Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ

Τα χέρια ενώνονται στο κέντρο
για να χαϊδέψουν τα πρόσωπά τους.
Έχουν κι οι άνεμοι βροχή
και τα ποτάμια κεραυνούς.

.. “στην πολιτεία που σπέρνουν άλας”..

Στον καιρό που φεύγει,
κυλά ακόμη σιωπηλά
ο ποταμός.

*

ΔΙΧΤΥΑ

Σαν έσκισε τα δίχτυα,
σταμάτησε η φωνή του κορακιού.

Μόνο η λαίλαπα της αρένας∙
σε μια ιαχή.

Βίκυ Βανίδη, Το βλέμμα του άγνωστου Κιθαρίστα

έχει κάτι το αρχέγονο
αυτό το βλέμμα
σπινθηρίζει ουσίες
κοσμογονίας
χάος
σκοτάδι
έκρηξη
έρωτα
Ελευθερία

Γράφει
με λέξεις τολμηρές
ένα ποίημα
αόριστο
δυνατό
υγρό
απόλυτο
μόνο για μένα
για όσους όλους

Αυτό το βλέμμα
αστράφτει αντιφάσεις
ξεχύνεται
από την οθόνη του PC
σαγηνευτικά βελούδο
γοητευτικά σκληρό
και μου σαρώνει τη λογική
με προκαλεί τρυφερά
να ξεντυθώ την ποίηση
και να χωθώ στην
άββυσό του γυμνή.

*Από την Ανθολογία “Κυνικός Υπερρεαλισμός”, Εκδ. Ανέκδοτον, 2019.

Φιλία Κανελλοπούλου, Τρία ποιήματα

3

Το περπάτημα του κυρίου απέναντι
μ’ αρέσει
Είναι ένα ωρό περπάτημα
Ένα-ένα πόδι
Ωραία, καλογυαλισμένα, δετά παπούτσια
Πάνω στις γραμμές απ’ τα τετραγωνάκια
-με τη λιγότερη δόση ψυχαναγκασμού
της εποχής μας-
Στέκεται τώρα
Κρατάει την ομπρέλα του και μας κοιτά
Έχει ωραίο βλέμμα
Αν τον γνώριζα στον κόσμο
Δε θα του έδινα καμιά προσοχή
Είναι γέρος
Μα γλυκύτατος
Λεπτός
Και ήσυχος
Και κάτω απ’ τη γη
αυτός ο κύριος
είναι πραγματικά πολύ
όμορφος
για την εποχή μας

4
Με τα στραβά μου τα δόντια – Λύκος
Με τη μεγάλη μου μύτη – Γύπας
Με τα μακριά μου τα νύχια – Γάτα
Τα φοντωτά μου μαλλιά – Αλεπού

Τι είμαι;

5

Ι
πρώτα την φτιάχνεις
μετά τη ζεις
για να μάθεις
πως είσαι
από πριν

ΙΙ
την ημέρα που γεννήθηκα
κι άλλοι πολλοί
γεννήθηκαν
Μας συνδέει
η επείγουσα ανάγκη
Ζωής
και θανάτου

ΙΙΙ
Σαράντα μέρες πέρασαν
από τότε
που
γεννήθηκα

πέθανα)

IV
Εσωτερικός ρυθμός γέννησης
Εξωτερικός ρυθμός θανάτου

V
Δύο ερωτευμένοι τρώνε:
Ζωντανό – ωμό – κρέας

VI
Όλο
“νεκρή εντοπίσθηκε”
“ζωντανή”
πότε;

VII
Πέθανε ένας γέρος στη γειτονιά
Και πήγαμε να συλλυπηθούμε στη γριά του
Και μας είπε η γριά “έτσι είναι η ζωή”
Και της είπαμε”να ζήσετε να τον θυμάστε”

*Από τη συλλογή “Τα μέσα μου”, Εκδόσεις Οροπέδιο, Απρίλη 2019. (Στο βιβλίο περιλαμβάνονται και εικαστικά της Σίλβιας Τσομπανάκη).

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

ΙΧΝΗ

Και είπα πέρασε κι η αποψινή μέρα
έφερε τη σκιερή κι άκαρδη νύχτα

Το σκοτάδι που κρύβει μέσα του το φως
Τις αντανακλάσεις τις ανταύγειες της ζωής μας

Της ζωής μας
που άλλοτε ρυθμικά σαν ήχος σταγόνας
και άλλοτε σα παρόρμηση καταρράκτη χτυπά

Αποτύπωμα στης ψυχής μας
τον χάρτινο τοίχο το πέρασμά της

*

ΣΤΟΥ ΑΝΘΟΥ ΤΗΝ ΑΚΡΗ

Εκεί που όλα θαμπώνουν
που το φως χάνεται στο μαύρο σκοτάδι
που θαρρείς η ηλιαχτίδα δε φτάνει ως εδώ

Στο σημείο μηδέν
όπου μπροστά μας ανοίγεται το ζοφερό μετά
και κλείνει κάθε χαραμάδας φως

Εκεί κάπου απ’ τ’ όνειρο ξεπηδά η σκέψη σου,
ένας τρελός χορός
μια ζωγραφιά που τα μάτια αιχμαλώτισε

Εκεί κάπου αναγεννάται η ελπίδα
από όσα χάθηκαν στις στάχτες του κόσμου,
ανθού ακρούλα ξεμυτίζει δειλά

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Το κρησφύγετο

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα
κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,
από τις μοκέτες, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.
Σχετικά σκοτεινά ήταν,
γιατί όταν μπήκα –απομεσήμερο, τέλη Μαΐου–
είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,
και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα
δεν άφηναν κανένα φως.
Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων
έμοιαζε το δωμάτιό σου,
σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.
Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο
και περπάτησα αρκετή ώρα,
το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,
η πανδαισία των χρωμάτων παντού,
και η ζεστή ατμόσφαιρα
που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου.

Bob Dylan, Black Diamond Bay / H ακτή των μαύρων διαμαντιών 

Εκεί ψηλά στην άσπρη βεράντα
Την βλέπεις να φορά μια γραβάτα
και ένα καλοκαιριάτικο καπέλο στυλ Panama
Στο διαβατήριό της υπάρχει ένα πρόσωπο
Από μια περασμένη εποχή και τόπο
Δεν μοιάζει καθόλου μ’ αυτό που έχει τώρα
Κι όλα τα απομεινάρια του πρόσφατου παρελθόντος της
Έχουν διασκορπιστεί στον άγριο άνεμο
Περπατά πάνω στο λευκό μαρμάρινο δάπεδο
Όταν μια φωνή μέσα από την αίθουσα
όπου χαρτοπαίζουν την καλεί
Αυτή χαμογελά, και απομακρύνεται από την άλλη μεριά
Καθώς το τελευταίο πλοίο σαλπάρει και το φεγγάρι σβήνει
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών

Ενώ το φως της νέας μέρας ανατέλλει,
ο Έλληνας κατεβαίνει
Και ζητά ένα σκοινί και μια πένα για να γράψει κάτι
”Παρντόν κύριε” του απαντά ο ρεσεψιονίστ
Βγάζοντας το φέσι του από το κεφάλι
”Σας άκουσα καλά;”
Και καθώς η κίτρινη ομίχλη σηκώνεται
Ο Έλληνας γρήγορα ανεβαίνει στο δεύτερο πάτωμα
Αυτή τον προσπερνά στη στριφογυριστή σκάλα
Νομίζοντας ότι είναι ο Πρεσβευτής της Σοβιετικής Ένωσης
Αρχίζει να του μιλά, αλλά αυτός απομακρύνεται
Καθώς τα σύννεφα της καταιγίδας φαίνονται στον ουρανό
και τα κλαδιά των φοινίκων λικνίζονται
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών

Ένας στρατιώτης κάθεται πλάι στον ανεμιστήρα
Εμπορευόμενος με έναν μικρό άντρα
που του πουλάει ένα δαχτυλίδι
Η αστραπή πέφτει, τα φώτα σβήνουν
Ο ρεσεψιονίστ ξυπνάει και αρχίζει να φωνάζει
”Μπορείτε να δείτε τίποτα;”
Τότε ο Έλληνας εμφανίζεται από το δεύτερο όροφο
Με γυμνά πόδια και με ένα σχοινί γύρω από το λαιμό του
Ενώ ο χαμένος στα χαρτιά ανάβει ένα κερί
Και λέει ”Άνοιξε μια άλλη τράπουλα”
Αλλά ο κρουπιέρης του απαντά στα γαλλικά
 ”Σας παρακαλώ προσέξτε”
Καθώς η βροχή πέφτει καταρρακτωδώς
και οι γερανοί πετούν μακριά
Από την ακτή των μαύρων διαμαντιών

Ο ρεσεψιονίστ ακούει την γυναίκα να γελάει
Καθώς κοιτά τι έγινε ενώ ο στρατιώτης αγριεύει
Και προσπαθεί να αρπάξει το χέρι της γυναίκας
Της λέει ”Νάτο αυτό το δαχτυλίδι, μου κόστισε πολλά”
Αυτή όμως του απαντά, ”Δεν είναι αρκετά”
Και μετά τρέχει πάνω να ετοιμάσει τις βαλίτσες της
Ενώ μια άμαξα μ’ ένα άλογο την περιμένει στη στροφή
Περνά έξω από την πόρτα που ο Έλληνας έχει κλειδώσει
Όπου μια γραμμένη με το χέρι ταμπέλα έγραφε:
”Μην ενοχλείτε”
Αλλά αυτή χτύπησε την πόρτα έτσι κι αλλιώς
Καθώς ο ήλιος έδυε και η μουσική συνέχισε να παίζει
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών

”Πρέπει να μιλήσω με κάποιον γρήγορα!”
Αλλά ο Έλληνας ακούστηκε να της λέει
”Φύγε” και κλώτσησε την καρέκλα στο πάτωμα
Κρεμάστηκε εκεί από τον πολυέλαιο
Αυτή ούρλιαξε. ”Βοήθεια, υπάρχει κίνδυνος εδώ
Σε παρακαλώ άνοιξέ μου την πόρτα!”
Και μετά το ηφαίστειο εξερράγη
Και η λάβα κύλισε κάτω από το ψιλό βουνό
Ο στρατιώτης και ο μικρός άντρας
κουλουριάστηκαν στη γωνία
Σκέφτονταν και οι δυο τους τον απαγορευμένο έρωτα
Αλλά ο ρεσεψιονίστ τους είπε ”Αυτό συμβαίνει κάθε μέρα”
Καθώς οι σκάλες σωριάζονταν και τα χωράφια καίγονταν
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών

Καθώς το νησί βυθίζονταν αργά
Ο χαμένος στα χαρτιά τελικά κέρδισε την μπάνκα
Αλλά ο κρουπιέρης του είπε, ”Τώρα είναι πολύ αργά”
Μπορείς να πάρεις τα λεφτά σου, αλλά δεν ξέρω πως
Θα τα ξοδέψεις μες στον τάφο σου”
Ο μικρός άντρας δάγκωσε το αυτί του στρατιώτη
Καθώς το πάτωμα άνοιξε και ο καυστήρας έσκασε
Ενώ αυτή ήταν έξω στο μπαλκόνι,
όπου ένας άγνωστος της λέει στα γαλλικά
”Αγάπη μου, σε αγαπώ πολύ”
Αυτή δακρύζει και μετά αρχίζει να προσεύχεται
Καθώς η φωτιά αφού τα κάψει όλα μετά απομακρύνεται
Από την ακτή των μαύρων διαμαντιών

Καθόμουν στο σπίτι μοναχός μου
ένα βράδυ στο Λος Άντζελες
Παρακολουθώντας στην τηλεόραση
τον γέρο δημοσιογράφο Cronkite που έλεγε
τις ειδήσεις στις επτά το βράδυ
Υπήρξε ένας σεισμός που
Δεν άφησε τίποτα όρθιο εκτός
από ένα καλοκαιριάτικο καπέλο στυλ Panama
Και ένα ζευγάρι παπούτσια ενός Έλληνα
Δεν μου φάνηκε ότι έγινε και κάτι σπουδαίο
Γι’ αυτό έκλεισα την τηλεόραση
και πήγα για μια ακόμα μπύρα
Φαίνεται ότι κάθε φορά που κοιτάς γύρω σου
Θα πέσεις πάνω σε μια κακότυχη ιστορία που θ’ ακούσεις
Που κανείς δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό
Έτσι κι αλλιώς εγώ δεν σχεδίαζα ποτέ να πάω
Στην ακτή των μαύρων διαμαντιών
Σημείωση: Ο γέρος τότε δημοσιογράφος των ειδήσεων στην αμερικανική τηλεόραση Walter Cronkite υπήρξε για δεκαετίες η εμβληματική μορφή του αρχισυντάκτη της παρουσίασης των ειδήσεων.

*Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Λίνα Βαταντζή, Όσα γευόμαστε αληθινά

Τι μπορούμε να δημιουργήσουμε
από μια Κυριακή –

όταν ζω στην άνοιξη
είμαι πάλι η παιδούλα
που μάζευα αγκαλιές αγριολούλουδα.

Πόσα άγρια μας έφερε η ζωή –
και πόσες κυριακάτικες ανάσες
κατορθώσαμε να νιώθουμε.

Στην κορυφή του λόφου
υπάρχει μια μαργαρίτα –

ξεχνιόμαστε οι Σίσυφοι.

Πάμε από την αρχή.

Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα 

Ένα αποχαιρετιστήριο πράγμα καθώς ανάσαινε,
κατέβαινε στο χωλ με εσώρουχα
με μπογιατισμένο πρόσωπο σαν παλιάτσος,
μια βόμβα από τον Κολωνία
στη δεξιά του τσέπη
‘μια εποχή στην Κόλαση’ στην αριστερή,
λουρίδες ηλιοβασιλέματος σαν ίνες φλαμουριάς
εξαντλούσαν τα μπράτσα του.

Και τον βρήκανε το πρωϊ κρεμασμένο
στης εξόδου κινδύνου το παράθυρο
πρόσωπο παγωμένο και σβησμένο
σαν ηλεκτρική λάμπα

Και τα σπουργίτια ήταν κάτω στα θάμνα
και γνώριμα τα σπουργίτια
δεν τραγουδούν, βγάζουν ήχο και βγάζουν ήχο
και… οι άνθρωποι
όχι τα σπουργίτια
τον κατέβασαν από τη σκάλα
σαν άχρηστη κουκουβάγια.

*Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός (Μπουκόφσκι. Επιλογή από το έργο του. Εκδόσεις “Η μικρή Εγνατία”, 1980.
Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος. Από τον δίσκο “Άκυρο” (1982).

Θεοδώρα Βαγιώτη, Οιωνός Ή Πώς έγραψα όλα τα ποιήματα για σένα

Λύπη ξελογιάστρα
χαριεντίζεσαι με τη γλώσσα μου
μέρα μεσημέρι
επειδή τούτο το περιστέρι των βράχων
έπεσε ακέφαλο στο δρόμο μου∙
αμφιβραχέως ηλιοφώτιστα
στιχάκια
βάδην ή τροχάδην
πέφτουν ηττημένα
χωρίς ποίημα
κι όμως οι φιλοφρονήσεις/
οι φιλοφρονήσεις των γερακιών γεμίζουν
ανέλπιστα το κενό που αφήνεις
όταν φεύγεις

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Το σκέλεθρο

Τι πολύπλοκο σύστημα διαδρόμων
σκάβουν ο υπολογισμός και η συναλλαγή,
κάτω από το θεμέλιο του αυστηρού κριτή.
Τι έχιδνες κουλουριασμένες γύρω
από την εσωτερική φωνή.
Σκέλεθρο αυταρέσκειας
πόσο γοργά βουλιάζεις,
μέσα στις τόσες σάπιες κολακείες.