Marianna Pliakou, Some afternoons

“Somewhere I have never travelled,
Gladly beyond’
EE.Cummings

when time slows and light fills the room
shafts of sun speak the language
of a shared yet unfathomed geometry
in which we expand so gloriously –
we, the sky, the room
the lines on the wall curving
circling that vast-tiny point inside us
where it all begins –
and everything makes sense for a moment
before time spirals to infinity
and somewhere beyond

Αντίνοος, Ίσως να πλησιάζει ο καιρός

Artwork: Kathe Kollwitz

Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
που θ’ ανεμίζουν σημαίες
στο ρυθμό του ανέμου
όταν ο άνεμος θα σφυρίζει
στης λευτεριάς το σκοπό
Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
που θα μυρίσουμε τ’ αποκαΐδια
απ’ όλα τα κελιά των λαών
Κι όταν ο χρόνος σημάνει μηδέν
θα πει πως ήρθε η ώρα των τρελών
αυτών που κινηθήκανε ενάντια στη λογική
αυτή που γελαστοί φονιάδες ονόμασαν ηθική
Και θα ‘ρθουν οι νεκροί
(αυτοί που ποτέ τους δε φύγαν)
να μας δείξουν τον τρόπο
να μας βάλουν τη φωνή
αυτοί που υπήρξαν άνθρωποι
με το άλφα κεφαλαίο και σε κύκλο…

*Από τη συλλογή “μου ψιθύρισες εξέγερση κι άκουσα ελευθερία”, Μάρτης 2012.

Roberto Fernández Retamar, Μακάριοι οι ισορροπημένοι

Μακάριοι οι ισορροπημένοι, εκείνα τα παράξενα όντα.
Εκείνοι που δεν είχαν μια μάνα τρελή, έναν πατέρα μεθύστακα,
ένα γιο εγκληματία,
Ένα σπίτι πουθενά, μια άγνωστη αρρώστια,
Εκείνοι που ψήθηκαν από έναν παράφορο έρωτα,
Εκείνοι που έζησαν τα δεκαεφτά πρόσωπα του χαμόγελου και κάτι παραπάνω.
Οι γεμάτοι παπούτσια, οι αρχάγγελλοι με καπέλο,
Οι ευχαριστημένοι, οι χοντροί, οι χαριτωμένοι,
Οι τραλαλά και οι οπαδοί τους, εκείνοι που γιατί όχι, οι “παρακαλώ περάστε”,
Εκείνοι που κερδίζουν, εκείνοι που αγαπιώνται ίσαμε τη λαβή,
Οι φλαουτίστες που συνοδεύονται από ποντικούς,
Οι πωλητές και οι αγοραστές τους,
Οι καβαλιέροι ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες,
Οι άντρες που είναι ντυμένοι με βροντές και οι γυναίκες με αστροπελέκια,
Οι λεπτοί, οι μυαλωμένοι, οι φίνοι,
Οι αγαπητοί, οι γλυκοί, οι βρώσιμοι και οι πόσιμοι.
Μακάρια τα πουλιά, η κοπριά, οι πέτρες.
.
Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν
Και μας ξαναφτιάχνουν, τους πιο τρελούς κι απ’ τις μανάδες τους,
πιο μεθύστακες κι από τους πατεράδες τους
Κι ακόμα πιο εγκληματίες κι απ’ τους γιους τους,
Και πιο ψημένους από παράφορους έρωτες.
Ας τους κρατήσουν τη θέση τους στην κόλαση, και φτάνει.
.
*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

Joy Harjo, Ίσως ο κόσμος τελειώνει εδώ

Ο κόσμος ξεκινά σ’ ένα τραπέζι στην κουζίνα. Ό,τι και να γίνει, για να ζήσουμε πρέπει να τρώμε.

Τα δώρα της γης έρχονται και προετοιμάζονται, τοποθετούνται στο τραπέζι. Έτσι γίνεται από τη στιγμή της δημιουργίας, και έτσι θα συνεχιστεί.

Διώχνουμε τα κοτόπουλα και τους σκύλους μακριά. Τα παιδιά βγάζουνε τα δόντια τους στις γωνίες. Γδέρνουνε τα γόνατά τους από κάτω.

Εδώ τα παιδιά μαθαίνου τι σημαίνει άνθρωπος. Δημιουργούμε άνδρες, δημιουργούμε γυναίκες.

Στο τραπέζι αυτό κουτσομπολεύουμε, ανακαλούμε εχθρούς και τα φαντάσματα των εραστών.

Τα όνειρά μας πίνουνε καφέ μαζί μας καθώς τυλίγουνε τα χέρια τους γύρω απ’ τα παιδιά μας. Περιγελούν μαζί μας τους κακομοίρικους ξεπεσμένους μας εαυτούς κι όπως τους ξαναβρίσκουμε και πάλι στο τραπέζι.

Το τραπέζι έχει υπάρξει σπίτι μέσα στη βροχή, ομπρέλα για τον ήλιο.

Πόλεμοι ξεκίνησαν και τελείωσαν στο τραπέζι αυτό. Μέρος για να κρυφτείς μέσα στη σκιά του τρόμου. Μέρος για να εορτάσεις τη νίκη την τρομερή.

Γεννήσαμε σ’ ετούτο το τραπέζι και προετοιμάσαμε τους γονείς μας ώστε να τους θάψουμε εδώ.

Στο τραπέζι τραγουδάμε με θλίψη, με χαρά. Προσευχόμαστε για το μαρτύριο και τη μεταμέλεια. Αποδίδουμε ευχαριστίες.

Ίσως ο κόσμος τελειώσει στο τραπέζι της κουζίνας ενόσω εμείς γελάμε και κλαίμε, τρώγοντας την τελευταία γλυκιά μπουκιά.

*Από τη συλλογή “How we Became Human”, W.W. Norton & Company 2009. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Με τα τουβλάκια τ’ ουρανού

Σπασμένα της ψυχής μου τα κόκαλα
κι έρχονται μυρμηγκάκια και με γιατρεύουν
στο μοναστήρι της μοναξιάς μου.

Στην μοναξιά μπορεί να βρείτε ίχνη μνήμης.
Έτσι τα σύνορά σας θα επεκταθούν
και ο ισχνός σας ο παράδεισος θα δυναμώσει.

Βροχή και βράχια και λουλούδια ορειβάτες
και λεπτομέρειες που μας διαφεύγουν,
όπως η αόρατη υποκρισία.

Οι αγαθοί έχουν χαθεί
σαν λουλουδάκια κάτω από ξερόφυλλα,
όμως με μια γαλήνη συγκινητική.

Σύκα και ρόδια που αθώα προκαλούν
καθώς μας δείχνουν τα δοντάκια τους
μ’ ένα φιλήδονο χαμόγελο χαμού.

Σκίουρε, κρύψε και για μένα ένα καρύδι.
Σκαντζόχοιρε, μάζεψε και για μένα λίγες ρόγες.
Παίρνω το τρένο κι έρχομαι κοντά σας.

Αλλαγές που συντείνουν στην ακαταστασία,
εκτροχιάζουν την ύπαρξή μου,
εκεί στα χωράφια της Πλατανόβρυσης.

Μικρόψυχοι κι αλεπουδιάρηδες
με την υποκρισία τους με κοροϊδεύουν,
όμως εγώ με τα τουβλάκια τ’ ουρανού κτίζω μια πολιτεία.

Δράμα, 9 και 11 Σεπτέμβρη 2019

Shpetim Selmani, Δύο ποιήματα

Βαλκάνια

Τα Βαλκάνια είναι σφαγείο
γεμάτο βαριεστημένα μοσχάρια.
Το αίμα είναι νεκρό και ξέρουμε καλά
πόσο σημαντικοί είναι οι σφαγιασμένοι.
Τα Βαλκάνια είναι πατρίδα των παραμορφωμένων
ανθρώπων, ο εθνικισμός
είναι ο άρτος ο επιούσιος,
ευλογημένος απ’ τους προγόνους.
Τα Βαλκάνια δεν μπορούν να υπάρξουν
χωρίς τις σφαίρες, τις σφαγές, τα αντιπυραυλικά συστήματα,
χωρίς τα ακρωτηριασμένα χέρια και πόδια,
χωρίς τις ξεριζωμένες καρδιές.
Είναι εκ φύσεως τόπος εγκλημάτων,
γενοκτονιών και πραξικοπημάτων.
Για τα Βαλκάνια η ελευθερία είναι προσβολή,
Η ισότητα άξια περιφρόνησης, μόνο το μαχαίρι
και όσοι το χειρίζονται και χαίρουν εμπιστοσύνης.
Τα Βαλκάνια αντιστρατεύονται τους αιώνες,
τα μωρά και το χαμόγελο της φυλλωσιάς.
Τα Βαλκάνια είναι ένας τρελός αγώνας δρόμου
ανάμεσα στους κακότυχους και τους εξαθλιωμένους,
κερδίζει όμως πάντα κάποιος τρίτος.
Τα Βαλκάνια είναι δηλητήριο στα χέρια εκείνων
που αναθεματίζουν τον ήλιο, στα χέρια των θρήσκων υποκριτών.
Δεν υπάρχει ούτε Παράδεισος ούτε Κόλαση
στα Βαλκάνια, η ενοχή ευδοκιμεί
περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο αμάρτημα.

*

Μια μέρα θα μείνουμε άναυδοι,
Μια μέρα θα μείνουμε σιωπηλοί,
Θα μουτρώσουμε και θ’΄αγριευτούμε από
Κάτι που περιφέρεται μέσα μας,
Μια μέρα θα πικραθούμε,
Μετρώντας εκείνους που στράφηκαν εναντίον μας.
Μετρώντας εκείνους που πήραν το μέρος μας,
Συνειδητοποιώντας ότι το μέτρημα δεν έχει νόημα.
Μια μέρα θα γίνουμε φίλοι,
Μια μέρα θ’ αναζητήσουμε τον εχθρό μας
Με το δέντρο της συγχώρεσης στο ένα χέρι,
Μια μέρα θα τα παίξουμε όλα για όλα,
Όλη η αγάπη των παλαιών καιρών και
Των καιρών που θα ‘έρθουν θα γίνει
Δική. Μας, χωρίς καμία εξαίρεση,
Μια μέρα θα μας εγκαταλείψουν
Τα λόγια, όλα όσα έχουμε ανάγκη,
Και θα καταλάβουμε καλά τη σημασία
Της ανθρώπινης ύπαρξης
Μια μέρα θα ξαπλώσουμε
Δείχνοντας τον απλό μας στον ήλιο*
Όπως τα μωρά όταν ξυπνούν.

*σύμφωνα με τον βάρος Φουέντες

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 32, Χειμώνας-Άνοιξη 2025. Μετάφραση: Βίκτωρας Ηλιόπουλος.

Beatriz Nascimento, Έξι ποιήματα

ΓΥΝΑΙΚΑ ΟΡΘΙΑ
[10.02.19909]

Εδώ και πόσο καιρό υπάρχω στο χρόνο;
Μόνο τόσα χρόνια; Αδύνατον
Πόσες χρονολογίες έχουν σημαδέψει τον κορμί μου.
Αμέτρητες…
Αλλιώς προς τι όλη αυτή η έκφραση
Η αίσθηση του μη προβλέψιμου. Σωματίδια που εκρήγνυνται
Σίγουρα δεν ήξερα, όπως ξέρω τώρα ν’ αναγνωρίζω
Χρειάστηκε να νιώσω πολλά
Ν΄ αποκτήσω όπλα, για να σταθώ όρθια.

*

ΑΝΟΙΓΜΑ Ι
[12.08.1988]

Θέλω
Να αποβάλω κάθε σύνδρομο
Κάθε εμφάνιση που δεν με αντιπροσωπεύει
Κάθε εναπομείναντα δεσμό με το μισητό παρελθόν

Θέλω
Παλάμη γυμνή και πράσινη
Κληρονομιά που καλλιέργησα
Θέλω να συνοψίσω σε ένα μόνο
Όλα τα όνειρα που γέννησε η φαντασία μου.

*

ΕΝΑ ΠΡΟΤΡΕΤΟ
[1988]

Ένα πορτρέτο,
Ένας καθρέφτης.
Ένα πρόσωπο
Άλλο πρόσωπο.
Πόσες όψεις της εαυτής μέσα στην ίδια εαυτή;

*

ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΣΣΑ
[1985]

Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται το σύμπαν, είμαι ένα αναπόσπαστο άτομο
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιούνται τα πάντα, είμαι μια οντότητα
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται ο έρωτας, είμαι η αγαπημένη
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται η αρμονία, είμαι η ισορροπία
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται ο ήχος, είμαι η μουσική
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται η θερμότητα, είμαι η ζωή

*

ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΜΠΛΟΥΖ
[17.02.1990]

Γη γαλάζια
Ουρανός σκοτεινός
Φαντάσματα διασχίζουν τους δρόμους
Όπως κι εγώ, άλλο ένα φάντασμα γυμνό
Που πήρε να περπατά

Πιο ψάχνω;
Σε ποιο σώμα θέλω να βρεθώ;
Σε ποιο κρεβάτι θα ξεκουραστεί το ανήσυχο μου πνεύμα;
Στις νότες του ήλιου και στον ρυθμό των μπλουζ

Σε παρελθόντα γαλήνια
Σε μέλλοντα σφραγισμένο
Σε μανιασμένη σιωπή

*

ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ

Οι μοιραίες περιστάσεις
Δεν είναι πάντοτε μοιραίες
Προκύπτουν μοιραία όπως μοιραία προέκυπταν
Μες στους δαίδαλους της ζωής
Οι μοιραίες περιστάσεις
Δεν είναι πάντοτε μοιραίες
Μέσα μας

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 33, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2025. Μετάφραση: Σπύρος Πρατίλας.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Τρία ποιήματα

Ο νεκρός

Τον μεταφέραμε με τη βροχή
Το κεφάλι γερμένο στο πλάι
Τυλιγμένο με το πουκάμισο του Λούη.
Του ανοίξαμε την μπλούζα
Στεγνώσαμε τις κάλτσες του
Τη λασπωμένη του φανέλα·
Του φορέσαμε τα γυαλιά του.
Το σώμα του έτρεμε
Όλη τη νύχτα κατακίτρινο
Τα μάτια του γυάλιζαν
Όπως των αγαλμάτων·
Τα δάχτυλά του γροθιές.
Όταν ξημέρωσε
Τον τράνταξε ένα γέλιο
Τόσο δυνατό και συνεχές
Που μας ανάγκασε
Να εγκαταλείψουμε
Έντρομοι το σπίτι.

*

Κομμαγηνή

Να δίνεις το πρόσωπό σου στη φωτιά
Ν’ αγκαλιάζεις τους αγγέλους που
Πέφτουν απ’ την οροφή που υποχώρησε
Να πιπιλίζεις τα όνειρα
Να φιλάς τα μάρμαρα, τα μαχαίρια
Στην άκρη του σχοινιού
Πριν πέσεις στο κενό
Να φωνάζεις φωνές ανομολόγητες.
Ν’ απλώνεις το μάγουλό σου στον Ιούδα που
Έφτασε με το τρένο απ΄ την Κομμαγηνή
Ψιθυρίζοντας είναι ώρα
Είναι ώρα
Μην καθυστερείς.

*

Οι εφήμεροι

Σήμερα συνάντησα ανθρώπους
Που θ’ αναχωρούσαν για ταξίδι.

Τα μάτια τους ήταν αδειανά
Και στο μισό του προσώπου τους
Κατέβαινε ένα μπλε ηλεκτρικό αίμα.
Έκοβαν αφηρημένοι τα δάχτυλα των παιδιών
Τακτοποιούσαν τις αποσκευές τους
Κι ύστερα πηδούσαν ένας ένας
Στο νερό
Γυαλίζοντας σαν αποχαιρετισμοί.

*Από τη συλλογή “Όμιλος Φίλων Θαλασσής Ο Ισορροπιστής”, Αθήνα, Απρίλιος 1976 (με την εκδοτική επιμέλεια της “Λέσχης”).

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Η αδελφή μου ως Μπέλα Χαντίντ

Μαλλιά, κάποτε τράβηξα αυτά τα μαλλιά.
Στήθος, γοφοί, δάχτυλα, γόνατα,

μπράτσα,

κάποτε αγκάλιασα αυτά τα μπράτσα
κι έπειτα τα διέλυσα σε ξερόκλαδα.

[Η αδελφή δεν είναι προέκταση του εαυτού]

Παίζαμε γεμάτες φθόνο ώσπου να πέσει το σκοτάδι.
Στον κήπο η κούνια λικνίζεται ακόμη,
ένα καλούπι απ’ όπου ξεπηδούν
καταραμένες νύμφες σε ασημένιο δάσος
–τώρα μαζεύονται γύρω απ’ τη λίμνη στη σκιά της μητέρας

[Η αδελφή μου δεν είναι προέκταση του εαυτού]

Εδώ όποια κολυμπάει στα βαθιά βυθίζεται,
όπως η κωπηλάτισσα που διασχίζει
τον ωκεανό με σφιγμένα τα χείλη.
Εδώ πάντοτε πρέπει κάτι να θυσιάζεις
να δίνεις το ψωμί σου στα κοράκια
να έχεις βέλη έτοιμα έξω από τη φαρέτρα.

Η αδελφή μου κόβει ένα κομμάτι δέρμα
και το αφήνει δωρεά πάνω σε αρχαία ρίζα.

Σε αυτό το δάσος δεν χορτάσαμε ποτέ,
μονάχα ψάχναμε γλυκά
σαν άγρια σκυλιά στις παρυφές του.

[η αδελφή μου δεν είναι προέκταση του εαυτού μου]

φωτογραφίζεις κι εσύ το πρόσωπό σου
όταν κλαις
ή μήπως τα δικά σου δάκρυα
δεν γίνονται ποτέ μαργαριτάρια;

*Δημοσιεύτηκε στο “Τεφλόν”, τεύχος 33, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2025.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Ας γίνουμε ο λόγος που θα έχουν να ανησυχούν

Ας γίνουμε ο λόγος που θα έχουν να ανησυχούν.
Το ξάφνιασμα στην σιωπηλή τους λαίλαπα.
Η ορμή, που σκίζει τα στήθη
και εκφράζεται χείμαρρος μετά από αναβροχιά.
Πρέπει η ποίηση να γίνει πάλι απειλή.
Να ζωγραφιστεί πάλι στα χείλη του Εργάτη.
Να σταθεί πλάι στον απλό
και καθημερινό πόνο και αγωνία.
Το ασυμβίβαστο της ζωής των μποέμ,
ας γίνει ξανά το τραγούδι
στο γλέντι και στον χορό των κολασμένων.
Το απρόβλεπτο της παρόρμησης,
της γενιάς των μπιτ,
ας βγεί ξανά από τα καλογυαλισμένα βιβλιοπωλεία.
Ας αφήσουν πίσω τους βαλσαμωμένους
με τα σαρκοβόρα εγώ τους,
που ευλογούν τα γένια, τα κασκόλ και τις τραγιάσκες τους.
Ας απλωθούν στον δρόμο με κινήματα ρευστά, ειλικρινά και φρέσκα.
Για αυτό γράψε και εσύ,
άπλωσε την καρδιά και το μυαλό στο τραπέζι.
Πιάσε μολύβι και άστα να φαγωθούν μεταξύ τους.
Ποτέ δεν κατάφεραν να υποτάξουν
κάτι που δεν μπόρεσαν ποτέ να ελέγξουν.