Manolis, Δύο ποιήματα

ΣΙΩΠΗ

Ατέλειωτη σιωπή σε παράδρομους
σ’ έρημες φάμπρικες, ασύμφορες
εφησύχαση που προετοιμάζει
για πόλεμο το κράτος

οικουμενική δύναμη του καλού

είπε ο ηγέτης ότι αντιπροσώπευαν
καθώς τα ξανθά μαλλιά του
έλαμψαν στο ηλιοβασίλεμα
φλέβα κομμένη απ’ το κορμί του λογικού

αναμφίβολη σιωπή στα μέσα επικοινωνίας
απομονωμένα επεισόδια βίας, ανέφερε
η παρουστριάστρια ειδήσεων

αναφέρθηκε λεπτομερώς στο διαζύγιο
φημισμένου τηλεοπτικού ζευγαριού
το κράτος ετοιμαζόταν γι’ άλλον ένα πόλεμο
το δικαιωμένο δικαίωμα τους, αφού

ήταν οικουμενική δύναμη του καλού

SILENCE

Invincible silence in side streets
abandoned, unprofitable factories
complacency that prepares
the nation for war

force of universal good

the leader said they represented
blonde hair shone in the gleam
of sundown, purple dusk
vein severed from logic

undoubtable silence of mass media
isolated incidents of violence reported

anchor concentrated on the divorce
of famous cinema power couple
nation preparing for another war
its rightful right, being

the force of universal good

***

ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Αχαλίνωτος έντονος
κυλά καυτός ο πόθος
στο κορμί σου
και τίποτα δεν αναβάλει
την εξίσωσή σου
εκτός απ’ το υπέρυθρο της νιότης
το κορύφωμα

υπεροχή στγμής
που αναιρεί
το κάθε τέλος

έρως
γεννήτωρ ει
Αθανασίας

TRANSCENDENCE

Incomparable and unstoppable
lust flows in your’ flesh
nothing postpones
its equilibrium
albeit the reddish
apex of your young body

superior moment
that transcends
death

Eros
birthing
immortality

*Από τη συλλογή “Red in Black”, Ekstasis Editions, 2019.

Ιουλία Τολιά, από τις “Περιπέτειες ενός τυφλού”

Δεν στηρίζεται πια στη λογική.
Στηρίζεται στη βακτηρία του,
και στο παράλογο.
Περπατά στη μεγάλη αλέα
ακούγοντας τον μονότονο ήχο της βακτηρίας
και τον έντονο ήχο του παραλόγου.
Ο πλέον οικείος του ήχος
τώρα πια.

Επιστρέφει στο σπίτι.
Βάζει το κλειδί στην πόρτα.
Ψηλαφώντας,
πάντα ψηλαφώντας.
Έχει αναπτύξει το αίσθημα της αφής.
Για να μη σκοντάφτει.
Να μην πέφτει.
Αυτή η αναπτυσσόμενη αφή υποφέρει.
Τον βάζει στον πειρασμό
να μετέρχεται τερτίπια.
Για παράδειγμα,
όταν περιμένει να διασχίσει τον δρόμο,
πότε πότε ζητά τη βοήθεια κάποιου περαστικού.
Όχι γιατί φοβάται τη διάβαση,
αλλά για να νιώσει το άγγιγμα ενός σώματος.
Αμέσως όμως τρομοκρατείται.
Το άγγιγμα γεννά προσδοκίες.
Και γι’ αυτόν
είναι αναπότρεπτη η διάψευση.
Είναι μόνος.
Θα πρέπει να αρκείται στο άγγιγμα των αντικειμένων.
Κρατάει σφιχτά τη βακτηρία του,
την προέκταση του δικού του σώματος.
Χαϊδεύει τα λιγοστά του έπιπλα.
Πέφτει ξέπνοος στο κρεβάτι.

Το επόμενο πρωί.
Βγαίνει στον δρόμο.
Άλλη μιά μέρα ανάμεσα στον θόρυβο των οχημάτων,
ανάμεσα στον θόρυβο του κόσμου.
Ανάμεσα σε κείνον και σε κείνον.

*“Οι Περιπέτειες ενός τυφλού”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Artwork: Maggie Taylor

Femmes (Γυναίκες)

Οι γυάλινες γυναίκες
έχουν άμμο στον κόρφο
που σε κλεψύδρες δεν χωρά
και οι υδάτινες περνούν χωρίς κλάμα
και ιδρώτα
φλερτάρουν με σκορπιούς
την ώρα που αυτοί κρύβονται…
οι αέριες έχουν χρώμα χαλκού
στα μάτια
δεν παντρεύονται σιδηρουργούς
οι αργίλινες αγαπούν πολύ τα παιδιά τους
κι είναι φθαρτές
οι αέρινες αγαπούν την αλήθεια
ο αγέρας μ’ αυτιά δεν ακούει
με στέμμα μιλάει χωρίς να φαίνεται
μα οι γυναίκες των λέξεων
είναι γυναίκες έλξεων
κι είναι τόσο εύκολη λεία
να βρεις τι έλκει κι απωθεί
τι απωθεί που έλκει
και ποιος μαγνήτης παίρνει
φέρνει θεραπεία
και δύσκολο να βρεις
στη λεία
τη γυναίκα των λέξεων
των πνευματικών ορέξεων

να είσαι το συστατικό του μέρους
παρά μέρος του συστατικού
της έλξης των λέξεων,
άκρατος οίνος

***

Αυτοί που λένε τη λέξη εξορία

…είναι πράξη που έκαναν άλλοι δική τους
δεν είναι απόλυτα δική μας
κύπελλα με νερό
μας άφησαν
πεθαίνουμε σαν τ’ αβάφτιστα
αστεφάνωτα πουλιά
χωρίς καμιά κακία
κοντά σε μια ακακία
την ίδια ώρα
που στο πάγο
οι γλύπτες φτιάχνουν αγάλματα
στις σελίδες του βιβλίου
που σου χάρισα
περνούν καταρράκτες
γαλανοί
και λιθοβολούν το κενό
των σημείων

Σαμψών Ρακάς, από τη συλλογή «Ούτις»

ονομάζομαι Σαμψών Ρακάς
έτσι με λένε από τότε
που η άγαρμπη σκιά μου
έχυσε το βάζο στο τραπέζι

νερό που ’χε ξινίσει σαν οξύ
ρίχτηκε πάνω στο γραφτό μου
κι από τη μοίρα μου αυτοστιγμεί
σβηστήκαν όλα

έχασα το παρελθόν μου
σαν χιλιάρικο
που μου δώσε η μάνα μου
να πεταχτώ στον κρεοπώλη

αμαύρωσα το σόι μου

(συνέβη όντως, μαμά;)

κι αν σου λείπουν αναμνήσεις παιδικές
το παρόν σε κουτουλάει στην κοιλιά
φτύνεις τα πέταλα του τριαντάφυλλου

ένα ένα τα μαζεύει ο φαντάρος
που δεν άντεξε η ηθική του να παραφυλά
την κτηνώδη χίμαιρά μου
είπε ως εδώ και κόλλησε
το όπλο του στην κάτω γνάθο
όταν έκανε σκοπιά εχτές το βράδυ
κάτω από το κρεβάτι μου

άκουσα τον κρότο και τινάχτηκα στον ύπνο μου

ΜΕ ΛΕΝΕ ΣΤΑΜΑΤΗ
ΜΕ ΛΕΝΕ ΣΤΑΜΑΤΗ

φώναξα κλαίγοντας αμέσως
στον παπά που με βούτηξε μέσα

και από τότε
σε όλο μου το σώμα κουβαλώ
το κάψιμο που νιώθουν όταν ντρέπεσαι τα μάγουλα

να γιατί βούτηξα
στην ποίηση να δροσιστώ

κάθομαι και γράφω
όπως ρίχνεσαι στη θάλασσα βραχοντυμένος
να κάνεις άγκυρα το σώμα σου
μπας και ξαποστάσει η ψυχή στην επιφάνεια

θαλασσώπασε, καπετάνιε
κι άκου το ρουπαπαί

είναι το τραγούδι των ναυτών
που «βούτηξαν να γίνουνε δελφίνια»

(ο άνθρωπος
υποδύεται πια τον άνθρωπο)

ερωτώ:
σου ’χει τύχει να βουτάς στο βυθό
και να αισθάνεσαι πως μετακομίζεις;

τα σωστά βιβλία
πρέπει να έχουνε σελιδοδείκτη
χοντρό σκοινί να σε βαστάει
απ’ το φωτιστικό

οι τρελοί
γεννιούνται απ’ τις πέτρες
που πετάχτηκαν ένα απόγευμα αφηρημένα
από μια παρέα παιδιών
καθώς αυτά συζήταγαν με πάθος
να φτιάξουνε μια συμμορία
και έτσι δεν κατάφεραν να κάνουν γκελ στη θάλασσα

δεν γκελάρουν όλοι οι άνθρωποι
να προσέχετε τις πέτρες που πετάτε

τα πάθη του αιώνα θαλασσμένα κι ο ίλιγγος
έξω από τα σύνορα του γονάτου

*«Ούτις», εκδόσεις Υποκείμενο, Δεκέμβρης 2017.

Δημήτρης Γλυφός, Κρυπτόλεξο

Χωρίς ταυτότητα στα δόντια, ζαρώνω τα σεντόνια.
Παλινδρομώ στο στρώμα που τα
ελατήρια τρίζουν ένταση, στηλοθέτες περιορισμού
και κίνησης.
Μακρηγορώ αλήθειες. Υπηρετώ την ευτυχία. Η
αγωνία μου στηρίζεται στον
κύκλο. Τον αθετώ. Παγώνω την τροχιά. Εσύ, ούτε
εφαπτομένη.
Σηκώνομαι.
*
Αφηγούμαι στη συστολή. Ζεσταίνω τους μηρούς.
Στριμώχνομαι.
Το λιμάνι με αγνοεί. Προσμονή.
Οραματίζομαι επιστροφή. Απεργούν τα
πηδάλια και σκοντάφτω σε κάθε κύμα.
Απόσταση.
330 σε ευθεία.
Άνοιξη το δρομολόγιο.
Αργεί.
*
Λες να ξεχάσω το χρώμα της φωνής μου;
Τεστάρω. Βραχνάδα. Ίσα που ακούγεται. Βήχω.
Ξαναμιλώ.
Ζεσταίνω γάλα. Μια κουταλιά μέλι.
Κυκλοφορώ γυμνόις με ην αγωνία του τέλους, το
άγχος της ανάσας και έναν
ίλιγγο να λογχίζει τα στερνά του φόβου.
*
Συνειδητοί αυτόχειρες, κρεμόμαστε από δύο λέξεις.
Αντωνυμία και ρήμα.

*Από τη συλλογή “Παρεστιγμένος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2015.

Λευτέρης Πούλιος, Ερωτική Γεωγραφία

ΑΓΑΠΗ γιγάντια εσωτερική εκκρεμότητα·
μήλο μουσκεμένο από σειρήνες
σε πιάνω ενώ η πραγματικότητα κατρακυλάει
μέσα απ’ τα χέρια μου.
Κυνηγάω το όραμα με τα τραγίσια ποδάρια μου
βλέπω τον κόσμο να χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη
της μηχανοκρατίας.
Ένας αρχαίος ουράνιος τρόμος με καταδιώκει
Αιθεροβατώ λυσσάω εξαίσια
εσύ κολυμπάς σ’ ένα πέλαγο ματιών
κυλάς σαν ένα ποτάμι γεμάτο φεγγάρια.
Πάνω στα σκαλοπάτια τα ψόφια μας χάδια
μέσα στο δρόμο ποδοπατούν το φιλί μας
σε μια αστυνομική κλούβα φυλακισμένο το χαμόγελό σου.

*

ΠΡΟΣΤΑΞΕ τα σκυλιά σου που κάθονται
κάτω απ’ τη βερικοκιά της αυλής
να με ξεσκίσουν, την καρδιά, το σηκώτι μου
κι ό,τι περιστοιχίζει τη σκέψη μου.
Εξ αιτίας της ομορφιάς που έχεις
όπως εγώ τις κοσμικές μου δονήσεις
προσφέρω τ’ όνομά μου στη λήθη.
Αγάπα με, χάιδεψέ με, λιώσε με στο στόμα σου
διώξε από πάνω σου την αόριστη μελαγχολία
να ο καθρέφτης που μέσα του ταξιδεύεις.
Κυρία, αναισθητίστρια, αμαζόνα
άνιμα
ανακουφίστρια των πληγών του πραγματικού
μάγισσα παραδόξων εικόνων του πονηρού.

*
ΘΕΛΩ να σε πλάσω με λέξεις που καίνε και παραληρούν
εδώ στο παλαβόσπιτό μου.
Καθισμένος πάνω σε μια στραβοπόδαρη ακτίνα του φεγγαριού
στο καπάκι ενός κόσμου που βράζει
ακούγοντας γέλια από αόρατες κοιλιές
σκάβω τη μεγάλη κραυγή των ανθρώπων.
Πάνω σου τα λόγια μου άφηνε να συνδέονται.
Υπάρχει ο έρωτας
όπως υπάρχουν στεναγμοί φυλακών
μ’ ένα μάτι τρελό κι αχαλίνωτο π’ αγναντεύει την άβυσσο.
Υπάρχουν σεμνές σιωπές πλάι στο λυγμό
και το ψωμί ξεριζωμένο απ’ το σκληρό χώμα.
Υπάρχει η αγάπη
όπως υπάρχει μέσα στα ανάθεμα της εργατιάς
η εκμεταλλεύτρια τάξη
και το απερίφραστο μπλε του θανάτου.
Υπάρχει ο έρωτας
όπως ο άνθρωπος χτισμένος σ’ ένα θεμέλιο από δάκρυα.

*
Ο ΑΝΕΜΟΣ μαίνεται στις κόκκινες ανθήσεις
Το κορμί σου μέσα σε βελουδένιο τρεμούλιασμα
Τα χείλη του του αιδοίου σου σε σχήμα φασματικού τριαντάφυλλου
Το χέρι μου είναι ένα κι ένα για το στήθος σου
Οι φλόγες του δέρματός σου είναι η Τροία
Ο Αχιλλέας είναι στο άρμα των μαλλιών σου
Πάνω στον κόρφο σου παίζουν οι Μπητλς
κι ο πόθος δεμένο με κρατεί
στην άκρα γη που κόβεται
στ’ αυτί σου που ακούει την πτώση.

*

ΦΙΛΙ στο φιλί διασχίζω την ήπειρό σου
καλπάζω σα ζώο μαστιγωμένο στις πεδιάδες σου
στα ποτάμια και στις πόλεις σου
μέσα απ’ τους δύσβατους δρόμους του αίματος
κυνηγώντας το όπαμα της ηδονής.
Μαζί σου μεθάω και φτύνω
την άγουρη ομορφιά που ΄ναι ο κόσμος.

*
ΤΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΑ φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δε μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον ένα απ’ τον άλλο.

Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
και όστρακα
κι ήρθα σε σένα σα ναυαγός
ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι
στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.

*
ΗΡΘΑΝ τα χέρια μου να μελετήσουν
τον άσπρο χάρτη του κορμιού σου, γυναίκα
με δέρμα λείο και στερεό
κυλώντας σαν ένα τόπι την υλική σιωπή.

*
ΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥΤΟ της σιωπής ίσως να μην τον ερμηνεύεις
καθώς το στόμα σου γλείφει το σώμα μου
βασίλισσα στη χώρα της αθωότητας και της ενοχής.
Σπαθιά φτερουγίζουν γύρω μας και φρουρούν το φιλί μας.
Οι σωλήνες του καλοριφέρ βήχουν μες στο δωμάτιο
και στοιβάζονται στο μπάνιο κύματα του ηλεκτρικού.
Αυτή τη στιγμή βγάζεις διάτες και κηρύττεις τον πόλεμο.
Έξω στο δρόμο αγίους αποκεφαλίζουν
και κρεμάνε πουτάνες.
Ώρες τυφλές, πράξεις και λόγοι, αλήθεια
και ψέμα όλα είναι ένα.
Στις κούνιες μωρά ασφυκτιούν
στις πλατείες στρατοί συνάζονται και σκορπιούνται
κι όλα είναι ένα καθώς τα κορμιά μας
σμίγουν σε μια συνουσία αλλόφρονη.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ κύμα θα χαθεί.
Τώρα που η ψυχή σήκωσε την κεραία της
τίποτα να μην ταράξει την ώρα σου.
Εδώ χαρήκαμε το κορμί σου
και το κορμί μου.
Η δύναμη που μας κρατάει ψηλά
είναι αυτό το κύμα.
Πώς να σου μιλήσω για πράγματα που είναι
αβάφτιστα μέσα μας;
Ας κινηθούμε κι ας ακολουθήσουμε το κύμα
στην επόμενη εύνοιά του.

*Από το “Το αλληγορικό σχολείο” (1978).

Ηλίας Λάγιος, Η Έρημη Γη

[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

Έκτωρ Κακναβάτος, Ασώματος του δέκατου εξιλασμού

Πάλι ξαρχής το πρόβλημα
αίμα ξερό άγριο στάχυ
πέρα δώθε ή φτερούγα σύγκρυο
τό σανίδι άναίσθητο
οι ουσίες πάλι
καί πάλι.

Κατέβαινε ώς τα περίχωρα
ώς τα πρώτα σπίτια μέ τ’ αγρίμια
έμπαινε
έκοβε τα ειδώλια στο εικονοστάσι έφευγε.

Για τής άστροφεγγιάς
του υπερτέλειου θηλαστικού την ανασύνθεση
άρκοϋσε λέει έκεϊνο τ’ άπολίθωμα στα προσχωσιγενή
οί δυό λέξεις σου: είμαι μόνος.
Πότε μίλησες;
ποιόν αίώνα είπες; τί είπες;
Στό ράφι άφωνα τα πήλινα

Τί τή θέλεις τήν έξήγηση;
άσ’ το πιο καλά στο έτσι στο άσχετο
σαν πού πήρε, στην άρχή σκυρόδεμα,
να χτίζεται το πρόσωπό σου,
ύστερα σηκωμός
καί τώρα πάει ανέμη.

Να προβλέψεις λέει τα τριξίματα
τό βάρος λέει μιας σκιάς
πού ήταν να πέσει πάνω σου απο τη
μια στιγμή στην άλλη
καί πού τότες θά ’μενε στη μέση
άτέλειωτο
καί πού άπ’ ολους πρώτα θά φεύγανε
τά τρωκτικά άπ’ τό φεγγάρι
σάν πού κάνουν πάντα στά ναυάγια
ύστερα κάτω άπ’ τήν πόρτα μας τό φάκελο
ό πλειστηριασμός πού ορίστηκε
γιά τις δεκάξι…

Άσώματος τού δέκατου εξιλασμού
στον πάτο πιθαριού
άναπαμένος μες στο λάδι
τί τή θέλει τήν έξήγηση
ό Όπούντιος;

(1973)

*Από τη συλλογή “Διήγηση” (1974).

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

VI

Βλάσφημες λέξεις

Ο Θεός είν’ ένας άγνωστος
γέρο καουμπόης
μέσα σε μπαρ.
Την ώρα που πίνεις το ποτό σου
εμφανίζεται από το πουθενά
σε ρωτά με τ’ όνομά σου
πώς τα περνάς
σαν παλιός καλός γνώριμος
κατεβάζοντας ένα μπουκάλι Sarsaparilla.
Κι έτσι όπως ήρθε γίνεται καπνός
αφήνοντάς σε σύξυλο ν’ αναρωτιέσαι
μήπως το φαντάστηκες όλο αυτό
με τον καουμπόη και με τον Θεό.

***

VIII

Του παππού

Το σύρμα γύρω απ’ το χαρτόνι,
το ξύλινο μέτρο με το σφυρί.
Καρφάκια ριγμένα στο κουτί τους
περιμένουν όπως τ’ άφησες,
κάτι να μαστορέψεις…

Γιατί οι τοίχοι ξεφλούδισαν
και ξηλώθηκαν τα λούκια.
Η αποθήκη γκρέμισε,
δε τη στηρίζουν παρά κλαδιά—
παίρνει επιδιόρθωση τούτη η ερημιά;

***

Φάσμα

Εκείνο το μικρό βιβλιαράκι
του Καρυωτάκη
φυλλομετρούσες το σύθαμπο.
Πάνω στον τοίχο σου
άλλαζαν τα χρώματα
απ’ το θερμό ως το ψυχρό·
έπειτα δίχως όραση —
μαύρο πάνω στο μαύρο.
Ήθελες να μιλήσεις σ’ έναν άγιο
και το σκοτάδι σού φερε το Λάγιο.
Τώρα
τηλεπαθητικά μεταμορφώνεις
το θάνατό σου σε θάνατο.

*Από τη συλλογή “Οι ψυχές αυτές μένουν απούλητες”, Θεσσαλονίκη, 2020.

Λάζαρος Γεωργιάδης, Δύο ποιήματα

ΑΛΦΑ ΚΥΚΛΩΜΕΝΟ

Οι πέτρες και τα παραμύθια είναι ok.
Τα μπουκάλια και η νεραϊδόσκονη είναι ok.
Οι καταλήψεις και η σκουριά είναι ok.
Οι πορείες και η μούχλα είναι ok.
Οι πέτρες τα μπουκάλια οι καταλήψεις οι πορείες
είναι όλα ok.
Μόνο η φαντασία μόνο η φαντασία Πέθανε

κι επειδή θέλω να ξέρω πάντα το πώς
και το γιατί

αν έπρεπε δηλαδή να ανοιχτούμε η να κλειστούμε
περισσότερο
θα σας περιμένω όλους εκεί
που όλα
θα έχουν πια περάσει

στη μούχλα στη σκουριά στη νεραίδοσκονη στα παραμύθια
στη ζωή που δεν πέθανε

αλλά ευτυχώς
μας ξεπέρασε.

***

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Μια νύχτα το πλήθος έγειρε
πολύ
έγειρα κι εγώ

λιγάκι

κράτησα το φθινόπωρο στα χέρια μου
το έσφιξα κάπως
με ρώτησε -γιατί;
το έσφιξα περισσότερο
-γιατί έχεις τόσο παγώσει τελευταία;
κι άλλο το έσφιξα κι άλλο κι άλλο ώσπου
σταμάτησε να με ρωτά
τότε το φθινόπωρο έπεσε στο χώμα
πήρε ένα ξεριζωμένο κρύο αγκαλιά
κρεμάστηκε χαρούμενο
κρεμάστηκε κάτασπρο
ομόρφυνε το σκοτάδι
το σκοτάδι του ελέους έγινε δικό του

τώρα ξέρεις είπα
αυτή είναι η αρχή

για κάθε
τέλος.

*Από τη συλλογή “Τέλος”, εκδόσεις Στοχαστής, 2018.