Gregory Corso, Χθες νύχτα οδηγούσα αμάξι

Χθες νύχτα οδηγούσα αμάξι
χωρίς να ξέρω οδήγηση
χωρίς να μου ανήκει
οδηγούσα και χτυούσα
ανθρώπους που αγάπησα
… διέσχιζα με 12 μια πόλη.

Σταμάτησα στο Χέτζβιλ
και κοιμήθηκα στο πίσω κάθισμα
— ενθουσιασμένος για τη νέα μου ζωή.

*Μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου.
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποιητικά”, τεύχος 24.

Juan Gelman, Τρία ποιήματα

ΓΕΡΑΜΑΤΑ

Από το παλιό ποίημα βγαίνει
μια μυρωδιά που ποτέ δεν ήταν.
Πονάει αυτό και είναι
το μόνο ζωντανό του ποιήματος
που ήταν. Η χαρά της
ψιχάλας δεν το βρέχει, ούτε
δέχεται ήλιο όταν έχει ήλιο.
Η πληγή αυτή διαβάζεται από μόνη της
στη σκιά μιας ανάμνησης μικρής.
Ο ουρανός περνά βουβός
πάνω σε στίχους που ήδη.

*

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Όποιος φαντάζεται, βγαίνει από τον εαυτό του, κόβει
τη γλώσσα κάποιας συμφοράς, πάντα
γυρίζει σε τίποτε άλλο.
Παραδίδει τη φωτογραφία του πατέρα
σε ένα αντίο στο χέρι και
οι φλέβες σιωπούν.
Άφησα την αιωνιότητά μου να πέσει.
Χθες δεν ήμουν ο σημερινός,
αλλά η ανάμνηση του σήμερα.
Δεν γνώριζες πως τα φθινόπωρα ενος βιολιού
αντηχούν στο κεφάλι μας;
Και η χώρα είναι κουφή;
Δεν έχει λάδι η δαγκωμένη λέξη.
Σκάβει και σκάβει
Και ποτέ δεν βρίσκει.

*

ΕΥΓΕΝΕΙΕΣ

Το ποίημα είναι χλομό και ευγενές,
Δεν αλλάζει τίποτα, δεν λυγίζει λόφους, δεν
δίνει ούτε ένα κόκκινο φρούτο, ούτε
κάνει το θόρυβο αυτού που αρπάζει
ένα κομμάτι ψωμί για να δώσει
ένα κομμάτι ψωμί.
Κάθεται ανακούρκουδα σε μια γωνιά και
δεν παραπονιέται.
Ζει από το καθετί που υψώνεται
στον αέρα κι από τη γέννηση.
Ούτε ζητάει να το επισκεφτούν.
Του φτάνει ό,τι δεν συνέβη.

*Από τη συλλογή “Pais que fue sera”, Μεξικό 2001-2002. Buenos Aires, Seis Barras, 2004.

Ελίνα Αφεντάκη, Δυτικό Λονδίνο

Όταν ο Λούσιαν Φρόυντ ζήτησε από κείνη τη γυναίκα να ποζάρει,
δεν είχε ιδέα ότι ο σκύλος του -ένα μυώδες, ταχύτατο γουίπετ-
θα την ερωτευόταν παράφορα.
Σε σύντομο διάστημα ο ζωγράφος την έριξε στο κρεββάτι του
και το δυστυχές κυνάριον έπεσε σε μελαγχολία.
Από το κυνήγι επέστρεφαν άπρακτοι κι από τις κούρσες ταπεινωμένοι.
Τις νύχτες ορμούσε στο πόδι του και το ροκάνιζε ως το κόκκαλο.
Το ευγενές τετράποδο είχε πλέον την όψη λαϊκού Ηρακλή ηττημένου από ένα τενεκεδάκι…
Ένα βράδυ ο ζωγράφος καθώς του ‘βαζε πούλβερη στο τραύμα τσάκισε.
“Δε σου αξίζει αγόρι μου”, είπε:
Άνοιξε την πόρτα της κάμαρας.
Ο μικρός πλησίασε πιο αθόρυβα κι απ’ τη νύχτα.
Με τη μουσούδα υγρή σφηνώθηκε στη διπλωμένη της κνήμη κι αποκοιμήθηκε.

Φωτογραφία: Lucian Freud, Girl on the quay

Anastasia Afanasieva, Εκείνο είναι το σπίτι μου…

1

.

Εκείνο είναι το σπίτι μου.
Εδώ υπήρχε μια γέφυρα.
Τώρα δεν υπάρχει.

.

Αυτό είναι το σπίτι μου.
Αυτή είναι η αυλή μου.
Είναι ακόμα εδώ.

.

Εκεί που στεκόταν μια γέφυρα,
υπάρχει ένα ποτάμι.
Καμιά άλλη γέφυρα.

.

Εκεί που κάποτε υπήρχε ένα πέρασμα,
τώρα υπάρχει μια γραμμή.

.

Εδώ ζούμε,
στην γραμμή.

.

Στην κοιλιά του διαβόλου,
εδώ είμαστε.

.

2

.

Γύρισα πίσω
Μετά βίας τα κατάφερα
Πήρε λίγο χρόνο να τους βγάλω όλους έξω
Έχω μεγάλη οικογένεια
Οι γονείς μου είναι ηλικιωμένοι
Έπειτα υπάρχουν
Ο αδερφός μου η αδερφή μου η δική μου
έγκυος κόρη
Τους έβγαλα όλους έξω
Έξω από αυτό το καταραμένο σπίτι
Απλά φαντάσου
Υπάρχει ένα ποτάμι
Εκεί υπήρχε μια γέφυρα
Τώρα είναι κατεστραμμένη
Από τη μια πλευρά του ποταμού αυτοί οι άνθρωποι
Από την άλλη πλευρά, εκείνοι
Όποιοι κι αν είναι αυτοί
Ανάμεσά τους, το σπίτι μας
Μου πήρε τόσα πολλά ταξίδια
Πέρα δώθε
Για τον καθένα ξεχωριστά
Μετά βίας τους έβγαλα έξω
Μια μεγάλη οικογένεια
Αυτοί από τη μια πλευρά, εκείνοι από την άλλη
Το σπίτι στέκεται σαν σκιά
Λες και μόλυβδος διαπερνά τους τοίχους
Ή το σπίτι λυγίζει τα δοκάρια του
Για να μπορεί ν’ αποφεύγει το χαλάζι από σφαίρες
Στριφογυρίζει δεξιά και αριστερά
Τι τράβηξα η γυναίκα
Για να τους βγάλω όλους έξω
δεν μπορείς να φανταστείς
Έναν έναν
Κατευθείαν από την κοιλιά του κτήνους
Επιστρέφοντας κάθε φορά,
Βουτώντας μέσα σε όλο αυτό,
Χωρίς να ξέρω
Αν θα υπάρξει τρόπος
Αλλά τους έβγαλα όλους έξω
Και τώρα η κόρη μου
Ναι, η έγκυος
Λέει ότι θέλει να γυρίσει
Επιστρέφει αύριο
Έχει κάποιον εκεί
Έναν άντρα που αγαπά
Βλέπετε, ξέμεινε πίσω
Και η αγάπη, λοιπόν
Ξέρεις πως είναι η αγάπη
Για τους νέους
Ξέρετε πώς πάει για αυτούς
Όλα για την αγάπη

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://onlyfortrade.wordpress.com

Η αντεργκράουντ ποίηση και το Vivere Freakolosamente του Θεόδωρου Μπασιάκου

Θεόδωρος Μπασιάκος: Γκαγκάν Μυτεράν. Vivere Freakolosamente. ΑΠΑ(Ν)ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ. Φυλλάδα ποιημάτων και άλλων συναφών καταστάσεων, Εκδόσεις Πανοπτικόν 2021, σσ.: 352

Μεσάνυχτα στο νοσοκομείο
Έχω βγει στο μπαλκόνι, σε στάση επαγρύπνησης
Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο της καβάτζας
Με περιτριγυρίζει η ομορφιά του κόσμου, φυτά κι αστέρια κι όλα
Πλάι μου ο σύντροφος, ένα ντερέκι καλοκάγαθο, εργάτης, με τον καθετήρα του παρά πόδας.
Ησυχία.
Εν αναμονή των μεγάλων μαχών.
Αυτή την ώρα αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως φρουρά απεργιακή.
Σιγοτραγουδώ Ραούλ Βανεγκέμ, ένα τραγουδάκι πολύ αγαπητό σ’ εμάς
τα παιδιά των Λυσσασμένων:

(«la vie s’ecoule, la vie s’enfuit…»)

Πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση.

                                     (La lute continue, Σισμανόγλειο, Σάββ. 12/7/20, 1.30 π.μ.)

La vie s’ ecoule, la vie s’ enfuit. Η ζωή περνά, η ζωή χάνεται. Αλλά ο αγώνας συνεχίζεται. Με μουσική, τραγούδι, γέλιο και συντροφικότητα. La lute/lutte continue. Γιατί, όπως έλεγε και έγραφε πάντα στα ποιήματά του ο Θεόδωρος Μπασιάκος, η επανάσταση γίνεται για τη χαρά της ζωής και όχι (μόνο) για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του ανθρώπου. Εξού και εκείνο το «Ζήτω το παγκόσμιο γλεντζαριάτο! ΓΛΕΝΤΖΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ, ΕΝΩΘΕΙΤΕ!» που έβγαινε ατόφιο από μέσα του και έκλεινε όλη την τρυφεράδα των λόγων και των έργων του. Στον εμμενή κομμουνισμό και μάλιστα στον εμμενή γλεντζέδικο κομμουνισμό, δηλαδή στην κουλτούρα της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της χαράς της ζωής, έβλεπε την πραγματική φύση του ανθρώπου, τον ανυπότακτο άνθρωπο, παρόλη την ιστορική του αλλοτρίωση: «η φύση του ανθρώπου είναι το κερνάτε αλλήλους. Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Άντε, στην υγειά μας ρε! Ζήτω η ζωή έξω οι Αμερικανοί, που έλεγε κι ο μπάρμπα Γιάννης ο Σκαρίμπας».

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος -ή Γκαν-γκάν ή Γκαγκάν Μυτεράν ή Ινδιάνος ή Τεό Μπασιάκ, όπως ήταν μερικά από τα ευφάνταστα και παιγνιώδη ονόματα που κατά καιρούς υιοθετούσε-, υπήρξε αναμφίβολα μία από τις αυθεντικότερες φωνές της αντεργκράουντ ποίησης της Αθήνας. Ίσως η σπουδαιότερη. Με τα αποχαιρετιστήρια λόγια ενός από τους φίλους του, του ποιητή Γιώργου Κεντρωτή, τον Ιούλιο του 2020, «ο Μπασιάκος είναι περιθώριο αυθεντικό. Καθόλου ιμιτασιόν, καθόλου φολκλόρ, καθόλου φιγουρατζής. Δεν περιάγει την τέχνη του επαιτώντας θαυμασμό και αναγνώριση. Σούμπιτος είναι η τέχνη του και η τέχνη του είναι η ίδια του η ζωή. Ο ίδιος ήταν τραγουδιάρης: λάτρευε τα ρωσικά και τα τσιγγάνικα τραγούδια, όπως επίσης και τα ιταλικά. Τα ποιήματά του είναι τραγούδια – δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά είναι… Ο Μπασιάκος είναι ποιητής ταγμένος στη μεριά των προλετάριων. Τελεία. Ούτε «μποέμ» ούτε «προφητικός» – αυτά είναι για τους αστούς ποιητές, για να νιώθουν ότι δεν είναι αστοί, αλλά κάτι άλλο».

Στα ρεπό τους
τα «δουλικά»
(βουλγάρες, ρωσσίδες κλπ.)
ανταμώνουνε πάντα
στο ίδιο παγκάκι
σ’ αυτήν εδώ την πλατεΐτσα
καπνίζουνε ασταμάτητα
και τα λένε τα λένε
και καπνίζουνε
και κουνάνε τα
πόδια τους νευρικά –
κι αυτό είναι
-αυτό!-
το μέτρο των στίχων μου.

                (Το μέτρο)

Σκαλίζοντας ο ίδιος ένα μικρό βιογραφικό σημείωμα για όπου και όταν χρειαζόταν, συστηνόταν ως εξής:

Ο επιλεγόμενος Θεόδωρος ο γκαν-γκαν.
Γεννηθείς το 1963 εν Αθήναις (με ρίζες εις Καζακλάρ, επ. Τυρνάβου και αλλαχού).
Έχω κάνει πολλά και διάφορα μέχρι τούδε. Προκοπή δεν έκανα, διότι δεν μου πάει.

Έχω γράψει πολλά ποιήματα κυρίως. ιστορίες για αγρίους κ.ά. Πολλά δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς, εδώ κι εκεί, σε περιοδικά λογοτεχνικά και πολιτικά, σε φανζίν καθώς και στον επαρχιακό τύπο. Ποίημά μου πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Νέο Σοσιαλιστή», τροτσκιστικό εφημεριδάκι της μεταπολίτευσης. Ποιητικές συλλογές επισήμως έχω βγάλει τα Μαύρα Μάτια, Πλανόδιον 2006, και παλιότερα τα νεανικά 22 ποιήματα και Πολύ ευγενής, αρχές Δεκ. ’80. Συνήθως διακινώ τα ποιήματά μου εκτός εμπορίου υπό μορφή μικρών αυτοσχέδιων φυλλαδίων, με πιο γνωστό ίσως το Αγγούρια και μαργαρίτες. Ηλεκτρονικά κυκλοφορεί η συλλογή Κούκου-νιάου, Ενδυμίων 2017. Στην δε ομαδική συλλογή Επ7ά φωνές, Εξιτήριον 2018, συμμετέχω με κάποια λεγόμενα «Γαλλικά μου τραγούδια».

Η καλύτερή μου πάντως, είναι τα «λάιβ» μας, κάτι αρμένικες βραδιές αντεργκράουντ ποίησης και μουσικής μέχρι πρωίας σε λογής καταγώγια της Ανατολικής Όχθης των Αθηνών!

Κι’ οι φίλοι μου
είναι
όλοι τους
ένας κι’ ένας που λένε
Περιθωριακοί μεν
αλλά ιδιοφυίες
όλοι τους
Συνομιλητές σπουδαίοι
Μαχητές των δρόμων γενναίοι
Γερά ποτήρια
Ποιήματα πιο γερά κι’ από ποτήρια ακόμα
Καμμία* σχέση εννοείται με βραβεία κι εξουσίες
ή καριέρες
Όλοι
όλοι τους – όλοι μας
Καλοφαγάδες
Κι ας μην έχουμε να φάμε
(να μην έχουμε καν έναν πλούσιο φίλο…)
Όλοι
όλοι τους – όλοι μας εν τούτοις
με καλό γούστο
(για το οποίο δεν φημίζεται η μπουρζουαζία,
την οποία όμως και με το δίκιο μας την έχουμε χεσμένη…)
-αυτό είναι το ωραιότερό μου
ποίημα, το συνεχίζω αύριο ή συνεχίστε το εσείς –

                      (Είμαι οι φίλοι μου)

Ποίηση για τον Μπασιάκο είναι το πάθος (με τη διττή έννοια) και η μαρτυρία των καιρών – και ποιητής αυτός που ζει σαν ποιητής. Αυτός δηλαδή που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ποιητικά. Οι ποιητές «οφείλουν να ρίχνουν νέα συνθήματα στο πλήθος και να χάνονται ύστερα και οι ίδιοι μέσα στο πλήθος που ήδη γίνεται ποιητικός λαός». Και κρίνονται από τη στάση τους στη ζωή, κυρίως από τη στάση τους απέναντι στο κατεστημένο.

Γράφω θα πει δρόμος
(κι αντίστροφα…)
θα πει δρόμο παίρνω και δρόμο αφίνω
θα πει γυρνάω
περπάτημα
δημοσιές
σταυροδρόμια
θα πει τόποι/σταθμοί/πολιτείες/άνθρωποι/μουσικές ανθρώπων
Γράφω θα πει δρόμοι της μουσικής
και της αγάπης.

(Το γράψιμο)

Και αλλού:

Γράφω
με τα χέρια στις τσέπες,
αλά σουλατσαδόρος.
Γράφω με τα πόδια,
στον δρόμο.
Οι βόλτες μου είναι η ποιητική μου συλλογή.
(Κυκλοφορεί!)
Τα γραπτά μου – απλώς κάποια ίχνη π’ αφίνω πίσω μου
κι’ αργά ή γρήγορα θα χαθούν·
ελαφρές πες μελωδίες που σφυρίζω αδιάφορα
καθώς διασταυρώνομαι με τίποτ’ ύποπτους μπάτσους…

                                      (Με τα χέρια στις τσέπες)

Και βέβαια, δεν γίνεται επανάσταση χωρίς μουσική –«ο έρως θέλει φίλημα κι’ ο πόλεμος τραγούδια»–, χωρίς η ποίηση να καταφάσκει στη ζωή και να συμμετέχει σε αυτή. Με γλώσσα καθημερινή και ανεπιτήδευτη ο Μπασιάκος φτιάχνει ποίηση βαθύτατα ανθρωπιστική και τα ποιήματά του συντονίζονται και ακολουθούν την (καθημερινή) ζωή και τη στιγμή που δεν πρέπει να χαθεί.

Κατηφόριζα την Τοσίτσα – μπορεί και ν’ ανηφόριζα – αργά και ξάφνου στης νύχτας μέσα τη σιγαλιά ακούω ένα σαξόφωνο. Ήταν ο Άρης ο Βαμπίρ, ο Άρης ο Ρέτσος, μορφή εμβληματική της Πλατείας κι’ ηθοποιός σπουδαίος (τον είχαμε τότε πρόσφατα απολαύσει στη διονυσιακή «Μανία»…) π’ αυτοσχεδίαζε με το σαξόφωνό του στον ρυθμό μιας τζαζ μπαλάντας, εκεί στο περίφημο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου… Κάθισα ήσυχα στο διπλανό παγκάκι και τον άφισα να παίζει για πάρτη του και για μένα all night long.

Μα τον άγιο John Coltrane, μα την αγία Billie Holiday, φχαριστήθηκα μελαγχολία εκείνη τη νύχτα.

                                                                                                  (Νυχτοπερπατήματα)

H εξύμνηση της ζωής, της ζώσας ζωής, αυτό το ζωοφόρο και νικηφόρο και γλεντζέδικο Vivere Freakolosamente που υπερασπίστηκε μέχρι τέλους ο Τεό Μπασιάκ με την καρδιά και τις ιδέες του – ενάντια στο νεκρόφιλο και ατιμωτικό για τον άνθρωπο Vivere Pericolosamente των φασιστών – μοιάζει με ένα μεγαλειώδες τσιγγάνικο πανηγύρι που στήνεται ρεφενέ στη γη των ωραίων ανθρώπων, στη γη των προλετάριων.

Δεν είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος βαστάει από τον απόπατο
Ένα μικρό μόνο μέρος της ανθρωπότητας βαστάει από τον απόπατο.
Οι άνθρωποι κατά βάσιν είναι
ωραίοι άνθρωποι

που βαστάνε απ’ τα σύγνεφα / βαστάνε απ’ τα Παρίσια / βαστάνε απ’ τους γκρεμνούς / βαστάνε απ’ τ’ αμείλικτα ερωτηματικά της ρετσίνας των ξηροσφυράδικων / απ’ τις φιλοφρονήσεις και τις προπόσεις / βαστάνε απ’ το καπέλο του θαυματοποιού με τα πουλιά / βαστάνε απ’ τα δειλινά / απ’ το γιασεμί και τα λαϊκά κεντήματα / βαστάνε ιδίως απ’ τις “καλημέρες”/βαστάνε απ’ τα τυπογραφεία και τα βιβλιοδετεία/βαστάνε από τις τροχιές των πεφτάστερων/βαστάνε απ’ τους ψιθύρους των λουλουδιών του Χλέμπνικωφ κι’ απ’ τη φλογέρα του Λογαρίδη/βαστάνε απ’ τ’ αποστακτήρια σπιτικής μολδαβέζικης βότκας/βαστάνε απ’ τα δακτυλίδια του καπνού/απ’ τα φοιτητικά δωμάτια/βαστάνε απ’ τις περιοδείες των μπουλουκιών στα κατσάβραχα/βαστάνε απ’ τις ευφάνταστες παρλάτες των κομπογιαννιτών/ βαστάνε απ’ το τόπι που παίζει που παίζει κάποιο κοριτσάκι/βαστάνε απ’ τα σφυρίγματα του αλήτη/βαστάνε απ’ το φιλί του μερακλή/βαστάνε απ’ τ’ ανατολίτικα παζάρια κι’ απ’ τους αράπικους τεκέδες/απ’ την καπνιά και τις ομίχλες των σιδηροδρομικών σταθμών/απ’ τα τσίρκα των ψύλλων/βαστάνε απ’ το χαμόγελο/βαστάνε από το γέλιο/βαστάνε από τα κουδουνάκια της πρωινής σκουπιδιάρας κι απ’ τα πρώτα πρωινά πουλάκια/βαστάν επίσης απ’ τον κόκκορα που λαλεί μες στο σκοτάδι/βαστάνε απ’ τα όνειρα στα συντρίμμια των χθεσινών ονείρων/
ωραίοι άνθρωποι
που βαστάνε από τις πλάκες εκείνες τις παλιές του γραμμοφώνου με τα παθητικά τανγκό και τα τσιγγάνικα εμβατήρια…
Όχι, λοιπόν, δεν είναι αλήθεια πως όλοι οι άνθρωποι βαστούν απ’ τον απόπατο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι απλώς βαστάνε απ’ τον πίθηκο και πιστεύουν στο θεό/άλλοι πάλι στον Κινγκ Κονγκ…

(Μα κατά πώς λέει η Κατερίνα σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος!)
(Δεν είναι αλήθεια…)

Vivere Freakolosamente συμβαίνει κάθε φορά που περιγελούμε τον πολιτισμό των κατά Μπασιάκο επικίνδυνων ηλίθιων «ΚΔΩΑ» που μας κυβερνούν («Κτηνώδης Δύναμις Ογκώδης Άγνοια»), κάθε φορά που βγάζουμε τη γλώσσα και πολεμάμε το πλιάτσικο και την αρπαγή που είναι η «κουλτούρα των τσοπαναραίων» και σήμερα έχει εξελιχθεί σε αυτό που ονομάζουμε νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Να δουλεύεις για να δουλεύεις.
Να τρως για να τρως
Έτσι πάει!
Να δουλεύεις για να τρως, δεν το καταλαβαίνω.
Να μη δουλεύεις για να μην τρως, αυτό το καταλαβαίνει ο
νεοφιλελεύθερος μόνον
κι ο Απόστολος Παύλος βεβαίως.
(Ποτέ μου δεν τον χώνεψα τον Απόστολο Παύλο).
Η αγάπη, λέει ο μπάρμπα Κάρολος κάπου, ανταλλάσσεται μόνον με
αγάπη.
Γι’ αυτό κι’ εγώ:
είμαι νεαρός μαρξιστής

Επί τη ευκαιρία, αύριο είναι εργάσιμη μέρα ή καθόμαστε;
(Ρωτάω, διότι προτιμώ να καθόμαστε και να πληρωνόμαστε παρά να εργαζόμαστε και να μη πληρωνόμαστε).

                                      (Αμ’ πώς!)

Μέχρι τη στιγμή που θα φανταστούμε και θα πραγματώσουμε έναν άλλο κόσμο, ένα συλλογικό Vivere Freakolosamente, όχι για να πεθάνουμε ευτυχισμένοι, αλλά για να ζήσουμε ελεύθεροι.

Δεν μου αρέσει η ευτυχία. Άμα μυρίζομαι ευτυχία το στρίβω αλα γαλλικά. Προορισμός μας σ’ αυτή τη ζωή είναι η ελευθερία, όχι η ευτυχία. Τα κλουβιά κι’ οι ανέσεις τους δεν είναι για μας τους κορυδαλλούς.

Επ’ ευκαιρία: Τι σχέση μπορεί να έχουν με φυλακές οι κορυδαλλοί; Αδιανόητο! Πρέπει αμέσως να καταργηθούν οι φυλακές ή ν’ αλλάξει όνομα η συνοικία πρέπει.

Τα καναρίνια: Καλές φωνές. Και τα τραγούδι τους «πιασάρικα», «πουλάνε». Εμένα όμως δεν με συγκινούν. Καναβούρι κι ευτυχία – άστο καλύτερα.

Καλά λέει ο Μαγιακόφσκι: Στραγγαλίστε τα καναρίνια!

                                                 (Ornithology)

Vivere Freakolosamente, λοιπόν, και στην υγειά της Άνοιξης!

Είναι η εποχή των ποιητών
των λουλουδιών
των γαϊδάρων
Είν’ η εποχή των αναταραχών
του Μάη του ‘68
της Άνοιξης της Πράγας
(και της Κομμούνας, φυσικά)
Είν’ η εποχή των ωραίων καταστάσεων.
Ε ο υ ΐ!
έτσι λέει κάνουν τ’ αγριολούλουδα σαν ανθίζουν,
ο Χλέμπνικωφ το λέει.

Σε λίγες μέρες, πάνω κάτω μαζί με την παγκόσμια ημέρα Ποίησης, θα μας αλλάξουν πάλι την ώρα, θα μας βάλουν να γυρνάμε πάλι μπρος-πίσω μια ώρα τα ρολόγια… Το γνωστό βαρετό αστικοδημοκρατικό τροπάρι.

Αλλά εμείς, αδέρφια, εμείς όχι!
Εμείς είμαστε με τους ηρωϊκούς Κομμουνάρους,
που πυροβόλαγαν τα ρολόγια:
Κάτω ο μπουρζουάδικος χρόνος σας!
(Το δίχως άλλο το πιο σπουδαίο επεισόδιο επαναστατικής βίας όλων των εποχών!)
Εμείς θέμε:
Ρολόγια δίχως δείκτες! Ζωή δίχως θεούς και αφέντες!

                                              (Άνοιξη)

Vivere Freakolosamente και στην υγειά των φρηκ, των μπήτουλων και των νυχτερινών μπλουζ!

Το σκέφτηκα πολλές φορές
να ξεπουλήσω τη μικρή μου βιβλιοθήκη
Μ’ ένα ευρώ το κομμάτι, μαζεύονται 6-7 χιλιαρικάκια.
Είναι μι’ ανάσα.
Στο μεταξύ μαζεύονται οι λογαριασμοί τα χρέη
-δέκο, εφορία, τράπεζες –
Έννοια σου, θα τους ξοφλήσω με βιβλία
(σπάνιοι πολύτιμοι τίτλοι)
Κι’ αν τους αρέσει.
Αν δεν τους αρέσει, μι’ ακόμα απόδειξη
πόσο βάρβαρη, αμόρφωτη, κακόγουστη είναι
κι’ άξια μονάχα περιφρόνησης
η παρακμιακή αστική τάξη των καιρών μας.
Εγώ τα βιβλία θα τα κάνω όλα παστουρμά, τσιγάρα και ρετσίνα
(Έξω φτώχεια!)
Θα κρατήσω μονάχα το «Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ»,
καρδιά μου,
Να το ‘χουμε για προσκεφάλι σα πλαγιάζουμε στα σανίδια.

                                         (Τα blues των 10.38 μ.μ.)

Vivere Freakolosamente και γεμίζουν τα ποτήρια στη μνήμη σου, τρυφερότατε ποιητή Γκαγκάν Μυτεράν!

Έχω κατασταλάξει στα 50 τόσα μου:

Αληθινός πολιτισμός – κι’ ίσως το μόνο που μένει, που θα μείνει – είναι τα ήθη και τα έθιμα και η αισθητική του περιθωρίου και του υπογείου, των ουτιδανών, των φρικιών, των εργατικών, των αράπηδων, των ρεμπέτηδων και των τζαζιστών, των λεγόμενων μειονοτήτων – εμένα τουλάχιστον εκεί θα με βρείτε…

Αλλά – μη μ’ ακούτε συνάδελφοι – μπορείτε αν θέλετε να βρείτε και καμμιά τρύπα να τρυπώσετε κι εσείς στο σύστημα, μην είστε κορόϊδα!

ΥΓ. (Όχι πως είμαστε τίποτε άγιοι εμείς… μα δεν το παίζουμε κι ούτε είμαστε Κύριοι και Κυρίες εμείς… Αντίο σας!)

(Εγωπρόβατα)

(Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Κώστα Δεσποινιάδη των εκδόσεων Πανοπτικόν για την απόφαση της συγκεντρωτικής έκδοσης του έργου του Θεόδωρου Μπασιάκου (1963 – 2020). Μαζί με τη Μαριάνθη Μαρκοπούλου, σύντροφο του ποιητή, επιμελούνται και παραδίδουν στους αναγνώστες ένα βιβλίο φτιαγμένο με υποδειγματική φροντίδα και περισσή αγάπη. Στο εισαγωγικό τους σημείωμα αναφέρουν: «Ο Μπασιάκος, προέρχεται από τον αστερισμό των βιολιών, εκεί που ό,τι ακούς, ό,τι διαβάζεις, ότι αγαπάς σε ποτίζει μέχρι το μεδούλι. Η ζωή η ίδια είναι το ποίημα. Ελπίζοντας, λοιπόν, ότι δεν προδώσαμε σε κανένα σημείο το πνεύμα και τη θέληση του Θόδωρου, παραδίδουμε τα άπαντα/άπα(ν)τα του Γκαγκάν, ο οποίος μειδιώντας από εκεί που βρίσκεται, θα γεμίζει το ποτήρι του, θα ανάβει τσιγάρο και θα λέει εβίβα στους φίλους και αγνώστους που θα πάρουν στα χέρια τους το βιβλίο αυτό»).

  • Σημείωση: Στην έκδοση κρατήθηκε, κατόπιν επιθυμίας του ποιητή, η ορθογραφία και η αισθητική που ήθελε να έχουν οι συλλογές του. Ιδιαίτερα στο ζήτημα της ορθογραφίας, ο Μπασιάκος είχε ιδιαίτερες απόψεις, στις οποίες επέμενε και ήθελε να γίνουν σεβαστές. Όπως έγραφε: «Ξέρω τρεις ορθογραφίες, τουλάχιστον, αλλά βεβαίως γράφω όπως μου γουστάρει. Και επί τη ευκαιρία θα ζητούσα κι απ’ τους εκδότες περιοδικών και μπλόγκερς που δημοσιεύουν κομμάτια μου να διατηρούν την ορθο-ανορθογραφία μου, όχι ότι με πειράζει, ό,τι θέλει ας κάνει καθείς, αλλά κι εγώ για κάποιο λόγο γράφω ό,τι γράφω έτσι όπως το γράφω».

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.rednblack.gr/stiles/i-antergkraount-poiisi-kai-to-vivere-freakolosamente-tou-theodorou-basiakou/?fbclid=IwAR3EOh5etWGCv0vGSlutDPiPYLUB0LJALRIQBmrVhKEXzW4SdqlIysQOF7E

Κατερίνα Φλωρά, Επέτειος

Με το μούδιασμα του κενού ξεκίνησε η μέρα
βαρύ το σώμα, νωχελικές οι κινήσεις
μας μετέφεραν αυτόματα σε όσα συνήθως.

Μια στιγμή θύμησης από το κοντινό παρελθόν
μας γνέφει ειρωνικά και πλαγίως
κοιτάζοντας την αμηχανία μας.

Μια στιγμή ζωής, δεν μετανιώνω για τίποτα είπες κυρία Ασπασία
και σκέφτηκα ότι μια γενιά φεύγει και τί ακολουθεί
καθώς το γκρίζο κυρίευε τη μέρα.

Του δειλινού η μαβιά χροιά
το θαμπό σήμερα φτάνει στο τέλος
επανάληψη, κυκλικότητα, λίγο φως στο βάθος.

Γεωργία Διάκου, Αφοσίωση

όταν πηδάω στο κρεβάτι
και με πιάνεις στον αέρα
είσαι παιδί μου, λες
δεν μπορώ να σε εγκαταλείψω
και το σώμα μου γίνεται μαλακό
τσακίστηκα όταν έλειπες
κι έμεινα με το μυαλό στο χέρι
ένας σκληρός εγκέφαλος

*Από τη συλλογή «αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία», εκδ., θράκα, 2022.

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

ΤΩΝ ΜΥΡΜΗΓΚΙΩΝ ΤΟ ΧΡΩΜΑ

Κάθε μέρα μυρμήγκια ψάχνω γύρω μου
μη και μου φάνε το ψωμί
το φαΐ μη και μου φάνε
να θυμηθώ αρνούμαι ότι από πείνα ακόρεστη
μια νύχτα αλγεινή τα είχα όλα καταπιεί

κανείς -ούτε κι εγώ- δεν κατάλαβε
πως τα πεθαμένα μάτια μου
είχαν των μυρμηγκιών το χρώμα

*

ΣΥΝΤΑΓΗ


Των ποιημάτων οι λέξεις
πνοές ιερές

παρηγορούν παυσίλυπα
τη ραγισμένη αμετακλήτως
φλέβα της ψυχής

*

ΔΑΚΡΥΑ

Δάκρυα πλημμυρούν τα μάτια
μέχρι που όλα γύρω θολά
μέχρι που τίποτα πια
σημασία δεν έχει

το πώς και το γιατί
Αδιάφορο

*Από τη συλλογή «Ενδορηγματώσεις», εκδ. στίξις, 2022.

Γιώργος Δρίτσας, Η μπαλάντα του Λούη Τίκα

Μαύρη πέτρα,
η φτώχια των ανθρώπων,
ρίχτηκε στο λιμάνι του Ρεθύμνου·
το σκουριασμένο πλοίο στοίβαξε
τις τελευταίες, πεταμένες ελπίδες
καθώς η Κρήτη γινόταν μια μικρή
κουκίδα μέσα στον λαβύρινθο
των ωκεανών.

Στου Νέου Κόσμου
τις ακτές όπου ο Κολόμβος, ρακένδυτος,
δόξασε τον νόμο της ισχύος
και τον μακάβριο κανόνα της
υποταγής του ανθρώπου στον άνθρωπο
-όταν τα πάντα πίσω του
είχαν χαθεί,
ήρθες υπηρέτης,
μέλος μιας άλλης
γενιάς σκλάβων
αυτών του Κεφαλαίου.

Από τις τάξεις των I.W.W.
στα μεταλλεία του Ροκφέλλερ
έκανες την αξίνα όπλο
και τη μαυρισμένη
φόρμα εργασίας τη μπαντιέρα
ενός νέου λαού,
της τάξης σου.

Ενώ το αίμα
των εργατικών συνδικάτων
του Σικάγο
δεν είχε ακόμη στεγνώσει
από τη μαγιάτικη εξέγερση του 1886,
βάδισες ξανά
στο μονοπάτι του αγώνα.

Στο Ludlow σφραγίστηκε
η πορεία σου
κάτω από το δειλό
χτύπημα ενός διεκπεραιωτή
“του νόμου και της τάξης”.

Το κρανίο σου άνοιξε,
κόκκινο αίμα χύθηκε δίνοντας
στις αγνές προθέσεις σου
το χρώμα της αντίστασης.

Από τότε,
κάθε φορά που η αδικία
σκιάζει τις καρδιές των ανθρώπων
πορεύεσαι σιωπηλά
-μαζί με τον Μαρίνο Αντύπα,
μέσα στις σκέψεις
των καταπιεσμένων,
δίνοντάς τους θέληση
να πολεμήσουν
για αυτό που έχει απομείνει.

Το ψωμί και την αξιοπρέπεια

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή, “Σαλός Μαγνήτης” της Ρωξάνης Νικολάου

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος*

Μια κριτική σ’ ένα λογοτεχνικό έργο έχει χρέος να γίνεται πρωτίστως με σεβασμό προς το έργο. Κατά δεύτερον, επιτάσσεται η απαραίτητη προσοχή ώστε να μην κυριαρχήσει το συναίσθημα έναντι της κριτικής ανάλυσης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο κριτικός επιβάλλεται να υπαγορεύει στην κριτική του να βρίσκεται με συνέπεια όχι κάπου αλλού αλλά πάντοτε εκεί, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να επιλέξω μια ποιητική συλλογή – για παράδειγμα τη συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου (εκδόσεις Φαρφουλάς 2022) και να τοποθετηθώ για το συγκεκριμένο έργο με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μ’ εντυπωσιακές ποιητικές εκφράσεις, με συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις ή και με τη συνήθη πομπώδη χρήση του λόγου. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη κριτική – και δη η κριτική εν γένει – είναι επιβεβλημένο να πιέζει το λογοτεχνικό έργο – για παράδειγμα εδώ τα ποιήματα της Νικολάου – στη μέγγενη και στη βάσανο του κριτικού ελέγχου. Το κατάλοιπο αυτής της εξαντλητικής πίεσης δεν μπορεί να μην το βαραίνει το θραύσμα της πολιτικά ιστορικής θέσης του εκάστοτε δημιουργήματος. Ο εντοπισμός της αλήθειας ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνίσταται βέβαια στην επικαιροποίησή του αλλά στην ανάδειξη της σχέσης του με την καθολικότητα της πολιτικής του ύπαρξης. Η ποιητική συλλογή της Νικολάου για παράδειγμα ενδείκνυται για την πολιτική της ποιητική οντολογία. Είναι προφανές ότι τα ποιήματά της δεν συγκροτούν συνθηματικό λόγο ούτε βέβαια ρομαντικό κομεντί μονόλογο. Ένα αξιόλογο στοιχείο στην ποίηση της, το οποίο αφήνει χώρο για να λειτουργήσει το πολιτικό στοιχείο, έγκειται στην χώνευση των νοημάτων, στην επεξεργασία τους και τελικά στην προσφορά τους στον αναγνώστη ως ποίηση. Η επίτευξη της ποιητικής της εργασίας απαιτεί τον χώρο μιας πραγματικότητας, πέρα δηλαδή από γλωσσικά εφέ και συγκινησιακές, μεταφυσικού τύπου, επικαλύψεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, Σαλός Μαγνήτης η ποιήτρια καθιστά αναγκαία τη συνθήκη της χώρας της. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως αποκωδικοποιητές του κατεσταλμένου οικείου. Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται όχι τα δικά της μυστικά αλλά της πατρίδας της. Η γυμνή και κρύα χώρα παραμένει ενεργή παρουσία στη συλλογή, απαλλαγμένη από τις εξαρτήσεις της μητρόπολης.


Στο ποίημα Μια κοπέλα που την έλεγαν Πέτρα, διακρίνει κανείς αυτήν ακριβώς την μοιραία παρουσία της πατρίδας, όχι ασφαλώς ως κάτι που αποσπάται από την ύπαρξη αλλά ως κάτι που την καθορίζει ως πολιτικό ον· ως, δηλαδή, «σάρκα ψυχής»:

«πως έριχνα μαύρη πέτρα
στην πατρίδα
κι εξουθενωμένη
από τη νοσταλγία έφτανα
σ’ ένα café του Μονάχου

και τη μαύρη πέτρα
σκέπασαν βρύα
κι η μαύρη πέτρα
που τη σκέπασαν βρύα
έγινε η σάρκα της ψυχής.»

Ο «σαλός μαγνήτης» της Ρωξάνης είναι ο ίδιος ύπαρξη και δη πολιτική ύπαρξη. Είναι ο σαλός μαγνήτης ο οποίος:

«Έσωσε λίγη γη απ’ τα δόντια τους και μέσα της κοιμήθηκε.
Στυλώνει με τα οστά του ανήκουστη μουσική.»

Είναι ο σαλός μαγνήτης η συνείδηση εκείνη που κρατάει «σπαθί από αίμα και λάσπη (αίμα και όνειρο)». Η πρωτοτυπία της ποιητικής δημιουργίας της Νικολάου μεταξύ άλλων συγχρόνων της, που υποτάσσονται στην ασφάλεια του συμβιβασμού, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι δανεισμένη, ούτε ντυμένη με την καθαρότητα της ιστορίας και την αποκρυσταλλωμένη της μορφή. Αυτή η ιστορική συνείδηση βρίσκεται κατά την ποιήτρια κατάχαμα, χάμω, στο πάτωμα και πάνω στις πέτρες:

«Τις πέτρες φτιάχνω για τα χαλάσματά μου που όμορφα
θα σκορπιστούν μες στ’ αγριόχορτα και τις τσουκνίδες
δεν γράφω ποιήματα.»

Και βέβαια γράφει ποιήματα αλλά και βέβαια δε γράφει. Η γλώσσα-έρημος δεν της ανήκει:

«ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
«η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει».

(Όλα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός)

Αυτή η συνείδηση κείται μακράν τους φωτός, ακόμα αναπνέει με πείσμα μόνο χώμα:

«Αντιγράφω τα λόγια της βρύσης σου: «αφότου έφυγες
στέκω των ερειπίων μπάστακας, νερό δεν έτρεξα ξανά
μόνο χώμα».»

Εναποθέτει τις δυνάμεις στον αγώνα για την αιώνια ήττα. Δεν υπάρχει νικηφόρα έκβαση στην ποίηση της Ρωξάνης· γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ψόφιους ήρωες:

«ΘΥΜΗΣΟΥ ΟΠΟΙΑ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΎΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ ΜΑΣ
Βάζω τ’ αφτί μου στην κοιλιά της γης.
Ένα καρφί γυρνά μες στην καρδιά μου
χύνεται ακόμα αίμα
κι αυτή γεννάει όλο γεννάει.»

Αφού πια δεν υπάρχουν μυστικά, η συνείδηση σπασμένη και σπαρμένη σαν το χώμα της πατρίδας της, δημιουργεί την ίδια την πατρίδα ή το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης όπως τιτλοφορείται το ακόλουθο ποίημα:

«Φορά παράταιρα ρούχα. Στο χέρι του
κρατά πουρόπετρα του Μάμμαρι.
Παραμιλά για τα δέντρα του που έπαθαν
άνοια και κατάθλιψη που ούτε τα πουλιά
δεν τα πλησιάζουν πια,
για τον παμπάλαιο αέρα του τόπου
που κλείστηκε κι εκείνος στον εαυτό του
αφού πρώτα είπε: «αφήστε με να κοιμηθώ,
να κουρνιάσω στ’ αγαπημένο χώμα,
το άθλιο εμπόριο να ξεχάσω.»

Τέλος, αν στη συλλογή Ψαλιδιστής (εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2018) ξεκινάει η σύνθεση του προσώπου – του σπασμένου πάντα προσώπου:

«Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο…»

(Παραμύθι)

τότε στο Σαλός Μαγνήτης επιτελείται μια σύνθεση της πολιτικής συνείδησης του τόπου, του Κυπριακού τόπου, του τόπου εκείνου που ακόμα δεν υπάρχει, που ακόμα τρώει χώμα και μαγνητίζει «σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα» κι αγωνίζεται να παραμείνει σαλός αλλά «ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

«ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ
ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

*Από το https://www.monocleread.gr