Γιώργος Δρίτσας, Η μπαλάντα του Λούη Τίκα

Μαύρη πέτρα,
η φτώχια των ανθρώπων,
ρίχτηκε στο λιμάνι του Ρεθύμνου·
το σκουριασμένο πλοίο στοίβαξε
τις τελευταίες, πεταμένες ελπίδες
καθώς η Κρήτη γινόταν μια μικρή
κουκίδα μέσα στον λαβύρινθο
των ωκεανών.

Στου Νέου Κόσμου
τις ακτές όπου ο Κολόμβος, ρακένδυτος,
δόξασε τον νόμο της ισχύος
και τον μακάβριο κανόνα της
υποταγής του ανθρώπου στον άνθρωπο
-όταν τα πάντα πίσω του
είχαν χαθεί,
ήρθες υπηρέτης,
μέλος μιας άλλης
γενιάς σκλάβων
αυτών του Κεφαλαίου.

Από τις τάξεις των I.W.W.
στα μεταλλεία του Ροκφέλλερ
έκανες την αξίνα όπλο
και τη μαυρισμένη
φόρμα εργασίας τη μπαντιέρα
ενός νέου λαού,
της τάξης σου.

Ενώ το αίμα
των εργατικών συνδικάτων
του Σικάγο
δεν είχε ακόμη στεγνώσει
από τη μαγιάτικη εξέγερση του 1886,
βάδισες ξανά
στο μονοπάτι του αγώνα.

Στο Ludlow σφραγίστηκε
η πορεία σου
κάτω από το δειλό
χτύπημα ενός διεκπεραιωτή
“του νόμου και της τάξης”.

Το κρανίο σου άνοιξε,
κόκκινο αίμα χύθηκε δίνοντας
στις αγνές προθέσεις σου
το χρώμα της αντίστασης.

Από τότε,
κάθε φορά που η αδικία
σκιάζει τις καρδιές των ανθρώπων
πορεύεσαι σιωπηλά
-μαζί με τον Μαρίνο Αντύπα,
μέσα στις σκέψεις
των καταπιεσμένων,
δίνοντάς τους θέληση
να πολεμήσουν
για αυτό που έχει απομείνει.

Το ψωμί και την αξιοπρέπεια

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή, “Σαλός Μαγνήτης” της Ρωξάνης Νικολάου

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος*

Μια κριτική σ’ ένα λογοτεχνικό έργο έχει χρέος να γίνεται πρωτίστως με σεβασμό προς το έργο. Κατά δεύτερον, επιτάσσεται η απαραίτητη προσοχή ώστε να μην κυριαρχήσει το συναίσθημα έναντι της κριτικής ανάλυσης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο κριτικός επιβάλλεται να υπαγορεύει στην κριτική του να βρίσκεται με συνέπεια όχι κάπου αλλού αλλά πάντοτε εκεί, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να επιλέξω μια ποιητική συλλογή – για παράδειγμα τη συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου (εκδόσεις Φαρφουλάς 2022) και να τοποθετηθώ για το συγκεκριμένο έργο με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μ’ εντυπωσιακές ποιητικές εκφράσεις, με συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις ή και με τη συνήθη πομπώδη χρήση του λόγου. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη κριτική – και δη η κριτική εν γένει – είναι επιβεβλημένο να πιέζει το λογοτεχνικό έργο – για παράδειγμα εδώ τα ποιήματα της Νικολάου – στη μέγγενη και στη βάσανο του κριτικού ελέγχου. Το κατάλοιπο αυτής της εξαντλητικής πίεσης δεν μπορεί να μην το βαραίνει το θραύσμα της πολιτικά ιστορικής θέσης του εκάστοτε δημιουργήματος. Ο εντοπισμός της αλήθειας ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνίσταται βέβαια στην επικαιροποίησή του αλλά στην ανάδειξη της σχέσης του με την καθολικότητα της πολιτικής του ύπαρξης. Η ποιητική συλλογή της Νικολάου για παράδειγμα ενδείκνυται για την πολιτική της ποιητική οντολογία. Είναι προφανές ότι τα ποιήματά της δεν συγκροτούν συνθηματικό λόγο ούτε βέβαια ρομαντικό κομεντί μονόλογο. Ένα αξιόλογο στοιχείο στην ποίηση της, το οποίο αφήνει χώρο για να λειτουργήσει το πολιτικό στοιχείο, έγκειται στην χώνευση των νοημάτων, στην επεξεργασία τους και τελικά στην προσφορά τους στον αναγνώστη ως ποίηση. Η επίτευξη της ποιητικής της εργασίας απαιτεί τον χώρο μιας πραγματικότητας, πέρα δηλαδή από γλωσσικά εφέ και συγκινησιακές, μεταφυσικού τύπου, επικαλύψεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, Σαλός Μαγνήτης η ποιήτρια καθιστά αναγκαία τη συνθήκη της χώρας της. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως αποκωδικοποιητές του κατεσταλμένου οικείου. Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται όχι τα δικά της μυστικά αλλά της πατρίδας της. Η γυμνή και κρύα χώρα παραμένει ενεργή παρουσία στη συλλογή, απαλλαγμένη από τις εξαρτήσεις της μητρόπολης.


Στο ποίημα Μια κοπέλα που την έλεγαν Πέτρα, διακρίνει κανείς αυτήν ακριβώς την μοιραία παρουσία της πατρίδας, όχι ασφαλώς ως κάτι που αποσπάται από την ύπαρξη αλλά ως κάτι που την καθορίζει ως πολιτικό ον· ως, δηλαδή, «σάρκα ψυχής»:

«πως έριχνα μαύρη πέτρα
στην πατρίδα
κι εξουθενωμένη
από τη νοσταλγία έφτανα
σ’ ένα café του Μονάχου

και τη μαύρη πέτρα
σκέπασαν βρύα
κι η μαύρη πέτρα
που τη σκέπασαν βρύα
έγινε η σάρκα της ψυχής.»

Ο «σαλός μαγνήτης» της Ρωξάνης είναι ο ίδιος ύπαρξη και δη πολιτική ύπαρξη. Είναι ο σαλός μαγνήτης ο οποίος:

«Έσωσε λίγη γη απ’ τα δόντια τους και μέσα της κοιμήθηκε.
Στυλώνει με τα οστά του ανήκουστη μουσική.»

Είναι ο σαλός μαγνήτης η συνείδηση εκείνη που κρατάει «σπαθί από αίμα και λάσπη (αίμα και όνειρο)». Η πρωτοτυπία της ποιητικής δημιουργίας της Νικολάου μεταξύ άλλων συγχρόνων της, που υποτάσσονται στην ασφάλεια του συμβιβασμού, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι δανεισμένη, ούτε ντυμένη με την καθαρότητα της ιστορίας και την αποκρυσταλλωμένη της μορφή. Αυτή η ιστορική συνείδηση βρίσκεται κατά την ποιήτρια κατάχαμα, χάμω, στο πάτωμα και πάνω στις πέτρες:

«Τις πέτρες φτιάχνω για τα χαλάσματά μου που όμορφα
θα σκορπιστούν μες στ’ αγριόχορτα και τις τσουκνίδες
δεν γράφω ποιήματα.»

Και βέβαια γράφει ποιήματα αλλά και βέβαια δε γράφει. Η γλώσσα-έρημος δεν της ανήκει:

«ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
«η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει».

(Όλα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός)

Αυτή η συνείδηση κείται μακράν τους φωτός, ακόμα αναπνέει με πείσμα μόνο χώμα:

«Αντιγράφω τα λόγια της βρύσης σου: «αφότου έφυγες
στέκω των ερειπίων μπάστακας, νερό δεν έτρεξα ξανά
μόνο χώμα».»

Εναποθέτει τις δυνάμεις στον αγώνα για την αιώνια ήττα. Δεν υπάρχει νικηφόρα έκβαση στην ποίηση της Ρωξάνης· γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ψόφιους ήρωες:

«ΘΥΜΗΣΟΥ ΟΠΟΙΑ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΎΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ ΜΑΣ
Βάζω τ’ αφτί μου στην κοιλιά της γης.
Ένα καρφί γυρνά μες στην καρδιά μου
χύνεται ακόμα αίμα
κι αυτή γεννάει όλο γεννάει.»

Αφού πια δεν υπάρχουν μυστικά, η συνείδηση σπασμένη και σπαρμένη σαν το χώμα της πατρίδας της, δημιουργεί την ίδια την πατρίδα ή το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης όπως τιτλοφορείται το ακόλουθο ποίημα:

«Φορά παράταιρα ρούχα. Στο χέρι του
κρατά πουρόπετρα του Μάμμαρι.
Παραμιλά για τα δέντρα του που έπαθαν
άνοια και κατάθλιψη που ούτε τα πουλιά
δεν τα πλησιάζουν πια,
για τον παμπάλαιο αέρα του τόπου
που κλείστηκε κι εκείνος στον εαυτό του
αφού πρώτα είπε: «αφήστε με να κοιμηθώ,
να κουρνιάσω στ’ αγαπημένο χώμα,
το άθλιο εμπόριο να ξεχάσω.»

Τέλος, αν στη συλλογή Ψαλιδιστής (εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2018) ξεκινάει η σύνθεση του προσώπου – του σπασμένου πάντα προσώπου:

«Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο…»

(Παραμύθι)

τότε στο Σαλός Μαγνήτης επιτελείται μια σύνθεση της πολιτικής συνείδησης του τόπου, του Κυπριακού τόπου, του τόπου εκείνου που ακόμα δεν υπάρχει, που ακόμα τρώει χώμα και μαγνητίζει «σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα» κι αγωνίζεται να παραμείνει σαλός αλλά «ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

«ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ
ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

*Από το https://www.monocleread.gr

Γιώργος Μπλάνας, Πρόσπερος

“Σκορπίστε χαρτιά μου, σκορπίστε”,
είπε ο Πρόσπερος. “Η ουσία
των πραγμάτων δεν γράφεται, δεν λέγεται.
Ένας κόμπος στον λαιμό το καλό,
ένα μούδιασμα στη γλώσσα το κακό.
Και το χέρι: ενός ξένου δισταγμός.
Πέτρα κι αλάτι και σκιές το μεσημέρι,
θάμνοι και δέντρα, φυλλωσιές,
νυσταγμένα πουλιά το απόγευμα.
Κι αυτά είναι όλα κι όλα τα γράμματα
της σοφίας – κι η σοφία
πάντα ανορθόγραφη. Θα επιστρέψω
εκεί που σκέφτηκα πρώτη φορά
αυτήν την άνυδρη λέξη: Ουσία.
Κι αν θέλω κάτι να γνωρίζω, θα ποτίζω
βασιλικό και ρίγανη και μέντα
και συναφή κατηγορήματα το όντως Όντος”.

Roger Robinson, Ποιήματα

ΛΙΜΕΡΙΚ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

Ο Μπιλ που ήταν σκλάβος και στο Ναντάκετ έζησε
να κλέψει αρκουδοτόμαρα κι ένα μουσκέτο τόλμησε.
Του φώναξαν Σταμάτα εκεί που βρίσκεσαι
ψηλά τα χέρια ακίνητος να στέκεσαι.
Μα εκείνος άρχισε να τρέχει σε ζιγκ ζαγκ
και είπε Δε γαμιέται.

*

ΜΟΛΟΤΟΦ ΕΚΤΟΞΕΥΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΡΓΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ

Όταν εσείς δημοσίως
μας σκοτώνετε, ποιος θα μιλήσει για εμάς,
αν όχι αυτά τα ιπτάμενα μπουκάλια;

*

ΠΡΟΣΟΧΗ

Όταν η αστυνομία σού βάζει το γόνατο
πάνω στο λαρύγγι, μπορεί να μη ζήσεις
για να πεις ότι πνίγεσαι.

*Από το βιβλίο “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Ρογήρος Δέξτερ, Ποιητική

Είδα νεράιδες και τους μίλησα
Ήπια το αμίλητο νερό
Και όλο το μελάνι μου σαν κώνειο
Τα συλλογικά μου πήραν δυο κόρες τ’ ουρανού
Χόρεψα με ξωθιές στα ξέφωτα
Φίλησα κορίτσια γλυκά κεράσια
Άκουσα τους στοιχειωμένους τοίχους
Σκάρωσα αμέτρητους στίχους
Κύλησαν αιώνες χρόνια ήλιοι φεγγάρια
Σε κήπους ηδονικούς των εσπερίδων
Ώσπου μια μέρα είναι γραφτό
Να σκορπιστώ στης οικουμένης τα πέρατα
Θα με μοιράσει ο όχλος
Στα σκυλιά και στα τέρατα
Οι φίλοι θα με προδώσουν χωρίς αργύρια
Θα νικηθώ στον πετροπόλεμο
Θα σπάσω όλες τις αιχμές μου
Σε ανόητους διαξιφισμούς
Αλλά θα ‘ναι νωρίς ν’ αλλάξω φρονήματα
Κι ακόμη πιο νωρίς
Για να κρεμάσω στον ώμο
Την ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα’

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, 2022.

Allen Ginsberg, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Η τέχνη ανακαλεί τη μνήμη
της αληθινής του ύπαρξης
σ’ όποιον λησμόνησε πως
το Ον είναι το μοναδικό
πράγμα που αναφωνεί
όλο το σύμπαν.

Μόνο η επιστροφή της σκέψης
στην αρχή της θα ολοκληρώσει την σκέψη.
Μόνο η επιστροφή της δράσης
στην πηγή της θα ολοκληρώσει την δράση.
Πρόσεξε τι λέω.

*

ΝΙΩΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Νιώθω να είμαι σε αδιέξοδο
και τελειωμένος πλέον.
Όλες οι πνευματικές αλήθειες
που κατανοώ είναι πραγματικές
μα ποτέ δεν ξεφεύγω απ’ το αίσθημα
του εγκλωβισμού και της αθλιότητας
της ψυχής, την ματαιότητα όλων
όσων είδα, έκανα και είπα.
Αν συνέχιζα ίσως το κάθε τι
θα μ’ ευχαριστούσε περισσότερο
μα τώρα δεν έχω ελπίδα
και κουράστηκα.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Bibliotheque, 2022.

**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Jazra Khaleed, Δώστε μου έναν άνθρωπο

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα ‘πρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)
Στο δρόμο για το πρόσωπό μου μαζεύω
———-λίθους με τη φούχτα.
Γι’ αυτό σας λέω, δώστε μου έναν άνθρωπο!
Να ξαπλώσω πάνω του
———-με όλους τους μεσημβρινούς
—————και τους παράλληλούς μου.
Να ξεκουραστώ,
———-να πιω τον ιδρώτα του,
—————να κοιμηθώ.
Αφήστε με να χαρώ για λίγο αυτή τη χνουδωτή
———–ζεστασιά.

Δώστε και σε μένα έναν άνθρωπο!
–Έναν άνθρωπο με αιτία.
Μια καρδιά που δε λειτουργεί με βαλβίδα,
–δυο χείλη που δε λαθεύουνε στο φίλημα.
Κάποιον που να γράφει ανθρωπινά ποιήματα
–ή έστω να δακρύζει όταν ακούει
———-τον Τζον Κολτρέιν
—————στην αναπνοή του.
Είναι πράγματι τρομερό να χάνεις
———-τρία δάχτυλα
—————μέσα σε τόσο κόσμο.

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει
–καθώς μπαίνω και βγαίνω απ’ τα χέρια μου,
–καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια
———-ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου.
Κοιτάξτε πώς κρυώνουν τα βήματά μου
———-καθώς αφήνω πίσω μου την Καλλιδρομίου
—————με μία πιλάλα.
(Αυτή η έλλειψη ασφάλτου μέσα μου
———-μ’ αφήνει άφωνο
—————πολλές φορές.)

Δώστε μου έναν άνθρωπο που μέσα του ηχούν
———-τρία ακόρντα.
Έναν άνθρωπο να ταλαντώσει το φύλο μου
———-μες στην παγωνιά του Α7.
-Χρειάζομαι το στήθος του για ν’ ακούσω το καρδιοχτύπι μου,
-χρειάζομαι τους ώμους του για να σηκώσω τη ζωή μου
-στα δυο της πόδια.
Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος και για μένα;
Δώστε μου όποιον θέλετε!
Ακόμα κι αυτόν που κοιμάται όρθιος
———-ρουθουνίζοντας.
Τουλάχιστον εκείνη που υπερασπίζεται τη φωνή μου
———-με τον λάρυγγά της.
Αυτή σίγουρα είναι για μένα!
–Ή δώστε μου έστω την αγκαλιά της, μαζί με ένα
———-εγχειρίδιο χρήσης.

–Τώρα που έγιαναν οι πληγές στις παλάμες μου
———-μπορώ να προσευχηθώ στους ανθρώπους,
ντυμένος με τα ρούχα της Κυριακής.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδ. Υποκείμενο.

Stéphen Moysan, Ποιήματα

Qui a la Terre pour maison
A l’humanité pour famille,
Et ainsi nait la solidarité
Comme valeur universelle.

Si les yeux regardent,
L’essentiel se voit avec le cœur,
Car c’est avec amour
Que se perçoit la vraie beauté des choses.

Όποιος έχει τη Γη για σπίτι του
Έχει την ανθρωπότητα για οικογένεια,
Και έτσι γεννιέται η αλληλεγγύη
Ως καθολική αξία.

Αν τα μάτια κοιτάζουν,
Το ουσιώδες βλέπεται με την καρδιά,
Γιατί είναι με την αγάπη
Που μπορεί να φανεί η πραγματική ομορφιά των πραγμάτων.

*

Emportée par les courants
De la modernité
Entre les vagues de pensées
La dérive de la raison.

Je ne veux plus payer
Ma dette au pays
Qui ne cesse de réclamer
Le prix de ma naissance.

Παρασυρμένος από τα ρεύματα
Της νεωτερικότητας
Ανάμεσα στα κύματα των σκέψεων
Η ολίσθηση της λογικής.

Δεν θέλω να πληρώσω άλλο
Το χρέος μου προς τη χώρα
Που δεν παύει ποτέ να διεκδικεί
Το τίμημα της γέννησής μου.
Vers précurseurs La Liberté guidant le peuple
Στίχοι πρόδρομοι, Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Αργύρης Χιόνης, Τότε που η σιωπή τραγούδησε

Σε ένα σπίτι έρημο κι ερειπωμένο, ζούσε μια χοντρή, βαριά σιωπή, τόσο χοντρή πού ‘χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ‘χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.

Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο, ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.

*Το πήραμε από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com/2022/09/blog-post_17.html

Κατερίνα Ζησάκη, Ποιήματα 

σε υποθέτω
άρα ακούς


*


έστω ένας κακός άνθρωπος

έσο δι’ εμού
μια υπόσχεση σωτηρίας

κάθε φορά

κανονίσου να φέγγεις το δρόμο
τη νύχτα πάντα

βαρέθηκα

το φεγγάρι δεν είναι μια λάμπα
και θα το σπάσω

*
τι είπε ο σκύλος 2

τη στένεψα
για να χωρέσει στα ρούχα

θάρρος υπάρχει

για να ελέγξουμε αν είναι δυνατό
κλωτσάμε πρώτα

τα ρούχα χάλασαν
ταΐσου να φαρδύνεις

το βάρος μέσα

ή αλλιώς
προνόμιο

*

ΛΟΞΑ

να σκαρφαλώνεις το νερό

ν’ ακούς στο άσπρο
φως που εγκατέλειψε

*

ΜΟΥΑΒΑΤ

ωκεάνιο αίσθημα

τόσο χάος και πάλι η λύπη
να μην είσαι δέντρο.

*Από τη συλλογή «χωρίς εαυτό», εκδ. Έρμα, 2022.

2.Αναφορά στην ποιητική συλλογή της Τόνιας Κοσμαδάκη «Σκύλος», Απόπειρα, Αθήνα 2020.