Α
Όλος ο βίος σπαταλίστηκε
στο υπερώο της άσκησης
με λόγο νιπτικό, και έργο
ακλόνητο.
Κάποτε να το θυμάσαι
θα σ’ αγκαλιάσει, ο δίδυμός σου
αδελφός, με τιμές πρεσβευτού
εν ενεργεία.
Β
Με τη νύχτα να λικνίζει
τις ώρες της, στα βαθιά
οράματα, παλιούς μαστόρους
βλέπω συνέχεια, να μου λένε,
λόγια σοφά, του παλιού καιρού.
“Δεύτε διαλεχθώμεν αδελφοί”
Και να κρατούν στα χέρια τους
έπαθλα χρυσά, από εκείνα που δίνει
ο χρόνος αφιλοκερδώς
ως φόρο τιμής
κι όλο με καλούν, με ορθάνοιχτα λόγια
να εισέλθω πεζός, στη δική τους πολιτεία
με μαντήλι λευκό, στο δοξαστικό των φώτων.
Γ
Όλοι εκείνοι οι ναυαγοί
που βάλαν μέσα τους
την τρικυμία
της μεγάλης ώρας
διαβάζουν τις θύελλες
σ’ εμάς τους ανίδεους
κι επιτρέπουν την είσοδο
σ’ αυτούς που αφήνουν
την ύλη
έξω απ’ το Είναι τους
κι ανηφορίζουν ανάλαφροι
με αναμμένα φανάρια
στον κόσμο τους.
Γι’ αυτό να θυμάσαι
δικά μας κύματα
φέρνουν σωστά μηνύματα
στα τραγικά του κόσμου.
Δ
Ήσυχο το κερί
στο πέτρινο τραπέζι
και ο Ενδυμίων εξαντλημένος
ερχόμενος από τα βάθη
της φρόνησης, και της σκληρής ερημιάς
ξεφυλλίζει την όψη του
στο τελευταίο κεκραγέναι.
Ο εσπερινός απόψε
μ’ ένα βιβλίο της καρδιάς
και την επίσημη στολή του
θα ‘χει πολλούς τραυματίες
και οι αδελφές, με τα λευκά πανωφόρια
όσο πάνε και λιγοστεύουν
και μη με ρωτάς
πώς θα την βγάλουμε αύριο.
Όπως το βλέπεις
κανείς δεν λέει ν’ αναρρώσει.









