Έγραφε ποιήματα
Για ‘μένα,
Σε άδεια πακέτα τσιγάρων,
Σε ‘μένα
Τα ‘δινε
Μόνο.
Πήρα πτυχίο
Και πήγα να τον αποχαιρετίσω.
Τον αγκάλιασα.
“Να σε φιλήσω;”
“Ναι”
“Στο στόμα, στο στόμα” φώναζαν οι τρόφιμοι.
“Όχι, δε σε φιλώ στο στόμα”.
Με φίλησε στο μέτωπο.
***
11.
Υπήρξε αναχωρητής.
Ως αθάνατος
βαρέθηκε τελειότητα
ως θνητός
κανονικοποιήθηκε με επιτυχία.
Θάνατος
μαδώντας τον,
καρφώνει αράχνες στα μάτια
αυτές που δαγκώνουν
γνέθουν, στις κόγχες τους, ιστό.
“Τυφλέ”
Φώναζαν οι φίλοι του.
“Τυφλέ,
οι άνδρες δεν κλαίνε”.
***
12.
Στο ενδιάμεσο του χρόνου της
ο χρόνος σταμάταγε
δίχως οίκτο, αθεμελίωτα.
Πάντα, φορούσε γυαλιά ηλίου
και πάντα -όταν τα έβγαζε-
έβλεπες τα μάτια της κόκκινα
μ’ ένα μαύρο τόξο κυκλικό
γύρω απ’ την κόρη.
Εδώ το χώμα ασύρματος
Οι άνθρωποι μισές ζωές
Τα μεσημέρια οδύνη
Τα παγκάκια χώρες κλειστές
Τα πουλιά μαρμάρινα
Οι βελανιδιές νυκτόβιος τρόμος
Οι ίσκιοι παράθυρα
Οι γάτες αιώνια λύπη
Οι πιλοτές δαγκωματιές
Η δυστυχία καλλωπισμένη
Κι ο θάνατος θάνατος
7.
ακίνητο το σώμα μου και προσημειωμένο τα χέρια μου
τα δάχτυλα σάρκες εις χείρας τρίτου η γλώσσα μου
τα μάτια μου τα νύχια μου το σπέρμα όλα καταχωρήθηκαν σε
χωριστή μερίδα τα δάκρυα ρυθμίστηκαν σε βάθος τριετίας η
γλώσσα μου στη Ζάκυνθο στον Έβρο το συκώτι οι πνεύμονες
τινάζονται στον ήλιο της Αθήνας το γέλιο μου τοκίστηκε
σε ωριαία βάση αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί
μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μού τόνισαν
κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μού
έφεραν μού έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου
κάθετος δυο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε
κι όσο στεκόμουν στην ουρά κομμένος σε κομμάτια έψαξαν
προσημείωσαν τα έντερα τη σπλήνα το αφρισμένο σάλιο μου
τις σηκωμένες τρίχες τακούνια χαρτοφύλακες πατήσαν στη
χολή μου σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα
και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική
ΕΙΣΟΔΟΣ
μη μιλάς· σταμάτα λίγο. έχεις ακούσει πώς αναπνεέει η
θάλασσα; έχεις πέσει μεσα σε γκρεμό ανθρώπου; το κόκκινο
έχεις καταφέρει να το μυρίσεις; σε έχει ερεθίσει θρήνος; έχει
πεταχτεί απογευματινός ήλιος μεσα από την τσάντα σου;
έχεις πρωτοφιληθεί σε κτελ; έχεις μαραζώσει γιατί μπαίνει η
άνοιξη; έχεις κλάψει χωρίς μάτια; εχεις παρακαλεσει τη σκιά
σου να σταματήσει να είναι τόσο γρήγορη; έχεις αλληλομισηθεί
με ποίημα; έχεις απαντήσει στις φωνές; τον θόρυβο, έχεις
προσπαθήσει να τον σφάξεις; τον θόρυβο, τον θόρυβο, τον
θόρυβο, τον θόρυβο
εγώ
που πριν ξαπλώσω
γεμάτος αποσπάσματα
θα κλείσω
το παράθυρο
να φυλακίσω
το μακέλεμα,
να γίνω τελετάρχης
του μνημοσύνου
του θαύματος
Έπιασες
το βλέμμα του,
κρυφοκοιτούσε αλχημείες,
σκέψεις
διαγώνιες,
έσερνες και το δάκτυλο
στο λαιμό
του ποτηριού,
κρυμμένες λέξεις στο σάλιο της σιωπής,
και κατρακυλούσες,
με τις σταγόνες του μπλουζ,
στην κόλαση
των υγρών,
ανέβαιναν με μάχες επικές στα ρίγη της προδοσίας σου,
μετακίνησες και
το φως,
για να φέρεις το σκοτάδι
στο μηδέν,
πήρες τη γουλιά καπνού,
τη ρούφηξες στα σπλάχνα του οργασμού,
Μέτρησες τα βήματα
για το άπειρο της φθοράς σας
και
άρχισες
να ξεφυσάς,
Την άνευ όρων σου παράδοση
*Από τη συλλογή “πάτησε το κουμπί”, εκδ. Οσελότος, Ιούνιος 2015.
One of my beloved Greek poets, Manolis Anagnostakis, passed away on June 23, 2005. Αγαπημένος ποιητής ο Μανώλης Αναγνωστάκης, που πέθανε σαν σήμερα το 2005.
Σημαδούρες ζωής οι στίχοι του στην Ερατυρα του 1979, στη Μελβούρνη του 1984, στη Θεσσαλονίκη του 1998, στην Αθήνα του 2009, στη Μελβούρνη του 2019.
“Δέχτηκες τελικά, στο βάθος, κάθε αναθεώρηση, κάθε αλλαγή πορείας, κάθε αποστασία. Δεν είναι πάντα η θέληση λίγη- είναι πολλές φορές ο πόνος μεγάλος. Κρίνεις γνωρίζοντας μόνο ως εκεί που έχεις φτάσει, όχι ως εκεί που θα μπορούσες να φτάσεις αν και αν και αν…”
As correctly stated in Wikipedia “Manolis Anagnostakis (10 March 1925 – 23 June 2005) was a Greek poet and critic at the forefront of the Marxist and existentialist poetry movements arising during and after the Greek Civil War in the late 1940s. Anagnostakis was a leader amongst his contemporaries and influenced the generation of poets immediately after him. His poems have been honored in Greece’s national awards and arranged (e.g. by Mikis Theodorakis) and sung by contemporary musicians.”
“Now He Is a Simple Spectator – Poem by Manolis Anagnostakis
Now he is a simple spectator
An insignificant fellow in the crowd
Now he no longer applauds nor is applauded
A stranger wandering to the call of the streets.
The new trumpeters come from afar
From the chosen classes of the future
Their cries demolish the decayed walls
They melt the mud into luminous streams.
The pure are coming, the non-hypocrites,
Violators, non-participants, virgins,
Crafty fellow diners, these innocents,
And the registrars of our days.
The great blaze is coming
Amid the jets of merry water.
The final proscriptions are coming.
But now he is a simple spectator
An anonymous little fellow in the crowd
With his arms on his chest a dead man laid out
Now he no longer applauds nor is applauded.”
Η σκιά φώτισε το μισό βουνό
Το χιόνι έλιωσε και άσπρισε το άλλο μισό
Οι πληγές δεν είχαν φωνή, να μην ξυπνήσουν τη σιωπή
Άνοιξε το παράθυρο στη δύση
Σκορπίστηκε στον Ουρανό της λήθης
***
Διαδρομή
Τη σιωπή σου έχτισες με πέτρες
που ζέσταιναν αναπνοές παιδιών
Τον θυμό σου δεν τον δώρισες
ήθελες δώρα πάντα ακριβά
Κοίταξες των ενοχών τις φιγούρες
Τι κρίμα
Σε περίμεναν ακόμη
***
Οι Απέναντι
Και ο συρμός ξεκίνησε να σβήσει τη βοή του
Κορνίζα στο υπόγειο οι Απέναντι
Μαύρο, χακί, πορτοκαλί, μακρύ το ράσο, δυο κόκκινα σαντάλια
Ήθελα ένα βλέμμα να ζωγράφιζα
Ούτε ψυχές δεν πρόφτασα
Οι Απέναντι – ξερό κλαδί παρασυρμένο στο ποτάμι
***
Πορτρέτο
Ο κύριος με το μαύρο καπέλο του
λίγο λοξά
όπως λοξό και το βλέμμα
Η γραμμή που διαγράφει τη μύτη
λίγο πριν τελειώσει τον προορισμό της
χάνει την ισορροπία της
λοξά και αυτή τελειώνει
Λοξά δεμένη κι η γραβάτα
Πώς όλα τούτα τα λοξά
να τα ισιώσει μόνο με το χαμόγελο;
Έτσι και το μειδίαμα λοξό τού βγήκε.
*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.