Νίκος Καρούζος, Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος – Και ένα Χρονολόγιο

Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είν’ ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επιδέσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

***

Νίκος Καρούζος – Χρονολόγιο 1926-1990

Της Ελισάβετ Λαλοδάκη – περιοδικό «Διαβάζω» Γενάρης 2003

1926 (17 Ιουλίου) Ο Νίκος Καρούζος γεννιέται στο Ναύπλιο από την Κωνσταντίνο το γένος Πιτσάκη και τον Δημήτρη Καρούζο, Ο ίδιος θα πει για τα παιδικά του χρόνια: «Εγώ πέρασα όμορφα παιδικά χρόνιο, Διαβάζοντας. Ο πατέρας μου ήτανε δάσκαλος, καθώς κι ο παππούς μου απ’ τη μεριά της μητέρας μου, ιερέας και δάσκαλος (είχε γίνει κι αρχιμανδρίτης, ως χήρος που ήτανε Ι…)). Αυτοί οι δύο άνθρωποι με μάθανε απ’ τα τέσσερα κιόλας χρόνια μου γράμματα. Όταν πήγα στα έξι μου χρόνια στο δημοτικό ήξερα ή-δη και τα μαθήματα της τρίτης τάξης».
1940-1941 Έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται η σχέση του με την ποίηση και να γράφει τα πρώτα του ποιήματα: «Διάβαζα πολύ ποίηση από μικρός. Από δέκα ετών. Δεκατεσσάρων ετών, θυμάμαι, είχα αρχίσει να γράφω ένα μυθιστόρημα, που αργότερο το παράτησα, γιατί διαπίστωσα ότι το έγραφα σε δεκαπεντασύλλαβους. Είχα γράψει πάρα πολλές σελίδες και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως δεν ήταν πεζός λόγος. Αν δεν κάνω λάθος πρέπει να ήταν το ‘40 με ‘41. θυμάμαι και τον τίτλο: «Η γερμανική σκιά». [..) Είχε βέβαια σχέση με τον πόλεμο και τη γερμανική επίθεση, θα είχα γράψει πάνω από εκατό σελίδες, με υπόθεση, πλοκή …όταν όπως σας είπα κατάλαβα ότι ολόκληρο ήταν μια σειρά δεκαπεντασύλλαβων. Ε, και το ‘σκισα!», «Την ίδια χρονιά επιδόθηκα σε μεταφράσεις από Ουγκώ και Μπωντλαίρ ασκήσεις περισσότερο στα ιδιαίτερα μαθήματα που έκανα στα γαλλικά».
1944 Ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ναύπλιο. «Το γυμνάσιο το τέλειωσα με βαθμό δεκαεννέα και κάποια όγδοα (δεν τα θυμάμαι τώρα πόσα…). Ο παππούς μου είχε μια σχετικά μεγάλη αξιόλογη βιβλιοθήκη με περίπου πεντακόσιους τόμους, κυρίως θεολογική και αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Αυτή τη βιβλιοθήκη την είχα διαβάσει ολάκερη περατώνοντας τις γυμνασιακές μου σπουδές. Από τότε που μπήκα στο γυμνάσιο διάβαζα με τη βοήθεια του παππού μου Ιωάννη Χρυσόστομο, μεγάλο Βασίλειο κι άλλους Πατέρες (τα απαντά τους) και επιπλέον Πλάτωνα και Αριστοτέλη περισσότερο απ’ τους αρχαίους». Στο μεταξύ έχει αρχίσει η δράση του ως μέλος της ΕΠΟΝ (τμήμα διαφώτισης) Ναυπλίου. Στη διάρκεια της κατοχής χάνει αρκε-τούς φίλους του. Την εποχή αυτή (1944-1945) χρονολογείται η πρώτη του δημοσίευση: «Είχα στείλει ένα ποίημα στη «Νέα Γενιά», το περιοδικό του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ, το οποίο είχε επιλεγεί μεταξύ των καλύτερων ποιημάτων που είχαν στείλει τότε οι ΕΠΟΝίτες». Μεσολαβεί η απελευθέρωση της χώρας κι έτσι δεν δίνει εξετάσεις την ίδια χρονιά για το Πανεπιστήμιο.
1945 (τέλη) Έρχεται στην Αθήνα για να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις. Εγγράφεται στη Νομική Σχολή. Την εποχή εκείνη έρχεται σε επαφή με το ρεμπέτικο τραγούδι. «Το λαϊκό τραγούδι μας είχε συνεπάρει και μαλάκωνε την απελπισία μας από πολιτική άποψη. Η αποτυχία του λαϊκού κινήματος μας πήγαινε στους σπαραχτικού τόνους του ρεμπέτικου».
1946 (Ιούνιος) Η αντιστασιακή δράση του ίδιου και τα φρονήματα του πατέρα του τον φέρνουν στο κέντρο της εμφυλιοπολεμικής διαμάχης στο Ναύπλιο: «Το 1946 ήτανε να με καθαρίσουν οι Χίτες αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή ένας δεξιός φίλος του πατέρα μου τον ειδοποίησε επειγόντως και έφυγα και έτσι ζω από το 1946. Γιατί όπως μου είπαν κατόπιν οι γονείς μου, γύρω στις 12 τη νύχτα της ημέρας εκείνης που ήτανε να με καθαρίσουν, πήγαν στο σπίτι μου, χτύπησαν την πόρτα, με αναζήτησαν, έψαξαν όλο το σπίτι, δε με βρήκαν και έτσι γλίτωσα. Δεν είναι θανάσιμο τ’ Ανάπλι;»
1947 (Μάρτης) Εξορίζεται για πρώτη φορά στην Ικαρία. «Ένα μεγάλο μέρος της μόρφωσής μου το οφείλω στη βιβλιοθήκη των εξορίστων, όταν ήμουνα το ’47 στην Ικαρία. Έκανα πέντε μήνες εκεί. Είχαμε κοινόβιο, που διέθετε μεγάλη βιβλιοθήκη, από βιβλία που πρόσφεραν οι ίδιοι οι εξόριστοι στην κοινότητα. Πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη. Εγώ ξημεροβραδιαζόμουν εκεί μέσα και επί πέντε μήνες διάβαζα σε οχτάωρη βάση κάθε μέρα. Ήμουνα τότε 21 χρονών.»
1945-1949 Τα φοιτητικά του χρόνια περνάνε μέσα ατή μελέτη. «Τα ομηρικό έπη και τους τραγικούς εμελέτησα συνολικά στο πρωτότυπο σαν φοιτητής και «τρόφιμος» της Εθνικής Βιβλιοθήκης, μ’ ένα τείχος μπροστά μου λεξικά, μεροκαματιάρης αναγνώστης.»
Ήδη έχει αρχίσει να διαφαίνεται η κλίση του για την ποίηση: «Βεβαίως, έγραφα από έφηβος ποιήματα. Ωστόσο στην Αθήνα το κατάλαβα: δεν ήμουνα πλασμένος για δικηγόρος ή πολιτικός, φιλοδοξίες του πατέρα μου για μένα. Η καρδιά μου καιγότανε στης ομορφιάς τη θράκα».
1949 (Ιούνιος) Δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα με τίτλο «Σίμων ο Κυρηναίος» στο περιοδικό «Ο αιώνας μας».
1949-1953 Ξεκινάει η πνευματική φιλία με τον Φώτη Κόντογλου, η οποία θα διαρκέσει μέχρι το θάνατο του τελευταίου. Στο αρχείο του Ν.Κ. βρέθηκαν τέσσερις επιστολές της περιόδου εκείνης που του είχε στείλει ο Κόντογλου στο Ναύπλιο. Οι αντίστοιχες του Ν.Κ. δεν βρέθηκαν στο αρχείο Κόντογλου,
1951 (Καλοκαίρι) Καλείται να υπηρετήσει στο στρατό. Η θητεία του γίνεται στη Μακρόνησο. Τα νεύρα του κλονίζονται στο κολαστήριο του «εθνικού αναμορφωτηρίου».
1953 Τρίτη εξορία στη Μακρόνησο. Νοσηλεία στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο απ’ όπου παίρνει απαλλαγή απ’ το στράτευμα για λόγους· υγείας εξαιτίας της σωτήριας παρέμβασης ενός ψυχιάτρου, Ποτέ δεν υπέγραψε δήλωση μετανοίας. Μέχρι το τέλος της ζωής του θα παραμείνει οπαδός της «βιολογικής αριστεράς». «Τόσο σαν πολιτική δραστηριότητα, όσο και σαν ιδεολογία, είμαστε παιδιά του ΚΚΕ. Εμείς τουλάχιστον: η γενιά της Αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου». «Εγώ είμαι ένας άνθρωπος του οράματος της αταξικής κοινωνίας. […] και ουτοπία να είναι, εγώ θα έχω αυτό το όραμα, Γιατί δεν έχει άλλη αξία η ύπαρξη. Η αδερφοσύνη: αυτό είναι. Με την έννοια ενός κοινωνικού συστήματος που αποκλείει την εκμετάλλευση. Ανέκαθεν είχα αυτό το όραμα. Το πόσο το εξέφρασα ή πώς, δεν είμαι αρμόδιος να το κρίνω, αλλά και στο δρόμο που περπατώ, την αταξική κοινωνία σκέφτομαι.»
1953 (Δεκέμβρης) Δημοσιεύεται η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο »Η επιστροφή του Χριστού».
1954 (Σεπτέμβρης) «Νέες Δοκιμές».
1955 (Ιούνιος) «Σημείο».
1955 (Οκτώβρης) «Είκοσι Ποιήματα», ποιητική συλλογή τυπωμένη σε 100 αντίτυπα. Το 1956 εκδίδει το πέμπτο φυλλάδιο (ή πλακέτα όπως συνήθιζε να λέει τις εκδόσεις του) με τίτλο «Διάλογοι». «Τα ποιήματα κιόλας που έγραψα και δημοσίεψα σε πλακέτες μέχρι το 1956 περιέχουν εμφανώς βυζαντινά λεκτικά χρώματα και συναφείς δομές ποιητικού λόγου. Κάποιοι μεγαλόσχημοι φανερώθηκαν «βυζαντινίζοντες» περί το 1960.., Κι ακόμη κάτι· τον Ηράκλειτο και γενικότερο τον Προσωκρατισμό, λυπάμαι που τα σημειώνω όλ’ αυτά τα πράγματα ο ίδιος -αλλά τι να γίνει;- είμαι εγώ πάλι που πρωτάγγιξα στη δεκαετία του ‘50 και προώθησα στην επόμενη δεκαετία, και πολύ περισσότερο στη μεθεπόμενη».
Το κλίμα των ποιημάτων της εποχής εκείνης κάνει ορισμένους να μιλούν για θρησκευτικό ποιητή. Ο ίδιος απαντά: «Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 διαλογίστηκα εντατικό στη διάσταση πίστη-απιστία. Τελικώς εξέφυγα κι απ» τα δύο σκέλη του προβλήματος. Μέσα σε κείνη την πνευματική μου φάση, υποβάθμιζα πράγματι την ποίηση, εκκρεμούσε για μένα η υπεροχή της πίστης, η υπόθεση της πίστης ωσάν ανώτατο, Άμα όμως αντιμετώπισα ψυχραιμότερα τις έννοιες πίστη και απιστία, κάνοντας από διάφορες οπτικές γωνίες αναλύσεις, τότενες έφτασα στην κατάσταση που βαπτίζει στο τίποτα και πίστη και απιστία.»
1955 Παντρεύεται τη Μαρία Δαράκη. Ο γάμος θα διαρκέσει μόλις λίγους μήνες. Ο χωρισμός θα τον βυθίσει σε απογοήτευση που επιτείνεται από την παραμονή του στην εχθρική μεταπολεμική Αθήνα. Έχει ήδη εγκαταλείψει το Πανεπιστήμιο (ένα μάθημα πριν πάρει το πτυχίο του) και μαζί με αυτό την ιδέα να γίνει δικηγόρος. Αφοσιώνεται στην ποίηση.
1956 Πεθαίνει ο πατέρας του Δημήτρης Καρούζος.
1955 Αρχίζει να συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, κάτι που συνεχίζει μέχρι το τέλος της ζωής του: Αθηναϊκά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης, Νέα Εστία, Ευθύνη, Σύνορο, Διαγώνιος ήταν μερικό της εποχής εκείνης. Εκτός από ποιήματα δημοσιεύει και κάποια κείμενα. Συχνάζει στο πατάρι του Λουμίδη και σπανιότερα στην Ακαδημία του Σαββάτου, τα φιλολογικό σαββατιάτικα πρωινά που οργάνωνε ο Δημήτρης Δούκαρης.
1961 Δημοσιεύεται η ποιητική συλλογή «Ποιήματα».
«Το πρώτο μου βιβλίο τυπώθηκε το Δεκέμβρη του ‘53 αλλά με χρονολογία 1954, ωστόσο σαν πρώτο βιβλίο θα πρέπει να υπολογίζεται μια επιτομή που κυκλοφόρησε στο 1961. Γιατί όλα τα ποιήματα που έγραψα στη δεκαετία του ‘50, είτε τα δημοσίευσα σε περιοδικά, είτε σε τομίδια, το ξανακοίταξα στα 1960, δεν τα βρήκα όλα καλά κι όσα δεν έχω περιλάβει σ’ αυτή την επιλογή με τον τίτλο «Ποιήματα», τα ‘χω απορρίψει».
1961 Παίρνει το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης.
1962 «Η έλαφος των άστρων». Ένα χρόνο αργότερα θα τιμηθεί γι’ αυτή τη συλλογή με το «Α’ Βραβείο Ποίησης της Ομάδας των Δώδεκα».
1963 Παντρεύεται τη Μαίρη Μεϊμαράκη,
1964 Κυκλοφορεί τον Απρίλιο η ποιητική συλλογή «Υπνόσακκος». Παρόλο που έχει ήδη τιμηθεί με δύο βραβεία, αρχίζει να διαφαίνεται η ανησυχία του για την εντιμότητα και την πνευματικότητα του λογοτεχνικού κόσμου, ανησυχία που αργότερα θα γίνει πηγή πίκρας και παράπονου: «Η νέα ποιητική μου συλλογή «Ο Υπνόσακκος», συγκεντρώνει την προσπάθεια να εκφράσω μ’ έναν τρόπο, μέσα στις δυνατότητες της ατομικής μου ψυχικής γλώσσας, τη σύγχρονη αγωνία, που την καπηλεύονται ασυδότως οι τόσοι και τόσοι «αγωνιώδεις» της σημερινής ποιητικής βιομηχανίας. […) Ο Υπνόσακκος είναι το σώμα, το ατομικό σώμα, καθενός ανθρώπου, αλλά και το «σώμα της πραγματικότητας», τα φαινόμενα, η αιχμαλωσία μας. Μέσα στο σώμα, η ψυχή κοιμάται τον πιο εύκολο ύπνο, έναν ύπνο που αντιμάχεται αδιάκοπα την αφύπνιση, την ανάγκη γι’ απελευθέρωση, που υπάρχει στην πνευματική μας υπόσταση. Αυτός είναι ο συμβολισμός του Υπνόσακκου με λίγα λόγια».
1966 Δίνει την πρώτη και μοναδική του διάλεξη στην Ελληνοαμερικανική Ένωση με τίτλο «Μεταφυσικές Εντυπώσεις απ’ τη Ζωή ως το θέατρο», οργανωμένη από την Εταιρία Χριστιανικού θεάτρου, που κυκλοφορεί τον ίδιο χρόνο σε τομίδιο,
1967 (10 Απριλίου) Πρώτη επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Εκεί τον βρίσκει η κήρυξη της δικτατορίας. Η επίσκεψη διακόπτεται και επιστρέφει εσπευσμένα στην Αθήνα.
1967 (Μάιος) Συλλαμβάνεται και κρατείται στην Ασφάλεια για δηλώσεις του κατά του Παττακού.
1969 «Πενθήματα». Η δεκαετία του ‘60 ήταν γόνιμη και δημιουργική για τον ποιητή και εδραιώνει τη θέση του ως ενός από τους πιο ελπιδοφόρους νέους ποιητές της περιόδου.
1971 «Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες Αντινομίες».
1972 (12 Μαΐου) Δεύτερη επίσκεψη στο Άγιο Όρος.
1974 «Χορταριασμένα Χάσματα».
1974 (3 Μαΐου) Τρίτη επίσκεψη στο Άγιο Όρος.
1974 Επισκέπτεται τη Ρουμανία. Αργότερα θα μεταφέρει τις εντυπώσεις του από την επίσκεψη αυτή; «Στις σοσιαλιστικές χώρες η ποίηση έχει μεγάλη σημασία. Έχει ειπωθεί κατ’ επανάληψη και το βεβαιώνω κι εγώ. Κάποτε, με βάση το πρόγραμμα μορφωτικών ανταλλαγών που υπάρχει, με είχαν καλέσει στη Ρουμανία. Βέβαια η Ρουμανία δεν είναι ένα κράτος απόλυτα υποδειγματικό – δεν ξέρω, δεν είμαι και αρμόδιος να κρίνω.
Εκεί ωστόσο, συνάντησα συγγραφείς, ποιητές, είδα πόσο μεγάλη σημασία έχει η ιδιότητα του λογοτέχνη, του καλλιτέχνη, εν γένει, μέσα στην κοινωνία. Εδώ δεν έχει σημασία. Σου λένε στη χώρα μας, είσαι ποιητής; Και τι δουλειά κάνεις;»
1978 «Απόγονος της Νύχτας», 23 Αυγούστου του ίδιου χρόνου το τέταρτο και τελευταίο ταξίδι στο Άγιο Όρος. Μέχρι το σημείο αυτό έχει ήδη διαμορφωθεί η ποιητική του ταυτότητα. Είναι η εποχή που ξεκινάει η συζήτηση σχετικό με τις γενιές. Ο ίδιος στα 1977 κάνει μια διάκριση και κατατάσσει τον εαυτό του στους υπαρξιακούς ποιητές: «Μετά τον πόλεμο έχουμε τη μεταπολεμική ποίηση, που είναι στις γνήσιες δημιουργικές μονάδες ποίηση άλλων θεματομορφολογικών λύσεων έναντι της μεσοπολεμικής «γενιάς» ή πλειάδας.
Βέβαιο, όμως, και οι δύο αυτές πλειάδες, μεσοπολεμική και μεταπολεμική, συνδέονται με το γενικά νεότροπο στην ποίηση, μα οι διαφορές τους είναι ριζικές, Δεν ξέρω αν θα μετρήσει το μέλλον περισσότερους από δέκα γνήσιους και των δύο πλειάδων, ίσως είπα αισιόδοξο αριθμό… Εν πόση περιπτώσει, είναι δυο ρεύματα στη μεταπολεμική περίοδο, Το ένα ρεύμα είναι υπαρξιακό, στο οποίο εντάσσομαι και εγώ. Το άλλο ρεύμα είναι πολιτικό, το λεγόμενο της ήττας. [,..] Το πρώτο πλάνο είναι ότι μετά την ήττα του λαϊκού κινήματος εγώ είπα «γιατί υπάρχουμε» και άλλοι είπαν «γιατί αποτύχαμε». Εγώ, κι όχι μόνον εγώ, έθεσα υπαρκτικά το ερώτημα, οι πολιτικοί ποιητές το έθεσαν ψυχολογικό και κοινωνικά».
1979 «Δυνατότητες και Χρήση της Ομιλίας». Η συλλογή αυτή είναι ένα όριο που σηματοδοτεί τη στροφή του ποιητή στον ερμητικό λόγο: «Ποίηση είναι να φτάσεις να γίνεις ο σιωπών λέγων, ο λέγων δια της σιωπής, ο σιωπών δια του λόγου, διότι πρέπει να είσαι πάντα στο τίποτε. Το τίποτε εκφράζει η σιγή, σιγή είναι όλα […] Στο βιβλίο μου «Δυνατότητες και Χρήση της Ομιλίας» έχω ένα στίχο που λέει «Θα συνεχίσω την ποίηση μόνο για πλάκα». Αυτό δεν είναι από ασέβεια, είναι φράση μιας μεθοδολογικής aggresivite για να ταραχτούν τα νεύρα των εφησυχαζόντων που νομίζουν ότι η ποίηση είναι σαν το «Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι…» των ρητόρων, ότι είναι δηλαδή μια επίσημη υπόθεση, μια εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση. Είναι σοβαρή, στο βαθμό που επιτρέπει την αστειότητα, και είναι εξαιρετικά σοβαρή η αστειότητα – από άποψη οντολογική».
Δεκαετία του ‘80 Αρχίζουν τα προβλήματα υγείας. Εργάζεται περιστασιακά στο Γ’ Πρόγραμμα της ΕΡΑ (1983-4, 1986), Οι εκπομπές του είναι αφιερωμένες σε ζητήματα λογοτεχνίας. Ο Ν.Κ. δεν έκανε ποτέ άλλη συστηματική δουλειά εκτός από την ποίηση. «Η ποίηση είναι μια ιστορία εσωτερική μια διαλεκτική ένωση της εσωτερικότητας και της κοινωνικής πραγματικότητας και επίσης μια ιστορία βασανιστική, απ’ την άποψη πως ένας πραγματικός ποιητής δεν μπορεί να κάνει τίποτ’ άλλο από ποίηση και σε μια χώρα σαν την Ελλάδα είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσεις οικονομικά απ’ τις συγγραφές. Όλα αυτά συνιστούν τη λεγόμενη θυσία, γιατί εγώ πιστεύω πως ο ποιητής είναι μια θυσία εκ γενετής, δεν την έχει προγραμματίσει, αλλά σίγουρα είναι μια θυσία να αφοσιωθείς στην ποίηση…».
Καταφεύγει όλο και περισσότερο στο ποτό γεγονός που τον κάνει ευάλωτο ως προς τις κοινωνικές του συναναστροφές και επιτείνει το αίσθημα απομόνωσης και περιθωριοποίησης: «Το αλκοόλ … βέβαια διαστέλλει το χρόνο. Αν κάποιος θεός μεθυσμένος έφτιαξε αυτό το φοβερά παράλογο σύμπαν, ε, τότε λοιπόν κι εμείς πρέπει να του απαντήσουμε με τη δική μας μέθη. Το αλκοόλ σου δημιουργεί την αίσθηση ότι είσαι ένα παιδί που παρασταίνει τον καουμπόη, το Ζορό, δεν ξέρω, που παρασταίνει διάφορους ρόλους, σου δημιουργεί την αίσθηση πως είσαι ένα ανυπεράσπιστο παιδί που έχει τη δυνατότητα της μέθης, όπως κι ο θεός,»
1980 Χωρίζει οριστικά με τη Μαίρη Μεϊμοράκη.
1980 «Ο Ζήλος του μη-Σχετικού με Παροράματο». «Μονολεκτισμοί και Ολιγόλεκτα».
1981 Συνδέεται με την Εύα Μπέη. Η σχέση τους θα διαρκέσει, με διαστήματα χωρισμού, μέχρι το θάνατο του ποιητή.
1981 «Φαρέτριον».
1982 «Αναμνηστική Λήθη».
1984 (Φλεβάρης) Πεθαίνει η μητέρα του.
1984 «Αντισεισμικός Τάφος».
1985 Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Σπείρα του συνθετικού ποιήματος «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Απόπειρα» το 1987. «Την εξέγερση της Κρονστάνδης τη φέρνω μέσα μου σαν δικό μου βίωμα.. Το ποίημα το επεξεργάστηκα μερικά χρόνια. [.,.] Είναι ένα ποίημα που το αγαπώ πολύ». Για τη συλλογή αυτή θα βραβευτεί το 1988 με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης. Για το βραβείο αυτό θα πει: «Είναι μια εκδήλωση νομίζω αναγνώρισης ενός πνευματικού έργου από την πολιτεία. Πιστεύω όμως ότι τα Κρατικά Βραβεία θα έπρεπε να δίνονται σε αξιόλογους νέους. Για να ενθαρρύνονται στη δημιουργική τους πορεία. Δηλαδή, η βράβευση των πνευματικών δημιουργών θα έλεγα ότι πρέπει ν’ αντιστοιχεί στο βάπτισμα και να μην είναι επικήδειος. [..] Την είδηση την άκουσα με ευχαρίστηση. Κι αυτό είπα σ’ όλους όσους με ρώτησαν. Με στεναχώρησε πολύ όμως κάτι. Γράφτηκε ότι είπα «το βραβείο μου είναι πέρα για πέρα ανούσιο». Ποτέ στη ζωή μου δεν χρησιμοποίησα την κακόζηλη έκφραση «πέρα για πέρα». Κι είναι λυπηρό να διαβάζεις λόγια που ποτέ δεν είπες».
1986 «Συντήρηση Ανελκυστήρων», «Χρόνος».
1986 (Φλεβάρης-Μάρτης) Νοσηλεύεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία» με προβλήματα καρδιάς. Το ζήτημα της σύνταξης λογοτέχνη β’ κατηγορίας που του απενεμήθη ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων από τους φίλους του έργου του και τον φέρνει στη δημοσιότητα των μεγάλων εφημερίδων. Ο ίδιος λέει: «Ήμουν στην καρδιολογική κλινική της «Σωτηρίας» τον περασμένο Μάρτη για 25 ημέρες. Είχα πλήρη αρρυθμία. Ήρθε μια μέρα ο συγγραφέας κ. Γιάννης Αγγέλου, κρατώντας στο χέρι μια έντυπη αίτηση για σύνταξη λόγω υγείας. Ήρθε από τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Εγώ, επειδή ξέρω τι είναι η Ελλάδα, του είπα: «Τι να υπογράψω κ. Αγγέλου; Αν είναι να μου δοθεί η μικρή σύνταξη δεν την θέλω… Να μη σας βάλω σε μπελάδες και σας…» Ήξερα ότι υπάρχουν δύο συντάξεις, με οικονομική διαφορά μηδαμινή, αλλά επί της ουσίας το θέμα είναι τεράστιο. Τελικά γίνεται αξιολογική διαφοροποίηση με τη λεγόμενη «μεγάλη σύνταξη». Ο κ. Αγγέλου, ευγενικό, μου είπε: «Υπογράψτε, αλλά σημειώστε οπό κάτω ότι το κάνετε με επιφύλαξη». «Είναι κι αυτό μια λύση», του λέω. Υπόγραψα λοιπόν, προσθέτοντας με το χέρι μου πως αν είναι να μου δοθεί η μικρή σύνταξη, δεν δέχομαι. Εν τούτοις μου έδωσαν τη μικρή…»
1988 «Περί ζωγράφων». Πρόκειται για μια έκδοση της γκαλερί Titanium, όπου περιλαμβάνονται κείμενα του Ν.Κ. τα οποία κατά καιρούς είχε γράψει για φίλους του ζωγράφους. Και ο ίδιος ασχολείται με τη ζω-γραφική χωρίς όμως να θεωρεί τον εαυτό του ζωγράφο.
Τα ζωγραφικά έργα που περιλαμβάνονται στον τόμο εκτίθενται στην γκαλερί την άνοιξη του 1988,
1988 (Ιούνιος) Μέρος της έκθεσης αυτής μεταφέρεται στη γενέτειρα του ποιητή. Η δημοτική αρχή του Ναυπλίου τιμά τον ποιητή.
1988 «Ερυθρογράφος».
1989 (Μάρτης) Διαπιστώνεται ότι πάσχει από καρκίνο.
1989 «Λογική Μεγάλου Σχήματος».
1990 (Φεβρουάριος-Μάρτιος) Επίσκεψη στο Λονδίνο και νοσηλεία στο Royal Marsden Hospital. «Η μοναξιά λειτουργεί στον πολιτισμό όσο και στη βαθύτερη προϊστορία· καταστρέφεται στη μέση κατάσταση ζωής, όπου λόγου χάρη ο άρρωστος θέλει στο νοσοκομείο την οικογένεια κοντά του και ει δυνατό τα ζώα του.
Μέσα στη νύχτα του Λονδίνου τα κόκκινα κι άσπρα φώτα στ’ αεροπλάνα με τον εντεινόμενο βόμβο επιβλητική τελετουργία.»
1990 (28 Σεπτεμβρίου) Ο Ν. Κ. πεθαίνει στο νοσοκομείο «Υγεία».
1991 «Ευρέσεις από Κυανό Κοβάλτιο», μεταθανάτια έκδοση των ποιημάτων του των τελευταίων ημερών.

Laurent Gaudé (Λωράν Γκωντέ), Seul le vent / Μόνο ο άνεμος

Seul le vent

Nous sommes là silencieux depuis de longues heures déjà
Sous le ciel du matin réunis en petits groupes tirant sur une cigarette
Ou jouant du bout du pied avec un caillou.
N’attendez pas de nous que nous parlions.
Nos mots n’ont plus de force contre le monde.
Alors nous les gardons pour nous
Et nous écoutons le vent qui fait trembler la toile de la tente
Quand de bâches blanches en longues colonnes monotones
Le vent qui siffle, s’engouffre partout et nous rend fou.
Nous l’écoutons pour nous habituer à sa présence, à son haleine
Car nous savons, nous avons compris dès les premiers jours de novembre
Où il est apparu qu’il serait notre plus grand ennemi.
Seul le vent est chez lui ici
Qui dévale les pentes,
Fait claquer les drapeaux,
Et vous oblige à rentrer le tête dans les épaules.
N’attendez pas de nous des mots, non.
Soit que nous soyons, côte à côte ou que nous restions dans nos tentes,
Nous sommes têtes basses, échines pliées.
Nous restons penchés sur nos souvenirs
Nous les gardons pour nous,
Qui en voudrait ?
Si nous les disions le vent les emmènerait
Et ils s’éparpilleraient sur la colline
Finiraient à terre comme des cerfs-volants d’enfants, déchirés souillés par la boue
Car il pleut maintenant
Et tout se transforme en terrain marron
Qui colle aux chaussures
Seule la boue est chez elle ici
Flaque brillante qui vous attrape les pieds pour faire glisser
Trou profond qui vous avale jusqu’à la cheville
La boue glaiseuse, argileuse, épaisse et collante
Qui fait de nos chaussures lorsqu’elles sèchent
De vestiges compactes comme fossilisés
Seule la pluie est chez elle ici
Elle tape sur les bâches avec minutie
Et cela semble ne jamais devoir cesser.
Elle nous fait rentrer dans nos tentes
Tête basse, dos plié
Que sommes nous devenus ?
Nous étions hommes forts
Paysans aux mains de pierre
Nous étions pères de famille
Au large sourire, prodiguant les conseils
Et veillant à la chaleur sur la tête de nos enfants.
Nous étions hommes au travail
Courageux à la peine
Nous étions combattants parfois
Pour que notre peuple ne soit pas qu’un nom
Qu’on se transmette de père en fils dans le secret des veillées
Mais une terre aussi.
Nous étions groupe de fête
Danse entre frères et amis.
Que sommes nous devenus ?
Lassitudes des jours qui passent sans travail
Lassitude d’un corps qui se fatigue toujours plus
A ne rien faire.
Nos enfants nous regardent
Qu’ils cessent de le faire, par pitié !
Nous ne sommes plus qu’un dos
Une démarche traînante.
Nous, hommes au travail
Large dans la vie
Au regard clair comme le ciel des montagnes
Nous sommes inutiles
Nous portons nos enfants dans nos bras
Nous les tenons fermement
Est-ce qu’il ne reste que cela de nous ?
Des bras pour enlacer la misère?
Nous, vos femmes, vos sœurs
Nous vous voyons dans votre silence
Nous avons dorénavant des larmes dans la bouche
Vie de bidons qu’il faut remplir d’eau, de kérosène.
Vie de pelles pour creuser les rigoles
Et déjouer les ruses de la pluie
Vie de marmailles, les uns sur les autres
Comme des portées de chiots sous la tente.
Et cette chaleur au moins
Qui donne au matin
Une odeur d’étable à la tente
Personne ne nous l’enlèvera
Vie de linges qui pend entre nos tentes
Ou le long du grillage exhibant notre misère
Nous comptons les pantalons et les pulls que nous n’avons plus.
Nous comptons les affaires laissées dans nos maisons
Dans nos tiroirs de nos armoires
Car nous avions des armoires
Il nous vient à pleurer en y repensant
Nous avons dorénavant
Les larmes dans l’esprit
Nous, vos femmes qui ne pouvons sortir du camp
Nous nous levons chaque matin
Et nous nous regardons
Nous voyons nos enfants mal couverts
Ils seront malades parce que l’hiver viendra
Nous savons certains des plus jeunes que le froid emportera
Dans nos bras déjà, un enfant est gris de mort
Nous l’emmitouflons dans une couverture
Qui ne chauffe plus son corps
Nous avons les lèvres au coin des larmes
Et pourtant le ciel est bleu et vaste
Nous avons les larmes qui coulent au fond de l’âme
Nous regardons nos enfants qui regardent les allées désertes du camp
Ils sont là, ne disent rien
Ont le visage sérieux et se demandent en silence
Quel nom ils porteront maintenant
Qu’ils sont le fils de cette terre qui n’appartient qu’au vent.

Μόνο ο άνεμος

Είμαστε εκεί σιωπηλοί εδώ και πολλές ώρες
Κάτω από τον πρωινό ουρανό ξαναμαζεμένοι σε μικρές ομάδες ρουφώντας ένα τσιγάρο
Ή παίζοντας με την άκρη του ποδιού μας με ένα βότσαλο.
Μην περιμένετε από μας να μιλήσουμε.
Τα λόγια μας δεν έχουν πλέον δύναμη ενάντια στον κόσμο.
Έτσι, τα κρατάμε για τον εαυτό μας
Και ακούμε τον άνεμο που τινάζει τον πανί της σκηνής
Ή τους λευκούς μουσαμάδες σε μακριές μονότονες σειρές
Ο άνεμος που σφυρίζει, στροβιλίζεται παντού και μας τρελαίνει.
Τον ακούμε για να συνηθίζουμε την παρουσία του, την αναπνοή του
Επειδή ξέρουμε, το καταλάβαμε από τις πρώτες μέρες του Νοέμβρη
Όταν εμφανίστηκε, ότι θα αποδεικνυόταν ο μεγαλύτερος εχθρός μας.
Μόνο ο άνεμος είναι στο σπίτι του εδώ
Που κατρακυλάει στις πλαγιές,
Πλαταγίζει τις σημαίες,
Και μας αναγκάζει να χώνουμε το κεφάλι στους ώμους.
Μην περιμένετε λόγια από εμάς, όχι.
Όπως κι αν είμαστε, δίπλα-δίπλα, ή αν μένουμε μέσα στις σκηνές μας,
Είμαστε σκυμμένα κεφάλια, ράχες κυρτωμένες.
Μένουμε στραμμένοι στις αναμνήσεις μας
Τις κρατάμε για τον εαυτό μας,
Ποιος θα το ήθελε;
Αν τις διηγούμασταν, ο άνεμος θα τις έπαιρνε μαζί του
Και θα διασκορπίζονταν πάνω στο λόφο
Θα κατέληγαν στο έδαφος σαν παιδικοί χαρταετοί, σκισμένοι και λερωμένοι από τη λάσπη
Επειδή βρέχει τώρα
Και όλα μετατρέπονται σε καστανόχρωμο έδαφος
Που κολλάει στα παπούτσια
Μόνο η λάσπη είναι στο σπίτι της εδώ
Λαμπερή λακκούβα που σου αρπάζει τα πόδια για να σε κάνει να γλιστρήσεις
Βαθιά τρύπα που σε καταπίνει μέχρι τον αστράγαλο
Λάσπη από πηλό, από άργιλο, πηχτή και κολλώδης
Που μεταμορφώνει τα παπούτσια μας, όταν στεγνώνουν
Συμπαγή υπολείμματα σαν απολιθωμένα
Μόνο η βροχή είναι στο σπίτι εδώ
Χτυπά το μουσαμά με σχολαστικότητα
Και αυτό μοιάζει σαν να μην πρέπει να σταματήσει.
Μας κάνει να επιστρέφουμε στις σκηνές μας
Κεφάλι κατεβασμένο, πλάτη καμπουριασμένη
Τί έχουμε γίνει;
Ήμασταν δυνατοί άντρες
Αγρότες με πέτρινα χέρια
Ήμασταν πατέρες οικογενειών
Με πλατύ χαμόγελο, δίνοντας συμβουλές
Και εξασφαλίζοντας τη ζεστασιά στα κεφάλια των παιδιών μας.
Ήμασταν άντρες στη δουλειά
Θαρραλέοι στον πόνο
Μερικές φορές ήμασταν μαχητές
Για να μην απομείνει μονάχα ένα όνομα ο λαός μας
Για να κληροδοτούμε από πατέρα σε γιο στην τελετή των απόδειπνων
Αλλά και μια γη.
Ήμασταν ομάδα σε γιορτή
Χορός μεταξύ αδελφών και φίλων.
Τι έχουμε γίνει;
Αποκάμωμα των ημερών, που περνούν χωρίς εργασία
Κούραση ενός κορμιού, που κουράζεται όλο και περισσότερο
Μη κάνοντας τίποτα.
Τα παιδιά μας μάς παρακολουθούν
Ας σταματήσουν να το κάνουν, από έλεος!
Δεν είμαστε, παρά μια ράχη
Ένα αργόσυρτο βάδισμα.
Εμείς, άντρες στη δουλειά
Την σκληρή στη ζωή
Με καθαρό βλέμμα σαν τον ουρανό των βουνών
Είμαστε άχρηστοι
Φέρνουμε τα παιδιά μας στην αγκαλιά μας
Τα κρατάμε σφιχτά
Μήπως δεν μας απόμεινε παρά μόνο αυτό;
Βραχίονες για να αγκαλιάζουν τη δυστυχία;
Εμείς, οι γυναίκες σας, οι αδελφές σας
Σας βλέπουμε στη σιωπή σας
Από δω και πέρα έχουμε δάκρυα στο στόμα μας
Ζωή μπετονιών, που πρέπει να γεμίζουν με νερό, κηροζίνη.
Ζωή φτυαριών για άνοιγμα καναλιών
Να αποτρέψουμε τα καμώματα της βροχής
Ζωή απόπαιδων, ο ένας πάνω στον άλλο
Σαν γέννες κουταβιών μέσα στη σκηνή.
Κι αυτή η ελάχιστη ζέστη
Που δίνει το πρωί
Μια οσμή σταύλου στη σκηνή
Κανείς δεν θα το πάρει μακριά από εμάς
Ζωή των ρούχων που κρέμονται ανάμεσα στις σκηνές μας
Ή κατά μήκος του φράχτη που δείχνει τη δυστυχία μας
Μετράμε τα παντελόνια και τα πουλόβερ, που δεν έχουμε πλέον.
Μετράμε τα υπάρχοντα που αφήσαμε στα σπίτια μας
Στα συρτάρια μας, στις ντουλάπες μας
Γιατί είχαμε ντουλάπες
Μας έρχεται κλάμα όταν τα σκεφτόμαστε
Τώρα πια έχουμε
Δάκρυα στο νου
Εμείς, οι γυναίκες σας, που δεν μπορούμε να βγούμε από το στρατόπεδο
Εμείς, Σηκωνόμαστε κάθε πρωί
Και κοιτάζουμε η μία την άλλη
Βλέπουμε τα παιδιά μας κακοσκεπασμένα
Θα αρρωστήσουν, γιατί θα έρθει ο χειμώνας
Ξέρουμε ότι μερικά από τα πιο νέα θα τα πάρει το κρύο
Στην αγκαλιά μας ήδη, ένα παιδί είναι γκρίζο του θάνατου
Τον τυλίγουμε σε μια κουβέρτα
Που δεν ζεσταίνει πια το σώμα του
Έχουμε τα χείλη μας στη γωνιά των δακρύων
Και όμως ο ουρανός είναι μπλε και απέραντος
Έχουμε δάκρυα που ρέουν βαθιά στην ψυχή μας
Παρακολουθούμε τα παιδιά μας που κοιτάζουν τα έρημα σοκάκια του καταυλισμού
Είναι εκεί, δεν λένε τίποτα
Έχουν σοβαρά πρόσωπα και αναρωτιούνται σιωπηλά
Τι όνομα θα έχουν τώρα
Ότι είναι ο γιοί αυτής της γης που ανήκει μόνο στον άνεμο.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

**Ο Laurent Gaudé είναι Γάλλος συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Παρίσι στις 6 Ιούλη 1972. Σπούδασε Θέατρο και έχει γράψει πολλές δραματουργίες καθώς και ποιήματα και νουβέλες. Περισσότερες πληροφορίες για τον ίδιο και το έργο του θα βρει κανείς στην ιστοσελίδα του στο http://www.laurent-gaude.com
Στο ποίημα αυτό αναφέρεται στον καταυλισμό προσφύγων στο Kawergosκ, που βρίσκεται στα σύνορα της Συρίας με το Ιράκ, 30 χιλιόμετρα μακριά από την Ερμπίλ και στεγάζει 10.000 περίπου ανθρώπους, μια άλλη Μόρια. Περισσότερα εδώ: https://www.arte.tv/sites/story/reportage/irak-kawergosk-refugies-les-reporters-du-camp/?fbclid=IwAR3bpWb4sp7YDMtWOAv4wtKXlB9Thg9V36intJbQy3Wm4ksKr4zE3wTr3Ms και εδώ: https://www.bfmtv.com/diaporama/voix-d-exil-les-enfants-photographes-du-camp-de-refugies-de-kawergosk-2565/un-camp-de-10-000-refugies-1/?fbclid=IwAR2FWflF1kNKK5R6Vf4l6umri1oIIvTHJBUcx9xlW4tBmgxGojaT29WEdbc

Octavio Paz, Οι μόχθοι του ποιητή

Φώτο: Bill Moyers

VII

Γράφω πάνω στο λυκόφωτο τραπέζι στηρίζοντας βαριά τή γραφίδα πάνω στο στήθος του, σχεδόν ζωντανό, πού κλαίει μέ λυγμούς και θυμάται τό δάσος πού γεννήθηκε. Τό μαύρο μελάνι άνοίγει τα πλατιά φτερά του. Ή λάμπα έκρήγνυται και σκεπάζει τά λόγια μου ένας μανδύας άπό κρύσταλλα θρυμματισμένα. Ένα κοφτερό κομμάτι φως μοΰ κόβει τό δεξί μου χέρι. Έξακολουθώ νά γράφω μέ τούτο τό σκίσιμο πού άναβλύζει σκιές. ‘Η νύχτα μπαίνει στο δωμάτιο, ό άπέναντι τοίχος προτείνει τό πέτρινο ρύγχος του, πελώρια άέρινα τύμπανα μπαίνουν άνάμεσα στο χαρτί καί στη γραφίδα. Καί μιά άπλή μονοσύλλαβη λέξη θ’ άρκούσε ν’ άνατινάξει τον κόσμο! ’Αλλά τούτη τή νύχτα δεν ύπάρχει χώρος ούτε γιά μιά λέξη παραπάνω.

XIV

Δύσκολα προχωρώντας χιλιοστό χιλιοστό κάθε χρόνο, φτιάχνω ένα δρόμο μέσα άπ’ τό βράχο. ’Εδώ και χιλιάδες χρονιά τα δόντια μου τρώγονται και τα νύχια μου σπάνε για να φτάσω πέρα, στην άλλη πλευρά, στο φως, στον ελεύθερο αέρα. Και τώρα που τα χέρια μου αίμορραγοΰν καί τα δόντια μου τρέμουν ετοιμόρροπα, σ’ ένα κοίλωμα, φαγωμένο άπ’ τή δίψα καί τη σκόνη, σταματώ καί άτενίζω τό έργο μου: Πέρασα τό δεύτερο μισό τής ζωής μου σπάζοντας τις πέτρες, τρυπώντας τα τείχη, γκρεμίζοντας τις πύλες καί παραμερίζοντας τα εμπόδια πού έβαλα άνάμεσα στο φως και σε μένα στη διάρκεια του πρώτου μέρους τής ζωής μου.

*Από το βιβλίο “Οκτάβο Πας Ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβρης 1986. Μετάφραση: Μάγια-Μαρία Ρούσσου.

Πουπερμίνα, Don Quixot in Netherlands

Για το έργο του Theo Jansen, Strandbeest Evolution

επείγει να σου μιλήσω

για δέκα αλήθειες μου

μα δεν τις εμπιστεύομαι

καθόλου

διαλέγω να σου πω λοιπόν

για κείνο τ’ όνειρο στη θάλασσα

τους σιαμαίους

καλαμένιους ραβδοσκόπους

πως σε σχηματισμό βαδίζανε

σπρωγμένοι μόνο από τον άνεμο

ωχροί, καμαρωτοί, καταραμένοι

τα άλογά τους σ’ ένα σώμα με τον ανεμόμυλο

σε μουδιασμένο τροχασμό κόντρα στον ήλιο

αλλοπαρμένα αναμεσίς σε γη και θάλασσα
από τα ασήμια του καιρού μαγνητισμένα
—σε ιβηρική άραγε ακτή συνέβησαν αυτά;

μήπως στις κάτω βόρειες θάλασσες

μακριά απ’ στη Μάντσα;—

άηχη μουσική ακούγονταν να δίνει το ρυθμό

για τα ρηχά, στιγμιαία τους άλματα αιώρησης

σε επίκληση ανύψωσης βουβού μαέστρου

κι ήταν απ’ το ίδιο γένος τα γιγάντια έντομα

με τις ουρές αδελφοποιητά

που νεύαν όρκους

συστρατευμένα με ερπυστριοφόρους

σαραντάποδους γενναίους σκώληκες

—με απρόθυμα, αντίθετα, αγήματα ελεφάντων—

και δράκους με πτερύγια γάζας

που κυμάτιζαν στη ράχη τους

σε ακτινωτά μπηγμένες μπαντερίγιας ∙

τα αλλόκοτα όντα με κεραίες και ουρές

και νήμα εφέλκυσης,

πλασμένα από μια παιδική ανάμνηση

ιπτάμενου Ολλανδού σαμάνου

(τότες που απορούσε πως κουβάριαζε το άχερο

ο άνεμος σε πατρικό χωράφι)

τα είδα, φερμένα να αυλιστούν

στο χείλος της στεριάς καθώς σουρούπωνε,

πως από πνοή αιφνίδιου ανέμου ζωντανέψαν

πάνω σε άμμο πλούσια νοτισμένη και

για χτίσιμο κατάλληλη

πύργων εφήμερων

όπως εφήμερη κείνων των ίδιων

—και όλων—

των πλασμάτων

η αίολη προσπάθεια

ν’ αποδράσουν

αυτά

ή να σιωπώ

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog/2020/01/%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b1/
**Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της Πουπερμίνα.

Fernando Pessoa, Παραίτηση

Πάρε με αιώνια νύχτα, στα χέρια σου
Και πες με γιο σου.

Εγώ είμαι βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο των κόπων και των ονείρων.

Το σπαθί μου, βαρύ για χέρια άτονα
Σε χέρια ήρεμα παρέδωσα κι αντρίκεια
Και την κορόνα και την εξουσία μου τα άφησα
Κομμάτια στον προθάλαμο.

Την πανοπλία μου, την τόσο άχρηστη,
Και τα σπιρούνια μου με τον ασήμαντο κουδουνισμό,
Στην κρύα σκάλα πέταξα.

Εγκατέλειψα το βασιλικό αξίωμα, ψυχή τε και σώματι.
Και γύρισα στην αρχαία, γαλήνια νύχτα
Όπως το τοπίο για να πεθάνει το ξημέρωμα.

Nicanor Parra, Είναι λησμονιά

Ορκίζομαι, ούτε θυμάμαι τ’ όνομά της,
Κι ίσαμε να πεθάνω θα τη λέω Μαρία,
Όχι από απλό ποιητικό καπρίτσιο,
Αλλά απ’ την όψη της που θύμιζε πλατεία
Επαρχιακή. Τι χρόνια εκείνα! Εγώ ένα σκιάχτρο,
Εκείνη νέα ωχρή και συνοφρυωμένη.
Γυρίζοντας μια μέρα από το λύκειο
Έμαθα για τον άδικο χαμό της,
Νέο που μ’ έκαμε να νιώσω
Μια τέτοια πίκρα που έχυσα ένα δάκρυ
Σαν το άκουσα. Ναι, ποιος θα το πίστευε!
Κι αυτό γιατί αισθανόμουνα ζωντάνια.
Αν πρέπει να πιστέψω αυτό που μου είπαν
Εκείνοι που μου δώσαν το μαντάτο,
Πρέπει να πω, χωρίς αμφιταλάντευση,
Πως πέθανε λέγοντας τ’ όνομά μου,
Κάτι που μου κάνει έκπληξη, γιατί
Δεν ήταν τίποτε άλλο από μια φίλη.
Μαζί της δεν είχα άλλου είδους σχέσεις
Απ’ τις απλές της αυστηρής ευγένειας,
Τίποτε άλλο από λόγια και παρλάτες
Και κάτι αναφορές σε χελιδόνια.
Τη γνώρισα στο χωριό μου (που από δαύτο
Δε μένει τίποτε άλλο από ερείπια),
Αλλά άλλο ριζικό σ’ αυτή δεν είδα:
Από αυτό της σκεφτικής και της θλιμμένης
Νέας. Κι ήταν τόσο έτσι που της έδωσα
Το ουράνιο όνομα Μαρία,
Κάτι που αποδείχνει με σαφήνεια
Την κεντρική ακρίβεια του πιστεύω μου.
Ίσως κάποια φορά τη φίλησα,
Ποιος δε φιλάει τις φίλτατές του φίλες!
Αλλά λάβετε υπ’ όψη σας πως το ’καμα
Χωρίς καν να το καταλάβω, κι ούτε
θα το αρνηθώ, αυτό ναι, πως μου άρεσε
Η αόριστη και άϋλη συντροφιά της
Που έμοιαζε με το γαλήνιο πνεύμα
Που ζωογονεί τα σπιτικά λουλούδια.
Κατ’ ουδένα μπορώ να κρύψω τρόπο
Τη σημασία που είχε το χαμόγελο της
Ούτε να υποτιμήσω την επίδραση
Που είχε ακόμα και στις πέτρες.
Ας προσθέσουμε, ακόμα, πως της νύχτας
Ήταν τα μάτια της αξιόπιστη πηγή.
Όμως, παρ’ όλα αυτά είναι αναγκαίο
Να καταλάβετε πως δεν την αγαπούσα
Παρά μ’ αυτό το αόριστο συναίσθημα
Που νιώθουμε γι’ άρρωστο συγγενή μας.
Ωστόσο, μου συμβαίνει κάτι, ωστόσο,
Που μου κάνει εντύπωση ακόμα, εκείνο
Το περίεργο κι ανήκουστο: εκείνη
Να πεθαίνει λέγοντας τ’ όνομά μου,
Εκείνη, πολλαπλό άσπιλο τριαντάφυλλο,
Εκείνη, μια γνήσια λάμπα φωτός.
Έχουν πολύ δίκιο οι άνθρωποι,
Που μέρα-νύχτα διαμαρτύρονται
Πως δεν αξίζει αυτός ο ψεύτης κόσμος
Ούτε μια κάλπικη δεκάρα:
Είναι πιο έντιμο ένα μνήμα,
Αξίζει πιο πολύ ένα βρεγμένο ψύλλο.
Όλα είναι ψέμα, τίποτα δε μένει, ούτε
Του κρυστάλλου το χρώμα που κοιτάζεσαι.

Είναι μια μέρα ανοιξιάτικη, γαλάζια,
Πιστεύω πως θα πεθάνω από ποίηση,
Από κείνη τη μελαγχολική κοπέλα,
Δε θυμάμαι ούτε τ’ όνομά της.
Μόνο ξέρω πως πέρασε απ’ τον κόσμο
Σαν μια περιστερά ψυγάδα:
Την ξέχασα δίχως να θέλω, αργά,
Καθώς όλα τα πράγματα στη ζήση.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα και Αντιποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002.
**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Νίκος Σταμπάκης, από “Το Άλας των ηφαιστείων”

Bill Brandt

Ω ιδές ψιχάλες σιγαλές
Στη φυλλωσιά του ρετσινιού
Που λιώνει σε δυσοίωνα μουστάκια
Α-λα Menjou

Αν σε τρομάζει
Αυτή η επάλειψη χυλού
Στην ηρεμία της φόρμας
Οι σάπιες αυτές κόγχες μες στους γλόμπους
Και το πηδάλιο που πάντα εμμένει
Σε αυθαίρετο μηχανισμό ατμοσωλήνων

Αυτοί οι ιριδισμοί ραβδώσεις σμέρνας
Σαν ράγες που υψούνται χλιμιντρώντας
Προς το προφιτερόλ του ενάστρου θόλου
Ή όπως η μούχλα ροκανίζει αμφορείς
Με τα ξηρά της μεταλήψεως ρόδα

Σ’ ένα λουτρό γιομάτο χείλη γέρικα
Που βγάνουν σάλιο και λεμονανθό
Σ’ ένα γελέκο χλόης που σαστίζει
Απ’ τον νεκρό σκαντζόχοιρο στην τζέπη
Μα προπαντός στο μενταγιόν που μιαίνει
Με τσακισμένες σφήκες το νεφρό.

Ως οι αστερίες βυζαίνουν κοπανιστό πυρ
Από κοραλλιογενείς κρήνες χαλαρές κλειδωνιές και ATM
Μορφώνεται παρευθύς όμοια λόξυγγας στο υπογάστριο
Ένα βερύκοκκο με τον πυρήνα απ’ αίμα ή χαβιάρι παχύ
Ένα συρτάρι όλο αρχαίους νευρικούς βηματισμούς
Φοιτητών σε σοφίτες με γυμνό—κρύο—ξύλινο δάπεδο
(Ενώ—τα γνωστά—η σπιτονοικοκυρά με τη σκούπα
Βαρεί άτεγχτα και ρυθμικά στ’ από κάτω ταβάνι)

Μια ουλή ελλειψοειδής τυλιγμένη σε πλαστικό πρόσφορη
Σε όλα τα περιττά αντίτυπα των μηνιαίων εκδόσεων
Ως η έκλειψη ερυθριώντας πετά το σουτιέν της
Κατά το μήλον του Αδάμ των ανεμοδειχτών
Κατά την κρύα νεκρική μολάσσα των κλινών

Πέτρες κροκάλες κοτρώνες με ούλα από σύκο
Πέτρες νερένιες με φλόγες το σχήμα της σαύρας
Καστανοκόκκινα κρόσια κυκλώνουν κορνίζες
Που στανικά διακηρύττουν «Κι αυτό θα περάσει»
Πλέκονται βιαίως στη χοάνη απ’ άνυδρο φωνήεν
Ως οι αστερίες λιάζονται έμπλεεοι μαρμελάδας ρουμπίνι
Ως η έκλειψη κρύβει το φύλο της με καπέλο μελόν.

*“Το Άλας των ηφαιστείων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.

Μιχάλης Κατσαρός, Δ

Δάδες υψηλές λαμπερές
αντάμωσα τον άντα-ντέ
Και πάντα
είναι
αργός πληθωρισμός
Στου άνεμου το στήθος.

Δάδες υψηλές λαμπερές
καίω τις ντάπιες όλες
όλα νταμάρια άσπρα και
χρωματιστά
παπύρους και τας δέλτους
ό,τι παλαιό χαραγμένο.

Πάνω στο πετσί του νεκρού
ζώου
βοδιού
γράφω με κοπίδι
στίχους και λόγια.

Πάνω στο μάρμαρο επιγραφές
Σε στημένα λιθάρια
στίχους με μαύρα άσπρα
κίτρινα γράμμματα χρυσά
χαράματα ήλιου στα όρη.

Δάδες παρελάσεων νυκτερινών
και λαμπαδηφορία νέα
μαζί με την ‘Ελένη 
στα δικαστήρια ασπιδοφόρα
φέγγουν
κι η αυγή σκάει γιά κείνη.

Ρούλοι πετιούνται όπου σώμα
όπου αετοί
μεέ γράμματα ψηφία
όπου άνομοι ρυθμοί
καί λούμπι
όπου χειμώνες και οι σταυραετοί.

Δάκρυ -ζεστό ώς και για σένα.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τύχη

Παιδιά βουτούν τα πόδια τους
στο νερό που μαυρίζει
κάτω από την ιτιά
τα κλαριά κλαίνε
πάνω στους ώμους και στα κεφάλια
αφήνουν τον πόνο
μιας γριάς μάγισσας
που κανείς δε χαιρετάει
μα είναι η πίστη μοχθηρή πειθώ
κι ο κακός λόγος πιάνεται
στον ίσκιο της
/είναι ο ίσκιος της
και το νερό προμαντεύει·
ντύσου Πυθία και πες μετά από εμένα
εσύ
και εσύ
και εσύ
δε θα γεράσετε ποτέ
και τούτη τη στιγμή ο ήλιος περνά
ελάχιστος φωτίζει μάτια
που περνούν
το νέο για προκοπή
Γυρίζω το βλέμμα μου
στην πλατεία με τα τριαντάφυλλα
γερνώ με την κοιλιά μου φουσκωμένη
από καρδιοχτύπι
και δάχτυλα
/δέκα και δέκα, όλα εντάξει
και με τα μαύρα μου
ένα φόρεμα που ήταν για πρωτοχρονιές
και ακολουθώ
νηοπομπή με σπασμένα κατάρτια
και μπρος μου τα κουτιά τους
όλο θησαυρούς
παλιά καρδιοχτύπια
και δάχτυλα
/δέκα και δέκα, όλα εντάξει

*Από το “Μαρμαρογλυφείο”, 2019-2020.