Δημήτρης Μακούσης, Υποθέτοντας δυο μάτια δυο χέρια

Υποθέτοντας δυο μάτια δυο χέρια
ένα στόμα διψασμένο και πόδια βαθιά μέσα στην νύχτα
ένα ποτήρι ν’ αχνοφαίνεται στην μπάρα
το πρίσμα του κόσμου που συντηρεί ο πάγος
κι εκείνο τ’ όνομα σ’ ένα χαρτάκι γραμμένο
η υδρόγειος που γυρίζει ακόμα στο σύμπαν
τα ντεσιμπέλ εναλλάσσονται όπως οι εποχές
αν κι ο καιρός ολοένα πια κι ενώνεται
με κείνο το μονότονο ξημέρωμα
π’ αναβλύζει στην σιωπή και δεν γνέφει
ίσως φωνάζει ο αυριανός παγκόσμιος πόλεμος
μα της πόλης ο θόρυβος τα παιδιά της μεθάει
ο ήλιος διστάζει ν’ ανατείλει στην πέτρα
χιονίζει σ΄ ασίγαστο φως

*Collage art: Bill Noir

Κώστας Δεσποινιάδης, Τρία ποιήματα

Η ζωή μου στοιχειωμένη από ημερομηνίες
θάνατοι, επέτειοι, χωρισμοί.

Δεν ξέρω για τον χρόνο,
αλλά το ημερολόγιο
είναι μια ανθρώπινη επινόηση
φριχτή
που πελεκάει τη μνήμη.

*

Άσπλαγχνη μνήμη, άδικη
ό,τι ωραίο έζησα λειώνει
σαν να ‘ταν χιόνι
κι όλα τα άσχημα εδώ
βουνά αμετακίνητα.

*

Τι να ‘λεγε ο Φιοντόρ
για τούτο το όνειρο πάλι
Εκείνη ποδοπατημένη
από έξαλλα πλήθη
απλώνει το χέρι
να την σώσω
κι έπειτα το τραβά πίσω
σπρώχνω ν’ ανοίξω χώρο
η στέπα διαστέλλεται
θηλιές με πνίγουν
και δίνες ρώσικες
μα δεν θέλω να ξυπνήσω
Εκείνη στο όνειρο
-Φιοντόρ-
μην χάσω πάλι

*Από τη συλλογή “Ζέλμπα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2017.

Ευθύμιος Λέντζας, Από το “Μερίδιο”

Αυτές είναι οι μέρες μου
δίνοντας νόημα στον ήλιο
με το ένα μάτι στο όνειρο
το άλλο στη μέθη του έρωτα.
Το σπασμένο μου αίμα και η
καρδιά που χτυπάει στη θάλασσα
κι απ΄ τη βροχή επιστρέφει στην
πέτρα και στην Βάλια Κάλντα.
Μισό καλοκαίρι το σώμα μου
και το φθινόπωρο αργεί.

Εδώ πεταλούδες πλαστικές, σύριγγες,
μια τουαλέτα χωρίς κωλόχαρτο – θάνατος:
παιδί με λυμένα κορδόνια, γόνατα χτυπημένα,
κραυγές και νυχτοκλάματα’ παγωμένος
καιρός και πάντα μια μάνα.
Ο Κίσσαβος σαν βγαίνει απ’ την κοιλιά μου:
πράσινη χολή – σάλιο, κεφάλι, μια σκάλα.
Τειάντα πέντε χρόνια για το μερίδιο των αγγέλων.

*”Μερίδιο”, εκδ. Θράκα, 2022.

Γιάννης Λειβαδάς, Καθέδρα

Η απόγνωση δεν μου επιτρέπει
να είμαι απογοητευμένος.
Θανατική οριστικότητα
διανθισμένη με μπαρούφες.
Δεν είμαι βέβαιος πόσο καλά
φτάνουν τ’ αναπόφευκτα της λογής μου
από το υστερόχρονο μιας άδικης κατάρας.
Χρησιμοποιώ τον όρο άνθρωπος
με τον τρόπο που ένας φυσιοδίφης αναφέρεται
σ’ ένα σπανιότατο κοίτασμα ανεκμετάλλευτων λίθων,
με τον νόμο του ανύπαρκτου λόγου που ορίζει τις εμφανίσεις
και τις εξαφανίσεις μου
δίχως ν’ ανάγονται σε κάποια προμελέτη
εισφοράς ή αντίδρασης.
Καθέδρα παντερημότητας.
Όλα έχουν γούστο.
Αποτελειώθηκα και κάνω
τα στραβά μάτια στο επέκεινα.
Αυτή την υπόνοια πως είμαι
ευτυχισμένος:
άντε πιάσ’ τη.

6-4-2021

Γιάννης Ζέρβας, Το εκκρεμές

Δεξιά. Αριστερά. Δεξιά
Τα μάτια του
Παρακολουθούν το εκκρεμές
Όπως αγώνα τένις
Με το κεφάλι χωμένο στα χέρια
Τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι
Την καρέκλα καρφωμένη στο πάτωμα
Πάνω απ’ τον κάτω όροφο
Χτισμένο στον πιο κάτω
Κι εκείνο σε θεμέλια
Και σ’ ανεξερεύνητα ερείπια
Πόλεων αρχαίων βυθισμένων σ’ άλλες πόλεις
Στρώματα μέσα σε στρώματα απολιθωμάτων
Ως το πυκνό κέντρο της γης
Που φλογισμένο περιστρέφεται
Σε νεφελώματα ανάμεσα σε γαλαξίες
Στο σύμπαν σφηνωμένους.

Κι αυτός εκεί.
Μόνο το βλέμμα ταξιδεύει.
Δεξιά. Αριστερά. Και πάλι.
Σε ελάσσονα τροχιά υπομονετικά
Να νοσταλγεί το κέντρο
Που δε βλέπει.

Νίκος Γαλάνης, Σε όλα τα πρωτοσέλιδα

Αύριο ο μαύρος φίλος μου
θα βρίσκεται στο πρωτοσέλιδο
γιατί είναι αυτός που κρέμασε τη σημαία ανάποδα
κάτω από τις κόκκινες και τις λευκές λεωφόρους
είναι αυτός που έβαλε τη μπλε νύχτα
με τ’ αστέρια σε κλουβί
φυλακίζοντας
έστω για μια στιγμή την ησυχία
Αύριο να κοιτάξεις προσεκτικά
κάτω από τη γέφυρα
δίπλα από το λευκό αυτοκίνητο
σε όλα τα πρωτοσέλιδα της πόλης
θα φλέγεται η καρδιά μου
και σε παρακαλώ μη βιαστείς
να της περάσεις αλυσίδες

*Από τη συλλογή “Τζορτζ Φλόιντ”, Ηράκλειο 2020. Ο ποιητής διατηρεί το ιστολόγιο στο https://nvgalanis.blogspot.com

Ειρηναίος Μαράκης, Αντιπολεμικό

Η αγάπη είναι πόλεμος, είπες
σε κάποια περασμένα Χριστούγεννα.
Κι εγώ, καθώς ξημερώνει
στα χαρακώματα
ένα σκοπό τραγουδάω
από χρόνια περασμένα
από χρόνια ειρηνικά
από εκείνα που μας οδήγησαν
στη συντριβή.

Όταν επέστρεψα στην πατρίδα
η γαλανόλευκη σημαία
στόλιζε το φέρετρό μου.
Έγραψαν πως έπεσα σαν ήρωας
στο μέτωπο της Σμύρνης.
Δεν είπαν πως σκοτώθηκα
μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο
και με τη φωτογραφία σου
στο χέρι.

Σοφία Χανιωτάκη, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΦΥΛΑΚΗ

Σαν φυλακή μας έγινε η πόλη.
Αν είμαι έξω ή μέσα της, δεν ξέρω.
Επτά το πρωί.
Στέγες που έχουν άψυχους
και σπίτια χωρίς σώμα
σε δρόμους από έρημο
κι ορφάνια στρωμένους.
Κι άστεγοι πάνω τους,
να κοιμηθούν, να μη βραχούν, να μην κρυώσουν.
Κι αν βρέξει, έβρεξε.
Έχεις κοιτάξει άστεγο στα μάτια;

*

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΟΣΜΟΣ*

Αν διδασκόμασταν λίγο απ’ την ιστορία μας,
αν μας γοήτευε ο ήλιος που θα βγει
αν δεν φοβόμασταν τον διπλανό μας
αν εννοούσαμε αυτά που λέμε
αν δεν περιφρονούσαμε τους συν-ανθρώπους μας,
αν ήμαστε άνθρωποι-παιδιά, ερωτευμένοι με την ίδια τη ζωή
αν ξεδιψούσαμε εκείνον που διψά
δίχως να περιμένουμε φαΐ για ανταλλαγή,
αν δεν πουλούσαμε ανθρώπους και ζώα
αν δεν πουλούσαμε την ίδια την ψυχή μας…
Αν ξέραμε αγάπη τι θα πει,
ο κόσμος μας θα ήταν κόσμος.

*Κόσμος (εδώ): στολίδι.

*

ΜΕ ΛΕΝΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Υπάρχω για να χωρίζω τους ανθρώπους,
να μην τους αφήνω ν’ αγκαλιάζονται, να φιλιούνται, ν’ αγγίζονται.
Υπάρχω και πλέω σαν τη θάλασσα,
που ξεχωρίζει τα βλέμματα
που πνίγει τις ανάσες
που δεν αφήνει τις ψυχές
να πουν ούτε γεια ούτε αντίο.
Υπάρχω;
Είμαι εδώ, είμαι εκεί, είμαι παντού.
Και είμαι μέσα σου δυνατή σαν κυκλώνας.
Είμαι σκληρή και στέκομαι αγέρωχη μπροστά στον χρόνο.
Δεν με νοιάζει αν σου λείπω
δεν με νοιάζει αν μου λείπεις
γιατί είμαι μεγάλη, αλλά… υπάρχω;
Με λένε Απόσταση
και υπάρχω
σαν να μην υπάρχω.

*Από την συλλογή “Δέκα σελίδες”, εκδόσεις Βακχικόν.

Ηλίας Ν. Μέλιος, Ποιήματα

ΠΑΛΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΟΜΥΘΙΑ

του Μιχάλη Τ. και του Κώστα Δ.
εις μνήμην

η γλύκα του θανάτου -γλυκιά ζωή-
γονατίζει ρετάλι το κορμί
αγκαλιάζοντας
μάρμαρα χαμόγελα λευκά
και σιωπή βελούδινη σκληρή

θρύψαλα χρώμα κίτρινο τον νου σαν διαπερνάει
βαθειά ριζώνει στο χαρτί ψάχνει βαρέλι τρύπιο
να βρέχει χέρια και κορμί κρασί να ομοιάζει
να πνίγει εικόνες διάφανες τη μνήμη φυλακίζει
τζάμι σπασμένο φόρεμα αγάπες ν΄’ αυγατίζει
τ’ άσπρου θανάτου τη μεριά φόβος να κυβερνάει
να φέρνει χρόνους δίσεκτους μάτια ν’ αστροβολάνε
κι εγώ γυρεύω γράμματα το στόμα μου να κλείσω
ν΄ ακούω σιωπές τρικούβερτες το γλέντι να μη βρίσκω
ν΄ αναθυμούμαι τις χαρές που μέλλονται να κλέψουν
οι τρισκατάρατοι καιροί που πίσω σας εμείναν
να μη μπορώ να χαριστώ στους μήνες και τους χρόνους
που φίλοι σεις χωμάτινοι δεν πρόκειται να δείτε
κι ούτε πιοτό αιμάτινο τα γένεια σας θα βάψει
μόνο κεριά φυτρώνουνε στις άκρες των δαχτύλων
του ήλιου βάζουνε φωτιά να μείνει η σελήνη
στον λάκκο μέσα του μυαλού σαν μύλος να γυρίζει
να συντροφεύει ζωντανούς εμάς τους υπολοίπους

και ιστορεί απέθαντους βωμούς εσάς για πάντα!

*

ΣΟΜΑΛΙΑ

σας διαβεβαιώνω ότι, εάν αυτοί σιωπήσουν,
οι πέτρες θα φωνάξουν

Λουκάς, Τα Καλά Νέα, 19:40

μάτια τ’ αυτιά μου κι άκουσα πλατάνια ρημαγμένα
με την ανάσα των χεριών βαδίζοντας σκορπώντας
ο άνεμος καλεί φραγμούς αέρα δεν εισπνέω
πέτρες φυτεύοντας παντού στην πόλη δεν σκεφτόμουν
τύπος είναι που μ’ οδηγεί με φέρνει στην ουσία
όμικρον που τετράγωνο ορίζει τα πλευρά του
σκάβοντας πετροχώραφα νερά καλλιεργώντας
δίχως τον τύπο αδυνατεί ουσία να υπάρχει
κρύβω την κίνηση να ‘δω ισχύς η ακινησία
έξις οι λέξεις εξ αρχής γι’ αυτό τις αποφεύγω
δεν είναι Σαρτρ είναι ο Σαντ η πυρκαγιά του Άδη
που κατεβαίνει σέρνοντας υψώνοντας στ΄ αστέρια
μωβ τη σημαία της χαράς πατρίδα σώμα-λεία
με τραίνα σκόρπια να περνούν Αθήνα-Καλαμάτα
μέλι στο στόμα χαίρεται μέσ’ απ’ τη θλίψη στάζει

*

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

ένα παιδάκι ποτίζει τον κήπο δίχως τον χρόνο οι δείχτες
όλος ο κόσμος ένας κήπος τα δάχτυλα οι αριθμοί
ένα φάρμακο είναι λίγο ένα ποτάμι ίδιο το φαρμάκι
ο καιρός είναι ο κήπος ένα νέρινο ρολόι
ένα μπουκάλι άδειο από τα δάχτυλα

*

ΜΙΑ ΤΟΥΡΚΑΛΙΣ ΡΩΜΑΙΗΣΣΑ ΜΙΑ ΡΩΜΗΟΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΑ*

κι ενώ δεν έχω ρεύμα πια κι ούτε σταγόνα πλέον
μια λάμπα καίει πετρέλαιο τα σωθικά καμμένα
έξεις φυτρώνει τις παλιές μεσ’ στου κορμιού λαμπάδα
κι αυτό ανοίγει στις πληγές φτερά τσαλακωμένα
στο βάθος θύελλα του νου και συμπαγές πετώντας
θε’ ν’ ακουμπήσει ομορφιά το κάλλος κινημένο
η ομορφιά κινούμενη μια εμπειρία κάμπια
μια τουρκαλίς ρωμαίησσα μια ρωμηοτουρκοπούλα
μια Γκιουλμπαχάρ ανάστατη ένα λουλούδι μόνο
θωρεί μια πράξη λεκτική στα λόγια του Μεσσία
που ενυλώθηκε εμπρός ευθύς στα δυο της μάτια
σημάδια ανάστασης λαμπρής στον λόγο του Προφήτη

*Η λέξη “τουρκαλίς” είναι λεξιπλασία του εικαστικού Άκανθου.

**Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στην Ανθολογία “Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης”, εκδ. κύμα, 2022, σελ. 87-89.

Νίκος Σφαμένος, Ποιήματα

«το μόνο που θέλω»
σου είπα
εκείνο το βράδυ
του Ιούνη
«είναι ένα καράβι κι
εσύ στο λιμάνι
μ’ ένα φιλί
καθώς φεύγουμε»
«τι όμορφο!»
μου απάντησες
«και ας μη ξαναγράψω ποίημα ποτέ»
έκλεισα τα μάτια μου ενώ
είχε ήδη αρχίσει να
βρέχει
στο τζάμι οι σταγόνες
έτρεχαν
φίλε μου
κανείς δεν ξεφεύγει
πάντα θα γράφεις ποιήματα

*

πάγος
στο διπλανό τραπέζι η παρέα
ήταν εύθυμη
«μεγάλη υπόθεση ο έρωτας»
άκουσα κάποια στιγμή
και όλοι συμφώνησαν
Γενάρης
αποχαιρέτησα τους φίλους μου
επέστρεψα νωρίς σπίτι
το τηλέφωνο νεκρό ενώ
η βροχή είχε σταματήσει
άραγε πόσοι βυθίζοταν στον πάγο
εκείνη τη νύχτα
όπως εσύ;
αρκετοί , υπέθεσα
χαμογελώντας
«κρατηθείτε γερά»
άνοιξα την οθόνη λίγο πριν
αποκοιμηθώ
το γκρίζο τρένο του χειμώνα αναχωρεί:
Βασίλης Ζηλάκος
Ν.Γ. Λυκομήτρος
Ν.Σφαμένος
Α.Τσιάκος
και πολλοί άλλοι

*

σε μια ξένη πόλη
ένας άνδρας
ανάβει τσιγάρο
ένας άνδρας
πίνει
πίνει
πίνει
ενώ απέναντι
τα φώτα των διαμερισμάτων
ένα ένα
Σβήνουν

*

ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι
«κοίτα», μου είπε
«έγραψα ένα ποίημα!»
«τόσο δα μικρό αλλά κοίτα το»
το πρόσωπο του
έλαμπε
του χάιδεψα το κεφάλι κι
έπειτα άπλωσε τα χέρια του
στ αστέρια και χάθηκε
πέρασε άραγε από εδώ
ή όχι;
ήταν τρελός ή
άγιος;
όταν προσπάθησα να τον βρω
η ομίχλη είχε ήδη
απλωθεί
κράτησα το χαρτί
σφιχτά στα χέρια
μου
ήταν η εποχή
που κανένας δεν
θα δινε σημασία
σε ένα τόσο δα ποίημα
-κανείς-
κι εκείνον
δεν τον ξαναβρήκα ποτέ
από τότε
φίλησε την ομίχλη
χαμογέλασε
και χάθηκε
για πάντα

*«Στα νερά του τρόμου επιπλέει η αγάπη», 2013.

**Artwork: Melissa Zexter