Νίκος Νομικός, Ένα οδοιπορικό

Α
Όλος ο βίος σπαταλίστηκε
στο υπερώο της άσκησης
με λόγο νιπτικό, και έργο
ακλόνητο.
Κάποτε να το θυμάσαι
θα σ’ αγκαλιάσει, ο δίδυμός σου
αδελφός, με τιμές πρεσβευτού
εν ενεργεία.

Β
Με τη νύχτα να λικνίζει
τις ώρες της, στα βαθιά
οράματα, παλιούς μαστόρους
βλέπω συνέχεια, να μου λένε,
λόγια σοφά, του παλιού καιρού.

“Δεύτε διαλεχθώμεν αδελφοί”
Και να κρατούν στα χέρια τους
έπαθλα χρυσά, από εκείνα που δίνει
ο χρόνος αφιλοκερδώς
ως φόρο τιμής
κι όλο με καλούν, με ορθάνοιχτα λόγια
να εισέλθω πεζός, στη δική τους πολιτεία
με μαντήλι λευκό, στο δοξαστικό των φώτων.

Γ
Όλοι εκείνοι οι ναυαγοί
που βάλαν μέσα τους
την τρικυμία
της μεγάλης ώρας
διαβάζουν τις θύελλες
σ’ εμάς τους ανίδεους
κι επιτρέπουν την είσοδο
σ’ αυτούς που αφήνουν
την ύλη
έξω απ’ το Είναι τους
κι ανηφορίζουν ανάλαφροι
με αναμμένα φανάρια
στον κόσμο τους.

Γι’ αυτό να θυμάσαι

δικά μας κύματα
φέρνουν σωστά μηνύματα
στα τραγικά του κόσμου.

Δ
Ήσυχο το κερί
στο πέτρινο τραπέζι
και ο Ενδυμίων εξαντλημένος
ερχόμενος από τα βάθη
της φρόνησης, και της σκληρής ερημιάς
ξεφυλλίζει την όψη του
στο τελευταίο κεκραγέναι.

Ο εσπερινός απόψε
μ’ ένα βιβλίο της καρδιάς
και την επίσημη στολή του
θα ‘χει πολλούς τραυματίες
και οι αδελφές, με τα λευκά πανωφόρια
όσο πάνε και λιγοστεύουν
και μη με ρωτάς
πώς θα την βγάλουμε αύριο.

Όπως το βλέπεις
κανείς δεν λέει ν’ αναρρώσει.

Ρογήρος Δέξτερ, aut bene aut nihil

Είχε γεμίσει κερατάδικα η γειτονιά’ έβλεπα
Από μια γρίλια
Τους πυρσούς αναμμένους στο σκοτάδι’
Καπνίζοντας μετά
Τον έβγαλαν εξω από το υπόγειο
Και τον έσυραν δεμένο πισθάγκωνα’ και
Ο σκύλος του
Αλυχτούσε θλιμμένα στην αυλή
Κάνοντας σα συρμός
Που διαπερνά με ατμούς τα μακρινά βουνά.
Πάνε δυο χρόνια που πέθανε
Που είπαν πως κρεμάστηκε
(Ίσως τον κρέμασε η απόγνωση
Από τα σίδερα στο κελί του)’ αλλά νόμισα
Ότι τον είδα τις προάλλες
Ολοζώντανο μπροστά μου ξημερώματα
Ψηλή σκιά που πήγαινε
Από δέντρο σε δέντρο
Ότι κάτι χαμένο ψάχνει μες στα φύλλα’ εκείνον
Που ούρλιαζε τις νύχτες και απειλούσε
Πως αν δεν ξεκουμπιστεί αμέσως το αόρατο
Θα το σφάξει στο γόνατο
Ή έψελνε χοροπηδώντας ξόρκια αλλόκοτα.
Δεν έχω άλλο λόγο να τον μνημονεύω εδώ
Μιας και δεν τον ήξερα σωστά:
Έμοιαζε πιο αληθινός
Από τόσους και τόσους
Ζωντανούς που με τριγύριζαν τις νύχτες
Παριστάνοντας τους αθάνατους
Επειδή έσφιγγαν δυνατά το χέρι’ και όμως
Όλοι αυτοί θα πλανηθούν περισσότερο
Γυρεύοντας μάταια το δρόμο για τον πάνω κόσμο’

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, 2022.

Γ.Δ. Σέρμυντ, Τρία ποιήματα

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Αναρωτιέμαι ως πότε
θα κρύβεσαι
πίσω από πλανήτες
μέσα σε γαλαξίες
και νεφελώματα.

Φανερώσου πια
είτε σ’ αυτό το αχανές σκοτάδι
είτε στην πόρτα μου

*

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Θες να φτιάξουμε έναν κόσμο
του οποίου οι φυσικοί νόμοι θα βασίζονται
σε ένα και μόνο θεμελιώδες αξίωμα:

αυτό της νυχτερινής κεντρομόλου
που δένει κόμπους στον λαιμό μου
καθώς φωτίζει τα μάτια σου;

*

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ό,τι είμαι
διαρκεί
μόνο μια στιγμή.

Έτσι
χωράω
κάθε πρωί
στο άνοιγμα
των βλεφάρων σου.

*Από τη συλλογή “υγροί μετεωρίτες”, εκδ. Πρότζεκτ ερσίλια, 2021.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Τρία ποιήματα

ΜΕ ΤΟΝ ΣΦΥΓΜΟ ΓΙΑ ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ

Όλα τα θαυμαστικά
στον κάλαθο
– πού να τα στερεώσω;
αφού παντού έψαξα
πουθενά δεν βρήκα τον μπελά μου
ή μια έστω ανατριχίλα
να ανοίγει όλες τις πόρτες
και ιδίως αυτή του υπογείου
– του εξ αγχιστείας συγγενή της αβύσσου-
αφού, λοιπόν,
ανάμεσα
από τις δύο άκρες της σύγκρουσης
κανένας δαίμονας δεν κατοικεί
μιλάω σε άπταιστα ουράνια τόξα

δηλαδή μαδάω τη μοίρα
ξέρεις:
μ’ αγαπάω – δεν μ’ αγαπάω

να φανεί η φλέβα
μπας και

*

ΑΡΝΗΣΗ

Το σκοτάδι έμοιαζε με εξαγωγή φρονιμίτη

Ένα φαντασιοπλάνο είχε ξεμείνει από καύσιμα

Όλοι κατεβαίνουν

εκτός από μια παιδική ανάμνηση
που κρατιέται
με τα δόντια

Κρύβει στο μπουφάν της έναν πάνθηρα με φτερά

*

ΠΑΡΟΝ

Τα νεκραστέρια δεν με βλέπουν
όταν στο θρίλερ της νύχτας
κατοικημένος από πανικόληκτα ρήματα

τα νεκραστέρια δεν με βλέπουν
η σκληρή σκιά
φτιάχνει
με τα δευτερόλεπτα βελάκια
πετυχαίνει
εμένα

και τα νεκραστέρια

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. Στίξις, 2022.

Νίκος Σφαμένος, Τρία ποιήματα

ΜΥΣΤΗΡΙΟΣ

βάδιζε αργά στη κάμαρα του
εκείνη τη μέρα
ουρλιάζοντας από
μέσα
του

«ο βλαμμένος , πάλι θα γράφει
εκείνα τα ποιήματα!»
σκέφτηκε η νοικοκυρά

την επόμενη
τον βρήκανε
νεκρό
ελάχιστοι
κλάψανε

ακολούθησε
η δόξα
τα σίριαλ
και
αναρίθμητοι
θαυμαστές
στο
facebook

*

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

μήνες είναι τώρα που προσπαθούσα
να γράψω ένα ποίημα

μα να
οι μέρες μοιάζουν
περισσότερο νεκρές
από ποτέ
το θαύμα είναι όταν
τραβιέται
η κουρτίνα
ο δρόμος
μα να
τα πρόσωπα των ανθρώπων
μοιάζουν
περισσότερο σκοτεινά
από ποτέ
τα βαγόνια έρχονται και φεύγουν
άδεια
απομείναμε να σκαλίζουμε αναμνήσεις
από θολά μονοπάτια
εμείς
που δε περιμέναμε ποτέ
τόσο πάγο
γέρνουμε σε ετοιμόρροπους τοίχους
βαδίζουμε σε σάπιες γέφυρες
διαβάζουμε λευκές σελίδες
ο κύριος τρόμος
τα πεσμένα φύλλα στη πόρτα μας
μία αυγή του Νοέμβρη
οι ζωές να χάνονται σε μία βάρκα
στη καρδιά του χειμώνα

και
μήνες είναι τώρα που προσπαθούσα…

*

ΕΣΥ

να
δώσεις
λίγο
αίμα
φωνή
και
μια
μικρή
ηλιαχτίδα

αρκετά
με
τη
βαρετή
ποίηση
και
ακόμα
χειρότερα
με
τους
βαρετούς
Ποιητές

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”.

Κωνσταντίνος Βορβής, Η παρτίδα

Tο επόμενο χαρτί σε αυτή την παρτίδα
όπου τα χρήματα είναι εξ αρχής χαμένα
και η αγωνία της αναμονής μας καταναλώνει
ακολούθησέ με να πεθάνουμε λίγο-λίγο
ανάμεσα στο ουίσκι και τα στοιχήματα
τσόχα και δερμάτινες πολυθρόνες
δώσε τα δαχτυλίδια σου και τα φορέματα
ο αντίπαλός μας σε αυτό το παιχνίδι
που οι κανόνες διαρκώς μας ξεγελούν
πάντα νικά κι ας προσποιείται γκίνια
φθειρόμαστε και η γκανιότα αυξάνει.
Θα μείνουμε στο τέλος οι τρεις μας
θα καπνίζεις και θα κοιτώ την τράπουλα
απέναντί μας καθισμένος εκείνος
θα αναζητούμε κάποιο σημάδι
που ίσως προδώσει τα φύλλα του
κι ο χρόνος θα περνά
ο καπνός θα γεμίζει το δωμάτιο
και θα πεθαίνουμε, λίγο-λίγο.

Gregory Corso, Είμαι 25

Με μια αγάπη που φτάνει τα όρια της τρέλας για τον Σέλλεϋ,
τον Τσάτερτον, τον Ρεμπώ
και το φτωχό αλύχτισμα των νιάτων μου
πηγαίνει από αυτί σε αυτί:
ΜΙΣΩ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ ΠΟΙΗΤΑΝΘΡΩΠΟΥΣ!
Κυρίως τους γέρους ποιητάνθρωπους που αποσύρονται
που συμβουλεύoυν άλλους γέρους ποιητάνθρωπους
που μιλούν ψιθυριστά για τη νεότητά τους,
λέγοντας: – αυτά έκανα τότε
αλλά αυτά ήταν τότε
ήταν τότε –
Θα έκανα τους γέρους να σωπάσουν
λέγοντάς τους: – είμαι φίλος σας
αυτό που ήσασταν κάποτε, θα γίνετε ξανά
μέσα από μένα –
Έπειτα το βράδυ στην ασφάλεια των σπιτιών τους
θα ‘βριζα τις απολογητικές φωνές τους
και θα ‘κλεβα τα ποιήματά τους.

*Μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποιητικά”, τεύχος 24.

**Φώτο: Ian Gilmour, Waiting

Γρηγόρης Σακαλής, Βάρδια

Στα νυχτερινά δρομολόγια
της ζωής
σε δρόμους στενούς ή φαρδείς
οι άνθρωποι αγωνίζονται
βασανίζονται, τρέχουν
να βρουν εκείνο που ζητούν
το μεροκάματο
την επιβίωση
κι άλλοι τον έρωτα
της παράνομης σχέσης
γιατί ο νόμιμος έχει πεθάνει.
Μέσα στα έντονα μεγάλα φώτα
των λεωφόρων
αυτοκίνητα και άνθρωποι
σχηματίζουν ποτάμια
είναι όλοι καλοντυμένοι
γιατί σκοπεύουν να πουλήσουν
ένα ψεύτικο αφήγημα
στους άλλους
για να κερδίσουν κάτι
και θέλουν να είναι
ευπαρουσίαστοι
για να το πασάρουν
ευκολώτερα.

*Φώτο: Gregory Colbert

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
μια ωχρή γραφή
που μαζεύει χάπια
στην πλατεία Ομονοίας

μια στροφή περιστροφή
γύρω από τον εαυτό της
λέξεις παράταιρες
που χώνεψαν τις λύπες
σαν εκείνους που τις κρατούν
στις κοιλιές τους
καθώς περιμένουν
το τρένο
στον σταθμό Λαρίσης

ένα κάντο ξοφλημένο
που έδεσε
στις συμπληγάδες
το καράβι του
κι ύστερα παράτονο
χάθηκε σαν τα άτυχα πτίλα
του κορόιδου

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
κι απόψε χορεύει στον τάφο της
-δεδικαίωται-
μια κατάληξη απλή
που τσαλακώνει την κριτική σου
ή καλύτερα
την κατουράει
με την καύλα της
κάθε που ανασταίνεται

Henri Michaux, Η λίμνη

Όσο κι αν πλησιάσουνε τη λίμνη, οι άνθρωποι
δεν γίνονται γι’ αυτό βατράχια ή λαβράκια.
Χτίζουν τις βίλες τους τριγύρω της, μπαίνουν
συνέχεια στο νερό, γίνονται γυμνιστές… Αδιάφορο.
Προδοτικό και άπνευστο για τους ανθρώπους το
νερό, πιστό και θρεπτικό για τα ψάρια, συνεχίζει ν’
αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ανθρώπους και
τα ψάρια ως ψάρια. Και μέχρι τώρα, κανείς
φυσιολάτρης δεν μπορεί να καυχηθεί ότι
αντιμετωπίστηκε αλλιώς.

*Από τη συλλογή “Με το αγκίστρι στην καρδιά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.