Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ποιήματα

Το γνήσιο της υπογραφής
Κρεμάστηκες στις σελίδες
Από το γνήσιο της υπογραφής
Του συγγραφέα

Και ζαλισμένη έπεσες
Στο κάτω ράφι
Με τα εξώφυλλα
Γλιστρώντας στα περιεχόμενα
Που ορίζει ο κανόνας

Κινδύνεψες σε μετωπική
Με λέξεις ξεχασμένες
Σώθηκες τελευταία στιγμή
Τινάζοντας τη σκόνη

Μα κάτι θα ψάχνεις πάντοτε
Μια το εγώ
Μια το εσύ
θα ξεφεύγουν νύχτα μέρα

***

Ψευδώνυμη φυγή

Σάστισα σαν είδα
Το δείπνο των ανέμων
Στο δείλι της βροχής
Κι αναστέναξα απορώντας

Τι θέλω εγώ απρόσκλητος
Ανάμεσα σε ήχους
Γέλιων και θρήνων
Σε αλήθειες και ψέματα
Γάμων και κηδειών;

Δείκτης σιωπής
Φως αντοχής
Και δώδεκα χτύποι
Της καρδιάς μου
Σαν χάθηκα χαράματα
Στα εντός μου

Ανήμπορος πειρατής
Στα ίχνη
Ψευδώνυμης φυγής

*Από τη συλλογή “Γραβάτα δημόσιας αιδούς”, Εκδόσεις Κέδρος, 2018.

Δημήτρης Δημητριάδης, [Η ΑΛΛΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ]

Κι όμως
μία αλόγιστη στιγμή
παραδομένη στην εμβέλειά της
και αφημένη να καταλήξει στον προορισμό της
δεν έχει άλλη κατεύθυνση
απ’ την καρδιά του χρόνου
που χάνεται όταν δεν πλήττεται
ολοταχώς με τόλμη καίρια και ακαριαία
επιδιώκοντας να μετατρέψει
την ακαμψία σε κάμψη της αδράνειας
και την σιωπή σε λόγο παραινετικό
Έτσι σιγά η οχλαγωγία
τέμνεται το μηδέν
θίγεται το προαιώνιο
και επανέρχεται το αρχικό
Τότε όλα ηρεμούν
όχι από χορτασμό και άδειασμα
αλλά από εκπλήρωση
εκείνου του ελάχιστου που είναι
η έλευση του πλήρους
και σπινθιροβολεί για μια στιγμή
εκείνο που είναι στιγμιαίο
ενώ θα έπρεπε
αν ήμασταν στ’ αλήθεια ζωντανοί
να διαρκεί
όσο το Σύμπαν

17 Μαρτίου 2013- 17:59μ.μ.

*Περιλαμβάνεται στην έκδοση Δημήτρης Δημητριάδης – Γιώργος Αλισάνογλου, προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, β’ έκδοση, Δεκέμβρης 2013.

Ειρηναίος Μαράκης Δύο ποιήματα

PRIDE

έψαχνε τον εαυτό του

σε άφτερ, στάσεις φορτηγών και ουρητήρια

αδρά πληρώνοντας μια νύχτα επαφής

μα κάποτε σταμάτησε αυτή την αναζήτηση

δεν άντεχε πλέον τον τόσο ανδρισμό

συζητήσεις για μπάλα και για πόλεμο

κι αιτήσεις για σιωπή

από τυχαίους εραστές

με γυναίκα, παιδιά

σπίτι στο χωριό και σκύλο,

τώρα πια παρηγοριά ζητούσε

σε αγκαλιές Πακιστανών και αγοριών στην εφηβεία

δίνοντας κάτι λιγότερο από τον βασικό μισθό

ύστερα κρύφτηκε

ακόμα περισσότερο στο σπίτι του

μετά από μια απόπειρα ληστείας

κι έναν εκβιασμό

απογοητευμένος σκέφτηκε την αυτοκτονία

με κόκκινο κρασί και χάπια της κατάθλιψης

σώθηκε δύσκολα κι ύστερα από μεγάλη νοσηλεία

έφυγε απ’ την πόλη μετά από λίγα χρόνια

σε Ευρώπη κι Αμερική ταξίδεψε

ψάχνοντας την αγάπη

ανθρώπους γνωρίζοντας ίδιους όπως αυτός

που αν μία φορά λύγισαν

χίλιες φορές σηκώθηκαν

(βασισμένο σε πραγματική ιστορία)

Χανιά-Αθήνα, Ιούλιος του 2016

***

18%

είμαι ένας άνθρωπος μοντέρνος

ή μάλλον σύγχρονος θα πω

ίσως της εποχής μου, ακούγεται καλύτερα

και το μοντέρνο πια λέξη είναι

ξεπερασμένη,

ναι, είμαι ένας άνθρωπος της εποχής μου

τώρα πια τα πρωινά δεν βάζω τη μαμά

καφέ να μου φτιάχνει ελληνικό

ούτε πίνω φραπέ

απλά με το ντελίβερι σπίτι μου φέρνουν

φρέντο καπουτσίνο με καστανή ζάχαρη

εννοείται ακατέργαστη

κι ύστερα αφού στο ίνσταγκραμ μοιράσω καρδουλίτσες

όπως κάποιοι άλλοι θα μοίραζαν φιλιά

ειδήσεις βλέπω στο τάμπλετ μου

που ακόμα και για καιρό

σε δόσεις ευκαιρίας θα πληρώνω,

ναι, ειδήσεις βλέπω και θυμώνω

φτώχεια, πείνα και κακό

και σχέδια μυστικά ενάντια στην πατρίδα μου

στο ήθος, στην ψυχή της

με φοβίζουν, με αγχώνουν και με θάρρος οδηγούν

να ζητήσω πραξικόπημα για να σωθεί ο τόπος

αναστενάζω: «μας λείπεις Παπαδόπουλε»

κι ύστερα στο νετφλιξ θα γυρίσω

για μια σειρά μου είπαν με κέφι, αίμα και σασπένς

με οχτώ στα δέκα αστέρια, πολύ καλή, αμερικάνικη

(σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» ένα 18% των Ελλήνων πολιτών δεν θα έλεγε όχι σε ένα… πραξικόπημα…)

9/7/2018

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ars Poetica

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Πριν την πτώση



Προτιμώ να χορεύω σαν κτήνος

παρά να πονάω σαν άνθρωπος. 

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Θωμάς Γκόρπας, Ποιοι μας αγαπάνε;

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…

Αλήτις Τσαλαχούρη, Χορός στα ερείπια

Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ––Αποβάθρα μεταναστών –– Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος–– Της προσφυγιάς της υδρογείου– – Σ’ ακάλυπτο–Με μονοκατοικία– Του μπουντρουμιού μου σε πολυκατοικία– Τα πίσω βλέπανε μπαλκόνια –– Αληθινός παράδεισος μ’ αυλή και οπωροφόρα \––Ευεργετούνταν πολλές πολυκατοικίες με ορίζοντα για χρόνια–– Μέχρι το βράδυ μεγάλης φασαρίας–– Ο γιος μουρντάρει τους γέρους στη γωνία–– Να την γκρεμίσουνε τη μονοκατοικία –– Να ζήσουν κι αυτοί σε πολυκατοικία -–– Και όλα καλά μέχρις εκεί–– Αλλά ένα χάραμα–- Oριστικά πριν σωριαστεί–– Ο γιος καταφθάνει με αμάξι που δονείται απ’ τα ηχεία –– Στα ερείπια αρχίζει με φίλους να χορεύει με μανία––Του ακάλυπτου οι περίοικοι του φέρνουν μπατσαρία ––Μία φωνή του λέει από πατζούρι δυνατά- Σε ρετιρέ εσύ να κατοικείς––Στο ερείπιο θα μένεις μια ζωή- Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ –– Αποβάθρα Φυλών της Γης –– Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος–– Της προσφυγιάς της υδρογείου–– 

*Από τη συλλογή “Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.

Γιώργος Γκανέλης, Σκηνικό

Νωρίς τα μαζέψαμε τα πανιά μας
κρεμώντας τα σύνεργα της καταστροφής στους ώμους
αγοράζοντας χαμένες στιγμές από παζάρια λαϊκά
σκίζοντας τα όμορφα τοπία
με τις λάμες της ορφάνιας από αγάπες που έσβησαν
σαν φανοί θυέλλης μια Κυριακή έξω απ’ το σταθμό·
ένα σκηνικό μεσαιωνικής άλωσης, άλογα, τείχη
στάδια γκρεμισμένα, οι αγώνες χωρίς ομάδες
αγώνες επιβίωσης, αγωνία στις πριονισμένες ράγες
μάγοι έτοιμοι να επέμβουν ρίχνοντας τους μανδύες τους
πάνω στην πόλη, κανείς δεν είδε
τα καρφιά που εισχώρησαν στα νεύρα
το αίμα αναμείχθηκε με τη βροχή, ο ύπνος μας
κοίταξε προς τον ουρανό, το χθες απόμακρο,
μια επίσκεψη στην κεντρική αγορά ήταν αρκετή:
αυτή η ζωή μοιάζει απάτη πίσω απ’ το μέγεθος
των φωτεινών επιγραφών, η υπερβολή μάς παρασύρει
σε δρόμους ψευδαισθήσεων – όλα ο ίσκιος σου.

Κατηφορίσαμε τα σοκάκια που γέρνουν στη λάσπη τους
η γη ένας τοκετός πρόωρων βρεφών
διψάσανε τα μάτια μας για λίγη αθωότητα
παντού σπέρματα φτηνής ηδονής.
Αυτό τον άνθρωπο τον βλέπω τακτικά
να ξεπουλάει τα λόγια του, να δίνει άφεση αμαρτιών
μπροστά στο κουδούνισμα των νομισμάτων
κι έξω απ’ τις βαριές πόρτες μια μυρωδιά συναλλαγής·
κι εσείς ακόμα αναμασάτε την ενδοξη ιστορία σας
ρίχνοντας στη στάχτη την καθαρή φωνή σας
σήμερα που άρχισε να συννεφιάζει, σε λίγο το νερό
θα πνίξνει τη φωτιά καθώς θ’ αγγίξουμε
την άλλη πλευρά της ομορφιάς – το θάνατο.

*Από τη συλλογή “Ο Σκοπευτής της Μνήμης”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2013.

Έρμα Βασιλείου, Τέσσερις γυναίκες στ’ όνομά μου

Η Ερμιόνη περπατά με μια ηλιαχτίδα
Δεμένη σε σπάγγο
Σαν ατμός
Λέξη αόρατη
Περιστέρα αγαπημένη του βασιλιά πατέρα της

Και η Ερμέτ
Κουρασμένη απ’ το ταξίδι με το πλοίο,
ήλθε μακριά στα χρόνια να σε βρει
κι ας μην σε φωνάζουν όπως πριν
Κι ας μην έχει πια τον ίδιο πατέρα
που να τον λεν Ρογήρο, τον Νορμανδό που την επέταξε
Σε θάλασσα, στα βράχια της Καλαβασού

Και η Νέρεμα,
Γυμνή σχεδόν, αθώα
Με στήθη έξω
Για ένα
Πρόσωπο χαμόγελο
Σε πόδια σμιλεμένα για περπάτημα στο δάσος
Με φτέρνες στα σμιλιά οργωμένες
Του αυτόχθονα η αυτόχθονη

Και η Ερμελίν
Η σιλουέτα η λεπτή, σε ξεπερνά, σου δίνει να κεντήσεις
στο πείσμα όμορφη
Στο νήμα των φυλών όπου ‘χουν ραγίσει

Και η Έρμα, η παιδεμένη σαν είσαι σ’ όλα, εσύ,
τα κρύβει με την όραση που βλέπει όλα τ’ άλλα
Τα σέβεται με την αγάπη των όσων ηδονής
Των άστρων που συνυπάρχουν ξώκαμπα

Συνάστερα, με χέρια δούλης σε ντύνει, μάνα
Με μάτια προφήτισσας μια συναστρία άλλη
Κι άλλη ερμηνεύει
Και με τα μάτια κλείνει τον καημό
Δεν αγνοεί τ’ αμόλυντο
Βασίλισσα, τοξότρα,
Ναυαγισμένη, στα πικρά πικρούτσικα
Μαλλιά του θρίαμβου αψίδας,
Κατακαμμένη επιστροφή…

Η φίλη όσων αγάπησαν
Κι όσων δεν ζηλέψαν…
Αυτήνε δίνεις…
Που έφυγε μικρή κι ήρθε πίσω μικρότερη
Με πλοίο νορμανδικό
Και στέριωσε στη γη με τ’ όνομα της!

*Από τη συλλογή “Αρχιπέλαγος-Ερωτική Συναστρία (2017-2018)”.

Λαμπριάνα Οικονόμου, Βαθμός ελέγχου

Ο τόπος μου: ξερολιθιά και ήλιος.
Το βράδυ βγαίνει, ένα ασημένιο σαλάχι, φεγγάρι.

Οικογενειακή έξοδος: απλώνω άδεια κανάτια στο πεζούλι.
Το γηραιό ζεύγος στο απέναντι μπαλκόνι, η προίκα μου.

0 καλύτερος φίλος: εφ’ όπλου λόγχη, περίσσεια θάρρους,
σημαδεύω με σφεντόνα. Δεδομένου του ερέβους, αστοχώ.

Εκδρομή: χαρτόνι, σχήμα σύννεφου στον πάγκο της μπουγάδας.
Η μητέρα το άφησε να μουσκέψει τόσο, που το νερό άγγιξε το
ταβάνι. Κανείς δεν βγήκε ζωντανός.

Στο ιατρείο: μουσικά, κουτάλια, λουλουδιασμένα κάδρα
αναδίδουν φορμόλη. Το άφθαρτον της φύσεώς τους.

Το δωμάτιό μου: αποκοπή γης από ουρανό.
Στην επικόλληση, με ράμματα.

Εθνική γιορτή: δημόσια σύναξη, κενό σημείο επαφής.
Αποτραβιέμαι να εισπνεόσω οξυγόνο.
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Οι πινακίδες: συμπληρώνουν το αστικό τοπίο, αναγράφουν τσιτάτα
πάνω από ταμειακές μηχανές. Και «Προσοχή Σκύλος».

Καλοκαίρι: είναι τα απογεύματα θηλαστικά, άχυρο γεμισμένα.

Βόλτα στο δάσος: ο τόπος μου, ξερολιθιά και ήλιος.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.