Μαρία Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

Σ’ Εσένα

Σκιές ηρώων πάνω σε αχυρένια βουνά

Μικρό παιδάκι
ζήτησες σε κατακόμβες να ελευθερωθείς

Μεγάλωσες
και η σκιά σου δεν φάνηκε στα βουνά

Έφυγες
-τι ειρωνία!-
Κοιτάζοντας κατάματα τους ανθρώπους

***

Σεργιάνι

Σε συναντώ
Στην αστραπή, γλυκό νερό θαλασσινής αυλής
Στου ήλιου τις περασάδες, του σούρουπου γλυκιά σιωπή
Στους ψιθύρους της άνοιξης, της λησμονιάς σαγήνη
Στα μάτια της αναμονής, χάδι φωτιάς ζωγραφισμένο

Σε συναντώ στα κύμματα που έσβησαν τη μοναξιά του φάρου
Και εδώ σταματώ το σεργιάνι

***

Χωρίς Ήχο

Στρωμένος ο ήλιος στο άσπρο
στην ομορφιά της ερημιάς μιας εκκλησιάς

Το μπλε μια πινελιά και γίνονται τα μάτια σου γαλάζια
μαζί κι η θάλασσα

Της παπαρούνας φύλλα
Το χρώμα βαρύ και στάζει κόκκινο
Κόκκινο το χώμα
Κόκκινες οι πέτρες
Νότες από νιάτα

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.

Αντώνης Στασινόπουλος (1957-2015), Τρία ποιήματα

Πρόσφυγας

ΒΑΛΣΑΜΟ η ματιά σου για τούτον τον ξεριζωμένο,
δίχως ταυτότητα
δίχως τροφή
αναμετριέται με δρόμους που καίνε.
Πουλί τραυματισμένο
Αγρίμι στην παγίδα.
Μια αλλαξιά ρούχα στο δισάκι
επιμένει για μια ανάσα ονείρου.

***

Τα πλοία της Ελευθερίας

Στους νεκρούς του Mavi Marmara

ΤΑ ΠΛΟΙΑ της ελευθερίας
από τα λιμάνια της καρδιάς μας ξεκίνησαν,
φορτία αγάπης και αντίστασης
στη θάλασσα της ιστορίας,
για τους ελεύθερους πολιορκημένους
Στη Γάζα.
Το ρεσάλτο των αρπακτικών
στο φως του αυγερινού.
Οι αιχμάλωτοι, οι νεκροί και οι αποκλεισμένοι
κρατούν το νήμα
ορμούν στις συνειδήσεις
κατακτούν τις ψυχές
στερεώνουν τις αποφάσεις.

***

Άγνωστη Πόλη

ΠΕΣ ΜΟΥ, τι είδες στην άγνωστη πόλη;
Ποιητές στους δρόμους να απαγγέλουν στίχους.
Ζευγάρια να ερωτοτροπούν σε κήπους κρεμαστούς.
Πες μου, τι είδες στη μαγική πόλη;
Πουλιά να πετούν παρέα με αγγέλους.
Παιδιά να παίζουν σε λοφίσκους με φωτιές πορφυρές.
Ινδιάνους σε έκσταση να ξορκίζουν τα κακά πνεύματα.
Πες μου, τι είδες στην ποθητή πόλη;
Νεράιδες να λούζονται της αυγής την πάχνη.
Την αγάπη να ντύνει
με κόκκινη χλαμύδα τους ανθρώπους.
Τριανταφυλλένια χείλη να βυθίζονται στο άπειρο φιλί.
Πες μου, τι ειδες στην αγέννητη πόλη;
Σάλπιγγες να ηχούν το τέλος του πολέμου.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

Robert Desnos, Ω, του έρωτα πίκρες!

idesnos001p1

Ω, του έρωτα πίκρες!
Πόσο μου είστε απαραίτητες, πόσο μου είστε ακριβές.
Τα μάτια μου που να κλείνοντας μπροστά σε δάκρυα φανταστικά, τα χέρια μου που να τείνοντας ασταμάτητα στο κενό.
Ονειρεύτηκα αυτή τη νύχτα τοπία παράφορα και τολμηρές περιπέτειες
εξίσου από την οπτική του θανάτου κι από την οπτική της ζωής,
που είναι ταυτόχρονα του έρωτα η οπτική.
Απ’ τη στιγμή που ξυπνώ είστε παρούσες, ω του έρωτα πίκρες, ω της έρημος μούσες, ω μούσες απαιτητικές.
Το γέλιο μου κι η χαρά μου συσπειρώνονται γύρω σας. Είναι τα ψιμύθιά σας,
η πούδρα σας, το κραγιόν σας, είν’ η φιδίσια τσάντα σας, το μεταξωτό σας εσώρουχο… Κι είναι ακόμα αυτή η πτυχή ανάμεσα στ’ αυτί και στο σβέρκο, στη γέννηση του λαιμού, το μεταξένιο σας παντελόνι και το λεπτό σας πουκάμισο και το γούνινο σας παλτό, η ολοστρόγγυλή σας κοιλιά το γέλιο μου κι οι χαρές μου οι γάμπες κι όλα σας τα κοσμήματα.
Πόσο είστε, στ’ αλήθεια όμορφα, ντυμένη και στολισμένη.

Ω, του έρωτα πίκρες, άγγελοι απαιτητικοί, έτσι εγώ σας φαντάζομαι
στην ίδια την οπτασία του έρωτα μου συγχέοντάς σας μαζί του…
Ω, του έρωτα πίκρες, εσείς που εγώ δημιούργησα κι έντυσα, συγχέεστε με τον έρωτά μου
του οποίου δεν γνωρίζω παρά τα ρούχα μονάχα κι ακόμα τα μάτια, τη φωνή, το πρόσωπο, τα χέρια, τα μαλλιά, τα δόντια, τα μάτια…

*Από τη συλλογή “Σε μιαν άγνωστη αγαπημένη” (1926), ποιήματα της οποίας περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως”, σε πρόλογο, μετάφραση και σημειώσεις Ζ.Δ. Αϊναλή.

Λουκάς Λιάκος, de stella nova

Γ. Στεφανάκης, Μέσα ζώντες

Τώρα που βραδιάζει η ανατολή ενός άλλου ήλιου κυλάει ανάμεσα στα πόδια σου σαν κόκκινο κρασί. Όποιος σε γνωρίζει αμαρτάνει μ’ ένα χαμόγελο, ένα φιλί. Μα το ύψος θέλει να φιληθεί σαν το χειρότερο απ’ όλα. Μας κατέστρεψε. Δεν έπρεπε να αφήσεις τα χέρια σου να ξεχάσουν τη δουλειά. Δεν έπρεπε γι’ αυτή τη γυναίκα και για ένα σωρό αυταπάτες να πιεις το δηλητήριο όπως, ο χώρος μέσα στο στόμα σου είναι μια ρύπανση από λέξεις, από ανθρώπους. Όπως, η αγάπη βολεύεται στο ακίνδυνο του σώματος. Να εξαρθρώνεται ένα σώμα, εγκόσμιο και ατελές ένα σώμα, αλυσσοδεμένο κι ελεύθερο στην ακολουθία, να ακολουθεί αυτό που πρόκειται, συνειρμικά να ακολουθεί αυτό που πρόκειται, αινιγματικά να ακολουθεί με άσκοπο βήμα.

Τώρα που βραδιάζει η κρυψώνα σου δειλά φιγουράρει κάτω από ένα στρώμα πορτοκαλιών. Μανάδες στέκονται, ανάβουν το τσιγάρο τους απέναντι στα λεωφορεία που περνούν, όμοια με ελπίδες, σαν τάφοι που τελειώνουν, συγχωρούν. Πόσο κουράστηκαν στα αίματα, στη σκηνή να παραμένουν γυναίκες, άγνωστες επισκέψεις, ο ίδιος δρόμος, ο ίσκιος.
Τώρα που βραδιάζει σαν διαστροφή φωνάζουν οι αγαπημένες, τα δέντρα στα ποτάμια. Μύρισε έντονα στεγνή η καρδιά στην εποχή της. Στα πούπουλά της φωλιές ενταφιασμένα πάθη απέραντα ομολογούν: μη σφίξεις δυνατά μονάχα αγκάλιασέ με. Ο πρώτος πετεινός έρχεται και με δαγκώνει, μου τρώει τις γάμπες φίλε μου, φίλε μου.

Τώρα που βραδιάζει θέλω πια την αγάπη μου, φιδάκι κουλουρισμένο κάτω απ’ το χέρι σου. Τεντώνεσαι, αυτό το πένθος είναι δικό μου. Τέρατα τραυλίζουν στο πρωινό μας όνειρο. Ανοίγουν τα πέταλά μας μαύρα λουριά, πλάι σε παράθυρα τρένων μπλεχτά, με λέξεις, μετρήσεις, παραπάνω, λιγότερα.

Τώρα που βραδιάζει όσα έχεις πει δεν έχουν ουσία. Ουσία έχουν μόνο τα μάτια σου που ‘ ναι χειμώνας. Σωπαίνουν σαν βουβό σινεμά, ηττημένες χίμαιρες. Είναι κάρβουνα που με κοιτάζουν και με προδίδουν στο βάθος που κλείνουν.

Τώρα που βραδιάζει τα τελευταία βλέφαρα είναι όσα θυμάμαι. Πόσα αεράκια με είχαν ξυπνήσει χωρίς να σε σκεφτώ; Έφευγα σαν άπλωναν τα δίχτυα οι ζητιάνοι, μαντεύοντας τη μοίρα απ’ τα κλειστά μου χέρια, απ’ τα κλειστά μου μάτια που ‘ναι γέφυρες, και οι σκάλες τους κλεφτά σε κοιτούν, στις αυλές, στους κήπους, στις θάλασσες που φυτρώσαν γύρω απ’ τον ύπνο μας. Χιονίζοντας.

*Από το βιβλίο «Στροφορμή», Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία, 2016.

Μίμης Χριστοφιλάκης, Δύο ποιήματα

Προετοιμασία ονείρου

«Τί γυρεύεις σ’ αυτό τον
κόσμο πού δεν ξέρει τη
δροσιά και την πάχνη»

Λ. ΚΑΣΔΑΓΛΗ «ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΕΝΙΑΥΤΟΥ»

Μυγδαλιές ανθίζουν σ
τον ύπνο σου.
Το υπέροχο κελάιδισμα
αρσενικού κοκκινολαίμη
σού κρατάει το ίσο.
Απλώνεις τις χούφτες
και τρέχουν πάραυτα
να ξεδιψάσουν
ελάφια και τσακάλια,
τσίχλες και αηδόνια.
Βέβαια, αφού θυμήθηκες,
λίγο πριν κοιμηθείς
τα παιδικά σου χρόνια,
το δάσος το μοσχομυρισμένο
τι περίμενες νά ’ρθει;
Όχι φυσικά
μπετόν ανθισμένο;

***

Ρέκβιεμ για χαμένους

Όλους αυτούς πού χάσαμε,
έτσι ή αλλιώς,
τους αγαπάμε απαλά
όπως ό άνεμος τις λυγαριές,
τους νοσταλγούμε τρυφερά
όπως η θάλασσα αγκαλιάζει
τ’ απόμαχα καΐκια.
Σαϊτεύουμε τους ίσκιους
τα ήσυχα βράδια,
το σχήμα των ονομάτων τους,
ρίχνοντας μικρές πέτρες
στο πηγάδι της ψυχής
κι ακούμε ως αντίλαλο
τον ήχο των βημάτων τους.

*Από τη συλλογή «UBI BENE, IBI PATRIA – Οι Κροκεές, η μάνα μου», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, 2010.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα

Υποσημείωση

Κουρνιάζεις μες στη στάχτη
Ενός απέραντου πεδίου δοκιμών.
Υπόλειμμα υπάρξεως
Ακτίνα σκέψης
Που μεταφέρεται στο σύμπαν
Προς ένα υπέρτερο σενάριο επανάληψης
Απαλλαγμένο απ’ τις δεξαμενές της μνήμης
Σε τετραδιάστατες συντεταγμένες αορίστου
(Μια δοκιμή ακόμη στα όρια του σφάλματος)

***

Εν ευθέτω

Σχήματα ασύνδετα
Άτακτες σκέψεις
Πότε θα είναι καιρός
Για να παλέψεις;

Όπλα στο χώμα
-Δεν ήρθε ακόμα
Θα περιμένουν
Να τα γυρέψεις!

***

Πυρηνικό δάσος

Λάμπουν λουσμένα ενέργεια
Τα κλαδιά σου
Αποτυπώνονται ανεξίτηλα
Τα βήματά σου
Φτάνουν οι ήχοι
Ως την καρδιά σου
Γιναν δικά σου
Δίκαια παράσημα
Για τη γενιά σου.

***

Ρεπό

Από τότε που θυμαμαι τον εαυτό μου
συμπληρώνω λαχεία.

Έχω και μια παλιά παρατημένη μηχανή
Λέω να την πλύνω καμιά μέρα και να τη γυαλίσω
Να με περιμένει γουργουρίζοντας στο ρελαντί.
Αγριεμένη και σταματημένη στη στροφή.
Θα ‘ναι ό,τι πρέπει για ληστεία.

***

Οκτώβρης

Δεν βρίσκονται πια απ’ το μέτωπο
Δεν γύρισαν αυτοί που ήταν να έρθουν
Δεν θα μας πουν ποτέ τις ιστορίες τους
– Ανήκουν στα βουνά οι νεκροί τους –
Και μόνο απ’ τις φωτογραφίες τους
Κάτι θα ζει απ’ την ανάμνησή τους.

*Από τη συλλογή “Ίχθύων Λόγος”, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ερωμένος

Φώτο: Yukio Mishima

Στέκει στα γόνατα πάνω σε μαλακό σύννεφο
μιας ηλιόλουστης μέρας
με τις παλάμες ανοιχτές και τη δύναμή του
προτεταμένη στο δάσος με τις φουντουκιές.
Δίνει μια
και βουτάει μέσα τους,
ρουφάει μυρωδιές με φλύαρη δεινότητα
μέσα στη σάρκα των κορμών τους.
Ο παλμός του τρέχει αστραπόβροντα
απόγυμνος στεναγμός
στην κορυφή που ορέγεται να φτάσει.
Και περιμένει τη νεροποντή
να κυλήσει ανάμεσά τους,
να θριαμβολογήσει
στο τέλος,
για το θαύμα της φύσης.

[….]
Έχεις μιαν όψη σκυμμένη πάνω από
Του κόσμου το σύνορο
Θαρρεί το αγιολόγιο πως αδικείται
Κάθε φορά που σηκώνεις το βλέμμα
Στα βράχια και τις νότες που πατάς
Για ν’ αγγίξεις τον ουρανό τους

Έχεις μιαν όψη θλιμμένη πάνω από
Του κόσμου το σύνορο
Μα εσύ δεν αδικείς τη μονόψυχη σάρκα
Απ’ το χέρι με παίρνεις και με πας
Με βιάση να δω τη γαλανή τους όψη
Κι ας φοβούμαι τον άχραντο θρύλο τους

Γλυκερία Μπασδέκη, Τρία ποιήματα

Η ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

δεν της πολυμιλούσαν
την κορόιδευαν
ήταν μιας άλλης ομορφιάς
μουστακαλού

έφτυνε κλέφτικα κι αυτή
-λάμπανε χιόνια στα σχολειά εξαίφνης

***

Ο ΚΑΘΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ

κάτι ξανθούλες χαρωπές
τις πήρε ο ύπνος

οι μορφωμένες πέσαν στο μπουφέ
οι ντίβες πιστολάκι

(υπήρξαν γενικώς
ανατροπές στις φιναλίστ
-έγινε θέμα)

τα παίρνει κι ο Νυμφίος με την κοροϊδία
(τα χίλια δίκια του ο χριστιανός)
έι, ψιτ! Εσύ με τη λαμπάδα, μου φωνάζει, πάμε!

(μια παλιοφούστα, άβαφτη να φανταστείς
μα είχα άστρο)

***

Η ΚΑΛΟΚΑΡΔΗ

άλλη δεν είναι τέτοια
δεν βγαίνουν τέτοιες πια
δεν συνηθίζονται στις μέρες μας
τόσο καλόκαρδες

δες πώς γελάει στοντροχό!
στα ξυραφάκια ξεκαρδίζεται
η χριστιανή!

με τον γλυκό τον λόγο
για τον δήμιο
με καρτερία άνω ποταμών

μπουμπούκια σκάνε οι τριχιές
μύρο αναβλύζει η σκουπιδιάρα.

*Από τη συλλογή “Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2016.

David Lehman (1948 -), 12 Μαΐου

Ένα βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί
τη στιγμή που το σουίνγκ μεταβλήθηκε
σε μποπ τη στιγμή που ο Λέστερ
Γιανγκ, ο Ρόι Έλριντζ, και
ο Τέντι Γουίλσον έδωσαν τη θέση τους
στο Πουλί, τον Ντίζι, τον Μάιλε, τον Μπαντ,
και τον Μονκ στην πραγματικότητα θα
επρόκειτο για σπουδαία ταινία τουλάχιστον
η μουσική επένδυση θα ήταν
«πέραν πάσης κατηγορίας» όπως ο Ντιουκ
Έλλινγκτον θα έλεγε
η ζωή ενός τζαζ μουσικού
(για την οποία γνώριζα τόσα λίγα)
είναι η ζωή για μένα ένιωσα
το απόγευμα ο Τζέιμι κι εγώ
επισκεφθήκαμε τον πατέρα του που κάθισε
στο πιάνο και μιλούσε και
έπαιξε μου δέθηκε η γλώσσα και
ήθελα να παίξει ένα τραγούδι
λεε και παρευρισκόταν η Χέλεν Μέριλ
και η φωνή τηε και τα δάχτυλά του
ετοιμάζονταν να συζητήσουνε θερμά

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.