Αθανασία Δρακοπούλου, Γράμμα στον Πατέρα

Φώτο: Tea Jagodic

Όλη σου η παρουσία στις στιγμές μου,
ήταν μία παράξενη φλέβα κραυγής.

Άκουγα το κάλεσμά της.
Ανάβω ένα τσιγάρο, μην κλαις.

Τα παιδιά διαιωνίζουν την μανία των κυττάρων τους,
με το να κρίνουν εσένα ως ατελή δημιουργό.

Ο Χρόνος είναι αμείλικτος,
η ζωή εγωίστρια μα εσύ παράξενος ταξιδιώτης.

Δεν μπορώ να καταλάβω,
τι είναι προτιμότερο στη φύση,
μεταξύ πρόσθεσης και αφαίρεσης.

Θα σκοτώσω τις θύμησες όταν βρω τις εξηγήσεις.

Δεν πειράζει!

Ό,τι έγινε πέρασε.
Το σπίτι είχε πάντα έναν μεγάλο Πατέρα.
Έναν εφεδρικό Πατέρα.
Ο Παππούς πάντα στον αντίποδά σου.

Καμιά φορά κλειδώνομαι στο δωμάτιο,
μ’ ένα χαρτί κι ένα μολύβι.

Σε μία ακανόνιστη γραφική παράσταση, σημειώνω ομοιότητες, διάφορες.

Ένα χειμαρρώδες χάος,
από λεπτομέρειες του
χωροχρόνου.

Ενυπάρξου στο Dna μου ακίνδυνα.

Αν ήμασταν φίλοι ή συνομήλικοι,
σήμερα θα ήσουν εργένης.

Θαρραλέος.

Αριβίστας.

Επαναστάτης.

Λάγνος.

Ακόρεστος.

Φίλος και Εχθρός.

Γεννημένος συνειδητά εργένης.

Τι φταις κι εσύ ο δόλιος,
αν το βαγόνι της Ιστορίας,
σε ξέβρασε σε λάθος εποχή.

Καμία φορά,
έρχεται στο δωμάτιο εκείνο το μικρό κοριτσάκι.

Αυτό που το φώναζες αντάρτη.
Το ξεμαλλιασμένο κοριτσάκι,
με το κοτλέ μπλε παντελόνι
και τα κόκκινα μποτάκια.

Που έζησε τον βίο του,
σε διαρκή τιμωρία,
στα ξερονήσια του άγνωστου εαυτού σου.

Θέλω να το σφίξω μία αγκαλιά,
να του μιλήσω.
Να πάψει πια να φοβάται.
Να του πω ότι όλα θα πάνε καλά!

Μα αυτό γίνεται διάφανο,
σαν ανθρωπάκι μέδουσα, ρευστό, διάφανο.
Βάζει τα κλάματα και εξατμίζει την υπόσταση του.

Σε παρακαλώ!

Μην έρχεσαι τα Καλοκαίρια.
Μην γδέρνεις τον ύπνο μου.

Πέρασαν εφτά Καλοκαίρια σύγκρουσης,
με το μυαλό μου.

Προσπαθώ να σε χαιρετίσω,
από άψυχες και ψυχωμένες στιγμές.

Η καρδιά μου έχει γεράσει παράξενα,
έχει γίνει κρύα, ήσυχη και απόλυτη.

Ποιος σου έδωσε δικαίωμα,
στο μονοπώλιο της ήττας;

Για σκέψου!

Η μητέρα,
έφυγε παραπλεύρως στα σκοτάδια.
Τη μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου.

Πόσο αδικημένοι!

Στο γλωσσάρι της μοναξιάς
και των εγκωμίων ποταμού ηλιοθαυματων.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Tα αγάλματα

Τα αγάλματα πέφτουν με θόρυβο

κούφια όσο τα λόγια μας

ακίνητα όσο οι έρωτές μας

βαριά όσο η τιμωρία μας.

Σκοτώνονται καταμεσής του δρόμου

και μένουν μόνα δίχως αποχαιρετισμό

να περιμένουν σκεπασμένα, όπως κάποτε,

τα αποκαλυπτήρια.

Πόπη Αρωνιάδα, Εσωτερικότητα (απόσπασμα)

Τάραξα βαθιά
υπόγεια σιωπή
έτρεξε φωτιά.

*

Έμπειρη βροχή
το βαμμένο τίποτα
απογύμνωσε.

*

Σαν καταιγίδα
ποτισμένη μυρωδιές
αργοκυλούσα.

*

Εκπνέω φωτιά
αλαφρώνει το βάρος
βουτιά σε βυθό.

*

Μέσα στο χρόνο
κυλώ με συλλαβές
σε καταρράκτες.

*

Αγαπώ βαθιά
ποιητικά ταξίδια
πάνω σε τόξα.

*

Ρίχνω το δίχτυ
πιάνω αμφιβολίες
γλαροπετάω.

*

Σφίγγει η καρδιά,
τραχύ το φως των ματιών,
ζωή θα είναι.

*

Αίμα έσταξε
εκεί που σταυρώθηκα
άνθισε κρίνο.

*

Χαρά θαμμένη,
λέπια η απώλεια
στ’ ακροδάχτυλα.

*

Νάμα λιασμένο
κερνάω, πίνω, μεθάω
υμνώ τη ζωή.

*

Με αλαλαγμούς
ξέμαθα να σιωπώ,
χύνομαι βαθιά.

*Από το χαϊκού “Εσωτερικότητα” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Στεναγμοί Ανατολής”, εκδ. Ποιήματα των Φίλων, Δεκέμβριος 2014.

Γιάννης Καρπούζης, Δύο ποιήματα

ΜΠΟΥΝΚΕΡ
1
Κάπου εκεί μέσα,
πίσω από το τρίτο σου πλευρό,
ξέχασα τα χρόνια μου
τουλάχιστον εφτά
μπορεί και παραπάνω

από εκεί ξεκινάνε
οι υπερβολικές γραμμές
από ένα πραγματάκι – τόσο δα
καταλήγουν έξω
εφάπτονται με το τρομερό ουράνιο
τόξο

μηδενίζουν για μόνο μια στιγμή
αμέσως ξαναρχίζουν να τρέχουν
περνάνε ξυστά απ’ το κεφάλι μου
το τρυπάνε τελικά
έτσι επιστρέφουν στον κόσμο μας
στις πολυκατοικίες του Χέλσιμποργκ
εκεί αρχίζει ο μικρο-βομβαρδισμός
-αυτόν τον ζούνε όλοι-
με χαρτοπόλεμο χρόνου
στην κορυφή του τόρου
μαζί κυρτώσαμε — θυμάσαι;

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Δανίας
το 1939
μετέφρασε στα δανέζικα το
γνωστό βιβλίο Τι να κάνουμε;
με το νέο τίτλο
Τι θα κάναμε σύντροφοι αν δεν έβρεχε τόση στάχτη;
Και ανάλογα μεταγράφηκε το υπόλοιπο
κείμενο.
Πίστευε η Κεντρική Επιτροπή
ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτα άλλο
παρά μονάχα ένα
κυρτό επίπεδο που γεννάει η σκέψη
για να εδραιωθεί έξω
από τον γεωμετρημένο χώρο.

***

Ο ΧΑΡΤΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

έναν χρόνο μετά

αφού αγαπάς μια γυναίκα από χαρτί
θυμάσαι κάτι που δεν έζησες ποτέ.

Πέρασαν τα χρόνια πάνω μου
κι από πάνω σου πέρασαν
έφυγαν έτσι
τόσες χάρτινες μέρες
όλα φαίνεται πως άλλαξαν μόνο
αυτό το χαμόγελο του κοριτσιού
στη φωτογραφία έμεινε ίδιο, μόνο
αυτό το κορίτσι που κουβαλάω
στη τσέπη έμεινε θυμάμαι το ίδιο κι όμως
κοίταξέ με σήμερα
με γέλια στα μάτια,
τώρα που οι χάρτινες μέρες φύγανε
δε μένει παρά να ζήσουμε τις αληθινές.

*Από τη συλλογή “Ο χάρτινος χρόνος τελείωσε”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2019.

Olga Orozco, M’ αυτό το στόμα, σ’ αυτόν τον κόσμο

Στη φωτογραφία, η Olga Orozco (μπροστά) με την Alejandra Pizarnik.

Δεν θα σε προφέρω ποτέ, ρήμα ιερό,
κι ας βαφτούνε τα ούλα μου με χρώμα γαλάζιο,
κι ας βγει κάτω από τη γλώσσα μου ένας όγκος χρυσός,
κι ας χυθεί πάνω στην καρδιά μου ένας χυλός άστρων
και ας διασχίσει το μέτωπο μου το μυστικό ρεύμα των μεγάλων ποταμών.
Ίσως να έχεις κυνηγήσει προς τη νύχτα της ψυχής,
αυτήν την κατάληξη που δεν είναι δυνατό να φτάνει από καμιά λάμπα,
και δεν υπάρχει ίσκιος που να κατευθύνει την πτήση μου στο ξεκίνημα,
ούτε ανάμνηση που να ‘ρχεται από άλλον ουρανό για να ενσαρκώσει
αυτό το τραχύ χιόνι
που πάνω του αποτυπώνεται μοναχά το ξύσιμο του κλαδιού και το βογγητό του αέρα.
Και ούτε καν ένα ρίγος που θα ‘κανε να εξέχουν οι άλαλες πέτρες.
Έχουμε μιλήσει αρκετά για τη σιωπή,
την έχουμε παρασημοφορήσει όπως τον σκοπό της μεθορίου
σαν να κείτονταν εντός του η δόξα μετά την πτώση,
ο θρίαμβος της λέξης, με τη γλώσσα κομμένη.
Αχ, δεν πρόκειται για τραγούδι ούτε για αναφιλητό!
Έχω ήδη ονομάσει το αγαπημένο και το χαμένο,
ένωσα με την κάθε συλλαβή τα καλά και τα άσχημα
που φοβήθηκα να χάσω περισσότερο.
Στο μάκρος του διαδρόμου ηχεί, αντηχεί η ανθεκτική μελωδία,
αντιλαλούν σαν παρατεταμένη βροντή
λίγα νομίσματα πεσμένα από οπτασίες ή κλεμμένα στα σκοτεινά.
Η δική μας διαρκής μάχη ήταν κι αυτή μια μάχη μέχρι θανάτου
με τον θάνατο, ποίηση.
Έχουμε κερδίσει, έχουμε χάσει,
γιατί πώς να δώσεις ονόματα με το στόμα αυτό,
πώς να δώσεις ονόματα σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο με το στόμα αυτό,
σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο με το στόμα αυτό;

*Μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας.

Lee Slonimsky, The swan / Ο κύκνος

Observing how the swan’s two feet are webbed,
he wonders what role math played in design,
what abstract shapes were sewn, with flesh as thread,
nto the swan’s creation, lost in time.

The power of her wings as she takes flight
in clumsy but majestic dominance,
inspires him to count the beats of white
great feathered limbs against blue radiance.

As if such basic numbers could explain
the wizardry of feathers climbing air,
or give the essence of her flight a name,
describe perfection of her glide and soar.

If numbers could transform flesh readily,
he has no doubt what creature he would be.

Ο ΚΥΚΝΟΣ

Παρατηρώντας τον τρόπο που είναι καμωμένα
τα πόδια του κύκνου,
αναρωτιέται για τον ρόλο των μαθηματικών
στον σχεδίασμό τους,
πως αυτά τα αφηρημένα σχήματα με κλωστές
υφάνθηκαν από σάρκα
σε κάποια εποχή μακρινή,
χαμένη στα βάθη του χρόνου.

Η δύναμή του καθώς πετάει με αδέξια
αλλά μεγαλειώδη ορμή,
τον ωθεί να μετρήσει τα χτυπήματα
των μεγάλων λευκών φτερών πάνω
στον εκτυφλωτικό γαλάζιο θόλο.

Λες και θα μπορούσαν αυτοί οι απλοί αριθμοί
να εξηγήσουν τη μαγεία των φτερών
που σχίζουν τον αέρα, να περιγράφουν
την τελειότητα ή να ονομάσουν το θαύμα.

Αν μπορούσαν ποτέ οι αριθμοί
να μεταμορφώσουν την ύλη,
ξέρει εκείνος ποιου πλάσματος
θα έπαιρνε τη μορφή.

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Ερωτευμένος Πυθαγόρας”, εκδόσεις ενύπνιο, Μάρτης 2020. Μετάφραση: Σταμάτης Πολενάκης.

Θ.Δ. Τυπάλδος, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ

Εισέρχεται μέσω του τοίχου στο δωμάτιό μου
Έρχεται πάνω από το προσκέφαλό μου σκύβει με φιλά
Κι αφήνει τ’ αυγά της να κυλίσουν μέσα στον οισοφάγο μου
Κι εκείνα αρχίζουν να επωάζονται να σπάνε
Ένα ηλιοβασίλεμα καβαλάρης σε ασπρόμαυρο άλογο
Μες στη νυχτιά καλπάζει λαμπατέρ τον δρόμο του φέγγει
Στο χέρι του κραδαίνει μια καταιγίδα ένα λεύκωμα
Μια μπρούντζινη καρδιά ένα εσώρουχο σημαία καδένα στριμωγμένη
Οι αλήτες ονομάσαν τη λάμψη των αστεριών καταρράκτη
Προκατασκευασμένα οικόπεδα με σκονισμένα παπούτσια
Μαυσωλεία που ξεπηδούν στο κορμί μου
Μου φέρνουνε φαγούρα και τσούξιμο στους όρχεις
Δικαστής σκώληκας γραφικός
Πτεροκυοφορούσες μητέρες
Ανδρείκελα ανέκφραστα εκφράζουν χαμόγελο
Ξανθοπυρωμένα ύδατα
Μακροσκελείς αμοιβάδες
Διάσπαση του ατόμου σε χειρουργικά κρεβάτια
Ένωση του πεπραγμένου πάνω σε τραπέζια δίχως πόδια
Λαβές που αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια των αστών ενός αστικού λεωφορείου Οι επιθυμίες ανεπιθύμητα επιθυμούν όσα ανεπιθύμητα μένουν
Μα τι στο καλό γυρεύει ο Μπρετόν στο μπαλκόνι μου;

***

TOΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ MOΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

άφωτα
φώτα
στέκουν
πάνω
απ’ το
σεσουάρ
της
μητέρας
και βρέχει

τις παρανυχίδες του μέλλοντος που σχίζουν το δέρμα
της υποδιέργεσης

η σήψη κι η αποσύνθεση μου καίνε τα σωθικά
ελπίζω ο θάνατος να είναι πιο ανεκτικός μαζί μου
απ’ ό,τι ήταν η ζωή

τα κρεμμύδια κλαίνε σαν μωρά καθώς αυτοκαθαρίζονται
φώτα
άφωτα
φωτίζουν
χωρίς
λάμψη
τον
επιθανάτιο
ρόγχο
μου

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της στίλβης, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούνιος 2016.

Κώστας Μπραβάκης (1962-2020), Τρία ποιήματα

Το μπλουζ του νικημένου

Απόψε θέλω ν’ ανοίξω τις φλέβες μου
Και να χυθεί στο πεζοδρόμιο
Όλο αυτό το ξινισμένο γάλα
Που χρόνια κουβαλώ αντί για αίμα

Απόψε θέλω να πιω τον έρωτα πικρό
Όπως τον πίνουν στα χαμόσπιτα
Τυλιγμένο σ’ ένα τάλιρο
Τα κορίτσια της ανάγκης

Απόψε θέλω να μιλήσω
Με τη γλώσσα κομμένη στα δυο
Διάλεξε τι θες ν’ ακούσεις
Την αλήθεια ή το ψέμα

Απόψε θέλω να παίξω ένα μπλουζ
Σε μια χορδή ακροβατώντας
Σ’ ένα υπόγειο μ’ ανάσες αιθανόλης

Απόψε θέλω να παίξω ένα μπλουζ
Για μένα

***

Αχάριστο νόμισμα

Ανακάλυψα μια τρύπα στην τσέπη
από κει θα πήδηξες αχάριστο νόμισμα
δε σου ’φταναν θαρρείς η ζεστή μου φόδρα
τα χάδια απ’ τα δάχτυλά μου
άντε τώρα να σε προλάβω έτσι που τρεχεις
στάσου
πας ίσια στον υπόνομο
στρίψε αριστερά σου λέω
αχάριστο νόμισμα
ονειρευόσουν χρηματοκιβώτια βαριά
χαρτογιακάδες χαρτοφύλακες
τα πιο φτηνά σου όνειρα δεν τα κάνες ακόμα
ήθελες λέει να γίνεις τσεκ
ή κάρτα ανάληψης
έστω δωροεπιταγή
αχάριστο νόμισμα
σε κάποια χαραμαδα σφηνωμένο θα σε βρω
διάλεξε την ποινή σου
θες να σε ρίξω στ’ αλογάκια
ή στα μηχανάκια του καφέ;

***

Το κρίσιμο λάθος

Με χαλινάρι τι, χέρια μου
την τύχη μου κρατάτε;
δεξιά η περηφάνια μου κι αριστερά η ψυχή μου
στη μέση ο τυφλοπόντικας
αυτός που ορίζει το σκοτάδι
κι εσείς ένας στρατός αρματωμένα δάχτυλα

κι αν έκλεψα περιστερώνες
ήταν γιατί πέταξα νύχτα
με το φεγγάρι άρρωστο
κι ακόμα δεν έφτασα κι ούτε

χέρια κομμάτια από πηλό
τα σάρωθρα παλέψτε
μας περικύκλωσαν οι ερημιές
κι ο φόβος της αφωνίας
ήταν που δεν πουλήσατε τον ίσκιο σας
στα ράφια τα ψηλά των εμπορείων
κι ούτε περιμένατε την άνοιξη
στους πάγκους των πανηγυριών
σας είχα πάντα στις τσέπες δυο βοτσαλάκια ανατολή
κι αν άλλαζε ο καιρός
γινόταν ξίφος

*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2009.

Neringa Abrutyte, Δύο ποιήματα

ΔΑΧΤΥΛΑ

Δεν κάνω τίποτα για να υπάρχεις (δεν τηλεφωνώ, δεν γράφω) όμως υπάρχεις:
έρωτας, που το αντικείμενό του δεν νοιάζεται για αυτόν –
από αυτόν τότε, βέβαια, χάθηκαν τα σπυράκια και οι σκέψεις,
και το πρόσωπο άλλαξε δέρμα — ξεφλουδίζεται

στ’ αλήθεια δεν κάνω τίποτα — ακόμα και τα χείλη
φιλούν μονάχα τα δάχτυλα του σώματός τους
τα ίδια τα χείλη άραγε νιώθουν τίποτα, η μήπως εσύ;
τί θα ήθελαν πιο πολύ τα δάχτυλα των χειλιών σου;

το χέρι του ποδιού μου, π.χ. θα ήθελε να φράξει τη μύτη σου
τα μαλλιά του χεριού μου επιθυμούν το δικό σου αυτί
η μύτη μου θα ήθελε να βγει στα πνευμόνια σου και
να βρει πιο ελεύθερο δρόμο για να αναπνεύσει
και τα μελανιασμένα δάχτυλα των ποδιών σου να κρυφτούν
στο κενό που αφήνουν οι κάλτσες μου,
γιατί όλα πεθαίνουν τώρα μόνο επειδή τότε πεθάναμε εμείς, τα δάχτυλα.

***

Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

είδα – την ανάποδη είδα του Κειμένου
εκεί καίγανε γράμματα μνήμη (θυμωμένη) κόμπλεξ
σ’ αυτό το κείμενο (εσένα) προσπάθησες να σβήσεις
όμως εγώ αλλιώς σε είδα — σαν ζωούλι
σώμα απ’ την ανάποδη: κείμενο – φλούδι: τακ τακ
που το ‘σπασα αλλά εκεί δεν είχε αγάπη
όση επρεπε και τώρα πια δεν χρειάζεται
γιατί ολα τελείωσαν γοργά και παθιασμένα
(σαν το αλκοόλ; Σαν την Υπομονή του ανθρώπου;)
ή είναι μυστικό που τ’ Άγιο όριο χαράζει!
ήμουνα -πράγμα σπάνιο- ήρεμη πολύ-
και δεν σκεφτόμουν ότι υπάρχεις -και θα υπάρχεις
και εσύ απλά προδίδοντας την άλλη σου πλευρά
γιατί σε φύσηξα! -χωρίς να θέλω- από την άλλη-
και στου Κειμένου την πλευρά αυτή σε γύρισα
σαν βιαστικά τελειωμένη συνουσία:
την ιστορία να συνεχίσω δεν αξίζει
πολύ θυμίζει την ανάποδη άρα κακή πλευρά του Κειμένου.

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνιος 2015. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης.

Χουάν Χέλμαν, Καμίλο Σιενφουέγος

Ο Καμίλο Σιενφουέγος

άγρυπνος ζωντανός μες στις ριπές της θάλασσας περνάει ο καμίλο
μες στα κοράλλια και στα τέρατα με τη γενειάδα του
και σε μαζώξεις αλλόκοτων πλασμάτων
μιλάει για την Κούβα ο κομαντάντε
φωτιές ανάβει εκεί στα τρίσβαθα η φωνή του
συνάζει τους πνιγμένους φουκαράδες
τους τσακισμένους τους χαμένους μέσα στα συντρίμμια
ορμάει ο καμίλο στους στρατώνες του βασιλιά της θάλασσας χωρίς σταματημό
τον είχα δει εκεί στην αγορά του Κουάτρο Καμίνος λόγου χάρη
στο έμπα της πόλης να φεύγει με μια κιθάρα
τράβαγε ο καμίλο για τη θάλασσα
ο ράφτης με του περιστεριού το πρόσωπο πέταξε δίχως κουβέντα να μου πει
κι από τη μαλεκόν μες στην Αβάνα είδαμε ένα βράδυ να ξεπηδάνε
φώτα από τη θάλασσα σαν τουφεκιές
ο ράφτης ο γλυκός ρετάλια ράβει της θλίψης και του έρωτα
τον στέλνει το καθήκον του μακριά
μια μέρα θα γυρίσει
και μονομιάς οι άνθρωποι θα σμίξουν με φιλιά μπροστά στο έρμο λείψανό μου

*Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος (πηγή)
(από τη συλλογή Gotán, Δεκέμβριος 1962 – 
διαθέσιμη εδώ: https://issuu.com/regalepoesia/docs/gotan_gelman)

CAMILO CIENFUEGOS


despierto vivo entre las ráfagas del mar anda camilo
entre madréporas y monstruos con su barba
y asambleas de extrañas criaturas
habla de Cuba el comandante
su voz enciende fuegos en las profundidades
convoca a los ahogados pobrecitos
castigados perdidos en medio del naufragio
asalta los cuarteles del rey del mar camilo no termina
lo vi junto al mercado de los Cuatro Caminos por ejemplo
en la boca del pueblo al salir de una guitarra
camilo se fue al mar
el sastre el cara de paloma se me fue sin decirme nada
del malecón la Habana lo vimos una noche que
subían del mar luces como disparos
el sastre dulce cose los retazos del dolor y el amor
su tarea está lejos
un dia volverá
la gente se besará de pronto contra la soledad de mis huesos

Juan Gelman
1930-2014

_____________________
Ο Καμίλο Σιενφουέγος, από τους πρωτεργάτες της Κουβανικής επανάστασης,  γεννήθηκε στην Αβάνα στις 6 Φεβρουαρίου 1932 και χάθηκε στη θάλασσα στις 28 Οκτωβρίου 1959 κατά τη διάρκεια πτήσης από το Καμαγκουέι προς την Αβάνα. Στην επέτειο του θανάτου του, οι Κουβανοί ρίχνουν λουλούδια στη θάλασσα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/2020/02/juan-gelman-camilo-cienfuegos.html?spref=fb&fbclid=IwAR3J1LH05ONCthGIeg8W5qsi1Avbem38VM9dIXI1PpmytGwq93BKsGG_4Cw