Νικόλαος Κάλας, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ

Ας κάνουμε την αυγή το υποκείμενο ενός εγκλήματος
Το μεσημέρι ας εφεύρουμε αστέρια στον ορίζοντα ενός ταξιδιού
Αστέρια και μια μορφή νέα για τις ώρες δίχως αύριο
Ξεκοιλιασμένα καράβια σηκώνουν άγκυρα
Το αίμα τους βαραίνει η σκουριά
Όλα κολυμπάνε μέσα στο σαράκι
Μια γάτα που δε μπορεί πια να σκούξει το τρώει
Από την κορυφή του Πύργου των Ανέμων υψώνονται φλόγες
Και πνίγουν το φως
Ο πύργος είναι ηψηλός φλεγόμενος κι έχει αποσπαστεί από τη Γη
Η Γη!
Ποιος την καταδίκασε να ζει σαν ξεφλουδισμένο πορτοκάλι
Ή σαν κόκκο μπλε άμμου
Κάτω από το διηνεκή ζυγό των δυο ισημεριών;
Ο καταναγκαστικός ρυθμός
Ή φρικτή αναμονή των εκλείψεν είναι εκεί
Παντού όπου πηγαίνουμε

(Αθήνα 1937 – Μαρακές 1939)

*

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ

Η προσδοκία σ’ ένα κύμα
Η τόλμη γύρω μας
Η βροχή και το δηλητήριο
Είναι όλα στοιχεία αυτής της ταραγμένης επιστροφής

Επέστρεφε σαν ένας διπλωμένος σουγιάς
Μια ομπρέλα κλεισμένη ξανά
Η καρδιά γεμάτη αηδία

Εισβάλαμε παντού
Παρά τη νύχτα το σπασμένο φεγγάρι την παραβιασμένη πόρτα
Κι όλα αυτά που καθημερινά κλέβουμε
Η ώρα έπρεπε να ξαποστάσει ή να δραπετεύσει
Τίποτα δεν αποκρίνεται
Πού να βρει κανείς θυσίες;
Θέλω να γίνω ο χρησμός της ζωής μου
Ο ορίζοντας δεν είναι παρά μια πνοή δίχως μορφή
Ένα τέρας καθισμένο στην άμμο ανάμεσα σε ξεσκισμένες εφημερίδες
Κι αυτά τα σπάνια αντικείμενα προορισμένα για κάποιον που παραμένει άγνωστος
Σε όλα αντιπαραθέτει αυτή τη δύναμη που σπέρνει τις λύπες την ντροπή και τις εσπευσμένες αναχωρήσεις
Αυτή τη δύναμη που δίνει στους αριθμούς και τις μέρες μια αποφράδα σημασία.

*Από το βιβλίο “Νικόλαος Κάλας – Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, Εκδόσεις “Ύψιλον”, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Σπήλιος Αργυρόπουλος, Βασιλική Κολοκοτρώνη.

**Στη φωτογραφία: Kurt-Seligmann, Etching.

Κωνσταντίνος Βορβής, Ο εργάτης των σιδηροδρόμων

Αφήστε τον εδώ
με τα σκονισμένα του ρούχα
και τα χέρια που έχουν αυλακωθεί
από τα μηχανήματα και την εργασία
αφήστε τον
γράσο και μηχανή
στάζει ο ιδρώτας στους στρωτήρες
και το ντίζελ καίει τα πνευμόνια
περνά τη ζωή του πάνω στις ράγες
τα ρούχα του μυρίζουν μέταλλο
και τα παπούτσια του σκουριά και βροχή

Αφήστε τον
αυτά τα σίδερα
κρύβουν τη δική του ιστορία·
αγγίξτε τις κρύες συναρμογές
τα πριτσίνια τα εξαρτήματα
τους δίποδους εξωλκείς.

*Από τη συλλογή «Ο ήρωας του φθινοπώρου», εκδ. Οδός Πανός, 2022.

Κώστας Ρεούσης, από τα “Σμπαράλια”

ΤΡΙΤΗ ΩΡΑ

κυκλοφορούσε
με την εκπυρσοκρότηση
ενός στυμμένου πορτοκαλιού
και τον ήχο μιας παράφωνης τρομπέτας
με σιγαστήρα
διασχίζοντας την εισπνοή εκπνοή
του δενδρολίβανου
ο επιτάφιος του φοίνικα
έραινε μ’ αποκαΐδια την
πομπή του αιώνα της θραύσης

(να σου σπάσω τα κόκαλα
ρε
να τα βάλω σε σανίδες
στη ράχη
αφρίζει κελαρύζοντας
το αρχαίο μουνί
εκσφενδονίζοντας μύδρους
βακχείας)

βούτηξε να συναντήσει το συκώτι έως τα πέρατα του
αρχιπελάγους αραδιάζοντας υγρές νύχτες στο κατάστρωμα
να ξεπλένει τη συντριπτική οργή τη αρμύρας όταν τα
θαλασσοπούλια προμήνυαν τις σαρωτικές νησίδες του
ανεφοδιασμού

ΤΕΤΑΡΤΗ ΩΡΑ

τη μέρα
καθώς οι άνθρωποι
σκληραίνουνε
την όψη
κι η πρακτική
ορίζεται
μέσα στη σύγχυση
της αρπαγής
τραβούσε περίστροφο
σημαδεύοντας
τον κρόταφο
του νου

(γεννώντας το δίκαιο έγκλημα
ετοιμάζει την ελεύθερη
ένωση της εξόδου
ενώ
πληρωμένοι δολοφόνοι
λακίζουν
στην παρουσία
της αγέρωχης
ελεύσεως)

χίμηξε ενεός σχεδόν νεκρός στο λυσσασμένο γύναιο
της προδοσίας μακελεύοντας αποσπάσματα τριφηλών
παρηγορητικών ενοχών δίποδα ζωντόβολα είχαν οχλαγωγήσει
το σχήμα του ατόμου της φυσιογνωμίας της μορφής τού
εμβολισμένου ακρόπρωρου η φιγούρα της τρισυπόστατης ψυχής
μετεώριζε τα άπειρα σημεία της ορθά ακάθιστης πλανεμένα
πλανητικής οριζόντια κάθετης διαγώνια τεθλασμένης κυκλικά
γραμμής πτήσης ή ταχύτατα καρδιακής ρότας

*”Σμπαράλια [ένα ποίημα σε 12 ώρες και 3 φωνές]”, Δεύτερη Οριστική Έκδοση εκδ. Τυφλόμυγα, Αθήνα 2020.

Έλενα Πολυγένη, Η Ημέρα της Ποίησης

Δεν προλαβαίνω να γιορτάσω την παγκόσμια μέρα της ποίησης
δεν γίνεται να πάρω άδεια απ’ τη δουλειά
πρέπει να ξυπνήσω στις 7 όπως κάθε άλλη μέρα
να πλύνω τα πιάτα, να στρώσω το κρεβάτι μου
να κουβαλήσω τις τσάντες απ’ το σούπερ μάρκετ
διαπιστώνοντας πως τα χρήματα ίσα που φτάνουν
και ύστερα να εξυπηρετώ τους πελάτες που
ιδέα δεν έχουν για τη μέρα της ποίησης
κι ίσως αν τους το έλεγα να γελούσαν
μετά να πάρω το λεωφορείο και να βρεθώ
στριμωγμένη ανάμεσα στους επιβάτες
που δεν δείχνουν να τους ενδιαφέρει η μέρα της ποίησης
το μόνο που θέλουν είναι να φτάσουν σπίτι τους
και να πετάξουν από πάνω τους την κούραση
αυτό θα κάνω κι εγώ, για να πω την αλήθεια
θα φάω στα γρήγορα και θα καθίσω μπρος στην τηλεόραση
βλέποντας πράγματα άσχετα με την ημέρα της ποίησης
έπειτα θα σηκωθώ θα καθαρίσω το σπίτι
θα πετάξω τα σκουπίδια θα πλύνω τα πιάτα
κι όλο θα σκέφτομαι τους λογαριασμούς που δεν πλήρωσα
τα ατέλειωτα χαρτιά πάνω στο τραπέζι
που κάτω από άλλες συνθήκες
θα μπορούσαν να είναι και ποιήματα

Άκης Παραφέλας, τέλος ωραρίου

κοινότοπα, με αναμονές βρέθηκα σε χειρουργεία
ευρέσεως σημασίας με σπασμένα κόκαλα ανασφαλή
ύστερα από ένα ατυχές βιογραφικό σημείωμα
ύστερα από ένα προγραμματισμένο ατύχημα
μαθαίνω πως ρίχνουνε ο ύψος και η βάθος το μαστίγιο
σε ιδιωτικό σκοτάδι, με οδηγούν στον να-σου-το-κάνω-λιανά
για-να-πουλιέσαι-εύκολα, και δείχνω να πονάμε
την ίδια στιγμή που απ’ της ακινησίας την τριβή ξεχνάω και αφήνομαι
το απόγευμα βρίσκω τα δέρματά μας μούσκεμα στις σκάλες
ενός κτιρίου με πολλά τετράγωνα παράθυρα, ευθεία μπροστά
μία πλατεία και μια θλίψη με λιγοστές ατίθασες λεύκες που κόπηκαν
σαν χέρια στον αγκώνα, τι κι αν οι ευθείες ανάμεσα σ’ εμ
άς και εμάς δεν είναι σήμερα νοητές, τη στιγμή αυτή –μετά από
όσες με μέτρησαν ανθρωποώρες– τις βλέπω να συναντιούνται,
να γίνονται δρόμος με χιλιάδες ρεύματα προς
κάποιο σημείο αυτό βλέπω και
αρχίζω να πληθαίνω το απόγευμα και ίσως αρχίζει
ένας θόρυβος άλλος και πάνω απ’ τις ουλές
με πάταγο αντέχω πια την μοναξιά γιατί δεν είναι

Δημήτρης Γκιούλος, Η αγία γκαρσόνα

Σε βλέπω καμιά φορά στο ακριβό εστιατόριο
πώς σερβίρεις τις κινητές ιδιοτροπίες των πελατών σου
πώς αποκρούεις με χαμόγελο την αγένεια, την προσβολή
το πέσιμο του αφεντικού στον στρογγυλό σου κώλο
(που και εγώ κοιτώ)
πώς μαζεύεις το μικροσκοπικό πουρμπουάρ σκεπτόμενη
το φλερτ με την ανεργία
και τους απλήρωτους λογαριασμούς
αγία εσύ
φυλάς το ακονισμένο μαχαίρι σου
χαρίζοντας στους αφεντάδες ακόμα μια μέρα ζωής

Ως πότε όμως

*Από τη συλλογή “Αστικά Δύστυχα”, εκδ. Θίνες, 2020.

Βερονίκη Δαλακούρα, Τρία ποιήματα

LIMBO

Στο φως του ήλιου τις ακτίδες
μέσ’ απ’ τα σύννεφα, πατέρα
κατόρθωσα να δω ότι περιέβαλε και τη στιγμή.
Χρόνια μετά, όταν κανείς δεν γκρέμιζε τα τείχη
ξεπήδησε η κραυγή’ κανείς δεν ήταν
κι ευτυχώς εσύ στο φράγμα έκτισες ένα αυτί’
με στόμα που τις λέξεις του εσμίλευε
γενέθλια νύχτα.

*

ΝΥΧΤΑ

Ποιος παίζει το παιχνίδι με την άνοιξη;
Πετιέται η φωνή από τη λόχμη το απόβραδο, βαδίζει εξόριστη.
Όμως φωνή και λέξη σταυρώνονται’ απόηχος που
σβήνει στην κοιλιά του κήτους.
Ανοίγουν δρόμο με το ξίφος σταθερά.
Με απόφαση χωρίζουν καλαμιές και στάχυα.
Μιμούνται τη γενναιότητα των ζώων
πλαγιάζουν δίπλα.

*

ΑΜΜΟΣ

Μη μ’ αφήνεις μόνο στην αγαπητή κόλαση.
Τι να πω τώρα βυθισμένος με το όχι να
εκσφενδονίζεται απ΄ το τρύπιο μου στόμα.
Ήσουν εσύ την χαραυγή.
Γι’ αυτό είχα επιμείνει
Γι’ αυτό έγραψα γράμματα
-θηλυκό γουρούνι-
που άφησα στις τσέπες
του πεθαμένου.
Ούτε μια φορά αυτή
ούτε μια φορά
“τον έχω!”
φωνή

*Από τη συλλογή “Καππαδόκες”, εκδ. Κουκκίδα, 2020.

Stephen Moysan, Τρία ποιήματα

L’existence est éphémère
Elle a beaucoup à dire
Alors, je parle peu.

Ce que j’espère le plus
Vivre comme un haïku
Être simple, plaisant, donner sens.

Certains jours sont gris ou bleus
D’autres noirs et pluvieux
Mais tous sont précieux.

Η ύπαρξη είναι φευγαλέα
Έχει πολλά να πει
Λοιπόν, μιλάω λίγο.

Αυτό που ελπίζω περισσότερο
Να ζήσω σαν χαϊκού
Να είμαι απλός, ευχάριστος, να δίνω νόημα.

Μερικές μέρες είναι γκρι ή μπλε
Αλλά μαύρες και βροχερές
Όλες όμως είναι πολύτιμες

*

Nuit blanche
Jusqu’au meurtre
De l’araignée sur le mur.

Il a beau être vieux
Le bonsaï n’a connu
Aucun nid d’oiseau.

Temple de montagne
Bouddha me regarde
En souriant de ma bêtise.

Άγρυπνη νύχτα
Μέχρι τη δολοφονία
Αράχνη στον τοίχο.

Μπορεί να ήταν γέρικο
Το μπονσάι δεν γνώρισε
Καμία φωλιά πουλιού

Τέμπλο του βουνού
Ο Βούδας με κοιτάζει
Χαμογελώντας με την ηλιθιότητά μου.

*

S’aider soi-même
En aidant son prochain
Une belle pensée.

Peu importe la masse des problèmes
Si on leur enlève la gravité
Le poids à supporter est nul.

Paix et Amour
Sur Terre
Besoin de rien d’autre.

Βοηθάς τον εαυτό σου
Βοηθώντας τον διπλανό του
Μια όμορφη σκέψη.

Λίγο μετρά ο όγκος των προβλημάτων
Αν τους αφαιρέσουμε τη βαρύτητα
Το βάρος να υπομείνεις είναι μηδέν.

Ειρήνη και αγάπη
Στη γη
Ανάγκη για τίποτε άλλο.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

ΑΓΑΠΗ

Η Αγάπη των άλλων
λείπει

του εαυτού πρωτίστως

τα λεπτεπίλεπτα λείπουν
κρινοειδή της άνθη
τα κατοικούντα εν αυτή
τα λαλούντα λόγια
τρυφερά και παρήγορα

η Αγάπη λείπει

ζωή να γίνει η ζωή

ο άνθρωπος;
Άνθρωπος να γίνει

*

ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Στο περίστροφο
μονάχα μια σφαίρα

Με προσήλωση στόχευσε
κάτω από τον αυχένα
με χέρι σταθερό
πάτησε τη σκανδάλη

πυροβόλησε
το ποίημα

γέμισε ο ουρανός
λέξεις ματωμένες

*

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Ο ΚΑΜΑΤΟΣ

Ενθέρμως παραδόθηκε
στον πυρετό του οίστρου
έπλασε
σμίλευσε
έχτισε
γκρέμισε
έσκαψε
φύτεψε

και πάλι απ’ την αρχή

κάματο μεγάλο μ’ ίδρο πολύ
η ποίηση έχει

*Από τη συλλογή “Μικρές ταριχεύσεις”, εκδ. ΑΩ, 2021.

Κώστας Σαΐτας, Ποιήματα της παλιάς αρρώστειας

ΝΕΑ ΖΩΗ

Δύσκολο ν’ αλλάξει μια ζωή
να γίνει ακίνδυνη ξανά:
δρόμος τη νύχτα, άδεια εικόνα
καμπύλη στης γυναίκας τον ώμο
σ’ ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα
πρώτη φορά
παράθυρο που το χτυπάει ο άνεμος,
απ’ το παράθυρο, μια φωνή
βουβά λουλούδια,
αδιάβαστα βιβλία και φίλοι
φίλοι μακρυά που δε θα ξαναδούμε

*

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

Οι άσχημες γυναίκες των ζωγράφων
Οι αλλοπαρμένες γυναίκες των ποιητών
Αποκλεισμένες σε σπίτια ευκατάστατα
Γλείφοντας το στόμα
Όπως οι μυίγες τ΄ ανοιχτό βάζο του γλυκού.

*

ΠΑΛΑΙΟ ΦΑΛΗΡΟ

Κάθε πράξη χωριστή, σ’ ένα σύνολο
ανεξάρτητη. Σαν την αληθεια πίσω
απ’ το γυαλί του πίνακα, σ’ αυστηρό περιορισμό.
Ο χρόνος από τη μια χορδή ίσαμε την άλλη
ένα συγκεκριμένο σχήμα, ένα κουδούνι γυάλινο π.χ.
ή μια ρωγμή σ’ ένα από τα τοιχώματά του. Στήλη φωτός
ή σημασία των χαρακτηριστικών ενός προσώπου
καθόσο κράτησαν μερικές εκφράσεις.

*

Η ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ

απλώθηκε
και μας αγκάλιασε όλους.
Στην αρχή την υποδεχτήκαμε
σαν μνήμη παλιάς ερωμένης.
Θα ‘λεγες πως την αφήσαμε
να μας γοητεύσει και άθελά μας
πήρε στα σάπια δάχτυλά της
τα ινία του δέρματός μας.

*

64 MAY STREET FITZROY NORTH

Η καφετιέρα κάπου στο περβάζι
απ’ το παράθυρο της κουζίνας
ο κήπος και διάχυτο το φως του ήλιου
σ’ άσπρα σύννεφα.
Τι σημασία έχει πώς αισθάνομαι;

*

SWANSTON STREET

Έμπεδος σε μια πόλη
Σαν τα οχήματα που μέσα της κυκλοφορούν
Δεν πρόκειται να ξημερώσεις περιμένοντας στη στάση
Αδιάφορο πόσα χρόνια έζησες μαζί της.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Κ. Ξυλινάκης (Βρυξέλλες, 25 Αυγούστου 1984).

**Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Σπείρα” με τον τίτλο “Ποιήματα της παλιάς αρρώστειας”.

***Ο Κώστας Σαΐτας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Μανσούρα της Αιγύπτου από Έλληνα πατέρα και Ελληνορωσίδα μητέρα. Εκτός από την Μανσούρα, έζησε στο Φάληρο, το Λονδίνο, το Καίμπριτζ, το Παρίσι, την Αυστραλία -που τόσο την αγάπησε που κίνησε ζήτημα για την αντικατάσταση της εθνικής σημαίας της- (εξ ου και τα ποιήματα που παρατίθενται εδώ με τους τίτλους “64 May Street Fitzroy North” και “Swanston Street” που είναι οδοί της Μελβούρνης), στην Αθήνα και, τέλος, στις Βρυξέλλες, όπου παντρεύτηκε μια γαλλόφωνη Φλαμανδή και απέκτησε οικογένεια. (Πληροφορίες Κ. Ξυλινάκη).

****Στη φωτογραφία μια μικρή πλατεία στο εσωτερικό προάστειο της Μελβούρνης Fitzroy North, που παρατίθεται και ως τίτλος ποιήματος.