Gregory Corso, Hering

It’s disastrous to be an injured deer.
I’m the most wounded, wolves rage,
and I have flaws too.
My flesh is clawed by the Inevitable Hook!
As a child I used to see a lot of things I didn’t want to be.
Am I the person I didn’t want to be?
The person who talks to herself?
Neighborhood Personality?
Am I the one who, on the steps of a museum, sleeps curled up on the side?
Do I wear a loser’s suit?
Am I the screwed one?
In the grand serenade of things
am i the most deleted track?

Είναι καταστροφικό να είσαι ένα τραυματισμένο ελάφι.
Είμαι ο πιο πληγωμένος, οι λύκοι θυμώνουν,
και έχω και ελαττώματα.
Η σάρκα μου κρεμιέται απ’ τα νύχια από τον Αναπόφευκτο Γάντζο!
Ως παιδί έβλεπα πολλά πράγματα που δεν ήθελα να γίνω.
Είμαι ο άνθρωπος που δεν ήθελα να είμαι;
Το άτομο που μιλάει στον εαυτό της;
Προσωπικότητα της Γειτονιάς;
Είμαι αυτός που στα σκαλιά ενός μουσείου κοιμάται κουλουριασμένος στο πλάι;
Φοράω το κοστούμι ενός χαμένου;
Είμαι ο κερατωμένος;
Στη μεγάλη σερενάτα των πραγμάτων
είμαι το κομμάτι που έχει διαγραφεί περισσότερο;

*Απόδοση: Δ.Τ.

Χρήστος Κολτσίδας, Δύο ποιήματα

ΧΟΡΟΣ

Τον πένθιμο και διαυγή χορό
αργά τον σέρνουν
στην πλατεία

“Άειντε”

Πρώτα περνούν οι γεροντότεροι
μετά οι νέοι
ακόμη πιο αργά
και όμορφα
περνάνε οι γυναίκες μας

“Ωρέ”

Στέκουν θαυμάζουν τον κόσμο
τα παιδιά
κρύβονται μες στα ελάτια

“Άειντε μωρέ και”

Κλαίνε τα δέντρα
γελάνε τα παιδιά.

*

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ήρθ΄ από κει που δεν υπάρχει ήχος
μέσα απ’ την ψυχρότητα των χρωμάτων
Φορά την κάπα των βοσκών
πιάνει τον ήχο των νερών
τις σταγόνες στα παράθυρα και τον ιδρώτα στα γένια
Φωλιάζει στα όμορφα χαμόγελα
Κουβαλά στο κεφάλι κούφιο ξύλο
Και μιαν αχτίδα σεληνόφως
Βάζει προσκέφαλο το άλμα των βατράχων
και δεν κοιμάται ποτέ
Κρεμάει για φυλαχτό στο κεφαλάρι
τραγίσιο κέρατο αιχμηρό

Λέει
Τα λόγια τα διαφεντεύουν τα νερά
Τα σκυλιά συνεισφέρουν στην ομίχλη όταν ανασαίνουν
Τα μάτια γίνονται αστέρια σε νερολακκούβες.

*Από τη συλλογή “Τα ορεινά”, εκδ. Μελάνι, 2015.

Γλυκερία Μπασδέκη, Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ

Ο ποιητής προβλέπει το μέλλον
Αλλά το μέλλον δεν προβλέπει τον ποιητή
Ύλη και πνεύμα αχταρμάς Αρχάγγελέ μου
Έχουν αλλάξει πολλά στην αεροπορία πόλεων
Από τότε που πρωτοφτερούγισες
Ο κόσμος αγιάζει με το στανιό
Όλοι έχουμε έναν οσιομάρτυρα στην πολυκατοικία μας
Και τρεις θηλιές στον ακάλυπτο
Στα τοπ τεν η εθελούσια Ταξίαρχε
Στα λιοντάρια κάθε ξημέρωμα
Περιμένοντας την άλλη ζωή
Που δεν έρχεται ποτέ στην ώρα της
Ένας συγχρονισμός θα ηρεμούσε τα πνεύματα
Θα γνωρίζαμε την ώρα αναχώρησης
Το μέλλον μας, το ριζικό μας,
Την ημερομηνία λήξης μας,
Τον καιρό εκεί πάνω
Κάποιες πληροφορίες χρήσιμες στον Μάρτυρα
Είναι κι αυτό μια πρόοδος, μια διευκόλυνση
Αν με εννοείς, βεβαίως, Μιχαήλ μου

*Φωτογραφία: Panos Michail

Γωγώ Λιανού, Δύο ποιήματα

Η ΠΛΗΡΩΜΗ

Είμαι άνθρωπος.
Όχι σκυφτός.
Όχι περήφανος.
Αλλά άνθρωπος.
Και είναι και εκείνοι.
Που ζητούν να σκύψεις.
Από μπροστά ή από πίσω.
Για όλες τις σκύλες, το ίδιο είναι.
Εγώ είμαι άνθρωπος.
Οι άνθρωποι δεν σκύβουν.
Και είσαι στη μέση κι εσύ.
Εσύ
Που σάλιο δεν έμεινε για να σε φτύσω.
Είχα το μέτωπο στο πάτωμα κάποτε.
Για ‘σένα.
Κι ήταν βαριές οι μπότες σου.
Για το μικροσκοπικό μου κεφάλι.
Εσύ.
Που με έκανες να σκύψω.
Θα έρθει η ώρα που θα το πληρώσεις

*

6 ΔΕΚΕΜΒΡΗ

Μου πήρε καιρό να καταλάβω πως μπορούν
οι άνθρωποι να συνεχίσουν απλά τη ζωή τους.
Ιδιαίτερα μετά απ’ όλα αυτά.
Να ζουν σαν να μην τρέχει τίποτα οι γελοίοι.
Αυτοί.
Που κάποτε ούρλιαζαν πως δε θα ξεχάσουν.
Πως θα παλεύουν σε κάθε επέτειο.
Διαμαρτυρίες.
Πορείες.
Συλλαλητήρια.
Αυτοί.
Είναι οι ίδιοι που τώρα λησμονούν.
Και τα παιδιά που δολοφονήθηκαν.
Και τους μπάτσους που το έκαναν.
Περνούν και χαιρετούν, “γεια σας κύριε αστυνόμε”,
με τη σιχαμένη ευγένειά τους.
Καθάρματα.
Για το δικό σας παιδι θα βγαίνατε με όπλο.
Μου πήρε καιρό να καταλάβω πόσο εύκολα
Ξεχνούν οι άνθρωποι.
Εσένα, πόσο θα σου πάρει να καταλάβεις,
πως εκείνο το παιδί,
ήταν και δικό σου παιδί.

*Από τη συλλογή “Όμοιες λήξεις”, Αθήνα 2019.

Βασίλης Νικολόπουλος, Τρία ποιήματα

ΕΤΣΙ ΠΑΕΙ

Μια ζωή ή μια εποχή δεν έχει σημασία
Μπορείς να πας στην κόλαση και με κουπόνια
και άντε να τους πείσεις
πως είσαι ακόμα ζωντανός
Θα σηκωθείς θες δεν θες
και θα συρθείς ως το συννεφο

Καθώς τα πράγματα
οι μορφές και οι φόρμες,
θα εμπεριέχονται το ένα στο άλλο,
θα συρθείς θες δεν θες ως την όαση

Ποια έρημος είναι τούτη,
ή κόλαση,
ή παράδεισος;
Μα τότε θα χουν όλα τελειώσει

Έτσι πάει

*

ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΑΡ

Εγώ και το μπαρ,
οι δυο μας.
Τα μαλλιά μου ακουμπούν
τον σκούρο γρανίτη του,
σαν δύο μνημεία που συνουσιάζονται.
Κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση.

*

ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΗΡΩΕΣ

Μη βάλεις το όνομά σου πουθενά
Δούλεψε σκληρά και κλότσα τα όλα
Γύρε το κεφάλι
εκεί που κανείς δεν ακούει
Ακατόρθωτο είναι αυτό που δεν θα συμβεί
κι όλα ταυτόχρονα θα τρέχουν
Το άπειρο εξοντώνει τις θεωρίες
και οι τροχαλίες όλο και μικραίνουν τη διαδρομή.
Κανείς

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

**Φωτογραφία: Norman Cornish.

ένα έτσι, συντρίμμια ροής

ξέρεις πως διαβάζεις την ζωή σου
καθώς η φωνή προηγείται
και συ απλά την ακολουθείς
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις

ξέρεις το ποίημα απέξω κι ανακατωτά
το χεις δει να τσακίζεται, να πέφτει
μέρα τη μέρα, πνοή την πνοή
κι έπειτα πάλι να σηκώνεται
και να σε τραβάει λιγάκι πιο πέρα
από εκεί που πίστεψες πως θα ζήσεις

ξέρεις κι αυτό και όλα τα άλλα
μα δεν ενδιαφέρεσαι πραγματικά
παρατηρείς τις στροφές και τις ευθείες
και νιώθεις το στομάχι σου να ανακατεύεται
σε κάθε μεγάλο στίχο μα δεν είναι αρκετό

ξέρεις πως ένα λάθος είναι πιο τίμιο
από την ακατάσχετη φλυαρία των θαυμάτων
μικρών μεγάλων και γιγάντιων
έτοιμων να κατασπαράξουν ότι έχει απομείνει
από αυτή την αβάσταχτη πίκρα που σε κρατάει όρθιο

ξέρεις μα δεν το μαρτυράς
κι ο καιρός περνάει
κι η φωνή σου σε περικυκλώνει
ζητώντας ολοένα και περισσότερη αλήθεια
και συ δεν έχεις που να πας
φοβάσαι πως θα σε τιμωρήσει
με κείνη την παλιά κίτρινη σιωπή
κι απλά ακολουθείς τα βήματά της
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις
μήπως και καταφέρεις να την κοιτάψεις στα μάτια
και την κάνεις επιτέλους να καταλάβει, να αισθανθεί
πως δεν υπάρχει πια κανείς σκοπός, κανένας λόγος
το ποίημα αυτό να συνεχιστεί

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/12/13/συντρίμμια-ροής/

Γιώργος Δρίτσας, Δύο ποιήματα 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Μέσα στου Κόσμου την ξύλινη κούνια
ένα παιδί παίζει φυσαρμόνικα-
άγνωστο πώς και γιατί-
αλλά φαίνεται γλυκαμένο από τον ήχο της.

Το μικρό παιδάκι λέγεται άνθρωπος,
από τα πρώτα του βήματα
μέχρι τα μακρινά στερνά και τελευταία,
εγκλωβίζεται μέσα στην αφελή ξεγνοιασιά του.

Η ουτοπία των μεγάλων ιδανικών
σαγηνεύει τα φυλλοκάρδια του,
καθώς σακατεύει τους λασπανθρώπους
στον βούρκο που με ηδονή κυλιέται.

Τίποτα αθάνατο όμως δεν μένει,
ο κόσμος είναι έτοιμος να σβήσει…
Ο άνθρωπος πελεκάει το ξύλο της ζωής
γράφοντας πάνω «Τιμή και Αξιοπρέπεια».

Άραγε, τί έκανε για να αξίζει τέτοια μοίρα;

*

ΑΒΥΣΣΟΣ

Η σκοτεινή άβυσσος,
η άλογη γωνιά
του ορατού,
πλέκει το εγκώμιο του κόσμου.

Μαύρη σαν πίσσα
και στάσιμη.
Το alter ego μας.

«Αν κοιτάξεις μέσα στην άβυσσο
θα σε κοιτάξει και αυτή»,
έλεγε ένας σοφός.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/12/11/2-ποιήματα-γιώργος-δρίτσας/

Λεωνίδας Καζάσης, Μυρτώ

Τρίτη και δεκατρείς εχθές,
δεν βγήκα από το σπίτι,
στο κολυμβητήριο να πάω, απέφυγα.
Κοιμήθηκα ώρες πολλές, ώρες πολλές κοιμάμαι,
έχοντας ύπνο καλόν.
Ξυπνώντας εχθές το πρωί στις ένδεκα (στις δώδεκα κοιμήθηκα ξανά),
ολοκλήρωσα κάτι, που, από προχθές, Δευτέρα, του μήνα δώδεκα είχα ξεκινήσει, με διάθεση πάρα πολύ καλή,
την μορφή σου στην μνήμη φέρνοντας,
όμως, το τέλος δεν μπορούσα, αφού δεν γνώριζα, εάν ήθελες.
Εχθές το πρωί, Τρίτη και δεκατρείς, αποπειράθηκα επιτυχώς.
Όμορφη αίσθηση ακριβή,
η στίλβη των ματιών σου η υγρή,
η ροή που σφύζει! Μυρτώ μου!
Το “μου” δεν είναι κτητικό,
του αγέρα ετάχθης,
της Ιππολύτης βέλος ευθύβολο.

Παντελής Μπουκάλας, Έκτορες

Από τη γλώσσα μας σέρνει
η ζωή.
Καν ουρλιαχτό να μην ακούγεται.
Καν τη χαρά του βογκητού να μη γευόμαστε.
Έτοιμους μας βρίσκει.
Κάθε που της βγάζουμε τη γλώσσα μας
περιγελαστικά
άλογα βέβαιοι σχεδιαστές του μέλλοντός μας
μας την αρπάζει
και μας σέρνει
πάνω στη ματωμένη σκόνη της αλήθειας
έκτορες συντετριμμένους λιανισμένους.
Να ζωγραφίζει ένα μηδέν το βιαστικό μυαλό μας
στη σκόνη χυμένο.
Κάθε που ξεμυτάει από το έρκος μας το μάταιο θα…
μας μαγκώνει
μας σέρνει από τη γλώσσα ο θάνατος.

Αλλά και δίχως γλώσσα γίνονται τραγούδια.
Και το μυαλό διπλώνει το μηδέν
πάνω στη σκόνη.
Το απειρίζει.
Εντέλει νικητές οι έκτορες.
Ότι ολόσωμα θνητοί.
Μια φτέρνα ένδοξη το κορμί τους ολάκερο
Μια φτέρνα που ο πόλεμος τη σχηματίζει γλώσσα
ανένδοτη.

Μίλτος Σαχτούρης, Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

*Artwork: Χ.Π.Σοφίας