Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΡΙΖΙΚΑ ΜΑΣ

Ο χλωμός προπάππους μου του κάδρου
λεν οι συγγενείς πως πέθανε τρελός.
Ήταν γιατρός και γεωμέτρης.
Το μόνο που δεν μπόρεσε να κλείσει σε τετράγωνα
ήτανε το χάος της καρδιάς του·
το μόνο που δε γιάτρεψε:
η νοσταλγία μιας ανύπαρκτης χαράς.

Τέλος, παντρεύτηκε για νʼ αντιδράσει
κι έκανε και παιδιά.
Ούτε κι αυτά τον κάναν όμως πάλι να πιστέψει
πως ένα κι ένα κάνουν δύο.

Πέθανε νέος.
Τον τελευταίο του καιρό
κλεινότανε στο πιο βαθύ υπόγειο του σπιτιού.
Έλεγε λόγια τρελά
που απέλπιζαν για το μυαλό του τους δικούς του.

Λόγου χάριν, όταν του λέγανε να βγει
έλεγε
ότι η πνοή που ʼφερνε η θάλασσα στον κήπο
τον ξερίζωνε,
παραπονιότανε
πως δεν ευρέθηκε σοφός
να κάνει το κορμί φτερό
και κούναγε μʼ αδυναμία το κεφάλι
όταν του τονίζανε πως έπρεπε να γίνει πιο δραστήριος
για τα παιδιά του.

Ο προπάππους μου δεν πέθανε τρελός.
Μόνο δεν έκανε καλά
να νομίζει πως θα ξαναγινόταν γεωμέτρης
κάνοντας γάμους και παιδιά
φυτεύοντας έτσι τα παράξενά του πεπρωμένα
στα μυαλά μας και στις μέρες μας.

*Γράφτηκε το 1942 και δημοσιεύτηκε το 1945. Περιλαμβάνεται στην ποιητική ενότητα «Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα» (1950-1952), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.

*

ΧΙΜΑΙΡΑ

Όταν μας λέγαν οι παλιοί
πιο λίγο πάθος. Είχανε δίκιο.
Οι λογικοί «πιο λίγο βάρος
θα βουλιάξουν τα καράβια»,
είχαμε, λέει, μπράτσα νεανικά.
Αλλά μια κι έγινε
(πάει είχε γίνει πια)
γιατί νʼ αποδειχθεί το δίκιο των παλιών;
………………………………………
Αδικηθήκαμε! Όχι, δεν είχαν δίκιο οι παλιοί!
Αφού μας δόθηκαν καρδιές
άστρα να θέλουν
άστρα γιατί δε μας δοθήκανε;

Στον ουρανό
ένα σειρήτι μοναχά η Σελήνη
δε θα μπορέσει να πραΰνει
έναν ολόγιομο καημό…
Όταν ετρέξαμε χαμένοι στο λιμάνι
ήτανε πια το πλοίο βουλιαγμένο
Θε μου, με πόσο μόχθο ετοιμασμένο
με τόση Νιότη, τόσο πόθο φορτωμένο!
Δε μας λογάριασες Αφέντη τον ιδρώτα της λαχτάρας
……. Τι κλαις;
Άσε να ξημερώσει και θα δούμε
τώρα, είναι βράδυ ακόμα·
ένα σειρήτι μοναχά η Σελήνη!

*Το ποίημα αυτό προέρχεται από την ίδια ποιητική ενότητα τής επιλογής «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

**Ανθολόγηση: Σωτήρης Παστάκας.
Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν εδώ: http://www.poiein.gr/2009/11/03/ooaynio-aaaiynco-aieieuaei-dhieciuoui-1-nuiio-adhu-oii-euiaou-oio-a-adheiyeaea-aaaayeco-oanaaueco/

Γιώργος Κοζίας, Τα Μυστήρια

Εικόνα: Sweet Movie, Dušan Makavejev, 1974

Ήταν θάλασσα. Κι ήταν τα πλεούμενα.
Από όλα τα πλωτά κάποιο με μαύρη
ούγια, ένα ροζάριο και μια χρυσή καδένα.
Δυο νεαροί ναύκληροι είχαν βγει στη στεριά.
Πυροβολούσαν.
Τα παγωμένα νερά θα σας περικυκλώσουν.
Ψιθύρισα. Βλέπω για σας ένα βίαιο τέλος.
Θα κινδυνέψετε από τη μαύρη ούγια το
ροζάριο και τη χρυσή καδένα. Η μέρα
πέρασε μέσα σε φόβους.

Το βράδυ είδα στημένες ενέδρες. Ένας
άγγελος με δέλτον έκανε έρευνες και
συλλήψεις. Βγαίναν καματερά με σπασμούς
και νεκρολούλουδα. Ο άγγελος κόλλησε
πάνω μου. Εγώ τον αποστράφηκα.

*Από την συλλογή “Ζωολογικός κήπος”, εκδ. Στιγμή, Αθήνα, 1989.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τρία ποιήματα

ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ…
Άρα
υ π ά ρ χ ω
σ’ αυτήν εδώ την κάμαρα
ένα φως τρεμάμενο αχαμνό
σ’ αυτήν την πόλη
σ’ αυτό τ’ αστέρι
σ’ αυτό τον έναστρο ουρανό
σ’ αυτό το σύμπαν
το άπειρο
που ολοένα διαστέλλεται και διαστέλλεται
μες στο προαιώνιο τίποτα
και δεκάρα δεν δίνει αν υπάρχω / και σε σκέφτομαι
και δεκάρα δεν δίνει για την υπαρξιακή μου ανατριχίλλα
απόψε
(χίλια τόσα κοσμοτέρμινα μετά το ξακουστό BIG BANG
άλλα τόσα πάνω-κάτω πριν το big buff).

*

ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ

Είναι πόχω πουλήσει την ψυχή μου στο Διάβολο
μ’ αντάλλαγμα τί άλλο τη νιότη
την ατελείωτη νιότη
στο θλιβερό ετούτο δωμάτιο
με τα βιβλία και με τα τσιγάρα
με τ’ αλλόκοτα όνειρα
ακατανόητα ολωσδιόλου για τον μέσο αστό
με ξεκούμπωτο πουκάμισο και σηκωμένα μανίκια
εντελώς ανοιξιάτικος
με σένα στην αγκαλιά μου
με τ’ αγγούρια
(τουρσί)
κι’ αυτά στο πρόγραμμα μέσα
με τη ζωή μπροστά μου όλη κι’ όλη δική μου
όλη δική μας, αγάπη μου.

*

ΡΟΜΑΝΤΖΑ
(ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ)

Δες!
Στο φεγγάρι φύτρωσ’ ένα λουλούδι
Όμορφο σαν την αγάπη μας
ή σαν μια επανάσταση
(π.χ. τον Μάη του ’68 ή τον Ισπανικό εμφύλιο…)
Ίσως σύντομα μαραθεί, δεν αντέχουν τα λουλούδια
στο φεγγάρι…
Αφού φύτρωσε όμως
θα πει πως μπορεί να υπάρξει ζωή στο φεγγάρι.
Αφού αγαπιόμαστε
κι’ αφού οι λαοί ξεσηκώνονται
θα πει πως μπορεί να υπάρξει ζωή και στη γη. Μπορεί.

Giuliano Mesa, Αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί

σε αφήνω εδώ
με τα σύννεφα τούτα φορτωμένα βροχή
αυλακωμένα από μια αχτίδα
που θα σε ξυπνήσει,
αύριο κιόλας,
όταν θα ’χεις πια αναμνήσεις
να σκεφτείς.
πηγαίνω
στην παρασκιά που απομένει,
εκεί που επιστρέφω, τώρα,
τώρα που μπορεί να ξαναρχίσω,
που θα μπορούσα,
υπάρχει τώρα μονάχα μια αποθυμιά:
ν’ αφήσω, ν’ αφήσω ανέγγιχτη
τη στιγμή εκείνη πριν από τη θλίψη
όταν η θλίψη
γίνηκε μοιρολόι παρηγοριάς
και μετά σιωπή
αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί,
τώρα – είναι τώρα που ξέρουμε,
σ’ ετούτη τη στιγμή που διαιρεί
σε αφήνω εδώ

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

William Carlos Williams, The Term 

A rumpled sheet
Of brown paper
About the length

And apparent bulk
Of a man was
Rolling with the

Wind slowly over
And over in
The street as

A car drove down
Upon it and
Crushed it to

The ground. Unlike
A man it rose
Again rolling

With the wind over
And over to be as
It was before.

*

Η ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ

Ένα τσαλακωμένο φύλλο
σκούρο χαρτί
στο ύψος περίπου
και στο φαινομενικό όγκο
ενός ανθρώπου
κυλούσε με τον
άνεμο σιγά
όλο πιο πάνω στο
δρόμο όταν
ένα αυτοκίνητο κατηφορίζοντας
προς τα εκεί
το τσάκισε στο
χώμα. Κι αυτό
-όχι σαν τους ανθρώπους-
σηκώθηκε ξανά κυλώντας
με τον άνεμο όλο και πιο
ψηλά να γίνει όπως
ήταν πριν

*Μετάφραση: Τάσος Κόρφης.

*

Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Ένα τσαλακωμένο φύλλο
σκούρο χαρτί
περίπου στο ύψος

και τον φαινομενικό όγκο
ενός ανθρώπου
στροβιλιζόταν με τον

άνεμο αργά ξανά
Και ξανά μες στο
δρόμο όταν

ένα αυτοκίνητο πέρασε
από πάνω του και
το τσαλάκωσε στο

Χώμα επάνω. Σε αντίθεση
μ’ έναν άνθρωπο σηκώθηκε
πάλι και στροβιλίστηκε

με τον άνεμο ξανά
και ξανά για να γίνει
όπως ήταν πριν

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Δημοσιεύεται στο βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς Ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2007.

Γιώτα Αναστασιάδου, Δύο ποιήματα

ΕΜΜΟΝΗ

το κενό να είναι πάντα λευκό
και τα παπούτσια άσπρα

η ασθένεια διάφανη
το χέρι μπαίνει και βγαίνει με μανία

αλλά δεν την επηρεάζει

ανίατη
ανυπόφορη
ανηφορική

με κάθοδο πανηγυρική

και πάλι επάνω
με δρασκελιές και κατακόρυφο
στροβιλισμούς στο ένα πόδι

χειροκροτεί το πλήθος

του μυαλού και της ψυχής
μοναδική συνήθεια
να γνέφει καταφατικά
σε αυτόν τον παράδοξο συνωστισμό
της μιας τυχαίας συνουσίας

*

ΦΟΒΟΣ

κρύβεται μέσα στο σπίτι
χοροπηδά από δωμάτιο σε δωμάτιο
και ξεκουράζεται
ένα φτερό μεγαλώνει στη μικρή του πλάτη
ένα κομμάτι στάχτη
το πέλμα μου ακουμπά την αβέβαιη άββυσό του
το μεγάλο δάχτυλο περιεργάζεται την άμορφη μάζα
την αναποδογυρίζει
αναγνώριση
οικείο που ξενίζει
πτυχές του με γραπώνουν
ο αστράγαλος πάλλεται
κλωτσιά
με φόρα σταματά
στη γωνιά του κρεβατιού
κοιμήθηκα μαζί του

*Από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgzGpHHQwBznqWrrRKMZJvRCXMplh

Γιώργος Σαραντάρης, Θάλασσα

Όποιος φέρνει τη θάλασσα στην αγκαλιά του
Είναι σα να μην υποφέρει απὸ βάρος
Είναι σα να μη ντρέπεται που πηγαίνει με τον αγέρα
Είναι σα να κρατάει ολάκερη τη γη μέσα στο βλέμμα
Να τραγουδάει μέσα στη νύχτα
Και να του γίνεται η νύχτα μητέρα
Να τραγουδάει μέσα στον ήλιο
Και ν᾿ αγαπάει μία γυναίκα
Που τη νομίζει βρέφος
Να τραγουδάει μέσα στον άνεμο
Κι έτσι να χάνει και να κερδίζει τη φωνή του

*Από το «Τρία ποιήματα της θάλασσας».
**Το ποίημα και η φωτογραφία είναι από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/28/thalassa/

Vall Grey, Στο τέλος η αιχμή σκοτώνει

Όταν λείπεις
Η φλεγμονή
αλλάζει μορφή Μέσα
στο όνειρο, η απουσία
αγγίζει τα όρια μιας τρέλας

Η μορφή της κατάρας
Θεριεύει ο μαύρος σκύλος
χωρίς έλεος στον δούλο
επωμίζεται την αλήθεια του

Την αμαρτία που γέννησε η μάνα
Το μαύρο βρέφος αναδύεται
όταν λείπεις, εδώ
το πέπλο σχίζεται χίλια κομμάτια
στο Επίκεντρο

Στην φωλιά το σπίτι φλέγεται
μα εγώ στην άκρη κάθομαι βουβή

Η γλώσσα γίνεται
μέταλλο
παγωμένο
σκουριασμένο
Ανελέητη σιωπή

                          *

Η απουσία αυτή ταράζει τους πόλους
της ύπαρξης μου εμμονή η Μάνα
και εγώ στην άκρη ως ένα,
και εσύ λείπεις πάντα,
σταθερά

Σαν τον χρόνο γκρίζα
η απουσία σου Εφιάλτης
για πάντα πληγή ανοιχτή

Και καθώς ονειρεύεσαι
Εγώ σκάβω βαθιά στην πηγή
Να βρω την θέρμη, το νόημα

Αυτό που δεν άφησες να ειπωθεί
Εκείνο το εγκλωβισμένο μαύρο
Παραμένω εδώ να υποδεχτώ
Μέσα στην πικρία και την έπαρση
*

Μία όαση, εσύ με συναντάς
Όμως δεν με αναγνωρίζεις
Καθώς είμαι ξένος στα μάτια σου
Στην μεγάλη σου αυτή πλάση

Μόνο εσύ υπάρχεις
Για πάντα
Σταθερά

Και εγώ σε αποχαιρετώ
Για πάντα
Αγαπημένοι εχθροί

Όπως είθισται άλλωστε –

*Από εδώ: https://vallgrey.com/2022/07/19/στο-τέλος-η-αιχμή-σκοτώνει/#like-2148

Ζωή Καραπατάκη, Τρία ποιήματα

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ

Να με περιμένεις
όπως το Σαββατόβραδο
περιμένει την Κυριακή
ήσυχα και με σιγουριά

Γιατί θα έρθω

*

ΔΡΟΣΕΡΟ

Για το ταξίδι λέω
και σε θάλασσα
με το κύμα και τον παφλάζοντα ήχο του
στα πλευρά του πλοίου
με τη γεύση του νερού και του βαποριού στη γλώσσα
με το αλάτι να τρυπώνει παντού
και κυρίως στη σκέψη
και να ‘μαι πάλι
για μια άλλη αποβίβαση
λάμπουσα

*

ΑΤΙΤΛΟ

Πληγώνει τα μάτια
το άσπρο του ασβέστη
με τον ήλιο κατάσαρκα

Μα
το άσπρο
στον τοίχο του ξωκκλησιού
σημάδι ζωής είναι
και πολύ ανθρώπινο μάλιστα

Daniele Pietrini, Ζάλογγο 1803

Το ύστατο πράγμα που θα δείτε από μένα
θα ’ναι ολόιδιο με το πρώτο,
απαράλλαχτα η πλάτη και το στήθος,
ανάμεσα στο κεφάλι και τα πόδια
το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας
για να μην απομείνω πίσω, διχασμένη,
σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.
Κανείς περνώντας από εδώ να μη με θυμάται,
να μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.
Θαρρείτε αλήθεια ότι οι σφαίρες
με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;
Κοιτάξτε πως όλα ήδη από μένα απορρέουν:
αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα
όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.
Θα μεταχειριστώ ακόμα και το θάνατο
για να μεγαλώσω τη ζωή μου.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.