Αργύρης Χιόνης, Μικρή φυσική ιστορία

Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
δεν είναι διόλου ταπεινό.
Είναι το δάσος που επιστρέφει.
Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
από αυτό που της ανήκει
και που της πήραμε με τόσο δόλο.

Η γάτα που μας γδέρνει τάχα παίζοντας το χέρι
δεν παίζει διόλου.
Είναι το αιλουροειδές που εκδικείται.
Για όλ’ αυτά τα χάδια ανάμεσα στα μάτια
για όλα αυτά τ’ αποφάγια της ζωοφιλίας μας.
Είναι η τίγρη που τη σάρκα μας γυρεύει.

Η χαλασμένη βρύση που στάζει αδιάκοπα στο νεροχύτη μας
δεν είναι καθόλου χαλασμένη.
Είναι ο ποταμός, ο καταρράχτης κι ο κατακλυσμός
που δεν υπέκυψαν ποτέ στο κεντρικό μας δίκτυο υδρεύσεως.
Είναι τα ύδατα που αμφισβητούν το διαχωρισμό τους από τη γη
που αμφισβητούν τη γένεσή μας .

*Από τη «Φωνή της σιωπής»

**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται απο εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2016/05/09/μικρη-φυσικη-ιστορια-2/

Μαργαρίτα Μηλιώνη, οι κόκκινοι λεκέδες

Nίκος Eγγονόπουλος, «O Oδυσσεύς αφηγείται εις τον Όμηρον» (1957)

κατέβαινα τον λοφίσκο στη Νικουριά
με το λευκό ξωκκλήσι
ένα καμπαναριό δυο ξύλινοι στύλοι
κι ένα δοκάρι που τους έτεμνε
η καμπάνα σαν το κεφάλι
του καταδικασμένου στο ικρίωμα
έτοιμο να κατρακυλήσει στην πλαγιά

το έβλεπα ότι αυτή η λέξη
αυτή η εικόνα εκεί και τότε ήταν βέβηλη
όμως το ικρίωμα δεν έφευγε
από τη γλώσσα ή τη σκέψη μου

κι ήταν η λέξη η λέξη ή η εικόνα ακόμα δεν μπορώ να πω
και έφυγα τρέχοντας από τη λέξη και την εικόνα κατρακυλώντας
εγώ το κομμένο κεφάλι μέχρι τη μικρή παραλία
εκεί όπου δυο νέοι ένα αγόρι και ένα κορίτσι
έπαιζαν με τα νερά γυμνοί μέσα στη θάλασσα

τα κορμιά τους λαμποκοπούσαν
του γαλάζιου αγλαΐσματα λαμπύριζαν τα νερά
κι έτσι όπως την κρατούσε πάνω στον ώμο του
τα οπίσθιά της έλαμπαν
θεέ μου πώς έλαμπαν στον ήλιο
και τα πόδια της έλαμναν στον αέρα

το ικρίωμα έσβησε η λέξη ή η εικόνα δεν ξέρω
και έμεινε το υπόλοιπο της μέρας
χαρισμένο στα υπέροχα οπίσθια του κοριτσιού
που δεν είναι πια εικόνα
αλλά ένα κατακόκκινο καρπούζι
που βάλθηκα να τρώω λαίμαργα
με τους χυμούς του να τρέχουν στο στήθος μου
και να μη με νοιάζει
δεκάρα δεν έδινα για τους κόκκινους λεκέδες στα ρούχα μου

*Από την ενότητα “Γυναίκες δίχως τόπο” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ώσπου έγινε μπλε”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Μάιος 2019.

Δημήτρης Βούλγαρης, Δύο ποιήματα

3.

Κάποτε
η θλίψη είχε έναν ρομαντισμό.
Ένα ακίνδυνο κρυμμένο παράπονο.

Μια λυπημένη γοητεία
που δεν άφηνε κατάλοιπα,
παρά μόνο γεννούσε το αύριο
εκ νέου.
Με θράσος και χαμόγελα
πνιγμένα σε δάκρυα μιας βιαστικής παιδικότητας.

Πλέον
είναι μονάχα ένας άδειος μονόδρομος.

Στο στόμα μου
φιλοξενώ
χιλιάδες μεταλλικά στρατιωτάκια
που μάχονται
ενάντια στη φωνή μου
και λεηλατούν
τα αποθέματα της σκέψης.

Αρπάζοντας ήχους και μνήμες.
Βιάζοντας τις αισθήσεις.

Καίνε το σούρουπο.
Στιγματίζουν το σώμα.
Ένα άδειο δωμάτιο
που από λάθος κατοικώ.

Μόνος.

Μια ξεχασμένη συνήθεια
που αντέχει
κόντρα στις αλλαγές των εποχών
κι επιμένει ανεξάντλητα
να καταπίνει τον χρόνο.

*Από τη συλλογή “Ερασιτέχνες εμπρηστές”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2017.

Αντώνης Μπουντούρης, Απύρετοι πολιορκημένοι

Πράγματι
το πένθος αν τραβήξει ως το τέλος
υπάρχει ελπίδα να μας εξαγνίσει.

Για να φανεί στο βάθος η πολιορκία.

Του παράφορου κύματος η σπρωξιά
που τσάκισε ανέμελους γλάρους 
και βεβαιότητες.

Η θερμοκρασία των πολλών παραμένει σταθερή.
Η ανταλλαγή σιωπής το νέο νόμισμα.
Η βασιλεία του Ιδιωτικού το πολίτευμά μας.

Το Τέρας της Αδηφαγίας λένε πως θα μείνει
Απύρετο ακόμη για καιρό.
Ο εφιάλτης της Ανάπτυξης διασωληνωμένος.
Ο ασεβής Ερυσίχθονας αποκρουστικός
θα τρώει τις σάρκες του.

Οσο πλαταίνει η εξορία μέσα μας
η Φύση βρυχάται.

Το αλώνι στενεύει.

Ο χορός αργεί.
Μα θάρθει.

Κι οταν έρθει
γοργά θ΄αγκαλιαστούμε και θα
σμίξουμε στον κύκλο.
Ασφαλείς.

Antler, Χιονίζοντας μέσα μου

Βαδίζοντας στη χιονοθύελλα, χιόνι
στο καπέλο, στους ώμους, τα γένια μου,
συνειδητοποιώ πως δεν χιονίζει
μέσα μου.
Το σώμα μου εμποδίζει το χιόνι να πέσει μέσα.

Χιονίζει ολόγυρα, όχι όμως μέσα
στο στήθος μου, όχι μέσα
στην καρδιά μου, όχι μες
τα χέρια ή τα πόδια μου.
Τα μάτια μου βλέπουν κάθε νιφάδα
και το μυαλό μου τις καταγράφει,
μα το χιόνι δεν βρίσκεται μέσα στα μ
άτια μου, μέσα στο μυαλό μου,
ή βρίσκεται;

Μετά το θάνατο, αν πεθάνω στα δάση
και το σώμα μου σαπίζει εκεί που πέσει,
θα χιονίζει στο μέρος
που ήταν τα πνευμόνια μου,
θα χιονίζει στις τρύπες όπου
βρίσκονταν τα μάτια μου,
θα χιονίζει μέσα στο κρανίο μου
όταν αυτό καταρρεύσει,
θα χιονίζει όπου υπήρχε το στομάχι
και τα έντερά μου,
στ’ αρχίδια μου, εκεί που
ήτανοπούτσος μου,
θα χιονίζει, θα σκορπίζεται,
λευκά, βαθιά, θα καλύπτει το σκελετό μου
χιονίζοντας μέσα εκεί που το σώμα μου υπήρχε
για τόσο πολλά χρόνια.

*Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.

Ειρηναίος Μαράκης, Σ’ αυτή την εποχή

Σ’ αυτή την εποχή
που οι μετοχές ανεβαίνουν
κι οι προλετάριοι πέφτουν
όπως θα έλεγε κι η Ρόζα
μέσα στο σπίτι μένοντας
άλλο δεν έχουμε, αδερφέ μου
από, μάντεψε, την εξέγερση
ενάντια στη σιωπή
στην απόγνωση
στο θάνατο
και την καταστροφή
που φέρνει ένα σύστημα
από χρόνια σάπιο.

Κι αν κλαις από φόβο
δεν πειράζει
έχουν και τα δάκρυα
την αξία τους

κι αν κλαις από οργή
μην ανησυχείς
ξέρουμε πως να κάνουμε
αυτά τα δάκρυα, δύναμη.

Με μάσκες, λοιπόν
αλλά όχι φιμωμένοι
κραυγή θα υψώσουμε
σάλπισμα αγώνα
για μια κοινωνία να παλέψουμε
των αναγκών μας,
στων νοσοκομείων
τα σύγχρονα οδοφράγματα
γνωρίζοντας καλά
ότι σ’ αυτή την εποχή
όπως και άλλοτε
η Επανάσταση
δική μας είναι υπόθεση.

28.3.2020

*Η φωτογραφία της ανάρτησης απεικονίζει Γαλλίδα γιατρό με μήνυμα που γράφει “Με μάσκες, αλλά όχι φιμωμένοι”.

Ειρήνη Παραδεισανού, Γενναίοι θ΄αφεθούμε

Κι ο θάνατος δε θα’ χει εξουσία
Ντύλαν Τόμας

Κάποτε θα’ ρθουν της ψυχής οι φύλακες
θ’ ακουμπήσουν τα κλειδιά τους στα χέρια μας
και θα’ ναι η ομορφιά
μια άσπρη αχτίδα
με το φως ψιχάλες να αιωρείται
και τα μάτια μας να πονάνε απ’ τη λάμψη.

Θα’ μαστε παιδιά ορφανεμένα από μήτρα
με το νερό γαλήνια ν’ αναδεύεται μέσα μας
να μας τραγουδά μαυλιστικά
τον υπόγειο σκοπό που ναρκώνει τα μέλη.

Κι εμείς γενναίοι θ’ αφεθούμε
στο τρομώδες υγρό που ταράσσει τα σπλάχνα μας.

* Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/03/blog-post_25.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Κατερίνα Λιάτζουρα, Απειλή



Κάποτε* ένας ουρανός πίσω από κάγκελα

μυαλού απειλητικής σκιάς σε σκέψεις

καθρεφτισμένων εαυτών

σε γλιστερές επιφάνειες λαμπερών κεκτημένων

αντανακλάσεις ενός επέκεινα σε παρελθοντικό χρόνο

θυμάται μια φαντασίωση έξω

από το περίκλειστο εγώ

σε άγνωστη γλώσσα να προφέρει

το χρώμα μιας εκδιδόμενης

ονόματι Ελπίδα.

*κάποτε= Μάρτιος 2020 μ.Χ.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://strophess.blogspot.com/2020/03/blog-post_27.html?fbclid=IwAR0u-iSGhyKGP7OvWv2DbTInLnrOfqbLvpNFtNI9qWJflrci4i8OYeid66k

Θεόδωρος Ντόρρος, Ψαλίδι και ρολόι

Αυτός είναι ο Θεόδωρος Τραμπαδώρος, δηλαδή ο σπουδαίος ποιητής Θόδωρος Ντόρρος, που, με την έκδοση της ποιητικής του συλλογής “Στου γλυτωμού το χάζι”, στο Παρίσι το 1930, σηματοδοτεί την είσοδο του μοντερνισμού στην Ελλάδα…

Το αφησμένο πέσιμο του ψαλιδιού
απάνω στο τραπέζι
που ’ν’ η γιαλάδα του σαν όψη φωτισμένη από θυσίες,
κει μέσα κρατημένες,
μακριά από το ξέσκασμα των αλλονώνε
που ’ναι πιο τυχεροί πλασμένοι.

Ο κρότος του μιλάει τη δουλειά τη βραδινή,
στο κλείσιμο μέσα από τζάμια χειμωνιάτικα,
στο νεκροζώντανο το χώσιμο
σε τρύπες ολάνοιχτες καλοκαιριού,
κι ανοίγει πλημμυρίσματα,
σε καταδίκες που θα κρατήσουνε καιρό.
Τις συντροφεύει.

Και δίνει στις ελπίδες,
—κουρασμένες—
πιο πολλή ζωή απ’ το ρολόι που,
-λες ποτέ δεν κάνει τίποτ’ άλλο-
μετράει τη δουλειά του ψαλιδιού.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005. Πρώτη έκδοση Παρίσι 1930, μετά 1931 και έπειτα Αθήνα 1981.