ακριβό σερβίτσιο,
οι παλιές κορνίζες, λίγα χρυσά δαχτυλίδια,
οι πίνακες ζωγραφικής
μέσα στη νύχτα
στοιβάζονται με γρήγορες κινήσεις στο φορτηγό που είναι
παρκαρισμένο στην πίσω αυλή.
Σκοτεινές φιγούρες αδειάζουν το αστικό διαμέρισμα,
οι αυταπάτες διαλύονται, τα όνειρα καίγονται,
οι ελπίδες τελειώνουν, όλα όσα πίστεψες ήτανε ψέμα,
ο άνθρωπος είναι το πιο απάνθρωπο ζώο.

Και εσύ βρίσκεσαι εκεί, με ανοιγμένη την κοιλιά,
με τα έντερα σου πεταμένα στο πάτωμα,
μια γριά, ένα τίποτα, ξεχασμένη από όλους,
χωρίς κανέναν δίπλα σου,
που όλοι άλλωστε βαριούνται να ακούσουνε τί έχεις να πεις,
που τα έχεις άλλωστε πει τόσες φορές ξανά τα ίδια και τα ίδια,
τα ίδια αστεία, τις ίδιες τραγωδίες, τις ίδιες ανησυχίες,
τους ίδιους φόβους.
Και εσύ εκεί, βουτηγμένη μέσα στο αίμα σου και
κατουριέσαι επάνω σου, βογγάς τις τελευταίες σου ανάσες
χαράζουνε το σαπισμένο σου δέρμα
και δεν νοιάζεται κανένας για εσένα
και δεν ξέρει κανείς το όνομα σου
και τα παιδιά σου σε παράτησαν πριν χρόνια,
οι γείτονες σε ξέχασαν, οι συγγενείς σου πέθαναν
και οι κλέφτες κουβαλάνε τα πράγματα σου στο φορτηγό,
ενώ εσύ πεθαίνεις, έτσι τυχαία,
έτσι χωρίς νόημα,
έτσι επειδή έτσι γίνονται τα πράγματα,
γιατί κάποιες φορές αποδεικνύεται ξαφνικά
ότι ο άνθρωπος
Είναι το πιο απάνθρωπο ζώο.

Δεν υπάρχει τρόπος να σώσεις την πόλη
από τον πόνο του τρόμου και τη θλίψη που
την σκεπάζει σαν σκοτεινό πέπλο.

Οι αστυνομικοί περιφρουρούν της πλούσιες αυλές
και τα ακριβά καταστήματα.
Οι φτωχοί σκοτώνονται μεταξύ τους για λίγες δεκάρες
και μερικά παλιά αντικείμενα.
Τα λουλούδια της νεκρής ζώνης μυρίζουν δηλητήριο.
Απανθρακωμένες στιγμές στέκονται ακίνητες
στις άκρες των δρόμων, άνθρωποι κοιτούν με μάτια απλανή,
τα σύννεφα περιλούζουνε την πόλη βενζίνη,
η μυρωδιά του θανάτου
μου τρυπάει το κεφάλι, οι σκέψεις χύνονται
και χάνονται για πάντα.

Όλα όσα ήξερα, όλα όσα ήθελα, όλα όσα κατάφερα
χάθηκαν όταν κατάλαβα
ότι ο άνθρωπος είναι το πιο απάνθρωπο ζώο.

Είδα τα ανοιχτά μάτια μιας νεκρής γριάς να με κοιτάνε
σε ένα τρίλεπτο βίντεο στο ίντερνετ από
αστυνομική επιθεώρηση ληστείας και φόνου
και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

Είδα τα μάτια μια γριάς να με κοιτάνε
και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

*Από τη συλλογή «Φαινομενολογία της Γκιλοτίνας», Εκδόσεις Κενότητα, 2018.

μια τρίχα από την γάμπα του Κορτάσαρ

Υπάρχω υπακούοντας τη μόνιμη αλλαγή που με δαπανά στο ισάξιο σφρίγος  θανάτου και έρωτα. Στην διαύγεια ενός θαλερού απογεύματος πυροδοτείται η ζωή μου πέρα από κάθε νομοτέλεια. Παλινδρομώντας μεταξύ ιδέας και συναισθήματος μαθαίνω να επιβιώνω με τον σαφή τρόπο του μέλλοντος. Ο πόνος απαλύνεται μονάχα για να διεκδικήσει ξανά το σωτήριο μερίδιό του στην διήγησή μου. Γεμάτος αναίσχυντους τόνους στην πρωτοκαθεδρία των φωνήεντων. Ήσυχη απόκλιση, αδαής μεμψιμοιρία, όλα διατυπώνονται με την εγγύτητα του μεσημεριού, με τον ήλιο ακριβώς δοξασμένο να συγχωρεί και να εκπληρώνει τις εκάστοτε ερμηνείες. Απαράβατος ο νόμος της εξάρθρωσης της γνάθου από τις ανεκμετάλλευτες λέξεις. Σιωπή ικανή να συγκεκριμενοποιήσει το απαράθετο. Χρόνια κομψευόμενη ανοησία. Μνημείο που λοξοδρομεί από την γνώση. Αγχόνη εντολοδόχος της πρόνοιας. Η μόνη επαναφορά έγκειται στο σημείο του πόθου, είτε χαίρεις καθοδηγητή. Πριν από κάθε επινόηση εξάλλου υπάρχει ένας οργανισμός συμφερόντων.

*Από το “ένα έτσι” εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/04/06/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B3%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B1%CF%81/

**Φωτογραφία από τον “συντάκτη αρθρογράφου”.

Σταύρος Μίχας, Δύο ποιήματα

Γυμνή στιγμή

Γυμνή στιγμή
η μυρωδιά του ήλιου στα χαλίκια

Στο σκιερό ρυάκι
θροΐζουν λαμπυρίζουν τα νερά

Ένα φτερό ηχεί στον άνεμο

Μύρισε την αύρα του σύννεφου
τις μέρες που έρχονται ησύχασε
μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο μήτρα
όπου τρομάζει το δέρμα σου στον ήλιο
και τρίζει ο πάγος μες στα χόρτα.

Για να υπάρξεις αληθινός εαυτός
να βλέπεις σιωπηλός
ποτέ το ίδιο δυο φορές.

Σώμα γυμνό
πλυμένο στους καταρράχτες του γαλαξία
στη μουσική της καρδιάς
καθώς τραγουδάς από μέσα σου
μη σκέπτεσαι
τι να κάνεις τι να μην κάνεις

Στα όρια της φωτιάς σου
βγάλε το τίποτα
διαπέρασε με μιας όλα τα πράγματα

να καείς στο απόλυτο μηδέν

για να ’σαι ολοζώντανος στο φως
στο κέντρο παντού τ’ ουρανού.

***

Πιο πέρα

Μες στη διάφανη σιωπή
αναπαύεται ο χρόνος

Η σιωπή ανταλλάσσεται με σιωπή

Αν κλείσεις τα μάτια σου
ένας πελώριος ήλιος
σε πλημμυρίζει από μέσα
μουσκεύει τις μέσα όχθες σου

Αν τ’ ανοίξεις
τα νερένια μάτια σου πνίγουν
τον κοιμισμένο κόσμο.

Πιο πέρα απ’ τον εαυτό μας
η σιωπή μας διεκδικεί

Πιο πέρα απ’ τη νύχτα
καθρέφτες του νου παλεύουν.

Προσεύχομαι για τη συντριβή
κάθε μου σκέψης
μια ολοσχερή συντριβή
μέσα στο κενό
μες στη διάφανη σιωπή.

Στολισμένος με αδιαφορία
σε μια αιθέρια ελευθερία
να διαπερνά το αυγινό μου δέρμα

Ανοίγομαι στον εαυτό μου
κι αφουγκράζομαι
το φως στο άυπνο αίμα.

*Από τη συλλογή “Το άπειρο της σιωπής”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 1998.

Μαρία Πανούτσου, Το μαύρο είναι το χρώμα μου

το μαύρο είναι το χρώμα μου,
το χρώμα της καρδιάς μου,
το πιο χρωματιστό πλουμίδι,
το καύχημα, ο περουζές,
πρώτα, σε περιβραχιόνιο,
θείου, πάππου, πατέρα
στις αλλαξιές, μαμάς
γιαγιάς και θείας,
χωρίς αιδώ,
και στις λεξούλες μου
τις πρώτες,
αυθάδικες και θλιβερές
τις βρίσκαν τα παιδιά,
κι αργότερα με κραύγαζαν
Μαρία η κατηφής,

το μαύρο κύλησε απότομα
με βρήκε, στα όνειρά μου
το φόρεσα κατάσαρκα
στα έτη τα δεκάξι,
μόλις το πένθος της γιαγιάς,
με έντυσε κοπέλα,
και τότε είδα το ένδυμα,
ως ένδυμα δικό μου,
με ρώταγαν, αν είμαι
σε πένθος από τότε,
και εγώ τους απαντούσα,
μα όχι, είναι το φόρεμά μου
μέσα και έξω μαύρα,

και μια χαρά στα χείλη
ν’ αργοσαλεύει πονηρά,
στα μάτια η λάμψη,
να φανερώνει πεθυμιές
και να με ζευγαρώνει,
μα εγώ πενθούσα πράγματι
τούτη τη ζήση την τραχιά,
τούτη την παραζάλη,
τούτον τον κόσμο, το σαθρό
σαν μήλο σαπισμένο, σαν κραταιό
φλεγόμενο, θηρίο, οργισμένο,
ο πύργος της Βαβέλ σε καρτ ποστάλ
με αποχρώσεις γκρι
σαν στάχτη που εξανεμίζεται

*Ανέκδοτο ποίημα από την ενότητα προσωπογραφίες.
**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ:
http://ithaque.gr/to-mayro-einai-to-xrwma-mou/

Matsuo Basho, Ο κόσμος της πάχνης

1
Μαύρο κοράκι
στο νεκρό κλαδί: βράδυ
του φθινοπώρου

2
Στον άδειο δρόμο
μόνος το φθινόπωρο
καθώς βραδιάζει.

3
Το φθινόπωρο
βαθαίνει – κι ο γείτονας
πώς άραγε ζει.

4
Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου

5
Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει το βράχο

6
Η τρικυμία –
μέχρι πέρα στο Σαντό,
ο γαλαξίας.

7
Νωρίς το πρωί
με καινούργιο κιμονό:
άλλος άνθρωπος.

8
Άδειο κέλυφος:
κι η ψυχή του τζίτζικα
τραγουδημένη.

9
Χόρτα του θέρους:
ό,τι μένει απ’ τ’ όνειρο
των πολεμιστών.

10
Αγριόχηνες
χαμένες στα σύννεφα:
κάποιοι χωρίζουν

11
Μη λησμονήσεις
τη δαμασκηνιά που ανθεί
μες στη συστάδα.

12
Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

13
Σεληνόφωτη
δαμασκηνιά, κρατήσου:
θα ‘ρθει η άνοιξη.

14
Χωρισμός: σφιχτά
τα δάχτυλα στην ψάθα
για παρηγοριά.

15
Ξανάρθε λοιπόν
το χιόνι που βγήκαμε
να δούμε μαζί.

16
Το πρώτο χιόνι:
τα φύλλα του νάρκισσου
γέρνουν, λυγίζουν.

17
Χωρίς φεγγάρι,
χωρίς λουλούδια ή φίλους,
και πίνει σάκε.

18
Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθαίνει.

19
Αστροπελέκι:
η κραυγή του ερωδιού
τρυπά το σκότος.

20
Όταν αστράφτει,
ο φωτισμένος άνθρωπος
κι αυτός θαυμάζει.

21
Εκεί που ο κούκος
φεύγει και χάνεται, να:
ένα νησάκι.

22
Μέρες βροχής:
οι μεταξοσκώληκες
γέρνουν στα μούρα.

23
Στο πρωτοβρόχι
κι η μαϊμού θα ήθελε
ψάθινο παλτό.

24
Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

25
Τελειώνει ο χρόνος –
με το ψαθί μου ακόμα
και τα σανδάλια.

26
Χωρίς πρόσωπο:
σπαρμένα οστά κι ο αγέρας
κόβει τη σάρκα.

*Από το βιβλίο “Ο κόσμος της πάχνης – Σαραντατρία χαϊκού του Μασούο Μπασό και του Κομπαγιάσι Ίσσα”, σε απόδοση Διονύση Καψάλη, Εκδόσεις Άγρα, 2008.

Γιώργος Δάγλας, Τέσσερα ποιήματα

Στο γήπεδο
κι ύστερα στα σεντόνια του νεκροτομείου
να κυλιόμαστε.
και να ‘ρχονται απ’ ολούθε φορτηγά
παροξυσμοί και τα παιδικά μας χρόνια
μ’ ακανόνιστα βήματα, με ντροπή
κρατώντας το πιο αγαπημένο
να μας προσφέρουν στα κρυφά
την ώρα που
θα μας ξεσκίζουν μ’ ένα ήρεμο μίσος
σίγουροι πως θα βρουν την αιτία.
Αν είναι ποτέ δυνατό
οι μπακάληδες του έρωτα
να μπορέσουν να λογαριάσουν.
Αν είναι ποτέ δυνατό τα επικηρυγμένα μάτια
να κολάσουν απόσπασμα.
Αν είναι ποτέ δυνατό.
Αν είναι

***

Α! Αυτή η κλασική μουική
και τα τεντωμένα σκοινιά παν’ απ’ το γήπεδο.
Α! Αυτά τα τριαντάφυλλα
πλάι στις αμαζόνες και τα ποδήλατα.
Με τα νυχτερινά shows
που ξεχύνοντ’ απ’ τις μπετονιέρες
και τη φρίκη των διδασκάλων Α!
Είναι η εικόνα που μάταια
ζητάει στα πέλματά μου
να μην ελπίζω.
ΞΕΡΩ ΠΙΑ.

***

Όταν θα γυρίσει
(τα παιδιά να λείπουν)
τσιγάρο αναμμένο θα κρατάει
(τα χέρια καμμένα)
όταν
(Αυτός ο βιαστής κι εγώ ο υιός)
όταν γυρίσει
θα τον σχωρέσω.

***

Μ’ άνεργους ηθοποιούς
κι αλκοόλ
θα τη βρω.
Κι έτσι νομίζω
χωρίς άγχος
με κουβέντες καλές
θα πεθάνω.

*Από τη συλλογή “Η μέρα των φωταγωγών”, β’ έκδοση, Εκδόσεις Φίλντισι 2017.