Μιχάλης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Εδώ ανήκουμε
Στους τόπους του Τώρα και του Άλλοτε
Μετανάστες στιγμών
σε μια ιθαγένεια που συνεχώς αλλάζει
ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή
όπως ελπίζεις πως έμεινε οριστικά
πίσω σου η Χίμαιρα
πως βρήκες επιτέλους στην έξοδο
το φως
Εδώ στις δίνες των ανέμων
που η θάλασσα αγκαλιάζει
μαστιγώνοντας το δέρμα της γαλήνης
θα πιούμε, πάλι, ένα φλιτζάνι τσάι
θα χορέψουμε τον χορό των αστεριών
ατρόμητοι για τα κύματα
που σχηματίζουν τοπία θηριώδη
Εδώ που υψώνεται το βουητό του ανέμου
πάνω από την άπνοια των ανθρώπων
πολύ πριν από της περιπλάνησης το κύκνειο
στο ανέστιο της γραμμής το τελευταίο

*

ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ

Είναι μια καλή μέρα
Δεν κάνεις τίποτα
δεν έχεις ακούσει ραδιόφωνο
δεν έχεις ανοίξει τηλεόραση
δεν έχεις πιάσει στα χέρια εφημερίδες
δεν έχεις δει
ούτε μιλήσει με κανέναν
Ακούς συνέχεια τα πουλιά
που, περίεργο, σήμερα
δεν σε κουράζουν
Στον κήπο το νερό να κυλά
ανάμεσα σε πυκνά ορεσίβια χόρτα
Πάνω απ’ το κεφάλι σου
έναν παιχνιδιάρη ερευνητικό ήλιο
Μια ευφορία να σε τυλίγει σαν βόας
τσακίζοντας τα κόκαλα της πίκρας
και, φαντάσου, δεν έχεις πάει
ακόμα για ύπνο

Κατερίνα Φλωρά, Κόκκος μνήμης

Μιας απέραντης μικρής στιγμής το πέρασμα
αρκούσε το αποτύπωμα ν’ αφήσει
για να ξυπνά σε κάθε θύμηση σα ξεχασμένο μα πολύτιμο πετράδι
στου συρταριού τη σκονισμένη γωνιά

Ποιος νοιάστηκε ποτέ να τό βρει;
μήπως το’ πες σε κανέναν;
παρά μόνο το φύλαξες
ντροπής και καταπίεσης τρόπαιο

Για να το ξεθάψει ο αναζητητής εκείνος
που πέρα από το πλέγμα που τον περιβάλλει βλέπει
όταν οι άλλοι της δικής τους τροχιάς
απλώς κοιτούν το οικτρό ίχνος

ένα έτσι, την Κυριακή

την Κυριακή κηδεύεται η Παρασκευή
την Κυριακή ακονίζει τα μαχαίρια της η Δευτέρα
την Κυριακή όπου κι αν πηγές έφτασες
την Κυριακή φαίνεται ποιος περπατάει μόνος
την Κυριακή τα μάτια χαίρονται τα βλέφαρά τους
την Κυριακή ο πρώτος που σηκώνεται από το τραπέζι
την Κυριακή καίει το τζάκι από νωρίς
την Κυριακή πάνε στα ουζερί για τον μεζέ
την Κυριακή όλοι δείχνουν ύποπτοι
την Κυριακή πέφτουν με φορά στον τοίχο τους
την Κυριακή τα παιδιά έχουν Σάββατο
την Κυριακή οι λαχειοπώλες μοιράζουν αντίδωρο
την Κυριακή τρως πρωινό για να ξαπλώσεις
την Κυριακή πιθανώς να πιστέψεις πως την σκαπούλαρες
την Κυριακή το παρελθόν και το μέλλον παίζουν παράταση
την Κυριακή τα φύλλα μιλάνε άγνωστες γλώσσες
την Κυριακή οι ερωτευμένοι αποφεύγουν τα κασώματα
την Κυριακή οι τουρίστες παριστάνουν τους ανθρώπους
την Κυριακή ο πρωθυπουργός ζηλεύει τον πρόεδρο
την Κυριακή επιστρέφουν οι ευχές
την Κυριακή σκρολάρεις τις επαφές για να βρεις την μάνα σου
την Κυριακή οι νεκροί ανήκουν στην αιωνιότητα
την Κυριακή το ίδιο κάνουν και οι μαλάκες
την Κυριακή περνάν τα σύννεφα για όλους

Μάτση Χατζηλαζάρου, Ένα κανάρι έμπλεξε μες στα μαλλιά μου κι οι μυγδαλιές

Ένα κανάρι έμπλεξε μες στα μαλλιά μου κι οι μυγδαλιές
εράντισαν όλα τους τα λουλούδια.
Ίσως να ’μαστε αθωότεροι κι από ένα καναρίνι, αγνοί όμως δεν είμαστε.
Κι όλα τ’ άρμπουρα να λύσω, κι όλες τις μέδουσες να σκοτώσω,
πάλι ο εαυτός μου θα ’ναι μια εξορία.
Α! α! α! ελάτε να πούμε το τραγούδι που ποτέ δε σβήνει –
τον ψίθυρο της αγράμπελης όταν χαϊδεύεται με τις σκιές, το
σάλο της φάλαινας όταν ’ξωριχτεί και σωθούνε τα μικρά της,
τον ύμνο της ζωής μας όταν χάνεται, και βρούμε την καρδιά μας.
Τι να τους κάνω τους καημούς, τους οίστρους, τα μεράκια;
ο ήλιος μία τροχιά ακολουθεί μονάχα.
Κάποτε θ’ ανοίξω τα βλέφαρά μου και τα σκέλη μου, για να δεχθώ τη βροχή.
Θ’ ανοίξω και τους δρόμους που μου ’φραξαν οι αντιστάσεις μου.
Ναι. Ό,τι δεν φθάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.

*Από τη συλλογή “Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης” (1944). Το ποίημα το πήραμε από το συλλογικό τόμο ποιήματα 1944-1985, Εκδόσεις Ίκαρος; 2021.

Μπίλη Βέμη, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Armen Yengoyan

Ο καφές
 
Όμορφη και γλυκιά παλεύει η μοίρα μου
με τα κατακάθια του καφέ
το αύριο κρέμεται σα χριστουγεννιάτικη μπάλα
Μπορεί από καπνό κι αλάτι
μπορεί από κρύσταλλο
 
ως τότε λούζομαι στους ατμούς της αγάπης
και δεν ελπίζω να έχει διάρκεια
 
Δε θα γεννήσουμε μαζί τα παιδιά μας είπες κάποτε
και το φως μαραίνεται στο ταβάνι
Όλοι οι ποιητές μιλούν για το φως
για να κρύβουν όσα φαίνονται
 
Μου φτάνει το φεγγάρι και η θάλασσα
μέσα της ένα τραπέζι και δύο καρέκλες
τα πόδια των αντικειμένων
να είναι βυθισμένα ως τη μέση
στο νερό
 
στο τραπέζι ένα ποτήρι
ένα χέρι θα το γεμίζει
μ’ αυτό θα αδειάζει στον ίδιο χρόνο
κι ένας ψυχίατρος θα τρέξει
 
να ερμηνεύει τα σύμβολα
 
*Από την συλλογή «Η Σκουριά του Μεγαλέξανδρου» (1978)
 
*
 
Η ψυχοσώστης
 
Πήρε το καλαθάκι της και τράβηξε στις λάσπες
βουτώντας τα χέρια και ανασύροντας κάτι εδώ κι εκεί
 
Στεκόμασταν κι εμείς στην άκρη της λάσπης συζητώντας
ψάχνοντας που και που μπροστά μας
δίχως ζήλο
 
Όσο που σήκωσα τα μάτια και την είδα
σεμνή φιγούρα στα χρώματα του δειλινού που υποχωρούσε
 
Τότε έλαμψε πόσο πάθος είχε για τη δουλειά της ·
πόση αγάπη
 
 Πότε προχώρησε;
 Πότε όλα της έγιναν απόμακρα
 η παρέα, τα απομεινάρια της χτεσινής γιορτής;
 
Ξεχώρισε από όλους μας – ερασιτέχνες
Το πάθος της δουλειάς της
την έφερε ως την γάμπα στα νερά
 
χωρίο πλημμυρισμένο να ανασκάπτει
 
*Από την συλλογή «Φυτά του ύπνου» (2000)

Charles Farber, morning highway / πρωινή εθνική οδός

Distances streams at my throat
and the close-flamed trees topple
softly backwards on the unseen pile
along the sky’s long, cold bar
an aluminium leaf floats evenly
to the moon’s bleached statement;

you, danger says drily, and the eyes tars
to the cooling stripe, the drum hoboes
beneath the fender, and the bloody messed
of the mornin g highway cry alas, alas

Αποστάσεις ρέουν στο λαιμό μου
και τα δέντρα με τις πυκνές φλόγες γέρνουν
απαλά προς τα πίσω πάνω στον αόρατο σωρό
κατά μήκος της μακράς, κρύας γραμμής του ουρανού
ένα φύλλο αλουμινίου αιωρείται ομοιόμορφα
προς τη λευκή δήλωση του φεγγαριού.

εσύ, λέει ξηρά ο κίνδυνος, και τα μάτια κολλάνε
στην ψυχρή λωρίδα, τα τύμπανα των αλήτων
κάτω από το φτερό, και το αιματηρό χάος
του πρωινού αυτοκινητόδρομου φωνάζουν αλίμονο, αλίμονο

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Δημήτρης Δούκαρης, Σε ποιο στρατόπεδο ανήκω εγώ;

Φωτογραφία: Urs Boke

Σε ποιο στρατόπεδο ανήκω εγώ;
Αυτοί που ήξερα, αυτοί που με ήξεραν
Τους κρέμασαν στα δέντρα
Αυτοί που ήξερα τους στείλαν στο απόσπασμα
Άλλους τους πέθαναν στα μακρινά νησιά
Τώρα με ξέρουν εκείνοι που δεν έχουν μνήμη,
Δεν έχουν οίκτο
Τώρα βαδίζω ανάμεσα σ’ αυτούς
Που δεν είχαν ποτέ οίκτο

Πασχάλης Κατσίκας, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΑ ΣΤΙΣ 28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μαύρισε το σφυρί
που χτύπαγε πάνω στο ύφασμα
Η μυρωδιά από νωτισμένο χώμα
ποτέ πια δεν θα φύγει
Κι όμως, είμαι γαλήνια
Ο ίδιος αέρας μας τυλίγει
Ας μην με βλέπεις – είμαι εδώ
σε μια φωτογραφία γενεθλίων
σε ένα γέλιο παρατεταμένο·
στη γεύση του μεσημεριανού της Κυριακής
Αν σκοτεινιάσει η ανάσα σου
απ’ όσους στέρησαν τη δική μου
στην ίδια φυλακή
δεν θα αντέξω να σε βλέπω
Να μην φοβάσαι άλλο
Στους ψίθυρους σε περιμένω

*

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

                   στον Παναγιωτάκη

Διέταξαν την άμεση εκταφή μου
Ήμουν το πέμπτο θύμα
αυτών που έκριναν τα αίτια φυσικά
Όσο με ταλαιπώρησε αυτή η προδοσία
μια αισιοδοξία διαφάνηκε στα χείλη
των φλύαρων προσκυνητών
Στη φόνισσα ταΐζαν τρούφα κόκκινη
να κάνει το γέλιο της ζωής της
Αγαπημένοι μου συμμαθητές
σας ρούφηξε η κοινοτοπία
Το νταλαβέρι στις οθόνες είναι εθιστικό

Φτιάξτε μου, τώρα, τον μαρμάρινο σταυρό
Του χτες τα ζάρια αν δεν ήτανε φτυσμένα
φτύστε τον κόρφο σας
ν’ αποκαλυφθεί η εκτέλεση

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Πασχάλης Κατσίκας (Reutlingen της Γερμανίας, 1971), κατάγεται από την
Κίρκη του Έβρου και ζει στην Κομοτηνή. Είναι υπεύθυνος της Βιβλιοθήκης του
Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης,
συντάκτης στα περιοδικά Εξιτήριον, Λογοτεχνικό Δελτίο και μέλος του
Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί
σε διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά, στην εφημερίδα
Παρατηρητής της Θράκης, έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και έχουν
μεταφραστεί στα ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά και αγγλικά. Έχει εκδώσει τις
ποιητικές συλλογές: Τεταρτημόρια (Παρατηρητής της Θράκης, 2019), Ρετάλια
(Γράφημα, 2020), Το κοιμώμενο τσίρκο (Εξιτήριον, free e-book, 2021 &
Ιδιωτική έκδοση), Τα κόκκινα πουλιά (Δρόμων, 2022), Νήσος Κίρκη (Δρόμων,
2024). Η ανθολογία ποιημάτων του «Σπίρτα στο σκοτάδι» (Cerillas en la
oscuridad) κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τις εκδόσεις Padilla Libros
(Sevilla, 2025) σε μετάφραση του Jose Antonio Moreno Jurado.

Omed Qarani, Ιουλιανές νύχτες

Νύχτα ενός Ιουλίου,
εργάτες κοιμούνται υπό το σεληνόφως,
περιστέρια πίσω
από τα βλέφαρα των οφθαλμών μου κρύβονται,
τα όνειρά μου
από τον μιναρέ της σιγής πέφτουν
και λέω στον εαυτό μου:
δεν είμαστε τίποτα
παρά παιχνίδι για τον τόπο και τον χρόνο…

Άλλη νύχτα ενός Ιουλίου,
εργάτες υπό το σεληνόφως
κοιμισμένοι, τα βλέφαρά μου τόσο βαριά
όσο εκείνο το κτίριο
που πάνω του είμαστε ξαπλωμένοι,
σκέπτομαι τις παραπλανητικές σχέσεις,
τους φθηνούς λόγους,
το τραύμα του ανόητου γέλιου,
λέω στον εαυτό μου:
η ζωή ρεύει με την φλέβα που υπομένει…

شەوانی جۆزەردان

شەوێکی مانگی جۆزەردانە، کرێکارەکان لەژێر تریفەی مانگەشەودا ڕاکشاون، کۆترەکان لە پشت پێڵووی چاوەکانم

خۆیان دەشارنەوە، خەونەکانم بە منارەی بێدەنگی شۆڕ دەبنەوە و بە خۆم دەڵێم: ئێمە هیچ نین جگە لە یارییەک بۆ شوێنەکەی و کاتەکەی..

شەوێکی دیکەی مانگی جۆزەردانە، کرێکارەکان لەژێر تریفەی مانگەشەودا نوستوون،  پێڵووەکانم هێندەی ئەو باڵەخانەیەی لە بانی ڕاکشاوین قورسن، بیر لە پەیوەندییە گەمژەییەکان دەکەمەوە، لە گفتە هەرزانەکان لە برینی زەردەخەنە بێ واتایەکان، بە خۆم دەڵێم: ژیان بەو دەمارەدا دەڕوا کە بەرگە دەگرێ..