Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα
Η βιομηχανική ζώνη
Να τη πάλι.
Η βιομηχανική ζώνη
στωικά σκίζει την παγερή ομίχλη
με τους γερανούς της.
Μια σάπια μάζα:
θρυμματισμένα κεραμίδια,
στράντζες, αντλίες, τόρνοι,
(σε όλα αυτά δε βάζαμε διαστάσεις
σύμφωνα με τα πρότυπα της ISO;)
ζωές ανθρώπων—
γεμίζουν απόβλητα τώρα
όπως αυτά τα εγκαταλειμμένα σπίτια
και οι άδειες στοές με ταμπέλες βιοτεχνιών.
Τη γύφτικη φούστα της ρακοσυλλέκτριας
φοράει η βιομηχανική ζώνη.
Ξεκινά απ’ αυτό το θωρακισμένο σχολείο
απλώνοντας μια μυρωδιά βενζίνης και τυποποίησης.
Στη βιομηχανική ζώνη αφήσαμε την παρθενιά μας,
δικά της αστέρια καταλήξαμε να μετράμε
απ’ την ταράτσα
λέγοντας ότι θ’ αρχίσουμε να ζούμε,
στο δικό της όμηρο είμαι επισκεπτήριο Τρίτη.
Κατέρρευσε—
την έκοψε στη μέση ένα πράσινο τραίνο,
με πήρε τόσο μακριά που αρρώστησα,
κι ύστερα αυτούς που αγάπησα,
έναν έναν.
Μαμά, σε τσάκισε εκείνο.
Μην κρύβεσαι στα ταξί.
Μην κλαις για μένα –
αυτά είναι υποπροϊότα της πρμής
για τη δικιά μου και τη δικιά σου ελευθερία.
Μικρή βάδιζα δίπλα στα εργοστάσια
μαζεύοντας λουλούδια.
Τώρα βαδίζω μαζεύοντας σιωπές:
έχει κανείς εδώ δουλειά για μένα;
***
Συσχετισμοί
Ένα καλοκαίρι πριν
κάποιοι έριξαν τον ψεύτικο πράσινο ήλιο
στο Σύνταγμα.
Κι έγιναν λέει άλλοι άνθρωποι.
Δεν ήμουν αλλά έγινα κι εγώ.
Και τώρα γιατί να μην έχουμε κουράγιο
κάθε πρωί να ξυπνάμε να τους βουλιάξουμε;
Εκείνους,
να μας κατηγορούν ότι σφίξαμε τη θηλιά μας.
Εγώ που τα λέω
θα ’θελα να κάτσω στην πλατεία
με σχήμα και χρώμα από μπουκάλι
όχι γιατί δεν έχω που να πάω.
Θα ’θελα ένα σαββατόβραδο
με τις βάρκες αντίκρυ
όχι γιατί μιλώ μια αταίριαστη διάλεκτο.
Δεν είναι αυτή μαγκιά.
Μαγκιά είναι να παραμένεις άνθρωπος
και να νιώθεις αυτόν που δεν μπόρεσε
και να χτίζεις και στο όνομα του αύριο.
*Από τη συλλογή “Ήρωες άχαρων πόλεων”, εκδόσεις Ένεκεν, 2015.
Jazra Khaleed, Από το “Ρέκβιεμ για τη Χομς”
Ω κόσμε, δες αυτή την πόλη!
Πιο απονήρευτη απ’ την Γκερνίκα,
πιο γενναία απ’ τη Φαλούτζα,
πιο σοφή απ’ την Αλεξάνδρεια
πιο ισοπεδωμένη απ’ τη Δρέσδη˙
πόλη ορφανή από μάνα και πατέρα,
από ανατολή και δύση,
πόλη χωρίς φούρνο,
χωρίς μελάνι,
χωρίς ρούχο λευκό˙
εδώ το ρύζι πωλείται με το γραμμάριο,
εδώ οι μανάδες ταΐζουν τα μωρά τους αλατόνερο,
εδώ η ζωή έχει χάσει τη μυϊκή της δύναμη.
*Από την επερχόμενη συλλογή “Ρέκβιεμ για τη Χομς” από τις όχι και τόσο τυπικές εκδόσεις «Αμείλιχτος». Το βιβλίο είναι δίγλωσσο και τη μετάφραση στα αγγλικά έχει κάνει ο Peter Constantine. Τα εύσημα για το εξώφυλλο στη Nadja Kara. (Όλα αυτά σύμφωνα με τον εκδότη Σωτήρη Λυκουργιώτη).
Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Αδερφέ μου
Αδερφέ μου,
Σε σκέφτομαι –
πιο πολύ σε σκέφτομαι τα βράδια.
Το ότι δε γεννήθηκες, υπήρξε η εγωιστική σου
(η μία κι εγωιστική σου) πράξη.
Κάθομαι και κοιτώ τους τοίχους του σπιτιού μας.
Στην αρχή τους μισείς,
έπειτα τους συνηθίζεις,
τέλος’ τους έχεις ανάγκη.
Βιώνω μιαν απίστευτη ένταση
– παρά τον υποτονικό τρόπο ζωής μου –
κοχλάζει η μανία να καταστρέφω παρά τη φύση μου.
Βαδίζω στο δρόμο που χαράχτηκε για σένα.
Αν αυτή η ανάγκη δεν είναι χαρακτηριστικό του φύλου
αλλά η δική σου ενσαρκωμένη επικυριαρχία,
οι γονείς μας γελάστηκαν!
Μα μη μ’ αφήσεις’
όπως και να ’χει, μη μ’ αφήσεις.
Σε φιλώ,
η αδερφή σου
*Από τη συλλογή “Μοναχοπάιδι”, εκδ. Βακχικόν, 2016.
Ράνια Καραχάλιου, από τη “σκλήθρα”
Επιστολή 1η
Ήμουν μικρή, πολύ μικρή, όταν μου πρωτοψιθύρισες θα
Σε συντροφεύω εσαεί. Καθότι λόγο δεν μ’ άφησες να ’χω
στη δήλωση αυτή, ούτε ήξερα ακόμη τι σημαίνει ε σ α ε ί,
ξεκίνησα να συλλέγω αντιπερισπασμούς. Στην αρχή
γραμματόσημα, χαρτιά αλληλογραφίας, αρωματικούς φακέλους,
μολύβια με φαγωμένη μύτη, ή χωρίς.
κι ύστερα λέξεις
λύκαινες λέξεις
να τις θηλάζω
σε κάθε σου επίσκεψη
όνομα και πράμα
Τις Κυριακές στη λειτουργία χορταίναμε μέχρι σκασμού λιβάνι και λέξεις ακαταλαβίστικες. Μετά η κυρα-Γιάνναινα μας φίλευε γλυκό του κουταλιού στο σκαλοπάτι. Κεράσι, κίτρο, νεραντζάκι, περγαμόντο για κάθε γούστο, για κάθε βαθμό ζαλάδας. Ευτυχώς οι μασουλιές ξόρκιζαν γρήγορα τα κυριελέησον.
Τις περισσότερες φορές, μαζί με τα γλυκά, η κυρα-Γιάν-ναινα μας κέρναγε ιστορίες που γαργαλάγαν τις μασχάλες. Ιστορίες για τον καμπούρη φαροφύλακα Πατρίκιο που ’χε βαθιά φιλία με τους γλάρους, για τον μικρό Μεμά που ’χε ένα κόκκινο τσουλούφι και έλεγε πάντα στη μαμά του μα, για μάγισσες που φυλακίζαν πιτσιρίκια σε κλουβιά και τα βασάνιζαν με φτερά παγωνιών μέχρι ν’ απαρνηθούν τις σκανταλιές, τις τάρτες και τα γλειφιτζούρια. Παθήματα που γίνονταν μαθήματα και, κυρίως, ένα σακούλι γέλιο που χώναμε στις τσέπες.
Ένα πρωί, αντί γλυκού, μας περίμενε μια πρωτόγνωρη πίκρα. Η κυρα-Γιάνναινα αναπαύτηκε 6ε τόπο κατα-ψνξεως, είπαν οι γειτόνοι κι εμείς μονοστιγμίς την είδαμε να σκαρφαλώνει στην κορυφή του ψυγείου και να στριμώχνει χέρια, πόδια, κεφαλή ανάμεσα σε παγοθήκες, ωμά κρέατα και παγωτά αλόμα. Τότε, στην τσέπη μας τρύπωσε το τελευταίο γέλιο που μας χάρισε, πτητικό βέβαια, γιατί οι μεγάλοι δεν άργησαν να μας εξηγήσουν.
Από το κηδειόχαρτο μάθαμε τ’ όνομά της, τη λέγαν Βαλ-σαμία.
η χλωρίνη επιστρέφει
Απόψε ήρθε δίπλα μου εκείνος, πέρασε ξυστά. Δεν διάλεξε εμένα,
ούτε την ετοιμόρροπη γιαγιά στο απέναντι διαμέρισμα. Μια μετανάστρια
από τη Βουλγαρία, γύρω στα πενήντα θα ’ταν. Ήρθε η αστυνομία,
έφυγε, ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Ο διάδρομος μοσχοβολά ξανά χλωρίνη.
Κι εγώ ν’ ακούω τα δελτία, να διαβάζω τις εφημερίδες, να μην μπορώ
ν’ αποδεχτώ πως το συμβάν αυτό είδηση δεν λογίζεται,
εξόν του πέμπτου ορόφου.
*Σκλήθρα, εκδόσεις Εκάτη, 2018.
Μιχαήλ Μήτρας 1944-2019
Λίνα Βαταντζή, Το Άγιο Δισκοπότηρο
Σείεται η νυχτερινή σιωπή
τα χέρια μεθοδικά ψάχνουν
χρώματα,
όνειρα που κάποτε
την πόρτα έκρουαν
γαντζώνονταν σε ιστορίες μελλοντικές.
Ξεθώριασαν οι έννοιές τους-
Ή μήπως, άραγε,
δεν γνώρισες το νόημα
κάποιου ονείρου.
Βασιλιάς του κόσμου
είσαι
κηλίδα κοινωνίας
τις στιγμές που επίμονα
ανασκαλίζεις τη ζωή.
Βασιλιάς του πόνου
είσαι
θραύσμα αξιοπρέπειας
σε πόλης παράδρομο
όταν ακτίνες νύχτας
φωτίζουν τις έρευνές σου.
Βασιλιάς της τόλμης
είσαι
μια ύπαρξη σφραγισμένη
άνθος σε μαραμένους κήπους.
Σαν άγιο δισκοπότηρο
εμπρός σου
υποτάσσεται ο κάδος.
Είναι πολύτιμο το περιεχόμενό του
και συ πιστός ικέτης
βυθίζεσαι για βάπτισμα επιβίωσης.
William Carlos Williams [17 Σεπτεμβρίου 1883, Rutherford, New Jersey-4 Μαρτίου 1963, Rutherford, New Jersey], Ολοκαύτωμα
Η μέρα ήταν παγωμένη
Θάψαμε το γατί.
Πήραμε ύστερα την κούτα του
Μ’ ένα σπίρτο την κάψαμε
Στην πίσω αυλή.
Οι ψύλλοι που γλιτώσανε
Την ταφή και την πυρά
Ψοφήσανε απ’ το κρύο.
*W. C. Williams, «Ποιήματα», εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση Τάσος Κόρφης, εκδόσεις Πρόσπερος, τετράδια ξένης ποίησης 2, Αθήνα, Οκτώβριος 1989, σελίδα 30.
Έρμα Βασιλείου, Εκζητώντας
Έχει καιρό που κάποιες λέξεις μ’ εγκατέλειψαν
Άκαρδα ή όχι, άγνωστο αγνώστου
Άστοχο άστοχου βίου
Πήδηξα επί τέλους στο στόμιο
Του ανοιχτού ηφαιστείου
Ρέει ανήμπορο αίμα
Δεν πανικοβλήθηκε η ηχώ
Μερεύει ο θάνατος στο σώμα
Καίγεται, ζει η αναπνοή
Γλυκύτητα, γλυκύτητα
Της σημερινής μου ουσίας
Δεν είσαι αξίας πια να σε γευτούν;
Πεθαίνεις με τη λάβα που ζωντάνεψε
Γεννιέσαι με τη λάβα που γερνά
Κι έχεις τον ήλιο πολεμιστή
Με γυάλινες ασπίδες
Να σε μάχεται
Και σήμερα πώς είναι τόσο όμορφος
Κι ανίκητα γεμάτος από ζήση!
Κι έχεις τον ήλιο να σε μάχεται μ’ ερωτήσεις
Έχεις χρώμα;
Κι αν απαντήσω;
Μετά τον έρωτα τι; Με τον έρωτα γιατί;
Τι περνά και μένει περισσότερο;
***
Seeking out
For some time now
some words have abandoned me
Heartlessly or not,
Unknown of an unknown (question)
A miss of a missed life
I jumped at last into the mouth
of the open crater…
Helpless blood is running
The echo has not panicked
Death is becoming meek in the body
Breath is burning and lives
Oh sweetness, sweetness of my today’s substance
Are you no longer of value to be tasted?
You are dying with the magma that ‘s reviving you
Coming to being with the lava that ‘s aging you
And you have the warrior sun
Fighting you
With glass shields
And how handsome is he today
And invincibly full of life!
And you have the sun battling you with questions
Do you bear any color?
And if I reply?
After love what?
With love why?
What passes and yet stays the most?
March 1st, 2019
*Translation by the poet Erma Vassiliou
Alberto Vanasco, Τέχνη ποιητική
Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να επιβάλλει στων πραγμάτων το όνομα
άλλο όνομα και στη σιωπή του άλλη σιωπή,
αν δεν χρησιμεύει στο να σκίζει τη μέρα
στα δυό της ημίση σαν δύο άλλες ημέρες απαστράπτουσες
και στο να λέει στον καθένα
ό,τι ο καθείς επιθυμεί ή έχει ανάγκη
ή ό,τι ποτέ δεν έχει πει στον εαυτό του τον ίδιο.
Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να μπαίνει ο φίλος ή η φίλη
μέσα του σάμπως να μπαίνουν σε μεγάλο περιβόλι
και να νιώθουν ότι αδειάζουνε σιγά-σιγά
του κρασιού το κανάτι που κρατάνε στα χέρια τους
στις ρίζες του χρόνου ή τη γεύση του θυμού
ή το ότι αργούνε να έρθουν εφέτος τα κρύα.
Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει
στο να του κλέβει τ’ όνειρο η σάρα και η μάρα
ή στο να βοηθάει τον ύπνο των αθώων,
αν είναι άχρηστο στον πόθο και στην έκπληξη,
στη μνήμη ή στη λήθη.
Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να δημιουργεί ό,τι ακούει
Κάποιος φανατικός
Που ο ποιητής τον κάνει να σωπάσει.
*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.










